Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως * Πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή * 'Αρνηση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως * Δεν περιλαμβάνεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 169 και 173)
2. Προσφυγή κατά παραλείψεως * Φυσικά ή νομικά πρόσωπα * Παραλείψεις υποκείμενες σε προσφυγή * Παράλειψη κινήσεως διαδικασίας λόγω παραβάσεως * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169 και άρθρο 175, εδ. 3)
3. Διαδικασία * Προσφυγή φυσικού ή νομικού προσώπου διώκουσα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως * Αναρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 164 επ.)
Περίληψη
1. Είναι απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως που ασκείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά αποφάσεως της Επιτροπής περί μη κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους.
2. Είναι απαράδεκτη η προσφυγή κατά παραλείψεως που ασκείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο και σκοπεί στην αναγνώριση ότι η Επιτροπή, καθόσον δεν κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους, παρέλειψε, κατά παραβίαση της Συνθήκης, να αποφασίσει.
Πράγματι, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, μόνο για να ζητήσουν να αναγνωριστεί η κατά παραβίαση της Συνθήκης παράλειψη εκδόσεως πράξεων των οποίων είναι οι δυνητικοί αποδέκτες. Στο πλαίσιο όμως της διαδικασίας που εφαρμόζεται επί παραβάσεως κράτους μέλους κατά το άρθρο 169, οι μόνες πράξεις που μπορεί να εκδώσει η Επιτροπή απευθύνονται στα κράτη μέλη.
3. Ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί, χωρίς να σφετερισθεί προνομίες της διοικητικής αρχής, να απευθύνει εντολές σε κοινοτικό όργανο. Επομένως, προσφυγή που ασκείται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και σκοπεί στο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως είναι απαράδεκτη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-5/94,
J, εκπροσωπούμενος από τους Horst Hermann, Dieter Lorbacher, Juergen Kleine-Cosack, Peter Schoeneberger, δικηγόρους Duisburg, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Jos Van der Steen, 35, rue Glesener,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από την Claudia Schmidt και τον Enrico Traversa, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται, πρώτον, να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής περί μη κινήσεως διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεύτερον, να αναγνωριστεί η εν προκειμένω παράλειψη της Επιτροπής και, τρίτον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία αυτή,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, Πρόεδρο, R. Garcia-Valdecasas, H. Kirschner, B. Vesterdorf, C. W. Bellamy, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με τελεσίδικη απόφαση της 23ης Ιουλίου 1992, το Landgericht Dortmund καταδίκασε τον προσφεύγοντα, λόγω φοροδιαφυγής σε σχέση με τον φόρο κύκλου εργασιών, σε στερητική της ελευθερίας ποινή τριών ετών και δύο μηνών. Ο προσφεύγων εκτίει την ποινή αυτή από τα τέλη Νοεμβρίου 1993 σε σωφρονιστικό κατάστημα στη Γερμανία.
2 Η καταδίκη στηρίζεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του Umsatzsteuergesetz (γερμανικός νόμος περί του φόρου κύκλου εργασιών).
3 Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, το άρθρο 14, παράγραφος 3, του Umsatzsteuergesetz παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον είναι ασυμβίβαστο προς την έκτη οδηγία του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών * κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49, στο εξής: έκτη οδηγία). Γι' αυτόν τον λόγο, με επιστολή της 7ης Σεπτεμβρίου 1993, ο προσφεύγων κάλεσε την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με το αιτιολογικό ότι παρέβη τις υποχρεώσεις της από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
4 Με επιστολή της 19ης Οκτωβρίου 1993, η Επιτροπή γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι, κατά την άποψή της, το άρθρο 14, παράγραφος 3, του Umsatzsteuergesetz συμβιβάζεται προς το άρθρο 21, αριθμός 1, στοιχείο γ', της έκτης οδηγίας κατά συνέπεια, είναι αδύνατη η κίνηση της διαδικασίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με επιστολή της 26ης Οκτωβρίου 1993, ο προσφεύγων ενέμεινε στην άποψή του με επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 1993, η Επιτροπή εξήγησε διεξοδικά τη θέση της περί του συμβιβαστού της επίμαχης διατάξεως.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 1993, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την απόφαση 93/350/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21), η προσφυγή υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου παρέπεμψε, κατόπιν συναινέσεως του προσφεύγοντος, την υπόθεση στο Πρωτοδικείο (υπόθεση Τ-5/94).
6 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Ιανουαρίου 1994, ο προσφεύγων ζήτησε από το Πρωτοδικείο να λάβει τα πρόσφορα προσωρινά μέτρα, προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής που εκτίει σήμερα, μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως (υπόθεση Τ-5/94 R). Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 106, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου έφερε την αίτηση ενώπιον του τμήματος στο οποίο έχει ανατεθεί η κύρια υπόθεση. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων. Με Διάταξη της 4ης Μαρτίου 1994, το Πρωτοδικείο (πρώτο τμήμα) απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
7 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας, ένσταση απαραδέκτου και ζήτησε από το Πρωτοδικείο να κρίνει επ' αυτής χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
8 Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής περί μη κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία περιλαμβάνεται στην επιστολή της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 1993
* να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή, καθόσον παρέλειψε, κατά παράβαση της Συνθήκης ΕΟΚ, να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, παραβίασε τη Συνθήκη ΕΟΚ
* να υποχρεώσει την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω παραβάσεως της έκτης οδηγίας.
9 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη
* να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
10 Σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Στην παρούσα υπόθεση, το Πρωτοδικείο (πρώτο τμήμα) θεωρεί ότι έχει κατατοπισθεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας και κρίνει ότι παρέλκει η έναρξη της προφορικής διαδικασίας.
Επί του παραδεκτού
Συνοπτική έκθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
11 Με την ένσταση απαραδέκτου η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη. 'Οσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής περί μη κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και το αίτημα επιβολής στην Επιτροπή της υποχρεώσεως να κινήσει τη διαδικασία αυτή, από τη διατύπωση του άρθρου 169, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής ["αν το κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή (...) η Επιτροπή, δύναται (...) να προσφύγει στο Δικαστήριο"]. Η ερμηνεία αυτή συνάδει επίσης προς την οικονομία της διατάξεως αυτής καθώς και προς την πάγια νομολογία (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 247/87, Star Fruit κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 291 της 17ης Μαΐου 1990, C-87/89, Sonito κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1981 τις Διατάξεις του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 1990, C-371/89, Emrich κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1555 της 23ης Μαΐου 1990, C-72/90, Asia Motor France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2181, και της 12ης Ιουνίου 1992, C-29/92, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-3959). Εξάλλου, η προσφυγή είναι επίσης απαράδεκτη, καθόσον σκοπεί στην αναγνώριση ότι συντρέχει παράλειψη, αφού η έκδοση νομικής πράξεως άλλης από εκείνην που επιθυμεί ο ενδιαφερόμενος δεν συνιστά παράλειψη κατά την έννοια του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΟΚ.
12 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, κατ' ορθή ερμηνεία της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή υπέχει καταρχήν υποχρέωση διώξεως, σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος παραβιάζει τη Συνθήκη ΕΟΚ. Μόνον όσον αφορά τον χρόνο και τις προϋποθέσεις ασκήσεως της διώξεως λόγω παραβιάσεως της Συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, η εν λόγω διακριτική ευχέρεια "εκμηδενίζεται", οπότε η άσκηση προσφυγής κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι η μόνη και αναγκαία συνέπεια της ορθής εκ μέρους της Επιτροπής ασκήσεως των αρμοδιοτήτων της. Ο προσφεύγων φρονεί επίσης ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς, δυνάμει του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, μολονότι το μέτρο που επιθυμεί πρέπει να απευθυνθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
13 Σύμφωνα με το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, "όταν το Πρωτοδικείο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη Διάταξη".
14 Στην προκείμενη υπόθεση ο προσφεύγων ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής περί μη κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβιάσεως της Συνθήκης κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, να αναγνωριστεί η συναφής παράλειψη της Επιτροπής και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία αυτή.
15 'Οσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως, από την πάγια νομολογία (βλ. τις αποφάσεις που παρατέθηκαν στη σκέψη 11, όπως επίσης τη Διάταξη του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 1993, Τ-29/93, Alonso-Cortes κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-0000) προκύπτει ότι η προσφυγή που ασκείται από ιδιώτη κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους είναι απαράδεκτη. Συνεπώς, το ακυρωτικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
16 Καθόσον η προσφυγή στηρίζεται στο άρθρο 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να κινήσει κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, παρέλειψε, κατά παραβίαση της Συνθήκης, να αποφασίσει. Πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι τα φυσικά και νομικά πρόσωπα μπορούν να προσφύγουν στον κοινοτικό δικαστή, κατά το άρθρο 175, τρίτο εδάφιο, μόνο για να ζητήσουν να αναγνωριστεί η κατά παραβίαση της Συνθήκης παράλειψη εκδόσεως πράξεων των οποίων είναι οι δυνητικοί αποδέκτες. Στο πλαίσιο όμως της διαδικασίας που εφαρμόζεται επί παραβάσεως κράτους μέλους κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης, οι μόνες πράξεις που μπορεί να εκδώσει η Επιτροπή απευθύνονται στα κράτη μέλη (βλ. Διάταξη του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 1990, C-371/89, Emrich κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1555, σκέψεις 5 επ.). Συνεπώς, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον τείνει στην αναγνώριση ότι συντρέχει παράλειψη εκ μέρους της Επιτροπής.
17 Τέλος, καθόσον η προσφυγή σκοπεί στο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί, χωρίς να σφετερισθεί προνομίες της διοικητικής αρχής, να απευθύνει εντολές σε κοινοτικό όργανο (βλ. την απόφαση της 10ης Απριλίου 1992, Τ-15/91, Bollendorf κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1679, σκέψη 57). Συνεπώς, το αίτημα αυτό είναι επίσης απαράδεκτο.
18 Απ' όλα όσα προεκτέθηκαν προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.
Λουξεμβούργο, 27 Μαΐου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy