Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εφαρμογής αποφάσεων με τις οποίες έχει εγκριθεί η χορήγηση ενισχύσεων σε επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία * Η πραγματοποίηση της ζημίας εξαρτάται από μελλοντικά και αβέβαια γεγονότα * Γενικής φύσεως ζημία όσον αφορά τη δομή του ανταγωνισμού * Απουσία συνδέσμου με την προσωπική κατάσταση της αιτούσας ή των μελών της * Στάθμιση του συνόλου των σχετικών συμφερόντων
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 39 Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 PAR 2)
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-239/94 R,
Association des acieries europeennes independantes (EISA), με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τον Alexandre Vandencasteele, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Ernest Arendt, 8-10, rue Mathias Hardt,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Michel Nolin και Ben Smulders, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 1 των αποφάσεων 94/256/ΕΚΑΧ έως 94/261/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 1994, σχετικά με τις ενισχύσεις που διάφορα κράτη μέλη προγραμματίζουν να χορηγήσουν σε επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που είναι εγκατεστημένες στα αντίστοιχα εδάφη τους (ΕΕ L 112, αντιστοίχως σ. 45, 52, 58, 64, 71 και 77),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Ιουνίου 1994, η Association des acieries europeennes independantes (στο εξής: EISA) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 'Ανθρακος και Χάλυβος και (στο εξής: Συνθήκη ΕΚΑΧ) προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 12ης Απριλίου 1994 με τις οποίες ενεκρίθησαν:
* οι ενισχύσεις που η Γερμανία προγραμματίζει να χορηγήσει στη χαλυβουργική επιχείρηση EKO Stahl AG, Eisenhuettenstadt (απόφαση 94/256/ΕΚΑΧ, ΕΕ L 112, σ. 45)
* οι ενισχύσεις που η Πορτογαλία προγραμματίζει να χορηγήσει στη χαλυβουργική επιχείρηση Siderurgia Nacional (απόφαση 94/257/ΕΚΑΧ, ΕΕ L 112, σ. 52)
* οι ενισχύσεις που η Ισπανία προγραμματίζει να χορηγήσει στην αποτελούσα συγχώνευση επιχειρήσεων δημόσια χαλυβουργική επιχείρηση Corporacion de la Siderurgia Integral (CSI) (απόφαση 94/258/ΕΚΑΧ, ΕΕ L 112, σ. 58)
* η χορήγηση από την Ιταλία κρατικών ενισχύσεων στις χαλυβουργικές επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα (όμιλος χαλυβουργικών επιχειρήσεων Ilva) (απόφαση 94/259/ΕΚΑΧ, ΕΕ L 112, σ. 64)
* οι ενισχύσεις που η Γερμανία προγραμματίζει να χορηγήσει στη χαλυβουργική επιχείρηση Saechsische Edelstahlwerke GmbH, Freital/Sachsen (απόφαση 94/260/ΕΚΑΧ, ΕΕ L 112, σ. 71)
* οι ενισχύσεις που η Ισπανία προγραμματίζει να χορηγήσει στη Sidenor, επιχείρηση παράγουσα ειδικούς χάλυβες (απόφαση 94/261/ΕΚΑΧ, ΕΕ L 112, σ. 77).
2 Με χωριστό δικόγραφο, που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την ίδια ημέρα, η προσφεύγουσα υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 1 των προσβαλλομένων αποφάσεων, κατά το μέτρο που αυτές αναγνωρίζονται ως συμβατές με την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς και, επομένως, εγκρίνονται οι εν λόγω ενισχύσεις.
3 Η Επιτροπή κατέθεσε τις γραπτές της παρατηρήσεις όσον αφορά την υπό κρίση αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 24 Ιουνίου 1994. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις διευκρινίσεις τους στις 6 Ιουλίου 1994.
4 Πριν εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, επιβάλλεται να υπομνηστούν τα ουσιώδη σημεία του ιστορικού της διαφοράς που έχει υποβληθεί στο Πρωτοδικείο, όπως αυτά προκύπτουν από τα κατατεθέντα υπομνήματα των διαδίκων και τις προφορικές διευκρινίσεις που εδόθησαν κατά την ακρόαση της 6ης Ιουλίου 1994.
5 Οι επίδικες αποφάσεις εκδόθηκαν από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η πρώτη αιτιολογική σκέψη είναι η ίδια όσον αφορά όλες τις αποφάσεις και γίνεται σ' αυτή μνεία της επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως της μεγάλης πλειονότητας των χαλυβουργικών επιχειρήσεων της Κοινότητας λόγω της πτώσεως των τιμών συνεπεία των σοβαρών και συνεχιζομένων ανισορροπιών μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στη διεθνή αγορά, γεγονός που οφείλεται στη γενική επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής αναπτύξεως και στους αρνητικούς παράγοντες που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στις διεθνείς αγορές.
6 Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο ισχύων "κώδικας ενισχύσεων", ο οποίος συγκεντρώνει τους κοινοτικούς κανόνες σχετικά με τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, όπως αυτοί έχουν θεσπιστεί από το εν λόγω κοινοτικό όργανο μέσω γενικών αποφάσεων ερειδομένων επίσης στο άρθρο 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δεν αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο για τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, κατά το μέτρο που δεν επιτρέπει, με εξαίρεση το κλείσιμο εγκαταστάσεων, την έγκριση ούτε ενισχύσεων για τη λειτουργία ούτε ενισχύσεων για την αναδιάρθρωση. Κατ' αυτό τον τρόπο, οι επίδικες αποφάσεις εξεδόθησαν ad hoc από την Επιτροπή, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου, στο πλαίσιο ενός νέου σχεδίου αναδιαρθρώσεως του τομέα.
7 Η έγκριση των προαναφερθεισών ενισχύσεων συνοδεύθηκε από ορισμένους όρους, συγκεκριμένα την υποχρέωση μειώσεως της παραγωγικής ικανότητας, κατ' αναλογίαν των χορηγουμένων ενισχύσεων, για ένα σύνολο 5,5 περίπου εκατομμυρίων τόνων ετησίως όσον αφορά τα προϊόντα που έχουν ελαθεί σε θερμή κατάσταση. Στόχος της Επιτροπής είναι η επίτευξη μειώσεως 750 000 περίπου τόνων ετησίως για κάθε δισεκατομμύριο ECU που καταβάλλεται ως ενίσχυση. Οι τυγχάνουσες ενισχύσεων επιχειρήσεις δεν πρέπει για μια περίοδο πέντε ετών, να αυξήσουν, σύμφωνα με τα εγκριθέντα σχέδια αναδιαρθρώσεως, την παραγωγική τους ικανότητα, με εξαίρεση τα κέρδη που θα έχουν προκύψει από την επελθούσα παραγωγικότητα.
Σκεπτικό
8 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 39, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι απαιτείται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
9 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις για προσωρινά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 39, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Τα ζητούμενα μέτρα πρέπει να είναι προσωρινού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας (βλ. τη Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 1993, Τ-543/93 R, Gestevision Telecinco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1409, σκέψη 16).
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
10 Προκειμένου περί των ισχυρισμών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, η αιτούσα διατείνεται ότι οι εγκριθείσες ενισχύσεις είναι prima facie ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, εφόσον ρητώς αντίκεινται προς το άρθρο της 4, στοιχείο γ'. Εξάλλου, σύμφωνα με την αιτούσα, δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, επί του οποίου η Επιτροπή έχει στηρίξει τις επίδικες αποφάσεις. Συναφώς, υπογραμμίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, κρατικές ενισχύσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες στις "περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη" στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 95 της Συνθήκης, ενώ το άρθρο της 4, στοιχείο γ', ρητώς προβλέπει ότι απαγορεύονται, υπό οποιαδήποτε μορφή, οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη.
11 Εξάλλου, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, έστω και αν είχε ακολουθηθεί η αυστηρότερη διαδικασία του άρθρου 95, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί η εγκυρότητα των προσβαλλομένων αποφάσεων. Πράγματι, κατά τη γνώμη της αιτούσας, οι εξουσίες των οποίων η Επιτροπή έκανε χρήση προκειμένου να εγκρίνει τις επίμαχες ενισχύσεις δεν θα μπορούσαν να της έχουν απονεμηθεί παρά μόνο μέσω της διαδικασίας τροποποιήσεως της Συνθήκης ΕΚΑΧ που προβλέπεται από το άρθρο της 96. Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας και ότι, κατά συνέπεια, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πρέπει να κηρυχθούν παράνομες.
12 Προκειμένου περί του επείγοντος της υποθέσεως, η αιτούσα θεωρεί ότι τούτο προκύπτει, κατ' ουσίαν, από τη συνδρομή δύο στοιχείων: αφενός, σε περίπτωση μη αναστολής εκτελέσεως των επιδίκων αποφάσεων, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να επικαλεστούν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να αποδεσμευθούν από την υποχρέωση να ζητήσουν, από τις τυχούσες ενισχύσεων επιχειρήσεις, την επιστροφή των ενισχύσεων εξάλλου, δοθέντος ότι ορισμένες από τις περι ων ο λόγος ενισχύσεις επρόκειτο να καταστήσουν δυνατή για τις δικαιούχες επιχειρήσεις την ταχεία ιδιωτικοποίησή τους, η ιδιωτικοποίηση αυτή θα μπορούσε να γίνει κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι αγοραστές να μην είναι υποχρεωμένοι να επιστρέψουν τις χορηγηθείσες ενισχύσεις, πράγμα που θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία στη δομή του ανταγωνισμού.
13 Από την άποψη της εξισορροπήσεως των υφισταμένων συμφερόντων, η αιτούσα φρονεί ότι οι κίνδυνοι που θα μπορούσε να συνεπάγεται η διακοπή της καταβολής των επιδίκων ενισχύσεων όσον αφορά τη βιωσιμότητα των δικαιούχων ενισχύσεων επιχειρήσεων δεν αποτελούν παρά συνέπεια του συνήθους ανταγωνισμού και ότι μια τέτοια ζημία δεν μπορεί να συγκριθεί προς αυτή που θα προκαλούσε στις ανταγωνίστριες χαλυβουργικές επιχειρήσεις η εφαρμογή αποφάσεων εγκρινουσών ενισχύσεις κατά παράβαση των κανόνων της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
14 'Οσο για την Επιτροπή, αυτή παρατηρεί ότι, καίτοι χορηγούνται από τα κράτη, οι επίδικες ενισχύσεις, όπως ακριβώς και οι ενισχύσεις για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα που εγκρίνονται κατ' εφαρμογήν των διαφόρων "κωδίκων ενισχύσεων", δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εθνικές ενισχύσεις. Στην πραγματικότητα πρόκειται, κατά την Επιτροπή, για κοινοτικές ενισχύσεις προοριζόμενες στο να αντιμετωπισθεί η σοβαρότητα της κρίσεως που πλήττει τις κοινοτικές επιχειρήσεις του τομέα και να επιτραπεί η πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Εξάλλου, ο κοινοτικός χαρακτήρας των ενισχύσεων αυτών επιρρωννύεται από το γεγονός ότι αυτές εξαρτώνται από την προηγουμένη έγκριση της Επιτροπής και περιορίζονται στο αυστηρώς αναγκαίο μέτρο. Το γεγονός ότι οι ενισχύσεις αυτές καταβάλλονται από τα κράτη μέλη δικαιολογείται από την έλλειψη των κοινοτικών κεφαλαίων που είναι αναγκαία για τη χρηματοδότηση της προσπάθειας αναδιαρθρώσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
15 Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις διαπνέονται από την ίδια λογική με αυτή που διέπει τις γενικές αποφάσεις περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ενισχύσεων στη χαλυβουργία, δηλαδή τους "κώδικες ενισχύσεων". Πράγματι, κατά την καθής, οι σοβαρές δυσχέρειες των κοινοτικών επιχειρήσεων, δυσχέρειες που οφείλονται στην υπερπαραγωγή που χαρακτηρίζει τον τομέα, αποτελούν "περίπτωση που δεν προβλέπεται" κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πράγμα που δικαιολογεί παρέμβαση της Κοινότητας. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η πρακτική που συνίσταται στο να εγκρίνονται κρατικές ενισχύσεις περιοριζόμενες στο απολύτως αναγκαίο ποσό και υπό την προϋπόθεση μειώσεως της παραγωγής που να είναι ανάλογη προς τις καταβαλλόμενες ενισχύσεις έχει ήδη γίνει δεκτό από το Δικαστήριο με την απόφαση του της 3ης Οκτωβρίου 1985, 214/83, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3053).
16 'Οσον αφορά το επείγον της υποθέσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι το επιχείρημα της αιτούσας το οποίο αντλείται από το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επικαλεστούν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να μη ζητήσουν, από τις τυχούσες ενισχύσεων επιχειρήσεις, την επιστροφή των ενισχύσεων ουδεμία ασκεί επιρροή, εφόσον, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, έχει ασκηθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως κατά των επιδίκων αποφάσεων εντός της προβλεπομένης από τη Συνθήκη προθεσμίας. Προκειμένου περί της ευθύνης των ενδεχομένων αγοραστών τυχουσών ενισχύσεων επιχειρήσεων σχετικά με την επιστροφή των ενισχύσεων ως προς τις οποίες ο κοινοτικός δικαστής θα μπορούσε να κρίνει ότι έχουν παρανόμως χορηγηθεί, η Επιτροπή παρατηρεί ότι έχει καθορίσει ένα κατώτατο όριο χρεώσεως όσον αφορά τις επιχειρήσεις που θα ιδιωτικοποιηθούν. Σύμφωνα με την Επιτροπή, μια επιβολή καθαρών οικονομικών βαρών σε αρχικά επίπεδα κυμαινόμενα μεταξύ 3,5 και 3,2 % του ετησίου κύκλου εργασιών είναι αρκετή για την ευθυγράμμιση αυτών των νέων επιχειρήσεων στους κοινοτικούς μέσους όρους χρεώσεως όσον αφορά τον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
17 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι το ενδεχόμενο οι αγοραστές τυχουσών ενισχύσεων επιχειρήσεων να μην υποχρεωθούν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να επιστρέψουν τις χορηγηθείσες στους πωλητές ενισχύσεις είναι κάτι το κοινό σε όλες τις περιπτώσεις εθνικών ή κοινοτικών επιδοτήσεων όπου κάποιος αγοράζει μια τυχούσα ενισχύσεων επιχείρηση πριν αυτή υποχρεωθεί να επιστρέψει τις χορηγηθείσες σ' αυτή ενισχύσεις. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, δεν μπορεί, εκ του λόγου αυτού, να δικαιολογηθεί η αναστολή εκτελέσεως όλων των αποφάσεων με τις οποίες έχει εγκριθεί η καταβολή ενισχύσεων.
18 Αναφορικά με την εξισορρόπηση των υφισταμένων συμφερόντων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα ζητούμενα από το Πρωτοδικείο μέτρα είναι εντελώς δυσανάλογα σε σχέση με τα συμφέροντα της αιτούσας. Κατά την καθής, σε περίπτωση που θα χορηγούνταν αναστολή εκτελέσεως των αποφάσεων, ορισμένες από τις εν λόγω επιχειρήσεις θα αναγκάζονταν να κλείσουν ή να περιορίσουν κατά τρόπο οριστικό τις δραστηριότητές τους, οι οποίες εντοπίζονται, ως επί το πλείστον, σε περιοχές πληττόμενες από υποαπασχόληση. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, αν γίνει δεκτό το αίτημα της αιτούσας, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα, από την άποψη του δημοσίου συμφέροντος, τη διακύβευση της συνολικής στρατηγικής της αναδιαρθρώσεως του τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που επιδιώκεται από την Κοινότητα και βασίζεται στην πραγματοποίηση ενός προγράμματος μειώσεως της παραγωγικής ικανότητας, προγράμματος στο οποίο εντάσσονται οι επίδικες έξι αποφάσεις.
Η εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστηρίου
19 'Οπως προκύπτει από πάγια νομολογία (βλ. την προαναφερθείσα Διάταξη Gestevision Telecinco κατά Επιτροπής, σκέψη 27), το επείγον μιας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως προκειμένου ο διάδικος που ζητεί το προσωρινό μέτρο να αποφύγει την επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας. Ο διάδικος που ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως υποχρεούται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατό να αναμείνει την περάτωση της διαδικασίας της κυρίας δίκης χωρίς να υποστεί ζημία συνεπαγόμενη σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες.
20 Αναφορικά με το πρώτο επιχείρημα που προβάλλει η αιτούσα προς στήριξη του επείγοντος του ζητουμένου μέτρου, διαπιστώνεται ότι η αιτούσα περιορίστηκε στο να μνημονεύσει την απλή δυνατότητα ότι τα κράτη μέλη θα αναπτύξουν επιχειρηματολογία αντλούμενη από την αρχή της προστασίας δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να μη ζητήσουν, από τις τυχούσες ενισχύσεων επιχειρήσεις, την επιστροφή των επιμάχων ενισχύσεων, χωρίς, εξάλλου, ουδόλως να έχει καταδειχθεί ότι υφίστανται, ενδεχομένως, σοβαρές πιθανότητες μια τέτοια επιχειρηματολογία να θεωρηθεί βάσιμη από τον κοινοτικό δικαστή. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το επιχείρημα που προβάλλει η αιτούσα είναι καθαρά υποθετικό και στηρίζεται στην ισχνή πιθανότητα επελεύσεως μελλοντικών και αβεβαίων γεγονότων.
21 Στα ανωτέρω προστίθεται ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι μια τέτοια δυνατότητα μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί, η αιτούσα δεν μνημονεύει καμία περίσταση ικανή να καταδείξει ότι ενδεχόμενη μη επιστροφή των ενισχύσεων, ακόμα και σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, θα μπορούσε να συνεπάγεται, γι' αυτήν ή τα μέλη της, οποιαδήποτε σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία η οποία θα έπρεπε ήδη από τώρα να μετριασθεί μέσω χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως των ίδιων αυτών αποφάσεων.
22 Προκειμένου περί του δευτέρου επιχειρήματος που προβάλλει η αιτούσα προκειμένου να καταδείξει το ανεπανόρθωτο της ζημίας που θα υφίστατο σε περίπτωση μη αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι η αιτούσα, αναφερόμενη στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσαν να γίνουν ενδεχόμενες ιδιωτικοποιήσεις των τυχουσών ενισχύσεων επιχειρήσεων, περιορίζεται στο να προβάλλει το ενδεχόμενο μελλοντικών και αβεβαίων γεγονότων. Πράγματι, κανένα, εκτός από καθαρώς υποθετικά, στοιχείο δεν προσκομίστηκε στο δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο όσον αφορά τα όρια και τις προϋποθέσεις που θα ίσχυαν, από πλευράς κάθε εθνικού δικαίου καθώς και των διατάξεων που θα λαμβάνονταν εν προκειμένω από τις αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο κάθε ενδεχομένης πράξεως ιδιωτικοποιήσεως των οικείων επιχειρήσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει ποιες πιθανότητες υφίστανται, όσον αφορά την πραγματοποίηση μιας ιδιωτικοποιήσεως υπό τέτοιες συνθήκες, ώστε να παρεμποδιστεί, ενδεχομένως, η επιστροφή από τις επιχειρήσεις αυτές των επιμάχων ενισχύσεων.
23 Εξάλλου, η συλλογιστική της αιτούσας σύμφωνα με την οποία "ενδεχόμενη επιστροφή από τον πωλητή ο οποίος, καθ' υπόθεση, θα αποσύρονταν από την αγορά σιδήρου και χάλυβα δεν θα είχε ως συνέπεια την επανόρθωση, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, της ζημίας που θα είχε προκληθεί στη δομή του ανταγωνισμού στην αγορά αυτή" ουδεμία ασκεί επιρροή όσον αφορά την εκτίμηση των ενδεχομένων σοβαρών και ανεπανόρθωτων ζημιών που θα μπορούσε αυτή να υποστεί, εφόσον κανένας σύνδεσμος δεν αποδεικνύεται, ούτε καν προβάλλεται, μεταξύ μιας τέτοιας απειλής για τη γενική δομή του ανταγωνισμού και της προσωπικής καταστάσεως της αιτούσας ή των μελών της.
24 Πρέπει εξάλλου να εξισορροπηθούν αφενός, το συμφέρον της αιτούσας να επιτύχει την αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων και, αφετέρου, τα συμφέροντα τρίτων ενδιαφερομένων οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη καθώς και το δημόσιο συμφέρον το οποίο συνίσταται στην άμεση εκτέλεση μιας αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με ενισχύσεις στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
25 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η Επιτροπή υπεγράμμισε, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της, τις σοβαρές δυσχέρειες που θα αντιμετώπιζαν οι τυχούσες ενισχύσεων επιχειρήσεις καθώς και τους κινδύνους κλεισίματος ή σημαντικών και οριστικών μειώσεων της παραγωγικής δυνατοτήτας των τυχουσών αρωγής περιοχών οι οποίες θα προέκυπταν εν προκειμένω αν το αίτημα της αιτούσας γινόταν δεκτό. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο επικαλείται επίσης τη σπουδαιότητα των επιδίκων αποφάσεων στο πλαίσιο του γενικού σχεδίου μειώσεως της παραγωγικής ικανότητας και αναδιαρθρώσεως του τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, σύμφωνα με τους σκοπούς της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
26 Αντιθέτως, η αιτούσα περιορίζεται στο να κάνει μνεία της "σημαντικής ζημίας που προκύπτει από μια κατάφωρη δυσμενή διάκριση", ζημία την οποία θα υφίσταντο οι χαλυβουργικές επιχειρήσεις που δεν θα είχαν τύχει ενισχύσεων, χωρίς να προσθέτει άλλες διευκρινίσεις ούτε καν να υπαινίσσεται κινδύνους ζημιών ικανών να διακυβεύσουν σοβαρώς την οικονομική κατάσταση ή την επιβίωση των επιχειρήσεων αυτών.
27 Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα συμφέροντα γενικής και αφηρημένης φύσεως που προβάλλει η αιτούσα προς στήριξη του αιτήματός της για λήψη προσωρινών μέτρων δεν είναι ικανά να κάνουν να κλίνει υπέρ αυτής ο ζυγός της στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, ενόψει των λόγων δημοσίου συμφέροντος και των συμφερόντων τρίτων που δεν είναι διάδικοι στην υπό κρίση διαφορά, ειδικότερα των επιχειρήσεων που έχουν τύχει των ενισχύσεων και που επικαλείται η Επιτροπή προκειμένου να αντιταχθεί στην εν λόγω αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
28 Υπό τις περιστάσεις αυτές, και χωρίς να παρίσταται ανάγκη το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο να αποφανθεί ούτε ως προς την ύπαρξη "fumus boni juris" ούτε ως προς το κατά πόσον είναι παραδεκτό το αίτημα της EISA για τη λήψη προσωρινών μέτρων προς το συμφέρον των επιχειρήσεων που αποτελούν μέλη της, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναστολής εκτελέσεως των προαναφερθεισών αποφάσεων 94/256 έως 94/261, της 12ης Απριλίου 1994, με τις οποίες εγκρίθηκε η καταβολή ενισχύσεων από διάφορα κράτη μέλη προς τις εγκατεστημένες στο έδαφός τους επιχειρήσεις.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 15 Ιουλίου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy