Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι * Προσφυγή * Βλαπτική πράξη * Προπαρασκευαστική πράξη * Απόφαση της ισομερούς επιτροπής να μην εξετάσει τα προσόντα υπαλλήλου κατά την κατάρτιση του πίνακα των ικανοτέρων υπαλλήλων * Απαράδεκτο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως, άρθρα 90 και 91)
Περίληψη
Η απόφαση της ισομερούς επιτροπής να μην προβεί στην εξέταση των προσόντων υποψηφίου κατά την κατάρτιση του καταλόγου των υποψηφίων που κρίθηκαν οι πιο άξιοι να προαχθούν είναι απλή προπαρασκευαστική πράξη των αποφάσεων προαγωγών η οποία, ως τοιαύτη, δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-258/94 P,
Paulo Branco, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και κατόπιν της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος από τους Raoul Wagener και David M. Travessa Mendes, δικηγόρους Λουξεμβούργου, 6-12, place d' Armes, Λουξεμβούργο,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 20 Ιουλίου 1994 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-45/93, Branco κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. ΙΙ-641), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
το Eλεγκτικό Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τους Jean-Marie Stenier και Jan Inghelram, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, 12, rue Alcide de Gasperi, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος (εισηγητή), D. A. O. Edward και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. M. La Pergola
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Mε δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Σεπτεμβρίου 1994, ο Branco άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και Ευρατόμ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουλίου 1994 στην υπόθεση Τ-45/93, Branco κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. ΙΙ-641), η οποία απέρριψε την προσφυγή του με την οποία ζητούσε, πρώτον, την ακύρωση της διαδικαστικής πράξεως περί προαγωγών που αποφασίστηκαν το 1992 από το Ελεγκτικό Συνέδριο, δεύτερον, την επανάληψη ολόκληρης της διαδικασίας προαγωγών σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι κανονιστικές ρυθμίσεις, και έναντι του προσφεύγοντος υπό την ιδιότητά του ως προαγώγιμου, και, τρίτον, την καταδίκη του Ελεγκτικού Συνεδρίου στα δικαστικά έξοδα.
2 Ως προς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε η διαφορά μεταξύ του Branco και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε:
"1 Ο προσφεύγων έλαβε άδεια άνευ αποδοχών (στο εξής: άδεια) από τις 11 Μαρτίου 1992 μέχρι τις 14 Αυγούστου 1992, καθ' ον χρόνον ήταν υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
2 Κατά τη διάρκεια της άδειάς του, άρχισε η διαδικασία προαγωγών για το έτος 1992. Διεξήχθη σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπει η απόφαση 90-38 της 12ης Οκτωβρίου 1990, περί των φάσεων της διαδικασίας που προβλέπεται για τις προαγωγές, οι οποίες αποφασίζονται από τον Γενικό Γραμματέα (η οποία σήμερα έχει αντικατασταθεί από την απόφαση 93-41 της 14ης Ιουνίου 1993). Η απόφαση 90-38 προέβλεπε επτά φάσεις για τη διαδικασία προαγωγών:
1. δημοσίευση του καταλόγου των προαγωγίμων υπαλλήλων
2. προπαρασκευαστική συνάντηση μεταξύ του Γενικού Γραμματέα και των διευθυντών με σκοπό την κατάρτιση των καταλόγων των διευθυντών
3. κατάρτιση των καταλόγων των διευθυντών
4. διαβίβαση στην ΑΔΑ (αρμόδια για τους διορισμούς αρχή) των καταλόγων των διευθυντών
5. διαβίβαση στην ισομερή επιτροπή προαγωγών
6. δημοσίευση του καταλόγου που κατάρτισε η ισομερής επιτροπή προαγωγών κατ' αλφαβητική σειρά
7. λήψη από την ΑΔΑ των αποφάσεων περί προαγωγών."
3 Από τη διάταξη προκύπτει επίσης ότι το όνομα του Branco αναγραφόταν, με τη μνεία "υπό την επιφύλαξη επανεντάξεώς του μετά την άδειά του στις 14. 8. 1992", στον πρώτο κατάλογο προαγωγίμων υπαλλήλων (πρώτη φάση) και στον οριστικό κατάλογο των προαγωγίμων υπαλλήλων ή κατάλογο των διευθυντών (τρίτη φάση). Οι κατάλογοι αυτοί δημοσιεύθηκαν στις 20 Απριλίου και στις 20 Μαΐου 1992 αντιστοίχως και διαβιβάστηκαν στην ΑΔΑ, η οποία με τη σειρά της τους διαβίβασε στην ισομερή επιτροπή (τέταρτη φάση). Αντιθέτως, το όνομα του Branco δεν περιλαμβανόταν πλέον στον κατάλογο των υπαλλήλων που κρίθηκαν ως οι πιο άξιοι, τον οποίο κατάρτισε η ισομερής επιτροπή προαγωγών (πέμπτη φάση) και δημοσιεύθηκε κατόπιν από την ΑΔΑ στις 17 Ιουλίου 1992 (έκτη φάση).
4 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε εξάλλου:
"6 (...) Η ισομερής επιτροπή δεν είχε προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων του προσφεύγοντος με το αιτιολογικό ότι βρισκόταν σε άδεια και το όνομά του δεν αναγραφόταν στον κατάλογο αυτό.
7 Οι αποφάσεις περί προαγωγών ελήφθησαν λίγο χρόνο μετά τη δημοσίευσή τους υπό μορφή ανακοινώσεων από τις 23 έως τις 30 Ιουλίου 1992, οι οποίες τοιχοκολλήθηκαν μεταξύ 24 Ιουλίου και 24 Αυγούστου 1992 και μεταξύ 3 Αυγούστου και 3 Σεπτεμβρίου 1992 αντιστοίχως.
8 Με σημείωμα της 3ης Σεπτεμβρίου 1992, η ΑΔΑ ζήτησε από τον πρόεδρο της ισομερούς επιτροπής προαγωγών να γνωμοδοτήσει για τον προσφεύγοντα ο οποίος επανήλθε στη θέση του στις 15 Αυγούστου 1992. Η ισομερής επιτροπή προσέθεσε το όνομα του προσφεύγοντος στον κατάλογο που καταρτίστηκε στα πλαίσια της διαδικασίας που έληξε με τις αποφάσεις περί προαγωγών που ελήφθησαν στα τέλη Ιουλίου. Ο κατάλογος αυτός τοιχοκολλήθηκε κατά το διάστημα από τις 17 Δεκεμβρίου 1992 μέχρι τις 17 Ιανουαρίου 1993.
9 Η ΑΔΑ δεν προήγαγε τον προσφεύγοντα.
10 Στις 6 Ιανουαρίου 1993, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), με την οποία ζήτησε την ακύρωση ή την τροποποίηση της αποφάσεως περί προαγωγών για το έτος 1992, ώστε να μπορέσει να περιληφθεί στον κατάλογο των προαχθέντων.
(...)
12 Με σημείωμα της 6ης Μαΐου 1993, η ΑΔΑ απέρριψε τις δύο διοικητικές ενστάσεις ως απαράδεκτες και, επικουρικώς, ως αβάσιμες."
5 Κατ' αυτής της απορριπτικής αποφάσεως ο Branco άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ενώπιον αυτού, το Ελεγκτικό Συνέδριο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου.
6 Στις 20 Ιουλίου 1994, το Πρωτοδικείο εξέδωσε διάταξη απορρίπτουσα την προσφυγή του Branco ως προδήλως απαράδεκτη.
7 Προς στήριξη της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο τονίζει καταρχάς:
"22 Κατά πάγια νομολογία, το παραδεκτό προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου, βάσει των άρθρων 179 της Συνθήκης ΕΚ και 91 του ΚΥΚ, προϋποθέτει να έχει τηρηθεί κανονικώς η προηγουμένη διοικητική διαδικασία καθώς και οι προθεσμίες που προβλέπει (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Μαΐου 1992 στην υπόθεση Τ-34/91, Whitehead κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1723).
23 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι αυτή η προϋπόθεση του παραδεκτού δεν έχει τηρηθεί στην παρούσα υπόθεση.
24 Καταρχάς, πρέπει να προσδιοριστεί ποια είναι η βλαπτική για τον προσφεύγοντα πράξη. Συναφώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαδικασία προαγωγών στο σύνολό της αποτελεί βλαπτική πράξη. Συγκεκριμένα, αφενός, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, δεν πρόκειται για ενιαία πράξη, αλλά για διαδοχικές πράξεις, οι οποίες κατέληξαν σε αποφάσεις προαγωγών που μπορεί να είναι βλαπτικές για τον προσφεύγοντα, και, αφετέρου, η δημοσίευση του τροποποιημένου καταλόγου της ισομερούς επιτροπής δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής, διότι είναι μεταγενέστερη των αποφάσεων αυτών.
25 Επομένως, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων δεν υπέβαλε διοικητική ένσταση εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ κατά των αποφάσεων προαγωγής για το έτος 1992, οι οποίες δημοσιεύθηκαν όλες πριν από τις 4 Σεπτεμβρίου 1992. Πράγματι, η πρώτη διοικητική ένστασή του φέρει ημερομηνία 6 Ιανουαρίου 1993."
8 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της διατάξεως αυτής, ο αναιρεσείων προβάλλει δύο στενά αλληλένδετους λόγους.
9 Πρώτον, η διάταξη του Πρωτοδικείου δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί του "τρίτου σκέλους του παραδεκτού" που επικαλέστηκε ο Branco, κατά το οποίο η βλαπτική πράξη είναι η μεμονωμένη απόφαση της ΑΔΑ περί αποκλεισμού του από τη συγκριτική εξέταση των προσόντων και των εκθέσεων βαθμολογίας, την οποία επιβάλλουν το άρθρο 45, παράγραφος 1, και το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, και η οποία κατέληξε στη δημοσίευση του καταλόγου της ισομερούς επιτροπής προαγωγών στις 17 Ιουλίου 1992. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν του κοινοποιήθηκε, ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να λάβει γνώση, επικαλούμενος το εξ αντιθέτου επιχείρημα, παρά μόνον στις 17 Δεκεμβρίου 1992, οπότε δημοσιεύθηκε ο τροποποιημένος κατάλογος. Επομένως, η διοικητική ένστασή του, η οποία υποβλήθηκε εντός των τριών μηνών που έπονται της δημοσιεύσεως αυτής, υποβλήθηκε παραδεκτώς.
10 Δεύτερον, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πρόδηλη νομική πλάνη εφαρμόζοντας την πρώτη περίπτωση του άρθρου 90, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, αντί της δευτέρας περιπτώσεως. Επειδή το υπό κρίση, στα πλαίσια του πρώτου λόγου αναιρέσεως, μέτρο αποκλεισμού έχει ατομικό χαρακτήρα, η προθεσμία υποβολής διοικητικής ενστάσεως άρχεται όχι από την ημέρα της δημοσιεύσεως των αποφάσεων προαγωγής, αλλά από την "ημέρα κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση" αυτού του μέτρου αποκλεισμού, ήτοι στις 17 Δεκεμβρίου 1992.
11 Με τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το Ελεγκτικό Συνέδριο ζητεί την απόρριψή της.
12 Το Δικαστήριο μπορεί, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, να απορρίψει σε κάθε στάση της δίκης την αίτηση αναιρέσεως, οσάκις αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
13 Φαίνεται ότι, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο Branco δεν βάλλει ούτε κατά των αποφάσεων περί προαγωγών για το έτος 1992 ούτε κατά της αρνήσεως της ΑΔΑ να τον εγγράψει στον δημοσιευθέντα στις 17 Ιουλίου 1992 κατάλογο των υποψηφίων που κρίθηκαν ως οι πιο άξιοι, αλλά κατά πράξεως προπαρασκευαστικής αυτών των αποφάσεων, ήτοι της αποφάσεως να μη γίνει εξέταση των προσόντων του, την οποία έλαβε η ισομερής επιτροπή και όχι η ΑΔΑ κατά την κατάρτιση του εν λόγω καταλόγου.
14 Κατά πάγια νομολογία όσον αφορά τις διαδικασίες προαγωγής, οι αποφάσεις αυτού του είδους αποτελούν απλώς και μόνον πράξεις προπαρασκευαστικές των αποφάσεων περί προαγωγών, οι οποίες, ως τέτοιες, δεν είναι δεκτικές προσφυγής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1989 στην υπόθεση 346/87, Bossi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 303, σκέψη 23).
15 Στη σκέψη όμως 24 της διατάξεώς του, το Πρωτοδικείο καταρχάς αποφάνθηκε ρητώς:
"Καταρχάς, πρέπει να προσδιοριστεί ποια είναι η βλαπτική για τον προσφεύγοντα πράξη (...). Συγκεκριμένα, αφενός, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, δεν πρόκειται για ενιαία πράξη, αλλά για διαδοχικές πράξεις, οι οποίες κατέληξαν σε αποφάσεις προαγωγών που μπορεί να είναι βλαπτικές για τον προσφεύγοντα (...)"
16 Στις σκέψεις 25 και 26, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε κατόπιν την εκπρόθεσμη υποβολή της πρώτης διοικητικής ενστάσεως, της 6ης Ιανουαρίου 1993, σε σχέση "με τις αποφάσεις προαγωγών για το έτος 1992, οι οποίες δημοσιεύθηκαν όλες πριν από τις 4 Σεπτεμβρίου 1992", και, κατά συνέπεια, το προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής.
17 Προσδιορίζοντας έτσι ποιες είναι οι προσβλητές με προσφυγή πράξεις στο πλαίσιο της διαδικασίας των προαγωγών (ήτοι οι αποφάσεις προαγωγής) και διαπιστώνοντας κατόπιν την εκπρόθεσμη σε σχέση με αυτές υποβολή της πρώτης διοικητικής ενστάσεως, το Πρωτοδικείο απάντησε σαφώς στην επιχειρηματολογία του Branco ως προς το "τρίτο σκέλος περί του παραδεκτού".
18 Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
19 Ως προς τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ούτε αυτός μπορεί να γίνει δεκτός, διότι προϋποθέτει ότι, για την έναρξη της προθεσμίας προς υποβολή διοικητικής ενστάσεως από την ημέρα κατά την οποία ο Branco έλαβε γνώση, η πράξη που επικαλείται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως (ήτοι η απόφαση περί αποκλεισμού του από τη συγκριτική εξέταση των προσόντων) είναι πράξη βλαπτική, πράγμα που δεν συμβαίνει.
20 Επομένως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, η αίτηση αναιρέσεως του Branco πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του ιδίου κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των οργάνων και των υπαλλήλων τους τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 122 του κανονισμού αυτού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναιρέσεως που άσκησε μόνιμος ή άλλος υπάλληλος οργάνου εναντίον αυτού. Επειδή ο Branco ηττήθηκε, πρέπει επομένως να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Ο αναιρεσείων φέρει τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 28 Ιουνίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy