Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων * Εφαρμοστέα νομοθεσία * Δημόσιος υπάλληλος που απασχολείται από κράτος μέλος στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και ο οποίος, κατά τη λήξη της εργασιακής σχέσεως, χαρακτηρίζεται αναδρομικά ως συνήθης μισθωτός για να υπαχθεί αναδρομικά σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως * Νομοθεσία του κράτους μέλους εργοδότη
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 13 PAR 2, στοιχ. δ')
2. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων * Ανεργία * Μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος τελεί σε πλήρη ανεργία και διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους και όχι του κράτους απασχολήσεως * Δικαίωμα επί των παροχών του κράτους απασχολήσεως * Προϋποθέσεις * Δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 71 PAR 1, στοιχ. β', περίπτωση i)
Περίληψη
1. Ένας δημόσιος υπάλληλος κράτους μέλους που ασκεί τη δραστηριότητά του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και ο οποίος, κατά τη λύση της εργασιακής του σχέσεως, χαρακτηρίζεται αναδρομικά και πλασματικά από το πρώτο κράτος μέλος ως μισθωτός που παρέσχε εξηρτημένη εργασία και όχι ως δημόσιος υπάλληλος, προκειμένου να του χορηγηθεί το δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως κατά ασθενειών και αναπηρίας, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η διοικητική υπηρεσία που τον απασχολεί, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού 1408/71, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83. Πράγματι, ο αναδρομικός αυτός χαρακτηρισμός δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την υπαγωγή του ενδιαφερομένου σε άλλη διάταξη του κανονισμού από την εφαρμοστέα κατά την περίοδο απασχολήσεως διάταξη.
2. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος τελεί σε πλήρη ανεργία και διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και όχι του αρμοδίου κράτους μπορεί να λαμβάνει τις παροχές ανεργίας του αρμοδίου κράτους, εφόσον έχει εγγραφεί ως αιτών εργασία στους καταλόγους των υπηρεσιών του κράτους αυτού και υποβάλλεται στον έλεγχό τους. Το δικαίωμα επί των παροχών αυτών δεν αίρεται από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος κατοικεί ή διαμένει στην αλλοδαπή, διότι η διάταξη αυτή αφορά ακριβώς τους ανέργους οι οποίοι δεν κατοικούν ή διαμένουν στο έδαφος του αρμοδίου κράτους μέλους και καλύπτει τον δημόσιο υπάλληλο που τελεί σε ανεργία, καθόσον το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού, διαφορετική κατηγορία, προκειμένου να προσδιοριστεί η νομοθεσία που έχει εφαρμογή σ' αυτούς, δεν έχει ως συνέπεια να αναιρεί την ιδιότητά τους ως μισθωτών για την εφαρμογή των άλλων διατάξεων του κανονισμού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-308/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour du travail de Liege (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Office national de l' emploi
και
Heidemarie Naruschawicus,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, F. A. Schockweiler, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: R. Grass,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η H. Naruschawicus, εκπροσωπουμένη από την Christiane Theysgens και τον Benoit Lespire, δικηγόρους Λιέγης,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1994, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Νοεμβρίου 1994, το cour du travail της Λιέγης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 13, παράγραφος 2, στοιχείο α' και στοιχείο δ', και 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Office national de l' emploi (στο εξής: ΟΝΕΜ), εφεσείοντος της κύριας δίκης, και της H. Naruschawicus, εφεσίβλητης της κύριας δίκης, σχετικά με την απόφαση του περιφερειακού επιθεωρητή περί διακοπής της καταβολής των επιδομάτων ανεργίας στη Naruschawicus.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Naruschawicus, Βελγίδα υπήκοος, εργάστηκε με πλήρες ωράριο από την 1η Ιουνίου 1981 μέχρι τις 20 Απριλίου 1991 στις βελγικές ένοπλες δυνάμεις που σταθμεύουν στη Γερμανία. Κατά την περίοδο αυτή διέμενε στη Γερμανία, αλλά διατηρούσε, λόγω της ιδιότητάς της ως δημοσίου υπαλλήλου, την εκ του νόμου κατοικία της στο Βέλγιο, συγκεκριμένα δε στο Blegny. Από την 1η Ιουλίου 1991 επαναπροσλήφθηκε από τις βελγικές ένοπλες δυνάμεις στη Γερμανία ως εργάτρια με μειωμένο ωράριο.
4 Καίτοι εξακολούθησε να διαμένει στη Γερμανία, η Naruschawicus υπέβαλε στο περιφερειακό γραφείο ανεργίας της Λιέγης, που ήταν αρμόδιο λόγω της εκ του νόμου κατοικίας της, αίτηση χορηγήσεως των επιδομάτων ανεργίας από τις 22 Απριλίου 1991. Η ενδιαφερομένη υποβαλλόταν στον έλεγχο των ανέργων τον οποίο πραγματοποιεί το γραφείο αυτό, μεταβαίνοντας προς τούτο περιοδικώς από το Arnsberg (Γερμανία), τον τόπο διαμονής της, στη Λιέγη.
5 Η αίτηση της Naruschawicus περί καταβολής των επιδομάτων αυτών από τις 22 Απριλίου 1991 έγινε δεκτή και της καταβλήθηκαν πράγματι μέχρι τις 30 Ιουνίου 1991. Εντούτοις, με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, ο περιφερειακός επιθεωρητής αποφάσισε τη διακοπή της καταβολής των επιδομάτων αυτών στη Naruschawicus αναδρομικώς από τις 22 Απριλίου 1991 και της ζήτησε να επιστρέψει τα επιδόματα που είχε λάβει εν τω μεταξύ, για τον λόγο ότι, αφού δεν διέμενε όντως στο Βέλγιο, δεν ήταν διαθέσιμη εντός της αγοράς εργασίας εν γένει.
6 Η ενδιαφερομένη προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του tribunal du travail της Λιέγης. Με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1993 το tribunal έκρινε ότι η Naruschawicus είχε δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας που βάρυναν το ONEM.
7 Ο δημόσιος αυτός φορέας άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του cour du travail της Λιέγης, το οποίο είχε αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία των άρθρων 13, παράγραφος 2, στοιχείο α' και στοιχείο δ', και 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71.
8 Tο άρθρο 13, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής:
"Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:
α) το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους
(...)
δ) οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί
(...)"
9 Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1408/71 παρέχει στον μη μεθοριακό εργαζόμενο, ο οποίος τελεί σε ανεργία και, κατά την περίοδο της τελευταίας του απασχολήσεως, κατοικούσε σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος, τη δυνατότητα να λάβει παροχές ανεργίας κατά τη νομοθεσία είτε του αρμοδίου κράτους (πρώτη περίπτωση) είτε του κράτους κατοικίας (δεύτερη περίπτωση).
10 Ειδικότερα, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, ορίζει τα εξής:
"O μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε μερική ή προσωρινή ή πλήρη ανεργία και ο οποίος παραμένει στη διάθεση του εργοδότη του ή των υπηρεσιών απασχολήσεως, στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε στο έδαφός του οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα".
11 Με την απόφαση περί παραπομπής το cour du travail της Λιέγης επισημαίνει κατ' αρχάς ότι, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως της εφεσίβλητης της κυρίας δίκης, το Βελγικό Δημόσιο (Υπουργείο Εθνικής 'Αμυνας) κατέβαλε, ως εργοδότης, τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στο ΟΝΕΜ, οπότε αρμόδιο κράτος, υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, είναι το Βασίλειο του Βελγίου.
12 Το cour du travail διαπιστώνει ωστόσο ότι η ιδιομορφία της παρούσης υποθέσεως έγκειται στο ότι, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς της, η εφεσίβλητη ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής 'Αμυνας ενώ, κατά τη λύση της συμβάσεώς της, το υπουργείο αυτό θεώρησε πλασματικώς ότι είχε εργασθεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας. H ενδιαφερομένη έλαβε συναφώς τη βεβαίωση "τύπου Β" που προβλέπει η βελγική νομοθεσία. Σκοπός του αναδρομικού αυτού χαρακτηρισμού ήταν να χορηγηθεί στη Naruschawicus δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της νομοθεσίας περί της ασφαλίσεως κατά ασθενειών και αναπηρίας. Αν η εφεσίβλητη χαρακτηρισθεί ως μισθωτή που παρέσχε εξαρτημένη εργασία από την αρχή της απασχολήσεώς της, εφαρμοστέα είναι η γερμανική νομοθεσία, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α', του κανονισμού, ενώ, αν χαρακτηρισθεί ως δημόσιος υπάλληλος ή ως ανήκουσα στο προς τους υπαλλήλους εξομοιούμενο προσωπικό, εφαρμοστέα είναι η νομοθεσία του Βελγίου, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού.
13 Το cour du travail της Λιέγης κρίνει στη συνέχεια ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι εφαρμοστέα είναι η βελγική νομοθεσία, επιβάλλεται ακόμη να διευκρινισθεί η έννοια "διαθέσιμος" του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού και ιδίως αν αρκεί, για να θεωρηθεί ο ενδιαφερόμενος "διαθέσιμος", η εγγραφή στους καταλόγους των αρμοδίων υπηρεσιών απασχολήσεως ή αν από το γεγονός ότι ο άνεργος μισθωτός διαμένει στην πραγματικότητα εκτός του εθνικού εδάφους συνάγεται αμάχητο τεκμήριο περί του ότι δεν είναι διαθέσιμος.
14 Ως εκ τούτου το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Πρέπει η εφαρμοστέα επί εργαζομένου νομοθεσία, ο οποίος είναι δημόσιος υπάλληλος κράτους μέλους, εν προκειμένω του Βελγίου (και συγκεκριμένα υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας), παρέχει τις υπηρεσίες του και διαμένει εντός άλλου κράτους μέλους, εν προκειμένω της Γερμανίας, και ο οποίος, όταν λύθηκε η εργασιακή σχέση του, θεωρήθηκε αναδρομικώς ότι είχε εργαστεί ως μισθωτός με σχέση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να του χορηγηθεί δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της νομοθεσίας περί της ασφαλίσεως κατά ασθενειών και αναπηρίας, να καθοριστεί βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α' ή στοιχείο δ', του κανονισμού 1408/71;
2) Πρέπει το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του προαναφερθέντος κανονισμού να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο μισθωτός εργαζόμενος, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος τελεί σε πλήρη ανεργία μπορεί να λαμβάνει τις παροχές ανεργίας που καταβάλλει το αρμόδιο κράτος, ανεξάρτητα από το αν πληροί την προϋπόθεση περί διαμονής, εφόσον εγγραφεί ως άνεργος στους καταλόγους των υπηρεσιών απασχολήσεως του αρμόδιου φορέα, έστω και αν, λόγω της αποστάσεως, είναι λιγότερο διαθέσιμος να ανταποκρίνεται στις προσφορές εργασίας που θα του γίνονται από τις εν λόγω υπηρεσίες και δεν είναι δυνατόν να υποβάλλεται σε έλεγχο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ανωτέρω φορέα, προκειμένου να εξακριβώνεται αν πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιδομάτων;
3) Μπορεί ο Βέλγος εργαζόμενος, ο οποίος διαμένει επί δέκα και πλέον έτη στη Γερμανία, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος του Βελγικού Δημοσίου, εργοδότη ο οποίος τον επαναπροσέλαβε μετά από λίγους μήνες πλήρους ανεργίας, να εξομοιωθεί, εν όψει των ιδιαίτερων προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών του με το αρμόδιο κράτος, με τον εργαζόμενο που αφορά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β';"
15 Πριν εξεταστούν τα προδικαστικά ερωτήματα επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 εξαιρεί από το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων. Από τη δικογραφία της κύριας δίκης προκύπτει εντούτοις ότι το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η Naruschawicus, ως δημόσιος υπάλληλος του Βελγικού Δημοσίου, δεν υπαγόταν σε ειδικό για τους δημοσίους υπαλήλους σύστημα ασφαλίσεως κατά της ανεργίας αλλά στο σύστημα το οποίο, κατά το βελγικό δίκαιο, ισχύει γενικώς για όλους τους μισθωτούς εργαζομένους.
Επί του πρώτου ερωτήματος
16 Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η εφαρμοστέα νομοθεσία επί εργαζομένου, ο οποίος είναι δημόσιος υπάλληλος κράτους μέλους, αλλά ασκεί τη δραστηριότητά του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και κατά τη λύση της εργασιακής σχέσεώς του χαρακτηρίζεται αναδρομικώς και πλασματικώς από το πρώτο κράτος μέλος ως μισθωτός με σχέση εξαρτημένης εργασίας και όχι ως δημόσιος υπάλληλος, προκειμένου να του χορηγηθεί το δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως κατά ασθενειών και αναπηρίας, πρέπει να καθοριστεί βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α' ή στοιχείο δ', του κανονισμού 1408/71.
17 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Naruschawicus ήταν δημόσιος υπάλληλος μέχρι τη λύση της εργασιακής της σχέσεως. Κατά συνέπεια, μέχρι την ημερομηνία αυτή η εφαρμοστέα επί της Naruschawicus νομοθεσία ήταν η νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού 1408/71. Πρόκειται επομένως για τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που απασχολούσε τη Naruschawicus, ήτοι για τη βελγική νομοθεσία.
18 Η διαπίστωση αυτή και οι συνέπειές της δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού 1408/71 δεν είναι δυνατόν να ανατραπούν από το γεγονός ότι, κατά τη λύση της εργασιακής σχέσεως, το κράτος που απασχολούσε την εφεσίβλητη την χαρακτήρισε αναδρομικώς και πλασματικώς ως μισθωτή που παρέσχε εξαρτημένη εργασία, προκειμένου να της χορηγηθεί το δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και των παροχών ασθενείας και αναπηρίας.
19 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1408/71 έχει την έννοια ότι η νομοθεσία που έχει εφαρμογή στον δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους, ο οποίος ασκεί τη δραστηριότητά του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και χαρακτηρίζεται κατά τη λύση της εργασιακής σχέσεως από το πρώτο κράτος μέλος αναδρομικώς και πλασματικώς ως μισθωτός που παρέσχε εξαρτημένη εργασία και όχι ως δημόσιος υπάλληλος, προκειμένου να του χορηγηθεί το δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως κατά ασθενειών και αναπηρίας, πρέπει να καθοριστεί βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού αυτού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
20 Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος τελεί σε πλήρη ανεργία και διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και όχι του αρμόδιου κράτους μπορεί να λαμβάνει τις παροχές ανεργίας από το αρμόδιο κράτος, εφόσον έχει εγγραφεί ως αιτών εργασία στους καταλόγους των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους αυτού, έστω και αν, λόγω της αποστάσεως, αφενός είναι λιγότερο διαθέσιμος να ανταποκρίνεται στις προσφορές εργασίας που του γίνονται από τις υπηρεσίες αυτές και αφετέρου δεν είναι δυνατόν να υποβάλλεται σε έλεγχο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους αυτού, προκειμένου να εξακριβώνεται αν πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιδομάτων.
21 Επιβάλλεται εκ προοιμίου η παρατήρηση ότι το γεγονός ότι στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού 1408/71 γίνεται χωριστή μνεία των δημοσίων υπαλλήλων, προκειμένου να προσδιοριστεί η νομοθεσία που έχει εφαρμογή σ' αυτούς, δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως μισθωτών * οι οποίοι αποτελούν ευρύτερη κατηγορία * για την εφαρμογή άλλων διατάξεων του κανονισμού αυτού (βλ. συναφώς απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, C-71/93, Van Poucke, Συλλογή 1994, σ. Ι-1101, σκέψεις 17 και 18).
22 Κατά συνέπεια, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71 έχει εφαρμογή στους δημοσίους υπαλλήλους όπως ακριβώς και σε όλους τους μισθωτούς.
23 Κατά τη διάταξη αυτή, "ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε (...) πλήρη ανεργία και ο οποίος παραμένει στη διάθεση (...) των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του αρμοδίου κράτους λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε στο έδαφός του (...)".
24 Η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει εντούτοις τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εκπληρώνεται η υποχρέωση του μισθωτού να παραμένει στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως.
25 Επιβάλλεται εντούτοις εξ αρχής η παρατήρηση ότι το γεγονός ότι ο οικείος εργαζόμενος κατοικεί ή διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και όχι στο αρμόδιο κράτος δεν εμποδίζει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής αλλά, αντιθέτως, συνιστά προϋπόθεση της εφαρμογής της.
26 Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν ώστε να εκπληρώνεται η υποχρέωση του μισθωτού να παραμένει στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως δεν μπορούν να έχουν ως άμεση ή έμμεση συνέπεια να υποχρεώνουν τον μισθωτό αυτόν να αλλάξει τη διαμονή του ή την κατοικία του.
27 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο εργαζόμενος παραμένει στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, εφόσον εγγραφεί ως αιτών εργασία στους καταλόγους των υπηρεσιών αυτών (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Μαΐου 1982, 227/81, Aubin, Συλλογή 1982, σ. 1991, σκέψη 20) και υποβάλλεται στον έλεγχο των αρμοδίων υπηρεσιών του κράτους αυτού.
28 Εν όψει των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ο μισθωτός εργαζόμενος, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος τελεί σε πλήρη ανεργία και διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους και όχι του αρμοδίου κράτους μπορεί να λαμβάνει τις παροχές ανεργίας του αρμοδίου κράτους, εφόσον εγγραφεί ως αιτών εργασία στους καταλόγους των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους αυτού και υποβάλλεται στον έλεγχό τους.
Επί του τρίτου ερωτήματος
29 Tο ερώτημα αυτό ανακύπτει στην περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος όπως η Naruschawicus δεν εμπίπτει, κατ' αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71. Από τις απαντήσεις που δόθηκαν στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει όμως ότι το πρόσωπο που βρίσκεται στην κατάσταση της εφεσίβλητης της κυρίας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
30 Επομένως, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1994 το cour du travail de Liege, αποφαίνεται:
1) O κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, έχει την έννοια ότι η νομοθεσία που έχει εφαρμογή στον δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους, ο οποίος ασκεί τη δραστηριότητά του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και χαρακτηρίζεται κατά τη λύση της εργασιακής σχέσεως από το πρώτο κράτος μέλος αναδρομικώς και πλασματικώς ως μισθωτός που παρέσχε εξαρτημένη εργασία και όχι ως δημόσιος υπάλληλος, προκειμένου να του χορηγηθεί το δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως κατά ασθενειών και αναπηρίας, πρέπει να καθοριστεί βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ', του κανονισμού αυτού.
2) Tο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ο μισθωτός εργαζόμενος, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος τελεί σε πλήρη ανεργία και διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους και όχι του αρμοδίου κράτους μπορεί να λαμβάνει τις παροχές ανεργίας του αρμοδίου κράτους, εφόσον εγγραφεί ως αιτών εργασία στις υπηρεσίες του κράτους αυτού και υποβάλλεται στον έλεγχό τους.
Full & Egal Universal Law Academy