Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων * Αναστολή εκτελέσεως * Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως περί επιβολής προστίμου * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Εγγυοδοσία * Επιτρεπτό * Όρια * Αναγνώριση εκ μέρους της Επιτροπής της κοινής ευθύνης δύο επιχειρήσεων του ιδίου ομίλου και αναγγελία τροποποιήσεως της αποφάσεως, με την οποία θα λαμβάνεται υπόψη η κοινή αυτή ευθύνη * Μείωση του ποσού που πρέπει να καλύπτει η εγγύηση
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 39, εδ. 2 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
Περίληψη
Ο αρμόδιος επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δικαστής οφείλει να διατάξει τη μερική αναστολή της υποχρεώσεως της αιτούσας επιχειρήσεως να συστήσει τραπεζική εγγύηση, καλύπτουσα το ποσό του προστίμου που της έχει επιβληθεί, όταν, με έγγραφο του αρμοδίου Επιτρόπου, έχει γνωστοποιηθεί στην εν λόγω επιχείρηση ότι η απόφαση με την οποία της επιβλήθηκε το πρόστιμο αυτό πρόκειται να τροποποιηθεί και εφόσον, επιπλέον, μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του fumus boni juris και του κατεπείγοντος για τη χορήγηση της αναστολής εκτελέσεως.
Συγκεκριμένα, όταν η Επιτροπή προτίθεται να κατανείμει το ποσό του προστίμου, το οποίο επιβλήθηκε για παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης, μεταξύ αυτής της επιχειρήσεως και άλλης επιχειρήσεως η οποία ανήκει στον ίδιο χαλυβουργικό όμιλο και μετέσχε εξ ίσου στις θίγουσες τον ανταγωνισμό ενέργειες για τις οποίες επιβλήθηκε το πρόστιμο, δεν φαίνεται πλέον δικαιολογημένο, εν αναμονή της αναγγελθείσας τροποποιήσεως της αποφάσεως, να απαιτείται από την αιτούσα εγγυοδοσία καλύπτουσα το συνολικό ποσό του εν λόγω προστίμου, εφόσον το ποσό που απαιτείται από την αιτούσα να καλύψει με την εγγύηση είναι υπερβολικό σε σχέση προς τη θέση που κατέχει η αιτούσα στο πλαίσιο του ομίλου εντός του οποίου διαπράχθηκαν οι παραβάσεις.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-156/94 R,
Siderurgica Aristrain Madrid, SL, εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα τη Μαδρίτη, εκπροσωπούμενη από τους Antonio Creus και Xavier Ruiz, δικηγόρους Βαρκελώνης, και τον Jose Ramon Garcia-Gallardo, δικηγόρο Μπούργκος, με τόπο επιδόσεων το γραφείο Cuatrecasas στις Βρυξέλλες, 78, avenue d' Auderghem,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Julian Currall και Francisco Enrique Gonzalez Diaz, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Geraud de Bergues, εθνικό εμπειρογνώμονα απεσπασμένο στην υπηρεσία της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση με την οποία ζητείται από το Πρωτοδικείο να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως των άρθρων 3, 4 και 5 της αποφάσεως 94/215/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα (ΕΕ L 116, σ. 1), καθόσον η απόφαση αυτή επιβάλλει στην αιτούσα πρόστιμο 10,6 εκατομμυρίων ECU λόγω της συμμετοχής της σε ορισμένες πρακτικές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού να την απαλλάξει, μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση επί της ουσίας της προσφυγής, από την υποχρέωση συστάσεως, υπέρ της Επιτροπής, τραπεζικής εγγυήσεως προς εξασφάλιση της πληρωμής του συνολικού ποσού του εν λόγω προστίμου ή, επικουρικώς, να καθορίσει το καλυπτόμενο από την εν λόγω εγγύηση ποσό και, συντηρητικώς, να διατάξει την Επιτροπή να μη προβεί στην είσπραξη του προστίμου προτού περατωθεί η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Το ιστορικό της διαφοράς
1 Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όπως αυτά προκύπτουν από τα κατατεθέντα υπομνήματα και από τις προφορικές διευκρινίσεις που δόθηκαν από τους διαδίκους κατά την ακρόαση, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.
2 Στις 16 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, απόφαση με την οποία διαπίστωσε τη συμμετοχή ορισμένων ευρωπαίων παραγωγών δοκών χάλυβα σε συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές απαγορευόμενες από την εν λόγω διάταξη της Συνθήκης (απόφαση 94/215/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα, ΕΕ L 116, σ. 1, στο εξής: Απόφαση).
3 Καίτοι η Επιτροπή, με την αιτιολογία της Αποφάσεως, έκρινε ότι δύο εταιρίες ανήκουσες στον ισπανικό όμιλο εταιριών Aristrain είχαν συνεργήσει στις εν λόγω παραβάσεις, αποδέκτης της Αποφάσεως υπήρξε μόνον η εταιρία Siderurgica Aristrain Madrid, SL (στο εξής: SAM, SL ή αιτούσα ), στην οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 10 600 000 ECU.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Αποφάσεως, το ανωτέρω πρόστιμο έπρεπε να καταβληθεί εντός τριών μηνών από της κοινοποιήσεώς της στην αποδέκτρια εταιρία, η προθεσμία δε αυτή έληγε στις 7 Ιουνίου 1994. Το πρόστιμο, δεδομένου ότι επρόκειτο για ποσό υπερβαίνον τις 200 000 ECU, μπορούσε να καταβληθεί σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη έπρεπε να καταβληθεί εντός της ίδιας τρίμηνης προθεσμίας, υπό τον όρο της συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως καλύπτουσας το υπόλοιπο του κεφαλαίου και τους συναφείς τόκους. Το αργότερο κατά τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση όφειλε να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τον επιλεγέντα τρόπο πληρωμής.
5 Με έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 1994, και εμμένοντας στη γραμμή που είχε υιοθετήσει το 1981, η Επιτροπή πληροφόρησε τη SAM, SL ότι δεν θα προέβαινε σε καμία ενέργεια εισπράξεως σε περίπτωση που θα ασκείτο προσφυγή κατά της Αποφάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση θα παρείχε υπέρ της Επιτροπής τραπεζική εγγύηση καλύπτουσα όλο το ποσό του προστίμου μαζί με τους τόκους που θα καθίσταντο απαιτητοί κατά το χρονικό διάστημα της εκκρεμοδικίας.
6 Κατόπιν επαφών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των εκπροσώπων της Επιτροπής και του ομίλου Aristrain τον Μάιο και τον Ιούνιο του 1994, ο αρμόδιος επί θεμάτων πολιτικής ανταγωνισμού Επίτροπος Karel Van Miert γνωστοποίησε στη SAM, SL, με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1994, ότι επρόκειτο να προτείνει στην Επιτροπή να τροποποιήσει την Απόφαση, ώστε αυτή να απευθύνεται και προς τη Siderurgica Aristrain Olaberria, SL (στο εξής: SAO, SL), αδελφή εταιρία της SAM, SL. Σύμφωνα με το κείμενο του εγγράφου αυτού, με την εν λόγω τροποποίηση θα επιβαρυνόταν κάθε μία από τις δύο αυτές εταιρίες του ομίλου Aristrain, κατ' αναλογίαν του κύκλου εργασιών εκάστης, με πρόστιμο του οποίου το συνολικό ποσό θα ήταν αντίστοιχο του ποσού του προστίμου που είχε επιβληθεί μόνο στη SAM, SL. Κατά το ανωτέρω έγγραφο, η τροποποίηση αυτή είχε θεωρηθεί ενδεδειγμένη μετά από παρατήρηση του νομικού συμβούλου της SAM, SL, ο οποίος επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι, κατά το ισπανικό εταιρικό δίκαιο, οι εταιρίες δεν ευθύνονται με την περιουσία τους για τις υποχρεώσεις άλλων εταιριών ανηκουσών στον ίδιο όμιλο.
Διαδικασία
7 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Απριλίου 1994, η SAM, SL άσκησε, δυνάμει των άρθρων 33 και 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της Αποφάσεως, καθόσον η απόφαση αυτή διαπιστώνει τη συμμετοχή της SAM, SL σε ορισμένες συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές ευρωπαίων παραγωγών δοκών χάλυβα και της επιβάλλει πρόστιμο ύψους 10 600 000 ECU.
8 Με τηλεαντίγραφο της 7ης Ιουνίου 1994, η SAM, SL υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως των άρθρων 3, 4 και 5 της Αποφάσεως, καθόσον επιβάλλεται στην αιτούσα πρόστιμο 10,6 εκατομμυρίων ECU. Η αιτούσα ζήτησε επίσης από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου να την απαλλάξει από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως για την εξασφάλιση της ενδεχόμενης πληρωμής του προστίμου ή, επικουρικώς, να καθορίσει το ποσό αυτής της εγγυήσεως και, συντηρητικώς, να διατάξει την Επιτροπή να μην προβεί στην είσπραξη του προστίμου πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων.
9 Η Επιτροπή υπέβαλε παρατηρήσεις επί της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 22 Ιουνίου 1994. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις θέσεις τους στις 5 Ιουλίου 1994.
10 Κατά την ακρόαση, η αιτούσα ζήτησε να της επιτραπεί να καταθέσει ορισμένα έγγραφα σχετικά με την οικονομική της κατάσταση, τα οποία, κατ' αυτήν, ενίσχυαν τα αποδεικτικά στοιχεία που ήδη περιέχονταν στη δικογραφία. Η καθής δήλωσε συναφώς ότι, δεδομένου ότι δεν είχε λάβει προηγουμένως γνώση των εγγράφων αυτών, επιθυμούσε να της δοθεί η δυνατότητα να τα εξετάσει και να υποβάλει στο Πρωτοδικείο τις παρατηρήσεις της. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αρμόδιος επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, κρίνοντας ότι, προς επίλυση της διαφοράς, θα του ήταν χρήσιμο να διαθέτει συμπληρωματικά στοιχεία, ζήτησε από τη SAM, SL να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, το αργότερο στις 8 Ιουλίου 1994, τα έγγραφα που θα έκρινε κατάλληλα προς απόδειξη του σοβαρού και του ανεπανορθώτου της ζημίας που επικαλείται με την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων. Τα νέα αυτά στοιχεία έπρεπε να αναικοινωθούν έως την ίδια ημερομηνία και στην Επιτροπή, ούτως ώστε να μπορέσει να υποβάλει στο Πρωτοδικείο τις παρατηρήσεις της επί των εγγράφων αυτών πριν από τις 12 Ιουλίου 1994.
11 Με τηλεαντίγραφο της 8ης Ιουλίου 1994, η SAM, SL κατέθεσε στη δικογραφία διάφορα έγγραφα, καθώς και μια επεξηγηματική σημείωση σχετικά με την οικονομική κατάσταση τόσο της ίδιας όσο και άλλων εταιριών του ομίλου Aristrain. Με τηλεαντίγραφο της 12ης Ιουλίου 1994, η Επιτροπή διατύπωσε τις παρατηρήσεις της επί των εγγράφων που είχε καταθέσει η αιτούσα.
Σκεπτικό
12 Δυνάμει του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 39, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), το Πρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
13 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις για τη λήψη προσωρινών μέτρων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 39, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του ζητουμένου προσωρινού μέτρου. Τα ζητούμενα μέτρα πρέπει να έχουν προσωρινό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν μπορούν να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ. τη Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 1993, Τ-543/93 R, Gestevision Telecinco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1409, σκέψη 16).
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Η αιτούσα, προς απόδειξη του εκ πρώτης όψεως βασίμου των ισχυρισμών της, επικαλείται, πρώτον, την εκ μέρους της Επιτροπής παραβίαση μιας γενικής αρχής η οποία εγγυάται το δικαίωμα του δικάζεσθαι από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, καθόσον η διαπίστωση της παραβάσεως και η συνακόλουθη επιβολή της χρηματικής κυρώσεως προέρχονται από το ίδιο διοικητικό όργανο που διεξήγαγε την έρευνα και τις αποδείξεις και καθόσον ο δικαστικός έλεγχος από το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να θεραπεύσει το ελάττωμα αυτής της μεροληπτικής κρίσεως. Κατά την αιτούσα, το Πρωτοδικείο δεν έχει γνώση όλων των πραγματικών ζητημάτων ούτε αυτών που εμπίπτουν στη διακριτική κρίση της Επιτροπής. Ελλείψει ελέγχου πλήρους δικαιοδοσίας εκ μέρους του Πρωτοδικείου, υπάρχει, στο δικονομικό σύστημα που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και παραβίαση μιας γενικής αρχής αναγνωριζόμενης από τις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών.
15 Επιπλέον, η SAM, SL προβάλλει διάφορα επιχειρήματα επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Πρώτον, κατά την αιτούσα, η Επιτροπή έκανε χρήση των κριτηρίων που διέπουν την ερμηνεία του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, πράγμα το οποίο συνιστά παραβίαση των ειδικών αρχών της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθώς και εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και της συμμετοχής του ομίλου Aristrain στις ανταλλαγές πληροφοριών τις οποίες επικρίνει η Απόφαση. Δεύτερον, το επίδικο πρόστιμο υπολογίστηκε λαμβανομένου υπόψη του συνολικού κύκλου εργασιών του ομίλου Aristrain, πράγμα το οποίο αντιβαίνει στο άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης, δυνάμει του οποίου μόνο ο κύκλος εργασιών της SAM, SL που αφορά τα προϊόντα ΕΚΑΧ έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Τρίτον, το επιβληθέν πρόστιμο αντιπροσωπεύει πλέον του 10 % του ετήσιου κύκλου εργασιών της SAM, SL, κατά παράβαση της ιδίας διατάξεως της Συνθήκης. Πάντοτε κατά την προσφεύγουσα, το ύψος του προστίμου υπολογίστηκε βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας πεσέτας/ECU του 1990, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι σημειωθείσες το 1992 και το 1993 υποτιμήσεις της πεσέτας, πράγμα το οποίο ήταν δυσμενές για τη SAM, SL καθόσον αύξησε το ποσό του προστίμου κατά 22 %.
16 Η αιτούσα υποστηρίζει ακόμα ότι η Απόφαση παραβιάζει διάφορες γενικές αρχές του δικαίου. Πρώτον, επικαλείται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, λόγω του ασαφούς καθορισμού της εκτάσεως των παραβάσεων που προσάπτονται στη SAM, SL και του ασαφούς νομικού χαρακτηρισμού των πράξεων που της καταλογίζονται. Δεύτερον, κατά την αιτούσα, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ισότητας, καθόσον δεν έλαβε υπόψη της ούτε ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν μόνο την αιτούσα ούτε τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε άλλες συγκρίσιμες περιπτώσεις. Τρίτον, η Απόφαση δεν είναι επαρκώς, κατά το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αιτιολογημένη και, επιπλέον, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Τέλος, κατά την αιτούσα, η Επιτροπή δεν ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας και κατά τη λήψη της τελικής αποφάσεώς της.
17 Κατά την ακρόαση, η αιτούσα προσκόμισε αντίγραφο του εγγράφου του Van Miert (βλ. ανωτέρω σκέψη 6), με το οποίο ο υπογράφων δήλωνε ότι επρόκειτο να προτείνει τροποποίηση της Αποφάσεως, ούτως ώστε αυτή να απευθύνεται σε αμφότερες τις εταιρίες του ομίλου Aristrain οι οποίες θα ευθύνονταν κατ' αναλογίαν του κύκλου εργασιών εκάστης. Κατά την αιτούσα, η Επιτροπή, εφόσον είχε αναγνωρίσει περιορισμό όσον αφορά τη δυνατότητά της να επιδιώξει την είσπραξη του ποσού του επιδίκου προστίμου επί της περιουσίας της SAM, SL, όφειλε να λάβει υπόψη της τον περιορισμό αυτό και όσον αφορά την επιβολή υποχρεώσεως εγγυοδοσίας.
18 Όσον αφορά το επείγον των ζητουμένων προσωρινών μέτρων, η αιτούσα υποστηρίζει, κατ' ουσίαν, ότι, λόγω ιδιαιτέρων περιστάσεων που άπτονται της οικονομικής καταστάσεώς της και της ιδιότητάς της ως ιδιωτικής και οικογενειακής επιχειρήσεως, καθώς και λόγω του δυσαναλόγου του επιβληθέντος προστίμου σε σχέση προς το μέγεθος της επιχειρήσεως, η σύσταση της ασφάλειας, την οποία απαιτεί η Επιτροπή προκειμένου να μην προβεί σε άμεση είσπραξη του προστίμου σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής, αντιπροσωπεύει δυσβάστακτη οικονομική επιβάρυνση. Η επιβάρυνση αυτή εμποδίζει την αιτούσα να συνεχίσει κανονικά τη δραστηριότητά της και συνεπάγεται γι' αυτήν ισχυρή μείωση της ανταγωνιστικότητάς της σε έναν τομέα που βρίσκεται σε κρίση. Η SAM, SL υποστηρίζει ότι οι τράπεζες με τις οποίες διατηρεί εμπορικές σχέσεις δεν είναι διατεθειμένες να της χορηγήσουν τα πρόσθετα όρια πιστώσεως τα οποία χρειάζεται προς σύσταση της ασφάλειας. Η προβλεπόμενη εξάντληση των ορίων πιστώσεως που έχουν χορηγηθεί στη SAM, SL, την οποία θα συνεπάγεται η σύσταση και η διατήρηση της ασφάλειας, θα επηρεάσει σοβαρά το τρέχον επενδυτικό της πρόγραμμα, το οποίο είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας της εταιρίας σε μια αγορά "άκρως ανταγωνιστική και υπερκορεσμένη". Κατά την αιτούσα, η ζημία την οποία επικαλείται είναι σοβαρή και ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι, ακόμα και αν τα αιτήματα της προσφυγής γίνουν δεκτά από το Πρωτοδικείο, η εταιρία δεν θα είναι πλέον σε θέση να ανακτήσει την ανταγωνιστική θέση που θα έχει απολέσει εν τω μεταξύ. Η αιτούσα θεωρεί ότι πληροί, ως προς το θέμα αυτό, τις εξαιρετικές προϋποθέσεις που τέθηκαν με τη Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1983 (υπόθεση 234/82 R, Ferriere di Roe Volciano κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 725), με την οποία χορηγήθηκε αναστολή της εκτελέσεως αποφάσεως περί επιβολής προστίμου, χωρίς η χορήγηση του μέτρου αυτού να εξαρτηθεί από προηγούμενη εγγυοδοσία.
19 Όσον αφορά τη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων, η SAM, SL υποστηρίζει ότι η ζημία που θα υφίστατο από τη σύσταση και τη διατήρηση επαχθούς τραπεζικής εγγυήσεως είναι δυσανάλογη σε σχέση προς το συμφέρον που μπορεί να αντιπροσωπεύει για την Επιτροπή αυτή η εγγυοδοσία. Η αιτούσα προσθέτει ότι το κοινοτικό δημόσιο συμφέρον προστατεύεται καλύτερα αν της επιτραπεί να συνεχίσει τις δραστηριότητές της στην αγορά, ούτως ώστε να είναι σε θέση να καταβάλει το πρόστιμο τη δέουσα στιγμή, σε περίπτωση που αυτό αποφασίσει το Πρωτοδικείο.
20 Η καθής, τόσο με τις παρατηρήσεις της όσο και κατά την ακρόαση της 5ης Ιουλίου 1994, επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να τροποποιήσει την Απόφαση. Η Επιτροπή δεν συνάγει, ωστόσο, από την τροποποίηση αυτή καμία συνέπεια όσον αφορά την υποχρέωση του ομίλου Aristrain να συστήσει, βάσει της εν λόγω Αποφάσεως, ασφάλεια καλύπτουσα το συνολικό ποσό του προστίμου και των τόκων που θα καταστούν απαιτητοί έως ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής.
21 Όπως εξήγησε η καθής κατά την ακρόαση, η αναγγελθείσα τροποποίηση θα αποβλέπει αποκλειστικά και μόνο στο να εξασφαλιστεί ότι και η SAO, SL θα ευθύνεται με την περιουσία της για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη SAM, SL, σε περίπτωση που παραστεί ανάγκη να ζητηθεί ενώπιον ισπανικού δικαστηρίου η είσπραξη του προστίμου. Κατά την άποψη του καθού οργάνου, η εγγυοδοσία είναι εκούσια πράξη, στην οποία μπορεί να προβεί ο όμιλος Aristrain προκειμένου να αποφύγει είτε την άμεση πληρωμή του επιδίκου προστίμου είτε την είσπραξή του με την έκδοση διαταγής πληρωμής. Πάντοτε κατά την Επιτροπή, οι δύο εταιρίες αποτελούν μία και μόνη οικονομική οντότητα, υπεύθυνη για το σύνολο των παραβάσεων που προσάπτονται από την Απόφαση στον όμιλο Aristrain. Η Απόφαση απευθύνθηκε στη SAM, SL ως εταιρία "αντιπροσωπευτική" του ομίλου. Κατά την Επιτροπή, αυτή η πρακτική δεν δημιουργεί γενικώς προβλήματα, δεδομένου ότι, φυσιολογικά, αποδέκτης είναι η μητρική εταιρία ή η θυγατρική των άλλων ευθυνομένων εταιριών. Οι δυσχέρειες που προβάλλονται στην υπό κρίση περίπτωση οφείλονται, κατά την άποψη της Επιτροπής, στο γεγονός ότι οι δύο ευθυνόμενες εταιρίες είναι αδελφές εταιρίες.
22 Αναφερόμενη στον ισχυρισμό περί υπερβολικού ύψους του επιβληθέντος προστίμου, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το ποσό του προστίμου δεν υπερβαίνει το όριο του 10 % του ετήσιου κύκλου εργασιών, το οποίο καθορίζει το άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, λαμβανομένου υπόψη του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η SAM, SL το 1990.
23 Όσον αφορά την ύπαρξη επείγοντος, η καθής θεωρεί ότι η SAM, SL ουδόλως απέδειξε ότι η εγγυοδοσία που της ζητεί η Επιτροπή θα της προξενήσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, "πέραν της θυσίας που αναγκαστικά συνεπάγεται η επιβολή προστίμου ύψους 10,6 εκατομμυρίων ECU". Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα έγγραφα που κατέθεσε η αιτούσα σχετικά με την οικονομική κατάσταση του ομίλου Aristrain, δήλωσε ότι είναι πεπεισμένη ότι η βιωσιμότητα της SAM, SL δεν απειλείται από την οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η σύσταση και η διατήρηση της ασφάλειας.
24 Η Επιτροπή θεωρεί, επιπλέον, ότι η κατάσταση της αιτούσας δεν αντιστοιχεί σε καμία από τις "εξαιρετικές περιστάσεις" στις οποίες αναφέρεται η ως άνω Διάταξη Ferriere di Roe Volciano κατά Επιτροπής. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η αιτούσα, η SAM, SL δεν είναι μικρή επιχείρηση, καθόσον το 1990 πραγματοποίησε κύκλο εργασιών 129 994 939 ECU και ανήκει σ' έναν όμιλο που είναι ο τρίτος ευρωπαίος παραγωγός δοκών χάλυβα. Η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι η SAM, SL δεν είναι επιχείρηση υπεργολαβίας και ότι το γεγονός ότι δεν έχει διαφοροποιημένη παραγωγή δεν έχει σημασία σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου. Η καθής θεωρεί, εξάλλου, ότι η SAM, SL δεν απέδειξε ότι βρίσκεται σε αδυναμία να συστήσει την εν λόγω ασφάλεια είτε με τη λήψη προσθέτων ορίων πιστώσεως από άλλες τράπεζες είτε με τη χρησιμοποίηση των διαθεσίμων πόρων του ομίλου Aristrain. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, τέλος, ότι ο όμιλος Aristrain διαθέτει επαρκείς πόρους για την πληρωμή του συνόλου του προστίμου, καίτοι αυτή η χρησιμοποίηση πόρων μπορεί να επηρεάσει τις επενδύσεις που έχει προβλέψει.
25 Από πλευράς σταθμίσεως των εμπλεκομένων συμφερόντων, η καθής υποστηρίζει ότι η επιβολή εγγυοδοσίας αποτελεί "το ελάχιστο απαιτούμενο από το κοινοτικό δημόσιο συμφέρον" και εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και του συμφέροντος των επιχειρήσεων οι οποίες αμφισβητούν αποφάσεις που τους επιβάλλουν πρόστιμο. Η Επιτροπή θεωρεί ότι θα ήταν όλως αδικαιολόγητη η εξαίρεση της αιτούσας από την υποχρέωση εγγυοδοσίας, λαμβανομένης υπόψη της ισχυρής χρηματοοικονομικής καταστάσεώς της.
Εκτίμηση του αρμοδίου να κρίνει επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
26 Παρατηρείται, προκαταρκτικώς, ότι, όσον αφορά το αίτημα αναστολής της εκτελέσεως των άρθρων 4 και 5 της Αποφάσεως, καθόσον επιβάλλει πρόστιμο στην αιτούσα, η Επιτροπή κατέστησε γνωστό ότι, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της, δεν θα προέβαινε σε καμία ενέργεια εισπράξεως στην περίπτωση που θα ασκείτο προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπό την προϋπόθεση της συστάσεως, εκ μέρους της επιχειρήσεως, το αργότερο έως την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που προβλεπόταν για την πληρωμή του προστίμου, τραπεζικής εγγυήσεως καλύπτουσας τόσο το κύριο ποσό όσο και τους τόκους της οφειλής. Δεδομένου ότι ασκήθηκε προσφυγή, πρέπει να θεωρηθεί ότι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων περιορίζεται στο αίτημα με το οποίο ζητείται να απαλλαγεί προσωρινώς η αιτούσα, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προς εξασφάλιση της καταβολής του συνόλου του ποσού του επιδίκου προστίμου, μέχρις ότου περατωθεί η επί της ουσίας διαδικασία.
27 Όσον αφορά το αίτημα της αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 3 της Αποφάσεως, καθόσον επιβάλλει στην αιτούσα να παύσει πάραυτα τις παραβάσεις που αναφέρονται στην Απόφαση και να μην επαναλάβει ή να συνεχίσει τις επίμαχες ενέργειες ή συμπεριφορές, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η SAM, SL δεν προβάλλει κανένα νομικό ή πραγματικό ισχυρισμό που να δικαιολογεί αυτό το αίτημα. Συνεπώς, το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αρμόδιος επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δικαστής πρέπει να εξετάσει, όπως απαιτεί το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κατά πόσον πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του ζητουμένου προσωρινού μέτρου, ήτοι της απαλλαγής από την υποχρέωση εγγυοδοσίας καλύπτουσας το συνολικό ποσό του προστίμου.
29 Συναφώς, και κατόπιν των παρατηρήσεων που διατύπωσαν οι σύμβουλοι της αιτούσας σχετικά με το καθεστώς της ευθύνης των εταιριών στο ισπανικό δίκαιο, ο Van Miert δήλωσε, με το έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1994, ότι είχε την πρόθεση να "proponer a la Comision la modificacion de la decision para dirigirla a ambas sociedades, Siderurgica Aristrain Madrid SL y Siderurgica Aristrain Olaberria SL, imponiendoles una multa a cada una de ellas. Cada una de las multas estara en relacion con el volumen de negocios para las vigas de cada una de las dos sociedades en el ano 1990 de modo que la suma de las dos multas sea igual a la multa impuesta en la actualidad a Siderurgica Aristrain Madrid SL." (να προτείνει στην Επιτροπή την τροποποίηση της Αποφάσεως, ούτως ώστε αυτή να απευθύνεται σε αμφότερες τις εταιρίες Siderurgica Aristrain Madrid SL και Siderurgica Aristrain Olaberria SL και να επιβάλλει πρόστιμο σε καθεμία από αυτές. Κάθε ένα από τα πρόστιμα θα είναι ανάλογο του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε στον τομέα των δοκών χάλυβα η συγκεκριμένη εταιρία κατά το έτος 1990, κατά τρόπον ώστε το συνολικό ποσό των δύο προστίμων να είναι ίσο προς το ποσό που έχει προς το παρόν επιβληθεί στη Siderurgica Aristrain Madrid SL).
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται δικαιολογημένο, εκ πρώτης όψεως, να εξακολουθήσει η Επιτροπή να απαιτεί από την αιτούσα, προς αποφυγή της εισπράξεως του εν λόγω προστίμου, εγγυοδοσία καλύπτουσα το συνολικό ποσό του προστίμου.
31 Παρατηρείται, εξάλλου, ότι η αιτούσα προβάλλει, προς στήριξη της προσφυγής της, διάφορα επιχειρήματα, με τα οποία επικαλείται είτε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 65 της Συνθήκης είτε παραβίαση ορισμένων γενικών αρχών του δικαίου και τα οποία δεν φαίνεται να μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθούν ως προδήλως αβάσιμα.
32 Κατά συνέπεια, ενόψει όλων αυτών των στοιχείων, πρέπει να διαταχθεί η μερική αναστολή της υποχρεώσεως εγγυοδοσίας, καθόσον το επιβληθέν πρόστιμο είναι υπερβολικό σε σχέση προς τη θέση την οποία κατέχει η αιτούσα στο πλαίσιο του ομίλου Aristrain, εν αναμονή της διευκρινίσεως της νομικής καταστάσεως όσον αφορά τον καταλογισμό του προστίμου.
33 Ασφαλώς, η αιτούσα δεν κατέθεσε στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να πείθουν για το βάσιμο του ισχυρισμού της ότι υφίσταται σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Παρατηρείται, συναφώς, ότι η SAM, SL ανήκει σε όμιλο χαλυβουργικών εταιριών ο οποίος είναι ο πρώτος παραγωγός της Ισπανίας και ο τρίτος κοινοτικός παραγωγός δοκών χάλυβα, ότι ο όμιλος αυτός εφάρμοσε κατά τα τελευταία έτη μια έντονη επενδυτική πολιτική η οποία ενίσχυσε κατά πολύ την ανταγωνιστικότητά του και ότι το προβλεπόμενο για το 1994 πλεόνασμα ρευστότητας του ομίλου φαίνεται να υπερβαίνει το κόστος της συστάσεως της εν λόγω τραπεζικής εγγυήσεως. Δεν μπορεί, ωστόσο, να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να προξενήσει η επίδικη οικονομική επιβάρυνση στην αιτούσα σημαντική ζημία, ειδικότερα σε περίπτωση που τα έξοδα της συστάσεως και της διατηρήσεως της ασφάλειας δεν αποδοθούν από την Επιτροπή.
34 Μολονότι η δικογραφία δεν περιέχει στοιχεία επαρκή για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων που θα πρέπει να επιβληθούν σε κάθε μία από τις δύο εταιρίες του ομίλου Aristrain βάσει του κύκλου εργασιών τους για το 1990, κρίνεται ενδεδειγμένο, ενόψει των κύκλων εργασιών που αναφέρθηκαν για τα έτη 1992 και 1993, να μην υποχρεωθεί η αιτούσα να συστήσει τραπεζική εγγύηση υπερβαίνουσα το 50 % του ποσού του επιδίκου προστίμου, έως ότου η Επιτροπή προβεί στην αναγγελθείσα τροποποίηση της Αποφάσεως ή, εν πάση περιπτώσει και το αργότερο, έως ότου το Πρωτοδικείο εκδώσει την απόφαση με την οποία θα περατωθεί η κύρια δίκη.
35 Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η λήψη αποφάσεως επί του αιτήματος με το οποίο ζητείται να διαταχθεί η Επιτροπή να μην προβεί σε μέτρα εισπράξεως του επιδίκου προστίμου προτού ο αρμόδιος επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δικαστής αποφανθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Αναστέλλεται η υποχρέωση της αιτούσας προς σύσταση, υπέρ της Επιτροπής, τραπεζικής εγγυήσεως στο μέτρο που το ποσό που πρέπει να καλύπτει η εγγύηση υπερβαίνει το 50 % του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στην αιτούσα με την Απόφαση με τους συναφείς τόκους, μέχρις ότου η Επιτροπή προβεί στην τροποποίηση της Αποφάσεως όσον αφορά τον καταλογισμό αυτού του προστίμου ή, εν πάση περιπτώσει και το αργότερο, μέχρις ότου το Πρωτοδικείο εκδώσει την απόφαση με την οποία θα περατωθεί η κύρια δίκη.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 25 Αυγούστου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy