Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή ακυρώσεως * Φυσικά ή νομικά πρόσωπα * Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά * Απευθυνθείσα σε κράτη μέλη απόφαση περί παροχής χρηματοδοτικής ενισχύσεως σε δράσεις αφορώσες την προστασία των οικοτόπων και του φυσικού περιβάλλοντος * Γεωργοί ασκούντες δραστηριότητες σε περιφέρεια την οποία αφορά δράση αυτού του είδους και ενώσεις των γεωργών αυτών * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173, εδ. 4 κανονισμός 1973/92 του Συμβουλίου)
Περίληψη
Η απόφαση, που απευθύνθηκε σε ορισμένα κράτη μέλη και που έχει ως αντικείμενο την παροχή, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1973/92, χρηματοδοτικής ενισχύσεως σε δράσεις αφορώσες την προστασία των οικοτόπων και του φυσικού περιβάλλοντος, παρουσιάζεται έναντι των γεωργών που ασκούν δραστηριότητες εντός περιφερείας, την οποία αφορά μια από τις δράσεις αυτές, ως μέτρο γενικής ισχύος εφαρμοζόμενο επί αντικειμενικώς καθορισθεισών καταστάσεων και συνεπαγόμενο έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων οι οποίες αντιμετωπίζονται κατά γενικό και αφηρημένο τρόπο. Δεν θίγει τους ανωτέρω γεωργούς λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως, που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τους εξατομικεύει όπως εξατομικεύει τον αποδέκτη μιας αποφάσεως, και, συνεπώς, δεν τους αφορά ατομικά υπό την έννοια του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης.
Εφόσον η ιδιότητα του εκπροσώπου μιας κατηγορίας επιχειρηματιών δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι πράξη θίγουσα τα γενικά συμφέροντα της κατηγορίας αυτής αφορά ατομικά μια ένωση και εφόσον η προαναφερθείσα απόφαση δεν θίγει κατ' άλλον τρόπο ενώσεις αυτού του είδους, η απόφαση αυτή δεν αφορά ατομικά ούτε τις ενώσεις που συσπειρώνουν τους γεωργούς της οικείας περιφερείας. Εξάλλου, αλυσιτελώς ισχυρίστηκαν και οι μεν και οι δε ότι η προσβληθείσα απόφαση τους αφορά ατομικά λόγω του ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε διαβουλευθεί μαζί τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως, δεδομένου ότι τέτοια υποχρέωση διαβουλεύσεως καθόλου δεν προβλέπεται από τις ασκούσες επιρροή κοινοτικές διατάξεις.
Οι γεωργοί και οι ενώσεις τους, μη δυνάμενοι να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως, κατά μείζονα λόγο δεν δύνανται να προσβάλουν παραδεκτώς τη σύμβαση που συνήφθη, σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και προς καθορισμό των λεπτομερειών παροχής της χρηματοδοτικής ενισχύσεως και των τηρητέων από τον δικαιούχο της όρων, μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου βρίσκεται η εν λόγω περιφέρεια, σύμβαση στην οποία δεν μετέσχον οι ανωτέρω γεωργοί και ενώσεις.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-117/94,
Associazione agricoltori della provincia di Rovigo, Associazione polesana coltivatori diretti di Rovigo, Consorzio cooperative pescatori del Polesine, Cirillo Brena, Mauro Girello και Greguoldo Daniele, όλοι εκπροσωπούμενοι από τον Ivone Cacciavillani, δικηγόρο Βενετίας, με αντίκλητο στο Λουμεμβούργο τον δικηγόρο Alain Lorang, 51, rue Albert 1er,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Lucio Gussetti, μέλος της Nομικής Yπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουμεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Nομικής Yπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 1993, καθόσον παρέχει χρηματοδοτική ενίσχυση στην περιφέρεια της Βενετίας για την πραγματοποίηση δράσεων εντός της ζώνης του δέλτα του Πάδου, καθώς και της συνακόλουθης συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και του ιταλικού Υπουργείου Περιβάλλοντος,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Schintgen και R. Garcia-Valdecasas, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Το ιστορικό της προσφυγής
1 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1973/92, της 21ης Μαΐου 1992 (ΕΕ L 206, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1973/92), το Συμβούλιο θέσπισε ένα χρηματοδοτικό μέσο για το περιβάλλον, καλούμενο "Life", το οποίο έχει ως σκοπό να συμβάλει στην ανάπτυξη και την εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής και νομοθεσίας στον τομέα του περιβάλλοντος, κυρίως μέσω της χρηματοδοτήσεως δράσεων προτεραιότητας εντός της Κοινότητας. Οι τομείς δράσεως που ορίζονται στο παράρτημα του κανονισμού είναι επιλέξιμοι για χρηματοδοτική ενίσχυση εφόσον παρουσιάζουν κοινοτικό ενδιαφέρον, συμβάλλουν σημαντικά στην εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος και τηρούν τους όρους εφαρμογής της αρχής "ο ρυπαίνων πληρώνει".
2 'Οσον αφορά την προστασία των οικοτόπων και του φυσικού περιβάλλοντος, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1973/92 αξιώνει όπως η ενίσχυση συμβάλλει ιδίως στη συγχρηματοδότηση των μέτρων που απαιτούνται για την ικανοποιητική διατήρηση ή αποκατάσταση των φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας και των ειδών προτεραιότητας στις σχετικές περιοχές που εμφαίνονται, αντίστοιχα, στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία 92/43).
3 Κατά το τέλος του 1992, η Ιταλική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή δύο προτάσεις δράσεως σχετικές με τη ζώνη του δέλτα του Πάδου, για τις οποίες ζήτησε χρηματοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1973/92. Η ζώνη την οποία αφορούν οι εν λόγω προτάσεις δράσεως καταλαμβάνει τμήματα δύο περιφερειών: της περιφερείας της Emilie-Romagne και της περιφερείας της Βενετίας. Η πρώτη είχε δημιουργήσει στο έδαφός της, βάσει του περιφερειακού νόμου της 2ας Ιουλίου 1988, ένα περιφερειακό πάρκο του δέλτα του Πάδου. Η δεύτερη δεν είχε θεσπίσει κανένα ειδικό μέτρο προστασίας. Ωστόσο, ο νόμος 394 της 6ης Δεκεμβρίου 1991, νόμος-πλαίσιο περί των προστατευομένων ζωνών, προβλέπει στο άρθρο 35, παράγραφος 4, ότι οι ενδιαφερόμενες περιφέρειες, σε συμφωνία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος, θα προβούν εντός δύο ετών από της ενάρξεως ισχύος του στη δημιουργία ενός διαπεριφερειακού φυσικού πάρκου του δέλτα του Πάδου. Η ίδια διάταξη διευκρινίζει ότι, ελλείψει τέτοιων μέτρων, η κεντρική κυβέρνηση θα προβεί στη δημιουργία εθνικού πάρκου εντός της εν λόγω ζώνης.
4 Δεδομένου ότι εν προκειμένω οι δράσεις αφορούσαν τη διατήρηση φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας, η Επιτροπή υπέβαλε καταρχάς, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 8 και 21 της οδηγίας 92/43, στην επιτροπή του άρθρου 20 της εν λόγω οδηγίας, πρόταση συγχρηματοδοτήσεως ενιαίου σχεδίου προκύπτοντος από τη συγχώνευση των δύο προτάσεων και αποκαλουμένου "πρόγραμμα διατηρήσεως για τη γεωγραφική ζώνη του δέλτα του Πάδου" (στο εξής: πρόγραμμα δέλτα του Πάδου). Το εν λόγω σχέδιο αφορούσε ποσό 1,5 εκατομμυρίων ECU για την πρώτη φάση. Η επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα το σχέδιο αυτό στις 30 Απριλίου 1993.
5 Η Επιτροπή υπέβαλε εν συνεχεία στην επιτροπή του άρθρου 13 του κανονισμού 1973/92 σχέδιο κατανομής των διαθέσιμων στον προϋπολογισμό ποσών για τις πραγματοποιούμενες σε εκτέλεση του κανονισμού αυτού δράσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν το πρόγραμμα δέλτα του Πάδου. Η εν λόγω επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα το σχέδιο αυτό στις 16 Ιουλίου 1993.
6 Στις 15 Οκτωβρίου 1993, η Επιροπή εξέδωσε επίσημα την απόφαση-πλαίσιο, στο παράρτημα της οποίας διαλαμβάνονται οι διάφορες εγκεκριμένες από την Επιτροπή δράσεις * μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται το πρόγραμμα δέλτα του Πάδου * και η κατανομή των πιστώσεων μεταξύ αυτών. Η απόφαση αυτή επαναλαμβάνει το εγκριθέν από τις δύο προαναφερθείσες επιτροπές σχέδιο.
7 Εν τω μεταξύ, η Επιτροπή είχε διαπραγματευθεί τη διαδικασία εφαρμογής του προγράμματος δέλτα του Πάδου με τα μέρη που εμπλέκονταν στην πραγματοποίηση του χρηματοδοτούμενου σχεδίου. Στις 3 και 4 Ιουνίου 1993, οργανώθηκε μια συνάντηση στη Ferrare, στην οποία μετέσχον, πέραν της Επιτροπής, το ιταλικό Υπουργείο Περιβάλλοντος, το ιταλικό Υπουργείο Συντονισμού των Πολιτικών περί Γεωργίας, Διατροφής και Δασών, η περιφέρεια της Βενετίας, η περιφέρεια της Emilie-Romagne, οι ενδιαφερόμενες επαρχίες και η Lega italiana protezione uccelli (στο εξής: LIPU).
8 Στις 31 Δεκεμβρίου 1993, υπογράφηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 5, στοιχείο β', του κανονισμού 1973/92 σύμβαση. Τα δύο κύρια συμβαλλόμενα μέρη είναι η Επιτροπή και το ιταλικό Υπουργείο Περιβάλλοντος, το οποίο εκτελεί χρέη υπεύθυνης υπηρεσίας. Με το υπουργείο αυτό συνδέονται το ιταλικό Υπουργείο Συντονισμού των Πολιτικών περί Γεωργίας, Διατροφής και Δασών, η περιφέρεια της Βενετίας και η LIPU.
9 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι προσφεύγοντες, με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Μαρτίου 1994, άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
10 Στις 7 Ιουλίου 1994, το Πρωτοδικείο, αφού άκουσε τις παρατηρήσεις των διαδίκων, αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα υπό τριμελή σύνθεση.
Αιτήματα των διαδίκων
11 Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
* να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 1993 και τη συνακόλουθη σύμβαση που συνήφθη στις 31 Δεκεμβρίου 1993 μεταξύ της Επιτροπής και του ιταλικού Υπουργείου Περιβάλλοντος, καθώς και κάθε άλλη πράξη που είναι συναφής ή/και που στηρίζεται στην απόφαση αυτή
* να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή στο σύνολό της
* να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
12 Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες επικαλούνται τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος συνίσταται σε "υπέρβαση εξουσίας λόγω εσφαλμένης νομικής βάσεως" και σε αναρμοδιότητα. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1973/92. Ο τρίτος λόγος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1973/92 και από την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας.
13 Στο πλαίσιο των ανωτέρω λόγων ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται, κατ' ουσίαν, ότι η Ιταλική Δημοκρατία, υποβάλλοντας στην Επιτροπή το επίμαχο σχέδιο, παραβίασε το ιταλικό δίκαιο και την αρχή της χρηστής διοικήσεως και ότι η Επιτροπή, παρέχοντας χρηματοδοτική ενίσχυση σ' ένα τέτοιο σχέδιο, παρέβη τον κανονισμό 1973/92 και ειδικότερα το άρθρο του 2, παράγραφος 2, καθόσον αυτό επιβάλλει όπως τα χρηματοδοτούμενα σχέδια "συμβάλλουν ουσιαστικά στην εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος". Δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για δράσεις υπέρ της προστασίας των οικοτόπων και του φυσικού περιβάλλοντος, το τρίτο εδάφιο της διατάξεως αυτής επιτάσσει ότι η ενίσχυση αυτή πρέπει να συμβάλλει ιδίως στη "συγχρηματοδότηση των μέτρων που απαιτούνται για την ικανοποιητική διατήρηση ή αποκατάσταση των φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας και των ειδών προτεραιότητας στις σχετικές περιοχές που εμφαίνονται, στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 92/43". Επίσης, η Επιτροπή δεν έλαβε έτσι υπόψη της τους σκοπούς της κοινοτικής πολιτικής περιβάλλοντος, όπως προκύπτουν από τη Συνθήκη, τον κανονισμό 1973/92, την οδηγία 92/43, την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), το κοινοτικό πρόγραμμα πολιτικής και δράσεως για το περιβάλλον και τη σταθερή ανάπτυξη, περί του οποίου εκδόθηκε το ψήφισμα 93/C 138/01 του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, συνελθόντων στα πλαίσιο του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993 (ΕΕ C 138, σ. 1, στο εξής: πέμπτο πρόγραμμα δράσεως για το περιβάλλον), και από διάφορα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
14 Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής, για τον λόγο ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν αφορούν άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες, στους οποίους δεν απευθύνονται οι πράξεις αυτές.
15 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι εν λόγω πράξεις δεν αφορούν τα φυσικά πρόσωπα παρά μόνον υπό την αντικειμενική ιδιότητα του κτηματία που ασκεί οικονομικώς λυσιτελή δραστηριότητα, όπως αφορούν και κάθε άλλον επιχειρηματία τελούντα, πραγματικά ή δυνητικά, σε πανομοιότυπη κατάσταση. Οι προσφεύγουσες ενώσεις δεν θίγονται από τις επίμαχες πράξεις, παρά μόνον ως εκπρόσωποι της κατηγορίας των επιχειρηματιών των οποίων τα γενικά συμφέροντα θίγονται από τις εν λόγω πράξεις.
16 Επιπλέον, η Επιτροπή τονίζει ότι οι πράξεις τις οποίες προσβάλλουν οι προσφεύγοντες δεν τους αφορούν άμεσα, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές παρέχουν στην Ιταλική Δημοκρατία απλώς μια δυνατότητα χωρίς να δημιουργούν δικαιώματα υπέρ αυτών.
17 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι όλοι προσβάλλουν παραδεκτώς τις πράξεις δεδομένου ότι αυτές τους αφορούν όλους άμεσα και ατομικά. Συγκεκριμένα, όλοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία επεξεργασίας και μορφοποιήσεως της δράσεως που προγραμματίστηκε και χρηματοδοτήθηκε από την επίμαχη πράξη. Το δικαίωμα αυτό απορρέει από το άρθρο Α, δεύτερη περίπτωση, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση, τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 1973/92 καθώς και τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού αυτού, το πέμπτο πρόγραμμα δράσεως για το περιβάλλον, πίνακες αριθ. 10 και 18, την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/43, το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Ιουλίου 1987 για τη δημιουργία και την προστασία φυσικών πάρκων κοινοτικού ενδιαφέροντος (ΕΕ C 246, σ. 121), καθώς και το άρθρο 7 της προτάσεως κανονισμού COM (91) 0028 για τη δημιουργία ενός χρηματοδοτικού μέσου για το περιβάλλον (ΕΕ 1991, C 267, σ. 211). Επιπλέον, οι προσφεύγοντες έχουν, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-1125), ίδιο και διακριτό από αυτό των μελών τους συμφέρον, το οποίο απορρέει από το ιταλικό σύνταγμα και ειδικότερα από τις διατάξεις του άρθου του 2, το οποίο καθιερώνει τον ρόλο των "κοινωνικών ενώσεων", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων του 18, 49 και 97.
18 Οι προσφεύγοντες προσθέτουν ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις τούς αφορούν άμεσα, καθόσον συνιστούν έγκριση χρηματοδοτήσεως ενός σχεδίου που έχει ήδη καθοριστεί τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τους αποδέκτες του. Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει η άμεση λειτουργική σχέση που υφίσταται μεταξύ της συγχρηματοδοτήσεως και του προγράμματος δέλτα του Πάδου. Η Ιταλική Δημοκρατία, έχοντας ζητήσει να τύχει της κοινοτικής συνεισφοράς, ανέλαβε ρητώς την υποχρέωση να πραγματοποιήσει τις περιγραφόμενες στο πρόγραμμα αυτό δράσεις. Επομένως, δεν διαθέτει πλέον καμία εξουσία εκτιμήσεως, τοσούτω μάλλον που κατ' αυτόν τον τρόπο γνωστοποίησε προκαταβολικώς στις κοινοτικές αρχές τη συμπεριφορά που θα υιοθετούσε έναντι των οικείων κοινοτικών διατάξεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70, Bock κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 977).
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
19 Σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία υπό τις προϋποθέσεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι, δεδομένου ότι διαφωτίστηκε επαρκώς από την εξέταση των εγγράφων της δικογραφίας, παρέλκει η προφορική διαδικασία.
20 Κατά το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο κατέστη το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, το παραδεκτό προσφυγής ασκηθείσας από φυσικό ή νομικό πρόοωπο κατ' αποφάσεως της οποίας δεν είναι αποδέκτης εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η εν λόγω απόφαση αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά.
21 Δεδομένου ότι κανένα από τα προσφεύγοντα φυσικά πρόσωπα και καμία από τις τρεις προσφεύγουσες ενώσεις δεν είναι αποδέκτης της επίδικης αποφάσεως, πρέπει να εξεταστεί αν η απόφαση αυτή τους αφορά άμεσα και ατομικά.
22 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937) προκύπτει ότι μια απόφαση απευθυνόμενη σε ένα πρόσωπο δεν μπορεί να αφορά ατομικά τους τρίτους παρά μόνον εάν η απόφαση αυτή τους θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
23 Αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι η παροχή χρηματοδοτικής ενισχύσεως σε δράσεις που αφορούν την προστασία των οικοτόπων και του φυσικού περιβάλλοντος. Αποδέκτες της αποφάσεως είναι το σύνολο των κρατών μελών τα οποία υπήρχαν κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, εξαιρουμένων του Βασιλείου του Βελγίου και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Μεταξύ των δράσεων στις οποίες χορηγείται χρηματοδοτική ενίσχυση εμφαίνεται το πρόγραμμα δέλτα του Πάδου. Το συνολικό κόστος του σχεδίου εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 3 εκατομμύρια ECU, από τα οποία το 50 % αναλαμβάνεται από την Κοινότητα.
24 Επομένως, έναντι των τριών προσφευγόντων φυσικών προσώπων, καθώς και έναντι του συνόλου των προσώπων που ασκούν δραστηριότητες εντός της οικείας ζώνης, η απόφαση αυτή, καθόσον παρέχει χρηματοδοτική ενίσχυση στο ιταλικό πρόγραμμα δέλτα του Πάδου, παρουσιάζεται ως μέτρο γενικής ισχύος εφαρμοζόμενο επί αντικειμενικώς καθοριζομένων καταστάσεων και συνεπαγόμενο έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων αντιμετωπιζομένων κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο.
25 Επομένως, η επίδικη απόφαση αφορά τα προσφεύγοντα φυσικά πρόσωπα λόγω της αντικειμενικής τους ιδιότητας και μόνον ως ασκούντων το επάγγελμα του γεωργού εντός της ζώνης του δέλτα του Πάδου, κατά τον ίδιο τρόπο που αφορά και κάθε άλλο γεωργό τελούντα πραγματικά ή δυνητικά σε πανομοιότυπη κατάσταση (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1983, 231/82, Spijker κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2559, σκέψη 9).
26 Πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά τις τρεις προσφεύγουσες ενώσεις, εφόσον υποτεθεί ότι εκπροσωπούν το σύνολο των γεωργών της οικείας περιφερείας.
27 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή η αρχή ότι μια πράξη που θίγει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας επιχειρηματιών αφορά ατομικά μια ένωση, υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου της εν λόγω κατηγορίας επιχειρηματιών (διάταξη του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1979, 60/79, Federation nationale des producteurs de vins de table et vins de pays κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 2429, και απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1986, 282/85, DEFI κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2469, σκέψη 16).
28 Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες ενώσεις δεν θίγονται από την επίδικη απόφαση, η οποία θίγει τα γενικά συμφέροντα της κατηγορίας των επιχειρηματιών που αυτές εκπροσωπούν, παρά μόνον υπό την ιδιότητά τους ως εκπροσώπων της κατηγορίας αυτής.
29 Ωστόσο, τόσο τα προσφεύγοντα φυσικά πρόσωπα όσο και οι προσφεύγουσες ενώσεις υποστηρίζουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση τους αφορά ατομικά, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να προβεί σε διαβούλευση με τους προσφεύγοντες πριν από την έκδοση της αποφάσεως, πράγμα το οποίο αρκεί για την εξατομίκευσή τους.
30 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει συναφώς ότι καμία από τις μνημονευόμενες από τους προσφεύγοντες διατάξεις (βλ. ανωτέρω σκέψη 17) δεν δημιουργεί εις βάρος της Επιτροπής την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, προτού χορηγήσει χρηματοδοτική ενίσχυση κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1973/92, την ειδική κατάσταση καθενός από τους γεωργούς που ασκούν το επάγγελμά τους εντός των ζωνών τις οποίες αφορούν τα χρηματοδοτούμενα προγράμματα δράσεως ή την κατάσταση καθεμιάς από τις ενώσεις που τους εκπροσωπούν, ούτε να προβαίνει σε διαβούλευση με αυτούς.
31 Το ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη την ειδική κατάσταση των διαφόρων προσφευγόντων και να προβεί σε διαβούλευση με αυτούς πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως επιρρωννύεται από το ότι κανείς από τους προσφεύγοντες δεν επικαλέστηκε, προς στήριξη της προσφυγής του, λόγους ακυρώσεως αντλούμενους από την παράβαση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να προβεί σε διαβούλευση με αυτούς, μολονότι η Επιτροπή τόνισε, χωρίς να την αντικρούσει κανένας από τους προσφεύγοντες, ότι δεν προέβη σε καμία διαβούλευση με αυτούς πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
32 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απόφαση της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 1993 περί χορηγήσεως χρηματοδοτικής ενισχύσεως στο πρόγραμμα διατηρήσεως για τη γεωγραφική ζώνη του δέλτα του Πάδου δεν αφορά ατομικά ούτε τα προσφεύγοντα φυσικά πρόσωπα ούτε τις προσφεύγουσες ενώσεις. Επομένως, κανείς από αυτούς δεν ζητεί παραδεκτώς την ακύρωση της αποφάσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, και της 26ης Ιουνίου 1990, C-158/92, Sofrimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2477, σκέψεις 11 έως 13).
33 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι η συλλογιστική αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο και για τη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και της Ιταλικής Δημοκρατίας, η οποία καθορίζει τη διαδικασία χορηγήσεως της χρηματοδοτικής ενισχύσεως της Κοινότητας και τους όρους που πρέπει να τηρήσει ο τυγχάνων της ενισχύσεως αυτής. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγοντες δεν αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω σύμβαση και αυτή δεν τους αφορά ατομικά, όπως ακριβώς δεν τους αφορά ατομικά και η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1993, της οποίας άλλωστε δεν αποτελεί παρά πράξη εκτελέσεως, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν και οι προσφεύγοντες αναφέροντας ότι "από τον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως απορρέει ο παράνομος χαρακτήρας της προσβαλλομένης συμβάσεως, η οποία συνεπώς στερείται κάθε λογικής και νομικής βάσεως, δεδομένου ότι συνιστά απλή πράξη εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ρυθμίζονται απλώς η διαδικασία πραγματοποιήσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως Life" (παρατηρήσεις των προσφευγόντων επί της ενστάσεως απαραδέκτου, σ. 13).
34 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τους προσφεύγοντες αλληλεγγύως στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 21 Φεβρουαρίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy