Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Όρια
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 169 και 177)
2 Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Προδήλως αλυσιτελές ερώτημα
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177)
3 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Απόβλητα - Κανονισμός 259/93 - Έννοια - Κοινός ορισμός - Απευθείας εφαρμογή σε όλες τις μεταφορές αποβλήτων, περιλαμβανομένων των μεταφορών εντός των κρατών μελών
(Κανονισμός 259/93 του Συμβουλίου, άρθρο 2, στοιχ. αα· οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, άρθρο 1, στοιχ. αα)
4 Προσέγγιση των νομοθεσιών - Απόβλητα - Οδηγία 75/442- Έννοια - Ουσίες και αντικείμενα που μπορούν, από οικονομική άποψη, να επαναχρησιμοποιηθούν - Περιλαμβάνονται
(Κανονισμός 259/93 του Συμβουλίου, άρθρο 2, στοιχ. αα· οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 91/156 και 91/689, άρθρο 1 § 3)
Περίληψη
5 Ναι μεν το Δικαστήριο δεν δύναται, μέσω του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφανθεί περί του κύρους μέτρου εσωτερικού δικαίου σε σχέση προς το κοινοτικό δίκαιο, όπως θα ήταν δυνατόν στο πλαίσιο του άρθρου 169 της Συνθήκης, είναι όμως αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που αναφέρονται στο κοινοτικό δίκαιο, ώστε να παράσχει τη δυνατότητα σ' αυτό το δικαστήριο να αποφανθεί περί του συμβιβαστού των κανόνων αυτών προς την κοινοτική νομοθεσία για την επίλυση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί.
6 Στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 177 της Συνθήκης διαδικασίας, μόνον στα εθνικά δικαστήρια, στην κρίση των οποίων υποβάλλεται η διαφορά και τα οποία πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο το αν είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν, όσο και τη λυσιτέλεια των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων. Η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή όταν είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή η εξέταση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα, που ζητούνται από το δικαστήριο αυτό, ουδεμία σχέση έχουν με το υποστατό ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης.
7 Το άρθρο 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 259/93, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους από αυτήν, υπό τον τίτλο Ι (Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί), προβλέπει ότι, για τους σκοπούς του κανονισμού, ως «απόβλητα» νοούνται οι ουσίες ή τα αντικείμενα που καθορίζονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, της τροποποιηθείσας οδηγίας 75/442. Ο κοινός αυτός ορισμός της έννοιας των αποβλήτων, που θεσπίστηκε για να διασφαλιστεί ότι τα εθνικά συστήματα παρακολουθήσεως και ελέγχου μεταφορών αποβλήτων πληρούν τα ελάχιστα κριτήρια, τυγχάνει απευθείας εφαρμογής ακόμη και στις μεταφορές αποβλήτων εντός κάθε κράτους μέλους.
8 Η έννοια του «αποβλήτου» της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, στην οποία παραπέμπουν το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689, περί των επικινδύνων αποβλήτων, και το άρθρο 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 259/93, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους από αυτήν, δεν πρέπει να νοείται ως αποκλείουσα τις ουσίες ή τα αντικείμενα που μπορούν, από οικονομική άποψη, να επαναχρησιμοποιηθούν, ακόμη και αν τα εν λόγω υλικά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής ή των οποίων η τιμή δημοσιεύεται σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων ή σε επίσημα αγορανομικά δελτία τιμών. Συγκεκριμένα, η διαδικασία αδρανοποιήσεως των αποβλήτων αποσκοπούσα απλώς στο να τα καταστήσει ακίνδυνα, η απόρριψη αποβλήτων εντός καθιζήσεων του εδάφους ή με σκοπό την επιχωμάτωση και η αποτέφρωση αποβλήτων αποτελούν εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής των προαναφερθέντων κοινοτικών κανόνων. Το γεγονός ότι μια ουσία κατατάσσεται στην κατηγορία των καταλοίπων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκ νέου, χωρίς να διευκρινίζονται ούτε τα χαρακτηριστικά της ούτε ο προορισμός της, δεν ασκεί συναφώς επιρροή. Το ίδιο ισχύει για τον θρυμματισμό των αποβλήτων.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις των Preture circondariale di Τerni (C-304/94, C-330/94 και C-342/94) και di Pescara (C-224/95) (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των ποινικών δικών που εκκρεμούν ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων κατά
Euro Τοmbesi και Adino Tombesi (C-304/94),
Roberto Santella (C-330/94),
Giovanni Muzi κ.λπ. (C-342/94),
Anselmo Savini (C-224/95),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, η οποία τροποποιεί την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, περί των επικινδύνων αποβλήτων (ΕΕ 1991, L 377, σ. 20), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας και κατά την είσοδο και έξοδό τους από αυτή (ΕΕ L 30, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn και H. Ragnemalm (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Savini, εκπροσωπούμενος από τον Giovanni Simone, δικηγόρο Chietti,
- η Ιταλική Κυβέρνηση (C-304/94, C-330/94 και C-342/94), εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato,
- η Δανική Κυβέρνηση (C-304/94, C-330/94 και C-342/94), εκπροσωπούμενη από τον Peter Biering, Kontorchef,
- η Γαλλική Κυβέρνηση (C-304/94, C-330/94 και C-342/94), εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, υποδιευθυντή στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Jean-Louis Falconi, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση (C-304/94, C-330/94 και C-342/94), εκπροσωπούμενη από τον Johannes G. Lammers, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου (C-224/95), εκπροσωπούμενη από τους John E. Collins, του Treasury Solicitor's Department, και Derrick Wyatt, QC,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95), εκπροσωπούμενη από τον Antonio Aresu και τη Μαρία Κοντού-Durande, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Savini, εκπροσωπουμένου από τον Lord Kingsland, barrister, και τον Andrew Wiseman, solicitor, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Maurizio Fiorilli, avvocato dello Stato, της Δανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Peter Biering, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Johannes S. van den Oosterkamp, βοηθό νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον Derrick Wyatt και τη Stephanie Ridley, του Treasury Solicitor's Department, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Antonio Aresu και τη Μαρία Κοντού-Durande, κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διατάξεις της 27ης Οκτωβρίου (C-304/94), της 14ης Νοεμβρίου (C-342/94), της 23ης Νοεμβρίου (C-330/94) και της 15ης Δεκεμβρίου 1994 (C-224/95), που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 17 Νοεμβρίου (C-304/94), 12 Δεκεμβρίου (C-330/94) και 30 Δεκεμβρίου 1994 (C-242/94) και 27 Ιουνίου 1995 (C-224/95), οι Preture circondariale di Τerni (C-304/94, C-330/94 και C-342/94) και di Pescara (C-224/95) υπέβαλαν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικά ερωτήματα αφορώντα την ερμηνεία της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, η οποία τροποποιεί την οδηγία 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, περί των επικινδύνων αποβλήτων (ΕΕ 1991, L 377, σ. 20) και του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας και κατά την είσοδο και έξοδό τους από αυτή (ΕΕ L 30, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικών δικών κατά των Euro και Adino Tombesi, Roberto Santella, Giovanni Muzi κ.λπ. και Anselmo Savini, οι οποίοι κατηγορούνται ότι μετέφεραν, απέρριψαν, διέθεσαν ή αποτέφρωσαν αστικά απόβλητα και ειδικά προϋόντα παραχθέντα από τρίτους χωρίς να έχουν λάβει προηγουμένως την άδεια της αρμόδιας περιφέρειας.
Η κοινοτική νομοθεσία περί αποβλήτων
3 Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), σκοπεί στην εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τη διάθεση των στερεών αποβλήτων. Οι διατάξεις της οδηγίας αυτής τροποποιήθηκαν με την οδηγία 91/156.
4 Η τροποποιηθείσα οδηγία 75/442 ορίζει στο άρθρο 1, στοιχείο αα, ως απόβλητο «κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει».
5 Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη, η οδηγία 91/156 διευκρινίζει ότι, προκειμένου να γίνει αποτελεσματικότερη η διαχείριση των αποβλήτων στα πλαίσια της Κοινότητας, απαιτείται μια κοινή ορολογία και ένας ορισμός των αποβλήτων.
6 Έτσι, με την απόφαση 94/3/ΕΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 75/442 (ΕΕ 1994, L 5, σ. 15), η Επιτροπή θέσπισε έναν εναρμονισμένο και μη εξαντλητικό κατάλογο των αποβλήτων.
7 Ο κατάλογος αυτός, ο οποίος κοινώς αποκαλείται ευρωπαϋκός κατάλογος αποβλήτων, ισχύει για όλα τα απόβλητα, είτε προορίζονται για εργασίες διαθέσεως είτε προορίζονται για εργασίες αξιοποιήσεως. Πάντως, το γεγονός ότι μια ουσία περιλαμβάνεται στον κατάλογο αυτό δεν σημαίνει ότι συνιστά απόβλητο εν πάση περιπτώσει. Η καταχώριση στον κατάλογο αυτό έχει σημασία μόνον αν το υλικό ανταποκρίνεται στον ορισμό του αποβλήτου (βλ. τα σημεία 2 και 3 της προκαταρκτικής σημειώσεως στον ευρωπαϋκό κατάλογο αποβλήτων).
8 Η οδηγία 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, για τα τοξικά και επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 84, σ. 43), καταργήθηκε από τις 12 Δεκεμβρίου 1993 με την οδηγία 91/689. Η οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994, η οποία τροποποιεί την οδηγία 91/689 (ΕΕ L 168, σ. 28), ανέβαλε για τις 27 Ιουνίου 1995 την κατάργηση της οδηγίας 78/319.
9 Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη, η οδηγία 91/689 υπενθυμίζει ότι είναι ανάγκη να χρησιμοποιείται ακριβής και ομοιόμορφος ορισμός των επικινδύνων αποβλήτων ενόψει της κτηθείσας πείρας για να καθίσταται αποτελεσματικότερη η διαχείριση των επικινδύνων αποβλήτων στο πλαίσιο της Κοινότητας.
10 Προς τον σκοπό αυτό, η οδηγία 91/689 παραπέμπει με το άρθρο της 1, παράγραφος 3, στον ορισμό των αποβλήτων που έδωσε η οδηγία 75/442 και διευκρινίζει, στο άρθρο 1, παράγραφος 4, τον ορισμό των επικινδύνων αποβλήτων. Η απόφαση 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για τη θέσπιση καταλόγου των επικινδύνων αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 (EE L 356, σ. 14), συμπληρώνει την οδηγία 91/689 και αναφέρει επίσης, στο παράρτημά της, τον ορισμό του «αποβλήτου» ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 75/442.
11 Ο κανονισμός 259/93 κατάργησε, από την ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του, την οδηγία 84/631/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο εντός της Κοινότητας των διασυνοριακών μεταφορών των επικινδύνων αποβλήτων (EE L 326, σ. 31). Σύμφωνα με το άρθρο 44 του κανονισμού 259/93, ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την τρίτη ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, δηλαδή στις 9 Φεβρουαρίου 1993. Τέθηκε σε εφαρμογή δεκαπέντε μήνες μετά την ημερομηνία δημοσιεύσεώς του, δηλαδή στις 6 Μαου 1994.
12 Η απόφαση 94/774/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1994, σχετικά με το τυποποιημένο έγγραφο παρακολουθήσεως, για το οποίο κάνει λόγο ο κανονισμός 259/93 (EE L 310, σ. 70), θέσπισε ένα τυποποιημένο έγγραφο παρακολουθήσεως, το οποίο αποτελείται από ένα έντυπο κοινοποιήσεως και ένα έντυπο μεταφοράς/συνοδείας που χρησιμοποιείται για την κοινοποίηση και παρακολούθηση των μεταφορών αποβλήτων που προβλέπει ο κανονισμός 259/93 και επέχει θέση πιστοποιητικού περί διαθέσεως και αξιοποιήσεως των αποβλήτων.
Η ιταλική νομοθεσία
13 Η οδηγία 75/442 και η οδηγία 78/319 μεταφέρθηκαν στο ιταλικό δίκαιο με το διάταγμα 915 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 10ης Σεπτεμβρίου 1982 (GURI 343 της 15ης Δεκεμβρίου 1982, σ. 9071, στο εξής: ΠΔ 915/82). Στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του διατάγματος αυτού ως «απόβλητο» ορίζεται «κάθε ουσία ή αντικείμενο που προέρχεται από την ολοκλήρωση μιας ανθρώπινης δραστηριότητας ή μιας φυσικής διαδικασίας το οποίο εγκαταλείπεται ή προορίζεται να εγκαταλειφθεί». Το διάταγμα διακρίνει μεταξύ αστικών, ειδικών και επικινδύνων αποβλήτων, τα οποία υπάγονται σε διάφορους κανόνες. Τα άρθρα 24 επ. προβλέπουν διάφορες κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεως του διατάγματος.
14 Το νομοθετικό διάταγμα 397, της 9ης Σεπτεμβρίου 1988 (GURI 213 της 10ης Σεπτεμβρίου 1988, σ. 3), το οποίο μετατράπηκε στον νόμο 475, της 9ης Νοεμβρίου 1988 (GURI 264 της 10ης Νοεμβρίου 1988, σ. 3), θεσπίζει ειδικούς κανόνες αφορώντες τα βιομηχανικά απόβλητα και προβλέπει κυρώσεις για την περίπτωση παραβάσεων (άρθρο 9 octies). Το νομοθετικό αυτό διάταγμα θέσπισε, για τα κατάλοιπα από κύκλους παραγωγής που μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν ως πρώτες ύλες υποκαταστάσεως («δευτερογενείς πρώτες ύλες»), ρυθμίσεις οι οποίες διαφέρουν από τις εφαρμοζόμενες γενικώς στα απόβλητα.
15 Από τις διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει ότι το Corte suprema di cassazione ερμήνευσε το νομοθετικό αυτό διάταγμα ως καθορίζον απλώς ένα νομικό πλαίσιο, ώστε το ΠΔ 915/82 εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρις ότου θεσπισθούν ειδικοί κανόνες. Το Corte suprema di cassazione έκρινε ότι το διάταγμα αυτό δεν διακρίνει ως ιδιαίτερη κατηγορία τις δευτερογενείς πρώτες ύλες.
16 Πάντως, προς συμπλήρωση του νομικού αυτού πλαισίου εκδόθηκαν από τον Νοέμβριο 1993 διάφορα νομοθετικά διατάγματα με τίτλο «Διατάξεις αφορώσες την επαναχρησιμοποίηση των καταλοίπων που προέρχονται από κύκλους παραγωγής ή καταναλώσεως κατά τη διαδικασία παραγωγής ή καύσεως και αφορώσες στην εξάλειψη των αποβλήτων» [νομοθετικό διάταγμα 443, της 9ης Νοεμβρίου 1993 (GURI 264 της 10ης Νοεμβρίου 1993)].
17 Η διαρκής ανανέωση των νομοθετικών αυτών διαταγμάτων εξηγείται ιδίως από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το Ιταλικό Σύνταγμα, ένα νομοθετικό διάταγμα, παρά την άμεση ισχύ του, χάνει αναδρομικώς όλα τα αποτελέσματά του αν το Κοινοβούλιο δεν το μετατρέψει σε νόμο εντός 60 ημερών από τη δημοσίευσή του. Πάντως, το Κοινοβούλιο μπορεί να ορίσει με νόμο την τύχη των νομικών σχέσεων οι οποίες δημιουργήθηκαν βάσει των μη μετατραπέντων σε νόμο νομοθετικών διαταγμάτων (άρθρο 77, παράγραφος 3, του Ιταλικού Συντάγματος).
18 Στις υποθέσεις της κύριας δίκης, τα εφαρμοστέα νομοθετικά διατάγματα είναι το νομοθετικό διάταγμα 530, της 7ης Σεπτεμβρίου 1994 (GURI 210 της 8ης Σεπτεμβρίου 1994, στο εξής: ΝΔ 530/94), στις υποθέσεις C-304/94, C-330/94 και C-342/94 και το νομοθετικό διάταγμα 619, της 7ης Νοεμβρίου 1994 (GURI 261 της 8ης Νοεμβρίου 1994, στο εξής: ΝΔ 619/94), στην υπόθεση C-224/95. Κατά τον χρόνο της ενώπιον του Δικαστηρίου προφορικής διαδικασίας, ίσχυε το νομοθετικό διάταγμα 246, της 3ης Μαου 1996 (GURI 106 της 8ης Μαου 1996, στο εξής: ΝΔ 246/96). Εν συνεχεία, εκδόθηκαν τα νομοθετικά διατάγματα 352, της 8ης Ιουλίου 1996 (GURI 158 της 8ης Ιουλίου 1996), και 462, της 6ης Σεπτεμβρίου 1996 (GURI 210 της 7ης Σεπτεμβρίου 1996). Επειδή κανένα από τα νομοθετικά αυτά διατάγματα δεν είχε μετατραπεί σε νόμο, τα αποτελέσματά τους κυρώθηκαν με τον νόμο 575, της 11ης Νοεμβρίου 1996 (GURI 265 της 12ης Νοεμβρίου 1996).
19 Μολονότι οι διατάξεις τους παρουσιάζουν ορισμένες διαφορές, το περιεχόμενο των προαναφερθέντων νομοθετικών διαταγμάτων, καθόσον αφορά τις υποθέσεις της κύριας δίκης, είναι κατ' ουσίαν το ίδιο.
20 Τα νομοθετικά διατάγματα διακρίνουν μεταξύ «αποβλήτων» και «υπολειμμάτων» και προβλέπουν απλοποιημένες διαδικασίες για τη συλλογή, μεταφορά, επεξεργασία και επαναχρησιμοποίηση των υπολειμμάτων, όπως καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, το ΝΔ 246/96 εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 1, σε «δραστηριότητες που σκοπούν στην επαναχρησιμοποίηση των υπολειμμάτων παραγωγής ή καταναλώσεως». Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο b, του νομοθετικού διατάγματος καθορίζει τον όρο «υπόλειμμα» ως «κάθε υπολειπόμενη ουσία ή υλικό διαδικασίας παραγωγής ή καταναλώσεως που μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί».
21 Το άρθρο 5 του ΝΔ 246/96 περιέχει απλοποιημένους κανόνες για την επεξεργασία, αποθήκευση και επαναχρησιμοποίηση των καταλοίπων που αναφέρονται στα παραρτήματα 2 και 3 της αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος της 5ης Σεπτεμβρίου 1994 (GURI 212 της 10ης Σεπτεμβρίου 1994, Supplemento ordinario 126, στο εξής: Υπ.Απ. της 5ης Σεπτεμβρίου 1994), και της αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, της 16ης Ιανουαρίου 1995 (GURI 24 της 30ής Ιανουαρίου 1995, Supplemento ordinario).
22 Τα προαναφερθέντα νομοθετικά διατάγματα αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής τους τα «υλικά των οποίων η τιμή δημοσιεύεται, με ακριβή εμπορευματολογικά χαρακτηριστικά, σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων ή σε επίσημα αγορανομικά δελτία τιμών, που καταρτίζονται από τα εμπορικά, βιομηχανικά, βιοτεχνικά και γεωργικά επιμελητήρια (...) όπως απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος της 5ης Σεπτεμβρίου 1994» (βλ. άρθρο 3, παράγραφος 3, του ΝΔ 246/96). Το παράρτημα Ι της Υπ.Απ. της 5ης Σεπτεμβρίου 1994 απαριθμεί τα κατάλοιπα που θεωρούνται δευτερογενείς πρώτες ύλες.
23 Δυνάμει του άρθρου 8 του ΝΔ 246/96, οι εργασίες που αφορούν την επεξεργασία, εναποθήκευση και επαναχρησιμοποίηση των καταλοίπων από κύκλους παραγωγής ή καταναλώσεως, οι οποίες δεν αναφέρονται στο άρθρο 5, εξακολουθούν να υπόκεινται στο νομικό καθεστώς της κατοχής αδείας που προβλέπει το ΠΔ 915/82.
24 Το άρθρο 12 του ΝΔ 246/96 αντικαθιστά τις επιβαλλόμενες με το ΠΔ 915/82 ποινικές κυρώσεις με κυρώσεις προσαρμοσμένες στους τροποποιηθέντες κανόνες. Συγκεκριμένα, το άρθρο 12, παράγραφοι 4 και 6, έχει ως εξής:
«4. Καμία ποινή δεν επιβάλλεται στον τελέσαντα πριν από την 7η Ιανουαρίου 1995 πράξη στοιχειοθετούσα έγκλημα σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα 915 (...) κατά την άσκηση δραστηριοτήτων που χαρακτηρίζονται ως συλλογή, μεταφορά, εναποθήκευση, επεξεργασία ή προετοιμασία επεξεργασίας, αξιοποίηση ή επαναχρησιμοποίηση των υπολειμμάτων κατά τον τρόπο και στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος της 26ης Ιανουαρίου 1990, που έχει δημοσιευθεί στην Gazetta ufficiale 30 της 6ης Φεβρουαρίου 1990, ή σύμφωνα με τους κατά τόπον ισχύοντες κανόνες.
(...)
6. Οι διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 915 (...) δεν έχουν εφαρμογή καθόσον ρυθμίζουν και κολάζουν δραστηριότητες τις οποίες το παρόν διάταγμα ρυθμίζει και χαρακτηρίζει ως σκοπούσες στην επαναχρησιμοποίηση των υπολειμμάτων. Οι προβλεπόμενες από το προεδρικό διάταγμα 915 κυρώσεις (...) ισχύουν όταν τα υπολείμματα δεν προορίζονται, πράγματι και αντικειμενικά, για επαναχρησιμοποίηση.»
Οι υποθέσεις C-304/94, C-330/94 και 324/94
25 Στην υπόθεση C-304/94, οι Euro Tombesi και Adino Tombesi κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, ότι, κατά παράβαση του άρθρου 25, παράγραφος 11, του ΠΔ 915/82, απέρριπταν χωρίς άδεια θραύσματα και υπολείμματα μαρμάρου, τα οποία προέρχονταν από την επεξεργασία μαρμάρων της επιχειρήσεως Sotema, της οποίας είναι ιδιοκτήτες και νόμιμοι εκπρόσωποι. Κατηγορούνται επίσης ότι δεν τηρούσαν το προβλεπόμενο βιβλίο φορτώσεως και απορρίψεως απορριμμάτων και ότι προέβησαν σε ψευδείς δηλώσεις.
26 Στην υπόθεση C-330/94, ο Roberto Santella κατηγορείται ότι, άνευ αδείας και κατά παράβαση των άρθρων 16 και 26 του ΠΔ 915/82, προέβαινε στη διά καύσεως διάθεση τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, αποτελουμένων από πίσσες που προέρχονται από τις εκπομπές των ηλεκτροδιυλιστήρων των καμίνων και προορίζονται να διατεθούν διά καύσεως.
27 Τέλος, στην υπόθεση C-342/94, οι Giovanni Muzi κ.λπ. κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 25, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ΠΔ 915/82, που αφορά τα ειδικά απόβλητα τα οποία αποκαλούνται «πυρήνες» (κατάλοιπα από την έκθλιψη ελαιών).
28 Ενώπιον της Pretura circondariale di Terni, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν ότι οι επίδικες ουσίες και αντικείμενα δεν θεωρούνται πλέον απόβλητα βάσει του θεσπισθέντος διά μεταγενέστερης κανονιστικής πράξεως καθεστώτος και επομένως δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του προσαπτομένου σ' αυτούς εγκλήματος.
29 Η Pretura circondariale di Terni θεωρεί ότι η επείγουσα θέσπιση των διατάξεων του ΝΔ 530/94 είναι αντίθετη προς τις εφαρμοστέες κοινοτικές οδηγίες, καθόσον οι οδηγίες θεσπίζουν καθεστώς που σκοπεί να αποκλείσει ολόκληρη κατηγορία αποβλήτων από την εφαρμογή του ΠΔ 915/82 και από την κοινοτική νομοθεσία.
30 Συνεπώς, ο Pretore di Terni ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) H έννοια των "αποβλήτων" και των "αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση", όπως χρησιμοποιείται στις οδηγίες του Συμβουλίου 91/156/ΕΟΚ και 91/689/ΕΟΚ, καθώς και στον κανονισμό (ΕΟΚ) 259/93, πρέπει να εξακολουθήσει να ερμηνεύεται ακόμη και σήμερα βάσει των αποφάσεων που έχει ήδη εκδώσει το ίδιο Δικαστήριο στον εν λόγω τομέα και αν επίσης μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δύο έννοιες αυτές καλύπτουν οπωσδήποτε όλα τα υλικά τα οποία αποτελούν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, κατάλοιπα προερχόμενα από κύκλους παραγωγής ή καταναλώσεως οι οποίοι αποτελούν μέρος διαδικασίας παραγωγής ή διαδικασίας αποτεφρώσεως και αν συνεπώς, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, τα τελευταία αυτά υλικά πρέπει να θεωρούνται, από άποψη κοινοτικής ρυθμίσεως, ως υποκείμενα στη ρύθμιση που προβλέπουν οι προαναφερθείσες οδηγίες.
2) Μπορεί η διαδικασία αδρανοποιήσεως, η οποία αποσκοπεί απλώς στο να καταστεί το απόβλητο ακίνδυνο, να περιλαμβάνεται μεταξύ των εργασιών οι οποίες προορίζονται να καταστήσουν δυνατή την επαναχρησιμοποίηση ενός καταλοίπου και οι οποίες συνεπώς εξαιρούνται από την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως περί αποβλήτων;
3) Μπορεί η απόρριψη αποβλήτων εντός καθιζήσεων του εδάφους ή σε υπερκείμενο του εδάφους χώρο να θεωρηθεί εργασία αξιοποιήσεως αποβλήτων, με αποτέλεσμα τα απόβλητα αυτά να χαρακτηρίζονται ως κατάλοιπα μη διεπόμενα από την κοινοτική ρύθμιση περί αποβλήτων;
4) Περιλαμβάνονται οι εργασίες αποτεφρώσεως αποβλήτων μεταξύ των εργασιών ανακτήσεως υλικών για τον λόγο και μόνον ότι από τις εργασίες αυτές προκύπτουν εμπορεύσιμα κατάλοιπα και μπορούν συνεπώς οι εργασίες αυτές να εξαιρεθούν από την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως περί αποβλήτων, και συγκεκριμένα των κανόνων περί αποτεφρώσεως;
5) Μπορεί ένα απόβλητο να χαρακτηριστεί ως κατάλοιπο που είναι δυνατόν να επαναχρησιμοποιηθεί, χωρίς να προβλέπονται επακριβώς τα χαρακτηριστικά και ο προορισμός του, και να εξαιρεθεί συνεπώς από την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως περί αποβλήτων;
6) Μπορεί ένα απόβλητο, χωρίς τα χαρακτηριστικά του να υποστούν καμία μεταβολή, να καθίσταται στην πράξη, για τον λόγο και μόνον ότι υποβάλλεται σε θρυμματισμό, κατάλοιπο μη υποκείμενο στην κοινοτική ρύθμιση περί αποβλήτων, χωρίς να προβλέπεται για το θρυμματισμένο αυτό κατάλοιπο καμία μελλοντική επαναχρησιμοποίηση;»
Η υπόθεση C-224/95
31 Στην υπόθεση C-224/95, ο Savini κατηγορείται ότι, μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1991, μετέφερε, κατά παράβαση του άρθρου 25, παράγραφος 1, του ΠΔ 915/82 και χωρίς να του έχει δοθεί άδεια από την Περιφέρεια του Abruzzo, ειδικά απόβλητα τα οποία παρήγε η Elios Srl (στο εξής: Elios) και τα οποία πωλούσε στη SIA Srl (στο εξής: SIA), εταιρία η οποία είχε άδεια από την Περιφέρεια Marches για τη συλλογή και μεταφορά τέτοιου είδους υλικών. Η Elios, η οποία παράγει ηλεκτρομηχανολογικές κατασκευές και ηλεκτρικές μηχανές, πωλούσε πράγματι τα απόβλητά της, τα οποία συνίσταντο σε καθαρό χαλκό προερχόμενο από την κατασκευή ηλεκτρικών περιελίξεων, τεμαχίων καλωδίων, σιδηρούχων υλικών, σιδηρούχων και μικτής συνθέσεως υπολειμμάτων, στη SIA.
32 Ενώπιον του Pretore di Pescara, ο Savini ισχυρίστηκε ότι οι πράξεις αυτές δεν είναι πλέον αξιόποινες μετά τη θέσπιση του ΝΔ 619/94, το οποίο αποκλείει του πεδίου εφαρμογής του ΠΔ 915/82 τις ουσίες που αποτέλεσαν το αντικείμενο της μεταφοράς.
33 Ο Pretore di Pescara θεωρεί ότι οι διατάξεις του ΝΔ 619/94 σε συνδυασμό με την Υπ.Απ. της 5ης Σεπτεμβρίου 1974 θέτουν εκτός του πεδίου εφαρμογής της ιταλικής νομοθεσίας περί αποβλήτων όλες τις εργασίες σχετικά με τις ουσίες τις οποίες απαριθμούν.
34 Ο Pretore di Pescara, αμφιβάλλοντας για το αν ο αποκλεισμός αυτός συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Προβλέπει η ρύθμιση της ΕΟΚ ότι εκφεύγουν του ορισμού του αποβλήτου και του σχετικού καθεστώτος προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος οι ουσίες και τα αντικείμενα που είναι δεκτικά οικονομικής επαναχρησιμοποιήσεως;
2) Καταλαμβάνει η έννοια του αποβλήτου, όπως αυτή προκύπτει από τις οδηγίες 91/156/ΕΟΚ και 91/689/ΕΟΚ και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 259/93, κάθε ουσία την οποία ο κάτοχός της απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει, ασχέτως του αν η προς επαναχρησιμοποίηση ουσία αποτελέσει αντικείμενο δικαιοπραξίας ή αν η τιμή της δημοσιεύεται σε - δημόσια ή ιδιωτικά - εμπορικά δελτία τιμών;»
35 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 26ης Ιανουαρίου 1995 διατάχθηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C-304/94, C-330/94 και C-342/94 προς διευκόλυνση της έγγραφης ή της προφορικής διαδικασίας ή προς έκδοση κοινής αποφάσεως. Με διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1996, διατάχθηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων αυτών και της υποθέσεως C-224/95 προς διευκόλυνση της έγγραφης ή της προφορικής διαδικασίας ή προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
36 Εκ προοιμίου, επισημαίνεται ότι, ναι μεν το Δικαστήριο δεν δύναται, μέσω του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφανθεί περί του κύρους μέτρου εσωτερικού δικαίου σε σχέση προς το κοινοτικό δίκαιο, όπως θα ήταν δυνατόν στο πλαίσιο του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (βλ., π.χ., απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191), είναι όμως αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που αναφέρονται στο κοινοτικό δίκαιο, ώστε να παράσχει τη δυνατότητα σ' αυτό το δικαστήριο να αποφανθεί περί του συμβιβαστού των κανόνων αυτών προς την κοινοτική νομοθεσία για την επίλυση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί (βλ., π.χ., απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, 223/78, Grosoli, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 275, σκέψη 3).
37 Εν προκειμένω, η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό των πέντε τελευταίων ερωτημάτων τα οποία υπέβαλε ο Pretore di Terni στις υποθέσεις C-304/94, C-330/94 και C-342/94 λόγω του ότι οι διατάξεις περί παραπομπής δεν διευκρινίζουν τη σχέση τους με το αντικείμενο της διαφοράς.
38 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, μόνον στα εθνικά δικαστήρια, στην κρίση των οποίων υποβάλλεται η διαφορά και τα οποία πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη της εκδοθησομένης αποφάσεως, εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο το αν είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν, όσο και τη λυσιτέλεια των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων. Η απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή όταν είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή η εξέταση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα, που ζητούνται από το δικαστήριο αυτό, ουδεμία σχέση έχουν με το υποστατό ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-67/91, Asociaciσn Espaρola de Banca Privada κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι-4785, σκέψεις 25 και 26, και της 3ης Μαρτίου 1994, C-332/92, C-333/92 και C-335/92, Eurico Italia κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι-711, σκέψη 17, και της 6ης Ιουλίου 1995, C-62/93, BP Supergaz, Συλλογή 1995, σ. Ι-1883, σκέψη 10).
39 Τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, εφόσον από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι τα ερωτήματα αυτά έχουν άμεση σχέση με το πρώτο ερώτημα και με το αντικείμενο των ενώπιον της Pretura circondariale di Terni διαφορών.
40 Εξάλλου, καίτοι ορισμένα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων της κύριας δίκης φαίνεται ότι είναι προγενέστερα των ημερομηνιών κατά τις οποίες οι οδηγίες 91/156 και 91/689 καθώς και ο κανονισμός 259/93 τέθηκαν σε εφαρμογή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις περί παραπομπής περιέχουν έκθεση των περιστατικών αυτών και οι εθνικοί δικαστές αναφέρονται ρητώς με τα προδικαστικά τους ερωτήματα στα εν λόγω κοινοτικά νομοθετικά κείμενα. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστούν όλα τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα.
Επί της ουσίας
41 Με τα ερωτήματά τους, τα οποία ενδείκνυται να εξετασθούν από κοινού, οι Preture circondariali di Terni και di Pescara ρωτούν κατ' ουσίαν αν η έννοια των «αποβλήτων», στην οποία αναφέρονται οι κοινοτικοί κανόνες, πρέπει να νοείται ως αποκλείουσα τις ουσίες ή τα αντικείμενα που μπορούν, από οικονομική άποψη, να επαναχρησιμοποιηθούν.
42 Εκ προοιμίου, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro, Συλλογή 1996, σ. Ι-4705, σκέψη 36), μια μη μεταφερθείσα στην εσωτερική έννομη τάξη οδηγία δεν μπορεί να δημιουργήσει υποχρεώσεις όσον αφορά έναν ιδιώτη και συνεπώς δεν είναι δυνατή η επίκληση αυτών καθαυτών των διατάξεων μιας οδηγίας κατά ιδιώτη.
43 Περαιτέρω, από τις διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο τελέσεώς τους, οι πράξεις που αποτελούν το αντικείμενο των υποθέσεων της κύριας δίκης μπορούσαν να κολασθούν δυνάμει του εθνικού δικαίου και ότι τα νομοθετικά διατάγματα που τις έθεσαν εκτός εφαρμογής των κυρώσεων του ΠΔ 915/82 τέθηκαν σε ισχύ μεταγενέστερα. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν τίθεται ζήτημα περί των συνεπειών που θα μπορούσαν να απορρεύσουν από την αρχή της νομιμότητας επιβολής ποινών για την εφαρμογή του κανονισμού 259/93.
44 Με αυτά ως δεδομένα, υπενθυμίζεται ότι, υπό τον τίτλο I (Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί) του κανονισμού 259/93, το άρθρο 2, στοιχείο αα, προβλέπει ότι, για τους σκοπούς του κανονισμού, ως «απόβλητα» νοούνται οι ουσίες ή τα αντικείμενα που καθορίζονται στο άρθρο 1, σημείο αα, της οδηγίας 75/442.
45 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, ο κανονισμός 259/93 εφαρμόζεται στις μεταφορές αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους από αυτήν. Υπό τον τίτλο ΙΙΙ (Mεταφορά αποβλήτων στο εσωτερικό των κρατών μελών), το άρθρο 13, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι οι τίτλοι ΙΙ (Μεταφορά αποβλήτων εντός κρατών μελών), VII (Κοινές διατάξεις) και VIII (Λοιπές διατάξεις) δεν εφαρμόζονται στις εντός ενός κράτους μέλους μεταφορές.
46 Για τον λόγο αυτό επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, για να διασφαλιστεί ότι τα εθνικά συστήματα παρακολουθήσεως και ελέγχου μεταφορών αποβλήτων πληρούν τα ελάχιστα κριτήρια, το άρθρο 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 259/93, παραπέμποντας στο άρθρο 1, στοιχείο αα, της τροποποιηθείσας οδηγίας 75/442, θέσπισε κοινό ορισμό της έννοιας των αποβλήτων ο οποίος τυγχάνει απευθείας εφαρμογής ακόμη και στις μεταφορές αποβλήτων εντός κάθε κράτους μέλους.
47 Όσον αφορά την ερμηνεία της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί αποβλήτων, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η έννοια των αποβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 75/442, στην αρχική της μορφή, και το άρθρο 1 της οδηγίας 78/319, δεν πρέπει να νοείται ως αποκλείουσα τις ουσίες και τα αντικείμενα που μπορούν, από οικονομική άποψη, να επαναχρησιμοποιηθούν. Εθνική κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία αποκλείονται από την έννοια του αποβλήτου ουσίες και αντικείμενα που μπορούν, από οικονομική άποψη, να επαναχρησιμοποιηθούν δεν συμβιβάζεται με την οδηγία 75/442, υπό την αρχική της μορφή, και την οδηγία 78/319 (αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1990, C-359/88, Zanetti κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-1509, σκέψεις 12 και 13, και της 10ης Μαου 1995, C-422/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-1097, σκέψη 22).
48 Η ερμηνεία αυτή δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ούτε από την οδηγία 91/156, η οποία επέφερε τροποποιήσεις στην πρώτη των δύο αυτών οδηγιών, ούτε από την οδηγία 91/689, η οποία κατάργησε τη δεύτερη (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 23), ούτε από τον κανονισμό 259/93.
49 Έτσι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της τροποποιηθείσας οδηγίας 75/442, τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα για να προάγουν, πρώτον, την πρόληψη ή μείωση της παραγωγής αποβλήτων και της βλαβερότητάς τους και, δεύτερον, την αξιοποίηση αποβλήτων δι' ανακυκλώσεως, επαναχρησιμοποιήσεως, ανακτήσεως ή με κάθε άλλη πράξη η οποία σκοπεί στην παραγωγή δευτερογενών πρώτων υλών ή στη χρησιμοποίηση των αποβλήτων ως πηγής ενεργείας. Πράγματι, η έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/156 τονίζει ότι είναι σκόπιμο να ενθαρρύνεται η ανακύκλωση και η επαναχρησιμοποίηση των αποβλήτων ως πρώτων υλών και ότι μπορεί να είναι αναγκαίο να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για τα αναχρησιμοποιήσιμα απόβλητα.
50 Προς τούτο, το σύστημα παρακολουθήσεως που θεσπίστηκε με την οδηγία 75/442 ενισχύθηκε με την οδηγία 91/156. Δυνάμει του άρθρου 8 της τροποποιηθείσας οδηγίας 75/442, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι κάθε κάτοχος αποβλήτων πρέπει είτε να εξασφαλίζει ο ίδιος την αξιοποίηση ή τη διάθεση σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας, είτε να τα παραδίδει σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες που προβλέπονται στα παραρτήματα ΙΙ Α ή ΙΙ Β. Το παράρτημα ΙΙ Α αφορά τις εργασίες διαθέσεως, ενώ το παράρτημα ΙΙ Β εφαρμόζεται στις εργασίες που μπορούν να οδηγήσουν σε αξιοποίηση και απαριθμεί μια σειρά διαδικασιών, όπως τη χρήση ως καύσιμο ή ως άλλο μέσο παραγωγής ενεργείας, την ανακύκλωση ή την ανάκτηση υλών και αξιοποίηση των προϋόντων.
51 Σύμφωνα με το άρθρο 10 της τροποποιηθείσας οδηγίας 75/442, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που πραγματοποιεί τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ Β οφείλει να έχει σχετική άδεια. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 12, εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που ασχολούνται επαγγελματικά με τη συλλογή ή τη μεταφορά αποβλήτων ή που φροντίζουν για τη διάθεση ή την αξιοποίηση των αποβλήτων για λογαριασμό τρίτων πρέπει, οσάκις δεν υπέχουν υποχρέωση λήψεως εγκρίσεως, να καταχωρίζονται σε σχετικό μητρώο των αρμόδιων αρχών. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 13, πρέπει να υπόκεινται στους προσήκοντες περιοδικούς ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές.
52 Επομένως, το θεσπισθέν με την τροποποιηθείσα οδηγία 75/442 σύστημα παρακολουθήσεως και διαχειρίσεως σκοπεί να καλύψει όλα τα αντικείμενα και ουσίες που απορρίπτει ο ιδιοκτήτης, ακόμη και αν έχουν εμπορική αξία και συλλέγονται για εμπορικούς σκοπούς προς ανακύκλωση, ανάκτηση ή επαναχρησιμοποίηση.
53 Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 60 και 61 των προτάσεών του, η διαδικασία αδρανοποιήσεως αποσκοπούσα απλώς στο να καταστήσει αβλαβή τα απόβλητα, η απόρριψη αποβλήτων εντός καθιζήσεων του εδάφους ή με σκοπό την επιχωμάτωση και η αποτέφρωση των αποβλήτων συνιστούν εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο της κοινοτικής νομοθεσίας περί αποβλήτων. Το γεγονός ότι μια ουσία κατατάσσεται στην κατηγορία των επαναχρησιμοποιήσιμων καταλοίπων, χωρίς να διευκρινίζονται ούτε τα χαρακτηριστικά της ούτε ο προορισμός της, δεν ασκεί συναφώς επιρροή. Το ίδιο ισχύει και για τον θρυμματισμό των αποβλήτων.
54 Επομένως, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια του «αποβλήτου» του άρθρου 1 της τροποποιηθείσας οδηγίας 75/442, στην οποία παραπέμπουν το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689 και το άρθρο 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 259/93, δεν πρέπει να νοείται ως αποκλείουσα τις ουσίες ή τα αντικείμενα που μπορούν, από οικονομική άποψη, να επαναχρησιμοποιηθούν, ακόμη και αν τα εν λόγω υλικά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής ή των οποίων η τιμή δημοσιεύεται σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων ή σε επίσημα αγορανομικά δελτία τιμών. Συγκεκριμένα, η διαδικασία αδρανοποιήσεως των αποβλήτων αποσκοπούσα απλώς στο να τα καταστήσει ακίνδυνα, η απόρριψη αποβλήτων εντός καθιζήσεων του εδάφους ή με σκοπό την επιχωμάτωση και η αποτέφρωση αποβλήτων αποτελούν εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής των προαναφερθέντων κοινοτικών κανόνων. Το γεγονός ότι μια ουσία κατατάσσεται στην κατηγορία των καταλοίπων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκ νέου, χωρίς να διευκρινίζονται ούτε τα χαρακτηριστικά της ούτε ο προορισμός της, δεν ασκεί συναφώς επιρροή. Το ίδιο ισχύει για τον θρυμματισμό των αποβλήτων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική, Δανική, Ιταλική, Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διατάξεις της 27ης Οκτωβρίου, 14ης Νοεμβρίου, 23ης Νοεμβρίου και 15ης Δεκεμβρίου 1994 οι Preture circondariali di Terni και di Pescara, αποφαίνεται:
Η έννοια του «αποβλήτου» του άρθρου 1 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, στην οποία παραπέμπουν το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, περί των επικινδύνων αποβλήτων, και το άρθρο 2, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους από αυτήν, δεν πρέπει να νοείται ως αποκλείουσα τις ουσίες ή τα αντικείμενα που μπορούν, από οικονομική άποψη, να επαναχρησιμοποιηθούν, ακόμη και αν τα εν λόγω υλικά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής ή των οποίων η τιμή δημοσιεύεται σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων ή σε επίσημα αγορανομικά δελτία τιμών. Συγκεκριμένα, η διαδικασία αδρανοποιήσεως των αποβλήτων αποσκοπούσα απλώς στο να τα καταστήσει ακίνδυνα, η απόρριψη αποβλήτων εντός καθιζήσεων του εδάφους ή με σκοπό την επιχωμάτωση και η αποτέφρωση αποβλήτων αποτελούν εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής των προαναφερθέντων κοινοτικών κανόνων. Το γεγονός ότι μια ουσία κατατάσσεται στην κατηγορία των καταλοίπων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκ νέου, χωρίς να διευκρινίζονται ούτε τα χαρακτηριστικά της ούτε ο προορισμός της, δεν ασκεί συναφώς επιρροή. Το ίδιο ισχύει για τον θρυμματισμό των αποβλήτων.
Full & Egal Universal Law Academy