Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή κατά παραλείψεως * Φυσικά ή νομικά πρόσωπα * Παραλείψεις κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή * Παράλειψη της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 169, 173, εδ. 4, και 175, εδ. 3)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Μόνον η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα ασκήσεώς της * Προσφυγή φυσικού ή νομικού προσώπου * Απαράδεκτη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 169 και 170)
Περίληψη
1. Eίναι απαράδεκτη προσφυγή κατά παραλείψεως ασκούμενη από φυσικό ή νομικό πρόσωπο με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε, κατά παράβαση της Συνθήκης, να κινήσει κατά κράτους μέλους διαδικασία λόγω παραβάσεως.
Πράγματι, αφενός, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, αλλά διαθέτει συναφώς διακριτική ευχέρεια που αποκλείει το δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτήσουν από το όργανο αυτό να λάβει συγκεκριμένη θέση.
Αφετέρου, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να προσφεύγουν ενώπιον του κοινοτικού δικαστή βάσει του άρθρου 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, παρά μόνο όταν αντικείμενο της προσφυγής είναι να αναγνωριστεί ότι, κατά παράβαση της Συνθήκης, ένα από τα όργανα παρέλειψε να εκδώσει πράξεις των οποίων τα πρόσωπα αυτά είναι οι δυνητικοί αποδέκτες. 'Ομως, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως, η οποία διέπεται από το άρθρο 169 της Συνθήκης, οι μόνες πράξεις τις οποίες ενδέχεται να κληθεί να εκδώσει η Επιτροπή είναι πράξεις απευθυνόμενες στα κράτη μέλη.
Τέλος, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ζητεί από την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης ζητεί στην πραγματικότητα τη θέσπιση πράξεων που δεν θα το αφορούσαν άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, και τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να προσβάλει με προσφυγή ακυρώσεως.
2. Κατά τα άρθρα 169 και 170 της Συνθήκης, το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή με αίτημα την αναγνώριση της εκ μέρους κράτους μέλους παραβάσεως των υποχρέωσεών του δεν ανήκει στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αλλά μόνο στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-13/94,
Century Oils Hellas AE, εταιρία ελληνικού δικαίου με έδρα την Αθήνα, εκπροσωπούμενη από τον Γρηγόρη Καλαβρό, δικηγόρο Αθηνών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Catherine Thill-Καμιτάκη, 25, allee Scheffer,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Δημήτριο Γκουλούση, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να κινήσει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, Πρόεδρο, R. Garcia-Valdecasas, H. Kirschner, K. Lenaerts και C. W. Bellamy, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Περιστατικά και διαδικασία
1 Κατά το οικονομικό έτος 1981 η προσφεύγουσα πώλησε ορισμένη ποσότητα έτοιμων λιπαντικών ελαίων, οι δε ελληνικές φορολογικές αρχές δέχθηκαν ότι η ανωτέρω ποσότητα υπέκειτο στον φόρο καταναλώσεως του άρθρου 57, παράγραφοι 1 και 3, του ελληνικού νόμου 12/1975. Κατόπιν αυτού οι αρχές αυτές επέβαλαν στην προσφεύγουσα τον αναλογούντα φόρο, ύψους 5 097 016 δραχμών (δρχ.), καθώς και προσαύξηση 7 645 524 δρχ. (150 % του μη δηλωθέντος φόρου).
2 Η προσφεύγουσα προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων. Με την αναίρεση που άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο εθνική ρύθμιση είχε εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 2 της οδηγίας 67/227/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 1967, περί της εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 3), σε συνδυασμό με το άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχεία α' και β', της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών * κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49). Με την υπ' αριθ. 3043/1992 απόφασή του, της 23ης Σεπτεμβρίου 1992, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως της προσφεύγουσας.
3 Εν τω μεταξύ, με έγγραφο της 11ης Απριλίου 1992, η προσφεύγουσα είχε ζητήσει από την Επιτροπή να κινήσει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων που υπείχε το κράτος μέλος αυτό, μεταξύ άλλων, από τις ανωτέρω οδηγίες.
4 Η Επιτροπή, απαντώντας σε άλλο έγγραφο της προσφεύγουσας, της 4ης Νοεμβρίου 1993, την πληροφόρησε, με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1993, ότι δεν είχε κανένα λόγο να κινήσει την ανωτέρω διαδικασία, επειδή, πρώτον, το εν λόγω κράτος μέλος είχε θέσει τέρμα στην επικρινόμενη πρακτική και, δεύτερον, ο φόρος τον οποίο αφορούσε η καταγγελία της προσφεύγουσας ήταν φόρος καταναλώσεως, για τη βάση μετρήσεως του οποίου δεν ίσχυαν οι κανόνες και οι αρχές που διέπουν, σύμφωνα με τις κοινοτικές οδηγίες, τον φόρο προστιθέμενης αξίας.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Ιανουαρίου 1994, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
6 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή πρότεινε ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας, και ζήτησε από το Πρωτοδικείο να κρίνει επί της ενστάσεως χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως. Οι παρατηρήσεις της προσφεύγουσας επί της ενστάσεως απαραδέκτου κατατέθηκαν στις 24 Μαρτίου 1994.
7 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις ανωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και του κοινοτικού δικαίου,
* να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 175 της Συνθήκης,
* να ακυρώσει την παράλειψη αυτή της Επιτροπής, ώστε η Επιτροπή να υποχρεωθεί να ενεργήσει αναλόγως.
8 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη,
* να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
9 Κατά το άρθρο 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο (πρώτο τμήμα) θεωρεί ότι τα στοιχεία της δικογραφίας είναι αρκούντως σαφή και αποφασίζει να μην προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επί του παραδεκτού
Συνοπτική έκθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
10 Με την ένσταση απαραδέκτου η καθής υποστηρίζει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προφανώς απαράδεκτη και ισχυρίζεται ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία και από το γράμμα του άρθρου 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, οι ιδιώτες δεν μπορούν να ασκούν προσφυγή κατά της παραλείψεως της Επιτροπής να κινήσει κατά κράτους μέλους τη διαδικασία του άρθρου 169 (βλ. π.χ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 247/87, Star Fruit κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 291, σκέψεις 11 και 13).
11 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης, παρέλειψε να "αποφασίσει", κατά την έννοια του άρθρου 175 της Συνθήκης. Εξάλλου, η διατύπωση αιτιολογημένης γνώμης, κατόπιν ασκήσεως του ατομικού δικαιώματος της αναφοράς της προσφεύγουσας προς την Επιτροπή, θα είχε την έννοια ότι η Επιτροπή θα είχε αποφασίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε το ατομικό δικαίωμα προστασίας της περιουσίας της προσφεύγουσας, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 1 του πρώτου συμπληρωματικού πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το οποίο επίσης αναγνωρίζεται από το άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση. Η αιτιολογημένη αυτή γνώμη θα αποτελούσε συνεπώς πράξη που θα έπρεπε να απευθυνθεί στην προσφεύγουσα, κατά την έννοια του άρθρου 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να διατυπώσει την αιτιολογημένη αυτή γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, παραβίασε το εν λόγω άρθρο ΣΤ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
12 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, αλλά διαθέτει συναφώς διακριτική ευχέρεια που αποκλείει το δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτήσουν από το όργανο αυτό να λάβει συγκεκριμένη θέση (βλ. π.χ. την προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Star Fruit κατά Επιτροπής, σκέψη 11, την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1990, C-87/89, Sonito κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1981, σκέψεις 6 και 7, και τη Διάταξη του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 1993, T-29/93, Calvo Alonso-Cortes κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1389, σκέψη 55).
13 Εξάλλου, καθόσον η προσφυγή στηρίζεται στο άρθρο 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, από πάγια επίσης νομολογία προκύπτει ότι τα φυσικά και νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να προσφεύγουν στο Πρωτοδικείο βάσει της διατάξεως αυτής παρά μόνο όταν αντικείμενο της προσφυγής είναι να αναγνωριστεί ότι ένα από τα όργανα παρέλειψε, κατά παράβαση της Συνθήκης, να εκδώσει πράξεις των οποίων είναι οι δυνητικοί αποδέκτες. Οι μόνες πράξεις όμως που η Επιτροπή ενδέχεται να κληθεί να εκδώσει στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως, η οποία διέπεται από το άρθρο 169 της Συνθήκης, είναι πράξεις απευθυνόμενες στα κράτη μέλη (βλ. τις Διατάξεις του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 1990, C-371/89, Emrich κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1555, σκέψεις 5 και 6, και της 23ης Μαΐου 1990, C-72/90, Asia Motor France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2181, σκέψεις 10 και 11, και Διάταξη του Πρωτοδικείου της 4ης Μαρτίου 1994, Τ-5/94, J. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-0000, σκέψη 12).
14 Μολονότι η διαπίστωση αυτή αρκεί, προκειμένου να αποδειχθεί το απαράδεκτο της παρούσας προσφυγής, πρέπει επικουρικώς να προστεθεί ότι η προσφεύγουσα, ζητώντας από την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης, ζητεί στην πραγματικότητα τη θέσπιση πράξεων που δεν θα την αφορούσαν άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, και τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να προσβάλει με προσφυγή ακυρώσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Star Fruit κατά Επιτροπής, σκέψη 13).
15 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι οι αρχές που συνάγονται από την προπαρατεθείσα νομολογία δεν αναιρούνται από τη φύση της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου που ισχυρίζεται η προσφεύγουσα ότι συντρέχει εν προκειμένω. Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας περί προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας της, το οποίο προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και από το άρθρο ΣΤ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, δεν ασκεί καμία επιρροή επί της εκτιμήσεως του παραδεκτού της προσφυγής.
16 Κατά συνέπεια, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον ζητείται με αυτή η αναγνώριση αφενός της παραλείψεως της Επιτροπής και αφετέρου της ελλείψεως νομιμότητας της παραλείψεώς της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
17 Τέλος, όσον αφορά το αίτημα της προσφυγής να αναγνωριστεί η εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας παράβαση ορισμένων κανόνων δικαίου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τα άρθρα 169 και 170 της Συνθήκης ΕΚ, το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή με αίτημα την αναγνώριση της εκ μέρους κράτους μέλους παραβάσεως των υποχρέωσεών του δεν ανήκει στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αλλά μόνο στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη.
18 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ολόκληρη η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 4 Ιουλίου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy