Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Διαδικασία * Παρέμβαση * Ασφαλιστικά μέτρα * Ενδιαφερόμενα πρόσωπα * Κύρια διαφορά σχετική με την ακύρωση αποφάσεως περί αποκλεισμού καλλιτέχνιδας από διαγωνισμό για την επιλογή έργων τέχνης για ακίνητο κοινοτικού οργάνου * Πρόεδρος και μέλη της Επιτροπής Προσωπικού του οργάνου * Απαράδεκτο
[Οργανισμός (ΕΟΚ) του Δικαστηρίου, άρθρο 37, εδ. 2]
2. Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Προϋποθέσεις * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία * Στάθμιση όλων των επιδίκων συμφερόντων * Αίτηση αναστολής των εργασιών επιτροπής επιλογής των έργων τέχνης για ακίνητο κοινοτικού οργάνου
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 185 Kανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 104 PAR 2)
Περίληψη
1. Το συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, πρέπει να νοείται ως συμφέρον άμεσο και ενεστώς ως προς την τύχη των αιτημάτων που αφορούν ειδικώς την πράξη, της οποίας ζητείται η ακύρωση ή η αναστολή.
Είναι ως εκ τούτου απαράδεκτη, στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων εντασσομένης σε κύρια υπόθεση με αντικείμενο, κατ' ουσίαν, την ακύρωση της αποφάσεως περί αποκλεισμού ανεξάρτητης καλλιτέχνιδας από τη δεύτερη φάση καλλιτεχνικού διαγωνισμού με σκοπό την επιλογή των έργων τέχνης που θα τοποθετηθούν σε νέο ακίνητο κοινοτικού οργάνου, η αίτηση παρεμβάσεως, υπέρ των προτάσεων της αιτούσας με τις οποίες ζητείται η αναστολή των εργασιών της επιτροπής επιλογής των έργων τέχνης, του προέδρου και των μελών της Επιτροπής Προσωπικού του οργάνου. Πράγματι, οι τελευταίοι δεν είναι σε θέση να αναφέρουν κανένα ιδιαίτερο στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την ύπαρξη προσωπικού τους συμφέροντος προς αποδοχή της αιτούσας στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού και να αποδείξουν ότι η κατάστασή τους θα μπορούσε να επηρεαστεί ουσιωδώς από τη λύση που το Πρωτοδικείο θα δώσει στη διαφορά.
2. O δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, προκειμένου να εκτιμήσει το επείγον της ανάγκης να ληφθούν τα προσωρινά μέτρα, οφείλει να εξετάσει αν η εκτέλεση των επιδίκων πράξεων προ της εκδόσεως της επί της ουσίας αποφάσεως είναι ικανή να επιφέρει, για τον διάδικο που ζήτησε τη λήψη των μέτρων, ανεπανόρθωτη ζημία, που να μην μπορεί να αποκατασταθεί ακόμη και αν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ή που, παρά τον προσωρινό χαρακτήρα της, να είναι δυσανάλογη προς το συμφέρον του καθού στην εκτέλεση των εν λόγω πράξεων, έστω και όταν αποτελούν αντικείμενο ένδικης προσφυγής. Aποτελεί υποχρέωση του αιτούντος να παράσχει την απόδειξη ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κυρίας διαδικασίας χωρίς να υποστεί βλάβη που θα είχε σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες.
Δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές αίτηση αναστολής των εργασιών επιτροπής η οποία καλείται, στο πλαίσιο καλλιτεχνικού διαγωνισμού, να επιλέξει τα έργα τέχνης που θα τοποθετηθούν σε νέο ακίνητο κοινοτικού οργάνου, την οποία υποβάλλει ένας από τους υποψηφίους καλλιτέχνες, στο μέτρο που, αφενός, το ενδεχόμενο να γίνει δεκτός κατά την πρώτη φάση του διαγωνισμού ουδόλως θα εγγυάτο στον ενδιαφερόμενο ότι το έργο του θα επιλεγόταν κατά το τελικό στάδιο, αφετέρου δεν αποδείχθηκε ότι τα συμφέροντα του αιτούντος δεν μπορούσαν να διαφυλαχθούν αναδρομικώς σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της κυρίας προσφυγής και, τέλος, η προβαλλόμενη πιθανή ζημία είναι δυσανάλογη προς το συμφέρον του επιδίκου οργάνου να εκδοθούν εγκαίρως τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, εν όψει της ημερομηνίας που προβλέπεται για τα εγκαίνια του ακινήτου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-108/94 R,
Elena Candiotte, ανεξάρτητη καλλιτέχνιδα, κάτοικος Jambes Βελγίου, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της εταιρίας fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
αιτούσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τον Yves Cretien, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Bruno Eynard, διευθυντή στη Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής της διαδικασίας που ακολούθησε την προκήρυξη του καλλιτεχνικού διαγωνισμού 93/S 21-3373/FR, της 30ής Ιανουαρίου 1993, και ειδικότερα των εργασιών της επιτροπής επιλογής των έργων τέχνης που θα τοποθετηθούν στο νέο ακίνητο του Συμβουλίου στις Βρυξέλλες,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αίτηση την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Μαρτίου 1994, η αιτούσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση:
* της αποφάσεως την οποία έλαβε η επιτροπή επιλογής του καλλιτεχνικού διαγωνισμού 93/S 21-3373/FR της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (στο εξής: Συμβούλιο) στις 14 Ιανουαρίου 1994, περί αποκλεισμού της αιτούσας από τη δεύτερη φάση του εν λόγω διαγωνισμού
* της αποφάσεως της επιτροπής επιλογής να αναθέσει σε κάθε εθνική ομάδα εργασίας την προεπιλογή των υποψηφιοτήτων των εγκατεστημένων στο εθνικό της έδαφος καλλιτεχνών
* της αποφάσεως της επιτροπής σύμφωνα με την οποία από κάθε κράτος μέλος πρέπει να προεπιλεγούν τρεις καλλιτέχνες
* της αποφάσεως με την οποία καταρτίστηκε ο κατάλογος των καλλιτεχνών που έγιναν δεκτοί στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού.
Η αιτούσα ζητεί, επιπλέον, να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να τής καταβάλει συμβολικά ένα ECU, προς επανόρθωση της ζημίας που εκτιμά ότι υπέστη λόγω των αποφάσεων της επιτροπής επιλογής και, κυρίως, εκείνης με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητά της.
2 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την ίδια ημερομηνία, η αιτούσα υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 104, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αίτηση αναστολής της διαδικασίας που ακολούθησε την προκήρυξη του καλλιτεχνικού διαγωνισμού 93/S 21-3373/FR, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 30ής Ιανουαρίου 1993 (ΕΕ S 21, σ. 48) και ειδικότερα των εργασιών της επιτροπής επιλογής των έργων τέχνης που θα τοποθετηθούν στο νέο ακίνητο του Συμβουλίου στις Βρυξέλλες.
3 Το καθού κατέθεσε τις γραπτές του παρατηρήσεις επί της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 28 Μαρτίου 1994.
4 Mε δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Απριλίου 1994, η Jacqueline Willems, πρόεδρος της επιτροπής προσωπικού του Συμβουλίου, καθώς και 21 μέλη της επιτροπής αυτής, ζήτησαν να τους επιτραπεί να παρέμβουν προς υποστήριξη του αιτήματος της αιτούσας στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
5 Με επιστολή η οποία περιλήθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Απριλίου 1994, το καθού ζήτησε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση παρεμβάσεως και να καταδικαστούν οι αιτούντες στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Η αιτούσα δεν εξέφρασε την άποψή της επ' αυτού.
6 Πριν εξεταστεί το βάσιμο των αιτήσεων που υποβλήθηκαν ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, πρέπει να υπενθυμιστεί εν συντομία το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από τα υπομνήματα που κατέθεσαν τα διάδικα μέρη.
7 Με απόφαση της 12ης Ιουνίου 1989, το Συμβούλιο συνέστησε επιτροπή η οποία είχε "ως αποστολή να προβεί στην επιλογή των έργων τέχνης που θα τοποθετηθούν στο νέο ακίνητο του Συμβουλίου" (άρθρο 4). Προς το σκοπό αυτό, η επιτροπή επιλογής έπρεπε να οργανώσει, "εν ονόματι του Συμβουλίου, διαγωνισμό (...) ανοικτό σε όλους τους καλλιτέχνες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε περίπτωση που εμφανιστεί μεγάλος αριθμός συμμετεχόντων, ο διαγωνισμός μπορεί να διεξαχθεί σε δύο στάδια" (άρθρο 5). Η Επιτροπή αποτελείται από δεκαπέντε μέλη: έναν εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, έναν εκπρόσωπο των αρχιτεκτόνων, έναν εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου και έναν εκπρόσωπο της επιτροπής προσωπικού του Συμβουλίου (άρθρο 2).
8 Ο κανονισμός του διαγωνισμού που υιοθέτησε η επιτροπή επιλογής εγκρίθηκε από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου στις 25 Ιανουαρίου 1993. Η παράγραφος 2 του κανονισμού ορίζει ότι: "Πρόκειται για διαγωνισμό σε δύο φάσεις που περιλαμβάνει: στην πρώτη φάση, πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων, σκοπός της οποίας είναι να προεπιλεγεί περιορισμένος αριθμός καλλιτεχνών με βάση τον φάκελο στοιχείων και συστάσεων για τη δουλειά τους στη δεύτερη φάση, διαγωνισμό σχεδίων, σκοπός του οποίου είναι η επιλογή, μεταξύ των καλλιτεχνών που έχουν επιλεγεί στην πρώτη φάση, εκείνων στους οποίους θα ανατεθεί η δημιουργία των έργων τέχνης για το κτίριο". Δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού, "η επιτροπή επιλογής έχει συστήσει εθνικές ομάδες εργασίας. Κάθε ομάδα εργασίας αποτελείται από το τακτικό και το αναπληρωματικό μέλος που αντιπροσωπεύουν ένα κράτος μέλος καθώς και από εισηγητές που επιλέγονται από αυτούς". Σύμφωνα με την παράγραφο 7, στοιχείο δ', "βάσει των υποβληθέντων φακέλων, κάθε εθνική ομάδα εργασίας καταρτίζει κατά σειράν προτιμήσεως τον κατάλογο των καλλιτεχνών που προτείνει να συμμετάσχουν στη δεύτερη φάση. Βάσει των καταλόγων που κατάρτισαν οι εθνικές ομάδες εργασίας, η επιτροπή επιλογής ορίζει κατ' ανώτατο όριο 36 καλλιτέχνες που θα συμμετάσχουν στη δεύτερη φάση".
9 Η απόφαση περί απορρίψεως της υποψηφιότητας της αιτούσας, με ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 1994, αναφέρει τα εξής: "Κατόπιν της συνεδριάσεως της 28ης Οκτωβρίου 1993, η επιτροπή επιλογής των έργων τέχνης που θα τοποθετηθούν στο νέο ακίνητο του Συμβουλίου επέλεξε 36 καλλιτέχνες για τον δεύτερο γύρο του διαγωνισμού. Με λύπη μας σάς πληροφορούμε ότι δεν συμπεριλαμβάνεστε μεταξύ των επιλεγέντων".
Σκεπτικό
Επί της αιτήσεως παρεμβάσεως
10 Η αίτηση παρεμβάσεως υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 115 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και κατατέθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, εφαρμοστέου επί της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 46, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Κανονισμού.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, δικαίωμα παρεμβάσεως στις διαφορές που υποβάλλονται στο Πρωτοδικείο ανήκει σε κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς.
Επιχειρήματα των μερών
12 Οι αιτούντες την παρέμβαση θεωρούν ότι, έχοντας συμμετάσχει, με την ιδιότητα του μέλους της επιτροπής προσωπικού του Συμβουλίου, στον ορισμό των τακτικών και αναπληρωματικών μελών της επιτροπής επιλογής του επίδικου διαγωνισμού, έχουν δικαιολογημένο συμφέρον στην επίλυση κάθε διαφοράς που έχει σχέση με την εγκυρότητα της διαδικασίας που ακολούθησε η επιτροπή προκειμένου να εκπληρώσει το έργο της. Επιπλέον, η παρούσα διαφορά σχετίζεται άμεσα προς τις συνθήκες εργασίας των υπαλλήλων του Συμβουλίου, καθώς αφορά την επιλογή έργων τέχνης που θα τοποθετηθούν σε ακίνητο του οργάνου αυτού. Η άμεση αυτή σχέση υποστηρίζεται ότι θεμελιώνει το συμφέρον του συνόλου των μελών της επιτροπής προσωπικού στην επίλυση της διαφοράς, καθότι η επιτροπή αυτή ασκεί αρμοδιότητα επί θεμάτων υγιεινής και εξωραϊσμού των χώρων εργασίας.
13 Το καθού θεωρεί ότι οι αιτούντες την παρέμβαση στερούνται εννόμου συμφέροντος προς υποστήριξη του αιτήματος της αιτούσας εφόσον είναι, κατά τη γνώμη του, τελείως ξένοι προς τη διαφορά. Υποστηρίζει εξάλλου ότι επέλεξαν να ενεργήσουν συλλογικώς προκειμένου να μεταβάλουν πάγια νομολογία που αρνείται στις επιτροπές προσωπικού την ικανότητα του παρίστασθαι επί δικαστηρίου. Το καθού εκτιμά ότι, εν πάση περιπτώσει, οι συνθήκες ζωής και εργασίας των υπαλλήλων δεν είναι δυνατό να επηρεασθούν αμέσως από το γεγονός ότι δεν αποκλείστηκε η αιτούσα από τη δεύτερη φάση του επιδίκου διαγωνισμού.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
14 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων εντάσσεται στο πλαίσιο μιας κυρίας υποθέσεως της οποίας αντικείμενο αποτελεί, κατ' ουσίαν, η ακύρωση της αποφάσεως περί αποκλεισμού της αιτούσας από τη δεύτερη φάση του καλλιτεχνικού διαγωνισμού για την επιλογή των έργων τέχνης που θα τοποθετηθούν στο νέο ακίνητο του Συμβουλίου.
15 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία, το συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, πρέπει να νοείται ως συμφέρον άμεσο και ενεστώς ως προς την τύχη των αιτημάτων που αφορούν ειδικώς την πράξη, της οποίας ζητείται η ακύρωση ή η αναστολή (βλ. τη Διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 1993, Rijnoudt και Hocken κατά Επιτροπής, Τ-97/92 και Τ-111/92, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-587, σκέψεις 16 και 21).
16 Οι αιτούντες όμως την παρέμβαση δεν ανέφεραν κανένα ιδιαίτερο στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την ύπαρξη προσωπικού τους συμφέροντος προς αποδοχή της αιτούσας στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού και ουδόλως απέδειξαν ότι η κατάστασή τους θα επηρεαζόταν κατά οποιονδήποτε τρόπο από τη λύση που το Πρωτοδικείο θα δώσει στη διαφορά. Υπ' αυτές τις συνθήκες, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι αιτούντες την παρέμβαση στερούνται εννόμου συμφέροντος να παρέμβουν προς υποστήριξη του αιτήματος της αιτούσας στην παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
17 Συνεπώς, η αίτηση παρεμβάσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως
18 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1988, L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 93/350/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), το Πρωτοδικείο μπορεί, εάν κρίνει ότι οι συνθήκες το επιβάλλουν, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
19 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις οι σχετικές με τα προσωρινά μέτρα των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης πρέπει να προσδιορίζουν τις ειδικές συνθήκες στις οποίες βασίζεται το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που εκ πρώτης όψεως δικαιολογούν την αποδοχή του αιτήματός τους. Τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει να προδικάζουν την επί της ουσίας απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος να παράσχει την απόδειξη ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κυρίας διαδικασίας χωρίς να υποστεί βλάβη που θα είχε σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες (βλ. τη Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 5ης Απριλίου 1993, Peixoto κατά Επιτροπής, Τ-21/93 R, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-463, σκέψη 17, και, προσφάτως, τη Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1994, de Santis κατά Επιτροπής, Τ-56/94 R, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-0000, σκέψη 15).
Επιχειρήματα των μερών
20 Ως προς το fumus boni juris, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η διαδικασία επιλογής που ακολουθήθηκε στον επίδικο διαγωνισμό παρέβη την απόφαση του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989, καθώς και τον κανονισμό του διαγωνισμού, εφόσον η επιτροπή επιλογής, αντί να προβεί σε συγκριτική εξέταση του συνόλου των φακέλων των υποψηφίων, ανέθεσε στις εθνικές ομάδες εργασίας την εξέταση των φακέλων των εγκατεστημένων στο έδαφος της αντίστοιχης χώρας υποψηφίων. Η αιτούσα θεωρεί ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, η επιτροπή επιλογής αγνόησε την ίδια την έννοια του διαγωνισμού * η οποία συνεπάγεται πραγματική συγκριτική εξέταση κάθε υποψηφιότητας και κατάρτιση καταλόγου των νικητών κατ' αξιολογική σειρά. Κατά τη γνώμη της αιτούσας, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία οριζόταν ότι έπρεπε να προεπιλεγούν τρεις καλλιτέχνες ανά κράτος μέλος συνστά ομοίως παράβαση της αποφάσεως του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 και, επιπλέον, στέρησε το διαγωνισμό από κάθε διεθνή χαρακτήρα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η αιτούσα θεωρεί ότι η οριστική απόρριψη της υποψηφιότητάς της από τη βελγική ομάδα εργασίας, χωρίς προηγούμενη εξέταση του φακέλου της από την επιτροπή, δεν μπορεί παρά να κριθεί παράνομη.
21 Ως προς το επείγον, η αιτούσα προβάλλει, κατ' ουσίαν, τον ισχυρισμό ότι, αν οι εργασίες του διαγωνισμού συνεχίζονταν, δεν θα ήταν πλέον δυνατό να επανέλθει, σε περίπτωση που το Πρωτοδικείο έκρινε ουσία βάσιμη την πρσφυγή της, στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε ληφθεί η απορριπτική της υποψηφιότητάς της απόφαση. Δεδομένου ότι η επιτροπή πρέπει να καταλήξει ως προς τα έργα τέχνης που θα τοποθετηθούν στα νέα κτίρια του Συμβουλίου κατά τον Μάιο του 1994, η αιτούσα θα εστερείτο οριστικώς την ευκαιρία να αγορασθεί το έργο της και να τοποθετηθεί στα κτίρια αυτά και ταυτόχρονα την αναγνώριση και την ανάδειξη σε όλη την Ευρώπη που αυτό συνεπάγεται. Υπ' αυτές τις συνθήκες, ακόμη και τυχόν επανόρθωση ισοδύναμη με την αξία της εργασίας της δεν θα αρκούσε να αντισταθμίσει τη βλάβη που απορρέει από την απόρριψη της υποψηφιότητάς της.
22 Το καθού θεωρεί ότι η επιτροπή επιλογής ενήργησε σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 και δεν υπερέβη τις ευρείες εξουσίες που της παραχωρήθηκαν για την οργάνωση του επιδίκου διαγωνισμού. Κατά τα ανωτέρω, το γεγονός ότι η επιτροπή επιδίωξε να προκρίνει τουλάχιστον έναν καλλιτέχνη ανά κράτος μέλος και έλαβε τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα ανάγεται, κατά το καθού, σε θεωρήσεις πολιτικής σκοπιμότητας θεμιτές προκειμένου για την περίπτωση της τοποθετήσεως έργων τέχνης σε ακίνητο προοριζόμενο για τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου. Ειδικώς όσον αφορά την καθιέρωση εθνικής προεπιλογής τριών υποψηφίων, η οποία συνεπάγεται την ανάθεση στις εθνικές ομάδες εργασίας την εξέταση των φακέλων των καλλιτεχνών της χώρας τους, το καθού θεωρεί ότι το μέτρο αυτό αποδείχθηκε εξαιρετικά πρόσφορο, ενόψει του γεγονότος ότι στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου υποβλήθηκαν 1 500 υποψηφιότητες μεταξύ 30ής Ιανουαρίου και 30ής Ιουνίου 1993. Εξάλλου, κατά το καθού, η επιτροπή ορθώς έκρινε ότι η δυνατότητα επιλογής που είχε ανάμεσα σε 36 έργα που θα προκρίνονταν στη δεύτερη φάση τής παρείχε επαρκές περιθώριο κρίσεως για να προβεί στην οριστική επιλογή κατά τον Μάιο του 1994.
23 Το καθού, εξάλλου, θεωρεί ότι ουδόλως συντρέχουν εν προκειμένω περιστάσεις που να στοιχειοθετούν κίνδυνο σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης. Κατά το καθού, αν η προσφυγή κατέληγε σε απόφαση ευνοϊκή για την αιτούσα, η βλάβη που τυχόν θα διαπιστωνόταν θα μπορούσε να επανορθωθεί. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η αιτούσα στερήθηκε τη δυνατότητα να αναδειχθεί νικήτρια στον επίδικο διαγωνισμό δεν συνιστά, κατά τη γνώμη του καθού, παρά μόνο υποθετική βλάβη * ανάλογη εξάλλου με εκείνη που υπέστησαν όλοι οι άλλοι υποψήφιοι (συνολικά 1 464) που αποκλείστηκαν * εφόσον δεν είχε καμία εγγύηση ότι όντως θα αναδεικνυόταν νικήτρια σε περίπτωση που προκρινόταν στη δεύτερη φάση. Το καθού θεωρεί, εξάλλου, ότι ότι το ενδεχόμενο αναστολής των εργασιών του διαγωνισμού που βρίσκονται ήδη εν εξελίξει θα προκαλούσε ανυπέρβλητες δυσκολίες στο Συμβούλιο και θα είχε ως αποτέλεσμα το ακίνητό του να μην είναι διακοσμημένο κατά τη στιγμή των εγκαινίων του με έργα τέχνης, όπως είχε προβλεφθεί.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
24 Πρέπει να παρατηρηθεί, προκαταρκτικώς, ότι τα προσωρινά μέτρα που ζητεί η αιτούσα αφορούν, κατ' ουσίαν, την αναστολή της διαδικασίας διαγωνισμού ευρισκομένου στην τελική του φάση.
25 Πρέπει εν συνεχεία να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, προκειμένου να εκτιμήσει το επείγον της ανάγκης να ληφθούν τα προσωρινά μέτρα, οφείλει να εξετάσει αν η εκτέλεση των επιδίκων πράξεων προ της εκδόσεως της επί της ουσίας αποφάσεως είναι ικανή να επιφέρει, για τον διάδικο που ζήτησε τη λήψη των μέτρων, ανεπανόρθωτη ζημία, που να μην μπορεί να αποκατασταθεί ακόμη και αν ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ή που, παρά τον προσωρινό χαρακτήρα της, να είναι δυσανάλογη προς το συμφέρον του καθού στην εκτέλεση των εν λόγω πράξεων, έστω και όταν αποτελούν αντικείμενο ένδικης προσφυγής (βλ. τη Διάταξη του Προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1988, Hanning κατά Κοινοβουλίου, 176/88 R, Συλλογή 1988, σ. 3915, σκέψη 9).
26 Σημειωτέον εν προκειμένω ότι, αν αληθεύει ότι η επίδικη απόφαση στέρησε από την αιτούσα "την ευκαιρία να περιληφθεί μεταξύ των υποψηφίων που κλήθηκαν να υποβάλλουν πρόταση καλλιτεχνικού έργου και, συνεπώς, να δει το έργο της να αγοράζεται και να τοποθετείται στο νέο ακίνητο του Συμβουλίου", ωστόσο εξίσου αληθεύει ότι, ακόμη και αν η υποψηφιότητα της αιτούσας είχε προκριθεί στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού, δεν θα ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα ανακηρυσσόταν νικήτρια του εν λόγω διαγωνισμού και ότι, μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού, το έργο της θα αγοραζόταν και θα εντασσόταν στο ακίνητο του Συμβουλίου. Υπ' αυτές τις συνθήκες, τα ενδεχόμενα που επικαλείται η αιτούσα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αναγκαίες συνέπειες της εκτελέσεως των επιδίκων αποφάσεων (βλ. τη Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Ιανουαρίου 1994, Hecq κατά Επιτροπής, Τ-564/93 R, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. ΙΙ-1, σκέψη 31).
27 Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να παρατηρηθεί ότι εάν, καθ' υπόθεση, το Πρωτοδικείο αναγνώριζε το βάσιμο της κυρίας προσφυγής, θα αποτελούσε υποχρέωση του καθού να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς διασφάλιση της κατάλληλης προστασίας των συμφερόντων της αιτούσας. Η τελευταία όμως δεν επικαλέστηκε κανένα στοιχείο ικανό να εμποδίσει την αναδρομική διαφύλαξη των συμφερόντων της. Υπ' αυτές τις συνθήκες, καμία ανεπανόρθωτη βλάβη δεν θα μπορούσε να προκύψει από τη μη αναστολή της εκτελέσεως των επιδίκων πράξεων.
28 Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι, ελλείψει των αιτουμένων προσωρινών μέτρων, οι επίδικες πράξεις θα μπορούσαν να της επιφέρουν βλάβη μη δυνάμενη να αποκατασταθεί μέσω της εκτελέσεως αποφάσεως του Πρωτοδικείου και ότι, εν πάση περιπτώσει, η βλάβη που ενδεχομένως θα υφίστατο θα ήταν εμφανώς δυσανάλογη προς το συμφέρον του καθού να περατωθεί η διαδικασία του περί ου πρόκειται διαγωνισμού. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η αναστολή των εργασιών του εν λόγω διαγωνισμού είναι που αποδεικνύεται εμφανώς δυσανάλογη προς το συμφέρον του Συμβουλίου να εκδοθούν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, ιδίως εν όψει των προθεσμιών που προβλέπονται για τα εγκαίνια του νέου του ακινήτου.
29 Συνεπώς, και χωρίς να είναι απαραίτητο να εξετασθεί αν οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα που επικαλείται η αιτούσα προς στήριξη της κυρίας προσφυγής της είναι ευλογοφανή, δεν πληρούνται οι συνθήκες που να επιτρέπουν να διαταχθεί νομίμως η λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων και, κατά συνέπεια, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση παρεμβάσεως.
2) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα έξοδα.
Λουξεμβούργο, 2 Μαΐου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy