Υπόθεση T-331/94 DEP
IPK-München GmbH
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Διαδικασία — Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 13ης Ιανουαρίου 2006
Περίληψη της διατάξεως
1. Διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Καθορισμός — Αποδοτέα δικαστικά έξοδα
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχείο β΄, και άρθρο 102 § 2)
2. Διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Καθορισμός — Ληπτέα υπόψη στοιχεία
3. Διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Καθορισμός — Ληπτέα υπόψη στοιχεία
1. Κατά το άρθρο 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, τα αποδοτέα έξοδα περιορίζονται, αφενός, σε εκείνα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δίκης, και, αφετέρου, σε εκείνα που υπήρξαν απαραίτητα για τους σκοπούς αυτούς. Τα οφειλόμενα σε ταξίδια στο Λουξεμβούργο έξοδα προς κατάθεση υπομνημάτων δεν δύνανται να θεωρηθούν ως απαραίτητα αφ’ ής στιγμής, αφενός, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε, στο άρθρο 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, παρέκταση της προθεσμίας λόγω αποστάσεως και, αφετέρου, υφίστανται άλλα ασφαλή και προδήλως λιγότερο επαχθή μέσα διαβιβάσεως εγγράφων στον κοινοτικό δικαστή.
(βλ. σκέψεις 42, 79-80)
2. Ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί τιμολογήσεως, το Πρωτοδικείο οφείλει να εκτιμήσει ελευθέρως τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, τον όγκο της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που ενείχε η διαφορά για τους διαδίκους.
Σε διαφορά η οποία σχετίζεται με τη μη εκπλήρωση προϋποθέσεων συνδεομένων με τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής καθώς και με την ανάμιξη της Επιτροπής προ και κατά τη διάρκεια της εκ μέρους της αιτούσας εκτελέσεως του επιδοτούμενου σχεδίου, η ανάγκη εξακριβώσεως των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες χώρησε η ανάμιξη καθώς και η εμπεριστατωμένη ανάλυση των εξ αυτού συνεπειών για την επίλυση της διαφοράς εμπεριέχει, ως ένα βαθμό, ειδικές δυσχέρειες που καθιστούν διακριτή την ανωτέρω υπόθεση από άλλες αφορώσες τη μη εκπλήρωση των συνδεομένων με τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής προϋποθέσεων.
Συναφώς, η διαφορά εμφανίζει ως ένα βαθμό καινοφανή χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ως εκ τούτου αποκτά κάποια βαρύτητα υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, καθόσον επέτρεψε να διατυπωθεί ρητώς η κατανομή του βάρους της αποδείξεως που φέρουν οι εμπλεκόμενοι στη διαφορά διάδικοι σε περίπτωση αναμίξεως της Επιτροπής στην εκτέλεση επιδοτούμενου σχεδίου, σχεδίου σχετικά με το οποίο το θεσμικό όργανο επικαλείται άλλωστε την εκ πταίσματος μη εκτέλεση.
(βλ. σκέψεις 45, 53-56)
3. Όσον αφορά την εκτίμηση του όγκου εργασίας που προκάλεσε ενδεχομένως η ένδικη διαδικασία, εναπόκειται στον κοινοτικό δικαστή να λάβει υπόψη την αντικειμενικώς απαραίτητη για το σύνολο της δικαστικής διαδικασίας εργασία. Εντούτοις, εφόσον οι δικηγόροι της αιτούσας τη συνέδραμαν ήδη κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ή διαβημάτων που προηγήθηκαν της σχετικής διαφοράς, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι επιληφθέντες της διαφοράς δικηγόροι διαθέτουν γνώση συναφών στοιχείων αυτής ώστε να έχει διευκολυνθεί η εργασία τους και να έχει μειωθεί ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας για την ένδικη διαδικασία. Αντιστρόφως, για τον υπολογισμό των δυναμένων να αναζητηθούν δαπανών, η συνδρομή δικηγόρων κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη εφόσον καταδεικνύεται ότι αυτή ουδόλως συσχετίζεται με την ένδικη φάση.
(βλ. σκέψεις 59-60)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 13ης Ιανουαρίου 2006 *(1)
«Διαδικασία – Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»
Στην υπόθεση T-331/94 DEP,
IPK-München GmbH, με έδρα το Μόναχο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον H.-J. Prieß, δικηγόρο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J. Grunwald, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
με αντικείμενο αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων υποβληθείσα κατόπιν της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2001, T-331/94, IPK-München κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-779,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, πρόεδρο, J. Azizi και E. Cremona, δικαστές,
γραμματέας : E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Η αιτούσα άσκησε στις 13 Οκτωβρίου 1994 ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή αιτούμενη την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 3ης Αυγούστου 1994 να μη της καταβάλει 212 000 ευρώ, ποσό ίσο με το υπόλοιπο της χρηματοδοτικής συνδρομής που της είχε εγκριθεί στο πλαίσιο του σχεδίου της Ecodata περί δημιουργίας τράπεζας δεδομένων για τον οικολογικό τουρισμό στην Ευρώπη (στο εξής: σχέδιο Ecodata ή σχέδιο).
2 Με απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Οκτωβρίου 1997, T-331/94, IPK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-1665, στο εξής: απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1997), η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε. Κατά της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1997 η νυν αιτούσα άσκησε αναίρεση στις 22 Δεκεμβρίου 1997. Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-433/97 P, IPK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-6795, στο εξής: απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999), το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1997 και ανέπεμψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, επιφυλασσόμενο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
3 Με απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, T-331/94, IPK-München κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-779, στο εξής: απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001), το Πρωτοδικείο έκανε δεκτό το αίτημα της τότε προσφεύγουσας και έκρινε ότι η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και το σύνολο των εξόδων της προσφεύγουσας κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.
4 Με απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-199/01 P και C-200/01 P, IPK-München και Επιτροπή (Συλλογή 2004, σ. Ι-4627), το Δικαστήριο απέρριψε τις κατά της αποφάσεως της 6ης Μαρτίου 2001 αιτήσεις αναιρέσεως της προσφεύγουσας και της Επιτροπής και έκρινε ότι κάθε διάδικος φέρει τα συνδεόμενα με την αναίρεση δικαστικά έξοδά του.
5 Με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 2004, η αιτούσα γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι τα δυνάμενα να αναζητηθούν, σύμφωνα με το διατακτικό της αποφάσεως της 6ης Μαρτίου 2001 έξοδά της ανέρχονταν σε 38 373,99 ευρώ.
6 Με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή απέρριψε το αιτηθέν από την αιτούσα ποσό με το αιτιολογικό ότι τα συναφή νομικά ζητήματα είχαν συζητηθεί ήδη κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Η Επιτροπή έκρινε ότι μπορούσαν να αναζητηθούν αποκλειστικά τα έξοδα νομικού συμβούλου ανερχόμενα σε 13 000 ευρώ.
7 Υπό τις περιστάσεις αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Οκτωβρίου 2004, η αιτούσα υπέβαλε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αίτηση περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων.
Αιτήματα των διαδίκων
8 Η αιτούσα ζητεί από το Δικαστήριο να καθορίσει σε 38 373,99 ευρώ το ύψος των δυναμένων να αναζητηθούν εξόδων ή, επικουρικώς, να ορίσει ποσό κατά δικαία κρίση.
9 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο να ορίσει σε 13 000 ευρώ το ποσό των δυναμένων να αναζητηθούν εξόδων ή, επικουρικώς, να ορίσει ποσό κατά δικαία κρίση.
Σκεπτικό
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα της αιτούσας
Αναλυτικώς τα έξοδα της αιτούσας
10 Τα αξιούμενα από την αιτούσα έξοδα ύψους 38 373,99 ευρώ για τις υποθέσεις που κατέληξαν στις αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1997 και 6ης Μαρτίου 2001, ενώπιον του Πρωτοδικείου, και για την υπόθεση που κατέληξε στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβάνουν, κατά την αιτούσα, τα ακόλουθα στοιχεία.
– Για την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1997
11 Προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων της κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1997, η αιτούσα αναφέρει ότι είχε συμφωνήσει να καταβάλει στους δικηγόρους της κατ’ αποκοπήν αμοιβή ύψους 630 000 βελγικών φράγκων (BEF), ήτοι 15 617,29 ευρώ, προσαυξημένη με τα έξοδα. Συναφώς, επισυνάπτει δύο τιμολόγια ύψους 315 000 BEF και 15 000 γερμανικών μάρκων (DEM) αντιστοίχως.
12 Η πληρωμή των συμπεφωνημένων 630 000 BEF επέτρεψε, κατά την αιτούσα, τον διακανονισμό των ακολούθων παρασχεθεισών υπηρεσιών: του σχεδίου του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου (60 σελίδες), του σχεδίου του υπομνήματος απαντήσεως (80 σελίδες), της προετοιμασίας της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως –συμπεριλαμβανομένης της απαντήσεως στα ερωτήματα του Πρωτοδικείου, της επαληθεύσεως της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως και του σχεδίου αγορεύσεως– της συμμετοχής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και της ανταλλαγείσας μεταξύ εντολέα και Πρωτοδικείου αλληλογραφίας.
13 Επιπλέον, η αιτούσα επισυνάπτει δύο τιμολόγια όπου παρατίθενται λεπτομερώς τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε σχετικά με την ανωτέρω διαδικασία. Το τιμολόγιο της 26ης Οκτωβρίου 1995 περιλαμβάνει τα ακόλουθα έξοδα: τραπεζικά έξοδα (745 BEF), ταχυδρομικά τέλη (1 087 BEF), έξοδα ταξιδίου στο Λουξεμβούργο (13 Οκτωβρίου 1994 και 18 Απριλίου 1995) (9 074 BEF), έξοδα αναζητήσεως σε βάσεις δεδομένων (455 BEF) και τέλη τηλεπικοινωνιών (9 094 BEF). Το τιμολόγιο της 14ης Ιουλίου 1997 περιλαμβάνει τα ακόλουθα έξοδα: έξοδα αντιγράφων (379 BEF), έξοδα ταχυμεταφοράς (661 BEF), έξοδα τηλεαντιγράφων (1 026 BEF) έξοδα ταξιδίου (δικηγόρος H.-J. Prieß, ταξίδι στο Λουξεμβούργο, 24 και 25 Ιουνίου 1997) (33 032 BEF).
14 Κατόπιν αυτού, η αιτούσα εκτιμά ότι το σύνολο των εξόδων και αμοιβών στα οποία υποβλήθηκε προκειμένου να υπερασπίσει εαυτήν κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1997 ανέρχεται σε 685 553 BEF, ήτοι 16 994,41 ευρώ.
– Για την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία μέχρι την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999
15 Προς υπεράσπιση των ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιωμάτων της στα πλαίσια της αναιρέσεως που οδήγησε στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, η αιτούσα αναφέρει ότι είχε συμφωνήσει με τους δικηγόρους της να τους καταβάλει κατ’ αποκοπήνν αμοιβή ύψους 307 500 BEF, ήτοι 7 622,73 ευρώ, προσαυξημένων με τα έξοδα.
16 Κατά την αιτούσα, η πληρωμή ποσού ύψους 307 500 BEF αντιστοιχεί στην αμοιβή των δικηγόρων της για το σχέδιο αναιρέσεως και την ανταλλαγείσα με το Δικαστήριο αλληλογραφία της.
17 Επιπλέον, η αιτούσα περιλαμβάνει λεπτομερώς σε τιμολόγιο της 31ης Δεκεμβρίου 1999 τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την ανωτέρω διαδικασία. Στο τιμολόγιο αυτό παρατίθενται τα ακόλουθα έξοδα: τραπεζικά έξοδα (560 BEF), έξοδα αντιγράφων (5 140 BEF), ταχυδρομικά τέλη (81 BEF), τέλη τηλεπικοινωνιών (2 441 BEF), έξοδα μισθώσεως αγοραίων αυτοκινήτων (440 BEF) και έξοδα ταξιδίου (δικηγόρος Andrade, ταξίδι στο Λουξεμβούργο 22 Δεκεμβρίου 1997) (3 399 BEF). Με το δικόγραφό της, η αιτούσα διευκρινίζει ότι τα έξοδα μετακινήσεως του δικηγόρου Andrade είχαν αναφερθεί επ’ ευκαιρία της καταθέσεως της ενώπιον του Δικαστηρίου αναιρέσεως.
18 Συνολικώς, η αιτούσα εκτιμά ότι για την πρώτη ενώπιον του Δικαστηρίου αναίρεση, η οποία κατέληξε στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, κατέβαλε ποσό ύψους 319 561 BEF, ήτοι 7 921,71 ευρώ, σε αμοιβές και έξοδα.
– Για τη συνέχιση της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας μέχρι την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001
19 Προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων της κατά τη συνέχιση της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της 6ης Μαρτίου 2001, η αιτούσα διευκρινίζει ότι οι δικηγορικές αμοιβές υπολογίστηκαν επί ωριαίας βάσεως. Η αιτούσα διευκρινίζει ότι τρεις δικηγόροι εργάστηκαν για τη συγκεκριμένη δίκη. Η αμοιβή τους ανέρχεται, κατά την αιτούσα, σε 10 535 ευρώ. Η λεπτομερής καταγραφή των αμοιβών τους παρατίθεται κατωτέρω.
20 Όσον αφορά τον δικηγόρο Prieß, το ύψος της αμοιβής του ανέρχεται συνολικώς σε 9 360 ευρώ, ήτοι 20,8 ώρες επί 450 ευρώ ανά ώρα. Το ανωτέρω σύνολο ωρών αναλύεται ως εξής: 0,5 ώρα εξέταση εγγράφων και τηλεφωνική συνομιλία, 0,5 ώρα εξέταση εγγράφων, νομική εξέταση και συζητήσεις εντός του γραφείου, 9,5 ώρες υπηρεσιακού ταξιδίου Βερολίνου-Λουξεμβούργου και προετοιμασία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, 10 ώρες συνεδρίαση ενώπιον του Πρωτοδικείου και υπηρεσιακό ταξίδι Λουξεμβούργου-Βερολίνου και 0,3 της ώρας εξέταση εγγράφων, νομική εξέταση και τηλεφωνική συνομιλία.
21 Όσον αφορά τον δικηγόρο C. Pitschas, το ύψος της αμοιβής του ανέρχεται συνολικώς σε 650 ευρώ, ήτοι δύο ώρες επί 325 ευρώ ανά ώρα. Επί των δύο αυτών ωρών, η μία αφιερώθηκε για τη σύνταξη σημειώματος επί του ζητήματος του παραδεκτού της προβολής νέων πραγματικών περιστατικών κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου αναπομπή και μία ώρα σύσκεψη εντός του γραφείου με τον δικηγόρο Prieß, ειδικότερα όσον αφορά την ενώπιον του Πρωτοδικείου συζήτηση ακροατηρίου.
22 Όσον αφορά τον δικηγόρο A. C. Muner, το ύψος της αμοιβής του ανέρχεται συνολικώς σε 525 ευρώ, ήτοι πέντε ώρες επί 105 ευρώ ανά ώρα. Ο συγκεκριμένος χρόνος εργασίας αντιστοιχεί σε 2,5 ώρες για τη σύνταξη σημειώματος σχετικά με την προβολή νέων πραγματικών περιστατικών και σε 2,5 ώρες έρευνας σχετικά με τη νομολογία στο ζήτημα της προβολής νέων πραγματικών περιστατικών κατά την έγγραφη διαδικασία σε περίπτωση αναπομπής στο Πρωτοδικείο.
23 Η αιτούσα διευκρινίζει ότι οι καταβληθείσες τιμές ανά ώρα αντιστοιχούν στις συνήθεις συνθήκες της αγοράς στα πλαίσια των δικηγορικών γραφείων και των ειδικευμένων στις υποθέσεις κοινοτικού δικαίου και ότι οι δικηγορικές αμοιβές αντιστοιχούν επακριβώς στον φόρτο εργασίας από της εκδόσεως της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1999 μέχρι την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001.
24 Στο ποσό των 10 535 ευρώ ως αμοιβών προστέθηκαν 1 066,61 ευρώ ως έξοδα ταξιδίου καθώς και ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Το σύνολο των εξόδων σχετικά με τη συνέχιση ενώπιον του Πρωτοδικείου της διαδικασίας και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της 6ης Μαρτίου 2001 ανέρχεται, συνακόλουθα, στις 13 457,87 ευρώ.
Αιτιολόγηση των εξόδων της αιτούσας
25 Η αιτούσα εκτιμά ότι τα 38 373,99 ευρώ μπορούν να αναζητηθούν στο σύνολό τους, υπό το φως της εφαρμοστέας επί του θέματος του καθορισμού των δικαστικών εξόδων νομολογίας (διάταξη του Δικαστηρίου της 4ης Φεβρουαρίου 2004, C-77/99 DEP, Επιτροπή κατά Oder-Plan Architektur κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I-1267, σκέψη 18).
26 Συναφώς, η αιτούσα επικαλείται, πρώτον, το γεγονός ότι οι επίδικες δίκες ήγειραν πολύ σημαντικά ζητήματα κοινοτικού δικαίου. Οι δίκες αυτές άπτονται των ζητημάτων, αφενός, αν η Επιτροπή μπορεί να αρνείται την πληρωμή υπεσχημένης δόσεως επιδοτήσεως με το αιτιολογικό ότι το επίδικο σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ικανοποιητικώς, οσάκις η καθυστέρηση υλοποιήσεως του σχεδίου οφείλεται σε επεμβάσεις υπαλλήλων της Επιτροπής και, αφετέρου, ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι συντρέχουν (ή δεν συντρέχουν) επεμβάσεις κοινοτικού θεσμικού οργάνου σε παρόμοια περίπτωση. Κατά την αιτούσα, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου συμπεριέλαβαν σημαντικά στοιχεία δυνάμενα να αποσαφηνίσουν τα ανωτέρω ζητήματα.
27 Δεύτερον, η αιτούσα εκτιμά ότι οι σχετικές δίκες, οι οποίες διήρκεσαν τουλάχιστον επτά έτη, σήμαναν σημαντικό φόρτο εργασίας δεδομένου ότι εμφάνιζαν υψηλό βαθμό δυσχερειών οφειλομένων σε πολυάριθμα και εξαιρετικά περίπλοκα πραγματικά και νομικά ζητήματα που υποβλήθηκαν στην κρίση του κοινοτικού δικαστή.
28 Συναφώς, η αιτούσα επικαλείται το γεγονός ότι όφειλε να επιδοθεί σε λεπτομερή ερμηνεία των προϋποθέσεων εγκρίσεως και καταβολής της επιδοτήσεως. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι παρέστη ανάγκη, αφενός, να προσδιορίσει κατά λεπτό τη συγκεκριμένη συμπεριφορά αρκετών υπαλλήλων της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) «Πολιτική των επιχειρήσεων, εμπόριο, τουρισμός και κοινωνική οικονομία» της Επιτροπής και, αφετέρου, να χαρακτηρίσει και αξιολογήσει ορθά τους συγκεκριμένους τρόπους συμπεριφοράς υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και να συναγάγει εξ αυτών τους εφαρμοστέους επί του ζητήματος του βάρους της αποδείξεως κανόνες.
29 Εξάλλου, η αιτούσα αμφισβητεί τη θέση της Επιτροπής ότι η ίδια είχε λάβει γνώση των ουσιωδών στοιχείων της διαφοράς ήδη από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητική διαδικασία. Κατά την αιτούσα, τα βασικά ζητήματα που ετέθησαν στο πλαίσιο των ενδίκων διαδικασιών δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της προγενέστερης της ένδικης διαδικασίας συζητήσεως μεταξύ αυτής και της Επιτροπής. Ειδικότερα, η αιτούσα παραπέμπει στο έγγραφό της της 28ης Δεκεμβρίου 1993. Κατά την αιτούσα, όπως συνάγεται από το ανωτέρω έγγραφο, δεν είχε θίξει τα ζητήματα στα οποία οφείλονταν η άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει τη δεύτερη δόση της επιδοτήσεως, άρνηση η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, σκέψεις 35 και επόμενες). Κατά την αιτούσα, τούτο αναγνωρίζει και η Επιτροπή, η οποία αιτιολόγησε αίτηση παρεκτάσεως της προθεσμίας καταθέσεως του υπομνήματος αντικρούσεως της 28ης Οκτωβρίου 1994 ως εκ του όγκου των προς μελέτη παραρτημάτων και της ανάγκης να διαβουλευθεί με τις ενδιαφερόμενες υπηρεσίες. Κατόπιν αυτού, εκτιμά ότι η διοικητική διαδικασία ουδόλως ελάφρυνε τον φόρτο εργασίας των δικηγόρων της.
30 Η αιτούσα αμφισβητεί επίσης ότι, από το γεγονός ότι χρέωσε την Επιτροπή για έξοδα νομικού συμβούλου με ποσό ύψους 41 832 DEM ως κόστος του σχεδίου, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι δικηγόροι της επελήφθησαν σφαιρικώς των βασικών στοιχείων της διαφοράς. Η αιτούσα εκτιμά ότι, όπως ήδη μνημονεύθηκε με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφό της της 13ης Οκτωβρίου 1994, στα εν λόγω έξοδα υποβλήθηκε προκειμένου να τύχει παροχής συμβουλών κατά τις διαπραγματεύσεις με τους τρεις εταίρους, στα πλαίσια της συμβάσεως που της επέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο του σχεδίου Ecodata, και να εξουδετερώσει τις παράνομες απόπειρες ορισμένων υπαλλήλων της οικείας ΓΔ να αναμιχθούν στο σχέδιο και στη σύνθεση του consortium. Κατά την αιτούσα, οι σχετικές διαβουλεύσεις ουδεμία σχέση έχουν με τις ενώπιον του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου διαφορές δεδομένου ότι δεν αναφέρονταν στην άρνηση καταβολής της δεύτερης δόσεως της επιδοτήσεως.
31 Τρίτον, η αιτούσα θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος φόρτος εργασίας, προϊόν σύνθετων ζητημάτων που προέκυψαν από τη διαφορά, επέβαλε, έστω και για λόγους αποτελεσματικότητας, την κατά διαστήματα απασχόληση με τις διάφορες πτυχές της διαφοράς πλειόνων δικηγόρων, μελών του εντολοδόχου γραφείου. Επικαλείται συναφώς την πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται η επικέντρωση κυρίως στο συνολικό αριθμό ωρών εργασίας που ήσαν αντικειμενικώς αναγκαίες για τους σκοπούς της ενώπιον του κοινοτικού δικαστή διαδικασίας, ανεξάρτητα από τον αριθμό των δικηγόρων μεταξύ των οποίων κατανεμήθηκαν οι παρασχεθείσες υπηρεσίες (βλ., υπό την έννοια αυτή, διατάξεις του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1998, T-115/94 DEP, Opel Austria κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II-2739, σκέψη 29, και της 10ης Ιανουαρίου 2002, T-80/97 DEP, Starway κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II-1, σκέψη 31).
32 Τέταρτον, η αιτούσα εκτιμά ότι το αιτούμενο ποσό δικαιολογείται από την οικονομική σπουδαιότητα που ενέχει για την ίδια η διαφορά. Εκτιμά ότι η δεύτερη δόση της επιδοτήσεως ισοδυναμεί με περισσότερο του 20 % της συνολικής χρηματοδοτήσεως του σχεδίου που επρόκειτο να αναλάβει η ίδια σε ποσοστό ύψους 47 %. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως είχε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις για την αιτούσα, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 51 της αποφάσεώς του της 15ης Οκτωβρίου 1997.
33 Προκειμένου να αιτιολογήσει και την οικονομική σημασία που ενέχει για την ίδια η διαφορά, η αιτούσα επικαλείται τον αντίκτυπο της υποθέσεως αυτής επί της πορείας της δραστηριότητάς της. Κατά την αιτούσα, η διαφορά αφορούσε ιδίως την ποιότητα της εργασίας της και (αβάσιμες) αιτιάσεις περί συμπαιγνίας. Κατά την αιτούσα, τούτο ήταν ικανό να βλάψει σημαντικά την πορεία των δραστηριοτήτων της.
Επιχειρήματα της καθής
34 Η καθής εκτιμά ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η αιτούσα με το δικόγραφό της δεν θεμελιώνουν αίτηση περί επιστροφής 38 373,99 ευρώ συνάδουσα προς τα κριτήρια της νομολογίας.
35 Πρώτον, όσον αφορά τη σημασία της διαφοράς υπό το φως του κοινοτικού δικαίου, η καθής εκτιμά ότι η παρούσα υπόθεση αφορά σχέδιο επιδοτήσεως που δεν υλοποιήθηκε νομοτύπως, ήτοι κατηγορία υποθέσεων με κύριο άξονα τα πραγματικά εν προκειμένω περιστατικά, κατηγορία στην οποία εμπίπτουν από μακρού χρόνου πλείονες υποθέσεις.
36 Δεύτερον, ως προς τον υψηλό βαθμό δυσχερειών της παρούσας υποθέσεως, η καθής εκτιμά ότι σχετιζόταν περισσότερο με την προηγηθείσα της προσφυγής διοικητική διαδικασία στην οποία, σύμφωνα με τη δικογραφία, οι δικηγόροι της αιτούσας είχαν ήδη συμμετάσχει αποφασιστικώς και κατά τη διάρκεια της οποίας είχαν λάβει πληροφοριακά στοιχεία τα οποία δεν απαιτούσαν πλέον επεξεργασία κατά τη διάρκεια της ένδικης φάσεως. Η καθής εκτιμά ότι οι προηγηθείσες της προσφυγής εν λόγω δυσχέρειες ήσαν λιγότερο νομικής απ’ ό,τι πραγματικής φύσεως δοθέντος ότι η αιτούσα, αφενός, δεν επιθυμούσε να διακυβεύσει τις αγαθές σχέσεις της με τον Τζοάνο, υπεύθυνο προϊστάμενο διοικητικής μονάδας, ο οποίος στη συνέχεια απεδείχθη ότι είχε δωροδοκηθεί και ο οποίος επαύθη, και, αφετέρου, επιδίωκε να δώσει την εντύπωση ότι δέχεται τη φερόμενη ως ασκούμενη από τον Γενικό Διευθυντή του εν λόγω προϊσταμένου διοικητικής μονάδας επιρροή. Κατά την καθής, η εμπεριστατωμένη διευκρίνιση και ανάλυση της πραγματικής στάσεως των υπαλλήλων της Επιτροπής στο πλαίσιο του σχεδίου, στις οποίες αναφέρθηκε η αιτούσα, δεν έλαβαν χώρα αποκλειστικά στο πλαίσιο της ένδικης φάσεως αλλ’ ήδη αρκετά προγενέστερα αυτής, λόγος για τον οποίο το ποσό των 41 832 DEM χρεώθηκε στην Επιτροπή ως έξοδα νομικού συμβούλου.
37 Τρίτον, όσον αφορά τον επικληθέντα από την αιτούσα σημαντικό φόρτο εργασίας, η καθής εκτιμά ότι και αυτός μειώθηκε αισθητά με την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία καθώς και εκ του γεγονότος ότι η αιτούσα έλαβε γνώση παρανόμως εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής μέσω του Τζοάνου και/ή ενός δημοσιογράφου.
38 Επιπλέον, η καθής είναι της απόψεως ότι, σε αντίθεση προς όσα διατείνεται η αιτούσα, όλα τα ουσιώδη στοιχεία της μεταγενέστερης ένδικης φάσεως είχαν ήδη αναφερθεί, εξεταστεί από τους δικηγόρους της αιτούσας και ληφθεί υπόψη κατά τη διάρκεια της προηγηθείσας της προσφυγής διαδικασίας. Η καθής επικαλείται συναφώς το γεγονός ότι η αιτούσα θεωρεί ότι η εμπεριστατωμένη εξήγηση και ανάλυση της πραγματικής στάσεως των υπαλλήλων της Επιτροπής στο πλαίσιο του σχεδίου βρίσκονταν στο επίκεντρο της δυσχέρειας των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έπρεπε να επιλυθούν και του φόρτου εργασίας με τον οποίο επιβαρύνθηκε, ενώ παραδέχεται ότι τα φερόμενα έξοδα νομικού συμβούλου συνδέονταν με την απόρριψη των παρανόμων αποπειρών ορισμένων υπαλλήλων της οικείας ΓΔ να επηρεάσουν το σχέδιο.
39 Τέλος, η καθής εκτιμά ότι η αιτούσα προβάλλει όλως ψευδή και δόλιο ισχυρισμό υποστηρίζοντας ότι η σχετική διαβούλευση με τους δικηγόρους κατά τη διάρκεια της προηγηθείσας της προσφυγής διαδικασίας ουδεμία σχέση είχε με τις ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου διαφορές, εφόσον η ίδια ακριβώς προέβαλε ότι η εν λόγω φερόμενη επιρροή και η απόρριψή της ήταν στο επίκεντρο της διαδικασίας. Το στοιχείο αυτό και μόνο θα είχε επιτρέψει να γίνει δεκτή η προσφυγή της παρά την προδήλως ανεπαρκή υλοποίηση του σχεδίου.
40 Η καθής εκτιμά ότι τα οφειλόμενα στην προηγηθείσα της προσφυγής διαδικασία έξοδα δικηγόρου δεν δύνανται να αναζητηθούν κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δύο αιτήσεων περί επιστροφής. Κατόπιν αυτού, εκτιμά ότι επιβάλλεται συναφώς η μη αποδοχή του μέρους εκείνου των δαπανών του οποίου η αιτούσα ζητεί την ανάκτηση.
41 Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα λοιπά στοιχεία της υποθέσεως και άλλες ουσιωδώς παρεμφερείς υποθέσεις, η καθής εκτιμά ότι στην προκειμένη περίπτωση το ενδεδειγμένο ύψος των δυναμένων να αναζητηθούν εξόδων μπορεί να καθοριστεί σε 8 000 ευρώ για τις ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίες και σε 5 000 ευρώ για την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ήτοι συνολικό ποσό ύψους 13 000 ευρώ.
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Γενικότητες
42 Κατά το άρθρο 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, θεωρούνται ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων». Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, τα αποδοτέα έξοδα περιορίζονται, αφενός, στα ποσά που δαπανήθηκαν για τους σκοπούς της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης και, αφετέρου, σε όσα ήσαν απαραίτητα για τους σκοπούς αυτούς (προαναφερθείσα στη σκέψη 31 διάταξη του Πρωτοδικείου Opel Austria κατά Συμβουλίου, σκέψη 26, και διάταξη της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, Τ-64/99 DEP, UK Coal κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2547, σκέψη 25).
43 Ακολούθως, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, ως «δίκη», νοείται, κατά το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας, αποκλειστικά η ενώπιον του κοινοτικού δικαστή διαδικασία, αποκλειομένης της προηγηθείσας αυτής φάσεως. Τούτο προκύπτει ιδίως από το άρθρο 90 του ιδίου κανονισμού, το οποίο μνημονεύει τη «διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου» (βλ., κατ’ αναλογία, διατάξεις του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 1970, 75/69, Hake κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-71, σ. 377, και της 30ής Νοεμβρίου 1994, C-294/90 DEP, British Aerospace κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I-5423, σκέψεις 11 και 12).
44 Όσον αφορά τα σχετιζόμενα με την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία έξοδα, πρέπει να υπομνηστεί επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία, ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις οφειλόμενες από τους διαδίκους αμοιβές των δικηγόρων τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του ούτε τον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του (διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 1996, Τ-120/89 DEP, Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1547, σκέψη 27, προπαρατεθείσα στη σκέψη 31 διάταξη Opel Austria κατά Συμβουλίου, σκέψη 27, και προπαρατεθείσα στη σκέψη 42 διάταξη UK Coal κατά Επιτροπής, σκέψη 26).
45 Κατ’ επίσης πάγια νομολογία, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί τιμολογήσεως, το Πρωτοδικείο οφείλει να εκτιμήσει ελευθέρως τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, τον όγκο της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που ενείχε η διαφορά για τους διαδίκους (διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1985, 318/82 DEP, Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 3727, σκέψεις 2 και 3, διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Μαρτίου 1995, Τ-293 DEP, Air France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-533, σκέψη 16, προπαρατεθείσα στη σκέψη 31 διάταξη Opel Austria κατά Συμβουλίου, σκέψη 28, και προπαρατεθείσα στη σκέψη 42 διάταξη UK Coal κατά Επιτροπής, σκέψη 27).
46 Συναφώς, η ευχέρεια του κοινοτικού δικαστή να αξιολογήσει την καταβληθείσα εργασία εξαρτάται από την ακρίβεια των παρασχεθέντων πληροφοριακών στοιχείων (διάταξη του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-89/85 DEP, Ahlström κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 20, προπαρατεθείσα στη σκέψη 44 διάταξη του Πρωτοδικείου Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής, σκέψη 31, και διάταξη της 28ης Ιουνίου 2004, Τ-342/99 DEP, Airtours κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 30).
47 Εν προκειμένω, ο υπολογισμός του ύψους των δυναμένων να αναζητηθούν εξόδων πρέπει να χωρήσει υπό το φως των ανωτέρω στοιχείων.
Επί του αντικειμένου και της φύσεως της διαφοράς, της σημασίας της από πλευράς κοινοτικού δικαίου και των δυσχερειών της υποθέσεως
Υπόμνηση των περιστάσεων υπό το κράτος των οποίων προέκυψε η διαφορά
48 Οι υποθέσεις της κύριας δίκης αφορούν χρηματοδοτική συνδρομή για την υποστήριξη σχεδίου δημιουργίας βάσεως δεδομένων για τον οικολογικό τουρισμό στην Ευρώπη.
49 Πριν από τη χορήγηση της συγκεκριμένης χρηματοδοτικής συνδρομής καθώς και μετά από αυτήν στην αιτούσα, η Επιτροπή αναμείχθη αποπειρώμενη να επιβάλει στην αιτούσα την Studienkreis für Tourismus eV (κύκλος μελετών για τον τουρισμό), εταιρία μη προβλεπόμενη στην πρόταση της αιτούσας για την υλοποίηση του σχεδίου Ecodata.
50 Επιπλέον, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του σχεδίου Ecodata, ένας από τους επιφορτισμένους με το σχέδιο υπαλλήλους, ο Τζοάνος, ανεμείχθη στη διαχείρισή του προτείνοντας τη χορήγηση του βασικού χρηματικού ποσού σε έναν από τους εταίρους της αιτούσας.
51 Τέλος, μετά την εκτέλεση του σχεδίου εκ μέρους της αιτούσας, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση, αρνούμενη να της καταβάλει το υπόλοιπο της χρηματοδοτικής συνδρομής με το αιτιολογικό ότι δεν είχε ανταποκριθεί πλήρως εντός των προθεσμιών στις απορρέουσες από την απόφαση περί χορηγήσεως της επιδοτήσεως υποχρεώσεις.
52 Εν συνεχεία των ανωτέρω γεγονότων η αιτούσα έφερε, αρχικά ενώπιον του Πρωτοδικείου και ακολούθως ενώπιον του Δικαστηρίου, τη διαφορά της με την Επιτροπή ως προς τη δικαιολογημένη ή μη άρνηση της τελευταίας να καταβάλει το υπόλοιπο της χρηματοδοτικής συνδρομής.
Εκτίμηση του αντικειμένου και της φύσεως της διαφοράς, της σημασίας της υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου και των συναφών δυσχερειών
53 Ως εκ του ότι σχετίζεται με τη μη εκπλήρωση προϋποθέσεων συνδεομένων με τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής, η διαφορά δεν διακρίνεται ειδικότερα από άλλες διαφορές σε θέματα χρηματοδοτικών συνδρομών. Πράγματι, η ερμηνεία των προϋποθέσεων της αποφάσεως περί χορηγήσεως της επιδοτήσεως δεν απαιτεί ιδιαίτερα σύνθετη ανάλυση. Επιπλέον, η εκτίμηση της εκπληρώσεως των συνδεομένων με τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής προϋποθέσεων, όπως στην περίπτωση της χορηγηθείσας εν προκειμένω συνδρομής, δεν εμφανίζει συγκεκριμένες νομικές δυσχέρειες και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για το κοινοτικό δίκαιο.
54 Εντούτοις, η συγκεκριμένη διαφορά σχετίζεται και με την ανάμιξη της Επιτροπής προ και κατά τη διάρκεια της εκ μέρους της αιτούσας εκτελέσεως του επιδοτουμένου σχεδίου. Έτσι, η ανάγκη εξακριβώσεως των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες χώρησε η ανάμιξη καθώς και η εμπεριστατωμένη ανάλυση των εξ αυτού συνεπειών για την επίλυση της διαφοράς εμπεριέχει, ως ένα βαθμό, ειδικές δυσχέρειες που καθιστούν διακριτή την ανωτέρω υπόθεση από άλλες αφορώσες τη μη εκπλήρωση των συνδεομένων με τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής προϋποθέσεων.
55 Πράγματι, κατά τη διάρκεια της διαφοράς, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της κατανομής του βάρους αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων σε περίπτωση αναμίξεως της Επιτροπής σε επιδοτούμενο σχέδιο. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, αφ ης στιγμής η αιτούσα είχε προσκομίσει ενδείξεις αφορώσες αναμίξεις στη διαχείριση του σχεδίου εκ μέρους υπαλλήλων της Επιτροπής και οι αναμίξεις αυτές ήσαν τέτοιας φύσεως ώστε να έχουν επίπτωση στην εύρυθμη εξέλιξη του σχεδίου, εναπέκειτο στην Επιτροπή να καταδείξει ότι, παρά τις συγκεκριμένες αναμίξεις, η αιτούσα εξακολουθούσε να είναι σε θέση να διαχειριστεί ικανοποιητικώς το σχέδιο. Συναφώς, η διαφορά ενέχει σημασία για το κοινοτικό δίκαιο στον βαθμό που επέτρεψε να διατυπωθεί ρητώς η κατανομή του βάρους της αποδείξεως που φέρουν οι εμπλεκόμενοι στη διαφορά διάδικοι σε περίπτωση αναμίξεως της Επιτροπής στην εκτέλεση επιδοτουμένου σχεδίου, σχεδίου σχετικά με το οποίο το θεσμικό όργανο επικαλείται άλλωστε την εκ πταίσματος μη εκτέλεση.
56 Εξ αυτού έπεται ότι η επίδικη διαφορά εμφανίζει ως ένα βαθμό καινοφανή χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ως εκ τούτου αποκτά κάποια βαρύτητα υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου.
Επί του όγκου της εργασίας που προκάλεσε η ένδικη διαδικασία
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
57 Όσον αφορά τον συνδεόμενο με την ενώπιον του κοινοτικού διαδικασία όγκου της εργασίας, όπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, η διαφορά απήτησε όντως από τους δικηγόρους της αιτούσας κάποιο σημαντικό έργο.
58 Πάντως, προκειμένου να εκτιμηθεί πλήρως ο όγκος εργασίας που προκάλεσε ενδεχομένως η ένδικη διαδικασία, επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη και οι εκ των προτέρων γνώσεις των δικηγόρων και η ακρίβεια των προσκομισθέντων στοιχείων που αφορούν τα προτεινόμενα έξοδα και αμοιβές.
Εκ των προτέρων γνώσεις των δικηγόρων
59 Όσον αφορά την εκτίμηση του όγκου της εργασίας που προκάλεσε ενδεχομένως η ένδικη διαδικασία, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι εναπόκειται στον κοινοτικό δικαστή να λάβει υπόψη την αντικειμενικώς απαραίτητη για το σύνολο της δικαστικής διαδικασίας εργασία. Εντούτοις, εφόσον οι δικηγόροι της αιτούσας την συνέδραμαν ήδη κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ή διαβημάτων που προηγήθηκαν της σχετικής διαφοράς, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι επιληφθέντες της διαφοράς δικηγόροι διαθέτουν γνώση συναφών στοιχείων αυτής ώστε να έχει διευκολυνθεί η εργασία τους και να έχει μειωθεί ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας για την ένδικη διαδικασία (βλ., υπό την έννοια αυτή, διατάξεις του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 2001, T-65/96 DEP, Kish Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-3261, σκέψη 25· της 6ης Μαρτίου 2003, T-226/00 DEP και T-227/00 DEP, Nan Ya Plastics και Far Eastern Textiles κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II-685, σκέψη 43, και της 7ης Δεκεμβρίου 2004, T-251/00 DEP, Lagardère και Canal+ κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 30).
60 Εξ αυτού έπεται ότι, για τον υπολογισμό των δυναμένων να αναζητηθούν δαπανών, η συνδρομή δικηγόρων κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη εφόσον καταδεικνύεται ότι αυτή ουδόλως συσχετίζεται με την ένδικη φάση.
61 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι ίδιοι δικηγόροι εκπροσώπησαν την αιτούσα τόσο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής όσο και κατά την ένδικη φάση του σχεδίου.
62 Πλην όμως, η αιτούσα εκτιμά ότι τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά ζητήματα που ετέθησαν κατά τις ενώπιον του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου διαδικασίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεως πριν από την άσκηση της προσφυγής μεταξύ της ιδίας και της Επιτροπής (βλ. ανωτέρω σκέψεις 29 και 30). Συναφώς, αναφέρεται στο έγγραφο της 28ης Δεκεμβρίου 1993 με το οποίο πρότεινε συναινετική λύση, κατόπιν της αρνήσεως της Επιτροπής να καταβάλει το υπόλοιπο της επιδοτήσεως.
63 Εντούτοις, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι το γεγονός ότι προτάθηκε συναινετική λύση κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής φάσης του σχεδίου δεν καταδεικνύει εν προκειμένω την έλλειψη γνώσεων εκ μέρους των δικηγόρων της αιτούσας πραγματικών και νομικών στοιχείων δυναμένων να διευκολύνουν το έργο τους κατά τη διάρκεια των ενδίκων διαδικασιών σχετικά με το σχέδιο Ecodata.
64 Πράγματι, για να υπάρξει δυνατότητα προτάσεως συναινετικής λύσεως κατόπιν της αρνήσεως της Επιτροπής να καταβάλει το υπόλοιπο μιας επιδοτήσεως με το αιτιολογικό της εκ πταίσματος μη εκτελέσεως του επιδοτουμένου σχεδίου, πρέπει να έχει κτηθεί, κατ’ ελάχιστον, κάποια γνώση της περί τα πραγματικά περιστατικά που άπτονται της εν λόγω αρνήσεως αλληλουχίας και να έχει χωρήσει μια πρώτη εκτίμηση σχετικά με τη βασιμότητα της συναφούς αιτιολογίας.
65 Η ανωτέρω διαπίστωση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε αίτηση περί παρεκτάσεως της προθεσμίας για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως εκ του μεγέθους των προς μελέτη παραρτημάτων και της αναγκαιότητας να διαβουλευθεί με τις ενδιαφερόμενες υπηρεσίες. Πράγματι, η αίτηση αυτή ουδόλως είναι βεβαιωτική του γεγονότος ότι οι δικηγόροι της αιτούσας δεν είχαν γνώση πραγματικών και νομικών στοιχείων που ήσαν συναφή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση.
66 Η αιτούσα αμφισβητεί επίσης ότι, εκ του γεγονότος ότι χρέωσε την Επιτροπή με τα έξοδα του νομικού συμβούλου ως έξοδα του σχεδίου, μπορεί να συναχθεί ότι οι δικηγόροι της είχαν επιληφθεί σφαιρικά των κυρίων στοιχείων της διαφοράς κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση.
67 Το Πρωτοδικείο παρατηρεί συναφώς ότι η ίδια η αιτούσα εκτιμά, στα πλαίσια της παρούσας δίκης, ότι υποβλήθηκε στα έξοδα αυτά, ιδίως, προκειμένου να εξουδετερώσει τις παράνομες απόπειρες ορισμένων υπαλλήλων της Επιτροπής να αναμιχθούν στο σχέδιο και στη σύνθεση του consortium.
68 Ακολούθως, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι, κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1997, η αιτούσα θεώρησε ότι οι παρατηρηθείσες κατά την εκτέλεση του σχεδίου καθυστερήσεις οφείλονταν σε ορισμένες επεμβάσεις υπαλλήλων της Επιτροπής, ιδίως όσες σκοπούσαν στο να ανατεθεί ένα μεγάλο μέρος των εγκριθέντων ποσών σε έναν από τους εταίρους της αιτούσας και στο να γίνει δεκτή ως εταίρος η Studienkreis für Tourismus eV. Κατόπιν αυτού, η αιτούσα θεώρησε ότι δεν δικαιολογούνταν, εκ του γεγονότος αυτού και μόνον, το να της επιβληθεί η συνιστάμενη στην άρνηση πληρωμής κύρωση, ακριβώς λόγω καθυστερημένης εκτελέσεως του σχεδίου (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1997, σκέψη 34).
69 Έτσι, παρίσταται ότι οι αναμίξεις της Επιτροπής στη διαχείριση του σχεδίου αποτέλεσαν αντικείμενο γνώμης των δικηγόρων της αιτούσας κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής φάσεως του σχεδίου, ενώ η αιτούσα αναφέρθηκε σ’ αυτές κατά την ένδικη φάση του σχεδίου ως αιτία της καθυστερημένης εκτελέσεως του σχεδίου της. Άρα, οι συμβουλές που παρεσχέθησαν στην αιτούσα κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση του σχεδίου, η χρέωση των οποίων περιελήφθη στο κόστος του σχεδίου, παρέσχον στους δικηγόρους της αιτούσας τη δυνατότητα να λάβουν γνώση ορισμένων πραγματικών και νομικών στοιχείων που απεδείχθησαν ότι ασκούν επιρροή κατά την ένδικη φάση του σχεδίου.
70 Ασφαλώς, οι σχετικές συμβουλές που αφορούσαν τις αναμίξεις της Επιτροπής στη διαχείριση του σχεδίου δεν παρεσχέθησαν αναφορικά με την άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει το υπόλοιπο της επιδοτήσεως, εφόσον ήσαν προγενέστερες της αρνήσεως της Επιτροπής. Γεγονός, πάντως, παραμένει ότι οι συμβουλές αυτές επέτρεψαν στους δικηγόρους της αιτούσας να εκτιμήσουν, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση, ότι οι εν λόγω αναμίξεις έλαβαν όντως χώρα και να συναγάγουν τις εξ αυτού απορρέουσες συγκεκριμένες έννομες συνέπειες. Έτσι, οι σχετικές συμβουλές διευκόλυναν το έργο των δικηγόρων της αιτούσας και μείωσαν το χρόνο της αναγκαίας προετοιμασίας, ειδικότερα δε για την πρώτη ένδικη διαδικασία. Πάντως, οι συνέπειες της διαπιστώσεως αυτής πρέπει να εκτιμηθούν υπό το φως των αμοιβών, όπως αυτές καθορίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Έξοδα και αμοιβές
71 Όσον αφορά τα έξοδα και τις αμοιβές που υποχρεώθηκε να καταβάλει η αιτούσα, πρέπει να επικυρωθεί η άποψή της ότι, ναι μεν είχε την ευχέρεια να αναθέσει την υπεράσπιση των συμφερόντων της σε πλείονες δικηγόρους, εναπόκειται όμως στο Πρωτοδικείο να λάβει υπόψη κυρίως τον αριθμό ωρών εργασίας που δύνανται να παρίστανται αντικειμενικώς απαραίτητες για την ένδικη διαδικασία, ανεξάρτητα από τον αριθμό δικηγόρων μεταξύ των οποίων κατανεμήθηκαν οι παρασχεθείσες υπηρεσίες (προαναφερθείσα στη σκέψη 59 διάταξη του Πρωτοδικείου Nan Ya Plastics και Far Eastern Textiles κατά Συμβουλίου, σκέψη 44· προαναφερθείσα στη σκέψη 46 διάταξη Airtours κατά Επιτροπής, σκέψη 30, και διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 2004, T-77/02 DEP, Schneider Electric κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 58).
72 Πάντως, προέχει να υπομνηστεί ότι η δυνατότητα του κοινοτικού δικαστή να αξιολογήσει την πραγματοποιηθείσα εργασία εξαρτάται από την ακρίβεια των προσκομισθέντων στοιχείων (βλ., ανωτέρω σκέψη 46 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
73 Όσον αφορά τις σχετικές με τις διαδικασίες που κατέληξαν στην έκδοση των αποφάσεων της 15ης Οκτωβρίου 1997 και της 5ης Οκτωβρίου 1999, αμοιβές, η αιτούσα διευκρινίζει ότι οι δικηγόροι της εργάστηκαν κατ’ αποκοπήν και απαριθμεί τις καλυπτόμενες κατ’ αποκοπήν παρασχεθείσες υπηρεσίες. Τα τιμολόγια της αιτούσας σχετικά με τις κατ’ αποκοπήν αμοιβές ουδέν παρέχουν, πάντως, λεπτομερές στοιχείο ως προς τις παρασχεθείσες υπηρεσίες ή τον αριθμό των καταναλωθεισών ωρών, γεγονός που καθιστά δυσχερή την εξακρίβωση των δαπανών οι οποίες καταβλήθηκαν για τους σκοπούς των ανωτέρω διαδικασιών.
74 Πάντως, ανεξάρτητα από τις συνδεόμενες με τις εκ των προτέρων γνώσεις των δικηγόρων παραμέτρους που προαναφέρθηκαν στις σκέψεις 59 έως 70, τα αιτούμενα ποσά μπορούν να θεωρηθούν ως αντιστοιχούντα στο φόρτο εργασίας που συνεπήχθησαν ενδεχομένως οι επίδικες διαδικασίες. Άρα, τα έξοδα αυτά μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν ως απαραίτητα για τους σκοπούς των εν λόγω διαδικασιών.
75 Όσον αφορά τις σχετικά με τη διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως της 6ης Μαρτίου 2001 αμοιβές, το Πρωτοδικείο εκτιμά επίσης ότι, ανεξάρτητα από τις αφορώσες τις εκ των προτέρων γνώσεις των δικηγόρων παραμέτρους που εκτίθενται ανωτέρω στις σκέψεις 59 έως 70, οι αμοιβές αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως αντιστοιχούσες στο φόρτο εργασίας που συνεπήχθη ενδεχομένως η επίδικη διαδικασία. Άρα, τα έξοδα αυτά μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν ως απαραίτητα για τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας.
76 Όσον αφορά τα λοιπά, συνδεόμενα με τις τρεις διαδικασίες, έξοδα, η αιτούσα ζητεί, ιδίως, την επιστροφή των τραπεζικών εξόδων και των εξόδων ταξιδίων στο Λουξεμβούργο.
77 Σχετικά με τα απαντώντα στα τιμολόγια της 26ης Οκτωβρίου 1995 και 31ης Δεκεμβρίου 1999 τραπεζικά έξοδα, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι αυτά δεν αποδίδονται. Πράγματι, η αιτούσα δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει κατά πόσον τα έξοδα αυτά έπρεπε να θεωρηθούν ως απαραίτητα για τους σκοπούς της ενώπιον του κοινοτικού δικαστή διαδικασίας.
78 Σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου, το Πρωτοδικείο παρατηρεί ότι η αιτούσα ζητεί, ιδίως, την επιστροφή των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για ταξίδια στο Λουξεμβούργο στις 13 Οκτωβρίου 1994 και 18 Απριλίου 1995 προκειμένου να καταθέσει τα υπομνήματά της. Πράγματι, οι ανωτέρω ημερομηνίες αντιστοιχούν στην ημερομηνία καταθέσεως του δικογράφου της προσφυγής και την ημερομηνία της καταθέσεως του υπομνήματος απαντήσεως, αντίστοιχα, στα πλαίσια της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 1997. Ομοίως, σχετικά με την υπόθεση που κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως της 5ης Οκτωβρίου 1999, η αιτούσα ζητεί την επιστροφή των εξόδων για το ταξίδι στο Λουξεμβούργο της 22ας Δεκεμβρίου 1997, εξόδων τα οποία, όπως η ίδια ομολογεί, αντιστοιχούν στην κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του δικηγόρου Andrade.
79 Αφενός, όπως προκύπτει από το άρθρο 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε παρέκταση της προθεσμίας συναφώς και, αφετέρου, υφίστανται άλλα ασφαλή και προδήλως λιγότερο επαχθή μέσα διαβιβάσεως εγγράφων στον κοινοτικό δικαστή (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T-7/98 DEP, T-208/98 DEP και T-109/99 DEP, De Nicola κατά ΕΤΕ, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40).
80 Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι τα συγκεκριμένα έξοδα ταξιδίου δεν δύνανται να θεωρηθούν ως απαραίτητα.
81 Τα λοιπά έξοδα των οποίων η αιτούσα ζητεί την επιστροφή δεν αμφισβητούνται από την Επιτροπή και δύνανται ευλόγως να θεωρηθούν ως απαραίτητα.
Επί των διακυβευομένων οικονομικών συμφερόντων των διαδίκων εκ της διαφοράς
82 Όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύονταν, πρέπει να θεωρηθεί, υπό το φως των μη αμφισβητηθέντων από την Επιτροπή ούτε αντικρουσθέντων με τα έγγραφα της δικογραφίας ισχυρισμών της αιτούσας, ότι η έκβαση μιας τέτοιας διαφοράς ενείχε μεγάλη σημασία για την αιτούσα.
Σφαιρική εκτίμηση
83 Ενόψει του συνόλου των προηγηθεισών περιστάσεων, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι, καθορίζοντας το συνολικό ύψος των δυναμένων να αναζητηθούν από την αιτούσα εις βάρος της Επιτροπής για τις επίδικες υποθέσεις εξόδων στο ποσό των 34 260 ευρώ, προβαίνει σε δίκαιο υπολογισμό τους.
84 Ελλείψει αιτήσεως περί επιστροφής του μέρους των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι για τους σκοπούς της παρούσας δίκης περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων, παρέλκει η απόφανση επ’ αυτών.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
Το αποδοτέο εκ μέρους της Επιτροπής στην IPK-München συνολικό ποσό των δικαστικών εξόδων καθορίζεται σε 34 260 ευρώ.
Λουξεμβούργο, 13 Ιανουαρίου 2006.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
M. Jaeger
1* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy