ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ANTONIO LA PERGOLA
της 9ης Νοεμβρίου 1995 ( *1 )
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 18 Ιανουαρίου 1995, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ, επειδή δεν θέσπισε εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση της προς τις ακόλουθες οδηγίες:
—
οδηγία 91/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τη διάθεση στην αγορά ζώων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας ( 1 ),
—
οδηγία 91/628/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και για την τροποποίηση των οδηγιών 90/425/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ ( 2 ),
—
οδηγία 92/35/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1992, για τη θέσπιση των κανόνων ελέγχου και των μέτρων καταπολέμησης της πανώλους των ίππων ( 3 ).
2.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως η Γαλλική Δημοκρατία επισήμανε ότι είχε προβεί εν τω μεταξύ, με την έκδοση μιας αποφάσεως στις 26 Ιανουαρίου 1995, στη μεταφορά της οδηγίας 91/67/ΕΟΚ στη γαλλική νομοθεσία. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη μεταφορά αυτή της οδηγίας στο γαλλικό δίκαιο και, κατόπιν αυτού, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι παραιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Κανονισμού Διαδικασίας, από την προσφυγή, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβάσεως της οδηγίας 91/67/ΕΟΚ ( 4 ).
3.
Συναφώς αρκεί η παρατήρηση ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτεται σχετικά με την παράλειψη μεταφοράς των οδηγιών 91/628/ΕΟΚ και 92/35/ΕΟΚ στο γαλλικό δίκαιο. Με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε, η Γαλλική Κυβέρνηση αρκέστηκε να τονίσει ότι εκπονούνται ήδη κανονιστικές αποφάσεις για την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας προς τις προαναφερθείσες δύο οδηγίες, πράγμα όμως που, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 5 ), δεν αποτελεί λόγο απαλλαγής από την κατηγορία περί παραβάσεως.
4.
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή, καθόσον αφορά την παράβαση των οδηγιών 91/628/ΕΟΚ και 92/35/ΕΟΚ, και να καταδικάσει το καθού κράτος μέλος στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφοι 2 και 5, του Κανονισμού Διαδικασίας.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ L 46 της 19ης Φεβρουαρίου 1991, σ. 1.
( 2 ) ΕΕ L 340 της 11ης Δεκεμβρίου 1991, σ. 17.
( 3 ) ΕΕ L 157 της 10ης Ιουνίου 1992, σ. 19.
( 4 ) Στην παρούσα περίπτωση πρόκειται ακριβέστερα για μερική παραίτηση από το δικόγραφο της προσφυγής, η οποία δεν προβλέπεται στο άρθρο 78 του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο φαίνεται, αντίθετα, να προβλέπει μόνο την παραίτηση από τη δίκη στο σύνολο της. Πράγματι, η παραίτηση από τη δίκη έχει ως αποτέλεσμα «τη διαγραφή της υποθέσεως από το Πρωτόκολλο». Το Δικαστήριο όμως έχει δεχθεί με προηγούμενες αποφάσεις του (βλ., ως τελευταία απόφαση, την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1995 στην υπόθεση C-257/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1995, σ. I-3041) ότι οι διάδικοι μπορούν να προβαίνουν σε τέτοια μερική παραίτηση. Η παροχή αυτής της δυνατότητας δικαιολογείται από την ύπαρξη διαφοράς μεταξύ του τυπικού αιτήματος, το οποίο συνίσταται στο ενιαίο αίτημα περί αναγνωρίσεως της παραβάσεως, το οποίο υποβάλλεται με μία και μόνη προσφυγή, έστω και αν το αίτημα αυτό αφορά πλείονες παραβάσεις, και του ουσιαστικού αιτήματος, το οποίο αποκρυσταλλώνεται στη συνύπαρξη, στην πράξη, πλειόνων παραλλήλων προσφυγών λόγω παραβάσεως, οι οποίες έχουν συγκεντρωθεί τυπικά σε ένα μόνο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, αλλά απορρέουν από διαφορετική κάθε μία αιτία και έχουν συνεπώς δικονομική αυτοτέλεια.
( 5 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την απόφαση της 6ης Απριλίου 1995 στην υπόθεση C-147/94, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1995, σ. I-1015).
Full & Egal Universal Law Academy