Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Αίτηση αναιρέσεως * Λόγοι * Απλή επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου * Απαράδεκτο * Απόρριψη
(Οργανισμός ΕΟΚ του Δικαστηρίου, άρθρα 49 και 51 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 PAR 1, στοιχ. γ')
2. Υπάλληλοι * Μετακίνηση * Καθήκον αρωγής της διοικήσεως * Συνδυασμός με το συμφέρον της υπηρεσίας
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-62/94 P,
Μariette Turner, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπουμένη από τον Georges Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Fiduciaire Myson, 1, rue Glesener,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 16 Δεκεμβρίου 1993 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-80/92, Τurner κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1465), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Gianluigi Valsesia, κύριο νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Denis Waelbroek, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Hirsch (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Φεβρουαρίου 1994, η Τurner άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 16ης Δεκεμβρίου 1993, Τ-80/92, Τurner κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1465), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε την επιδίκαση ενός συμβολικού ΕCU ως ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της αυτεπάγγελτης μετακινήσεώς της και των συνθηκών υπό τις οποίες εχώρησε η μετακίνηση αυτή.
2 Από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, ιατρός, ήταν υπάλληλος της Επιτροπής. Συμπλήρωσε την ηλικία συνταξιοδοτήσεως στα τέλη του 1992. Από το 1981 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1992 υπηρετούσε στη μονάδα "Υγειονομική ασφάλιση και ατυχήματα" της Διευθύνσεως Β "Δικαιώματα και Υποχρεώσεις" της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού και Διοικήσεως (ΓΔ ΙΧ).
3 Με συστημένη επιστολή της 7ης Φεβρουαρίου 1992, την οποία παρέλαβε στην κατοικία της στις 10 Φεβρουαρίου 1992 ενώ βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η αναιρεσείουσα έλαβε επισήμως γνώση της αποφάσεως που εξέδωσε στις 31 Ιανουαρίου 1992 η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), περί αυτεπάγγελτης τοποθετήσεώς της στη μονάδα "Υγειονομική υπηρεσία-Βρυξέλλες" (στο εξής: υγειονομική υπηρεσία) προς το συμφέρον της υπηρεσίας από 1ης Φεβρουαρίου 1992.
4 Στις 6 Μαρτίου 1992 υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής.
5 Η ένσταση απορρίφθηκε με απόφαση της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 1992, κοινοποιηθείσα στην αναιρεσείουσα με έγγραφο της 7ης Αυγούστου 1992. Η Επιτροπή μετέθεσε ωστόσο στις 15 Φεβρουαρίου 1992 την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως περί μετακινήσεως.
6 Στις 28 Σεπτεμβρίου 1992 η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
7 Ενώπιον του Πρωτοδικείου προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται αντιστοίχως σε διαδικαστική πλημμέλεια, σε παράβαση του άρθρου 7 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), σε παράβαση του άρθρου 25 του ΚΥΚ, σε κατάχρηση εξουσίας και σε παράβαση του καθήκοντος αρωγής.
8 Προς στήριξη της αναιρέσεώς της η αναιρεσείουσα προβάλλει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, συνιστάμενη στο ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε τους προπαρατεθέντες λόγους ακυρώσεως.
9 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναίρεση είναι προδήλως αβάσιμη.
10 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως εάν είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
11 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κακώς δεν δέχθηκε την ύπαρξη διαδικαστικής πλημμέλειας που διέπραξε η Επιτροπή, καθόσον η απόφαση περί μετακινήσεως, η οποία κοινοποιήθηκε μόλις με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 1992, τέθηκε αναδρομικά σε ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου 1992.
12 Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, με τη σκέψη 38 της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η επίδικη απόφαση δεν μπορούσε να έχει πρακτικά αποτελέσματα κατά το διάστημα που η αναιρεσείουσα τελούσε σε αναρρωτική άδεια. Η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται από τη διαπίστωση, στη σκέψη 22 της ιδίας αποφάσεως, ότι, κατόπιν ενστάσεως της αναιρεσείουσας, η ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως αυτής μετατέθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1992. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
13 Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 7 του ΚΥΚ.
14 Η αναιρεσείουσα προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
* κακώς το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η ΑΔΑ μπορούσε να επικαλεστεί έναν αντικειμενικό και γενικό λόγο βάσει του οποίου ήταν δυνατή η μετακίνησή της προς το συμφέρον της υπηρεσίας
* κακώς το Πρωτοδικείο της προσήψε ότι παρέβη το καθήκον αφοσιώσεως και συνεργασίας
* κακώς δέχθηκε ότι δεν απέδειξε τις αρνητικές συνέπειες που είχε η αυτεπάγγελτη μετακίνησή της για τη λειτουργία της προηγούμενης υπηρεσίας της
* δεν υπήρχε πράγματι επείγουσα ανάγκη να μεταφερθεί η θέση της στην υγειονομική υπηρεσία, δεδομένου ότι η θέση αυτή παρέμεινε κενή μετά την αναχώρηση της αναιρεσείουσας.
15 Κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους που αφορούν την αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Στο άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας διευκρινίζεται ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τους προβαλλόμενους νομικούς λόγους και επιχειρήματα.
16 Από τις δύο τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει επακριβώς τα βαλλόμενα στοιχεία της αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη του αιτήματος αναιρέσεως της αποφάσεως αυτής.
17 Κατά παγία νομολογία, δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα που, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του τελευταίου (βλ. προσφάτως τη διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C-26/94 Ρ, Χ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4379, σκέψη 13).
18 Προκειμένου περί του πρώτου, του τρίτου και του τέταρτου ισχυρισμού προς στήριξη του λόγου αυτού, αρκεί να διαπιστωθεί ότι η αναιρεσείουσα παρέλειψε να προβάλει επιχειρήματα προκειμένου να στοιχειοθετηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου εκ μέρους του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο της εκτιμήσεως στην οποία προέβη. Ως προς τα σημεία αυτά ο λόγος αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
19 'Οσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό προς στήριξη του ιδίου λόγου αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε (σκέψη 57, δεύτερο τμήμα της φράσεως) "(...) ότι η Επιτροπή, όταν εξέδωσε την επίδικη απόφαση, δικαιούνταν να υποθέσει ότι η ενάγουσα θα έδειχνε συμπεριφορά σύμφωνη με την υποχρέωσή της συνεργασίας κα αφοσιώσεως".
20 Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να υπενθυμίσει το θεμελιώδες καθήκον αφοσιώσεως και συνεργασίας σε μία φράση η οποία δεν ήταν απαραίτητη για την απόρριψη της αγωγής. Η εν λόγω σκέψη του Πρωτοδικείου δεν μπορεί άλλωστε να αποτελεί αφ' εαυτής την ουσιαστική μομφή περί παραβάσεως του καθήκοντος αυτού που διέπραξε η ενάγουσα. Ως προς το σημείο αυτό, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
21 Προς στήριξη του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 25 του ΚΥΚ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι μόνον η αναφορά στο "συμφέρον της υπηρεσίας" και στην "ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής" καθώς και στην έκθεση του Dr Hoffmann της 14ης Φεβρουαρίου 1992 δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία.
22 Συναφώς, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι, ενόψει των διαφορετικών εγγράφων που απευθύνθηκαν στη διοίκηση στο πλαίσιο της επίδικης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα ήταν απολύτως σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
23 Προς στήριξη του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, που στηρίζεται σε κατάχρηση εξουσίας, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε και δεν ανέλυσε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, τα επιχειρήματα που προέβαλε προς στήριξη του λόγου αυτού αλλά ότι αρκέστηκε, αφού τα απαρίθμησε, να καταλήξει στο συμπέρασμα * χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία ή δικαιολογία * ότι δεν αποτελούσαν "αντικειμενικές, ουσιώδεις και συγκλίνουσες ενδείξεις που να μπορούν να αποδείξουν νομικώς επαρκώς ότι η επίδικη μετακίνηση αποφασίστηκε για σκοπό διαφορετικό από εκείνο της ενισχύσεως του προσωπικού της υγειονομικής υπηρεσίας" (σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
24 Απορρίπτοντας ως εξής τα επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν ενώπιόν του, ήτοι:
"* το γεγονός ότι υφίσταται, μεταξύ 1990 και 1991, σημαντική διαφορά απόψεων μεταξύ της ενάγουσας και του προϊσταμένου της τμήματος σχετικά με απόφαση αναδιοργανώσεως της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσε τότε
* το γεγονός ότι, κατά την ενάγουσα, η απόφαση μετακινήσεως ελήφθη κατόπιν πρωτοβουλίας του γενικού διευθυντή της ΓΔ IX και όχι κατόπιν αιτήσεως της υγειονομικής υπηρεσίας
* το γεγονός ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η ενάγουσα κατά της αποφάσεως μετακινήσεώς της δεν έτυχαν ικανοποιητικής απαντήσεως κατ' αυτήν και
* το γεγονός ότι, παρά την αντίθεση που εκδήλωσε η ενάγουσα στη μετακίνησή της, η Επιτροπή αρνήθηκε να εξετάσει τη δυνατότητα φιλικής λύσεως της διαφοράς" (σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως),
το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση απλών πραγματικών ισχυρισμών στερουμένων οιασδήποτε αρχής αποδείξεως, η απόρριψη των οποίων δεν καθιστούσε αναγκαία καμία ιδιαίτερη αιτιολογία. Δεδομένου ότι ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε έλλειψη αιτιολογήσεως και δικαιολογήσεως της εκτιμήσεως αυτής, είναι επομένως προδήλως αβάσιμος.
25 'Οσον αφορά τους ισχυρισμούς που προέβαλε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως προς στήριξη του ιδίου λόγου, ήτοι ότι,
* καίτοι αληθεύει αναμφιβόλως ότι η ενίσχυση της υγειονομικής υπηρεσίας μπορούσε να αποδειχθεί αναγκαία, η κατάσταση αυτή ήταν γνωστή προ πολλού και ότι, καίτοι ενδεικνυόταν κατά το χρονικό εκείνο σημείο να διοριστεί νέος γιατρός, θα έπρεπε να επιλεγεί άλλο πρόσωπο και όχι η αναιρεσείουσα
* τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στην αναιρεσείουσα ήταν ακαθόριστα, ασαφή και κενά ουσιαστικού περιεχομένου
* οι αρμόδιοι της Επιτροπής, τόσο στη διοίκηση όσο και στην υγειονομική υπηρεσία, επειδή δεν μπόρεσαν να επιτύχουν την ενίσχυση του προσωπικού της εν λόγω υπηρεσίας παρά την ύπαρξη σχετικής αιτήσεως που χρονολογείται πλέον των τριών ετών, σκέφτηκαν να μετακινήσουν αυτεπαγγέλτως την αναιρεσείουσα με αντίστοιχη μεταφορά της θέσεώς της προκειμένου η θέση αυτή να παραμείνει διαθέσιμη στην υγειονομική υπηρεσία μετά την αποχώρηση της αναιρεσείουσας,
συνιστούν νέους πραγματικούς ισχυρισμούς στερούμενους παντελώς νομικών επιχειρημάτων. Ως τέτοιοι είναι προδήλως απαράδεκτοι.
26 Τέλος, στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του καθήκοντος αρωγής, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι είναι παράλογο και αντίθετο προς το κοινό αίσθημα να μετακινείται υπάλληλος, παρά τη θέλησή του, λίγους μήνες πριν από τη συνταξιοδότησή του. Πράγματι, η διάρκεια μετακινήσεως επί ορισμένους μήνες, όπως εν προκειμένω, περιορίζει σοβαρά τη δυνατότητα να ανατεθεί χρήσιμη και αποτελεσματική εργασία σε ένα πρόσωπο. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα θεώρησε την αποχώρησή της υπό τις συνθήκες αυτές ως ένδειξη περιφρονήσεως, αν όχι ως συγκεκαλυμμένη πειθαρχική ποινή εις βάρος της.
27 Συναφώς, το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει κατά την αξιολόγηση τόσο των απαιτήσεων του συμφέροντος της υπηρεσίας όσο και του συμφέροντος της αναιρεσείουσας. Πράγματι, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η μετακίνηση, έστω και μερικούς μήνες πριν από τη συνταξιοδότηση, σε υπηρεσία στην οποία η ενάγουσα είχε εργαστεί επί μία δεκαετία (βλ. σκέψη 56 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου) αντιβαίνει προς το καθήκον αρωγής που υπέχει η διοίκηση ή συνιστά συγκεκαλυμμένη πειθαρχική ποινή. Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
28 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι οι λόγοι που προέβαλε η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αναιρέσεώς της είναι είτε προδήλως απαράδεκτοι είτε προδήλως αβάσιμοι. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 122 του κανονισμού αυτού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αναιρέσεων που ασκούνται από μονίμους ή μη μονίμους υπαλλήλους οργάνου κατά του οργάνου αυτού. Επειδή η Τurner ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Τurner στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Λουξεμβούργο, 17 Οκτωβρίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy