ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
FENNELLY
της 12ης Οκτωβρίου 1995 ( *1 )
1.
Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η καθυστέρηση στην επιστροφή του φόρου προστιθεμένης αξίας στους υποκείμενους στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ισπανία. Το γεγονός αυτό ούτε αμφισβητήθηκε ούτε απετέλεσε το αντικείμενο αλληλοσυγκρουμένων απόψεων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
2.
Η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ και ζητεί:
—
να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας,
α)
μη τηρώντας την προθεσμία των έξι μηνών για την επιστροφή του φόρου προστιθεμένης αξίας στους υποκειμένους στο φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 7, παράγραφος 4, της όγδοης οδηγίας του Συμβουλίου 79/1072/ΕΟΚ, της 6ης Δεκεμβρίου 1979, σχετικά με τον τρόπο επιστροφής του φόρου προστιθεμένης αξίας στους υποκειμένους στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας·
β)
μη εκπληρώνοντας το καθήκον συνεργασίας των κρατών μελών όπως επιβάλλεται από το άρθρο 5 της Συνθήκης
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη
—
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
3.
Το άρθρο 7, παράγραφος 4, της όγδοης οδηγίας του Συμβουλίου 79/1072/ΕΟΚ (στο εξής: η όγδοη οδηγία) ( 1 ) προβλέπει τα εξής:
«Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων επιστροφής πρέπει να κοινοποιούνται, εντός προθεσμίας έξι μηνών μετά την ημερομηνία υποβολής, στην προβλεπόμενη στην παράγραφο 3 αρμόδια υπηρεσία, των αιτήσεων αυτών συνοδευόμενων από όλα τα έγγραφα τα απαιτούμενα από την παρούσα οδηγία προκειμένου να εξεταστεί η αίτηση. Η επιστροφή πρέπει να λάβει χώρα πριν από την εκπνοή της προαναφερθείσης προθεσμίας, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, είτε στο κράτος μέλος επιστροφής είτε στο κράτος όπου αυτός είναι εγκατεστημένος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι τραπεζικές δαπάνες αποστολής βαρύνουν τον ενδιαφερόμενο.
Οι αποφάσεις απορρίψεως πρέπει να αιτιολογούνται. Δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους για το οποίο πρόκειται σύμφωνα με τις διατυπώσεις και τις προθεσμίες που προβλέπονται για τις αιτούμενες επιστροφές από τους υποκειμένους στον φόρο τους εγκατεστημένους στο κράτος αυτό.»
4.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, καταρχήν, οι διατάξεις της όγδοης οδηγίας μεταφέρθηκαν ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο με το βασιλικό διάταγμα υπ' αριθ. 1624/92 ( 2 ). Οι επικρίσεις της μάλλον αφορούν τον βαθμό που οι διατάξεις της οδηγίας αυτής, καίτοι έχουν τυπικώς μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία, εφαρμόζονται στην πράξη. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής οφείλονται στο γεγονός ότι, από το 1991 και εξής, έχει λάβει πολυάριθμες καταγγελίες από εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεις σύμφωνα με τις οποίες παρατηρούνται συνήθως σημαντικές καθυστερήσεις όσον αφορά επιστροφές εντός της περιόδου των έξι μηνών, καθυστερήσεις οι οποίες είναι δυνατόν, ενίοτε, να φθάνουν τους δώδεκα μήνες. Προβάλλεται επίσης, ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι ισπανικές φορολογικές αρχές παραμελούν ακόμα και να ενημερώνουν τους οικείους αιτούντες, οι οποίοι δεν έτυχαν επιστροφών εντός της περιόδου των έξι μηνών, σχετικά με την πρόοδο εξετάσεως των σχετικών φακέλων.
5.
Ενόψει αυτής της προφανούς παραλείψεως συμμορφώσεως προς τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, της όγδοης οδηγίας, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης. Με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1992 εκλήθη η Ισπανική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τις καθυστερήσεις αυτές εντός δύο μηνών. Κατόπιν αιτήματος των ισπανικών αρχών, η προθεσμία αυτή παρατάθηκε από την Επιτροπή μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου 1993.
6.
Ελλείψει οποιασδήποτε ρητής απαντήσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως στο ανωτέρω έγγραφο, η Επιτροπή, στις 28 Μαρτίου 1994, απέστειλε, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, αιτιολογημένη γνώμη ζητώντας από το Βασίλειο της Ισπανίας να συμμορφωθεί προς αυτή εντός δύο μηνών. Μη λαμβάνοντας καμιά απάντηση στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη εντός της προθεσμίας των δύο μηνών, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 18 Ιανουαρίου 1995.
7.
Ύστερα από την έγγραφη διαδικασία, το Δικαστήριο αποφάσισε, με τη ρητή συναίνεση των διαδίκων σύμφωνα με την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 44α του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι δεν συντρέχει ανάγκη διεξαγωγής της προφορικής διαδικασίας.
8.
Βάσει των αριθμητικών στοιχείων που παρέσχον οι ισπανικές αρχές στο πλαίσιο ανεπισήμου συναντήσεως με τους εκπροσώπους της Επιτροπής στις 14 Ιουλίου 1993, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, από το 1990, εκκρεμούν, στα τέλη κάθε έτους, περισσότεροι από 5000 φάκελοι ενώ ο σχετικός αριθμός για το 1993 έφτασε τους 5479 φακέλους από τους οποίους οι 4915 αφορούσαν υποκειμένους στο φόρο έχοντες την κατοικία τους στην Κοινότητα. Σύμφωνα με τα παρασχεθέντα στοιχεία σχετικά με τους κατοίκους της Κοινότητας, σε περισσότερες από 400 περιπτώσεις οι επιστροφές δεν πραγματοποιήθηκαν εντός της περιόδου των έξι μηνών.
9.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από τα στοιχεία αυτά καταδεικνύεται ότι το Βασίλειο της Ισπανίας προδήλως παρέλειψε να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 7, παράγραφος 4, της όγδοης οδηγίας. Συναφώς, το εν λόγω κοινοτικό όργανο αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 3 ), όπου η Ιταλική Δημοκρατία υπέστη κυρώσεις για παρόμοια παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με την Επιτροπή, με την υπόθεση αυτή έχει σαφώς καθιερωθεί η αρχή ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβάλλουν ελλείψεις της διοικητικής τους οργανώσεως προκειμένου να απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την όγδοη οδηγία.
10.
Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν αμφισβητεί τη γενομένη παράβαση. Προς άμυνα του, επισημαίνει τις σημαντικές προσπάθειες που καταβάλλει επί αρκετά έτη για να συμμορφωθεί προς τις επιταγές της όγδοης οδηγίας σχετικά με την εξέταση των αιτήσεων για επιστροφές εντός της περιόδου των έξι μηνών. Το εν λόγω Βασίλειο ισχυρίζεται ότι από πρόσφατες στατιστικές αποδεικνύεται ότι οι προσπάθειες αυτές έχουν καρποφορήσει με αποτέλεσμα οι μέγιστες καθυστερήσεις να φθάνουν σήμερα μόνο τους δυόμισι μήνες ενώ ο μέσος όρος των καθυστερήσεων είναι 52ημέρες ( 4 ). Ισχυρίζεται επίσης ότι η παρούσα κατάσταση διαφέρει από αυτήν που εξέτασε το Δικαστήριο με την απόφαση του στην ιταλική υπόθεση: ενώ στην περίπτωση εκείνη η μη συμμόρφωση προς την προβλεπόμενη από την όγδοη οδηγία προθεσμία ήταν συστηματική, στην υπό κρίση περίπτωση οι καθυστερήσεις στις καταβολές είναι περιστασιακές και οριακές και επηρεάζουν μικρό μόνο ποσοστό φακέλων, συγκεκριμένα 11,4 %, και ότι τα ποσοτικά αποτελέσματα των καθυστερήσεων, τόσο χρονικώς όσο και αριθμητικώς, είναι ασήμαντα.
11.
Επίσης, η Επιτροπή ισχυρίστηκε αρχικώς ότι η απροθυμία για συνεργασία των ισπανικών αρχών, δοθέντος ότι αυτές δεν απάντησαν ρητώς ούτε στο αρχικό έγγραφο ούτε στην αιτιολογημένη γνώμη ούτε, άλλωστε, γνωστοποίησαν με προθυμία, πριν από τη συνάντηση της 14ης Ιουλίου 1993, τα στοιχεία που είχε ζητήσει η Επιτροπή σε σχέση με τη διοικητική τους πρακτική, συνιστούν παράβαση, εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας, του καθήκοντος του συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης. Η Ισπανική Κυβέρνηση διέψευσε, με το υπόμνημα της αντικρούσεως, τον ισχυρισμό αυτό. Επικαλέστηκε τις ανεπίσημες επαφές που είχε με την Επιτροπή, και, ειδικότερα, τη συνάντηση της 14ης Ιουλίου 1993, ως απόδειξη της συνεργασίας της κατά τη διάρκεια της προδικαστικής φάσεως της υπό κρίση υποθέσεως.
12.
Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή αντικρούει τον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως σχετικά με τον ανεπίσημο τρόπο κατά τον οποίο συνεργάστηκε με την Επιτροπή πριν από την ένδικη φάση της υπό κρίση υποθέσεως. Επιπλέον, ενόψει του αριθμού των εκκρεμουσών αιτήσεων, των καθυστερήσεων στην εξέταση τους και του σχετικού εν προκειμένω μεγέθους, η Επιτροπή αντικρούει τον ισπανικό ισχυρισμό ότι ύστερα από το 1993 έχει σημειωθεί σημαντική βελτίωση. Παρ' όλ' αυτά, η Επιτροπή, ενόψει των διευκρινίσεων που παρέσχε η Ισπανική Κυβέρνηση προς άμυνά της, δήλωσε ότι δεν συντρέχει πλέον λόγος να εμμείνει στον ισχυρισμό της σχετικά με παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης.
13.
Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την κάθε άλλο παρά ενθουσιώδη ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή, με το υπόμνημά της απαντήσεως, σχετικά με τα πρόσφατα αριθμητικά στοιχεία που η εν λόγω κυβέρνηση προέβαλε προς άμυνά της. Καίτοι εμμένει στο επίσημο αίτημά της ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, επισημαίνει την εκ μέρους της Επιτροπής αναγνώριση των προσπαθειών της για την πλήρη συμμόρφωση προς τις επιταγές της όγδοης οδηγίας και δηλώνει την πρόθεση της όχι μόνο να συνεχίσει αλλά και να εντείνει τις προσπάθειες αυτές.
14.
Η επιβαλλομένη από το άρθρο 7, παράγραφος 4, της όγδοης οδηγίας υποχρέωση είναι ανυπέρθετη. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν την πλήρη και ακριβή εφαρμογή των διατάξεων κάθε οδηγίας ( 5 ). Εξ αυτού έπεται, κατά τη γνώμη μου, ότι ένα κράτος μέλος δεν πρέπει να επιδιώκει την ελαχιστοποίηση της παραλείψεως του να συμμορφωθεί πλήρως και ακριβώς προς τις ανεπίδεκτες παρερμηνείας υποχρεώσεις μιας οδηγίας αναφερόμενο στον αριθμό των περιπτώσεων, έστω και αν αυτές αποτελούν την πλειονότητα, κατά τις οποίες οι εθνικές αρχές συμμορφώθησαν προς τις σχετικές διατάξεις. Μπορεί κάλλιστα, ιδιαίτερα υπό το φως των βελτιώσεων που επινέχθησαν, οι ισπανικές καθυστερήσεις όσον αφορά επιστροφές σε φορολογουμένους που δεν κατοικούν εκεί να μη συνιστούν συστηματική παράλειψη συμμορφώσεως προς τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, της όγδοης οδηγίας. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή έχει αναμφισβήτητα δίκαιο υποστηρίζοντας ότι μια καθυστέρηση επιστροφών 50 έως 60ημέρες πέραν της επιτρεπομένης αναφορικά με έναν όχι ασήμαντο αριθμό αξιώσεων δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως πρόδηλη παράβαση από το Βασίλειο της Ισπανίας του άρθρου αυτού.
15.
Η γνώμη μου είναι ότι το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να καταδικαστεί, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, στα έξοδα της δίκης αυτής. Μολονότι η Επιτροπή αποφάσισε, στη συνέχεια, να μην εμμείνει σε ένα από τα αρχικά της αιτήματα προς το Δικαστήριο και μολονότι το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε να φέρει μόνον τα δικά του δικαστικά έξοδα, δεν θεωρώ ότι η Επιτροπή ενήργησε χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως, κατά την έννοια του άρθρου 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, ασκώντας την υπό κρίση προσφυγή. Πριν από τη λογικό-τατη απόφαση της Επιτροπής να παραιτηθεί του αιτήματός της αναφορικά με το άρθρο 5 της Συνθήκης, ούτε όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με τις προ του Ιουλίου 1993 καθυστερήσεις σχετικά με την εκ μέρους των ισπανικών αρχών χορήγηση στοιχείων ούτε όσον αφορά την παράλειψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως να απαντήσει επισήμως στην Επιτροπή καθ' οποιοδήποτε στάδιο της προδικαστικής φάσεως της υπό κρίση υποθέσεως παρασχέθηκαν πειστικές εξηγήσεις.
Συμπέρασμα
16.
Κατόπιν των ανωτέρω, η γνώμη μου είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1)
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας,
—
μη τηρώντας την προθεσμία των έξι μηνών για την επιστροφή του φόρου προστιθεμένης αξίας στους υποκείμενους στον φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας, όπως επιβάλλει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της όγδοης οδηγίας 79/1072/ΕΟΚ, της 6ης Δεκεμβρίου 1979, σχετικά με τον τρόπο επιστροφής του φόρου προστιθεμένης αξίας στους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη
2)
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 111.
( 2 ) Οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 4, μεταφέρθηκαν οτο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 31 του διατάγματος αυτού, το οποίο χρονολογείται από τις 29 Δεκεμβρίου 1992.
( 3 ) Απόφαση της 3ης Ιουνίου 1992, υπόθεση C-287/91, Συλλογή 1992, σ. I-3515.
( 4 ) Τα στατιστικά στοιχεία που παραθέτει το Βασίλειο της Ισπανίας στο υπόμνημα αντικρούσεως καλύπτουν το χρονικό διάστημα μέχρι 20 Φεβρουαρίου 1995.
( 5 ) Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1980, στις υποθέσεις 91/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1980/1, σ. 589, σκέψη 6), και 92/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1980/1, σ. 593, σκέψη 6).
Full & Egal Universal Law Academy