Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι * Προσφυγή * Δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής * Πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου εκτός του τοπικού
(Συνθήκη ΕΚΑΕ, άρθρο 152)
2. Υπάλληλοι * Προσφυγή * Πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου εκτός του τοπικού * Καθού διάδικος * Όργανο στο οποίο έχει τοποθετηθεί ο προσφεύγων * Προσφυγή στρεφομένη κατά της κοινής επιχειρήσεως JET * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚΑΕ, άρθρο 152 ΚΥΚ, άρθρο 1, εδ. 2)
Περίληψη
1. Το άρθρο 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, το οποίο παρέχει αρμοδιότητα στον κοινοτικό δικαστή επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, εντός των ορίων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής τους καταστάσεως ή που προκύπτουν από το καθεστώς που τους διέπει, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή όχι μόνο στα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου εκτός του τοπικού, αλλά και στα πρόσωπα που διεκδικούν τις ιδιότητες αυτές.
2. Η ασκούμενη από πρόσωπο που διεκδικεί την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων προσφυγή πρέπει να στρέφεται κατά του οργάνου από το οποίο εξαρτάται ο προσφεύγων. Δεδομένου ότι η κοινή επιχείρηση ΕΚΑΕ Joint European Torus (JET) δεν συγκαταλέγεται στα απαριθμούμενα από τη Συνθήκη ΕΚΑΕ θεσμικά όργανα της Κοινότητας, ότι δεν εξομοιώθηκε προς θεσμικό όργανο από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και από τον κανονισμό που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, όσον αφορά την εφαρμογή τους, ότι δεν παρουσιάζει χαρακτηριστικά τέτοια ώστε να είναι δυνατόν, όπως έγινε για την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις της Συνθήκης που παρέχουν αρμοδιότητα στον κοινοτικό δικαστή να δικάζει τις διαφορές που αφορούν τους κοινοτικούς υπαλλήλους εκτείνεται και επί των διαφορών μεταξύ αυτής και του προσωπικού της, προσφυγή στρεφομένη κατά του JET και του συμβουλίου του και ασκουμένη από προσφεύγοντες διεκδικούντες την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων πρέπει να κηρυχθεί προδήλως απαράδεκτη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-177/94,
Ηenk Altmann και 56 λοιποί προσφεύγοντες, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στο παράρτημα της παρούσας διατάξεως, εκπροσωπούμενοι από τους Kenneth Parker, QC, και Rhodri Thompson, barrister του δικηγορικού συλλόγου Αγγλίας και Ουαλίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Elvinger και Hoss, 15, cote d' Eich,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Hans Gerald Crosland, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, το παραδεκτό της προσφυγής, καθόσον αυτή στρέφεται κατά του συμβουλίου της κοινής επιχειρήσεως JET,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Biancarelli, Πρόεδρο, C. P. Briet και C. W. Bellamy, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Tο ιστορικό της διαφοράς
1 Η κοινή επιχείρηση Joint European Torus, Joint Undertaking (στο εξής: JET ή κοινή επιχείρηση) ιδρύθηκε με την απόφαση 78/471/Ευρατόμ του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 235), η οποία ελήφθη δυνάμει των άρθρων 46, 47 και 49 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας (στο εξής: Συνθήκη ΕΚΑΕ). Αντικείμενο της κοινής επιχειρήσεως είναι η κατασκευή μεγάλης εγκαταστάσεως Torus και των βοηθητικών της εγκαταστάσεων (στο εξής: σχέδιο). Η έδρα της βρίσκεται στο Culham του Ηνωμένου Βασιλείου.
2 Βάσει του συνημμένου στην προπαρατεθείσα απόφαση καταστατικού του JET (στο εξής: καταστατικό), μέλη της κοινής επιχειρήσεως είναι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας, ορισμένα κράτη μέλη, ορισμένοι οργανισμοί των κρατών μελών που ασκούν αρμοδιότητες στον τομέα της ατομικής ενεργείας και ένας οργανισμός τρίτης χώρας. Τα όργανα της κοινής επιχειρήσεως είναι το συμβούλιο του JET και ο διευθυντής του σχεδίου.
3 Το άρθρο 8 του καταστατικού αφορά την ομάδα του σχεδίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις του, το προσωπικό της κοινής επιχειρήσεως διατίθεται από τα μέλη της. Το προσωπικό που διατίθεται από την United Kingdom Atomic Energy Authority (στο εξής: UKAEA) συνεχίζει να απασχολείται από αυτήν (άρθρο 8, σημείο 4). Το προσωπικό που διατίθεται από τα άλλα μέλη προσλαμβάνεται από την Επιτροπή σε έκτακτες θέσεις (άρθρο 8, σημείο 5). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο οργανισμός μέλος που θέτει στη διάθεση του JET τα πρόσωπα αυτά οφείλει να αναλάβει την υποχρέωση να τα επαναπροσλάβει μετά τη λήξη της συμβάσεως εργασίας τους στο πλαίσιο του σχεδίου (σύστημα αποκαλούμενο "των εισιτηρίων μετ' επιστροφής" άρθρο 8, σημείο 8).
4 Το 1983, ορισμένα πρόσωπα τα οποία απασχολούνταν από την UKAEA και είχαν διατεθεί στο JET ζήτησαν να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι από την Επιτροπή. Δεδομένου ότι οι αιτήσεις αυτές δεν ικανοποιήθηκαν, τα εν λόγω πρόσωπα άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την απόφασή του της 15ης Ιανουαρίου 1987, 271/83, 15/84, 36/84, 113/84, 158/84 και 203/84 και 13/85, Ainsworth κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 167), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διεύθυνση του JET απαιτούσε από τους υποψηφίους βρετανικής ιθαγενείας να απευθύνονται στην UKAEA και όχι σε άλλο οργανισμό μέλος και ότι η απαίτηση αυτή συνιστούσε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας χωρίς αντικειμενική δικαιολογία και επομένως παράνομη, αλλά ότι η πρακτική αυτή δεν είχε επηρεάσει την κατάσταση των προσφευγόντων (σκέψεις 19 έως 29). Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενόψει της ειδικής καταστάσεως της UKAEA ως φιλοξενούσας οργανώσεως του σχεδίου, ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη η θεσπισθείσα με το καταστατικό διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του προσωπικού που υπαγόταν στην UKAEA και του προσωπικού που υπαγόταν στην Επιτροπή (σκέψεις 30 έως 39).
5 Toν Φεβρουάριο 1990, 206 μέλη του προσωπικού της UKAEΑ, τα οποία είχαν τεθεί στη διάθεση του JET, θεωρώντας ότι οι πραγματικές συνθήκες είχαν μεταβληθεί από της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, υπέβαλαν αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητώντας από το Κοινοβούλιο να καλέσει την Επιτροπή και το Συμβούλιο να θέσουν τέρμα στις ενέχουσες δυσμενείς διακρίσεις πρακτικές τις οποίες θεωρούσαν ότι υφίσταντο.
6 Κατόπιν της υποβολής της εν λόγω αναφοράς και ορισμένων συζητήσεων, η Επιτροπή αποφάσισε να αναθέσει τη μελέτη του προβλήματος σε μία "επιτροπή ειδημόνων", γνωστή ως "Pandolfi panel", και σε έναν εξωτερικό σύμβουλο. Η έκθεση του Pandolfi panel της 16ης Σεπτεμβρίου 1992 συνέστησε, μεταξύ άλλων, τη λήψη μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα του προσωπικού της UKAEΑ, το οποίο είχε διατεθεί στο JET, να προσλαμβάνεται από την Επιτροπή, βάσει ορισμένης διαδικασίας η οποία ήθελε αποφασιστεί.
7 Κατόπιν της δημοσιεύσεως της εκθέσεως αυτής, οι προσφεύγοντες της υπό κρίση υποθέσεως, οι οποίοι είναι όλοι βρετανικής ιθαγενείας, μέλη του προσωπικού της UKAEA και τοποθετημένοι στο JET, υπέβαλαν ατομικώς στον διευθυντή του JET, με χωριστά έγγραφα φέροντα ημερομηνία από 18 έως και 29 Ιανουαρίου 1993, αίτηση προσλήψεως ως εκτάκτων υπαλλήλων της Κοινότητας. Στις αιτήσεις αυτές ουδεμία απάντηση δόθηκε.
8 Εν συνεχεία, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν δύο κοινές ενστάσεις, με ημερομηνία 12 και 17 Αυγούστου 1993, κατά της απορρίψεως των αιτήσεών τους. Οι ενστάσεις αυτές απεστάλησαν στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, στον διευθυντή του JET και στον πρόεδρο του συμβουλίου του JET. Μόνη η Επιτροπή απέστειλε απάντηση απορρίπτουσα τις ενστάσεις αυτές, με έγγραφο της 14ης Ιανουαρίου 1994, το οποίο παρελήφθη προς το τέλος Ιανουαρίου. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι απαντούσε σε ένσταση στρεφομένη κατά των σιωπηρών αποφάσεων που απέρριπταν τις αιτήσεις προσλήψεως ως εκτάκτων υπαλλήλων, οι οποίες "υποβλήθηκαν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή".
Η διαδικασία
9 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Απριλίου 1994, ο H. Altmann και 56 λοιποί προσφεύγοντες, των οποίων τα ονόματα εμφαίνονται στο παράρτημα που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας διατάξεως, άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή, η οποία στρέφεται τόσο κατά της Επιτροπής όσο και κατά του συμβουλίου του JET.
10 Θεωρώντας ότι το συμβούλιο του JET δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών, η Γραμματεία κοινοποίησε το δικόγραφο μόνο στην Επιτροπή.
11 Το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής κατατέθηκε στη Γραμματεία στις 29 Ιουλίου 1994.
12 Κοινοποιώντας το υπόμνημα αντικρούσεως στους προσφεύγοντες την 1η Αυγούστου 1994, η Γραμματεία επέσυρε την προσοχή τους στο γεγονός ότι το δικόγραφο δεν είχε κοινοποιηθεί στο συμβούλιο του JET, για τον λόγο ότι δεν ήταν σαφές υπό ποία ιδιότητα το εν λόγω συμβούλιο θα μπορούσε να θεωρηθεί καθού στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.
13 Με έγγραφο της 12ης Αυγούστου 1994, οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν για την ακολουθούμενη διαδικασία και εξέθεσαν τους λόγους για τους οποίους θεωρούσαν ότι το δικόγραφο έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί στο συμβούλιο του JET.
14 Με έγγραφα της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας ότι οι προσφεύγοντες είχαν εγείρει ένα παρεμπίπτον ζήτημα, κατά την έννοια του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κάλεσε την Επιτροπή και το συμβούλιο του JET να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σχετικά με το αίτημα των προσφευγόντων να κοινοποιηθεί το δικόγραφο στο συμβούλιο του JET, και κοινοποίησε το δικόγραφο στο JET για ενημέρωση.
15 Με έγγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία στις 12 και 17 Οκτωβρίου 1994 αντιστοίχως, η Επιτροπή και το συμβούλιο του JET υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το αίτημα των προσφευγόντων.
Τα αιτήματα των διαδίκων
16 Με την προσφυγή τους οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
1) να αναγνωρίσει ότι μετά την έκδοση της αποφάσεως Ainsworth κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου η εφαρμογή του καταστατικού και των συμπληρωματικών διατάξεων, όσον αφορά την τοποθέτηση των προσφευγόντων στο JET, ενείχε δυσμενείς διακρίσεις και ήταν αδικαιολόγητη
2) να υποχρεώσει την Επιτροπή ή/και το συμβούλιο του JET να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους προσφεύγοντες να καταστούν έκτακτοι υπάλληλοι της Κοινότητας για τη διάρκεια του σχεδίου JET, είτε υπό την ιδιότητα του "λοιπού προσωπικού" είτε υπό άλλη
3) να υποχρεώσει την Επιτροπή ή/και το συμβούλιο του JET να λάβουν μέτρα ώστε να εκλείψουν όλες οι διοικητικές πρακτικές που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα:
α) να παρακωλύουν ή να αποτρέπουν τα μέλη του συμβουλίου του JET να χορηγούν στους προσφεύγοντες "εισιτήρια μετ' επιστροφής" προκειμένου να αποκτήσουν την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου της Κοινότητας ή
β) να παρακωλύουν ή να εμποδίζουν τους προσφεύγοντες από το να υποβάλλουν υποψηφιότητα για την κατάληψη θέσεων στο JET με την αιτιολογία ότι θα μετεβάλλετο κατ' αυτόν τον τρόπο η υπηρεσιακή τους κατάσταση και θα καθίσταντο έκτακτοι υπάλληλοι της Κοινότητας ή
γ) να παρακωλύουν ή να εμποδίζουν τις υποψηφιότητες των προσφευγόντων για κατάληψη τέτοιων θέσεων υπό τους αυτούς όρους που ισχύουν και για τα λοιπά μέλη του προσωπικού της ομάδας JET
4) στην περίπτωση που:
α) το Πρωτοδικείο κρίνει ότι κάποια από τις πρακτικές ή καταστάσεις κατά των οποίων βάλλουν οι προσφεύγοντες αποτελεί αναγκαία συνέπεια του καταστατικού ή/και
β) οι όροι του καταστατικού παρακωλύουν ή εμποδίζουν την ικανοποίηση κάποιου από τα αιτήματα των προσφευγόντων,
να αναγνωρίσει ότι από την άποψη αυτή το καταστατικό ενέχει διακρίσεις, είναι αδικαιολόγητο και επομένως παράνομο
5) να υποχρεώσει την Επιτροπή ή/και το συμβούλιο του JET να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να τροποποιηθεί το καταστατικό υπό το φως της κρίσεως του Πρωτοδικείου όσον αφορά το τέταρτο αίτημα του δικογράφου
6) να υποχρεώσει την Επιτροπή ή/και το συμβούλιο του JET να εφαρμόσουν όλες τις συστάσεις που περιέχονται στην έκθεση του Pandolfi panel
7) να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποζημιώσει τους προσφεύγοντες για τη χρηματική ζημία την οποία υπέστησαν από της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ainsworth κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου και για τις απώλειες που υπέστησαν όσον αφορά τις δυνατότητες εξελίξεως της σταδιοδρομίας τους και, αν συντρέχει περίπτωση, για την απώλεια αρχαιότητας στον βαθμό και στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, οι οποίες προκλήθηκαν από την αδικαιολόγητη και ενέχουσα διακρίσεις εις βάρος τους πρακτική.
8) να καθορίσει τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να ακολουθήσει η Επιτροπή κατά την εκτίμηση των απωλειών και της ζημίας που υπέστησαν οι προσφεύγοντες, καθώς και προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή θα οφείλει να διατυπώσει συγκεκριμένες προτάσεις για την αποζημίωσή τους
9) να καταδικάσει τα καθού στα δικαστικά έξοδα
10) βάσει του οργανισμού του Δικαστηρίου ή/και του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, να λάβει κάθε πρόσθετο μέτρο και να επιδικάσει κάθε συμπληρωματική αποζημίωση που θα κρίνει αναγκαία ή δίκαιη.
17 Η Επιτροπή, η οποία θεωρεί ότι με το πρώτο αίτημα του δικογράφου της προσφυγής ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 14ης Ιανουαρίου 1994, με το υπόμνημα αντικρούσεως ζητεί από το Πρωτοδικείο:
* να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη στο σύνολό της
* να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
Επιχειρήματα των διαδίκων και του συμβουλίου του JET όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση του JET
18 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι τα καθήκοντα του συμβουλίου του JET (βλ. το άρθρο 4, σημεία 2.1 και 2.2, στοιχεία β', δ' και ια', και το άρθρο 8, σημεία 5 και 9 του καταστατικού του) περιλαμβάνουν εκτεταμένες εξουσίες, ιδίως σε θέματα διοικήσεως και τοποθετήσεως του προσωπικού, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι το JET θα μπορούσε να καταστήσει αναποτελεσματική κάθε απόφαση προς την οποία είναι αντίθετο εφόσον η απόφαση αυτή δεν το δεσμεύει.
19 Επιπλέον, οι διαδικασίες και οι κανόνες κατά των οποίων βάλλουν οι προσφεύγοντες θεσπίστηκαν και διατηρήθηκαν σε ισχύ από το συμβούλιο του JET ειδικότερα, το JET εμπόδισε τους προσφεύγοντες όταν επιχείρησαν, μέσω χορηγήσεως "εισιτηρίων μετ' επιστροφής" από άλλους πλην της UKAEA οργανισμούς μέλη, να προσληφθούν από την Επιτροπή και παρακώλυσε την εφαρμογή των συστάσεων της εκθέσεως του Pandolfi panel.
20 Επομένως, ναι μεν ο διορισμός του προσωπικού του JET υπάγεται θεωρητικώς στην κοινή αρμοδιότητα της Επιτροπής και του συμβουλίου του JET, πλην όμως στην πράξη αυτός ελέγχεται από το JET.
21 Περαιτέρω, το συμβούλιο του JET, ως αποδέκτης των ενστάσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες, έναντι των οποίων, κατ' αυτούς, εξέδωσε σιωπηρή απορριπτική απόφαση, θα μπορούσε δικαίως να παραστεί ως καθού ενώπιον του Πρωτοδικείου.
22 Τέλος, εάν το Πρωτοδικείο αποφασίσει ότι η συμπεριφορά κατά της οποίας βάλλουν οι προσφεύγοντες επιβαλλόταν από το καταστατικό του JET το οποίο όμως ήταν παράνομο, η απόφαση θα πρέπει να δεσμεύει το συμβούλιο του JET, δεδομένου ότι οποιαδήποτε τροποποίηση του καταστατικού αυτού πρέπει να προτείνεται από ένα μέλος του συμβουλίου του JET και να εγκρίνεται από αυτό.
23 Τα επιχειρήματα αυτά συνδέονται αρρήκτως με την ουσία της υποθέσεως και πρέπει, συνεπώς, να συνεξεταστούν με αυτήν. Επομένως, οι προσφεύγοντες ζητούν να κοινοποιηθεί το δικόγραφο της προσφυγής στο συμβούλιο του JET.
24 Η Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου διέπεται, εν προκειμένω, από το άρθρο 152 της συνθήκης ΕΚΑΕ, από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α' της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), τροποποιηθείσας τελικώς με την απόφαση 94/149/ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 66, σ. 29), από τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) και από το άρθρο 73 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ). Στο πλαίσιο αυτό, η προσφυγή, με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 14ης Ιανουαρίου 1994, είναι παραδεκτή καθόσον στρέφεται κατ' αυτής.
25 Εν συνεχεία, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα όργανα της κοινής επιχειρήσεως είναι το συμβούλιο του JET και ο διευθυντής του σχεδίου. Ωστόσο, το συμβούλιο του JET ούτε εκπροσωπεί ούτε αποτελεί την κοινή επιχείρηση.
26 Συγκεκριμένα, υποστηρίζει η Επιτροπή, ναι μεν το καταστατικό καθορίζει τον τομέα ευθύνης και τα καθήκοντα του συμβουλίου του JET, μεταξύ των οποίων ορισμένα αφορούν ζητήματα προσωπικού, πλην όμως είναι ανακριβής ο ισχυρισμός ότι το συμβούλιο του JET ελέγχει τον διορισμό του προσωπικού παρέχοντας οδηγίες στην Επιτροπή. Αντιθέτως, βάσει του άρθρου 4, σημείο 2.2, στοιχείο δ', του κανονισμού, το συμβούλιο του JET περιορίζεται να υποδεικνύει τον διευθυντή και τα ανώτερα στελέχη του σχεδίου με σκοπό την πρόσληψή τους από την Επιτροπή ή από την UKAEA. Η πρόσληψη του προσωπικού, η οποία διέπεται από το άρθρο 8 του καταστατικού, υπάγεται στην αρμοδιότητα, κατά περίπτωση, της Επιτροπής ή της UKAEA.
27 Περαιτέρω, η Επιτροπή προσθέτει ότι το συμβούλιο του JET δεν έχει ιδία νομική προσωπικότητα ώστε να είναι δυνατόν να ασκηθεί κατ' αυτού προσφυγή σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά του. Μόνη η κοινή επιχείρηση έχει, σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, νομική προσωπικότητα και επομένως ενδεχομένη προσφυγή θα έπρεπε να στρέφεται κατ' αυτής ταύτης της κοινής επιχειρήσεως. Συνεπώς, προσφυγή στρεφομένη κατά μόνου του συμβουλίου του JET, ως οργάνου της κοινής επιχειρήσεως, είναι απαράδεκτη.
28 Ωστόσο, η Επιτροπή φρονεί ότι, βάσει των διατάξεων του άρθρου 49, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ * κατά τις οποίες, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων που απονέμονται στο κοινοτικό δικαιοδοτικό όργανο δυνάμει της συνθήκης, οι διαφορές στις οποίες έχουν συμφέρον οι κοινές επιχειρήσεις επιλύονται από τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα * σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 22, σημείο 1, του καταστατικού του JET, προβλέποντος ότι το αγγλικό δίκαιο εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που δεν καλύπτεται από το καταστατικό, δεν είναι σαφές ότι το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγής στρεφομένης κατά της κοινής επιχειρήσεως JET.
29 Το συμβούλιο του JET υπενθυμίζει ότι η νομική οντότητα του σχεδίου JET είναι η κοινή επιχείρηση, η οποία διέπεται από τα άρθρα 45 έως 51 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και συμπεριλαμβάνει την Επιτροπή και δεκατέσσερα λοιπά μέλη (κράτη, υπηρεσίες και εργαστήρια). Το συμβούλιο του JET αποτελεί απλώς όργανο της κοινής επιχειρήσεως, το οποίο πρέπει να λογοδοτεί στα μέλη (άρθρα 3, σημείο 1, και 4, σημείο 2.1, του καταστατικού). Ο νόμιμος εκπρόσωπος της κοινής επιχειρήσεως είναι ο διευθυντής του σχεδίου (άρθρο 7, σημείο 1).
30 Το συμβούλιο του JET υπενθυμίζει ότι η κοινή επιχείρηση δεν είναι εργοδότης αλλά ότι, βάσει του καταστατικού (άρθρα 4, σημείο 2.2, στοιχείο δ', και 8, σημεία 1, 3, 4 και 5), το συμβούλιο υποδεικνύει τα ανώτερα στελέχη, το δε προσωπικό προσλαμβάνεται και τίθεται στη διάθεση του σχεδίου από την UKAEA ή από την Επιτροπή, κατά περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, το συμβούλιο του JET δεν παρέχει οδηγίες προς την Επιτροπή.
31 Το συμβούλιο φρονεί επομένως ότι υφίστανται αποχρώντες λόγοι, τόσο πρακτικοί όσο και νομικοί, ώστε να μη γίνει δεκτή η παθητική του νομιμοποίηση.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
32 Κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Πρωτοδικείο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
33 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι πρέπει, εκ προοιμίου, να τονιστεί ότι το παρεμπίπτον ζήτημα που του υποβλήθηκε στο πλαίσιο του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, και το οποίο αφορά μόνο το ερώτημα εάν η παρούσα προσφυγή έπρεπε να κοινοποιηθεί στο συμβούλιο του JET, το οδηγεί κατ' ανάγκη στο να εξετάσει εάν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί προσφυγής ασκηθείσας από πρόσωπα τα οποία διεκδικούν την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στρεφομένης κατά της κοινής επιχειρήσεως JET ή κατά του συμβουλίου αυτής.
34 Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει, κατ' αρχάς, ότι είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', της προπαρατεθείσας αποφάσεως 88/591 της 24ης Οκτωβρίου 1988, επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της εντός των ορίων και των προϋποθέσεων που ορίζει ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής τους καταστάσεως ή που προκύπτουν από το καθεστώς που τους διέπει.
35 Κατά πάγια νομολογία (βλ., για παράδειγμα, την προπαρατεθείσα απόφαση Ainsworth κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, σκέψη 12), το άρθρο 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή όχι μόνο στα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου εκτός του τοπικού, αλλά και στα πρόσωπα που διεκδικούν τις ιδιότητες αυτές.
36 Καίτοι η υπό κρίση υπόθεση αφορά όντως διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και προσώπων τα οποία διεκδικούν την ιδιότητα του μη μονίμου υπαλλήλου, το Πρωτοδικείο εκτιμά ωστόσο ότι, για να μπορεί να νομιμοποιηθεί παθητικώς το συμβούλιο του JET, πρέπει να μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί τμήμα της Κοινότητας.
37 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία (βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Ιουνίου 1964, 94/63 και 96/63, Bernusset κατά Επιτροπής ΕΟΚ, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1129, της 7ης Απριλίου 1965, 28/64, Mueller κατά Συμβουλίου ΕΟΚ και Συμβουλίου ΕΚΑΕ, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 77, και της 4ης Ιουνίου 1981, 167/80, Curtis κατά Επιτροπής και Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 1499), οι προσφυγές πρέπει να στρέφονται κατά του οργάνου από το οποίο εξαρτάται ο προσφεύγων.
38 Από την άποψη αυτή, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι η επιχείρηση JET δεν αποτελεί όργανο της Κοινότητας. Συγκεκριμένα, τα όργανα της Κοινότητας ορίζονται στο κεφάλαιο Ι του τρίτου τίτλου της Συνθήκης ΕΚΑΕ (άρθρα 107 έως 160Γ) και περιλαμβάνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Δικαστήριο και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ο αυτός τρίτος τίτλος, επιγραφόμενος "Διατάξεις περί των οργάνων", περιλαμβάνει επίσης διατάξεις περί της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (άρθρα 165 έως 170). Αντιθέτως, η κοινή επιχείρηση ιδρύθηκε από το Συμβούλιο δυνάμει, κυρίως, των άρθρων 46, 47 και 49 της αυτής Συνθήκης, που περιλαμβάνονται στον δεύτερο τίτλο, επιγραφόμενο "Διατάξεις για την ενίσχυση της προόδου στον τομέα της πυρηνικής ενεργείας".
39 Η κατάσταση της κοινής επιχειρήσεως JET δεν εμπίπτει ούτε στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει ότι, όσον αφορά την εφαρμογή του ΚΥΚ, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο εξομοιώνονται με τα θεσμικά όργανα των κοινοτήτων.
40 Το Πρωτοδικείο τονίζει, ωστόσο, ότι, με την απόφασή του της 15ης Ιουνίου 1976, 110/75, Mills κατά ΕΤΕ (Συλλογή τόμος 1976, σ. 371), το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αρμόδιο επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων (στο εξής: ΕΤΕ) και των υπαλλήλων της, μολονότι αυτοί δεν υπάγονται ούτε στον ΚΥΚ ούτε στον ΚΛΠ, και μολονότι η ΕΤΕ δεν περιλαμβάνεται στα θεσμικά όργανα της Κοινότητας. Η απόφαση αυτή είχε στηριχθεί στο ότι, πρώτον, η ΕΤΕ ιδρύθηκε με το άρθρο 129 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην οποία είναι προσαρτημένο το καταστατικό της (σκέψεις 7 έως 9) δεύτερον, βάσει του καταστατικού της, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της ΕΤΕ προσλαμβάνονται και απολύονται από τον πρόεδρό της και τίθενται υπό την εποπτεία του (σκέψη 10) τέλος, τρίτον, το πρωτόκολλο περί των προνομίων και των ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είχε εφαρμογή και επί του προσωπικού της ΕΤΕ, η οποία, ως εκ τούτου, τίθεται στην αυτή με τα θεσμικά όργανα κατάσταση (σκέψεις 11 έως 13). Το Δικαστήριο συνήγαγε από τα ανωτέρω ότι η ΕΤΕ αποτελούσε τμήμα της Κοινότητας και ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 179 της Συνθήκης ΕΟΚ επεκτεινόταν και επί των διαφορών μεταξύ της ΕΤΕ, ως κοινοτικού οργανισμού που έχει συσταθεί και περιβληθεί νομική προσωπικότητα από τη Συνθήκη, και των υπαλλήλων της.
41 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ωστόσο ότι η κατάσταση της κοινής επιχειρήσεως JET δεν εξομοιούται με την κατάσταση της ΕΤΕ, όπως αυτή αναλύθηκε από το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφασή του Mills κατά ΕΤΕ. Πρώτον, η κοινή επιχείρηση JET δεν ιδρύθηκε από την ίδια τη Συνθήκη ΕΚΑΕ, αλλά από απόφαση του Συμβουλίου ληφθείσα δυνάμει των άρθρων 46, 47 και 49 της εν λόγω Συνθήκης. Δεύτερον, μέλη της είναι η ίδια η Κοινότητα, ορισμένα κράτη μέλη και εθνικοί οργανισμοί * περιλαμβανομένου ενός οργανισμού τρίτης χώρας * οι οποίες ασκούν αρμοδιότητες στον τομέα της ατομικής ενεργείας. Τρίτον, καίτοι το συμβούλιο του JET υποδεικνύει τον διευθυντή και τα ανώτερα στελέχη του σχεδίου με σκοπό την πρόσληψή τους από την Επιτροπή ή, κατά περίπτωση, από την UKAEA και καθορίζει τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας τους, η κοινή επιχείρηση δεν είναι ο εργοδότης του προσωπικού. Το σύνολο του προσωπικού το οποίο διατίθεται στην κοινή επιχείρηση απασχολείται είτε από την UKAEA είτε από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8 σημεία 4 και 5, του καταστατικού. Τέταρτον, τέλος, το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της κοινής επιχειρήσεως, αντίθετα απ' ό,τι ισχύει όσον αφορά την ΕΤΕ (βλ. το άρθρο 22 του εν λόγω πρωτοκόλλου).
42 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι από το καταστατικό του JET προκύπτει ότι μόνη η Επιτροπή, ή αρχή υποδεικνυομένη από αυτήν και ενεργούσα κατ' εξουσιοδότηση, μπορεί να συνάπτει συμβάσεις προσλήψεως, με την ιδιότητα εκτάκτου υπαλλήλου της Κοινότητας, του προσωπικού που τοποθετείται στην κοινή επιχείρηση (βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 1994, Τ-558/93, Duechs κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή Υπ. Υπ., σκέψη 39).
43 Περαιτέρω, από το σημείο 5.11 των συμπληρωματικών διατάξεων που αφορούν την τοποθέτηση και τη διοίκηση του προσωπικού της κοινής επιχειρήσεως JET (στο εξής: συμπληρωματικές διατάξεις), οι οποίες θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο του JET δυνάμει του άρθρου 8, σημείο 5, του κατασταστικού και οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα 4 της αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκύπτει ότι η εξουσία του διευθυντή του JET να προσλαμβάνει εκτάκτους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι του βαθμού Α4 συμπεριλαμβανομένου ασκείται βάσει αρμοδιότητας μεταβιβασθείσας από την Επιτροπή. Από το σημείο 4.8 των ίδιων διατάξεων προκύπτει επίσης ότι, όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εκτάκτων υπαλλήλων, ο διευθυντής ασκεί τις εξουσίες που του μεταβιβάζονται από την Επιτροπή. Στις λοιπές περιπτώσεις, ο διευθυντής ζητεί από την Επιτροπή τη λήψη των προσηκόντων μέτρων (σημείο 5.10 των συμπληρωματικών διατάξεων).
44 Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι η κοινή επιχείρηση JET αποτελεί τμήμα της Κοινότητας. Συνεπώς, η αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, που του απονεμήθηκε δυνάμει του άρθρου 152 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, δεν καλύπτει τις διαφορές μεταξύ της κοινής επιχειρήσεως JET και των προσώπων που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και τα οποία διεκδικούν την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου της Κοινότητας. Κατά μείζονα λόγο, το αυτό ισχύει και όσον αφορά το συμβούλιο του JET, το οποίο δεν είναι παρά ένα όργανο της κοινής επιχειρήσεως (βλ. τα άρθρα 3, σημείο 1, και 4, σημείο 2.1, του καταστατικού).
45 Επομένως, δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί προδήλως απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά της κοινής επιχειρήσεως JET ή κατά του συμβουλίου αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η ικανοποίηση του αιτήματος των προσφευγόντων περί κοινοποιήσεως του δικογράφου στο συμβούλιο του JET.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Δεδομένου ότι η προσφυγή δεν κοινοποιήθηκε τυπικώς στο συμβούλιο του JET και αυτό δεν διόρισε δικηγόρο, παρέλκει η απόφαση επί των δικαστικών εξόδων έναντι αυτού. Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα, εν αναμονή της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η δίκη.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά του συμβουλίου του JET.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 16 Δεκεμβρίου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy