Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 1995, το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα ως προς το αν αντιβαίνει στην απαγόρευση των διακρίσεων την οποία θεσπίζει το άρθρο 6 της Συνθήκης εθνική ρύθμιση - θεσπισθείσα προς εκτέλεση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών (1), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3821/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, σχετικά με τη συσκευή ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών (2) - η οποία, σε περίπτωση παραβάσεως και μη άμεσης καταβολής του ποσού του προστίμου που επιβάλλεται λόγω της παραβάσεως, επιβάλλει μόνο στους κατοίκους αλλοδαπής την υποχρέωση καταβολής εγγυήσεως προς κάλυψη του ενδεχομένου προστίμου και των δικαστικών εξόδων, ειδάλλως κατάσχεται συντηρητικώς το όχημα.
2 Οι προμνησθέντες κανονισμοί αποβλέπουν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και της οδικής ασφάλειας στα κράτη μέλη. Προς τον σκοπό αυτόν, καθιερώνουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις και απαγορεύσεις όσον αφορά τις περιόδους οδηγήσεως, τα διαλείμματα και τις περιόδους αναπαύσεως, καθώς και τη χρήση συσκευών ελέγχου.
Το άρθρο 17 του κανονισμού 3820/85 και το άρθρο 19 του κανονισμού 3821/85 υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την εκτέλεσή τους, ειδικότερα όσον αφορά τη διαδικασία και τα μέσα ελέγχου, καθώς και τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως.
Το Βασίλειο του Βελγίου προέβη στην εκτέλεση των εν λόγω κανονισμών, συμπληρώνοντας, με τον νόμο της 6ης Μαου 1985 (3), τον νόμο της 1ης Αυγούστου 1960, περί της επ' αμοιβή οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων με αυτοκινούμενα οχήματα, με την προσθήκη ενός άρθρου 11 ter. Βάσει του συστήματος των κυρώσεων που θεσπίζεται από το εν λόγω άρθρο 11 ter και τα άρθρα 3, 4 και 5 του βασιλικού διατάγματος της 12ης Ιουλίου 1989 (4), περί εκτελέσεως των ανωτέρω διατάξεων, ο παραβάτης έχει τη δυνατότητα, εφόσον στην παράβαση δεν εμπλέκονται τρίτοι, να επιλέξει μεταξύ της άμεσης καταβολής ποσού 10 000 βελγικών φράγκων (BFR) για κάθε παράβαση (άμεση είσπραξη), χωρίς ποινικές συνέπειες, και της κινήσεως κατ' αυτού της ποινικής διαδικασίας που προβλέπει ο νόμος.
Τόσο το προμνησθέν άρθρο 11 ter όσο και το εκτελεστικό διάταγμα εισάγουν, στην τελευταία αυτή περίπτωση, διάκριση μεταξύ των παραβατών, αναλόγως του αν διατηρούν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο Βέλγιο: στη δεύτερη περίπτωση, ο παραβάτης που επιλέγει την ποινική διαδικασία υποχρεούται να πληρώσει, προκαταβολικώς και, συνεπώς, υπό μορφή εγγυήσεως, ποσό 15 000 BFR για κάθε παράβαση, προς κάλυψη του ενδεχομένου προστίμου και των δικαστικών εξόδων, ειδάλλως κατάσχεται συντηρητικώς το όχημα. Αντιθέτως, αν κατοικεί στο Βέλγιο, ο παραβάτης που επιλέγει την ποινική διαδικασία δεν υποχρεούται να καταβάλει καμία εγγύηση ούτε υπόκειται σε κατάσχεση του οχήματος. Σ' αυτό ακριβώς συνίσταται η δυσμενής διάκριση της οποίας η νομιμότητα από πλευράς του άρθρου 6 της Συνθήκης αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς.
3 Τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.
Κατά τη διάρκεια ελέγχου επί φορτηγού οχήματος ιδιοκτησίας της Trans-Cap, εταιρίας μεταφορών με έδρα τη Γερμανία, το οποίο οδηγούσε ο Eckehard Pastoors, υπάλληλος της εν λόγω εταιρίας, επίσης κάτοικος Γερμανίας, η λιμενική αστυνομία της Αμβέρσας διαπίστωσε ένδεκα παραβάσεις των διατάξεων των κανονισμών 3820/85 και 3821/85.
Τεθείς προ του διλήμματος μεταξύ του να «συμβιβαστεί», καταβάλλοντας αμέσως 10 000 BFR για κάθε διαπραχθείσα παράβαση χωρίς περαιτέρω ποινικές συνέπειες, ή του να υποβληθεί στην ποινική διαδικασία που προβλέπει η βελγική νομοθεσία, υποχρεωνόμενος, ωστόσο, να καταβάλει εγγύηση 15 000 BFR για κάθε παράβαση προκειμένου να αποφύγει την κατάσχεση του οχήματος, ο Pastoors, κατόπιν συνεννοήσεως με τον εργοδότη του, επέλεξε την άμεση πληρωμή και κατέβαλε 110 000 BFR (ήτοι 10 000 BFR για κάθε μία από τις ένδεκα παραβάσεις).
Ακολούθως, ο ίδιος οδηγός, μαζί με την εταιρία Trans-Cap, ζήτησε από το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen να υποχρεώσει το Βελγικό Δημόσιο να επιστρέψει τα καταβληθέντα ποσά και να επιδικάσει αποζημίωση προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Προς στήριξη του αιτήματός τους, οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι το σύστημα των κυρώσεων που θεσπίζει το άρθρο 11 ter του νόμου της 1ης Αυγούστου 1960 (το οποίο προστέθηκε με τον νόμο της 6ης Μαου 1985), καθώς και οι συναφείς εκτελεστικές διατάξεις, αντιβαίνει τόσο στο άρθρο 6 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όσο και στο άρθρο 6 της Συνθήκης, καθόσον εισάγει παράνομη διάκριση μεταξύ των παραβατών, αναλόγως του αν έχουν ή όχι την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο Βέλγιο.
4 Το Rechtbank της Αμβέρσας, καίτοι θεωρεί αβάσιμα τα επιχειρήματα των προσφευγόντων, επικαλούμενο ουσιαστικά λόγους ασφαλείας δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν η απαγόρευση των διακρίσεων που περιέχεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση ή η γενική αρχή της ισότητας που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο την έννοια ότι αντιτίθενται στο να προβλέπεται από εθνική ρύθμιση κράτους μέλους, θεσπισθείσα κατ' εφαρμογήν των κανονισμών (ΕΟΚ) 3820/85 και (ΕΟΚ) 3821/85 του Συμβουλίου, σύστημα κυρώσεων βάσει του οποίου τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία προσάπτονται παραβάσεις της ρυθμίσεως αυτής έχουν ευχέρεια επιλογής μεταξύ
α) της άμεσης καταβολής ενός ποσού, εν προκειμένω 10 000 BFR, για κάθε παράβαση, οπότε κατά κανόνα παύει κάθε ποινική δίωξη, και
β) της κινήσεως κατ' αυτών της συνήθους ποινικής διαδικασίας,
υπό την προϋπόθεση πάντως ότι, όταν ο παραβάτης επιλέγει τη δεύτερη δυνατότητα, μόνον αυτός που δεν έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο, έστω και αν είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους, υποχρεούται να καταθέσει ως εγγύηση ένα ποσό - εν προκειμένω 15 000 BFR - για κάθε παράβαση προς κάλυψη ενδεχομένων προστίμων και δικαστικών εξόδων, το δε όχημα το οποίο οδηγούσε ο παραβάτης ακινητοποιείται μέχρις ότου κατατεθεί το ποσό της εγγυήσεως;»
5 Η διάταξη περί παραπομπής θέτει ερμηνευτικό ζήτημα εστιαζόμενο, εναλλακτικώς, είτε στο άρθρο 6 της Συνθήκης είτε στη γενική αρχή της ισότητας. Θεωρώ, ωστόσο, ότι είναι δυνατό να δοθεί ενιαία απάντηση βάσει του άρθρου 6 της Συνθήκης, το οποίο συνιστά ειδική έκφραση της αρχής της ισότητας (5).
Το άρθρο 6 ορίζει ότι, «εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας».
Πρέπει, κατά πρώτον, να εξεταστεί κατά πόσον, στην υπό κρίση περίπτωση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις επικλήσεως της διατάξεως αυτής, η οποία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μπορεί να εφαρμοστεί μόνον ελλείψει διατάξεων απαγορευουσών τις διακρίσεις σε συγκεκριμένους τομείς (6). Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, απομένει να εξεταστεί αν η επίδικη ρύθμιση συνιστά περίπτωση απαγορευομένης δυσμενούς διακρίσεως.
6 Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, επιβάλλεται, καταρχάς, να υπενθυμιστεί ότι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση Phil Collins κ.λπ. (7), το άρθρο 6 συνιστά διάταξη παράγουσα άμεσο αποτέλεσμα, μπορεί δε να γίνει επίκλησή του από οποιονδήποτε σε καταστάσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο. Η προϋπόθεση αυτή φαίνεται να πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση, καθόσον το σύστημα κυρώσεων που προβλέπει η βελγική νομοθεσία έλκει τη δεσμευτική ισχύ του από τις διατάξεις του άρθρου 17 του κανονισμού 3820/85 και του άρθρου 19 του κανονισμού 3821/85.
Όσον αφορά τη δυνατότητα εξετάσεως της υπό κρίση διαφοράς στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών και όχι με γνώμονα το άρθρο 6, παρατηρώ ότι η επίδικη βελγική ρύθμιση είναι δικονομικής φύσεως και περιεχομένου. Η ρύθμιση αυτή δεν επηρεάζει, τουλάχιστον άμεσα, τη δραστηριότητα των οδικών μεταφορών, ούτε εισάγει εμπόδια ή περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία ή την παροχή υπηρεσιών, τις οποίες διασφαλίζει η Συνθήκη. Αντιθέτως, είναι βέβαιο ότι η ρύθμιση αυτή, προβλέποντας ορισμένες διαφορές, από πλευράς αντιδράσεως στις κυρώσεις, αναλόγως του τόπου κατοικίας του παραβάτη, είναι γενικώς ικανή να δημιουργήσει δυσμενείς διακρίσεις και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 6.
Το Δικαστήριο, εξάλλου, κατέληξε σε ανάλογα συμπεράσματα σε προγενέστερες υποθέσεις: παραδείγματος χάριν, με την προμνησθείσα απόφαση Phil Collins, έκρινε ότι το δικαίωμα του δημιουργού μπορεί να διασφαλιστεί με προσφυγή στη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θεσπίζει το άρθρο 6, χωρίς να γίνει επίκληση των ειδικών διατάξεων που μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στον συγκεκριμένο τομέα, ειδικότερα των διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών και των υπηρεσιών. Στην υπόθεση εκείνη, η επίδικη γερμανική νομοθεσία επίσης δεν επηρέαζε άμεσα τα δικαιώματα που προστατεύονται από τις προμνησθείσες διατάξεις, ούτε καθιστούσε επαχθέστερη ή δυσχερέστερη την άσκησή τους· είχε, ωστόσο, βλαπτικό αποτέλεσμα, έστω και έμμεσο, για τους δημιουργούς μη γερμανικής ιθαγενείας, περιορίζοντας τα μέσα ένδικης προστασίας.
Προσθέτω ότι δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα αν ληφθεί υπόψη η φύση της επίδικης ρυθμίσεως, επί της οποίας επέμεινε ιδιαίτερα με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Γαλλική Κυβέρνηση: ακόμα και αν η ποινική νομοθεσία και οι διατάξεις της ποινικής δικονομίας, στις οποίες εντάσσονται οι επίδικες διατάξεις, εμπίπτουν καταρχήν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, οι ρυθμίσεις αυτές δεν μπορούν, ωστόσο, να εισάγουν διακρίσεις σε βάρος προσώπων στα οποία το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως ούτε να περιορίζουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζονται από το κοινοτικό δίκαιο (8). Συνεπώς, ο ποινικός χαρακτήρας της υπό κρίση ρυθμίσεως δεν αποκλείει την εκτίμησή της από πλευράς του άρθρου 6 της Συνθήκης.
7 Έρχομαι τώρα στο δεύτερο από τα δύο ζητήματα, ήτοι στο κατά πόσον η ρύθμιση που εισάγει το άρθρο 11 ter του νόμου της 1ης Αυγούστου 1960 συνεπάγεται διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, από το άρθρο 6 της Συνθήκης.
8 Πράγματι, η επίδικη διάταξη δεν εισάγει διάκριση βάσει της ιθαγένειας, καθόσον η υποχρέωση παροχής εγγυήσεως, σε περίπτωση αρνήσεως της πληρωμής για τη μη κίνηση ποινικής διαδικασίας, βαρύνει όλους τους παραβάτες οι οποίοι δεν έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο Βέλγιο, ανεξαρτήτως του αν είναι Βέλγοι υπήκοοι ή όχι.
Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «οι κανόνες περί ίσης μεταχειρίσεως απαγορεύουν όχι μόνο τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως η οποία διά της εφαρμογής διαφορετικών κριτηρίων διαχωρισμού, καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα» (9). Πλέον πρόσφατα, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι εθνικές ρυθμίσεις που προβλέπουν διάκριση στηριζόμενη στο κριτήριο της κατοικίας εγκυμονούν τον κίνδυνο να αποβούν κυρίως σε βάρος των υπηκόων άλλων κρατών μελών, δεδομένου ότι «οι μη κάτοικοι ημεδαπής είναι συνήθως μη ημεδαποί» (10).
Συνεπώς, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί να γίνει επίκληση του επιδίκου άρθρου 11 ter του νόμου της 1ης Αυγούστου 1960 κατά Βέλγου υπηκόου (ο οποίος θα πρέπει να μην έχει ούτε την κατοικία ούτε τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο) και ότι, συνεπώς, αυτό καταλήγει σε αποτέλεσμα πολύ συγγενές προς τη διάκριση λόγω ιθαγενείας.
9 Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί για να συναχθεί ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 6 της Συνθήκης. Σε παρόμοια περίπτωση, το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να διευκρινίσει ότι «απαιτείται (...) η επίμαχη διάταξη να μη δικαιολογείται από αντικειμενικές περιστάσεις» (11). Είναι μεν αληθές ότι στις διακρίσεις που στηρίζονται άμεσα στην ιθαγένεια έχουν εφαρμογή, βάσει του ίδιου του άρθρου 6, μόνον οι εξαιρέσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη [«(...) με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της (...)»], παραδείγματος χάρη οι εξαιρέσεις που προβλέπονται ρητώς όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, πλην όμως, όταν η διαφορά μεταχειρίσεως οφείλεται σε στοιχεία άλλα πλην της ιθαγενείας, το Δικαστήριο εξετάζει ενίοτε την αιτιολογία τους. Με άλλες λέξεις, πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον η διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσεται, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, στους κατοίκους και στους μη κατοίκους ημεδαπής δικαιολογείται αντικειμενικά βάσει διαφορετικής στην πράξη καταστάσεως των μεν και των δε, διαφορετικής καταστάσεως που δεν συνδέεται με την ιθαγένεια αλλά οφείλεται σε άλλους αντικειμενικούς παράγοντες (12).
10 Στην υπό κρίση περίπτωση, τα επιχειρήματα της Βελγικής Κυβερνήσεως φαίνεται να συμπίπτουν με τις εκτιμήσεις που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής. Υποστηρίζεται, συγκεκριμένα, ότι η διαφορετική μεταχείριση που εισάγει η εξεταζόμενη ρύθμιση δικαιολογείται αντικειμενικά είτε λόγω του ότι η ποινική διαδικασία κατά προσώπων μη κατοίκων ημεδαπής είναι πολυπλοκότερη και δαπανηρότερη, είτε, και κυρίως, λόγω του ότι υφίσταται κίνδυνος ο παραβάτης μη κάτοικος ημεδαπής, αρνούμενος να καταβάλει αμέσως το πρόστιμο και επιλέγοντας την κίνηση ποινικής διαδικασίας εναντίον του, να αποφύγει στην πραγματικότητα την πληρωμή αυτού τούτου του προστίμου, λόγω της ελλείψεως σχετικής συμβάσεως εξασφαλίζουσας την κανονική εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων σε όλα τα κράτη μέλη και, ειδικότερα, όσον αφορά τις δύο εμπλεκόμενες εν προκειμένω χώρες.
Το επιχείρημα που μόλις ανέφερα δεν στερείται ερείσματος. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν υφίστανται διεθνείς συμβάσεις περί της εκτελέσεως των βελγικών δικαστικών αποφάσεων στη Γερμανία. Εξάλλου, κατά κοινή πείρα, ελλείψει συμφωνίας προβλέπουσας, όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις και, ειδικότερα στον συγκεκριμένο αυτόν τομέα, διαδικαστικούς μηχανισμούς και συνέπειες ανάλογες των μηχανισμών και συνεπειών που προβλέπει η Σύμβαση των Βρυξελλών (ή άλλες συμβάσεις) για την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μείνει στα χαρτιά τυχόν δικαστική καταδίκη μη κατοίκου ημεδαπής, ή να αποδειχθεί δυσχερέστερη και/ή δαπανηρότερη η εκτέλεσή της. Συνεπώς, χωρίς την επιβολή υποχρεώσεως παροχής εγγυήσεως, ουδόλως αποκλείεται να τύχει ο παραβάτης μη κάτοικος ημεδαπής ουσιαστικής ατιμωρησίας εν τοις πράγμασι και να παραμείνει ανενεργός η επιβληθείσα κύρωση (13).
11 Από την άποψη αυτή, θεωρώ ότι μπορούν να εφαρμοστούν και στην υπό κρίση περίπτωση, αλλά με το αντίθετο αποτέλεσμα, οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mund & Fester (14), η οποία αφορούσε το κατά πόσον εισήγε δυσμενείς διακρίσεις μια γερμανική δικονομική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία για την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως αρκούσε το γεγονός ότι η συναφής δικαστική απόφαση επρόκειτο να εκτελεστεί στην αλλοδαπή. Το Δικαστήριο έκρινε τη σχετική διάταξη ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 7 (νυν 6) και 220 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με τη Σύμβαση των Βρυξελλών. Κατά το Δικαστήριο, η Σύμβαση αυτή, εναρμονίζοντας τις διαδικασίες εκτελέσεως των αποφάσεων στο έδαφος όλων των χωρών μελών, έχει μειώσει αρκετά, αν δεν έχει εξαλείψει, τις δυσκολίες που ενέχει η εκτέλεση των αποφάσεων στην αλλοδαπή και, με αυτές, τη διαφορά καταστάσεως μεταξύ των κατοίκων και των μη κατοίκων ημεδαπής, η οποία αποτελούσε τον μοναδικό λόγο που δικαιολογούσε τη διαφορετική αντιμετώπιση από τον νόμο.
Κατά το Δικαστήριο, ειδικότερα, η πιθανολόγηση μεγαλύτερης δυσχέρειας για την εκτέλεση των αποφάσεων στην αλλοδαπή «δικαιολογείται οσάκις η εκτέλεση (...) πρέπει να γίνει στο έδαφος τρίτου κράτους, [ενώ] δεν συμβαίνει το ίδιο οσάκις πρόκειται περί εκτελέσεως στο έδαφος των κρατών μελών της Κοινότητας. Πράγματι, όλα αυτά τα κράτη αποτελούν τα συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση των Βρυξελλών, τα δε εδάφη τους, όπως έχει επισημανθεί στην έκθεση επί της Συμβάσεως των Βρυξελλών (...), μπορούν να θεωρηθούν ως αποτελούντα μια ενότητα» (15). Τελικά, με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ως αποφασιστικής σημασίας το γεγονός ότι υπήρχε και ήταν δυνατόν να εφαρμοστεί στην περίπτωση εκείνη μια διεθνής σύμβαση η οποία εξίσωνε, από πλευράς εκτελέσεως των αποφάσεων, την κατάσταση των κατοίκων ημεδαπής με την κατάσταση των μη κατοίκων ημεδαπής.
Στην υπό κρίση περίπτωση, αντιθέτως, ενόψει του κριτηρίου της νομολογίας που μόλις παρέθεσα, εφόσον δεν υφίσταται ανάλογο διεθνές ή κοινοτικό σύστημα δικαστικής συνεργασίας (16), οι φόβοι που εκφράζει η Βελγική Κυβέρνηση δεν φαίνονται αβάσιμοι. Τελικά, η διαφορετική μεταχείριση των μη κατοίκων ημεδαπής, εφόσον είναι διαφορετική η κατάσταση των τελευταίων όσον αφορά την εκτέλεση της ενδεχομένης καταδικαστικής αποφάσεως για ένα λόγο ο οποίος δεν αφορά την ιθαγένεια ούτε την κατοικία αυτή καθεαυτή, αλλά συνιστά αντικειμενικό λόγο, είναι δικαιολογημένη.
12 Η ανωτέρω διαπίστωση μόνον φαινομενικά αντιβαίνει στις αρχές που καθιερώνει η απόφαση Hubbard (17). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο, κληθέν να αποφανθεί σχετικά με διάταξη του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας η οποία προέβλεπε την επιβολή cautio judicatum solvi στον αλλοδαπό ενάγοντα, έκρινε ότι η διάταξη αυτή αντέβαινε στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που διασφαλίζει το άρθρο 59 της Συνθήκης. Με την ίδια απόφαση, εξάλλου, το Δικαστήριο, απαντώντας σε άλλο ερώτημα του γερμανικού δικαστηρίου, αποφάνθηκε ότι «το δικαίωμα για ίση μεταχείριση, που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο, δεν είναι δυνατό να εξαρτάται από την ύπαρξη συμβάσεων αμοιβαιότητας που έχουν συναφθεί από τα κράτη μέλη» (σκέψη 17).
Η τελευταία αυτή διαπίστωση επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με την απόφαση Data Delecta (18). Στην απόφαση αυτή, ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια σουηδική διάταξη η οποία υποχρεώνει τον αλλοδαπό προσφεύγοντα να παράσχει cautio judicatum solvi προς εξασφάλιση της πληρωμής των δικαστικών εξόδων (και, επομένως, ανάλογη προς αυτή που αφορούσε η υπόθεση Hubbard) αντιβαίνει όχι στην ελευθερία που καθιερώνει το άρθρο 59, αλλά στη γενική (και ισχύουσα ελλείψει ειδικής διατάξεως) αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 6 της Συνθήκης. Πράγματι, στην προμνησθείσα υπόθεση, η διαφορά μεταχειρίσεως καθοριζόταν ουσιαστικά από την ιθαγένεια: οι αλλοδαποί μη κάτοικοι Σουηδίας υπείχαν υποχρέωση παροχής ασφάλειας, ενώ οι Σουηδοί υπήκοοι απαλλάσσονταν από την υποχρέωση αυτή, έστω και αν κατοικούσαν στην αλλοδαπή. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει κατά πόσον υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούντες τη διαφορά μεταχειρίσεως, με περαιτέρω συνέπεια να καταστεί άνευ σημασίας το κατά πόσον μπορούσε να εφαρμοστεί κάποια διεθνής σύμβαση.
13 Η υπό κρίση περίπτωση είναι, πάντως, εν μέρει διαφορετική, καθόσον η διάκριση δεν στηρίζεται στην ιθαγένεια (19). Δεν χρειάζεται δε να διευκρινιστεί ότι η ύπαρξη ή μη διεθνών συμβάσεων μπορεί να έχει σημασία όχι για να κριθεί κατά πόσον υφίσταται απαγόρευση των διακρίσεων και κατά πόσον η απαγόρευση αυτή ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά για να εκτιμηθεί κατά πόσον πρόκειται για ισοδύναμες καταστάσεις στις οποίες πρέπει να εφαρμοστεί η απαγόρευση των διακρίσεων.
Ανεξάρτητα από την ιδιαιτερότητα των συγκεκριμένων καταστάσεων, το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει επίσης στο ερώτημα κατά πόσον οι αντικειμενικά διαφορετικές καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται οι κάτοικοι και οι μη κάτοικοι ημεδαπής, λόγω της ελλείψεως συμβάσεων περί εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των εμπλεκομένων χωρών, πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο από τον νόμο. Τυχόν καταφατική απάντηση θα ήταν αντίθετη προς τη μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου, από την απόφαση Boussac μέχρι την πλέον πρόσφατη απόφαση Mund & Fester.
14 Φρονώ ότι, όσον αφορά το ζήτημα που μόλις εξέθεσα, δύο λύσεις είναι δυνατές. Η πρώτη είναι ότι υφίσταται μια γενική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων στο εσωτερικό της Κοινότητας και ότι, εν ολίγοις, όπως υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας La Pergola με τις προτάσεις του στην υπόθεση Data Delecta, τα κράτη μέλη υπέχουν πραγματική «υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως» των αποφάσεων αυτών, δυνάμει της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 6 της Συνθήκης (20). Για να είμαι σαφής, πρόκειται για την άποψη ότι τα προβλεπόμενα από τη Σύμβαση των Βρυξελλών δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την εφαρμογή της, αλλά αποτελούν αντικείμενο μιας γενικής αρχής η οποία απορρέει από τις κοινοτικές Συνθήκες και πρέπει να τίθεται στο ίδιο επίπεδο με τις θεμελιώδεις ελευθερίες της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των παραγωγικών μέσων.
Από αυτήν την άποψη, η Σύμβαση των Βρυξελλών απλώς κατέστησε ευχερέστερο κάτι το οποίο ήδη υπάρχει, ανεξαρτήτως από τη δυνατότητα εφαρμογής του. Συνέπεια αυτού είναι ότι, όσον αφορά τις παραβάσεις των κανόνων οδικής κυκλοφορίας (αν όχι, γενικότερα, στον τομέα του ποινικού δικαίου), ακόμα και ελλείψει ειδικής συμβάσεως για την εξασφάλιση της εκτελέσεως, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να μπορούν να εκτελεστούν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, είτε αυτές αφορούν κατοίκους ημεδαπής είτε αφορούν κατοίκους αλλοδαπής· και ότι, συνεπώς, εφόσον και οι μεν και οι δε βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτοί εθνικοί κανόνες του είδους της ρυθμίσεως που αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς.
Αυτή είναι μια λύση γοητευτική αλλά αφηρημένη, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, εν απουσία συμβάσεων, υφίσταται αναμφισβήτητα στην πράξη μια διαφορά μεταξύ των κατοίκων και των μη κατοίκων ημεδαπής όσον αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων. Η λύση αυτή αναφέρεται σε ένα στόχο επιθυμητό μεν, αλλά προς το παρόν όχι υλοποιημένο ή, αν θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι, ο οποίος έχει υλοποιηθεί μόνο με μέσα του είδους της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Το αποδεικνύει, εξάλλου, η συνεχής προσπάθεια των κρατών μελών προς σύναψη των καταλλήλων συμβάσεων.
15 Η άλλη λύση, την οποία και υποστηρίζω, είναι ότι, στην περίπτωση που μας απασχολεί, η ταυτότητα των καταστάσεων σε σχέση προς τις οποίες κρίνεται η απαγορευόμενη από το άρθρο 6 διαφορά μεταχειρίσεως δεν υφίσταται παρά μόνον στο μέτρο που υπάρχουν και μπορούν να εφαρμοστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβάσεις εναρμονίσεως και συνεργασίας τουλάχιστον ισοδύναμες προς τη Σύμβαση των Βρυξελλών. Αν αυτό είναι αληθές, ωστόσο, η εθνική ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δεν αντιβαίνει, καταρχήν, στο άρθρο 6 της Συνθήκης.
Οι μέχρι τώρα εκτεθείσες λύσεις προϋποθέτουν βεβαίως μια σαφή επιλογή, η οποία θα εξαλείψει κάθε αμφιβολία που θα μπορούσε να προκύψει από μια επιπόλαιη ανάγνωση των προμνησθεισών αποφάσεων. Ζητώ από το Δικαστήριο να κάνει αυτή τη συγκεκριμένη επιλογή: καταρχήν, η κατάσταση του κατοίκου ημεδαπής, ελλείψει συμβατικών μέσων για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, είναι διαφορετική από την κατάσταση του κατοίκου αλλοδαπής και συνιστά αντικειμενικό λόγο, άσχετο προς την ιθαγένεια, δικαιολογούντα διαφορετική μεταχείριση χωρίς να υφίσταται παράβαση του άρθρου 6 της Συνθήκης.
16 Αυτό ισχύει καταρχήν. Πράγματι, απομένει να εξεταστεί αν η αμφισβητούμενη εθνική διάταξη, καθώς και η διαφοροποίηση την οποία εισάγει, τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, είναι δηλαδή κατάλληλες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, χωρίς να υπερβαίνουν το απαραίτητο μέτρο για την επίτευξή του (21).
Από την άποψη αυτή, η βελγική ρύθμιση δημιουργεί κάποιες σκέψεις: συγκεκριμένα, η ρύθμιση αυτή προβλέπει ότι ο παραβάτης μη κάτοικος Βελγίου μπορεί να επιλέξει να πληρώσει αμέσως το ποσό της κυρώσεως, εξαλειφομένων των ποινικών συνεπειών της παραβάσεως· οφείλει τότε να καταβάλει 10 000 BFR για κάθε διαπραχθείσα παράβαση. Άλλως, μπορεί να επιλέξει να υποβληθεί σε δίκη: στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, υποχρεούται να καταβάλει εγγύηση ύψους 15 000 BFR για κάθε παράβαση που του καταλογίζεται, προς εξασφάλιση της πληρωμής του ενδεχομένου προστίμου και των δικαστικών εξόδων. Ξρησιμοποίησα τον όρο «υποχρεούται» όχι τυχαία, δεδομένου ότι ο οδηγός μη κάτοικος Βελγίου, αν αποφασίσει να μην παράσχει την εγγύηση, υφίσταται την ασφαλώς σοβαρότερη ζημία της άμεσης κατασχέσεως του οχήματός του. Και είναι προφανέστατο ότι, για τον εκτελούντα οδικές μεταφορές, η ακινητοποίηση του οχήματός του συνεπάγεται σημαντική οικονομική ζημία, η οποία καθίσταται βαρύτερη με την πάροδο των ημερών, και, επομένως, ζημία η οποία πρέπει να αποτραπεί πάση θυσία, εν προκειμένω έστω και με την καταβολή σημαντικών προστίμων.
17 Επανέρχομαι στο ποσό της εγγυήσεως: το ποσό αυτό είναι κατά 50 % υψηλότερο από το ποσό το οποίο ο παραβάτης καταβάλλει για την εξάλειψη των ποινικών συνεπειών της παραβάσεως· προς δικαιολόγηση της διαφοράς αναφέρονται ρητώς τα δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, το ποσό των 15 000 BFR καταβάλλεται για κάθε διαπραχθείσα παράβαση. Το γεγονός της ταυτόχρονης διαπιστώσεως μιας σειράς παραβάσεων ουδόλως σημαίνει ότι κάθε μία από τις παραβάσεις αυτές θα αποτελέσει το αντικείμενο αυτοτελούς ποινικής δίκης: πιθανότατα, έστω και βάσει ενός στοιχειώδους κριτηρίου ορθολογικής διεξαγωγής και οικονομίας της δίκης, ο παραβάτης θα υποβληθεί σε μία και μόνο δίκη για τις διάφορες παραβάσεις. Εξάλλου, αυτό το παραδέχθηκε και η ίδια η Βελγική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία. Όμως, ένα ποσό που αντιπροσωπεύει τα δικαστικά έξοδα δικαιολογείται εφόσον αφορά μία και μόνη δίκη, ενώ κατά κανένα τρόπο δεν δικαιολογείται μια επιβάρυνση ύψους 5 000 BFR για κάθε παράβαση. Πράγματι, είναι προφανές ότι η επιβάρυνση αυτή αφορά μια δαπάνη η οποία παραμένει αμετάβλητη οποιοσδήποτε και αν είναι ο αριθμός των διαπιστωθεισών παραβάσεων.
Οι ανωτέρω σκέψεις ισχύουν, προδήλως, ιδίως για περιπτώσεις ανάλογες της υπό κρίση υποθέσεως, στην οποία ο Pastoors κατηγορείται για έντεκα παραβάσεις. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, θεωρώ ότι η επιβολή της υποχρεώσεως παροχής εγγυήσεως (ποσού κατά 50 % υψηλότερου από το ποσό που καταβάλλεται για την εξάλειψη των ποινικών συνεπειών της παραβάσεως) για κάθε διαπιστούμενη παράβαση, και όχι για κάθε δίκη στην οποία υποβάλλεται ο παραβάτης, είναι οπωσδήποτε, ανεξαρτήτως του αριθμού των διαπραχθεισών παραβάσεων, μέτρο δυσανάλογο και υπερβολικό σε σχέση προς τον σκοπό τον οποίο ρητώς επιδιώκει η αμφισβητούμενη ρύθμιση, ήτοι την εξασφάλιση ότι ο παραβάτης μη κάτοικος Βελγίου θα καταβάλει πράγματι το ποσό του προστίμου και τα δικαστικά έξοδα, ιδίως δε όταν - και δεν είναι αμελητέα λεπτομέρεια καθόσον πρόκειται για περίπτωση ρυθμίσεως η οποία «αντικειμενικά» εισάγει διακρίσεις - οι κάτοικοι Βελγίου που επιλέγουν να υποβληθούν σε δίκη δεν υποχρεούνται να καταθέσουν κανένα ποσό υπό μορφή εγγυήσεως.
Ούτε μπορεί, αντιθέτως, να υποστηριχθεί, όπως ισχυρίστηκε η Βελγική Κυβέρνηση, ότι ο καθορισμός του ύψους της εγγυήσεως δικαιολογείται από τη δυνατότητα του δικαστή να καταδικάσει τον παραβάτη στην καταβολή ποσού ανώτερου των 15 000 BFR ανά παράβαση. Καταρχάς, η εγγύηση δεν μπορεί ούτε πρέπει να μεταβάλλεται σε ένα είδος προκαταβολικής καταβολής της ανώτατης χρηματικής κυρώσεως που προβλέπει ο νόμος για τις επίμαχες παραβάσεις. Αρκεί, εξάλλου, η παρατήρηση ότι δεν υφίσταται καμία βεβαιότητα, πριν από τη διεξαγωγή της δίκης, περί της καταδίκης του παραβάτη. Η υπόθεση στην οποία ενεπλάκη ο προσφεύγων αποτελεί την καλύτερη απόδειξη περί αυτού: σε μια πρώτη φάση, στον Pastoors καταλογίστηκαν είκοσι επτά παραβάσεις, οι οποίες στη συνέχεια μειώθηκαν (προφανώς κατόπιν ενδελεχέστερης εξετάσεως), κατά την κατάρτιση της εκθέσεως, σε έντεκα, ήτοι σε λιγότερες από τις μισές!
18 Απομένει να πω ότι η άποψη την οποία υποστηρίζω δεν μπορεί να αντικρουσθεί από τα επιχειρήματα που εξέθεσε η Γαλλική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της σχετικά με την ανάγκη να έχουν οι κυρώσεις που επιβάλλονται λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Πρώτον, αν η επιπλέον επιβάρυνση συνδεόταν με τον αριθμό των δικών και όχι των παραβάσεων, η επιβαλλόμενη στους παραβάτες μη κατοίκους Βελγίου εγγύηση θα διατηρούσε ακέραια την αποτρεπτική αποτελεσματικότητά της, καθιστάμενη ωστόσο ανάλογη προς τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει (22). Δεύτερον, αξίζει τον κόπο να παρατηρηθεί ότι, αν πράγματι η υποχρέωση παροχής εγγυήσεως ανταποκρινόταν σε σκοπό αποτροπής των παραβάσεων, δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί γιατί ανάλογη υποχρέωση, έστω και συνιστάμενη στην καταβολή διαφορετικού ποσού, δεν προβλέπεται σε βάρος των οδηγών που έχουν την κατοικία τους στο Βέλγιο.
Στην πραγματικότητα - πράγμα το οποίο δεν απέκρυψε η Βελγική Κυβέρνηση - το διαφορετικό καθεστώς που προβλέπεται για τους μη κατοίκους Βελγίου αποσκοπεί αποκλειστικώς και μόνο στην εξασφάλιση της πραγματικής καταβολής των ποσών των χρηματικών κυρώσεων και των δικαστικών εξόδων.
19 Η δυσαναλογία του συστήματος σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ενέχει, εξάλλου, ένα επιπλέον αρνητικό στοιχείο. Καίτοι το εθνικό δικαστήριο το απέκλεισε, η επίδικη διάταξη φαίνεται να έχει ως συνέπεια τη δραστική μείωση, αν όχι την ουσιαστική εξάλειψη, των δυνατοτήτων προσβάσεως στην ένδικη προστασία για τους μη έχοντες την κατοικία τους στο Βέλγιο.
Πράγματι, όπως είναι διαμορφωμένο το σύστημα που ισχύει για τους μη κατοίκους Βελγίου, ανεξαρτήτως των προθέσεων του νομοθέτη που το θέσπισε, αποθαρρύνει τους παραβάτες να υποβληθούν σε δίκη. Με άλλες λέξεις, μέσω της επιβολής της υποχρεωτικής καταβολής εγγυήσεως (εκτός αν ο παραβάτης επιλέξει την κατάσχεση του οχήματος, πράγμα το οποίο, όπως ελέχθη, είναι μάλλον απίθανο) προκειμένου ο παραβάτης να μπορεί να υποβληθεί σε δίκη, αποθαρρύνεται στην πράξη η προσφυγή στη δικαιοσύνη, καθόσον καθίσταται υπερβολικά επαχθής και, εν πάση περιπτώσει, γενικά ιδιαίτερα ασύμφορη σε σχέση προς την άμεση εξάλειψη των ποινικών κυρώσεων, προς την οποία οδηγείται αναπόφευκτα, εκών άκων, ο παραβάτης.
20 Ούτως εχόντων, ωστόσο, των πραγμάτων, η βελγική ρύθμιση καταλήγει στην κατάργηση της δυνατότητας των ιδιωτών μη κατοίκων Βελγίου να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη, προσβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό το δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, το οποίο αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο ως θεμελιώδης αρχή της κοινοτικής έννομης τάξεως (23). Η αρχή αυτή δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση ούτε για λόγους δημοσίας τάξεως του είδους αυτών που επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση και οι οποίοι άπτονται της ανάγκης εξασφαλίσεως την πληρωμής των χρηματικών κυρώσεων που επιβάλλονται στους μη κατοίκους Βελγίου και, εν κατακλείδι, της εξασφαλίσεως της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης. Και είναι προφανές ότι, αποκλείοντας (ή έστω εμποδίζοντας), μόνον όσον αφορά τους μη κατοίκους Βελγίου, την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη, η επίδικη ρύθμιση, και υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, καταλήγει να εμπίπτει, και όσον αφορά το δικαίωμα στην ένδικη προστασία, στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως που θεσπίζει το άρθρο 6 της Συνθήκης. Τελικά, αντικειμενικοί λόγοι μπορούν να δικαιολογήσουν μόνον εν μέρει τη διαφορετική μεταχείριση: συγκεκριμένα μπορούν να δικαιολογήσουν την επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής ποσού αντιστοιχούντος στο πρόστιμο με μία προσαύξηση για κάθε δίκη, αλλά όχι και για κάθε παράβαση.
Ούτε μπορεί να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα αν ληφθούν υπόψη οι επιταγές της ασφάλειας (των προσώπων και των οδών), στην προστασία της οποίας αποβλέπουν οι διατάξεις των επιδίκων κοινοτικών κανονισμών. Δεδομένου ότι η τήρηση αυτών των, απολύτως πρωταρχικών, επιταγών δεν είναι καθόλου συζητήσιμη, αρκεί η παρατήρηση ότι, ακόμα και υπό το πρίσμα αυτό, το σύστημα των κυρώσεων που προβλέπεται για τους μη κατοίκους Βελγίου, για τους λόγους που ήδη έχουν εκτεθεί, είναι δυσανάλογο σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, η αξιολόγηση της διαφοράς μεταχειρίσεως που εισάγει η επίδικη ρύθμιση δεν μπορεί ούτε πρέπει να εξαρτάται πέραν του δέοντος από το ορθό έστω κριτήριο των - αναμφισβήτητα σημαντικών για το κοινωνικό σύνολο - σκοπών που επιδιώκει η κοινοτική ρύθμιση στον εν λόγω τομέα.
21 Υπό το φως των ανωτέρω εκτεθεισών σκέψεων, προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στο ερώτημα του Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen:
«Το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ δεν επιτρέπει σε εθνική νομοθεσία να επιβάλλει μόνο στους πολίτες που έχουν την κατοικία τους στην αλλοδαπή, στους οποίους καταλογίζεται παράβαση των διατάξεων των κανονισμών 3820/85 και 3821/85 και οι οποίοι αρνούνται να πληρώσουν αμέσως το πρόστιμο επιλέγοντας να παραπεμφθούν σε δίκη, την υποχρέωση παροχής, επί ποινή κατασχέσεως του οχήματος, εγγυήσεως προς κάλυψη του ενδεχομένου προστίμου και των δικαστικών εξόδων για κάθε μία παράβαση και ανεξαρτήτως του αριθμού των ενδίκων διαδικασιών που κινούνται κατά του παραβάτη.»
(1) - ΕΕ L 370, σ. 1.
(2) - ΕΕ L 370, σ. 8.
(3) - Belgisch Staatsblad της 13ης Αυγούστου 1985.
(4) - Belgisch Staatsblad της 20ής Ιουλίου 1989.
(5) - Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1980, υπόθεση 810/79, άberschδr (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 43, σκέψη 16).
(6) - Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci Convenzionali Porto di Genova (Συλλογή 1991, σ. Ι-5889, σκέψη 11).
(7) - Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-92/92 και C-326/92 (Συλλογή 1993, σ. Ι-5145).
(8) - Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 19).
(9) - Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 22/80, Boussac (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 375, σκέψη 9), και απόφαση της 8ης Μαου 1990, C-175/88, Biehl (Συλλογή 1990, σ. Ι-1779, σκέψη 13).
(10) - Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. Ι-225, σκέψεις 28 και 29).
(11) - Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1994, C-398/92, Mund & Fester (Συλλογή 1994, σ. Ι-467, σκέψη 17). Βλ., επίσης, υπό την έννοια ότι η εξαγγελλόμενη από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης απαγόρευση των διακρίσεων, «ως συγκεκριμένη έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, δεν αποκλείει να τυγχάνουν παρεμφερείς καταστάσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως, όταν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους», απόφαση της 8ης Ιουνίου 1989, 167/88, Association gιnιrale des producteurs de blι et autres cιrιales (Συλλογή 1989, σ. 1653, σκέψη 23)· το συμπέρασμα, στην απόφαση εκείνη, ήταν ότι «η διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσουν οι επίδικοι κανονισμοί δεν συνιστά διάκριση μεταξύ των παραγωγών (...) ή διάκριση λόγω ιθαγενείας κατά την έννοια του άρθρου 7 της Συνθήκης» (σκέψη 33).
(12) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, 251/83, Haug-Adrion (Συλλογή 1984, σ. 4277, σκέψεις 14 έως 16).
(13) - Υπενθυμίζω συναφώς και το ψήφισμα 85/C 348/01 του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, που αποβλέπει στη «βελτίωση της εφαρμογής των κοινωνικού περιεχομένου κανονισμών στις οδικές μεταφορές» (ΕΕ 1985, C 348, σ. 1). Μεταξύ των μέτρων που «θα πρέπει να ληφθούν» περιλαμβάνεται (σημείο 2, στοιχείο ββ) - και οπωσδήποτε όχι τυχαία - και η «έγκριση αποτελεσματικών μέσων για τη δίωξη των οδηγών οι οποίοι διαπράττουν παράβαση στο έδαφος ενός κράτους μέλους του οποίου δεν είναι κάτοικοι, καθώς και για την είσπραξη των προστίμων που έχουν επιβληθεί στους οδηγούς αυτούς, στα πλαίσια του ισχύοντος διεθνούς ή εθνικού δικαίου».
(14) - Προμνησθείσα (υποσημείωση 11) απόφαση.
(15) - Όπ. αν., σκέψη 19. Η νομική επιστήμη δεν παρέλειψε να παρατηρήσει ότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου φαίνεται να είναι καρπός «d'un certain angιlisme de la Cour», όσον αφορά την υποτιθέμενη ισοδυναμία των καταστάσεων μεταξύ των κατοίκων και των μη κατοίκων ημεδαπής στην περίπτωση της εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών: Bischoff, στο Journal du droit international, 1994, σ. 538. Το Court of Appeal, Civil Division, του Ηνωμένου Βασιλείου έκανε ορθώς χρήση της νομολογίας αυτής με την απόφαση την οποία εξέδωσε στις 20 Δεκεμβρίου 1995 στις υποθέσεις Fitzgerald κατά Williams και O'Regan κατά Williams (που δημοσιεύθηκε στο Weekly Law Report, 1996, τόμος ΙΙ, σ. 447), προκειμένου να αποκλείσει την προβλεπόμενη από το αγγλικό δίκαιο υποχρέωση του κατηγορουμένου κατοίκου Ιρλανδίας προς παροχή εγγυήσεως για τα δικαστικά έξοδα, ακριβώς λόγω της δυνατότητας εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών, επιφυλασσόμενο, ωστόσο, για την περίπτωση προσκομίσεως πειστικών στοιχείων αποδεικνυόντων τη δυσκολία της εκτελέσεως των αποφάσεων.
(16) - Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως επεσήμανε η Βελγική Κυβέρνηση με μη αντικρουσθέντα επιχειρήματα, δεν μπορεί στην υπό κρίση περίπτωση να γίνει επίκληση των τριών συμβάσεων στις οποίες αναφέρθηκαν οι προσφεύγοντες στο πλαίσιο της άμυνάς τους: οι δύο πρώτες (Σύμβαση των Βρυξελλών της 17ης Ιανουαρίου 1958 και Σύμβαση του Στρασβούργου της 20ής Απριλίου 1959), διότι έχουν εφαρμογή μόνον εφόσον υφίσταται αίτηση εκδόσεως, οι προϋποθέσεις της οποίας δεν πληρούνται στην υπό κρίση περίπτωση· η τρίτη (Ευρωπαϋκή Σύμβαση για την καταστολή των οδικών παραβάσεων που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 30 Νοεμβρίου 1964, διότι δεν έχει επικυρωθεί ούτε από το Βασίλειο του Βελγίου ούτε από τη Γερμανία.
(17) - Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1993, C-20/92 (Συλλογή 1993, σ. Ι-3777).
(18) - Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-43/95 (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
(19) - Είναι επίσης αληθές ότι η cautio judicatum solvi που απετέλεσε το αντικείμενο της υποθέσεως Data Delecta αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της πληρωμής των δικαστικών εξόδων του αντιδίκου, ενώ στην υπό κρίση διαφορά η εγγύηση την καταβολή της οποίας επιβάλλει η βελγική νομοθεσία χρησιμεύει προς εξασφάλιση της πληρωμής, εκ μέρους του παραβάτη κατοίκου αλλοδαπής, όχι μόνο των εξόδων στα οποία υποβάλλεται το κράτος παραπέμποντάς τον στο δικαστήριο, αλλά επίσης - και κυρίως - του προστίμου που του επιβάλλεται για τις διαπραχθείσες παραβάσεις. Πάντως, η διαφορά αυτή δεν έχει καθοριστική σημασία.
(20) - Βλ. σημείο 17 των προτάσεων.
(21) - Απόφαση της 15ης Μαου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 38), και απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 299/86 Drexl (Συλλογή 1988, σ. 1213, σκέψη 18).
(22) - Το Δικαστήριο παγίως κρίνει ότι οι κυρώσεις τις οποίες προβλέπουν τα κράτη μέλη για τις παραβάσεις των κοινοτικών υποχρεώσεων πρέπει να έχουν πραγματικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα, δεν μπορούν όμως να είναι δυσανάλογες: βλ. υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των πλέον προσφάτων αποφάσεων, την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-193/94, Σκαναβή και Ξρυσανθακόπουλος (Συλλογή 1996, σ. Ι-929, σκέψη 36), και την αφορώσα ειδικά περίπτωση ανάλογη της υπό κρίση απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1991, C-7/90, Vandevenne (Συλλογή 1991, σ. Ι-4371, σκέψη 11).
(23) - Προμνησθείσα (υποσημείωση 14) απόφαση Johnston, σκέψη 18.
Full & Egal Universal Law Academy