Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Τα υποβληθέντα από το High Court of Justice (Bristol Mercantile Court), με διάταξη της 20ής Ιανουαρίου 1995, προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το κύρος ορισμένων διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τον υγειονομικό έλεγχο βοείου κρέατος.
2 Η υπόθεση που αποτελεί την αιτία για την υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο έχει εν ολίγοις ως εξής:
Το Woodspring District Council (στο εξής: Woodspring), ενάγον της κύριας δίκης, αποτελεί τοπική αρχή της νοτιοδυτικής Αγγλίας. Η Bakers of Nailsea Ltd (στο εξής: Bakers), εναγομένη στην ίδια διαφορά, είναι εταιρία έχουσα στην κυριότητά της ένα σφαγείο στο Nailsea, μικρή πόλη κείμενη στην περιφέρεια του Woodspring.
Σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία (1), στις εγκαταστάσεις της εναγομένης μετέβαινε τακτικώς κτηνίατρος προκειμένου να διενεργεί τις απαιτούμενες υγειονομικές επιθεωρήσεις. Τα σχετικά με αυτές τις υπηρεσίες έξοδα χρεώνονταν στο ενάγον, το οποίο, στη συνέχεια, τα μετακύλιε, με τη σειρά του, στην εναγομένη, με την ίδια τιμή. Ωστόσο, η Bakers αρνήθηκε να καταβάλει τα εν λόγω ποσά ισχυριζόμενη, ενώπιον του εθνικού δικαστή, ότι είναι ανίσχυρες οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις. Ειδικότερα, αμφισβήτησε τη νομιμότητα της διατάξεως κατά την οποία οι εν λόγω έλεγχοι πρέπει να γίνονται από κτηνίατρο καθώς και άλλων κανόνων όπως αυτών που προβλέπουν τη διενέργεια επιθεωρήσεων ante mortem (πριν από τη σφαγή), και την μετακύλιση του κόστους στον εκμεταλλευόμενο το σφαγείο. οΟπως ήταν επόμενο, ο οικείος εθνικός δικαστής υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, δικαιούται ένας ιδιώτης να επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα άρθρα 39 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και/ή στις γενικές αρχές περί αναλογικότητας και ίσης μεταχειρίσεως προκειμένου να αμφισβητήσει το κύρος διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας;
2) Είναι η οδηγία 64/433/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 91/497/EΟΚ, ανίσχυρη ενόψει των άρθρων 39 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και της γενικής αρχής της αναλογικότητας, κατά το μέτρο που επιβάλλει και/ή επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαιτούν όπως οι διενεργούμενες στα σφαγεία υγειονομικές επιθεωρήσεις πραγματοποιούνται από κτηνιάτρους και/ή κατά το μέτρο που επιβάλλει τη διενέργεια πριν από τη σφαγή επιθεωρήσεων;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2:
α) Τι συμβαίνει σε περίπτωση που πρέπει να υφίσταται κάποιος χρονικός περιορισμός όσον αφορά αυτό το ανίσχυρο και/ή τα αποτελέσματά του;
β) Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, απαγορεύει το κοινοτικό δίκαιο στην αρμόδια εθνική αρχή να θέσει σ' εφαρμογή διάταξη της εσωτερικής νομοθεσίας που ορίζει ότι οι διενεργούμενες στα σφαγεία υγειονομικές επιθεωρήσεις πραγματοποιούνται από κτηνιάτρους ή υπό τον έλεγχό τους, τη στιγμή που η διάταξη αυτή σκοπεί ρητώς να θέσει σ' εφαρμογή την οδηγία 64/433/EΟΚ, όπως έχει τροποποιηθεί, συγχρόνως όμως έχει ή δηλώνει ότι έχει και άλλη, ανεξάρτητη κατά το εσωτερικό δίκαιο, νομική βάση;
4) Αντιβαίνει προς τα άρθρα 39 και/ή 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ ή προς τις γενικές αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και/ή της αναλογικότητας η επιβάρυνση του σφαγείου εντός του οποίου πρόκειται να σφαγούν τα ζώα, με το κόστος των υγειονομικών επιθεωρήσεων που διενεργούνται από τους κτηνιάτρους επί των ζώων που προορίζονται για σφαγή;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
3 Με το πρώτο ερώτημα ζητείται, κατ' ουσίαν, να κριθεί αν μπορεί ένας ιδιώτης, ο οποίος αμφισβητεί το κύρος διατάξεως κοινοτικού δικαίου, να επικαλεστεί παράβαση των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης καθώς και των γενικών αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας.
Η γνώμη μου είναι ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Πράγματι, δεν βλέπω τι θα εμπόδιζε το Δικαστήριο να εκτιμήσει το κύρος μιας κοινοτικής διατάξεως, η οποία αφορά άμεσα τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου, υπό το πρίσμα των προμνημονευθέντων θεμελιωδών κανόνων. Επομένως, το ζήτημα αυτό δεν χρήζει περαιτέρω αναλύσεως.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
4 Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους των κοινοτικών διατάξεων που επιβάλλουν την παρέμβαση κτηνιάτρου κατά τις υγειονομικές επιθεωρήσεις καθώς και άλλων διατάξεων που επιτάσσουν τον ante mortem έλεγχο του ζώου που πρόκειται να σφαγεί (2).
Η Bakers υποστηρίζει ότι οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες λόγω του ότι το Συμβούλιο τις θέσπισε κατά κατάχρηση της διακριτικής του εξουσίας. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ούτε η ιδιότητα του κτηνιάτρου ούτε η υποχρέωση διενεργείας ante mortem επιθεωρήσεως σκοπούν στην εξυπηρέτηση των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής που μνημονεύονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης.
Δεν βρίσκω το επιχείρημα αυτό πειστικό. Καταρχάς, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η επιδίωξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει σε άλλες περιπτώσεις (3), δεν μπορεί να γίνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη απαιτήσεις γενικού συμφέροντος όπως η προστασία των καταναλωτών ή της υγείας των προσώπων και των ζώων. νΟμως, οι εξεταζόμενες εν προκειμένω διατάξεις ανταποκρίνονται ακριβώς στους σκοπούς αυτούς. Και η μία και η άλλη αποβλέπουν στη διασφάλιση ορθής και έγκαιρης διαγνώσεως ενδεχομένων ασθενειών που καθιστούν το κρέας ακατάλληλο προς κατανάλωση και τούτο προς ικανοποίηση των επιτακτικών απαιτήσεων δημόσιας υγείας και προστασίας του καταναλωτή. Επιπλέον, η θέσπιση του κατάλληλου συστήματος υγειονομικού ελέγχου των κρεάτων συντελεί αποφασιστικά στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης της αγοράς στην ποιότητα και στην καλή υγειονομική κατάσταση του προϋόντος. Εξάλλου, αυτή η ενισχυμένη εμπιστοσύνη δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται αύξηση της καταναλώσεως και, ως εκ τούτου, του όγκου των εμπορικών συναλλαγών και της παραγωγής. Κατ' αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνονται οι θεμελιώδεις στόχοι που προβλέπονται στο άρθρο 39, συγκεκριμένα η αύξηση της παραγωγικότητας, η ορθολογική ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής, η διασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου για τον γεωργικό πληθυσμό και η εξασφάλιση του εφοδιασμού.
5 Η Bakers ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι αμφισβητούμενες εν προκειμένω διατάξεις είναι αντίθετες προς την αρχή της αναλογικότητας. Η παρέμβαση κτηνιάτρου, ισχυρίζεται η εν λόγω εταιρία, είναι αδικαιολόγητη και υπερβολική εφόσον η παθολογική κατάσταση του προοριζομένου να σφαγεί ζώου θα μπορούσε επίσης να διαγνωσθεί αποτελεσματικώς από άλλα πρόσωπα διαθέτοντα την κατάλληλη πείρα. Εξάλλου, εξίσου δυσανάλογη είναι η υποχρέωση πραγματοποιήσεως ante mortem επιθεωρήσεως, αφ' ης στιγμής η καλή υγειονομική κατάσταση του κρέατος λογίζεται ως αρκούντως διασφαλιζομένη με την post mortem (μετά τη σφαγή) επιθεώρηση.
Δεν προκύπτει σαφώς σε ποιο βαθμό η αιτίαση αυτή διαφέρει από αυτήν που εξέτασα ανωτέρω. Σε τελευταία ανάλυση, επικαλούμενη το δυσανάλογο των επιτασσομένων μέτρων, η Bakers επιδιώκει επίσης να διατυπώσει εν προκειμένω την αιτίαση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης υπερέβη, κατά την άσκηση των διακριτικών του εξουσιών, τα όρια που η Συνθήκη του επιβάλλει. Ωστόσο, ούτε το επιχείρημα αυτό, έστω και αν υποτεθεί ότι θα μπορούσε να εξεταστεί χωριστά, μπορεί να γίνει δεκτό. Οι διατάξεις της οδηγίας, όπως επισήμανα ανωτέρω, διαπνέονται από τον σκοπό που συνίσταται στη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και την προώθηση του εμπορίου και της καταναλώσεως κρέατος. Για τον σκοπό αυτό, έχει προβλεφθεί ότι οι υγειονομικές επιθεωρήσεις των ζώων γίνονται από πρόσωπο που διαθέτει όλα τα σχετικά προσόντα αλλά και προπάντων, για να εκφραστώ πιο παραστατικά, έχει τον φυσικό προορισμό να τις πραγματοποεί, δηλαδή από τον κτηνίατρο. Για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι μια τέτοια επιλογή προσφέρεται για κριτική, και τούτο για τον μείζονα λόγο ότι η επίδικη ρύθμιση εντάσσεται στο πλαίσιο της καταργήσεως των υγειονομικών ελέγχων στα σύνορα, ελέγχων που διενεργούνται στο εξής εντός του κράτους μέλους αποστολής και δεν μπορούν να επαναλαμβάνονται στο κράτος μέλος προορισμού. Για τον λόγο αυτό επίσης, είναι ουσιώδες να ανατίθενται οι έλεγχοι σε πρόσωπα με ειδικά προσόντα. αΟπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 64/433 «(...) η χορήγηση πιστοποιητικού καταλληλότητας, το οποίο συντάσσεται από επίσημο κτηνίατρο της χώρας αποστολής, κρίθηκε το πλέον κατάλληλο μέσο για να παρέχεται στις αρμόδιες αρχές της χώρας προορισμού η διαβεβαίωση ότι αποστολή κρεάτων ανταποκρίνεται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας».
Εξάλλου, και η επιθεώρηση ante mortem επιτελεί ουσιώδη λειτουργία. Αρκεί εν προκειμένω να υπομνηστεί ότι η διάγνωση ορισμένων ασθενειών ζώων δεν μπορεί να γίνει αποτελεσματικώς παρά μόνον επί ζώντος οργανισμού (4).
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι οι προβλεπόμενες από την οδηγία διατάξεις, όχι μόνο δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας αλλά την υιοθετούν κιόλας: Οι επιθεωρήσεις γίνονται από πρόσωπο που παρέχει τις καλύτερες εγγυήσεις ικανότητας και διενεργούνται τόσο πριν όσο και μετά τη σφαγή του ζώου. Η κοινοτική οδηγία υιοθέτησε τον ομοιόμορφο κανόνα ότι ο έλεγχος στο κράτος αποστολής διενεργείται από πρόσωπο το οποίο μπορεί λογικώς να θεωρηθεί ότι διαθέτει, ενόψει του τίτλου και της επαγγελματικής του πείρας, τα κατάλληλα προς τούτο προσόντα. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα ισοδυναμούσε με ανεπαρκή συμμόρφωση προς τις επιταγές οι οποίες, εν προκειμένω, θα έπρεπε να πληρούνται στο πλαίσιο της ίδιας της προβαλλόμενης από την Bakers αρχής της αναλογικότητας. Το αμφισβητούμενο εδώ μέτρο είναι απολύτως ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο από τον νομοθέτη σκοπό.
6 Κατά συνέπεια, δεν διακρίνω εν προκειμένω την παραμικρή εκ μέρους του Συμβουλίου κατάχρηση της διακριτικής του εξουσίας. Πολύ περισσότερο, όπως το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, της οποίας η άσκηση μπορεί να επικρίνεται μόνον εφόσον προκύπτει ότι η εκτίμηση του Συμβουλίου «είναι, ενόψει των στοιχείων που διέθετε κατά τον χρόνο της θεσπίσεως της ρυθμίσεως, προδήλως πεπλανημένη» (5). υΟμως, είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Επί του τρίτου ερωτήματος
7 Δεδομένου ότι το τρίτο ερώτημα υποβλήθηκε για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα παρέλκει, όπως είναι επόμενο, η εξέτασή του.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
8 Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το κύρος της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την υποχρέωση επιβαρύνσεως με τα έξοδα των υγειονομικών επιθεωρήσεων. Η Bakers υποστηρίζει ότι οι σχετικές διατάξεις είναι ανίσχυρες κατά το μέτρο που το εν λόγω κόστος φέρει ο εκμεταλλευόμενος το σφαγείο. Κατά τη γνώμη της Bakers, η λύση αυτή είναι αντίθετη προς πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (6), κατά την οποία τα έξοδα αυτά πρέπει, αντιθέτως, να επιβαρύνουν το κοινό, το οποίο επωφελείται της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Το επιχείρημα αυτό στερείται βάσεως. Καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εθνικό δικαστήριο διατυπώνει το σχετικό ερώτημα στηριζόμενο στην ιδέα ότι πρέπει οι μνημονευόμενες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιβάλλουν στα σφαγεία την υποχρέωση να φέρουν το βάρος των εξόδων. νΟμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το άρθρο 4 της οδηγίας 85/73, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 93/118 προβλέπει, πράγματι, ότι «τα τέλη βαρύνουν τον διαχειριστή ή τον ιδιοκτήτη της εκμετάλλευσης οι οποίοι πραγματοποιούν τις ενέργειες (...). Οι ανωτέρω μπορούν να μετακυλίουν το τέλος που εισπράττεται για τη συγκεκριμένη ενέργεια στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιούνται οι εν λόγω ενέργειες (...)» (7). Εξάλλου, όπως και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει επισημάνει στις γραπτές παρατηρήσεις της, η σχετική εθνική νομοθεσία ουδόλως αποκλείει τη μετακύλιση του κόστους των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων από τον εκμεταλλευόμενο το σφαγείο στα πρόσωπα που ζητούν τη σφαγή. Κατ' αυτόν τον τρόπο, εξασθενεί η θέση επί της οποία η Bakers θα ήθελε να στηρίξει το υπ' αυτής προβαλλόμενο ανίσχυρο των εν λόγω διατάξεων.
Κατά συνέπεια, η εκτίμησή μου είναι ότι οι εξεταζόμενες εν προκειμένω διατάξεις δεν περιλαμβάνουν κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος τους. Τα έξοδα που συνεπάγονται οι κτηνιατρικές επιθεωρήσεις φέρει, σε πρώτη φάση, ο εκμεταλλευόμενος το σφαγείο ο οποίος στη συνέχεια, τα μετακυλίει στα πρόσωπα που έχουν ζητήσει τη σφαγή. Τελικώς, τα έξοδα αυτά - τα οποία, ας μου επιτραπεί να το επαναλάβω, είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της καλής υγειονομικής καταστάσεως και της ποιότητας του προϋόντος - βαρύνουν τον επιχειρηματία που διαθέτει το εμπόρευμα στην αγορά. Σε τελευταία ανάλυση, πρόκειται για δίκαιη λύση, η οποία δεν αντίκειται σε κανέναν από τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε κάποιος βασίμως να την αμφισβητήσει.
Πρόταση
Ενόψει των ανωτέρω θεωρήσεων, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το High Court of Justice (Bristol Mercantile Court) ερωτήματα ως εξής:
«1) Ένας ιδιώτης ο οποίος αμφισβητεί το κύρος διατάξεως κοινοτικού δικαίου μπορεί να επικαλεστεί παράβαση των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης, καθώς και παραβίαση των γενικών αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας.
2) Ενόψει των στοιχείων που προκύπτουν από τη διάταξη περί παραπομπής, οι οδηγίες 91/497/EΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την τροποποίηση και την κωδικοποίηση της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων ώστε να καλύπτεται η παραγωγή και η διάθεση νωπού κρέατος στην αγορά, και 93/118/EΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 85/73/ΕΟΚ για τη χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των νωπών κρεάτων και των κρεάτων πουλερικών, δεν περιλαμβάνουν διατάξεις επιτρέπουσες να συναχθεί ότι επηρεάζεται το κύρος τους κατά το μέτρο που προβλέπουν ότι οι κτηνιατρικές επιθεωρήσεις διενεργούνται από κτηνίατρο, ότι πραγματοποιούνται υγειονομικές ante mortem επιθεωρήσεις επί του ζώου που προορίζεται να σφαγεί και ότι το κόστος των επιθεωρήσεων αυτών βαρύνει, σε πρώτη φάση, τον ιδιοκτήτη και/ή τον εκμεταλλευόμενο το σφαγείο εντός του οποίου πραγματοποιούνται οι σχετικές με τη σφαγή εργασίες.»
(1) - Η υπό κρίση περίπτωση διέπεται από την οδηγία 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 129), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/497/EΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την τροποποίηση και την κωδικοποίηση της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων ώστε να καλύπτεται η παραγωγή και η διάθεση νωπού κρέατος στην αγορά (ΕΕ L 268, σ. 69). Η χρηματοδότηση και οι υγειονομικές επιθεωρήσεις διέπονται από την οδηγία 85/73/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 1985, για τη χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των νωπών κρεάτων και των κρεάτων πουλερικών (ΕΕ L 32, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1988, για τη θέσπιση κανόνων υγιεινής για τα κρέατα που διοχετεύονται αποκλειστικά στην εθνική αγορά και για τον καθορισμό του ύψους του τέλους που πρέπει να εισπράττεται σύμφωνα με την οδηγία 85/73/ΕΟΚ για τον έλεγχο των εν λόγω κρεάτων (ΕΕ L 194, σ. 28), καθώς και με την απόφαση 88/408/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1988, σχετικά με το ύψος των τελών που πρέπει να εισπράττονται για τις υγειονομικές επιθεωρήσεις και ελέγχους των νωπών κρεάτων σύμφωνα με την oδηγία 85/73/ΕΟΚ (ΕΕ L 194, σ. 24), και από την οδηγία 93/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 85/73/ΕΟΚ (ΕΕ L 340, σ. 15).
(2) - Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, Α, στοιχεία ββ και δδ, σε συνδυασμό με τα κεφάλαια VΙ και VΙΙΙ του παραρτήματος Ι, καθώς και το άρθρο 9 της οδηγίας 64/433 όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/497.
(3) - Βλ. την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 905).
(4) - Εξάλλου, σύμφωνα με το σημείο 27, στοιχείο ββ, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 64/433, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/497, η ante mortem επιθεώρηση πρέπει να επιτρέπει να διασαφηνίζεται αν τα ζώα «είναι κουρασμένα, εκνευρισμένα ή τραυματισμένα». Σε παρόμοια περίπτωση, προβλέπεται ότι η σφαγή αναβάλλεται για όσο διάστημα απαιτείται προκειμένου το προς σφαγή ζώο να αναπαυθεί. Είναι προφανές ότι η εξέταση αυτή δεν μπορεί να γίνει παρά επί ζώντος οργανισμού: Πράγματι, οι καταστάσεις της «κούρασης» και του «εκνευρισμού» δεν μπορούν να διαπιστωθούν εκ των υστέρων επί του σφαγίου.
(5) - Βλ. τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 197/80, 198/80, 199/80, 200/80, 243/80, 245/80 και 247/80, Ludwigshafener Walzmόhle κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 3211), και της 21ης Φεβρουαρίου 1990, C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-435, σκέψη 14). Η υπογράμμιση είναι δική μου.
(6) - Βλ. τις αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1976, 87/75, Bresciani (Συλλογή τόμος 1976, σ. 57), και της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-277/91, C-318/91 και C-319/91, Carni κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-6621). Πρέπει να υπομνησθεί ότι οι αποφάσεις αυτές, τις οποίες ο δικηγόρος της Bakers επικαλέστηκε για να στηρίξει τη θέση του, ουδόλως ασκούν επιρροή όσον αφορά την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς. Πράγματι, στις υποθέσεις εκείνες επρόκειτο για επιβαρύνσεις που είχαν μονομερώς επιβληθεί από κράτος μέλος για τη χρηματοδότηση κτηνιατρικών επιθεωρήσεων. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είχε κληθεί να εκτιμήσει αν οι επιβαρύνσεις εκείνες συνιστούσαν, κατά παράβαση της Συνθήκης, εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αντιθέτως, εν προκειμένω πρόκειται για ρύθμιση που έχει θεσπιστεί από την Κοινότητα και εφαρμόζεται ομοιόμορφα εντός όλων των κρατών μελών. Εξάλλου, όπως θα διευκρινίσω κατωτέρω, το κόστος των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων το οποίο, σε πρώτη φάση, επιβαρύνει τους εκμεταλλευομένους τα σφαγεία μπορεί, στη συνέχεια, να μετακυλίεται από τους τελευταίους σ' αυτούς που ζητούν τη σφαγή. Κατά συνέπεια, όπως ορθώς έχουν επισημάνει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και το Woodspring, τα έξοδα αυτά επιβαρύνουν, σε τελευταία ανάλυση, τον καταναλωτή του κρέατος, δηλαδή καθίστανται στοιχείο της τιμής του προϋόντος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, πληρούται η απαίτηση, που έχει ήδη υπογραμμιστεί από το Δικαστήριο στις προπαρατεθείσες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία τα έξοδα αυτά πρέπει να βαρύνουν το κοινό το οποίο επωφελείται των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τις υγειονομικές επιθεωρήσεις.
(7) - Η υπογράμμιση είναι δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy