Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Προσωρινά μέτρα - Προϋποθέσεις λήψεως - Επείγον - Λαμβάνεται υπόψη η έλλειψη επιμέλειας του προσφεύγοντος πριν από την κίνηση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων - Στάθμιση του συνόλου των εμπλεκόμενων συμφερόντων - Δημοσία ασφάλεια - Αίτηση αναστολής αποφάσεως περί συνάψεως συμβάσεως δημοσίων προμηθειών που βρίσκεται στο στάδιο της εκτελέσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 186 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 83 PAR 2)
Περίληψη
Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, μπορεί να ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων παράλληλα με την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως που αφορά διαδικασία συνάψεως συμβάσεως δημοσίων έργων ή δημοσίων προμηθειών της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα. Πράγματι, η μη τήρηση οδηγίας στον τομέα αυτό συνιστά σοβαρή προσβολή της κοινοτικής νομιμότητας και η μεταγενέστερη αναγνώριση της παράβασης από το Δικαστήριο, συνήθως μετά την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως, δεν μπορεί να εξαφανίσει τη ζημία σε βάρος της κοινοτικής έννομης τάξεως και όλων όσων υπέβαλαν προσφορά στον σχετικό διαγωνισμό, τα δικαιώματα των οποίων παραβιάστηκαν.
Δεδομένου ότι, βάσει των οδηγιών στον τομέα αυτό, προτιμάται σε εθνικό επίπεδο η άσκηση προσφυγής πριν από τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως, η Επιτροπή οφείλει να επεμβαίνει σε κοινοτικό επίπεδο, στο μέτρο του δυνατού, πριν από τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως ή, τουλάχιστον, να ενημερώνει γρήγορα και με σαφήνεια το οικείο κράτος μέλος επί της απόψεώς της όσον αφορά την ενδεχόμενη παράβαση των κοινοτικών κανόνων που διέπουν τη σύμβαση αυτή και να ανακοινώνει ότι επιθυμεί την αναστολή της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως ή της εκτελέσεως της ήδη συναφθείσας συμβάσεως. Αν το κράτος μέλος παρά την ειδοποίηση αυτή συνεχίσει τη διαδικασία συνάψεως συμβάσεως ή προχωρήσει στην εκτέλεση της συμβάσεως, τότε ενεργεί με δική του ευθύνη.
Αφήνοντας να παρέλθουν πλέον των τριών μηνών από της λήψεως καταγγελίας περί παρατυπιών της διαδικασίας συνάψεως συμβάσεως δημοσίων προμηθειών μέχρις ότου πληροφορήσει το κράτος μέλος ότι επιθυμεί την αναστολή της συμβάσεως αυτής η Επιτροπή δεν επέδειξε την επιμέλεια την οποία θα αναμενόταν από διάδικο ο οποίος υποβάλλει στη συνέχεια αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Εξάλλου, ναι μεν το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να επικαλείται, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων, τον κίνδυνο τον οποίο διατρέχουν όσοι χρησιμοποιούν τις δημόσιες υπηρεσίες στον σχετικό τομέα λόγω καθυστερήσεως της εκτελέσεως μιας συμβάσεως όταν αυτό το ίδιο κράτος δημιούργησε την κατάσταση αυτή με παραλείψεις του, όμως το Δικαστήριο, κρίνον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να θεωρήσει σε ορισμένες περιπτώσεις και όταν ο προβαλλόμενος κίνδυνος είναι σοβαρός ότι δεν πρέπει να συμπράξει και το ίδιο στην επαύξηση του κινδύνου αυτού με την αποδοχή της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-87/94 R,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Hendrik van Lier, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από τον Jan Devadder, διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Τρίτες Χώρες, επικουρούμενο από τους Michel Waelbroek και Denis Waelbroek, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με την οποία ζητείται, αφενός, η αναστολή των εννόμων συνεπειών της αποφάσεως περί συνάψεως συμβάσεως δημοσίων προμηθειών για την αγορά λεωφορείων, την οποία έλαβε στις 6 Οκτωβρίου 1993 η εταιρία Societe Regionale Wallone du Transport αναθέτοντας την εν λόγω προμήθεια στην εταιρία Espace Mobile International S.A. και, αφετέρου, αναστολή των εννόμων συνεπειών όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνήφθησαν μεταξύ αυτών των δύο εταιριών λόγω της αποφάσεως περί αναθέσεως της σχετικής προμήθειας,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Περιγραφή της διαφοράς
Α - Διαδικασία
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Μαρτίου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου,
- λαμβάνοντας υπόψη, στο πλαίσιο διαγωνισμού προς σύναψη συμβάσεως δημοσίων προμηθειών που προκήρυξε η εταιρία Societe Regionale Wallone du Transport (στο εξής: SRWT), τροποποιήσεις που έγιναν σε μία από τις προσφορές μετά το άνοιγμα των προσφορών και
- δεχθέν, στη διαδικασία του σχετικού διαγωνισμού, τη συμμετοχή ενός υποψηφίου ο οποίος δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλογής της συγγραφής υποχρεώσεων,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 90/531/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 297, σ. 1), καθώς και από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία απoτελεί τη βάση κάθε κανονιστικής ρυθμίσεως των διαγωνισμών προς σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων και δημοσίων προμηθειών.
2 Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η προσφεύγουσα υπέβαλε, δυνάμει των άρθρων 186 της Συνθήκης, 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί το Βασίλειο του Βελγίου να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αναστολή των εννόμων συνεπειών της αποφάσεως της SRWT της 6ης Οκτωβρίου 1993, καθώς και όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αναστολή των εννόμων συνεπειών της όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνήφθησαν μεταξύ αυτής της εταιρίας και εκείνης στην οποία κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός, ήτοι της εταιρίας Espace Mobile International S.A. (στο εξής: ΕΜΙ), μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδόσει οριστική απόφαση επί της κυρίας υποθέσεως.
3 Το Βασίλειο του Βελγίου κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις του στις 30 Μαρτίου 1994. Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους στις 14 Απριλίου 1994.
Β - Ιστορικό
4 Η SRWT, με έδρα τη Namur (Βέλγιο), προκήρυξε διαγωνισμό προς υποβολή προσφορών για τη σύναψη συμβάσεως δημοσίων προμηθειών διαρκείας τριών ετών, αφορώσας οκτώ παρτίδες λεωφορείων δημοσίων συγκοινωνιών, περιλαμβάνουσες 307 οχήματα συνήθους τύπου, υπολογιζόμενης αξίας 2 022 918 000 βελγικών φράγκων (BFR) (χωρίς ΦΠΑ). Σχετική πρόσκληση προς υποβολή προσφορών δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 22 Απριλίου 1993.
5 Στις 7 Ιουνίου 1993, ημερομηνία λήξεως της προβλεπόμενης για τη συμμετοχή στο σχετικό διαγωνισμό προθεσμίας, είχαν κατατεθεί πέντε προσφορές εκ μέρους των εταιριών EMI (Aubange), Van Hool (Koningshooikt), Mercedes-B Belgium (Βρυξέλλες), Berkhof (Roeselaere) και Jonckheere (Roeselaere).
6 Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του ιδίου έτους η SRWT προέβη σε εξέταση των προσφορών αυτών, συντάχθηκε δε σχετική έκθεση ενόψει της συσκέψεως του διοικητικού της συμβουλίου που προβλεπόταν να πραγματοποιηθεί στις 2 Σεπτεμβρίου 1993 με αυτήν προτεινόταν η ανάθεση της προμήθειας της παρτίδας υπ' αριθ. 1 (37 οχήματα) στην εταιρία Jonckheere (στο εξής: Jonckheere) και των παρτίδων υπ' αριθ. 2 έως 6 στην εταιρία Van Hool (στο εξής: Van Hool).
7 Στις 3, 23 και 24 Αυγούστου 1993 η ΕΜΙ απέστειλε τρία σημειώματα στη διοργανώτρια του διαγωνισμού.
8 Με τα σημειώματα αυτά υπέβαλε παρατηρήσεις ιδίως σχετικά με τα ακόλουθα σημεία της ποσφοράς της:
- σημείωμα της 3ης Αυγούστου: έκπτωση ανάλογα με την ποσότητα, προσφορά χρηματοδοτήσεως, μη εφαρμογή της ρήτρας αναθεωρήσεως των τιμών για τα παραδοτέα το 1994 λεωφορεία, κατανάλωση καυσίμου των οχημάτων, στοιχεία εκτιμήσεως αφορώντα αριθμητικά και μη αριθμητικά δεδομένα σχετικά με την τεχνική ποιότητα των προσφερόμενων οχημάτων
- σημείωμα της 23ης Αυγούστου: προβλεπόμενος αριθμός των αντικαταστάσεων του κινητήρα και του κιβωτίου ταχυτήτων
- σημείωμα της 24ης Αυγούστου: κατανάλωση καυσίμου.
9 Η διοργανώτρια του διαγωνισμού εταιρία εξέτασε τα τρία συμπληρωματικά σημειώματα κατόπιν της εξετάσεως αυτής συντάχθηκε στις 31 Αυγούστου μία εσωτερική έκθεση, στην οποία διελαμβάνετο ότι τα τρία συμπληρωματικά σημειώματα περιελάμβαναν τροποποιήσεις της αρχικής προσφοράς και επιβεβαιωνόταν, κατά συνέπεια, το βάσιμο της προτάσεως περί αναθέσεως της σχετικής προμήθειας όπως οριζόταν στην προαναφερθείσα έκθεση που επρόκειτο να υποβληθεί στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της 2ας Σεπτεμβρίου 1993.
10 Θεωρώντας ότι δεν είχε στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία για να λάβει οριστική απόφαση, το διοικητικό συμβούλιο της SRWT αποφάσισε στις 2 Σεπτεμβρίου 1993 να συνεχίσει τη σχετική συζήτηση σε μεταγενέστερη συνεδρίαση.
11 Με έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 1993, ο Υπουργός Συγκοινωνιών της Περιφέρειας της Βαλωνίας γνωστοποίησε στον γενικό διευθυντή της SRWT ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις προσφορές των Van Hool και EMI, περιλαμβανομένων των τριών προαναφερθέντων σημειωμάτων. Κατέληξε προτείνοντας στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας να προβεί σε συμπληρωματική εξέταση του φακέλου, σε συνάρτηση με τις δικές του παρατηρήσεις.
12 Στις 28 Σεπτεμβρίου 1993, η SRWT ζήτησε από την ΕΜΙ να επιβεβαιώσει τα σχετικά με την κατανάλωση καυσίμου στοιχεία τα οποία μνημονεύονταν στο σημείωμα της 24ης Αυγούστου 1993, καθώς και τα αφορώντα τον μέγιστο προβλεπόμενο αριθμό των αντικαταστάσεων του κινητήρα και του κιβωτίου ταχυτήτων, περί του οποίου γινόταν λόγος στο σημείωμα της 23ης Αυγούστου. Η ΕΜΙ επιβεβαίωσε τα στοιχεία αυτά της προσφοράς της με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 1993.
13 Ενόψει της συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 1993 η διοίκηση της SRWT συνέταξε νέα έκθεση σχετική με τη σύγκριση των προσφορών. Με την έκθεση αυτή, στην οποία περιλαμβάνονταν στοιχεία προερχόμενα από τα τρία συμπληρωματικά σημειώματα της ΕΜΙ, προτεινόταν η ανάθεση της προμήθειας της παρτίδας υπ' αριθ. 1 (37 οχήματα) στην Jonckheere και των παρτίδων υπ' αριθ. 2 έως 6 (που είχαν μειωθεί σε 278 οχήματα) στην ΕΜΙ.
14 Στις 6 Οκτωβρίου 1993 το διοικητικό συμβούλιο της SRWT αποφάσισε αφενός να αναβάλει για το 1996 την παραγγελία 30 λεωφορείων και αφετέρου να αναθέσει την προμήθεια της παρτίδας υπ' αριθ. 1 στην Jonckheere, αξίας 212 759 250 BFR χωρίς ΦΠΑ, των δε παρτίδων 2 έως 6 (278 οχήματα) στην ΕΜΙ, αξίας 1 797 719 210 BFR χωρίς ΦΠΑ.
15 Την ίδια ημέρα η Van Hool άσκησε προσφυγή ενώπιον του Conseil d' Etat του Βελγίου ζητώντας την αναστολή των σχετικών διαδικασιών με βάση την προβλεπόμενη για τις εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις διαδικασία.
16 Με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1993 ο πρόεδρος του έκτου τμήματος ασφαλιστικών μέτρων του Conseil d' Etat διέταξε την προσωρινή αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως την οποία έλαβε το διοικητικό συμβούλιο της SRWT στις 6 Οκτωβρίου 1993.
17 Εντούτοις, με απόφασή του της 17ης Νοεμβρίου 1993 το Conseil d' Etat δεν επικύρωσε το μέτρο αυτό και απέρριψε τα αιτήματα της Van Hool σχετικά με την αναστολή και τη λήψη προσωρινών μέτρων.
18 Με έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας η SRWT διαβίβασε στην ΕΜΙ την παραγγελία σχετικά με τις παρτίδες 2 έως 6.
19 Στις 30 Νοεμβρίου 1993 η Επιτροπή, στην οποία υπέβαλε καταγγελία η Van Hool, κοινοποίησε στο Βασίλειο του Βελγίου έγγραφο οχλήσεως κατα την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης, με το οποίο του προσήψε ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την προαναφερθείσα οδηγία 90/531, καθώς και από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία απoτελεί τη βάση κάθε κανονιστικής ρυθμίσεως των διαγωνισμών προς σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων και δημοσίων προμηθειών.
20 Το Βασίλειο του Βελγίου ισχυρίστηκε, με τις παρατηρήσεις του που υπέβαλε στην Επιτροπή στις 15 Δεκεμβρίου 1993, ότι η προσαπτόμενη παράβαση δεν αποδεικνυόταν.
21 Στις 8 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το κράτος αυτό να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δέκα ημερών, ιδίως με παρέμβασή του ενώπιον των αρμόδιων αρχών ώστε να ανασταλούν οι έννομες συνέπειες της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ SRWT και ΕΜΙ.
22 Με την απάντησή του, στις 18 Φεβρουαρίου 1994, το Βασίλειο του Βελγίου ενέμεινε στην άποψή του.
Σκεπτικό της Διατάξεως
23 Κατά το άρθρο 186 της Συνθήκης:
"Στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του, το Δικαστήριο δύναται να διατάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα."
24 Δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η έκδοση Διατάξεως κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάσσουσας προσωρινά μέτρα, εξαρτάται από την ύπαρξη περιστατικών από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και από την προβολή πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται ("εκ πρώτης όψεως βάσιμο"). Κατά πάγια νομολογία, πρέπει επίσης από τη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων να ενδείκνυται η λήψη αυτού του μέτρου.
25 Αυτές οι προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.
26 Το επείγον της υποθέσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί το προσωρινό μέτρο.
27 Εξάλλου, η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, που συνιστά κριτήριο για την ύπαρξη επείγοντος, αποτελεί το πρώτο στοιχείο της συγκρίσεως η οποία γίνεται στο πλαίσιο της σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων.
28 Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί συνολικά αν πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη επείγοντος και τη στάθμιση των συμφερόντων.
29 Η Επιτροπή διατείνεται ότι η ύπαρξη επείγοντος είναι πρόδηλη. Οι αφορώσες το 1994 παραδόσεις οχημάτων (128 λεωφορεία επί συνόλου 278) θα μπορούσαν ν' αρχίσουν τον Απρίλιο του 1994. Υπάρχει λοιπόν κίνδυνος προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, καθόσον η ανάθεση της προμήθειας και, κυρίως, οι πρώτες παραδόσεις θα έθεταν την Επιτροπή, θεματοφύλακα των Συνθηκών και επιφορτισμένη να επιβλέπει την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για μια σοβαρή και άμεση προσβολή της νομιμότητας της κοινοτικής τάξεως. Η ζημία μπορεί να καταστεί ανεπανόρθωτη με τη σταδιακή πραγματοποίηση των σχετικών παραδόσεων. Αν δεν διαταχθούν προσωρινά μέτρα η απόφαση επί της κύριας προσφυγής, εφόσον με αυτή γίνει δεκτή η προσφυγή, θα στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας.
30 Κατά το Βασίλειο του Βελγίου, η σχετική με την ύπαρξη επείγοντος προϋπόθεση δεν συντρέχει όταν ο προσφεύγων ενήργησε με υπερβολική καθυστέρηση ή όταν δημιούργησε ο ίδιος την κατάσταση την οποία επικαλείται. Τούτο συνέβη στην περίπτωση της Επιτροπής, η οποία άφησε να παρέλθουν πλέον των πέντε μηνών από την ανάθεση της ως άνω προμήθειας μέχρις ότου κινήσει την παρούσα διαδικασία. Επί πλέον, για να αποδείξει τον κίνδυνο προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, στο πλαίσιο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή θα έπρεπε να αποδείξει ότι συντρέχει ιδιαίτερα επιτακτική ανάγκη που δικαιολογεί τη λήψη προσωρινών μέτρων, όπως η ανάγκη της αποτροπής μιας παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου πριν από την ανάθεση της σχετικής προμήθειας. Δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στην προβολή του γενικού ισχυρισμού ότι βλάπτεται υπό την ιδιότητά της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, ισχυρισμός ο οποίος θα έπρεπε να γίνεται δεκτός προκειμένου για κάθε παράβαση του κοινοτικού δικαίου από κράτος μέλος.
31 Πρέπει να σημειωθεί ότι η μη τήρηση οδηγίας που αφορά δημόσια έργα ή δημόσιες προμήθειες συνιστά σοβαρή προσβολή της κοινοτικής νομιμότητας και ότι η μεταγενέστερη αναγνώριση της παράβασης από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, συνήθως μετά την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως, δεν μπορεί να απαλείψει την προσβολή της κοινοτικής έννομης τάξεως ούτε να εξαφανίσει τη ζημία όλων εκείνων οι οποίοι υπέβαλαν ανεπιτυχώς προσφορά στον σχετικό διαγωνισμό ή στερήθηκαν από τη δυνατότητα να μετάσχουν σ' αυτόν λυσιτελώς στο πλαίσιο της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Επομένως, η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, μπορεί να ζητεί τη λήψη προσωρινών μέτρων παράλληλα με την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως που αφορά διαδικασία συνάψεως συμβάσεως δημοσίων έργων ή δημοσίων προμηθειών της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα.
32 Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι οι οδηγίες
- 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), και
- 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 76, σ. 14),
επιβάλλουν την υποχρέωση προβλέψεως, σε εθνικό επίπεδο, της δυνατότητας ασκήσεως αποτελεσματικής και όσο το δυνατό λιγότερο χρονοβόρας προσφυγής κατά των αποφάσεων που παραβαίνουν το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων ή τους εθνικούς κανόνες που μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη το δίκαιο αυτό. Στην προκειμένη υπόθεση η Van Hool άσκησε τέτοια προσφυγή ενώπιον του Conseil d' Etat του Βελγίου, χωρίς να επιτύχει τη ζητούμενη αναστολή.
33 Όπως υπογράμμισε η Βελγική Κυβέρνηση ενώπιον του Δικαστηρίου, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες και τις διατάξεις των οδηγιών αυτών προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών δικαίων και επιδιώκοντας την κατά το δυνατό εξασφάλιση της νομικής ασφαλείας, έκρινε ότι προτιμότερη είναι κατά κύριο λόγο η άσκηση σχετικής προσφυγής πριν από τη σύναψη συμβάσεως δημοσίων έργων ή δημοσίων προμηθειών. Δεχόμενος ότι τα αποτελέσματα της προσφυγής σχετικά με ήδη συναφθείσα σύμβαση καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο και επιτρέποντας στα κράτη μέλη να περιορίζουν τα αποτελέσματα αυτά στην καταβολή αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα, ο κοινοτικός νομοθέτης αποδέχθηκε τη δυνατότητα των κρατών μελών να αποκλείουν, σε εθνικό επίπεδο, την ακύρωση τέτοιων συμβάσεων που βρίσκονται στο στάδιο της εκτελέσεώς τους.
34 Στο πλαίσιο της αλληλουχίας αυτής, η Επιτροπή οφείλει να επεμβαίνει σε κοινοτικό επίπεδο, στο μέτρο του δυνατού, πριν από τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως ή, τουλάχιστον, να ενημερώνει γρήγορα και με σαφήνεια το οικείο κράτος μέλος επί της απόψεώς της όσον αφορά την ενδεχόμενη παράβαση των κοινοτικών κανόνων που διέπουν τη σύμβαση αυτή και να ανακοινώνει ότι επιθυμεί την αναστολή της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως ή της εκτελέσεως της ήδη συναφθείσας συμβάσεως.
35 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι δέχθηκαν ότι δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου η σύμβαση συνήφθη με την κοινοποίηση της παραγγελίας της SRWT προς την ΕΜΙ στις 17 Νοεμβρίου 1993. Με την ευκαιρία αυτή δέχθηκαν ακόμη ότι, αντιθέτως προς τον ισχυρισμό που προβάλλεται με τις γραπτές παρατηρήσεις του καθού, το βελγικό δίκαιο, όπως εφαρμόζεται στο πλαίσιο της πλέον πρόσφατης νομολογίας, δεν αποκλείει την ακύρωση συμβάσεως δημοσίων έργων η οποία έχει ήδη συναφθεί.
36 Διαπιστώνεται ότι οι πρώτες παραδόσεις λεωφορείων προγραμματίστηκαν καταρχήν, για το τέλος Απριλίου του 1994.
37 Επομένως, την ημερομηνία κατά την οποία κινήθηκε η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων αφορούσε σύμβαση η οποία όχι μόνο είχε ήδη συναφθεί αλλά και βρισκόταν μάλιστα στο στάδιο της εκτελέσεως. Πράγματι, η διαδικασία προμήθειας, κατασκευής και συναρμολογήσεως των λεωφορείων προϋπέθετε οπωσδήποτε την τήρηση ενός ανάλογου προγράμματος πολλούς μήνες πριν από τις πρώτες παραδόσεις.
38 Η Επιτροπή δήλωσε με το δικόγραφο της κύριας προσφυγής της ότι ήδη στις 6 Οκτωβρίου 1993 της είχε υποβληθεί καταγγελία από την Van Hool, ανέφερε δε στη συνέχεια προφορικώς στις 14 Απριλίου 1994 και εγγράφως στις 15 Απριλίου 1994 ότι η σχετική καταγγελία τής είχε υποβληθεί ταχυδρομικώς με έγγραφο της 29ης Οκτωβρίου 1993, το οποίο περιλαμβάνεται στη δικογραφία. Εν πάση περιπτώσει, γνωστοποίησε την πρόθεσή της να επιδιώξει την αναστολή της συμβάσεως μόλις με την αιτιολογημένη γνώμη της 8ης Φεβρουαρίου 1994, ήτοι πλέον των τριων μηνών μετά την παραλαβή του από 29 Οκτωβρίου 1993 εγγράφου και πλέον των δύο μηνών από της αποστολής του εγγράφου οχλήσεως της 30ής Νοεμβρίου 1993, στο οποίο δεν περιλαμβανόταν καμία τέτοια ένδειξη. Συνεπώς, δεν ενήργησε έτσι ώστε η διοργανώτρια του διαγωνισμού να αντιληφθεί το γρηγορότερο δυνατό ότι συνέχιζε με δική της ευθύνη την εκτέλεση της συμβάσεως, η σύναψη της οποίας πραγματοποιήθηκε με πρωτόγνωρη σπουδή, την ίδια ημέρα μάλιστα της εκδόσεως της αποφάσεως του Conseil d' Etat του Βελγίου της 17ης Νοεμβρίου 1993. Ωστόσο, με την καταγγελία της της 29ης Οκτωβρίου 1993 η Van Hool υπογράμμισε το επείγον της υποθέσεως και την επιτακτική ανάγκη για άμεση παρέμβαση της Επιτροπής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν επέδειξε την επιμέλεια την οποία όφειλε, δεδομένου μάλιστα ότι υπέβαλε στη συνέχεια αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
39 Στην εκ μέρους της Επιτροπής επίκληση του ενδεχομένου προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, το Βασίλειο του Βελγίου αντιτείνει ότι, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων, πρέπει να ληφθεί υπόψη το δυναμικό σε λεωφορεία της SRWT. Η εταιρία αυτή διαθέτει πολλά παλαιά οχήματα, ιδίως δε 194 οχήματα που τέθηκαν σε κυκλοφορία τα έτη 1976, 1977 και 1978. Λόγω της καταστάσεως των εν λόγω οχημάτων, ορισμένες τοπικές διευθύνσεις της SRWT άρχισαν να ζητούν πιεστικά την αντικατάστασή τους. Η από τεχνικής απόψεως κατάσταση των οχημάτων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα βλάβες ή και ατυχήματα, που μπορούν να έχουν δραματικές συνέπειες για το προσωπικό, τους επιβάτες και τη φήμη της εταιρίας γενικά. Ήδη μια επιβάτιδα υπήρξε θύμα ατυχήματος και χρειάστηκε να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο: το πάτωμα ενός λεωφορείου υποχώρησε κάτω από την πίεση του ποδιού της μόλις αυτή ανέβηκε στο όχημα. Η αναστολή της συμβάσεως θα οδηγούσε στην πραγματικότητα σε άμεση καταγγελία της, στη συνέχεια δε θα απαιτείτο η διενέργεια νέου διαγωνισμού για τη σύναψη συμβάσεως δημοσίων προμηθειών, ο οποίος θα καθυστερούσε κατά δεκατρείς περίπου μήνες κάθε μία από τις προβλεπόμενες παραδόσεις οχημάτων.
40 Οι ισχυρισμοί του καθού σχετικά με την κατάσταση των οχημάτων που πρέπει να αντικατασταθούν επιβεβαιώνονται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Πράγματι, η κατάστασή τους δεν είναι ικανοποιητική, δεδομένης της επιτακτικής ανάγκης εξασφαλίσεως της ασφάλειας του κοινού, η οποία απαιτείται να διασφαλίζεται στο πλαίσιο κάθε δραστηριότητας του δημόσιου τομέα. Εντούτοις, το Δικαστήριο, κρίνον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρατηρεί ότι στη γένεση αυτής της πραγματικής καταστάσεως συνετέλεσε και το ίδιο το καθού κράτος. Ενώ σύμφωνα με τα δικά του στοιχεία η κανονική διάρκεια ζωής των προς αντικατάσταση λεωφορείων είναι δέκα έως δώδεκα έτη, το καθού κράτος δεν εξασφάλισε έγκαιρα την ανανέωση των οχημάτων αυτών, πολλά από τα οποία κυκλοφορούν ήδη από δεκαοκταετίας. Επιπλέον, άφησε να παρέλθουν πλέον των δύο ετών μεταξύ της υποβολής του αιτήματος ανανεώσεως των 103 λεωφορείων, επί της παλαιότητας των οποίων εφιστούσε την προσοχή η οικεία τοπική διεύθυνση, και της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως του σχετικού διαγωνισμού στις 22 Απριλίου 1993. Το Βασίλειο του Βελγίου παρέλειψε με τον τρόπο αυτό να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή της διακυβεύσεως της ασφάλειας των επιβατών και του προσωπικού της SRWT, αλλά και όσων άλλων χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο.
41 Η παράλειψη αυτή μπορεί, καταρχήν, να εμποδίσει το Δικαστήριο να δεχθεί, κατά τη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων, την άποψη του διαπράξαντος την παράβαση κράτους (βλ. τη Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 194/88 R, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1988, σ. 5647, σκέψη 16). Ωστόσο, υπό τις ειδικές συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως και λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας του κινδύνου το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπράξει, και το ίδιο, στην επαύξηση του κινδύνου αυτού.
42 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε, δεδομένου μάλιστα ότι επικαλείται την ύπαρξη επείγοντος όσον αφορά τη λήψη προσωρινών μέτρων, και ότι κατόπιν σταθμίσεως των εμπλεκόμενων συμφερόντων ο ζυγός κλίνει υπέρ του Βασιλείου του Βελγίου.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, χωρίς να εξεταστεί αν οι παρατηρήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία του Βασιλείου του Βελγίου αρκούν για να κλονίσουν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής όσον αφορά το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της προσφυγής της.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 22 Απριλίου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy