Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προδικαστικά ερωτήματα * Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου * Όρια * Ζήτημα προδήλως στερούμενο επιρροής
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177)
2. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών * Τηλεοπτικές δραστηριότητες * Οδηγία 89/552 * Ευχέρεια των κρατών μελών να αυξάνουν τον χρόνο μεταδόσεως που αφιερώνεται στη διαφήμιση * Προϋποθέσεις ασκήσεως * Μετάδοση αμέσων προσφορών στο κοινό ή άλλων μορφών διαφημίσεως που χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη χρονική διάρκεια απ' ό,τι τα συνήθη διαφημιστικά spots
(Οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρα 1, στοιχ. β', και 18)
3. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών * Τηλεοπτικές δραστηριότητες * Οδηγία 89/552 * Εκπομπές τυγχάνουσες χορηγίας * Μνεία του ονόματος ή του λογοτύπου του χορηγού σε χρονικά σημεία άλλα πέρα από την αρχή και το τέλος του προγράμματος * Επιτρέπεται
(Οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 17 PAR 1, στοιχ. δ')
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών, το εθνικό δικαστήριο * το μόνο που έχει άμεση γνώση των πραγματικών στοιχείων της υποθέσεως * είναι σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει, εν όψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, κατά πόσον η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως.
Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβαλλόμενα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο είναι, κατ' αρχήν, υποχρεωμένο να αποφαίνεται. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ζητήματος, ιδίως όταν η αιτούμενη από το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή εξέταση του κύρους κοινοτικού κανόνα δεν έχει καμμία σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της κύριας δίκης.
2. Η οδηγία 89/552, σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, και ειδικότερα τα άρθρα 1, στοιχείο β', και 18 αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 18 έκφραση "διαφημίσεις όπως οι άμεσες προσφορές στο κοινό" έχει, στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, ενδεικτικό απλώς χαρακτήρα μπορεί, δηλαδή, να αφορά και άλλες μορφές διαφημίσεως, όπως οι "telepromozioni", που * όπως και οι "άμεσες προσφορές στο κοινό" * απαιτούν, λόγω του τρόπου παρουσιάσεώς τους, περισσότερο χρόνο απ' ό,τι τα διαφημιστικά μηνύματα (spots).
Ειδικότερα, αν ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε αύξηση των ανωτάτων ορίων μεταδόσεως για τις άμεσες προσφορές στο κοινό, το έπραξε διότι αυτή η μορφή προωθήσεως των πωλήσεων απαιτεί περισσότερο χρόνο εκπομπής απ' ό,τι τα απλά διαφημιστικά spots και όχι διότι οι προσφορές αυτές είναι εκπομπές που εμφανίζουν προϊόντα τα οποία οι τηλεθεατές μπορούν να παραγγείλουν άμεσα τηλεφωνικά, ταχυδρομικά ή μέσω videotext (τηλεοπτικογραφίας) και να τους παραδοθούν κατ' οίκον, διότι η παραγγελία των προϊόντων από τον τηλεθεατή συνιστά πράξη σαφώς διακρινόμενη από την τηλεοπτική παρουσίαση, την οποία ρυθμίζει η οδηγία. Ως εκ τούτου, λογικό είναι να μπορούν και άλλες μορφές διαφημίσεως, που επίσης απαιτούν περισσότερο χρόνο απ' ό,τι συνήθως τα spots, να χρησιμοποιούν τον αυξημένο χρόνο που προβλέπεται ρητώς μεν, αλλ' όχι και αποκλειστικώς, υπέρ των αμέσων προσφορών στο κοινό. Εναπόκειται, πάντως, σε κάθε κράτος μέλος * εφόσον προτίθεται να κάνει χρήση της ευχερείας που του αναγνωρίζει το άρθρο 18, για τους τηλεοπτικούς οργανισμούς της αρμοδιότητάς του, να αυξάνει μέχρι 20 % το ανώτατο όριο του χρόνου εκπομπής * να αποφασίσει, σε συμφωνία προς τη Συνθήκη, αν η αύξηση αυτή μπορεί να παρέχεται και υπέρ μορφών διαφημίσεως που διαφέρουν από τα spots χωρίς όμως να συνιστούν άμεσες προσφορές στο κοινό.
3. Η οδηγία 89/552, σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, και ειδικότερα το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει τη μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου του χορηγού σε άλλα χρονικά σημεία πέρα από την αρχή και το τέλος του προγράμματος. Όσον αφορά όμως τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, τα κράτη μέλη έχουν, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, την ευχέρεια να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες, αρκεί να μη θίγουν τις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη, και ιδίως την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η ερμηνεία αυτή δεν θίγει το γεγονός ότι τα τυγχάνοντα χορηγίας τηλεοπτικά προγράμματα δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να παρακινούν στην αγορά ή μίσθωση των προϊόντων ή υπηρεσιών του χορηγού ή τρίτων, ιδίως με συγκεκριμένες διαφημιστικές αναφορές σε αυτά τα προϊόντα ή σε αυτές τις υπηρεσίες.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-320/94, C-328/94, C-329/94, C-337/94, C-338/94 και C-339/94,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Tribunale amministrativo regionale del Lazio (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Reti Televisive Italiane SpA (RTI),
υποστηριζομένης από την
Publitalia '80,
και
Ministero delle Poste e Telecomunicazioni (C-320/94),
υποστηριζομένου από τους
Federazione Italiana Editori Giornali (FIEG),
Coordinamento delle associazioni per la difesa dell' ambiente e dei diritti degli utenti e consumatori (Codacons) και Associazione Utenti Radiotelevisivi,
και μεταξύ
Radio Torre
και
Ministero delle Poste e Telecomunicazioni (C-328/94),
υποστηριζομένου από την
Federazione Italiana Editori Giornali (FIEG),
και μεταξύ
Rete A Srl
και
Ministero delle Poste e Telecomunicazioni (C-329/94),
υποστηριζομένου από τους
Federazione Italiana Editori Giornali (FIEG),
Coordinamento delle associazioni per la difesa dell' ambiente e dei diritti degli utenti e consumatori (Codacons) και Associazione Utenti Radiotelevisivi,
και μεταξύ
Vallau Italiana Promomarket Srl
και
Ministero delle Poste e Telecomunicazioni (C-337/94),
υποστηριζομένου από τους
Federazione Italiana Editori Giornali (FIEG),
Coordinamento delle associazioni per la difesa dell' ambiente e dei diritti degli utenti e consumatori (Codacons) και Associazione Utenti Radiotelevisivi,
και μεταξύ
Radio Italia Solo Musica Srl κ.λπ.
και
Ministero delle Poste e Telecomunicazioni (C-338/94),
υποστηριζομένου από την
Federazione Italiana Editori Giornali (FIEG),
και μεταξύ
GETE Srl
και
Ministero delle Poste e Telecomunicazioni (C-339/94),
υποστηριζομένου από την
Federazione Italiana Editori Giornali (FIEG),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 89/552/EOK του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ 1989, L 298, σ. 23), και ειδικότερα του άρθρου 17, παράγραφος 1, που αφορά τη χορηγία, και των άρθρων 1, στοιχείο β', και 18,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray (εισηγητή), Κ. Ν. Κακούρη, P. J. G. Kapteyn και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Reti Televisive Italiane SpA (RTI), εκπροσωπούμενη από τους Aldo Bonomo, δικηγόρο Μιλάνου, Carlo Mezzanotte και Stefano Previti, δικηγόρους Ρώμης,
* η Federazione Italiana Editori Giornali (FIEG), εκπροσωπούμενη από τον Filippo Lubrano, δικηγόρο Ρώμης,
* οι Coordinamento delle associazioni per la difesa dell' ambiente e dei diritti degli utenti e consumatori (Codacons) και Associazione Utenti Radiotelevisivi, εκπροσωπούμενοι από τους Carlo Rienzi, Giuseppe Lo Mastro, Roberto Canestrelli, Michele Lioi, Luciana Selmi, Stefano Viti και Rosaria Garozzo, δικηγόρους Ρώμης,
* η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Umberto Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo M. Braguglia, avvocato dello Stato,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Παναγιώτη Καμαρινέα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, και την Ιωάννα Κική, γραμματέα στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
* η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Wolf Okresek, Ministerialrat,
* η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Luis Fernandes, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως κοινοτικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, Jose Santos Cardoso, μέλος της νομικής υπηρεσίας της γενικής διευθύνσεως κοινοτικών υποθέσεων του ίδιου υπουργείου, και Luis Paulo Rebelo Barreto Xavier, σύμβουλο Α' του νομικού κέντρου της Προεδρίας του Υπουργείου Συμβουλίου Υπουργών,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Antonino Abate, κύριο νομικό σύμβουλο, και Berend Jan Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Reti Televisive Italiane SpA (RTI), εκπροσωπουμένης από τον Aldo Frignani, δικηγόρο Τουρίνου, της Vallau Italiana Promomarket Srl, εκπροσωπουμένης από τον Giovanni Giovannelli, δικηγόρο Ρώμης, της Federazione Italiana Editori Giornali (FIEG), εκπροσωπουμένης από τον Filippo Lubrano, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Ivo M. Braguglia, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Luis Paulo Rebelo Barreto Xavier, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τους Antonino Abate και Berend Jan Drijber, κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαΐου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με έξι διατάξεις της 19ης Οκτωβρίου 1994, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 8 (C-320/94), 12 (C-328/94 και C-329/94) και 28 Δεκεμβρίου 1994 (C-337/94, C-338/94 και C-339/94), το Tribunale amministrativo regionale del Lazio υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, σειρά προδικαστικών ερωτημάτων ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 89/552/EOK του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ 1989, L 298, σ. 23, στο εξής: οδηγία), και ειδικότερα του άρθρου 17, παράγραφος 1, που αφορά τη χορηγία, και των άρθρων 1, στοιχείο β', και 18.
2 Το άρθρο 1, στοιχείο β', της οδηγίας ορίζει την "τηλεοπτική διαφήμιση" ως "κάθε μορφή τηλεοπτικού μηνύματος που μεταδίδεται, έναντι αμοιβής ή ανάλογης πληρωμής, από μια δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής και βιοτεχνικής δραστηριότητας ή άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος, με σκοπό την προώθηση της παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, έναντι πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων και υποχρεώσεων". Η διάταξη αυτή ορίζει περαιτέρω ότι: "Εκτός από τους σκοπούς του άρθρου 18, δεν συμπεριλαμβάνονται άμεσες προσφορές στο κοινό με σκοπό την πώληση, την αγορά ή την ενοικίαση προϊόντων ή με σκοπό την έναντι αμοιβής παροχή υπηρεσιών".
3 Το άρθρο 1, στοιχείο δ', της οδηγίας ορίζει τη "χορηγία" ως "κάθε συνεισφορά δημόσιας ή ιδιωτικής επιχείρησης, που δεν ασκεί τηλεοπτικές δραστηριότητες ή δεν παράγει οπτικοακουστικά έργα, για τη χρηματοδότηση τηλεοπτικών προγραμμάτων, με σκοπό την προώθηση της επωνυμίας, του σήματος, της φήμης, των δραστηριοτήτων ή των επιτεύξεών της".
4 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει ως εξής:
"1. Τα τηλεοπτικά προγράμματα που αποτελούν αντικείμενο χορηγίας πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) κατ' ουδένα τρόπο δεν πρέπει ο χορηγός να επηρεάζει το περιεχόμενο και τον προγραμματισμό μιας εκπομπής που χορηγεί, κατά τρόπο ώστε να θίγεται η ευθύνη και η συντακτική [ανεξαρτησία] του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού ως προς τις εκπομπές
β) πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται καθαρά ως προγράμματα που αποτελούν αντικείμενο χορηγίας από το όνομα ή/και το λογότυπο του χορηγού, που εμφανίζεται στην αρχή ή/και στο τέλος των προγραμμάτων
γ) δεν πρέπει να παρακινούν στην αγορά ή μίσθωση των προϊόντων ή υπηρεσιών του χορηγού ή τρίτων, ιδίως με συγκεκριμένες διαφημιστικές αναφορές σε αυτά τα προϊόντα ή σε αυτές τις υπηρεσίες".
5 Το άρθρο 18 ορίζει:
"1. Ο χρόνος μετάδοσης που αφιερώνεται στις διαφημίσεις δεν πρέπει να υπερβαίνει το 15 % του καθημερινού χρόνου μετάδοσης. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό μπορεί να φθάνει το 20 % όταν πρόκειται για διαφημίσεις όπως οι άμεσες προσφορές στο κοινό με σκοπό την πώληση, την αγορά ή την ενοικίαση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών, υπό τον όρο ότι το σύνολο των διαφημιστικών μηνυμάτων δεν υπερβαίνει το 15 %.
2. Ο χρόνος μετάδοσης που αφιερώνεται στα διαφημιστικά μηνύματα μέσα σε δεδομένο διάστημα μιας ώρας δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20 %.
3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, οι μορφές διαφήμισης όπως οι άμεσες προσφορές στο κοινό με σκοπό την πώληση, την αγορά ή την ενοικίαση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών δεν πρέπει να υπερβαίνουν τη μία ώρα την ημέρα."
6 Με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του decreto-legge 408/92 της 19ης Οκτωβρίου 1992 (GURI αριθ. 246 της 19ης Οκτωβρίου 1992), που, κατόπιν τροπολογιών, προσέλαβε τη μορφή του νόμου 483 της 17ης Δεκεμβρίου 1992 (GURI αριθ. 297 της 18ης Δεκεμβρίου 1992), εξουσιοδοτήθηκε ο Ιταλός Υπουργός Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών να τροποποιήσει, όσον αφορά τη χορηγία και τις άμεσες προσφορές στο κοινό, τον κανονισμό 439/91 της 9ης Ιουλίου 1991 (GURI αριθ. 19 της 24ης Ιανουαρίου 1992), ώστε να τη συμμορφώσει προς το κοινοτικό δίκαιο.
7 Βάσει της διατάξεως αυτής, ο Υπουργός Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών * κατόπιν προτάσεως του Garante per la radiodiffusione e l' editoria και γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων κοινοβουλευτικών επιτροπών και του Consiglio di Stato * εξέδωσε την υπουργική απόφαση 581/93, της 9ης Δεκεμβρίου 1993, που ρυθμίζει την χορηγία ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων και τις άμεσες προσφορές στο κοινό (GURI αριθ. 8 της 12ης Ιανουαρίου 1994, στο εξής: υπουργική απόφαση 581/93).
8 Το άρθρο 4 της υπουργικής αυτής αποφάσεως ορίζει:
"1. Η χορηγία υπέρ τηλεοπτικών προγραμμάτων μπορεί να μνημονεύεται αποκλειστικά κατά την πρόσκληση προς ακρόαση ή την προαγγελία προγραμμάτων που προηγείται αμέσως του ίδιου του προγράμματος, καθώς και κατά τις ευχαριστίες για την ακρόαση ή ανάλογα μηνύματα που απευθύνονται κατά το τέλος του προγράμματος (τα αποκαλούμενα 'billboards' ), που μπορούν να συνοδεύονται μόνο με τη μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, διαφορετικών από την παραχωρησιούχο επιχείρηση αποκλείεται πάντως κάθε διαφημιστικό σύνθημα και η εμφάνιση προϊόντων ή υπηρεσιών των επιχειρήσεων αυτών.
2. Επιτρέπεται επίσης η προαγγελία ή η πρόσκληση προς ακρόαση, μη δυναμένη να υπερβαίνει τα 8 δευτερόλεπτα, προγραμμάτων των οποίων προβλέπεται η μετάδοση από τον παραχωρησιούχο (οι λεγόμενες 'promozioni' ), που μπορούν να συνοδεύονται μόνο με τη μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου του χορηγού αποκλείεται πάντως κάθε διαφημιστικό σύνθημα και η εμφάνιση προϊόντων ή υπηρεσιών αυτού. Οι προαγγελίες ή προσκλήσεις προς ακρόαση για κάθε πρόγραμμα μεταδιδόμενο από παραχωρησιούχους σε εθνικό επίπεδο δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις τρεις.
3. Όταν η τυγχάνουσα χορηγίας εκπομπή έχει διάρκεια άνω των 40 λεπτών της ώρας, επιτρέπεται μεν η εμφάνιση του ονόματος ή του λογοτύπου του χορηγού κατά τη διάρκεια της εκπομπής, αλλά μόνον άπαξ και με διάρκεια μη υπερβαίνουσα τα 5 δευτερόλεπτα. Προς προσδιορισμό της διαρκείας του προγράμματος, συνυπολογίζονται οι τίτλοι και τα λοιπά στοιχεία που προβάλλονται κατά την έναρξη και το πέρας δεν συνυπολογίζονται τα διαλείμματα, οι διακοπές για διαφημίσεις και για οποιονδήποτε άλλο λόγο, περιλαμβανομένων και των τεχνικών λόγων.
4. Όταν η χορηγία αποσκοπεί στη χρηματοδότηση προγράμματος παιγνίων ή διαγωνισμών, τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του χορηγού μπορούν να απονέμονται στους ιδιώτες ως έπαθλα στην περίπτωση αυτή, επιτρέπεται η μνεία ότι το έπαθλο παρέχεται από τον χορηγό, υπό τον όρον ότι δεν συνοδεύεται από την προβολή εικόνων ή συνθημάτων και ότι το έπαθλο εμφανίζεται στιγμιαία και διακριτικά κατά την επίδοσή του και μόνον. Σε καμμία περίπτωση η συμμετοχή στα παίγνια ή τους διαγωνισμούς ή η χορήγηση επάθλων δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από την αξίωση να έχουν αγοράσει οι συμμετέχοντες προϊόντα ή υπηρεσίες του χορηγού ή τρίτων.
5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6, κάθε μορφή ανακοινώσεως διαφημιστικού χαρακτήρα, που έχει περιεχόμενο διαφορετικό ή συμπληρωματικό ή είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφορετική από τις μορφές που περιγράφονται στις προηγούμενες παραγράφους, πρέπει να θεωρείται ως διαφημιστικό μήνυμα, ιδίως εν όψει του καθορισμού του χρόνου μεταδόσεως που μπορεί να αφιερωθεί σε διαφημιστικά μηνύματα."
9 Το άρθρο 12 της υπουργικής αποφάσεως 581/93 θέτει κανόνες αφορώντες τη διαφήμιση υπό τον τίτλο "Spots, telepromozioni, μνείες άμεσες προσφορές στο κοινό περιορισμός του χρόνου μεταδόσεως". Το ίδιο άρθρο 12, στο στοιχείο b, εξομοιώνει "την υπό του τηλεοπτικού σταθμού έκθεση προϊόντων, προφορική ή οπτική εμφάνιση αγαθών, υπηρεσιών, της επωνυμίας, του σήματος ή της δραστηριότητας παραγωγού αγαθών (τις αποκαλούμενες 'telepromozioni' )" προς τις κοινές τηλεοπτικές διαφημίσεις, ιδίως εν όψει του καθορισμού του χρόνου μεταδόσεως που μπορεί να αφιερωθεί σ' αυτές.
10 Η Reti Televisive Italiane SpA, η Publitalia '80, η Radio Torre, η Rete A Srl, η Vallau Italiana Promomarket Srl, οι Radio Italia Solo Musica Srl κ.λπ. και η GETE Srl (στο εξής: προσφεύγουσες της κύριας δίκης) προσέφυγαν ενώπιον του Tribunale ammistrativo regionale del Lazio, ζητώντας την ακύρωση της υπουργικής αποφάσεως 581/93.
11 Μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται υποστηρίζουν ότι οι ιταλικές διατάξεις περί "telepromozioni" και χορηγίας δεν συνάδουν με την οδηγία.
12 Όσον αφορά τις "telepromozioni", οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης βάλλουν κατά της εξομοιώσεως, στην οποία προβαίνει η υπουργική απόφαση 581/93, προς τα διαφημιστικά μηνύματα υπό μορφή spot. Θεωρούν, συγκεκριμένα, ότι οι "telepromozioni" αποτελούν μορφή διαφημίσεως "more time consuming" (περισσότερο χρονοβόρα), που μπορούν να συγκριθούν με τις άμεσες προσφορές στο κοινό, οι οποίες * σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας και εντός των ορίων που θέτει η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου * διαθέτουν χρόνο μεταδόσεως ίσο προς το 20 % του καθημερινού χρόνου μεταδόσεως.
13 Όσον αφορά τη χορηγία, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης φρονούν ότι η υπουργική απόφαση 581/93 είναι πιο περιοριστική απ' ό,τι το άρθρο 17 της οδηγίας, το οποίο δεν απαγορεύει άλλες περαιτέρω μνείες του χορηγού ή των προϊόντων του κατά τη διάρκεια του προγράμματος, αρκεί αυτές οι περαιτέρω μνείες να μην παρακινούν ιδιαιτέρως στην αγορά με ειδικές διαφημιστικές αναφορές.
14 Προσάπτουν επίσης στον Υπουργό ότι υπερέβη τις εξουσίες που του ανέθετε ο νομοθέτης, ο οποίος τον είχε εξουσιοδοτήσει να επιφέρει στην προϊσχύσασα ρύθμιση τις αναγκαίες μόνο τροποποιήσεις για να τη συμμορφώσει προς το κοινοτικό δίκαιο.
15 Το εθνικό δικαστήριο, κρίνοντας ότι η επίλυση των εκκρεμών ενώπιόν του διαφορών εξαρτάται από την ερμηνεία των άρθρων 1, στοιχείο β', 17, παράγραφος 1, και 18 της οδηγίας, αποφάσισε να αναστείλει τη δίκη και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Πρέπει η οδηγία 89/552/ΕΟΚ, και ειδικότερα τα άρθρα 1, στοιχείο β', και 18, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η περιεχόμενη στο εν λόγω άρθρο 18 έκφραση 'διαφημίσεις όπως οι άμεσες προσφορές στο κοινό' προσλαμβάνει, στην κοινοτική έννομη τάξη * προκειμένου να ανέλθει το ύψος του ανωτάτου ορίου διαφημιστικού κορεσμού στο 20 % του ημερησίου χρόνου μεταδόσεως:
α) χαρακτήρα απλώς ενδεικτικό, έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει και άλλες μορφές προωθήσεως, εκτός από τα διαφημιστικά spots, και, ειδικότερα καθ' όσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, τις λεγόμενες 'telepromozioni' , οι οποίες, καίτοι μη περιέχουσες 'προσφορές στο κοινό' , θα ηδύναντο, παρ' όλ' αυτά, λόγω ορισμένων εγγενών τους χαρακτηριστικών, να εξομοιωθούν προς αυτές (οι εν λόγω 'telepromozioni' χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι, καίτοι διακρίνονται σαφώς, με κατάλληλες διακοπές, από το θέμα της εκπομπής στην οποία εντάσσονται, τελούν συνήθως, έναντι αυτής της εκπομπής, σε σχέση σκηνικής συνέχειας και έχουν άλλωστε, χάρη στην παρεμβολή στοιχείων θεάματος και/ή παιγνίου, διάρκεια μακρότερη της των spots * 'more time consuming' ); ή
β) χαρακτήρα επεξηγηματικό/περιοριστικό (όπως η διάταξη του άρθρου 12 της προσβαλλομένης κανονιστικής ρυθμίσεως), υπό την έννοια ότι η δυνατότητα επεκτάσεως του ημερησίου ορίου διαφημιστικού κορεσμού στο 20 % συναρτάται μόνον προς τις κατά κυριολεξία 'προσφορές στο κοινό' και όχι και σε τέτοιες μορφές διαφημίσεως όπως οι 'telepromozioni' , καθ' όσον αυτές οι τελευταίες στερούνται του χαρακτηριστικού στοιχείου της 'προσφοράς' ; (C-320/94 και C-337/94)
2) Πρέπει η οδηγία 89/552/ΕΟΚ, και ειδικότερα το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει ριζικά μορφές χορηγίας στις οποίες η μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου του χορηγού μπορεί να παρεμβάλλεται σε άλλα χρονικά σημεία του προγράμματος πέραν της αρχής ή/και του τέλους αυτού (όπως προβλέπει, με κάποιες παρεκκλίσεις, το άρθρο 4 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως) ή ότι επιτρέπουν ελευθέρως την επανειλημμένη μνεία της χορηγίας και εντός του ίδιου του προγράμματος;" (C-320/94, C-328/94, C-329/94, C-337/94, C-338/94 και C-339/94);
16 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 9ης Φεβρουαρίου 1995, διατάχθηκε η ένωση και συνεκδίκαση αυτών των υποθέσεων προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του πρώτου ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
17 Ο Coordinamento delle associazioni per la difesa dell' ambiente e dei diritti degli utenti e consumatori (στο εξής: Codacons), η Associazione Utenti Radiotelevisivi (στο εξής: AUR) και η Federazione Italiana Editori Giornali (στο εξής: FIEG), παρεμβαίνοντες της κύριας δίκης, θεωρούν ότι το πρώτο από τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου είναι απαράδεκτο.
18 Η AUR, ο Codacons και η FIEG φρονούν κατ' αρχάς ότι η ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, διότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να θεσπίζουν αυστηρότερους και λεπτομερέστερους κανόνες απ' ό,τι απαιτεί η οδηγία, και ειδικότερα στον διεπόμενο από την οδηγία τομέα.
19 Η FIEG διατείνεται, περαιτέρω, ότι τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των εκκρεμών ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγών αναφέρονται, κατ' ουσίαν, στις εθνικές διατάξεις του άρθρου 9 quater του ιταλικού νόμου 483/92, με τον οποίο κυρώθηκε το decreto-legge 408/92 το Δικαστήριο, όμως, μπορεί να επιλαμβάνεται μόνον ζητημάτων κοινοτικού δικαίου.
20 Πρέπει να υπομνησθεί, κατ' αρχάς, ότι, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, όταν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κράτους μέλους εγείρεται ζήτημα ερμηνείας της Συνθήκης ή των εκδιδομένων από τα όργανα της Κοινότητας πράξεων παραγώγου δικαίου, το δικαστήριο αυτό δύναται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο προς έκδοση της αποφάσεώς του, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
21 Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο * το μόνο που έχει άμεση γνώση των πραγματικών στοιχείων της υποθέσεως * είναι σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει, εν όψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, κατά πόσον η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως (βλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, υπόθεση 83/78, Redmond, Συλλογή τόμος 1978, σ. 739, και της 28ης Νοεμβρίου 1991, υπόθεση C-186/90, Durighello, Συλλογή 1991, σ. I-5773).
22 Κατά συνέπεια, εφόσον τα υποβαλλόμενα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο είναι, κατ' αρχήν, υποχρεωμένο να αποφαίνεται (βλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-231/89, Gmurzynska-Bscher, Συλλογή 1990, σ. I-4003, σκέψη 20).
23 Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν του επιτρέπεται να αποφανθεί επί προδικαστικού ζητήματος ανακύπτοντος ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, ιδίως όταν η αιτούμενη από το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή εξέταση του κύρους κοινοτικού κανόνα δεν έχει καμμία σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της κύριας δίκης (βλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, υπόθεση 126/80, Salonia, Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 6 Durighello, όπ.π., σκέψη 9, και της 16ης Ιουλίου 1992, υπόθεση C-343/90, Lourenco Dias, Συλλογή 1992, σ. I-4673, σκέψη 18).
24 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι το τιθέμενο από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα όχι μόνον αφορά όντως την ερμηνεία πράξεως των οργάνων, αλλά και δεν είναι προδήλως αλυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
25 Επομένως, το πρώτο ερώτημα πρέπει να κριθεί παραδεκτό.
Επί της ουσίας
26 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, ενώ η οδηγία ορίζει την έννοια της τηλεοπτικής διαφημίσεως, δεν ορίζει την έννοια της εκφράσεως "άμεσες προσφορές στο κοινό με σκοπό την πώληση, την αγορά ή την ενοικίαση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών" ούτε της εκφράσεως "διαφημιστικά μηνύματα (spots)". Όσο για τον όρο "telepromozioni", δεν μνημονεύεται καν στην οδηγία.
27 Στη συνέχεια, πρέπει να προσδιοριστεί σε ποια ή σε ποιες περιπτώσεις ένα κράτος μέλος μπορεί να αυξήσει τον χρόνο μεταδόσεως που αφιερώνεται στις διαφημίσεις από 15 σε 20 % του καθημερινού χρόνου μεταδόσεως.
28 Προς τούτο, πρέπει να ερευνηθεί η ακριβής έννοια της εκφράσεως "διαφημίσεις όπως οι άμεσες προσφορές στο κοινό με σκοπό την πώληση, την αγορά ή την ενοικίαση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών", που χρησιμοποιείται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας.
29 Είναι αναμφισβήτητο ότι η χρήση της λέξεως "όπως" προδίδει ότι ο νομοθέτης μνημονεύει τις "άμεσες προσφορές στο κοινό" ενδεικτικώς και μόνον, ως παράδειγμα του είδους της διαφημίσεως που μπορεί να δικαιολογήσει την αύξηση των ανωτάτων ορίων του καθημερινού χρόνου μεταδόσεως. Πράγματι, αν ο νομοθέτης ήθελε να περιορίσει την παρεχόμενη στα κράτη μέλη δυνατότητα να αυξάνουν το ανώτατο όριο του αφιερωνόμενου στις διαφημίσεις καθημερινού χρόνου μεταδόσεως στην περίπτωση στην οποία ο αφιερωνόμενος στις διαφημίσεις χρόνος μεταδόσεως περιλαμβάνει τις "άμεσες προσφορές στο κοινό" και μόνο, θα το έλεγε ρητά.
30 Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτών των προσφορών.
31 Οι άμεσες προσφορές στο κοινό είναι εκπομπές που εμφανίζουν προϊόντα τα οποία οι τηλεθεατές μπορούν να παραγγείλουν άμεσα τηλεφωνικά, ταχυδρομικά ή μέσω videotext (τηλεοπτικογραφίας) και να τους παραδοθούν κατ' οίκον. Άλλωστε, τα προγράμματα αμέσων προσφορών στο κοινό έχουν αισθητά μακρότερη διάρκεια απ' ό,τι τα διαφημιστικά spots, τα οποία αποτελούν μορφή διαφημίσεως βραχύτατης συνήθως διάρκειας, που προκαλούν έντονη αίσθηση και εμφανίζονται συνήθως ομαδοποιημένα, με ποικίλλουσα συχνότητα, εντός ή μεταξύ των προγραμμάτων, παράγονται δε από αυτούς που παρέχουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες ή τους εντολοδόχους τους και όχι από τον ίδιο τον τηλεοπτικό σταθμό.
32 Μεταξύ των προεκτεθέντων στοιχείων, το μόνο που φαίνεται ικανό να δικαιολογήσει την αύξηση των ανωτάτων ορίων μεταδόσεως είναι η διάρκεια των "αμέσων προσφορών στο κοινό", η οποία αποτελεί συνάρτηση του τρόπου παρουσιάσεως αυτού του είδους διαφημίσεως, τούτο δε για να μην περιάγονται σε μειονεκτική θέση έναντι των διαφημιστικών spots. Το αν τα προϊόντα μπορούν, στη συνέχεια, να παραγγελθούν τηλεφωνικά, ταχυδρομικά ή μέσω videotext δεν ασκεί καμμία επιρροή όσον αφορά την αύξηση των ανωτάτων ορίων μεταδόσεως, διότι η παραγγελία των προϊόντων συνιστά πράξη σαφώς διακρινόμενη από την τηλεοπτική παρουσίαση, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση διατάξεως.
33 Την ανάλυση αυτή επιρρωννύει, περαιτέρω, η ανάγνωση της αιτιολογικής εκθέσεως που συνοδεύει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση της 5ης Μαΐου 1989 για τη Διασυνοριακή Τηλεόραση, σύμβαση η οποία προπαρασκευάστηκε ταυτόχρονα με την οδηγία και μνημονεύεται στο προοίμιό της. Όπως προκύπτει, πράγματι, από την παράγραφο 168 της εκθέσεως αυτής, η προβλεπόμενη στο άρθρο 12 της Συμβάσεως δυνατότητα να αυξηθεί σε 20 % το ανώτατο όριο του καθημερινού χώρου διαφημίσεως * διάταξη έχουσα ταυτόσημο περιεχόμενο με το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας * δικαιολογείται από την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η ανάπτυξη νέων μορφών διαφημίσεως, όπως το "teleshopping", που απαιτούν συνήθως περισσότερο χρόνο απ' ό,τι τα κλασικά διαφημιστικά spots.
34 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παρεχόμενη από το άρθρο 18, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, δυνατότητα αυξήσεως του ποσοστού του χρόνου μεταδόσεως που αφιερώνεται στη διαφήμιση στο 20 % του καθημερινού χρόνου μεταδόσεως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για μορφές διαφημίσεως που, χωρίς να αποτελούν "άμεσες προσφορές στο κοινό", απαιτούν * όπως και αυτές και λόγω του τρόπου παρουσιάσεώς τους * περισσότερο χρόνο απ' ό,τι τα διαφημιστικά μηνύματα (spots).
35 Εφόσον από τη διατύπωση του πρώτου ερωτήματος, καθώς και από τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις, προκύπτει ότι οι "telepromozioni" αποτελούν μορφή διαφημίσεως που, ως εκ του τρόπου παρουσιάσεώς της, έχει μακρότερη διάρκεια απ' ότι τα "spots", μπορεί, κατ' αρχήν, να χρησιμοποιηθεί γι' αυτές η παρεχόμενη στο άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας δυνατότητα αυξήσεως του ποσοστού καθημερινού χρόνου μεταδόσεως που αφιερώνεται στη διαφήμιση.
36 Πρέπει πάντως να τονισθεί ότι τα κράτη μέλη ουδόλως υποχρεούνται, από το άρθρο 18, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας να αυξήσουν τον καθημερινό χρόνο μεταδόσεως που αφιερώνεται στη διαφήμιση. Επίσης, σε περίπτωση που επιλέξουν να κάνουν χρήση της ευχέρειας που τους παρέχει η διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη διατηρούν την ελευθερία να το πράξουν υπέρ ορισμένων μόνο από τις "more time consuming" μορφές διαφημίσεως. Πράγματι, το άρθρο 19 της οδηγίας, που προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν "αυστηρότερους κανόνες από εκείνους του άρθρου 18 για το χρόνο μετάδοσης και τις λεπτομέρειες της τηλεοπτικής μετάδοσης από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους (...)", πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη, όταν ορίζουν τα είδη διαφημίσεως για τα οποία μπορεί να χρησιμοποιείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 18, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, πρόσθετος χρόνος μεταδόσεως, να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες, αρκεί οι κανόνες αυτοί να συμβαδίζουν με τις διατάξεις της Συνθήκης.
37 Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, η οδηγία, και ειδικότερα τα άρθρα 1, στοιχείο β', και 18 αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 18 έκφραση "διαφημίσεις όπως οι άμεσες προσφορές στο κοινό" έχει, στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, ενδεικτικό απλώς χαρακτήρα μπορεί, δηλαδή, να αφορά και άλλες μορφές διαφημίσεως, όπως οι "telepromozioni", που * όπως και οι "άμεσες προσφορές στο κοινό" * απαιτούν, λόγω του τρόπου παρουσιάσεώς τους, περισσότερο χρόνο απ' ό,τι τα διαφημιστικά μηνύματα (spots).
Επί του δευτέρου ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
38 Η AUR και ο Codacons φρονούν ότι η ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας δεν είναι αναγκαία προς επίλυση της διαφοράς, διότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν, για τους τηλεοπτικούς οργανισμούς της αρμοδιότητάς τους, αυστηρότερους ή λεπτομερέστερους κανόνες, όσον αφορά ιδίως το πεδίο που ρυθμίζεται από τη διάταξη αυτή.
39 Θεωρούν, εξ άλλου, ότι η θεσπιζόμενη με την ιταλική νομοθεσία ρύθμιση είναι λιγότερο περιοριστική απ' ό,τι η της οδηγίας, εφόσον επιτρέπει να γίνεται μνεία του ονόματος ή του λογοτύπου του χορηγού και κατά την πρόσκληση προς ακρόαση ή τις ευχαριστίες επιτρέπει περαιτέρω την εμφάνισή του επί πέντε το πολύ δευτερόλεπτα κατά τη διάρκεια των ημερησίων εκπομπών που έχουν διάρκεια ίση ή μεγαλύτερη των σαράντα λεπτών. Επομένως, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν έχουν, κατά την AUR και τον Codacons, κανένα συμφέρον να προσβάλουν την επίδικη νομοθεσία, κατά της οποίας άλλωστε προσφεύγουν παρεμπιπτόντως και οι παρεμβαίνουσες στην κύρια δίκη ενώσεις, οι οποίες βάλλουν κατά του κατακλυσμού των οθονών από διαφημίσεις.
40 Όσον αφορά το αναγκαίον της ερμηνείας του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας, πρέπει, για τους ίδιους λόγους με αυτούς που εξετέθησαν στις σκέψεις 20 έως 24 της παρούσας αποφάσεως, να απορριφθούν τα επιχειρήματα της AUR και του Codacons.
41 Όσον αφορά την έλλειψη συμφέροντος των προσφευγουσών της κύριας δίκης να προσβάλουν την υπουργική απόφαση 581/93, το ζήτημα αυτό είναι της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστή, έστω και αν, για να κριθεί, προϋποθέτει προηγούμενη ερμηνεία της οδηγίας.
42 Επομένως, το δεύτερο ερώτημα πρέπει να κριθεί παραδεκτό.
Επί της ουσίας
43 Από το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας προκύπτει ότι κανένα στοιχείο της διατάξεως αυτής δεν δικαιολογεί τη σκέψη ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να περιορίσει τη μνεία της χορηγίας μόνο στην αρχή ή/και στο τέλος των προγραμμάτων.
44 Το συμπέρασμα ότι η διάταξη αυτή θέτει μια ελάχιστη προϋπόθεση ως προς τη μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου του χορηγού επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η αρχική πρόταση της Επιτροπής (ΕΕ 1986, C 179, σ. 4), η οποία περιόριζε ρητώς τη μνεία του χορηγού στην αρχή και το τέλος του προγράμματος, δεν έγινε δεκτή, και τούτο παρά το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όχι μόνον είχε γνωματεύσει θετικώς, στις 20 Ιανουαρίου 1988 (ΕΕ 1988, C 49, σ. 53), αλλά και είχε περαιτέρω αποπειραθεί, κατά τη δεύτερη ανάγνωση, να επιτύχει την επανεισαγωγή της αρχικής διατάξεως (ΕΕ 1989, C 158, σ. 138).
45 Και ναι μεν το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στη μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου του χορηγού εντός του προγράμματος, υπενθυμίζεται όμως ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τα τυγχάνοντα χορηγίας τηλεοπτικά προγράμματα δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να παρακινούν στην αγορά ή μίσθωση των προϊόντων ή υπηρεσιών του χορηγού ή τρίτων, ιδίως με συγκεκριμένες διαφημιστικές αναφορές σε αυτά τα προϊόντα ή σε αυτές τις υπηρεσίες.
46 Τονίζεται, εξ άλλου, ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, όσον αφορά τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, να θεσπίζουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες στους τομείς που καλύπτονται από την οδηγία αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας δεν απαγορεύει τη μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου του χορηγού κατά τη διάρκεια του προγράμματος, τα κράτη μέλη μπορούν, για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, να εκδίδουν αυστηρότερες εν προκειμένω ρυθμίσεις, αρκεί να μη θίγουν τις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ, και ιδίως την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
47 Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, η οδηγία, και ειδικότερα το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει τη μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου του χορηγού σε άλλα χρονικά σημεία πέρα από την αρχή και το τέλος του προγράμματος.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική, η Ελληνική, η Αυστριακή και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διατάξεις της 19ης Οκτωβρίου 1994 το Tribunale amministrativo regionale del Lazio, αποφαίνεται:
1) Η οδηγία 89/552/EOK του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, και ειδικότερα τα άρθρα 1, στοιχείο β', και 18 αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 18 έκφραση "διαφημίσεις όπως οι άμεσες προσφορές στο κοινό" έχει, στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, ενδεικτικό απλώς χαρακτήρα μπορεί, δηλαδή, να αφορά και άλλες μορφές διαφημίσεως, όπως οι "telepromozioni", που * όπως και οι "άμεσες προσφορές στο κοινό" * απαιτούν, λόγω του τρόπου παρουσιάσεώς τους, περισσότερο χρόνο απ' ό,τι τα διαφημιστικά μηνύματα (spots).
2) Η οδηγία 89/552, και ειδικότερα το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β', αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει τη μνεία του ονόματος ή/και του λογοτύπου του χορηγού σε άλλα χρονικά σημεία πέρα από την αρχή και το τέλος του προγράμματος.
Full & Egal Universal Law Academy