Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κράτη μέλη * Υποχρεώσεις * Υποχρέωση κολασμού των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου * Περιεχόμενο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 5 Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 86)
2. Κράτη μέλη * Υποχρεώσεις * Υποχρέωση κολασμού των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου * Κολασμός των παραβάσεων της κοινοτικής τελωνειακής ρυθμίσεως * Αδίκημα διαπραχθέν κατά την εισαγωγή προϊόντων καταγωγής τρίτης χώρας ενταχθείσας αργότερα στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος * Εξουσία των εθνικών ποινικών δικαστηρίων
Περίληψη
1. Τα άρθρα 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και 5 της Συνθήκης ΕΚ επιβάλλουν στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εγγυηθεί την εφαρμογή και αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, όταν μια κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεών της ή παραπέμπει, ως προς το σημείο αυτό, στις εθνικές διατάξεις. Προς τούτο, ενώ διατηρούν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε οι παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως να κολάζονται υπό προϋποθέσεις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου ανάλογες με αυτές που ισχύουν για παρεμφερούς φύσεως και σημασίας παραβάσεις του εθνικού δικαίου και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
2. Η επέκταση του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, όπως η προκύψασα από την επανένωση της Γερμανίας ή η προκαλουμένη από την προσχώρηση νέου κράτους μέλους, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοτικού προϊόντος ένα προϊόν που πριν από την επέκταση ήταν καταγωγής τρίτης χώρας, αλλά τούτο δεν συνεπάγεται ότι η εισαγωγή του κατά τον χρόνο που όντως πραγματοποιήθηκε μπορούσε να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες για το εμπόριο με τρίτες χώρες κοινοτικές διατάξεις. Η επέκταση αυτή αποτελεί νέο πραγματικό περιστατικό, το οποίο δεν έχει ως συνέπεια να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εγγυάται την εφαρμογή και αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως και, συνεπώς, δεν μπορεί να εμποδίσει τα εθνικά δικαστήρια να κολάζουν τις παραβάσεις της έχουσας εφαρμογή κατά τον χρόνο της εισαγωγής κοινοτικής ρυθμίσεως υπό προϋποθέσεις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου ανάλογες με αυτές που ισχύουν για παρεμφερούς φύσεως και σημασίας παραβάσεις του εθνικού δικαίου και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Ειδικότερα, οι εφαρμοστέες κατόπιν της ενώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοτικές τελωνειακές διατάξεις δεν κωλύουν το ενδεχόμενο να δοθεί, μετά την ανωτέρω ένωση, νέος νομικός χαρακτηρισμός στην πράξη που συνίσταται στην εισαγωγή σε κράτος μέλος προϊόντων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά δηλωθέντων ως καταγωγής τρίτης χώρας, προκειμένου να κολασθούν οι παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-341/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour d' appel των Παρισίων προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά του
Andre Allain,
παρισταμένης της
Steel Trading France SARL, ως αστικώς υπεύθυνης,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς τις συνέπειες της ενώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας επί των εμπορευματικών συναλλαγών μεταξύ του εδάφους της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του λοιπού τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, όσον αφορά ενδεχόμενο επαναχαρακτηρισμό της πράξεως για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn και H. Ragnemalm (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, αναπληρώτρια διευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Philippe Martinet, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Michel Nolin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του A. Allain, εκπροσωπουμένου από τον Gilbert Senusson, δικηγόρο Παρισίων, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Philippe Martinet, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Michel Nolin, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Δεκεμβρίου 1994, το cour d' appel των Παρισίων υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς τις συνέπειες της ενώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ) με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) επί των εμπορευματικών συναλλαγών μεταξύ του εδάφους της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του λοιπού τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, όσον αφορά ενδεχόμενο επαναχαρακτηρισμό πράξεως για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.
2 Κατά τα έτη 1985 και 1986, η εταιρία Steel Trading France (στο εξής: Steel Trading), επιχείρηση εισαγωγής και διανομής προϊόντων βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα εγκατεστημένη στη Νάντη, της οποίας διαχειριστής ήταν ο A. Allain, εισήγαγε χαλύβδινες δοκούς και λαμαρίνες στη Γαλλία, δηλώνοντας ότι προέρχονταν από τη Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, εθνικές και διεθνείς τελωνειακές έρευνες απέδειξαν ότι τα εισαχθέντα εμπορεύματα ήσαν καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
3 Κατόπιν των διαπιστώσεων αυτών, η διοίκηση των τελωνείων κίνησε, τον Νοέμβριο του 1990, διώξεις κατά του A. Allain και της Steel Trading για ψευδείς δηλώσεις περί της καταγωγής των εμπορευμάτων, με τις οποίες καταστρατηγήθηκε η απαγόρευση εισαγωγής των εμπορευμάτων αυτών και αποφεύχθηκε η καταβολή των οφειλομένων φόρων και δασμών. Το τελωνειακό αδίκημα της "μη δηλωθείσας εισαγωγής απαγορευμένων εμπορευμάτων" προβλέπεται από τα άρθρα 414, πρώτο εδάφιο, 423 έως 427 και 38 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα. Το αδίκημα αυτό κολάζεται από τα άρθρα 414, πρώτο εδάφιο, 437, πρώτο εδάφιο, και 438 του ίδιου κώδικα.
4 Με απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, το tribunal de grande instance της Νάντης καταδίκασε τον A. Allain σε φυλάκιση τριών μηνών με αναστολή και, αλληλεγγύως με τη Steel Trading, σε χρηματική ποινή 73 551 080 γαλλικών φράγκων (FF) και σε ποσό 73 551 080 FF επέχον θέση δημεύσεως των εμπορευμάτων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απάτης.
5 Ο A. Allain άσκησε έφεση, τόσο ιδίω ονόματι όσο και επ' ονόματι της Steel Trading, κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour d' appel της Rennes, το οποίο, με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1992, επικύρωσε την εφεσιβληθείσα απόφαση.
6 Κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως από τον A. Allain και τη Steel Trading, το ποινικό τμήμα του γαλλικού Cour de cassation αναίρεσε, με απόφαση της 2ας Ιουνίου 1993, την προαναφερθείσα απόφαση ως προς όλα τα σημεία της, με το σκεπτικό:
"ότι κατά την ημερομηνία κινήσεως των τελωνειακών διώξεων, λόγω της προσχωρήσεως της ΛΔΓ στην ΟΔΓ με τη Συνθήκη της 31ης Αυγούστου 1990 η οποία άρχισε να ισχύει στις 3 Οκτωβρίου 1990, οι κοινοτικές διατάξεις ειδικά περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της ΕΟΚ και περί απαγορεύσεως κάθε περιοριστικού μέτρου ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος είχαν εφαρμογή στο έδαφος των επαρχιών της Ανατολικής Γερμανίας
ότι, αποφανθέν όπως αποφάνθηκε, χωρίς να εξετάσει ακόμη και αυτεπαγγέλτως αν, ως εκ του αποτελέσματος των ευνοϊκοτέρων αυτών κοινοτικών διατάξεων οι οποίες είχαν άμεση εφαρμογή επί των εκκρεμών διώξεων, είχε παύσει να πληρούται το σχετικό με το απαγορευμένο των εμπορευμάτων στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και, ενδεχομένως, αν η πράξη επιδέχεται διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, ειδικότερα δε αυτόν του άρθρου 410, παράγραφος 2, στοιχείο a, του τελωνειακού κώδικα, το cour d' appel δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω διάταξη".
7 Το άρθρο 410, παράγραφος 1, και παράγραφος 2, στοιχείο a, του γαλλικού τελωνειακού κώδικα ορίζει:
"1. Τιμωρείται με πρόστιμο 20 000 FF κάθε παράβαση των διατάξεων των νόμων και κανονισμών που η διοίκηση των τελωνείων υποχρεούται να εφαρμόζει, εφόσον η παρανομία αυτή δεν κολάζεται αυστηρότερα από τον παρόντα κώδικα.
2. Ειδικότερα, εμπίπτουν στις διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου:
α) Κάθε παράλειψη ή ανακρίβεια σχετικά με μια από τις ενδείξεις που πρέπει να περιέχουν οι διασαφήσεις, όταν η παρανομία δεν έχει καμία επίπτωση επί της επιβολής δασμών ή απαγορεύσεων."
8 Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο cour d' appel των Παρισίων, το οποίο, με παρεμπίπτουσα απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 1994, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Απαγορεύει η προσχώρηση της ΛΔΓ στην ΟΔΓ, ενόψει των κοινοτικών τελωνειακών διατάξεων που προέκυψαν από αυτήν, η οποία προσχώρηση φαίνεται ότι είχε ως συνέπεια να καταστήσει άνευ αντικειμένου τη δίωξη που ασκήθηκε βάσει του εσωτερικού δικαίου κατά του Andre Allain λόγω εισαγωγής απαγορευμένων εμπορευμάτων, και τούτο κατ' εφαρμογήν της αρχής της αναδρομικότητας του ηπιότερου νέου νόμου, ενδεχόμενο επαναχαρακτηρισμό της πράξεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, ειδικότερα δε ως ψευδούς δηλώσεως εμπορευμάτων, όπως πρότεινε η διοίκηση των τελωνείων, ή της παρέχει μόνο τη δυνατότητα, όπως υποστηρίζει η υπεράσπιση, να ζητήσει, χωρίς άλλες φορολογικές συνέπειες, απλώς την καταβολή των αποφευχθέντων δασμών;"
Επί του παραδεκτού
9 Η Γαλλική Κυβέρνηση διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό του ερωτήματος που υπέβαλε το cour d' appel των Παρισίων, καθότι φαίνεται ότι το δικαστήριο αυτό ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Cour de cassation δέχθηκε, με αναιρετική απόφαση, την εφαρμογή της αρχής της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου επί τελωνειακών αδικημάτων, και τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση της ενώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.
10 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, τίθεται επομένως ζήτημα να ερμηνεύσει το Δικαστήριο κανόνες του εθνικού δικαίου, και μάλιστα μια αρχή η οποία αναγνωρίστηκε από το γαλλικό Conseil constitutionnel με την απόφαση 81-127-DC της 19ης και 20ής Ιανουαρίου 1981 ως συνταγματικής τάξεως, με έρεισμα το άρθρο 8 της Διακηρύξεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη της 26ης Αυγούστου 1789, το οποίο έχει μεταφερθεί στο άρθρο 112-1 του νέου ποινικού κώδικα.
11 Πράγματι, πρέπει να υπομνηστεί, εκ προοιμίου, ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, να αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί της ερμηνείας κανόνων του εσωτερικού δικαίου (βλ. την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, 75/63, Unger, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1069).
12 Ωστόσο, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να ρωτήσει το Δικαστήριο επί της ερμηνείας των κοινοτικών διατάξεων που προέκυψαν από την ένωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, με το σκεπτικό ότι, αν χρειαστεί, θα εφαρμόσει την περί αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου ποινικού νόμου αρχή του εθνικού του δικαίου. Συνεπώς, δεν θα εφαρμόσει την εθνική νομοθεσία περί διώξεων λόγω ψευδούς δηλώσεως εμπορευμάτων κατά το άρθρο 410, παράγραφος 2, στοιχείο a, του γαλλικού τελωνειακού κώδικα, αρκεί οι κοινοτικές τελωνειακές διατάξεις που προέκυψαν από την ένωση των ανωτέρω κρατών να κωλύουν τις διώξεις αυτές για τον κολασμό των παραβάσεων της κοινοτικής ρυθμίσεως που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως.
13 Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση, εφόσον στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να αξιολογεί τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (βλ., με το αυτό περιεχόμενο, την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1995, C-358/93 και C-416/93, Bordessa κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-361, σκέψη 10).
Επί της ουσίας
14 Από το 1977, η Επιτροπή έχει εκδώσει, με βάση τα άρθρα 74 και 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τη σύσταση 77/328/ΕΚΑΧ, της 15ης Απριλίου 1977, περί της προστασίας κατά των εισαγωγών που επιφέρουν ή απειλούν να επιφέρουν σοβαρή ζημία στην παραγωγή, εντός της κοινής αγοράς, ομοίων ή ευθέως ανταγωνιστικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/009, σ. 26), και, με βάση το άρθρο 74 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τη σύσταση 77/330/ΕΚΑΧ, της 15ης Απριλίου 1977, προς τις κυβερνήσεις των κρατών μελών περί καθιερώσεως κοινοτικής επιτηρήσεως των εισαγωγών εντός της Κοινότητας ορισμένων προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που καλύπτονται από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, καταγωγής τρίτων χωρών (JO L 114, σ. 15).
15 Συναφώς, από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της συστάσεως 77/330 προκύπτει ότι "η κατάρτιση λεπτομερών προγραμμάτων προβλέψεως καθιστά αναγκαία την ακριβέστερη κατά το δυνατόν γνώση των προθέσεων εισαγωγής και ότι, εξάλλου, πρέπει να καταβληθεί φροντίδα ώστε οι εισαγωγές και οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτές γίνονται να μην απειλήσουν να επιφέρουν σοβαρή ζημία στην κοινοτική παραγωγή". Η έκτη αιτιολογική σκέψη της ίδιας συστάσεως επισήμαινε ότι, "υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να εξαρτηθεί προσωρινώς η εισαγωγή εντός της Κοινότητας ορισμένων προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα καταγωγής τρίτων χωρών από την προσκόμιση ενός εγγράφου εισαγωγής που να πληροί ενιαία κριτήρια".
16 Κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας εθεωρείτο τρίτη χώρα, όσον αφορά το εμπόριο των καλυπτομένων από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ προϊόντων με τα κράτη μέλη εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Οι ισχύουσες συστάσεις περί κοινοτικής επιτηρήσεως ήσαν η σύσταση 41/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 4ης Ιανουαρίου 1985, σχετικά με την κοινοτική επίβλεψη όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, καταγωγής τρίτων χωρών εκτός της Ισπανίας (EE L 7, σ. 5), και έπειτα η σύσταση 3658/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1985, σχετικά με την κοινοτική επίβλεψη όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, καταγωγής τρίτων χωρών (EE L 348, σ. 32).
17 Το άρθρο 1 της συστάσεως 41/85 προέβλεπε ότι οι εισαγωγές στην Κοινότητα των προϊόντων βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που καλύπτονται από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ και απαριθμούνται στα παραρτήματα ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β της συστάσεως αυτής, καταγωγής τρίτων χωρών εκτός της Ισπανίας, εξαρτώνταν από την έκδοση εγγράφου εισαγωγής. Το άρθρο 1 της συστάσεως 3658/85 προέβλεπε επίσης την έκδοση του εγγράφου αυτού για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των ίδιων προϊόντων, καταγωγής τρίτων χωρών.
18 Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', των συστάσεων 41/85 και 3658/85 προκύπτει ότι η αίτηση του εισαγωγέα έπρεπε να αναφέρει τη χώρα καταγωγής και τη χώρα προελεύσεως του εμπορεύματος. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, των συστάσεων αυτών, "ο εισαγωγέας πρέπει να πιστοποιεί την ακρίβεια της αίτησης για έγγραφο εισαγωγής".
19 Από τις απαντήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου, για να συμμορφωθεί προς τη σύσταση 41/85, δημοσίευσε στις 7 Μαρτίου 1985 ένα avis προς τους εισαγωγείς ορισμένων προϊόντων καταγωγής οποιασδήποτε χώρας [JORF (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας) της 7ης Μαρτίου 1985, σ. 2848]. Το άρθρο 4 του avis αυτού προέβλεπε ότι συνέχιζε να ισχύει το ειδικό καθεστώς επιτηρήσεως των εισαγωγών από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.
20 Πράγματι, οι εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων στη Γαλλία από τη χώρα αυτή υπέκειντο σε ειδικό καθεστώς επιτηρήσεως, μέσω αδειών εισαγωγής, σύμφωνα με avis του Υπουργείου Βιομηχανικής Ανασυγκροτήσεως και του Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου προς τους εισαγωγείς ορισμένων προϊόντων βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα καταγωγής και προελεύσεως Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (JORF της 29ης Δεκεμβρίου 1984, σ. 12168, και της 5ης Μαρτίου 1986, σ. 3452).
21 Πρέπει εν προκειμένω να επισημανθεί ότι οι ισχύοντες σήμερα κοινοτικοί κανόνες περί επιτηρήσεως των εισαγωγών ορισμένων προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών εξακολουθούν να συνεπάγονται την υποχρέωση για τον εισαγωγέα να δηλώνει τη χώρα καταγωγής και τη χώρα προελεύσεως των εισαγομένων εμπορευμάτων [βλ. το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 2914/95 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, για την καθιέρωση προηγούμενης κοινοτικής επιτηρήσεως των εισαγωγών ορισμένων προϊόντων σιδήρου και χάλυβα που καλύπτονται από τις Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΚ, καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών (EE L 305, σ. 23)].
22 Εντούτοις, ούτε οι συστάσεις 41/85 και 3658/85 ούτε ο κανονισμός 2914/95 προέβλεψαν συγκεκριμένες κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεών τους.
23 Κατά το άρθρο 14, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, "οι συστάσεις συνεπάγονται υποχρέωση ως προς τους σκοπούς τους οποίους τάσσουν, αλλά αφήνουν σ' εκείνους προς τους οποίους απευθύνονται την επιλογή των καταλλήλων μέσων για την επίτευξη των σκοπών αυτών". Ναι μεν αληθεύει ότι η διάταξη αυτή αφήνει στα κράτη μέλη την ελευθερία επιλογής των μέσων και μεθόδων για την εξασφάλιση της εφαρμογής μιας συστάσεως, η ελευθερία όμως αυτή διατηρεί ακέραια την υποχρέωση κάθε κράτους προς το οποίο απευθύνεται μια σύσταση να λαμβάνει, στο πλαίσιο της εσωτερικής του έννομης τάξης, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή των συστάσεων, σύμφωνα με τον στόχο που επιδιώκουν (βλ., με το αυτό περιεχόμενο, όσον αφορά τις οδηγίες, την απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, Von Colson και Kamann, Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 15).
24 Τα άρθρα 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και 5 της Συνθήκης ΕΚ επιβάλλουν στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εγγυηθεί την εφαρμογή και αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, όταν μια κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεών της ή παραπέμπει, ως προς το σημείο αυτό, στις εθνικές διατάξεις. Προς τούτο, ενώ διατηρούν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε οι παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως να κολάζονται υπό προϋποθέσεις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου ανάλογες με αυτές που ισχύουν για παρεμφερούς φύσεως και σημασίας παραβάσεις του εθνικού δικαίου και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ., με το αυτό περιεχόμενο, για τους κανονισμούς, την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-36/94, Siesse, Συλλογή 1995, σ. Ι-3573, σκέψη 20, και για τις οδηγίες, την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994, C-382/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1994, σ. Ι-2435, σκέψη 55).
25 Η από σύσταση απορρέουσα υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, καθώς και το καθήκον τους δυνάμει του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚΑΧ να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκτέλεση της υποχρεώσεως αυτής, επιβάλλεται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, και των δικαστικών αρχών (βλ., για τις οδηγίες, την προαναφερθείσα απόφαση Von Colson και Kamann, σκέψη 26).
26 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η ένωση, στις 3 Οκτωβρίου 1990, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε ως συνέπεια την αυτόματη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου επί του εδάφους της δεύτερης. Σε αυτό το νέο κοινοτικό πλαίσιο, οι διατυπώσεις δηλώσεως ορισμένων στοιχείων προς τις τελωνειακές αρχές εξακολουθούσαν να ισχύουν μεταξύ των κρατών μελών, αλλά στην ουσία για φορολογικούς λόγους ή στατιστικούς σκοπούς ή στο πλαίσιο των άρθρων 36 ή 115 της Συνθήκης ΕΟΚ.
27 Επιπλέον, η Επιτροπή φρονεί ότι, από την 1η Ιανουαρίου 1993 και την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς, καταργήθηκαν οι διατυπώσεις αυτές, αποκλειομένης έτσι κάθε δυνατότητας για κράτος μέλος να απαιτεί δήλωση περί της καταγωγής των κοινοτικών εμπορευμάτων κατά την εισαγωγή τους στο έδαφός του. Συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει ποιο αποτέλεσμα μπορούσε να έχει η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την επέκταση του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας στο έδαφος της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και λαμβανομένων υπόψη των επιταγών της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της εσωτερικής αγοράς, επί ενδεχομένου επαναχαρακτηρισμού, από απόψεως ποινικού δικαίου, πράξεως τελεσθείσας πριν από την προσχώρηση. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Κυβέρνηση συντάχθηκε με την άποψη αυτή.
28 Πάντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η επέκταση του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους με την ένωση κράτους μέλους ή με την προσχώρηση νέων κρατών μελών αποτελεί νέο πραγματικό περιστατικό, το οποίο δεν έχει ως συνέπεια να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εγγυάται την εφαρμογή και αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως.
29 Συνεπώς, η επέκταση αυτή δεν έχει ως συνέπεια να εμποδίσει τα εθνικά δικαστήρια να κολάζουν τις παραβιάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως υπό προϋποθέσεις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου ανάλογες με αυτές που ισχύουν για παρεμφερούς φύσεως και σημασίας παραβάσεις του εθνικού δικαίου και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι εφαρμοστέες κατόπιν της ενώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοτικές τελωνειακές διατάξεις δεν κωλύουν ενδεχόμενο επαναχαρακτηρισμό της πράξεως κατά το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να κολασθούν οι παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τον κατηγορούμενο και την αστικώς υπεύθυνη της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 1994 το cour d' appel των Παρισίων, αποφαίνεται:
Οι εφαρμοστέες κατόπιν της ενώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοτικές τελωνειακές διατάξεις δεν κωλύουν ενδεχόμενο επαναχαρακτηρισμό της πράξεως κατά το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να κολασθούν οι παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως.
Full & Egal Universal Law Academy