ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 18ης Νοεμβρίου 1997 ( *1 )
Στην υπόθεση Τ-367/94,
British Coal Corporation, εταιρία αγγλικού δικαίου με έδρα το Λονδίνο, εκπροσωπούμενη από τους David Vaughan, QC, David Lloyd Jones, barrister, και Cyrus Menta, solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Loesch και Wolter, 11, rue Goethe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Julian Currall, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τη Rosemary Caudwell, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένη στην Επιτροπή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
National Association of Licensed Opencast Operators, εταιρία αγγλικού δικαίου με έδρα το Swindon (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τους Nicholas Green και Mark Hoskins, barristers, ενεργούντες κατ' εντολή των David Wilson, Alexander Dowie και Christopher Jobson, solicitors, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Victor Gillen, 13, rue Aldringen,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της σιωπηρής αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να απορρίψει την καταγγελία που υπέβαλε κατά της προσφεύγουσας στις 15 Ιουνίου 1994 η National Association of Licensed Opencast Operators,
TO ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από την V. Tiili, Πρόεδρο, και τους C P. Briët και Α. Potocki, δικαστές,
γραμματέας: Η. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 7 Ιουλίου 1997 η British Coal Corporation ζήτησε από το Πρωτοδικείο, βάσει του άρθρου 23 του Οργανισμού (ΕΚΑΧ) του Δικαστηρίου (στο εξής: Οργανισμός), το οποίο εφαρμόζεται επί του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 46 του Οργανισμού αυτού, καθώς και των άρθρων 64, παράγραφος 3, στοιχείο δ', και 65, στοιχείο β', του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, να διατάξει την Επιτροπή να γνωστοποιήσει ένα έγγραφο στην British Coal.
2
Πρόκειται περί του εγγράφου με το οποίο η Επιτροπή κάλεσε την National Association of Licensed Opencast Operators (εθνική ένωση των κατόχων άδειας εκμεταλλεύσεως υπαίθριων ανθρακωρυχείων, στο εξής: NALOO) να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του ενδεχομένου εκδόσεως αποφάσεως περί απορρίψεως της καταγγελίας που είχε υποβάλει στην Επιτροπή κατά της British Coal στις 15 Ιουνίου 1994.
3
Με την εν λόγω καταγγελία η NALOO είχε ισχυριστεί κυρίως ότι ήταν παράνομο, από την άποψη των άρθρων 4, στοιχείο δ', 65 και 66, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το τέλος που τα μέλη της κατέβαλλαν στην British Coal κατά το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 1973 μέχρι την 31η Μαρτίου 1990 για την εκμετάλλευση των ανθρακωρυχείων που ανήκαν στην British Coal.
4
Την 1η Αυγούστου 1994 η British Coal διατύπωσε τις παρατηρήσεις της επί της καταγγελίας, όπως της είχε ζητηθεί από την Επιτροπή. Με τις παρατηρήσεις της αυτές απαίτησε από την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης, να διαπιστώσει ότι δεν ήταν αρμόδια να εξετάσει την καταγγελία και, επικουρικά, να απορρίψει την καταγγελία αυτή για τυπικούς λόγους, χωρίς να την εξετάσει επί της ουσίας.
5
Με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1994 η Επιτροπή παρατήρησε κατ' ουσίαν ότι η British Coal δεν είχε το δικαίωμα να απαιτεί από την Επιτροπή την έκδοση αποφάσεως με ορισμένο περιεχόμενο και ότι η μη απόρριψη της καταγγελίας εντός της προθεσμίας που τάσσει η επιχείρηση την οποία αφορά η εν λόγω καταγγελία δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 35 της Συνθήκης.
6
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Νοεμβρίου 1994, η British Coal άσκησε, βάσει της τελευταίας διατάξεως που αναφέρθηκε ανωτέρω, προσφυγή ακυρώσεως της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως της Επιτροπής, της οποίας την ύπαρξη τεκμαίρεται η British Coal λόγω της παραλείψεως της Επιτροπής να απορρίψει ευθύς εξαρχής την καταγγελία της NALOO χωρίς να εξετάσει το βάσιμο της.
7
Με διάταξη της 24ης Μαρτίου 1997 ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος επέτρεψε στη NALOO να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
8
Το υπόμνημα παρεμβάσεως της NALOO πρωτοκολλήθηκε στις 9 Ιουνίου 1997 και το Πρωτοδικείο κάλεσε την British Coal και την Επιτροπή να διατυπώσουν επ' αυτού εγγράφως τις παρατηρήσεις τους.
9
Κατόπιν της καταθέσεως από την British Coal της παρούσας αιτήσεως προσκομίσεως εγγράφου, το Πρωτοδικείο κάλεσε την Επιτροπή και τη NALOO να διατυπώσουν εγγράφως τις παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως αυτής.
10
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στις 14 Ιουλίου 1997, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν θεωρούσε ότι ήταν υποχρεωμένη να γνωστοποιήσει στην British Coal, τουλάχιστον κατά το παρόν στάδιο της διαδικασίας, το έγγραφο που αφορούσε η εν λόγω αίτηση.
11
Με επιστολή της 21ης Ιουλίου 1997, η NALOO δήλωσε στο Πρωτοδικείο ότι δεν είχε αντίρρηση για τη γνωστοποίηση του επίμαχου εγγράφου στην British Coal.
12
Η British Coal, προς στήριξη της αιτήσεως προσκομίσεως του εγγράφου, ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το έγγραφο της Επιτροπής παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την επιχειρηματολογία στην οποία στηρίζεται η προσφυγή, καθόσον με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή λαμβάνει προσωρινά θέση επί του ζητήματος αν θα δώσει συνέχεια στην καταγγελία της NALOO ή θα την απορρίψει και παραθέτει τη σχετική αιτιολογία.
13
Δεύτερον, η British Coal θα πρέπει υποχρεωτικά να γνωρίζει, προκειμένου να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος παρεμβάσεως της NALOO, την τελευταία άποψη που έχει διαμορφώσει η Επιτροπή, ώστε να μπορέσει να την εξετάσει και να πληροφορήσει το Πρωτοδικείο για την τύχη που επιφυλάσσεται επί του παρόντος στην καταγγελία.
14
Τρίτον, η αρχή της ισότητας των όπλων απαιτεί τη γνωστοποίηση του εγγράφου στην British Coal. Αν δεν πραγματοποιηθεί η γνωστοποίηση αυτή, ενδέχεται η British Coal και η Επιτροπή να διατυπώσουν παρατηρήσεις επί διαφορετικής βάσεως η καθεμία και είναι πιθανό η Επιτροπή να εξετάσει με τις παρατηρήσεις της το έγγραφο αυτό. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Επιτροπή μετέβαλε επανειλημμένα άποψη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αν η British Coal δεν λάβει γνώση του επίμαχου εγγράφου, ενδέχεται να αφιερώσει πολύ χρόνο για να αναλύσει μια άποψη που είναι πιθανό ότι η Επιτροπή δεν υποστηρίζει πλέον.
15
Τέταρτον, το επίδικο έγγραφο, όπως ακριβώς και ένα έγγραφο του 1995 με το οποίο η Επιτροπή δήλωνε επίσης ότι θεωρούσε πιθανή την απόρριψη της καταγγελίας της NALOO, επιβεβαιώνει την ορθότητα της απόψεως της British Coal ότι η Επιτροπή μπορούσε και έπρεπε να απορρίψει ευθύς εξαρχής την καταγγελία της NALOO. Αν το Πρωτοδικείο επιτρέψει στην Επιτροπή να μη γνωστοποιήσει το περιεχόμενο του εγγράφου που αφορά η παρούσα αίτηση προσκομίσεως, η British Coal θα στερηθεί την τελευταία ευκαιρία που έχει να διατυπώσει εγγράφως παρατηρήσεις επί του εγγράφου αυτού.
16
Τέλος, η British Coal προβάλλει ως πέμπτο επιχείρημα το γεγονός ότι η Επιτροπή θα αναγκαστεί ούτως ή άλλως να προσκομίσει το έγγραφο αυτό κατά την παρούσα διαδικασία και ότι δεν υφίσταται κανείς βάσιμος λόγος να μην προσκομισθεί το έγγραφο αυτό αμέσως.
17
Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν επιτρέπεται να αναγκασθεί να γνωστοποιήσει το έγγραφο στην British Coal, αφού το έγγραφο αυτό δεν καταλέγεται μεταξύ των «εγγράφων των σχετικών με την υπόθεση» που φέρεται ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπό την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να δοθεί στον κοινοτικό δικαστή η δυνατότητα να λάβει γνώση των εγγράφων που αφορούν την πράξη ή την παράλειψη που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή μόνο των εγγράφων που υφίσταντο κατά τον χρόνο της επικρινόμενης πράξεως ή παραλείψεως.
18
Στη συνέχεια η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η ευχέρεια της British Coal να απαντήσει στο υπόμνημα παρεμβάσεως της NALOO δεν συνίσταται στην εξέταση του επίδικου εγγράφου, αλλά στη διατύπωση παρατηρήσεων επί του υπομνήματος παρεμβάσεως, το αντικείμενο του οποίου οριοθετείται από το αντικείμενο της διαφοράς. Αν η Επιτροπή απορρίψει την καταγγελία της NALOO, η British Coal θα το πληροφορηθεί, οπότε θα είναι σε θέση να αναπτύξει τα επιχειρήματά της. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή η British Coal δεν θα έχει πλέον έννομο συμφέρον, αφού θα έχει επιτύχει το αποτέλεσμα στο οποίο ακριβώς αποσκοπεί η παρούσα προσφυγή.
19
Κατά την Επιτροπή, το ίδιο το γεγονός ότι η British Coal θα πληροφορηθεί την τελική θέση που θα λάβει η Επιτροπή, όποια και αν είναι αυτή, δεν αποτελεί λόγο κοινοποιήσεως, κατά το παρόν στάδιο της διαδικασίας, ενός εγγράφου του οποίου αποδέκτης είναι τρίτος, αφού επί του παρόντος δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι το έγγραφο αυτό θα καταλήξει σε οριστική απόφαση περί απορρίψεως της καταγγελίας. Όταν η Επιτροπή προτίθεται αρχικά να μη δώσει συνέχεια σε μια καταγγελία, ο καταγγέλλων και μόνον έχει τη δυνατότητα να προσπαθήσει να επηρεάσει την εκδοθησόμενη απόφαση.
20
Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η British Coal γνωρίζει την άποψη της NALOO, τα επιχειρήματά της, ακόμη και τα επιχειρήματα των επιχειρήσεων των οποίων απορρίφθηκε η αίτηση παρεμβάσεως. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, η British Coal είναι κάλλιστα σε θέση να διατυπώσει παρατηρήσεις επί του ανακύψαντος ζητήματος. Το γεγονός ότι η British Coal προτίθεται, καθώς φαίνεται, να χρησιμοποιήσει το επίδικο έγγραφο για να διατυπώσει παρατηρήσεις επί ζητημάτων που δεν έχουν υποβληθεί στην κρίση του Πρωτοδικείου αποτελεί ακριβώς λόγο να μη της γνωστοποιηθεί το έγγραφο αυτό.
21
Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει καταρχάς ότι, κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού, όταν ασκείται προσφυγή κατά αποφάσεως οργάνου της Κοινότητας, το όργανο αυτό υποχρεούται να διαβιβάσει στο Πρωτοδικείο όλα τα έγγραφα τα σχετικά με την υπόθεση που φέρεται ενώπιον του.
22
Εξάλλου, το άρθρο 64, παράγραφος 3, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει, ως ένα από τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, την προσκόμιση εγγράφων ή οποιουδήποτε στοιχείου που έχει σχέση με την υπόθεση.
23
Τέλος, το άρθρο 65, στοιχείο β', του Κανονισμού Διαδικασίας αναφέρει την προσκόμιση των εγγράφων μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που μπορεί να καθορίσει το Πρωτοδικείο.
24
Αρκεί πάντως η διαπίστωση ότι το έγγραφο του οποίου ζητείται εν προκειμένω η προσκόμιση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως στοιχείο ή έγγραφο υπό την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ol οποίες αφορούν μόνο τα έγγραφα που έχουν σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της διαφοράς.
25
Η British Coal όμως αμφισβητεί τη νομιμότητα μόνο της τεκμαιρομένης σιωπηρής αρνήσεως της Επιτροπής να απορρίψει ευθύς εξαρχής την καταγγελία της NALOO χωρίς προηγουμένως να εξετάσει το βάσιμό της.
26
Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής που παρατέθηκαν ανωτέρω, η Επιτροπή προτίθεται να εκδώσει την τελική απόφαση επί της καταγγελίας της NALOO μόνον αφού προηγουμένως εξετάσει την εν λόγω καταγγελία, το δε επίδικο έγγραφο αποτελεί ένα από τα στάδια της εξετάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, το ζήτημα της νομιμότητας της ενδεχόμενης ρητής αποφάσεως περί απορρίψεως της καταγγελίας διαφέρει οπωσδήποτε, εξ ορισμού, από το ζήτημα της νομιμότητας της ληφθείσας ήδη σιωπηρής αποφάσεως περί αρνήσεως απορρίψεως της καταγγελίας και συνεπώς δεν εμπίπτει στο αντικείμενο της παρούσας διαφοράς.
27
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η British Coal ουδόλως απέδειξε ότι το έγγραφο του οποίου ζήτησε την προσκόμιση έχει κρίσιμη σημασία για την επίλυση της παρούσας διαφοράς.
28
Κατά συνέπεια, η αίτηση της πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση της προσφεύγουσας περί προσκομίσεως του εγγράφου με το οποίο η Επιτροπή καλεί τη National Association of Licensed Opencast Operators να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του ενδεχομένου εκδόσεως αποφάσεως περί απορρίψεως της καταγγελίας της.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 18 Νοεμβρίου 1997.
Ο Γραμματέας
Η. Jung
Η Πρόεδρος
V. Tiili
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy