Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Απαγόρευση * Εξαιρέσεις * Ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες * Οδηγία 87/167 * Ελάχιστες προϋποθέσεις * Κανόνες εφαρμοζόμενοι στον τομέα της αλιείας που διατύπωσε η Επιτροπή με κατευθυντήριες γραμμές * Τήρηση των κριτηρίων που εφαρμόζονται στον τομέα της κοινής αλιευτικής πολιτικής * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 42, 92 και 93 οδηγία 87/167 του Συμβουλίου)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Εξέταση από την Επιτροπή * Περιορισμός των ενισχύσεων σε έναν οικονομικό τομέα * Κανόνες εφαρμοζόμενοι στον τομέα της αλιείας που διατύπωσε η Επιτροπή με κατευθυντήριες γραμμές * Αποδοχή από τα κράτη μέλη * Δεσμευτική ισχύς * Εφαρμογή στις ενισχύσεις για τη ναυπήγηση αλιευτικών σκαφών τα οποία θα λειτουργούν στο πλαίσιο του κοινοτικού στόλου
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 93 PAR 1)
Περίληψη
1. Όπως προκύπτει τόσο από τη νομική βάση της, που είναι το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ', της Συνθήκης ΕΟΚ, ήδη άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ', της Συνθήκης ΕΚ, όσο και από τα άρθρα 1, στοιχείο δ', δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 1 αυτής, η οδηγία 87/167 σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες αφορά μια κατηγορία ενισχύσεων "που δύνανται να θεωρητούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά". Επομένως μια ενίσχυση για τη ναυπήγηση σκάφους δεν συμβιβάζεται οπωσδήποτε με την κοινή αγορά απλώς και μόνον διότι πληροί τις προϋποθέσεις της οδηγίας αυτής, η δε Επιτροπή είναι πάντα αρμόδια να εξετάζει, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του συμβατού προς την κοινή αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, ότι το άρθρο 42, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης αναγνωρίζει την υπεροχή της γεωργικής πολιτικής έναντι των στόχων της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού και, αφετέρου, ότι πρέπει να προστατευθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της κοινής πολιτικής στον τομέα της αλιείας, όταν η Επιτροπή εκτιμά το συμβιβαστό μιας ενισχύσεως που χορηγείται στον τομέα της αλιείας, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις της κοινής πολιτικής στον τομέα αυτό. Επομένως, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που έχει βάσει των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, έχει την εξουσία να θεσπίζει τις κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας που προβλέπουν τήρηση, εκτός των κριτηρίων που ανάγονται αποκλειστικά στην πολιτική του ανταγωνισμού, και αυτών που εφαρμόζονται στον τομέα της κοινής αλιευτικής πολιτικής έστω και αν το Συμβούλιο δεν την έχει ρητά εξουσιοδοτήσει προς τούτο.
2. Το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, προβλέποντας ότι η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υπάρχουν στα κράτη αυτά και τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς, θεσπίζει σιωπηρά μια υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, από την οποία ούτε η Επιτροπή ούτε ένα κράτος μέλος μπορούν να αποδεσμευτούν επ' αόριστο χρόνο, εξαρτώμενο από τη μονομερή βούληση του ενός ή του άλλου.
Ειδικότερα, ένα κράτος μέλος που υπέχει την υποχρέωση συνεργασίας από το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης και έχει δεχθεί τους κανόνες των κατευθυντηρίων γραμμών που θέσπισε η Επιτροπή για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας οφείλει να τους εφαρμόζει οσάκις λαμβάνει απόφαση επί αιτήσεως ενισχύσεως για τη ναυπήγηση αλιευτικού πλοίου, το οποίο προορίζεται να ενταχθεί σε κάποιον από τους κοινοτικούς στόλους, ανεξαρτήτως του γεωγραφικού σημείου στο οποίο θα αλιεύει.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-311/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Nederlandse Raad van State (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
IJssel-Vliet Combinatie BV
και
Minister van Economische Zaken,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 42, 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (ΕΕ L 376, σ. 7), της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1987, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ L 69, σ. 55), και των κατευθυντηρίων γραμμών για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας [(88/C 313/09) (ΕΕ 1988, C 313, σ. 21)],
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. L. Murray και L. Sevon, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Kακούρη, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, D. A. O. Edward (εισηγητή), J.-P. Puissochet, G. Hirsch και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η εταιρία IJssel-Vliet Combinatie BV, εκπροσωπούμενη από τον P. V. F. Bos, δικηγόρο Ρότερνταμ,
* η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Βos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την E. Belliard, αναπληρωτή διευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, την C. de Salins, υποδιευθύντρια στην ίδια διεύθυνση, και τον J.-M. Belorgey, charge de mission στην ίδια διεύθυνση,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Nemitz και H. van Vliet, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξαν η εταιρία IJssel-Vliet Combinatie BV, εκπροσωπούμενη από τον P. V. F. Bos, η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. S. van den Oosterkamp, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την την C. de Salins και τον J.-M. Belorgey και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Nemitz και H. van Vliet, κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαρτίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαΐου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 1ης Νοεμβρίου 1994, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Νοεμβρίου 1994, το Nederlandse Raad van State υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα, εκ των οποίων το δεύτερο τροποποιήθηκε με επιστολή του προέδρου του τμήματος διοικητικών διαφορών του Raad van State της 8ης Δεκεμβρίου 1994, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 42, 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, του κανονισμού ΕΟΚ 4028/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (ΕΕ L 376, σ. 7), της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1987, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ L 69, σ. 55, στο εξής: έκτη οδηγία), και των κατευθυντηρίων γραμμών για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας [(88/C 313/09) (ΕΕ 1988, C 313, σ. 21, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές)].
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ολλανδικού δικαίου εταιρίας IJssel-Vliet Combinatie BV (στο εξής: IJssel-Vliet), και του Minister van Economische Zaken (Υπουργός Οικονομικών, στο εξής: Υπουργός) σχετικά με την απόρριψη από τον Υπουργό μιας αιτήσεως επιδοτήσεως για τη ναυπήγηση αλιευτικού σκάφους.
3 Ο κανονισμός 4028/86, που καταρτίζει τα διαρθρωτικά στοιχεία της κοινής πολιτικής στον τομέα της αλιείας, δηλώνει στην έβδομη αιτιολογική σκέψη ότι σκοπεί μεταξύ άλλων στην αναδιάρθρωση των κοινοτικών στόλων. Κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη, η αναδιάρθρωση αυτή έχει ως στόχο την επίτευξη σταθερής ισορροπίας μεταξύ των αλιευτικών ικανοτήτων και των διαθεσίμων αλιευτικών πόρων, με τον περιορισμό της πλεονάζουσας αλιευτικής ικανοτήτας. Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί, καθώς και η εύρυθμη λειτουργία της κοινής πολιτικής, ο κανονισμός μελετά την διάθεση "δημοσίων κεφαλαίων" (πέμπτη αιτιολογική σκέψη) που μπορούν να είναι είτε κοινοτικά είτε εθνικά.
4 Σχετικά με τη χορήγηση εθνικών ενισχύσεων το άρθρο 49 του κανονισμού 4028/86 προβλέπει:
"Τα άρθρα 92, 93 και 94 της Συνθήκης εφαρμόζονται στον τομέα που διέπεται από τον παρόντα κανονισμό στις εθνικές ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη."
5 'Οσον αφορά τις ενισχύσεις αυτές, ο τίτλος VΙΙ του κανονισμού 4028/86, "προσαρμογή των ικανοτήτων", προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν πριμοδότηση ακινητοποίησης ή οριστικής παύσης σε περίπτωση προσωρινής ή οριστικής παύσης της δραστηριότητας ορισμένων αλιευτικών σκαφών, και ότι στην καταβολή της πριμοδότησης αυτής μπορεί να συμμετέχει η Κοινότητα.
6 Η έκτη οδηγία, εξάλλου, διατυπώνει, ενόψει της "παγκόσμιας κρίσης στις ναυπηγικές εργασίες" (δεύτερη αιτιολογική σκέψη), ορισμένους κανόνες σχετικά με τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων για ναυπηγικές εργασίες.
7 Κατά το άρθρο 1, σημείο α', της έκτης οδηγίας, ως "ναυπηγική εργασία" νοείται μεταξύ άλλων η ναυπήγηση εντός της Κοινότητας αλιευτικών πλοίων τουλάχιστον 100 GRT.
8 Το άρθρο 1, σημείο δ', δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας προβλέπει ότι οι κρατικές ενισχύσεις για ναυπηγικές εργασίες "μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά αν πληρούν τα κριτήρια παρέκκλισης της παρούσας οδηγίας".
9 Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας διευκρινίζει ότι "οι ενισχύσεις στην παραγωγή για τη ναυπήγηση και τη μετατροπή πλοίων μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά εάν το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται για κάποια σύμβαση δεν υπερβαίνει σε ισοδύναμο επιδότησης ένα ανώτατο όριο (...)". Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας το όριο αυτό "ορίζεται από την Επιτροπή με βάση την υπάρχουσα διαφορά μεταξύ του κόστους των πλέον ανταγωνιστικών ναυπηγείων της Κοινότητας και των τιμών που εφαρμόζουν οι κύριοι ανταγωνιστές τους στη διεθνή αγορά (...)".
10 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας ορίζει ότι εκτός των διατάξεων των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, οι ενισχύσεις αυτές υπόκεινται σε ορισμένους ειδικούς κανόνες κοινοποίησης. Η δεύτερη παράγραφος διευκρινίζει ότι η εφαρμογή οποιουδήποτε συστήματος ενισχύσεων στον συγκεκριμένο τομέα τελεί υπό την προϋπόθεση της προηγουμένης εγκρίσεως της Επιτροπής.
11 Εκτιμώντας ότι οι διάφορες μορφές διαρθρωτικής πολιτικής που προσδιορίζει ο κανονισμός 4028/86 και η έκτη οδηγία δεν ήταν "αμέσως συμβατές", η Επιτροπή, με έγγραφο της 26ης Μαΐου 1988 (στο εξής: εγκύκλιος) ενημέρωσε τα κράτη μέλη για τον τρόπο κατά τον οποίο προτίθεται να εφαρμόσει αυτά τα δύο νομοθετήματα.
12 Κατά την εγκύκλιο αυτή, καμιά ενίσχυση, κοινοτική ή κρατική, δεν μπορεί να χορηγηθεί για τη ναυπήγηση αλιευτικών σκαφών προοριζομένων για τον κοινοτικό στόλο, αν δεν συνάδει προς την κοινή πολιτική στον τομέα της αλιείας. Κατά συνέπεια, βάσει της έκτης οδηγίας, μπορούν να χορηγηθούν μόνο ενισχύσεις για τη ναυπήγηση αλιευτικών σκαφών προοριζομένων για στόλους τρίτων χωρών.
13 Στη συνέχεια η Επιτροπή υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές, σκοπός των οποίων είναι να υποδείξουν στα κράτη μέλη τον τρόπο κατά τον οποίο η Επιτροπή προτίθεται να ασκήσει την κατά τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης εξουσία εκτιμήσεως ως προς τις νέες ενισχύσεις. Η Επιτροπή πρότεινε επίσης στα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 1 της Συνθήκης, να εφαρμόζουν στα ισχύοντα συστήματα ενισχύσεων στον συγκεκριμένο τομέα τα κριτήρια που διατυπώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές. Η πρόταση αυτή κοινοποιήθηκε στην Ολλανδική Κυβέρνηση με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1988. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή κάλεσε την εν λόγω κυβέρνηση να τη διαβεβαιώσει ότι θα τηρηθούν τα κριτήρια που καθορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές για όλες τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της αλιείας. Με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1989, η Ολλανδική Κυβέρνηση τη διαβεβαίωσε ότι οι συγκεκριμένες ενισχύσεις ανταποκρίνονται στις κατευθυντήριες γραμμές.
14 Στις γενικές αρχές αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών αναφέρεται, με την ίδια διατύπωση όπως και στην εγκύκλιο, ότι η χορήγηση κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας τελεί οπωσδήποτε υπό τον όρο ότι θα τηρούνται οι στόχοι της κοινής πολιτικής στον τομέα αυτό. Συναφώς η Επιτροπή διευκρίνισε ότι είχε αποφασίσει να μην εγκρίνει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων βάσει της έκτης οδηγίας για τη ναυπήγηση αλιευτικών πλοίων, προοριζομένων για τον κοινοτικό στόλο.
15 Με την απόφαση 88/123/ΕΟΚ, της 11ης Δεκεμβρίου 1987, σχετικά με το πολυετές πρόγραμμα προσανατολισμού του αλιευτικού στόλου (1987-1991) που υπέβαλαν οι Κάτω Χώρες στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86 (ΕΕ 1988, L 62, σ. 28, στο εξής: απόφαση), η Επιτροπή ενέκρινε το πρόγραμμα αυτό εντός των ορίων και υπό τους όρους που προβλέπει η απόφαση (στο εξής: πρόγραμμα).
16 Η Επιτροπή υπενθύμισε πάντως ότι κάθε οικονομική παρέμβαση υπέρ του συγκεκριμένου τομέα, για να μπορεί να εγκριθεί, πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο του προγράμματος που εξειδικεύει την κοινή πολιτική αλιείας έναντι του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
17 Το Regeling generieke steun zeescheepsnieuwbouw 1988 (ολλανδικό σύστημα που διέπει τη χορήγηση ενισχύσεων για ναυπηγικές εργασίες, στο εξής: σύστημα κρατικών ενισχύσεων) θεσπίζει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη χορήγηση επιδοτήσεως για τη ναυπήγηση σκαφών. Κατά το άρθρο 28 αυτού του συστήματος κρατικών ενισχύσεων και κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2 της έκτης οδηγίας, η εφαρμογή του συστήματος αυτού τελεί υπό την προϋπόθεση της εγκρίσεως της Επιτροπής.
18 Με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 1988, η Επιτροπή ενέκρινε, βάσει της έκτης οδηγίας, το εν λόγω σύστημα κρατικών ενισχύσεων. Στη συνέχεια η Ολλανδική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή, με έγγραφο της 26ης Οκτωβρίου 1988, ορισμένες προτάσεις τροποποιήσεων που δεν μετέβαλλαν ούτε τον γενικό προσανατολισμό ούτε τον αντικειμενικό σκοπό του συστήματος. Με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή ενέκρινε τις τροποποιήσεις αυτές κατά το μέτρο που η ενίσχυση στον τομέα της αλιείας ανταποκρινόταν στις κατευθυντήριες γραμμές.
19 Στις 28 Νοεμβρίου 1988, η IJssel-Vliet υπέβαλε στον Υπουργό αίτηση επιδοτήσεως για τη ναυπήγηση αλιευτικού σκάφους 6 500 τόνων. Η αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του Υπουργού της 1ης Δεκεμβρίου 1989.
20 Στις 28 Δεκεμβρίου 1988, η IJssel-Vliet υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως του Υπουργού, την οποία ο τελευταίος έκρινε αβάσιμη με απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991. Ο Υπουργός θεώρησε ότι η ζητουμένη ενίσχυση δεν μπορεί να χορηγηθεί διότι δεν ανταποκρίνεται στο πρόγραμμα. Η IJssel-Vliet προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Raad van State επικαλούμενη την έκτη οδηγία.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο ερωτήματα:
"1) Ενόψει των διατάξεων του άρθρου 42 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, σε συνδυασμό με το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με κοινοτικές δράσεις για τη βελτίωση και την προσαρμογή των διαρθρώσεων του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, έχει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που της αναθέτει το άρθρο 93 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να εξετάζει δηλαδή τα υφιστάμενα στα κράτη μέλη συστήματα ενισχύσεων και προκειμένου να συντονίζει τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 4028/86 με την οδηγία 87/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1987, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες, την εξουσία να καταρτίσει, να δημοσιεύσει και να χρησιμοποιεί ως αρχές για την εκτίμηση των συστημάτων κρατικών ενισχύσεων, κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας (88/C 313/09) που εφαρμόζουν, εκτός των κριτηρίων που αφορούν αποκλειστικά την πολιτική ανταγωνισμού, και κριτήρια που προσιδιάζουν στην κοινή αλιευτική πολιτική, χωρίς ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Υποχρεούνται τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές κατά την έκδοση αποφάσεων επί αιτήσεων ενισχύσεως για τη ναυπήγηση σκάφους προοριζομένου για αλιεία; Εάν ναι, ποια είναι η νομική βάση αυτής της υποχρεώσεως;
Ισχύει η υποχρέωση αυτή αποκλειστικά όταν το συγκεκριμένο σκάφος προορίζεται καθ' ολοκληρίαν ή εν μέρει για αλιεία σε ύδατα επί των οποίων ασκείται η κυριαρχία ή η δικαιοδοσία των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή και σε ύδατα τα οποία αφορά η εξωτερική πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της αλιείας;"
22 Πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι, όπως σημειώνει στη διάταξη περί παραπομπής, το Raad van State φρονεί ότι εν πάση περιπτώσει αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο πλοίο προορίζεται εν μέρει για αλιεία στα ύδατα επί των οποίων ασκείται η κυριαρχία ή η δικαιοδοσία των κρατών μελών της Κοινότητας.
23 Σημειωτέον εν συνεχεία ότι, κατά τη συνεδρίαση, η IJssel-Vliet πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι το πλοίο, που είχε ναυπηγηθεί εν τω μεταξύ, φέρει την ολλανδική σημαία.
Επί του πρώτου ερωτήματος
24 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν η Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που έχει δυνάμει των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, είχε την εξουσία να θεσπίσει τις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες προβλέπουν την τήρηση, εκτός των κριτηρίων που ανάγονται αποκλειστικά στην πολιτική ανταγωνισμού, και αυτών που εφαρμόζονται στον τομέα της κοινής αλιευτικής πολιτικής, έστω και αν το Συμβούλιο δεν την έχει ρητώς εξουσιοδοτήσει προς τούτο.
25 Η IJssel-Vliet υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, προβλέποντας στις κατευθυντήριες γραμμές ότι μια ενίσχυση για τη ναυπήγηση αλιευτικού πλοίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμβατή με την κοινή αγορά παρά μόνο αν ανταποκρίνεται στους στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής, παρέβη την έκτη οδηγία. Επισημαίνει δε περαιτέρω ότι, αντίθετα με τα προβλεπόμενα στις κατευθυντήριες γραμμές, κάθε ενίσχυση για τη ναυπήγηση αλιευτικού πλοίου, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α', της έκτης οδηγίας, συμβιβάζεται αυτοδικαίως με την κοινή αγορά εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που έχει καθορίσει η Επιτροπή. Στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, ο ρόλος της Επιτροπής περιορίζεται στο να ελέγχει αν τηρείται ο όρος του ανωτάτου ορίου. Η IJssel-Vliet επικαλείται συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1993, C-356/90 και C-180/91, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-2323).
26 Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η έκτη οδηγία στηρίζεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ', της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις που προβλέπει αποτελούν μία μόνο κατηγορία ενισχύσεων που "δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά". Οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας αυτής αντιγράφουν, εξάλλου, πιστά αυτή τη διατύπωση (βλ. άρθρο 1, στοιχείο δ', δεύτερο εδάφιο, και άρθρο 4, παράγραφος 1, της έκτης οδηγίας βλ. επίσης κατά την ίδια έννοια την απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 32).
27 Οι ενισχύσεις αυτές μπορούν μεν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι πράγματι συμβιβάζονται. Στην Επιτροπή εναπόκειται να εξετάσει, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, αν οι συγκεκριμένες ενισχύσεις πληρούν όλες τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Συναφώς υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 10 της έκτης οδηγίας προβλέπει ρητά ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 93 της Συνθήκης, επί πλέον δε επιβάλλει και άλλους περαιτέρω κανόνες κοινοποίησης.
28 Επομένως, ακόμη και αν μια ενίσχυση ανταποκρίνεται στους όρους της έκτης οδηγίας, αυτό δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
29 Επικουρικώς, η IJssel-Vliet φρονεί ότι, αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να κρίνει ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά μια ενίσχυση που ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της έκτης οδηγίας, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να το πράξει βάσει θεωρήσεων που ανάγονται στην κοινή αλιευτική πολιτική, οι οποίες είναι ξένες προς την πολιτική του ανταγωνισμού. Πράγματι, το άρθρο 49 του κανονισμου 4028/86, που προβλέπει την εφαρμογή της πολιτικής αυτής στον τομέα της αλιείας, δεν το επιτρέπει.
30 Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η συνεκτίμηση θεωρήσεων που ανάγονται στην κοινή αλιευτική πολιτική, όχι μόνο δεν συνιστά υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, αλλά αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την εκ μέρους της εκτίμηση του ζητήματος αν συμβιβάζονται προς την κοινή αγορά ορισμένες ενισχύσεις, όπως οι επίδικες, στον τομέα της αλιείας.
31 Πράγματι, από το άρθρο 42, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο αναγνωρίζει την υπεροχή της γεωργικής πολιτικής έναντι των στόχων της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού, προκύπτει ότι η ενδεχόμενη εφαρμογή, στον τομέα αυτό, διατάξεων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού τελεί υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης, δηλαδή οι στόχοι της κοινής γεωργικής πολιτικής (βλ., κατ' αυτήν την έννοια, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-4973).
32 Εξάλλου, στον τομέα της αλιείας, η κοινή πολιτική περιλαμβάνει κανόνες που αφορούν τη λειτουργία και την ανάπτυξη της κοινής αγοράς (βλ. άρθρο 38, παράγραφος 4, της Συνθήκης). Αν η Επιτροπή δεν τους ελάμβανε υπόψη θα υπήρχε κίνδυνος να βλάψει σοβαρά την πρακτική αποτελεσματικότητα αυτής της κοινής πολιτικής.
33 Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή, οσάκις εκτιμά αν συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά ορισμένη ενίσχυση που χορηγείται στον τομέα της αλιείας, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις της κοινής πολιτικής στον τομέα αυτό, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν απαιτήσεις της κοινής αγοράς.
34 Επομένως στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η Επιτροπή είχε την εξουσία να θεσπίσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που έχει βάσει των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, τις κατευθυντήριες γραμμές που προβλέπουν τήρηση, εκτός των κριτηρίων που ανάγονται αποκλειστικά στην πολιτική του ανταγωνισμού, και αυτών που εφαρμόζονται στον τομέα της κοινής αλιευτικής πολιτικής, έστω και αν το Συμβούλιο δεν την είχε ρητά εξουσιοδοτήσει προς τούτο.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
35 Το ερώτημα αυτό, που μπορεί να υποδιαιρεθεί σε δύο σκέλη, από τα οποία το πρώτο είναι το αν οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και το δεύτερο αφορά τον προσδιορισμό των πλοίων που υπόκεινται στους κανόνες των κατευθυντηρίων γραμμών.
36 Σχετικά με το πρώτο σκέλος του ερωτήματος πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υπάρχουν στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς. Η διάταξη αυτή, δηλαδή, θεσπίζει σιωπηρά μια υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, από την οποία ούτε η Επιτροπή ούτε ένα κράτος μέλος μπορούν να αποδεσμευτούν επ' αόριστο χρόνο, εξαρτώμενο από τη μονομερή βούληση του ενός ή του άλλου (βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-1651).
37 Συναφώς πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές στηρίζονται στο άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης και επομένως αντιπροσωπεύουν ένα στοιχείο αυτής της υποχρεώσεως τακτικής και περιοδικής συνεργασίας, από την οποία ούτε η Επιτροπή ούτε τα κράτη μέλη μπορούν να αποδεσμευτούν. Εξάλλου, οι κατευθυντήριες γραμμές ανταποκρίνονται ακριβώς * τουλάχιστον όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών * στο πνεύμα τακτικής και περιοδικής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών για την οποία κάνει λόγο το άρθρο αυτό.
38 Πρώτον, οι κατευθυντήριες γραμμές, που δεν είναι οι πρώτες που εφαρμόζονται στον συγκεκριμένο τομέα, αποτελούν ενημέρωση των παλαιοτέρων κατευθυντηρίων γραμμών και επομένως εντάσσονται στο πλαίσιο του τακτικού και περιοδικού ελέγχου του τομέα της αλιείας.
39 Δεύτερον, ο έλεγχος αυτός διευθύνεται μεν από την Επιτροπή, πλην όμως διενεργήθηκε σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Αρχικά ζητήθηκε η γνώμη των κρατών μελών (στην περίπτωση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, με έγγραφα της 30ής Μαρτίου και της 6ης Μαΐου 1988) επί του προσωρινού κειμένου των κατευθυντηρίων γραμμών και στη συνέχεια η Επιτροπή, με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1988 προς την Ολλανδική Κυβέρνηση, επισήμανε ότι, εγκρίνοντας το οριστικό κείμενο των κατευθυντήριων γραμμών, έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις των κρατών μελών.
40 Τρίτον, όπως προκύπτει από το τελευταίο έγγραφο, το πνεύμα συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών διατηρήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών. Πράγματι η Επιτροπή κάλεσε με το έγγραφο αυτό την Ολλανδική Κυβέρνηση να τη διαβεβαιώσει ότι θα τηρηθούν τα κριτήρια που καθορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές για όλες τις ενισχύσεις στον συγκεκριμένο τομέα. Απαντώντας, με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1989, η Ολλανδική Κυβέρνηση διαβεβαίωσε την Επιτροπή ότι οι χορηγούμενες στον τομέα της αλιείας ενισχύσεις ανταποκρίνονται στις κατευθυντήριες γραμμές (σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως). Κατά τον χρόνο της διαβεβαιώσεως αυτής, η Ολλανδική Κυβέρνηση εφήρμοζε το σύστημα κρατικών ενισχύσεων, στο οποίο επομένως πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται η εν λόγω διαβεβαίωση.
41 Από τη δικογραφία προκύπτει, δηλαδή, ότι για την αντιμετώπιση των ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας, η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση κινήθηκαν, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, μέσα σε ένα πλαίσιο συνεργασίας από την οποία ούτε η μια ούτε η άλλη μπορούσαν να αποδεσμευθούν μονομερώς.
42 Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι, με την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-1125, σκέψη 35), το Δικαστήριο αναγνώρισε δεσμευτική ισχύ σε μια ρύθμιση η οποία είχε την ίδια νομική φύση με τις κατευθυντήριες γραμμές και τους κανόνες της οποίας είχαν δεχτεί τα κράτη μέλη.
43 Εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε εγκρίνει τις τροποποιήσεις του κρατικού συστήματος ενισχύσεων μόνο κατά το μέτρο που οι ενισχύσεις τις οποίες χορηγούσε η Ολλανδική Κυβέρνηση για τη ναυπήγηση αλιευτικών πλοίων ανταποκρίνονταν στις κατευθυντήριες γραμμές. Υπό τις συνθήκες αυτές, θέτοντας σε εφαρμογή τις τροποποιήσεις, η εν λόγω κυβέρνηση δέχθηκε τους κανόνες των κατευθυντηρίων γραμμών. Επομένως, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν δεσμευτική ισχύ έναντι αυτού του κράτους μέλους.
44 Συγκεκριμένα, από την υποχρέωση συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αφενός, και από την αποδοχή των κανόνων που διατυπώνουν οι κατευθυντήριες γραμμές, αφετέρου, προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος, όπως το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, υποχρεούται να εφαρμόζει τις κατευθυντήριες γραμμές οσάκις λαμβάνει απόφαση επί αιτήσεως ενισχύσεως για τη ναυπήγηση πλοίου, προοριζομένου για αλιεία.
45 'Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 14 και 3 της παρούσας αποφάσεως, οι κατευθυντήριες γραμμές εφαρμόζονται στις ενισχύσεις για τη ναυπήγηση αλιευτικών πλοίων προοριζομένων για τον "κοινοτικό στόλο", η δε κοινή πολιτική, τον σεβασμό της οποίας εξασφαλίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές, σκοπεί την αναδιάρθρωση των "κοινοτικών στόλων".
46 Αρμόζει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω αν ένα πλοίο, όπως το επίδικο, πρέπει να θεωρηθεί ως προοριζόμενο να ενταχθεί σε κάποιο από τους κοινοτικούς στόλους.
47 Συναφώς, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 58 των προτάσεών του, η ρύθμιση της κοινής πολιτικής περί κοινοτικών στόλων υιοθετεί ως κριτήριο εφαρμογής, ιδίως, τη σημαία που φέρει το πλοίο. Πράγματι, ένα πλοίο που φέρει τη σημαία ενός των κρατών μελών έχει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση στους κοινοτικούς αλιευτικούς πόρους, τόσο εντός των υδάτων που υπόκεινται στην κυριαρχία και στη δικαιοδοσία των κρατών μελών της Κοινότητας, όσο και εντός αυτών τα οποία αφορά η εξωτερική αλιευτική πολιτική, επίσης δε, υπόκειται στα μέτρα ελέγχου που προβλέπει η ρύθμιση περί κοινής πολιτικής.
48 Επομένως, το πλοίο που φέρει σημαία ενός κράτους μέλους πρέπει να θεωρηθεί ως ανήκον σε έναν από τους κοινοτικούς στόλους, ανεξαρτήτως του γεωγραφικού σημείου στο οποίο αλιεύει.
49 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα, εξεταζόμενο στο σύνολό του, αρμόζει η απάντηση ότι ένα κράτος μέλος, όπως το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, που υπέχει την υποχρέωση συνεργασίας από το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης και έχει δεχθεί τους κανόνες των κατευθυντηρίων γραμμών, οφείλει να τους εφαρμόζει οσάκις λαμβάνει απόφαση επί αιτήσεως ενισχύσεως για τη ναυπήγηση αλιευτικού πλοίου, το οποίο προορίζεται να ενταχθεί σε κάποιον από τους κοινοτικούς στόλους, ανεξαρτήτως του γεωγραφικού σημείου στο οποίο θα αλιεύει.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 1ης Νοεμβρίου 1994 το Nederlandse Raad van State, αποφαίνεται:
1) Η Επιτροπή είχε την εξουσία να θεσπίσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που έχει βάσει των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, τις κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας (88/C 313/09) που προβλέπουν τήρηση, εκτός των κριτηρίων που ανάγονται αποκλειστικά στην πολιτική του ανταγωνισμού, και αυτών που εφαρμόζονται στον τομέα της κοινής αλιευτικής πολιτικής, έστω και αν το Συμβούλιο δεν την είχε ρητά εξουσιοδοτήσει προς τούτο.
2) 'Ενα κράτος μέλος, όπως το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, που υπέχει την υποχρέωση συνεργασίας από το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης και έχει δεχθεί τους κανόνες των κατευθυντηρίων γραμμών, οφείλει να τους εφαρμόζει οσάκις λαμβάνει απόφαση επί αιτήσεως ενισχύσεως για τη ναυπήγηση αλιευτικού πλοίου, το οποίο προορίζεται να ενταχθεί σε κάποιον από τους κοινοτικούς στόλους, ανεξαρτήτως του γεωγραφικού σημείου στο οποίο θα αλιεύει.
Full & Egal Universal Law Academy