Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προδικαστικά ερωτήματα * Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου * Ερμηνεία του άρθρου Β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση * Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, άρθρα Β και Λ)
2. Προδικαστικά ερωτήματα * Παραδεκτό * Ερωτήματα τεθέντα χωρίς επαρκείς διευκρινίσεις επί του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 20)
Περίληψη
1. Σύμφωνα με το άρθρο Λ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο για την ερμηνεία του άρθρου Β της προπαρατεθείσας Συνθήκης στο πλαίσιο διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής.
2. Η ανάγκη να διατυπωθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη στο εθνικό δικαστήριο απαιτεί το δικαστήριο αυτό να προσδιορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις υποθετικές περιπτώσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά.
Επιπλέον είναι απαραίτητο ο εθνικός δικαστής να παρέχει ορισμένες τουλάχιστον εξηγήσεις για τους λόγους που τον οδήγησαν στην επιλογή των κοινοτικών διατάξεων των οποίων ζητεί την ερμηνεία και για τη σχέση που θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εθνικής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στην επίδικη διαφορά.
Τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής, προκειμένου να πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, δεν χρησιμεύουν μόνον στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-167/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Juzgado de Instruccion de Sueca (Βαλέντσια, Ισπανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Juan Carlos Grau Gomis κ.λπ.,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 2, 3, στοιχεία α', β', στ' και η', 3 Α, παράγραφος 1, 8 Β, 9, 35, 36, 37, παράγραφος 1, 86 και 90 της Συνθήκης ΕΚ, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 2, 9, 35 και 51 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, της 12ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 302, σ. 23), και ως προς την ερμηνεία του άρθρου Β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, F. A. Schockweiler, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann και P. Jann, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, J. L. Murray, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet (εισηγητή), G. Hirsch και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 18ης Μαΐου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Ιουνίου 1994, το Juzgado de Instruccion de Sueca (Βαλέντσια, Ισπανία) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 2, 3, στοιχεία α', β', στ' και η', 3 Α, παράγραφος 1, 8 Β, 9, 35, 36, 37, παράγραφος 1, 86 και 90 της Συνθήκης ΕΚ, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 2, 9, 35 και 51 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, της 12ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 302, σ. 23), και ως προς την ερμηνεία του άρθρου Β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση.
2 Ενώπιον του Juzgado de Instruccion εκκρεμούν ποινικές δίκες κατόπιν της διώξεως που έχει ασκηθεί κατά του Juan Carlos Grau Gomis και έξι άλλων ατόμων, τα οποία κατηγορούνται για λαθρεμπορία καπνού προελεύσεως, μεταξύ άλλων, Ολλανδίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ανδόρας και Γιβραλτάρ, ο οποίος προοριζόταν να διοχετευθεί στην Ισπανία και την Αφρική.
3 Το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί της ερμηνείας των προαναφερθέντων άρθρων και επί του αν συμβιβάζονται με αυτά ορισμένες διατάξεις του εθνικού δικαίου, ιδίως ο οργανικός νόμος 7/82 της 13ης Ιουλίου 1982, περί λαθρεμπορίας, έθεσε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"Αποφασίζουμε να υποβληθεί το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, από το οποίο ζητείται να αποφανθεί επί
1) της ερμηνείας των άρθρων 2, 3, στοιχεία α', β', στ' και η', 9, 35, 36, 37, παράγραφος 1, καθώς και των άρθρων 86 και 90 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 25 Μαρτίου 1957
2) της ερμηνείας των άρθρων 2, 9, 35 και 51 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η οποία υπογράφηκε στη Μαδρίτη και στη Λισαβώνα στις 12 Ιουνίου 1985
3) της ερμηνείας των άρθρων 3 Α, παράγραφος 1, Β, παράγραφος 1, καθώς και του άρθρου 8 Β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, η οποία υπογράφηκε στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992
4) της ερμηνείας όλων αυτών των άρθρων σε σχέση με τον ισπανικό οργανικό νόμο 7/82, περί λαθρεμπορίας, και συγκεκριμένα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, καθώς και το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω νόμου, καθώς και επί του κύρους των πράξεων που έχουν εκδοθεί προς εκτέλεσή του."
4 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί του συμβατού των εθνικών μέτρων με το κοινοτικό δίκαιο. Καθόσον συνεπώς το τέταρτο ερώτημα αναφέρεται στο συμβατό του ισπανικού νόμου με το κοινοτικό δίκαιο, το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει σ' αυτό. Καθόσον αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το ερώτημα αυτό περιλαμβάνεται στα τρία προηγούμενα.
5 Εν συνεχεία, αναφερόμενο στο τρίτο ερώτημα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση δεν περιέχει ούτε άρθρο 3 Α, ούτε άρθρο 8 Β. Το Δικαστήριο συνάγει ότι το εθνικό δικαστήριο είχε την πρόθεση να αναφερθεί στα άρθρα 3 Α και 8 Β της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο Ζ, παράγραφος Β, σημείο 4, και με το άρθρο Ζ, παράγραφος Γ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση.
6 Το άρθρο Λ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση δεν επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να κάνουν χρήση του άρθρου 177 της Συνθήκης για να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο ως προς το άρθρο Β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση. Το Δικαστήριο συνεπώς είναι προδήλως αναρμόδιο για την ερμηνεία του άρθρου αυτού στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.
7 'Οσον αφορά τις άλλες διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η διάταξη περί παραπομπής, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι εκτός από τους διαδίκους της κύριας δίκης και την Επιτροπή, μόνον η Ισπανική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση κατέθεσαν παρατηρήσεις. Η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση εξέθεσαν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ως προς την οριοθέτηση του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται τα τεθέντα ερωτήματα. Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί συγκεκριμένα ότι δεν παρέχεται καμία διευκρίνιση περί των επιμάχων μονοπωλίων της κύριας δίκης, ενώ η Ιταλική Κυβέρνηση διερωτάται εάν το αιτούν δικαστήριο θέτει προδικαστικό ερώτημα σχετικά με μονοπώλιο εισαγωγών ή με μονοπώλιο εμπορίας και τονίζει την παντελή έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά το ενδεχομένως ασύμβατο των μονοπωλίων αυτών με το κοινοτικό δίκαιο. Τέλος, ούτε η Επιτροπή ούτε ορισμένες κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται τη χρησιμότητα της ερμηνείας πολλών από τις αναφερόμενες διατάξεις για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
8 Υπενθυμίζεται ότι, εφόσον υφίσταται ανάγκη να διατυπωθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη στο εθνικό δικαστήριο, απαιτείται το δικαστήριο αυτό να προσδιορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις υποθετικές πραγματικές περιπτώσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6 τις διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero, Συλλογή 1993, σ. Ι-1085, σκέψη 4, και της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 12).
9 Επιπλέον είναι απαραίτητο ο εθνικός δικαστής να παρέχει ορισμένες τουλάχιστον εξηγήσεις για τους λόγους που τον οδήγησαν στην επιλογή των κοινοτικών διατάξεων των οποίων ζητεί την ερμηνεία και για τη σχέση που θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εθνικής νομοθεσίας η οποία εφαρμόζεται στην επίδικη διαφορά.
10 Τονίζεται συναφώς ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν χρησιμεύουν μόνον στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς ενδιαφερομένους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως μόνες οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους (απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk, Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6, και προαναφερθείσα διάταξη της 23ης Μαρτίου 1995, Saddik, σκέψη 13).
11 Διαπιστώνεται ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει επαρκή στοιχεία, ώστε να πληρούνται οι ανωτέρω υπομνησθείσες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς παρατήρησαν η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση, η διάταξη αυτή περιέχει ελάχιστες διευκρινίσεις περί των επιδίκων μονοπωλίων της κύριας δίκης και δεν παρέχει κανένα στοιχείο σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει ερώτημα περί του συμβατού της επίμαχης ισπανικής νομοθεσίας με τις διάφορες κοινοτικές διατάξεις των οποίων ζητεί την ερμηνεία από το Δικαστήριο. Μία από αυτές τις διατάξεις, το άρθρο 8 Β της Συνθήκης ΕΚ, είναι μάλιστα εντελώς αλυσιτελής σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη. Συνεπώς η διάταξη περί παραπομπής δεν δίδει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διατυπώσει χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
12 Υπ' αυτές τις συνθήκες, διαπιστώνεται ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να δώσει απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το άρθρο Β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση και ότι, κατά τα λοιπά, η αίτηση του εθνικού δικαστηρίου είναι προδήλως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική, η Γαλλική, η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να δώσει απάντηση σε ερώτημα σχετικά με το άρθρο Β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, το οποίο υποβλήθηκε με διάταξη της 18ης Μαΐου 1994 από το Juzgado de Instruccion de Sueca (Βαλέντσια, Ισπανία) στο πλαίσιο διαδικασίας αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, η αίτηση του εθνικού δικαστηρίου είναι προδήλως απαράδεκτη.
Λουξεμβούργο, 7 Απριλίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy