ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ANTONIO LA PERGOLA
της 14ης Νοεμβρίου 1995 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση προσφυγή θέτει ορισμένα ζητήματα σχετικά με την κατάρτιση του κοινοτικού προϋπολογισμού και την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο κοινοτικών οργάνων, του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τα οποία συναποτελούν την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή. Το Δικαστήριο καλείται δηλαδή να εξακριβώσει αν τα δύο αυτά όργανα άσκησαν νομίμως τις αρμοδιότητές τους, όσον αφορά τις επίμαχες εν προκειμένω πλευρές, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που περατώθηκε με τη δήλωση του Προέδρου του Κοινοβουλίου, ο οποίος διαπίστωσε την έγκριση του προϋπολογισμού του 1995.
Ιστορικό της διαφοράς
2.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 17 Φεβρουαρίου 1995, το Συμβούλιο προσβάλλει την πράξη με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε στις 15 Δεκεμβρίου 1994 την οριστική έγκριση του κοινοτικού προϋπολογισμού του 1995 ( 1 ). Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο, βάσει των άρθρων 173 της Συνθήκης ΕΚ και 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ( 2 ), να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη και να αναγνωρίσει συνεπώς την ακυρότητα του προϋπολογισμού του 1995, παράλληλα όμως να κρίνει ότι διατηρούν την ισχύ τους οι πράξεις εκτελέσεως του προϋπολογισμού που θα έχουν διενεργηθεί μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία θα γίνει δεκτή η προσφυγή.
3.
Το ιστορικό της παρούσας διαφοράς μπορεί να συνοψιστεί ως εξής.
Το Κοινοβούλιο επέφερε ορισμένες μεταβολές σε ορισμένα κονδύλια του προϋπολογισμού του 1995, ο οποίος είχε εγκριθεί σε πρώτη ανάγνωση από το Συμβούλιο. Τα εν λόγω κονδύλια είχαν χαρακτηριστεί από το Συμβούλιο ως αφορώντα υποχρεωτικές δαπάνες. Το Κοινοβούλιο τα χαρακτήρισε, αντίθετα, ως μη υποχρεωτικές δαπάνες και θεώρησε συνεπώς ότι μπορούσε, βάσει του άρθρου 203 της Συνθήκης, να εγκρίνει συναφώς τροπολογίες και όχι να υποβάλει προτάσεις τροπολογιών, οι οποίες αντίθετα έχουν ως αντικείμενο τις υποχρεωτικές δαπάνες. Το Συμβούλιο εξακολούθησε, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, να θεωρεί τις εν λόγω δαπάνες ως υποχρεωτικές και για τον λόγο αυτό αντιμετώπισε τις εν λόγω αλλαγές, τις οποίες είχε αποφασίσει το Κοινοβούλιο, όχι ως τροπολογίες αλλά ως προτάσεις τροπολογιών, λόγω και πάλι της φύσεως που θεωρούσε ότι είχαν οι εν λόγω δαπάνες.
Τα επίμαχα κονδύλια του προϋπολογισμού είναι 131 και αφορούν τις πιστώσεις της υποδιαιρέσεως Β1 (ΕΓΤΠΕ — Τμήμα Εγγυήσεων), με μόνη εξαίρεση την πίστωση που έχει εγγραφεί στην υποδιαίρεση Β7 (διεθνείς συμφωνίες για θέματα αλιείας). Για κάθε πίστωση της υποδιαιρέσεως Β1 του προϋπολογισμού, οι τροποποιήσεις που ψήφισε το Κοινοβούλιο ως τροπολογίες συνοδεύονται από σχόλια που αφορούν τη μη υποχρεωτική φύση των εν λόγω δαπανών: γίνεται λόγος για «διακριτική ευχέρεια» ή «ευελιξία» που παρέχουν στην Επιτροπή οι «βασικοί κανονισμοί» ως προς τη διαχείριση της προβλεπόμενης ενέργειας. Όσον αφορά την πίστωση που ανήκει στην υποδιαίρεση Β7, η τροπολογία που ενέκρινε το Κοινοβούλιο τροποποιεί τις παρατηρήσεις σχετικά με το κονδύλιο αυτό και προβλέπει την εγγραφή πιστώσεως ενός εκατομμυρίου ECU για την κάλυψη των δαπανών μιας διεθνούς συμφωνίας που επρόκειτο να συνομολογήσει η Κοινότητα με τη Ρωσία για τη χρηματοδότηση της αλιείας ρέγγας. Σχετικά με τα κονδύλια του προϋπολογισμού τα οποία αφορά η παρούσα προσφυγή το Κοινοβούλιο τροποποίησε επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ύψος των πιστώσεων που είχαν εγγραφεί στο σχέδιο προϋπολογισμού που είχε καταρτίσει αρχικά το Συμβούλιο.
Στις 16 Νοεμβρίου 1994 το Συμβούλιο απέρριψε, κατά τη δεύτερη ανάγνωση, τις τροπολογίες που είχε εγκρίνει το Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση και εξέφρασε την άποψη ότι, όσον αφορά τα επίμαχα κονδύλια του προϋπολογισμού, επρόκειτο για προτάσεις τροπολογιών σχετικά με υποχρεωτικές δαπάνες, σύμφωνα με την πρακτική των θεσμικών οργάνων ως προς τον προϋπολογισμό και με την ταξινόμηση που προβλέπεται στην κοινή δήλωση του 1982 ( 3 ).
Η αιτιολογία για την απόρριψη των τροπολογιών του Κοινοβουλίου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της σχετικής συνόδου του Συμβουλίου, παρατίθεται επίσης στο κείμενο των αιτιολογιών που συνοδεύουν τα πορίσματα της δεύτερης αναγνώσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού εκ μέρους του Συμβουλίου. Το έγγραφο αυτό διαβιβάστηκε στο Κοινοβούλιο στις 16 Νοεμβρίου 1994.
Με έγγραφο που απέστειλε στις 2 Δεκεμβρίου 1994 στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, ο τότε Πρόεδρος του Συμβουλίου ενέμεινε επί της απόψεως του οργάνου που εκπροσωπούσε σχετικά με την κατάταξη των επίμαχων κονδυλίων και επανέλαβε την πεποίθηση του Συμβουλίου ότι οι δαπάνες που καλύπτονται από τη γεωργική κατευθυντήρια γραμμή έπρεπε να θεωρηθούν ως υποχρεωτικές, σύμφωνα με την κοινή δήλωση του 1982 και τη διοργανική συμφωνία του 1993 ( 4 ) (στο εξής: συμφωνία του 1993).
Το Συμβούλιο ενέμεινε επί της ανωτέρω απόψεως του κατά τη διάρκεια της δεύτερης αναγνώσεως από το Κοινοβούλιο. Ο τότε Πρόεδρος του προσφεύγοντος κοινοτικού οργάνου δήλωσε ενώπιον του Κοινοβουλίου, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1994, ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε, όσον αφορά τα επίδικα εν προκειμένω κονδύλια, «να δεχθεί» την αλλαγή του χαρακτηρισμού των εν λόγω δαπανών, οι οποίες ήσαν υποχρεωτικές. Ο λόγος ήταν ότι «στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τη διοργανική συμφωνία» είχε συμφωνηθεί ότι θα χαρακτηρίζονταν ως μη υποχρεωτικές «όλες οι δαπάνες των κεφαλαίων 2 και 3», πράγμα που σήμαινε ότι ο χαρακτηρισμός όλων των άλλων δαπανών — περιλαμβανομένων συνεπώς των δαπανών του κεφαλαίου 1 — θα παρέμενε αντίθετα αμετάβλητος.
Κατά την επακολουθήσασα συζήτηση στο Κοινοβούλιο υποστηρίχθηκαν διιστάμένες απόψεις ως προς τον χαρακτηρισμό των επίμαχων εν προκειμένω δαπανών. Εν πάση περιπτώσει, στις 15 Δεκεμβρίου 1994 το Κοινοβούλιο ενέκρινε το εξής ψήφισμα: «υπό τις περιστάσεις αυτές, το Κοινοβούλιο εμμένει, κατόπιν της δευτέρας αναγνώσεως, επί όλων των τροπολογιών που το Συμβούλιο θεωρεί ως “προτάσεις τροπολογιών” και οι οποίες αφορούν τα κονδύλια για τα οποία η Επιτροπή, σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση, δεσμεύεται, κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας της ως οργάνου διαχειρίσεως, από τα ποσά που έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό».
4.
Στις 15 Δεκεμβρίου 1994 συντελέστηκε η τελευταία πράξη της πολυσύνθετης διαδικασίας εγκρίσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού.
Κατά το συζήτηση στο Κοινοβούλιο και μετά την ψηφοφορία κατά την οποία εγκρίθηκαν τα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου, ο τότε Πρόεδρος του Συμβουλίου, ονόματι Haller, δήλωσε τα εξής:
«Η άποψη του Συμβουλίου επί του θέματος γνωστοποιήθηκε στο Κοινοβούλιο με επιστολή του Προέδρου του Συμβουλίου στις 2 Δεκεμβρίου 1994 και από εμένα τον ίδιο στη δήλωση μου της 13ης Δεκεμβρίου 1994. Ως εκ τούτου είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω ότι το Συμβούλιο επιφυλάσσεται όλων των δικαιωμάτων του στο εν λόγω θέμα. Ταυτόχρονα, θα ήθελα να επισημάνω ότι το Συμβούλιο συμφωνεί με τα νέα ποσοστά μη υποχρεωτικών δαπανών βάσει της θέσεως που καθόρισε.»
Στη συνέχεια ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, αφού εκλήθη προς τούτο από τον πρόεδρο της επιτροπής προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου και αφού παρενέβησαν ορισμένοι άλλοι βουλευτές, έκανε την εξής δήλωση:
«Διαπιστώνω ότι, παρά τις διαφορές απόψεων σε ορισμένα σημεία, επετεύχθη συμφωνία με το Συμβούλιο για ένα νέο ανώτατο ποσοστό αυξήσεως, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 203 της Συνθήκης ΕΚ. Η δημοσιονομική διαδικασία μπορεί έτσι να περατωθεί με επιτυχία.»
Κατόπιν της δηλώσεως αυτής ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου υπέγραψε συνεπώς τον προϋπολογισμό εντός της αίθουσας συνεδριάσεως, ενώ παρόντες ήσαν ο τότε Πρόεδρος του Συμβουλίου Haller, ο επίτροπος Schmidhuber, οι εισηγητές και ο πρόεδρος της επιτροπής προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου.
Το κανονιστικό πλαίσιο
5.
Οι επίμαχες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις είναι οι παράγραφοι 4 έως 10 του άρθρου 203 της Συνθήκης ( 5 ). Οι διατάξεις αυτές αφορούν, ως γνωστόν, τις αρμοδιότητες των δύο κοινοτικών οργάνων σε σχέση με την κατάρτιση του προϋπολογισμού, τις αναγκαίες πλειοψηφίες και την πορεία της διαδικασίας.
Επί του παραδεκτού
6.
Το Κοινοβούλιο προβάλλει καταρχάς ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, όσον αφορά το αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητας του προϋπολογισμού του 1995. Κατά το Κοινοβούλιο, το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο, επειδή είναι περιττό, αφού η ενδεχόμενη ακύρωση από το Δικαστήριο της πράξεως με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την έγκριση του προϋπολογισμού συνεπάγεται οπωσδήποτε την ακυρότητα του ίδιου του προϋπολογισμού.
Το Συμβούλιο απαντά ότι ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας του προϋπολογισμού απλώς και μόνο ως άμεση και φυσική συνέπεια της ακυρώσεως της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου και ότι συνεπώς δεν αντιλαμβάνεται τον λόγο — «το περιεχόμενο», όπως λέγει — της ενστάσεως απαραδέκτου του Κοινοβουλίου.
7.
Στο ζήτημα αυτό έχει δώσει σαφή λύση, κατά τη γνώμη μου, η νομολογία του Δικαστηρίου. Θα την παραθέσω κατωτέρω, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, με σκοπό και μόνο να υπομνησθεί ότι έχει γίνει δεκτό ότι «η ακύρωση της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου συνεπάγεται την ακυρότητα του προϋπολογισμού» ( 6 ). Επομένως, όπως το ίδιο το Δικαστήριο δέχτηκε με την ανωτέρω απόφαση, «παρέλκει (...) η έκδοση αποφάσεως επί του αιτήματος του Συμβουλίου περί ολικής ακυρώσεως του προϋπολογισμού» — το οποίο επίσης υποβάλλεται εν προκειμένω.
Το Δικαστήριο δηλαδή αναγνώρισε ότι η αποδοχή του κύριου αιτήματος, με το οποίο ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της διαπιστωτικής πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου, οδηγεί έμμεσα στην αναγνώριση της ακυρότητας ολόκληρου του προϋπολογισμού. Αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι, όταν το Συμβούλιο, όπως εν προκειμένω, ζητεί, με προσφυγή που ασκεί κατά της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου, την αναγνώριση επίσης της ακυρότητας του προϋπολογισμού, το αίτη-μααυτό δεν είναι απαράδεκτο. Δεν είναι απαράδεκτο, επειδή δεν αποτελεί αυτοτελές αίτημα, αλλά αίτημα που είναι κατ' ανάγκη παρεπόμενο του κυρίου αιτήματος, του οποίου το παραδεκτό δεν αμφισβητείται από κανέναν. Δεδομένου ότι η ακυρότητα του προϋπολογισμού προκύπτει αναπόφευκτα από την ακυρότητα της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου, το αίτημα περί αναγνωρίσεως από το Δικαστήριο αυτού του παρεπόμενου αποτελέσματος πρέπει να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται με την έκδοση αποφάσεως που θα δέχεται το κύριο αίτημα. Εξάλλου, αν η ένσταση απαραδέκτου που προτείνει το Κοινοβούλιο γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο, αλλά η προσβαλλόμενη πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου χαρακτηριζόταν ανίσχυρη και ακυρωνόταν, η απόφαση αυτή θα είχε και πάλι ως συνέπεια την ανατροπή του κύρους ολόκληρου του προϋπολογισμού. Δεν μπορώ συνεπώς να αντιληφθώ ποια είναι η πρακτική αξία της προβαλλόμένης ενστάσεως. Δεν χρειάζεται δε να προστεθεί ότι, αφού πρόκειται για παρεπόμενο αίτημα, το αίτημα αυτό θα πρέπει κατ' ανάγκη να θεωρηθεί ως απορριφθέν στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν το Δικαστήριο αποφασίσει να κρίνει αβάσιμη την προσφυγή του Συμβουλίου.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
8.
Ας έλθουμε τώρα στην ουσία της προσφυγής. Το Συμβούλιο προσβάλλει τη διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου, επειδή ο προϋπολογισμός του οποίου ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την έγκριση δεν είχε καταρτιστεί νόμιμα. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, το Κοινοβούλιο τροποποίησε, καθ' υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του, τις προβλέψεις του προϋπολογισμού σχετικά με τις υποχρεωτικές δαπάνες, για τις οποίες δεν έχει την εξουσία να επιφέρει τροπολογίες, αλλά μόνο να υποβάλλει προτάσεις τροπολογιών, για τις οποίες είναι αναγκαία η έγκριση του Συμβουλίου, η οποία όμως δεν δόθηκε εν προκειμένω.
9.
Ειδικότερα, η αιτίαση του Συμβουλίου είναι διττή. Κατά το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο παρέβη τόσο τους κανόνες που απονέμουν στο Συμβούλιο την αρμοδιότητα σε σχέση με τις υποχρεωτικές δαπάνες, όσο και τις διοργανικές συμφωνίες με τις οποίες χαρακτηρίστηκαν συγκεκριμένα ως υποχρεωτικές, σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες και κατ' εκτέλεση τους, οι δαπάνες που αφορούν τα επίμαχα κονδύλια του προϋπολογισμού: η δε παράβαση των διατάξεων των συμφωνιών αυτών ενέχει παράβαση της υποχρεώσεως καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων.
10.
Κατά των ισχυρισμών αυτών το Κοινοβούλιο αντιτάσσει καταρχάς ότι κατά τη δεύτερη ανάγνωση έχει την εξουσία να κατατάσσει εκ νέου και οριστικά ως μη υποχρεωτικές ορισμένες δαπάνες, των οποίων η φύση ερμηνεύεται διαφορετικά από τα όργανα που αποτελούν τα δύο σκέλη της αρμόδιας επί του προϋπολογισμού αρχής.
Όσον αφορά δε την αιτίαση σχετικά με τη συμφωνία του 1993, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η συμφωνία αυτή κατατάσσει στις μη υποχρεωτικές δαπάνες τις δαπάνες που αφορούν τα κονδύλια των κεφαλαίων 2 και 3 του προϋπολογισμού, ενώ δεν ασχολείται με το πρόβλημα της κατατάξεως των δαπανών του κεφαλαίου 1. Το γεγονός ότι η συμφωνία σιωπά σε σχέση με τις τελευταίες αυτές δαπάνες, δεν σημαίνει συνεπώς ότι πρόκειται για υποχρεωτικές δαπάνες: κατά το Κοινοβούλιο, η σιωπή των κοινοτικών οργάνων αποδεικνύει απλώς και μόνο ότι δεν επιτεύχθηκε συμφωνία επί της φύσεως τους.
Εξάλλου, η κατάταξη των δαπανών ως υποχρεωτικών ή μη υποχρεωτικών πρέπει, κατά το Κοινοβούλιο, να πραγματοποιείται εν όψει της αντικειμενικής φύσεως της βασικής κανονιστικής πράξεως από την οποία απορρέουν. Πρέπει δηλαδή να εξακριβώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, για κάθε κονδύλιο, αν η βασική πράξη δεσμεύει την Επιτροπή κατά τη διαχείριση των δαπανών ή αν αντίθετα της παρέχει την ευχέρεια εκείνη που αποτελεί το χαρακτηριστικό των μη υποχρεωτικών δαπανών. Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η κατάταξη που εγκρίθηκε το 1982 είναι πλέον παρωχημένη, αφενός επειδή δεν υπάρχει πλέον αντιστοιχία μεταξύ του προϋπολογισμού του 1995 και των κονδυλίων που αφορούσε η κοινή δήλωση εκείνης της εποχής και αφετέρου επειδή η συμφωνία του 1993 κατάργησε την κατάταξη των δαπανών που προέβλεπε η ανωτέρω δήλωση.
11.
Στους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου το Συμβούλιο απαντά ότι η κατάταξη των δαπανών δεν μπορεί να πραγματοποιείται μονομερώς, αλλά πρέπει να απορρέει από συμφωνία μεταξύ των δύο οργάνων που συναποτελούν την αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή. Η κοινή δήλωση του 1982 δεν καταργήθηκε, όσον αφορά την προκειμένη περίπτωση, από τις συμφωνίες του 1988 και του 1993. Κατά το Συμβούλιο δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι, αφού η συμφωνία του 1993 σιωπά επί των δαπανών του κεφαλαίου 1, οι δαπάνες αυτές δεν αποτελούν πλέον υποχρεωτικές δαπάνες, όπως χαρακτηρίζονταν από την κοινή δήλωση του 1982. Κατά το προσφεύγον όργανο, η υπαγωγή των δαπανών του κεφαλαίου 1 στην κατηγορία των μη υποχρεωτικών δαπανών θα καθιστούσε τελικά την ίδια τη συμφωνία του 1993 κενή περιεχομένου. Η συμφωνία αυτή προβλέπει, στο παράρτημα ΙΙ , μια ειδική διαδικασία διαβουλεύσεων μεταξύ των τριών κοινοτικών οργάνων σχετικά με το ύψος των υποχρεωτικών δαπανών. Η διαδικασία αυτή δεν θα μπορούσε, συνεπώς, να εφαρμοστεί, αν οι δαπάνες του κεφαλαίου 1 χαρακτηρίζονταν ως μη υποχρεωτικές, ενώ είναι οι μόνες οι οποίες έχουν ακόμη τέτοιο υποχρεωτικό χαρακτήρα.
12.
Οι αντιρρήσεις που διατυπώνει το Κοινοβούλιο κατά των απόψεων του Συμβουλίου δεν αφορούν μόνο τα κριτήρια που διέπουν γενικά και αφηρημένα την κατάταξη των δαπανών. Κατά το καθού, το Συμβούλιο έχει ήδη συγκατατεθεί, εν πάση περιπτώσει, στον χαρακτηρισμό πλέον των επίμαχων δαπανών ως μη υποχρεωτικών, καθόσον συναίνεσε, υπό την έννοια του άρθρου 203 της Συνθήκης, στην υπέρβαση του ανώτατου ποσοστού αυξήσεως. Το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως δηλαδή και η κατηγορία των μη υποχρεωτικών δαπανών, για τις οποίες ισχύει το ποσοστό αυτό, είναι δύο άρρηκτα συνδεδεμένα στοιχεία επομένως, υπήρξε συμφωνία για τον καθορισμό του ανώτατου ποσοστού αυξήσεως, αφού το Συμβούλιο δήλωσε ακριβώς ότι συμφωνούσε με το Κοινοβούλιο σχετικά με την κατηγορία των δαπανών για τις οποίες θα ίσχυε το ποσοστό αυτό. Κατά το άρθρο 203, παράγραφος 9, προτελευταίο και τελευταίο εδάφιο, το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως, δηλαδή το νέο ποσοστό που πρέπει να καθορίσουν από κοινού το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, επειδή το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το ποσοστό που προβλεπόταν προηγουμένως, αφορά αποκλειστικά και μόνον τις μη υποχρεωτικές δαπάνες. Το αποφασιστικό κριτήριο συνεπώς για την επίλυση της παρούσας διαφοράς είναι, κατά το Κοινοβούλιο, το ζήτημα αν τα δύο όργανα που συναποτελούν την αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή συμφώνησαν ή όχι επί του ανώτατου ποσοστού αυξήσεως.Το Κοινοβούλιο, για να αποδείξει ότι είχε επιτευχθεί συμφωνία εν προκειμένω τόσο επί του ανώτατου ποσοστού αυξήσεως όσο και, συνακόλουθα, επί της κατατάξεως των δαπανών ως μη υποχρεωτικών, διατυπώνει, με το υπόμνημα αντικρούσεως, διάφορες παρατηρήσεις. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι ο προεδρεύων του Συμβουλίου, με τη δήλωση στην οποία προέβη ενώπιον του Κοινοβουλίου κατά τη συζήτηση επί της δευτέρας αναγνώσεως του προϋπολογισμού και η οποία παρατέθηκε ανωτέρω, συμφώνησε με την άποψη του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, από τη στάση που επέδειξε καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών του Κοινοβουλίου μπορούσε να συναχθεί σαφώς ότι συμφωνούσε με τη δήλωση του Προέδρου του Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαπίστωση της εγκρίσεως του προϋπολογισμού. Υπέρ της απόψεως του Κοινοβουλίου συνηγορεί, κατά το Κοινοβούλιο, η πρακτική που ακολουθείται στις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτικών οργάνων ως προς την κατάρτιση του προϋπολογισμού. Το Συμβούλιο έχει συγκεκριμένα την υποχρέωση — την οποία εκπλήρωσε πάντοτε στο παρελθόν — να επισημαίνει εγκαίρως και σαφώς τις ενδεχόμενες πλημμέλειες που θα μπορούσαν να έχουν ως συνέπεια την ακυρότητα της τελικής πράξεως περί διαπιστώσεως της εγκρίσεως του προϋπολογισμού, για την οποία αρμόδιος είναι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου. Εν τούτοις, κατά το Κοινοβούλιο, αυτό δεν συνέβη εν προκειμένω. Το Συμβούλιο δεν απέρριψε ρητά την άποψη του Κοινοβουλίου, όπως είχε πράξει άλλες φορές κατά το παρελθόν, αλλ' αντίθετα μετέσχε, μέσω του τότε Προέδρου του, στις εκδηλώσεις επιδοκιμασίας που ακολούθησαν την έγκριση του προϋπολογισμού και τη σχετική διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η στάση αυτή του Συμβουλίου έχει τα χαρακτηριστικά μιας πράξης διοργανικής αβροφροσύνης: πρόκειται δηλαδή για
έκφραση αβροφροσύνης ενός κυρίαρχου οργάνου έναντι άλλου, η οποία όμως μπορεί επίσης, κατά το καθού, να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, όπως αποδεικνύεται από τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου ( 7 ) στον τομέα του δημόσιου διεθνούς δικαίου. Κατά του ανωτέρω ισχυρισμού το Συμβούλιο αντιτάσσει ότι ο τότε πρόεδρός του, ο Haller, δεν είχε την εξουσία να τροποποιήσει την άποψη του Συμβουλίου ούτε συνεπώς ήταν σε θέση να αποδεχθεί το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως που προέκυπτε από τον νέο χαρακτηρισμό των επίμαχων δαπανών στον οποίο είχε προβεί το Κοινοβούλιο, αλλ' η ορθότητα του οποίου αμφισβητούνταν από το Συμβούλιο. Το Κοινοβούλιο θεωρεί πάντως ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου είχε οπωσδήποτε την αρμοδιότητα να ερμηνεύσει, εξωτερικεύσει και υλοποιήσει τη βούληση του κοινοτικού οργάνου που εκπροσωπούσε. Επομένως, προσθέτει το καθού, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου μπορούσε να βασιστεί πλήρως στη δήλωση στην οποία προέβη ενώπιον του συνεδριάζοντος Κοινοβουλίου ο Πρόεδρος Haller εξ ονόματος του Συμβουλίου και δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλλει ότι το όργανο αυτό είχε τη βούληση να αποδεχθεί το νέο ανώτατο ποσοστό αυξήσεως.
13.
Το προσφεύγον όμως επισημαίνει ότι η συμφωνία επί του ανώτατου ποσοστού μειώσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιτευχθεί νόμιμα, μόνον εφόσον τα δύο όργανα που συναποτελούν την αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή έχουν συμφωνήσει για τον καθορισμό των μη υποχρεωτικών δαπανών, σε σχέση με τις οποίες ισχύει το ποσοστό αυτό. Η διαφωνία σχετικά με την εξατομίκευση των μη υποχρεωτικών δαπανών σημαίνει κατά συνέπεια ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να δώσει εγκύρως τη συγκατάθεση του για το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως.
Εν πάση περιπτώσει, κατά το Συμβούλιο, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε συμφωνία για το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως. Όπως διευκρινίζει το προσφεύγον όργανο, ο Πρόεδρος Haller απέστειλε στις 2 Δεκεμβρίου 1994 έγγραφο προς το Κοινοβούλιο και παρενέβη στις συζητήσεις του Κοινοβουλίου στις 13 Δεκεμβρίου 1994 για να αμφισβητήσει και στις δύο περιπτώσεις τον νέο χαρακτηρισμό των επίμαχων εν προκειμένω δαπανών ως μη υποχρεωτικών, ενώ προειδοποίησε ρητά το Κοινοβούλιο για όλες τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η κατάσταση αυτή.
Ούτε είναι διαφορετική — συνεχίζει το Συμβούλιο — η έννοια της δηλώσεως στην οποία προέβη ενώπιον του Κοινοβουλίου ο ίδιος ο Πρόεδρος Haller μετά την περάτωση της συζητήσεως επί του προϋπολογισμού στις 15 Δεκεμβρίου 1994. Και με την ευκαιρία αυτή το Συμβούλιο τόνισε ότι μπορούσε να δώσει τη συγκατάθεσή του για το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως μόνο «με βάση την άποψη» που είχε διατυπώσει προηγουμένως. Δεν υπήρχε επομένως η συναίνεση του Συμβουλίου, η οποία θα μπορούσε να δοθεί υπό την προϋπόθεση ότι οι δαπάνες που είχαν χαρακτηρισθεί ως μη υποχρεωτικές από το Κοινοβούλιο θα χαρακτηρίζονταν ως υποχρεωτικές, ώστε το νέο ανώτατο ποσοστό αυξήσεως να υπολογισθεί και να εφαρμοσθεί επί του συνόλου των δαπανών που θα προέκυπτε από την κατάταξη των δαπανών επί της οποίας ενέμενε το Συμβούλιο.
Το Συμβούλιο επισημαίνει επίσης ότι στη γαλλική μετάφραση της δηλώσεως στην οποία προέβη στα γερμανικά ο Πρόεδρος Haller αναφέρεται ότι «le Conseil donne son accord» [«το Συμβούλιο συμφωνεί»], ενώ το πρωτότυπο κείμενο έχει ως εξής: «die Zustimmung des Rates (...) erfolgt». Επειδή η δήλωση του Προέδρου του Συμβουλίου υπέκειτο σε προϋποθέσεις που δεν συνέτρεχαν ακόμη, στη μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου το ρήμα έπρεπε να τεθεί στον μέλλοντα: «l'accord du Conseil interviendra» [«το Συμβούλιο θα συμφωνήσει»]. Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η χρήση του ενεστώτα στο γαλλικό κείμενο αποτελεί άλλη μια απόδειξη για την ύπαρξη πραγματικής και ανεπιφύλακτης συμφωνίας του Συμβουλίου σχετικά με το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως. Όπως όμως υποστηρίζει το Συμβούλιο, το ίδιο το καθού όργανο είναι αναγκασμένο να αναγνωρίσει ότι έλειπε η αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, αφού συνεχιζόταν η διαφωνία για τον χαρακτηρισμό των εν λόγω δαπανών. Αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία που προσδίδει στην υπό κρίση δήλωση το Κοινοβούλιο, η δήλωση αυτή δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παρά μόνον ως αντιφατική. Η μόνη δυνατότητα ερμηνείας της είναι να θεωρηθεί η υπενθύμιση της δεδηλωμένης θέσεως του Συμβουλίου από τον Πρόεδρο Haller σαφής και συνεπής: η συμφωνία μπορούσε να επιτευχθεί και θα επιτυγχανόταν μόνον αν το Κοινοβούλιο αποδεχόταν τη θέση αυτή σχετικά με τη φύση των επίμαχων δαπανών.
Τέλος, το Συμβούλιο αρνείται ότι ο Πρόεδρος Haller έδωσε τη συγκατάθεση του για τη στάση του Κοινοβουλίου, και ειδικότερα του Προέδρου του, όταν αυτός διαπίστωσε την έγκριση του προϋπολογισμού. Ο Πρόεδρος Haller ενήργησε όπως όφειλε, δεδομένου ότι δεν καταλέγεται μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου η παρέμβαση στην άσκηση των προνομιών που απονέμει το άρθρο 203, παράγραφος 7, της Συνθήκης αποκλειστικά και μόνο στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Ούτε άλλωστε οι εκδηλώσεις διοργανικής αβροφροσύνης μπορούν, κατά τη γνώμη πάντοτε του Συμβουλίου, να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου.
H άποψη μου επί της υποθέσεως
14.
Πώς επομένως πρέπει να αξιολογηθούν οι διαμετρικά αντίθετες απόψεις του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου; Αν θέλαμε να απλουστεύσουμε το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, σε τελική ανάλυση, η παρούσα διαφορά αφορά κυρίως την κατάταξη ορισμένων κονδυλίων του προϋπολογισμού που καλύπτονται από τη γεωργική κατευθυντήρια γραμμή και ενός κονδυλίου που αφορά τις συμφωνίες αλιείας. Αν οι σχετικές δαπάνες δεν είναι υποχρεωτικές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, κατά το άρθρο 203, το Κοινοβούλιο είναι αρμόδιο να -ψηφίσει οριστικά τις επίμαχες τροπολογίες, οπότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η έγκριση του προϋπολογισμού είναι νόμιμη. Αντίθετα, αν οι εν λόγω δαπάνες πρέπει να χαρακτηριστούν ως υποχρεωτικές, η υπό κρίση προσφυγή είναι βάσιμη.
Κατόπιν της ανωτέρω οροθετήσεως του προβλήματος, θα ήθελα ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα σχετικά με την κατάρτιση του προϋπολογισμού της Κοινότητας δεν εξετάζουν και δεν ορίζουν άμεσα ( 8 ) τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τις υποχρεωτικές δαπάνες από τις μη υποχρεωτικές. Το Δικαστήριο πάντως προσδιόρισε ποιο κριτήριο (ή μάλλον ποια νομική διαδικασία) καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών δαπανών.
15.
Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, βάσει της νομολογίας, είναι ότι «τα προβλήματα οριοθετήσεως των μη υποχρεωτικών δαπανών σε σχέση με τις υποχρεωτικές δαπάνες αποτελούν το αντικείμενο διοργανικής διαδικασίας συμβιβασμού, η οποία έχει θεσπιστεί με την “κοινή δήλωση” του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982 (...), και στο πλαίσιο της οποίας τα προβλήματα αυτά είναι δυνατό να λυθούν» ( 9 ).
Η θέση επομένως του Δικαστηρίου είναι σαφής: το μέσο επιλύσεως των προβλημάτων της κατατάξεως των δαπανών είναι η συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κοινοτικών οργάνων. Το ζήτημα επαφέθηκε επομένως στην επίτευξη συμφωνιών μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου. Έχουν δε ήδη συναφθεί πολλές τέτοιες συμφωνίες. Η πρώτη κατάταξη των δαπανών ανάγεται στη δήλωση του 1982 ( 10 ). Στη συνέχεια τα τρία κοινοτικά όργανα που μετέχουν στη διαδικασία καταρτίσεως του προϋπολογισμού συνήψαν στις 29 Ιουνίου 1988 μια «διοργανική συμφωνία για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού» ( 11 ) και στις 29 Οκτωβρίου 1993 την προαναφερθείσα ήδη συμφωνία του 1993.
Η πρώτη από αυτές τις δύο τελευταίες συμφωνίες δεν ασχολείται με τη διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών δαπανών. Η δεύτερη ασχολείται με τη διάκριση αυτή, αλλά το Κοινοβούλιο προσδίδει στις διατάξεις της διαφορετική ερμηνεία απ' ό,τι το Συμβούλιο ( 12 ).
16.
Θα ήθελα τώρα να διασαφηνίσω την πρώτη και προφανή συνέπεια της — επιβεβλημένης, κατά τη γνώμη μου — εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του κριτηρίου που έχει διατυπωθεί σαφώς από τη νομολογία. Η συμφωνία μεταξύ των κοινοτικών οργάνων είναι το νομικό μέσο της συγκεκριμένης κατατάξεως των δαπανών, η διαδικασία εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να μπορούσε το Κοινοβούλιο να προσδιορίσει μονομερώς τη φύση των δαπανών για τις οποίες μπορεί να ασκεί την εξουσία του να ψηφίζει τροπολογίες.
Με τη συμφωνία αυτή επομένως, με την οποία προσδιορίζεται η φύση των δαπανών, οροθετείται το καθ' ύλη πεδίο — η πρωταρχική προϋπόθεση, θα μπορούσε κανείς να πει — της ασκήσεως της αρμοδιότητας που έχουν διαδοχικά το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο για την κατάρτιση του προϋπολογισμού. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στα σημεία 10 και 11, οι διάδικοι προτείνουν διαμετρικά αντίθετες ερμηνείες για τις διοργανικές συμφωνίες βάσει των οποίων έπρεπε να χαρακτηριστούν οι επίμαχες δαπάνες. Δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο πρέπει να αναλύσει τις διατάξεις των συμφωνιών αυτών. Για την επίλυση της προκειμένης διαφοράς αρκεί να εξεταστεί η άλλη πτυχή της, δηλαδή να εξακριβωθεί αν υπήρξε ή όχι συμφωνία επί του νέου ανώτατου ποσοστού αυξήσεως σύμφωνα με το άρθρο 203, παράγραφος 9, τελευταίο εδάφιο, της Συνθήκης.
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο οροθετούν τη διαφορά τόσο το προσφεύγον όσο και το καθού όργανο, προκειμένου να αναπτύξουν τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις τους. Δεν αμφισβητείται δηλαδή ότι η συμφωνία επί του ανώτατου ποσοστού υφίσταται μόνον όταν έχει επιτευχθεί τόσο επί του ποσοστού αυξήσεως όσο και επί του συνολικού ύψους των δαπανών σε σχέση με τις οποίες πρέπει να υπολογιστεί το ποσοστό αυτό. Το ποσοστό καθορίζεται για κάθε συγκεκριμένη χρήση. Η Συνθήκη ορίζει ποια πρέπει να είναι η βάση του σχετικού υπολογισμού. Τη βάση αυτή αποτελεί το σύνολο των δαπανών που δεν έχουν χαρακτηριστεί ως υποχρεωτικές. Με τη συμφωνία επί του ποσοστού προσδιορίζεται συνεπώς το πόσες και το ποιες είναι οι δαπάνες αυτές, οι οποίες διαφέρουν από τις άλλες δαπάνες που προβλέπονται στον προϋπολογισμό. Αν δεν υπάρχει συμφωνία, επειδή υφίσταται διαφωνία σχετικά με τον χαρακτηρισμό των δαπανών, και μέχρις ότου επιλυθεί το ζήτημα αυτό με συμφωνία μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, δεν μπορεί να καταρτιστεί νόμιμα ο προϋπολογισμός. Το σημείο αυτό έχει διασαφηνιστεί από τη νομολογία ( 13 ) και δεν υπάρχει λόγος να επανεξεταστεί η ορθότητά της.
17.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να εξακριβώσουμε αν και με ποιο τρόπο το Συμβούλιο συμφώνησε εν προκειμένω ή όχι.
Αρχικά θα εξετάσω την προσβαλλόμενη με την προσφυγή πράξη. Στην πράξη αυτή, με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την έγκριση του προϋπολογισμού του 1995, αναφέρονται τα εξής: «Διαπιστώνω ότι, παρά τις διαφορές απόψεων σε ορισμένα σημεία, επετεύχθη συμφωνία με το Συμβούλιο για ένα νέο ανώτατο ποσοστό αυξήσεως, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 203 της Συνθήκης ΕΚ. Η δημοσιονομική διαδικασία μπορεί έτσι να περατωθεί με επιτυχία.» Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν ανέφερε τα ζητήματα στα οποία υπήρχαν διαφορές απόψεων μεταξύ των δύο οργάνων ούτε ποιες συνέπειες θα μπορούσαν να έχουν οι διαφορετικές αυτές απόψεις αρκέστηκε απλώς στη διαπίστωση ότι, παρά τις διαφορετικές απόψεις του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είχε επιτευχθεί συμφωνία επί του ανώτατου ποσοστού αυξήσεως. Πρέπει τώρα να εξεταστεί κατά πόσον η δήλωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη. Ο αμυντικός ισχυρισμός του καθού συνίσταται στο ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε τη νομότυπη έγκριση του προϋπολογισμού εμπιστευόμενος τη δήλωση στην οποία προέβη ο Πρόεδρος του Συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου στις 15 Δεκεμβρίου 1994. Κατά συνέπεια, η ανάλυση μας πρέπει να επικεντρωθεί στο περιεχόμενο της δηλώσεως αυτής.
Το κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω είναι ότι το Συμβούλιο — διά στόματος αυτού που το εκπροσωπούσε εντός του ημικυκλίου του Κοινοβουλίου — ενέμεινε επί της υποχρεωτικής φύσεως των επίμαχων δαπανών και επιφυλάχθηκε όλων των δικαιωμάτων του για την προάσπιση των συμφερόντων του, περιλαμβανομένου συνεπώς και του δικαιώματός του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Στην πραγματικότητα ο Πρόεδρος Haller είπε επίσης τα εξής: «Gleichzeitig möchte ich darauf hinweisen, daß die Zustimmung des Rates zu dem neuen Satz für die nicht obligatorischen Ausgaben auf der Grundlage der dargelegten Haltung des Rates erfolgt» ( 14 ). Έχω ήδη εκθέσει πώς οι διάδικοι ερμήνευσαν, με τα γραπτά υπομνήματά τους και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής φράσης.
18.
Το καθού προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τη γαλλική μετάφραση των λεχθέντων από τον Πρόεδρο Haller, προκειμένου να συναγάγει το συμπέρασμα ότι ο Haller έδωσε τη συγκατάθεση του για το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως όταν ακριβώς προέβη στην ανωτέρω δήλωση, χωρίς να εξαρτήσει τη συγκατάθεση του από καμία μεταγενέστερη απόφαση. Το γεγονός όμως είναι ότι η συμφωνία του Συμβουλίου επί του ανώτατου ποσοστού αυξήσεως εξαρτήθηκε ρητά από προϋποθέσεις που τότε δεν συνέτρεχαν. Αυτό γίνεται δεκτό τελικά και από το ίδιο το Κοινοβούλιο, όταν υποστηρίζει ότι η κατάταξη των επίμαχων δαπανών δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε επιτευχθεί βάσει της συμφωνίας του 1993 και ότι συνεπώς το ζήτημα της κατατάξεως παρέμενε ακόμη ανοικτό απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάταξη αυτή — οι σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν επιτρέπουν συναφώς καμία αμφιβολία ( 15 ) — ήταν να επιτευχθεί νέα συμφωνία μεταξύ των δύο αρμόδιων επί του προϋπολογισμού αρχών. Δεν επιτεύχθηκε όμως καμία τέτοια συμφωνία.
Ούτε άλλωστε είναι πειστικά τα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου σχετικά με τη στάση που επέδειξε εντός του ημικυκλίου ο Πρόεδρος Haller, ότι δηλαδή παρέλειψε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εγκρίσεως του προϋπολογισμού ή ότι μάλιστα μετέσχε στις εξωτερικές εκδηλώσεις επιδοκιμασίας ή επευφημιών για το γεγονός αυτό. Το Κοινοβούλιο δεν μπορεί νομίμως να αξιώνει από τον πρόεδρο ενός άλλου οργάνου να υπερβεί τα όρια των αρμοδιοτήτων του ( 16 ): ο Πρόεδρος του Συμβουλίου είχε διατυπώσει ενώπιον του Κοινοβουλίου ρητές επιφυλάξεις ως προς τις αποφάσεις του Κοινοβουλίου και δεν είχε άλλες αρμοδιότητες ή άλλα μέσα για να εμποδίσει το Κοινοβούλιο και τον Πρόεδρο του να ενεργήσουν όπως ενήργησαν.
Ούτε είναι εύλογο να υποστηριχθεί ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου δεν έπρεπε, με τη στάση που επέδειξε έναντι του Κοινοβουλίου, να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της διοργανικής αβροφροσύνης: το γεγονός ότι συμμορφώθηκε προς τους κανόνες αυτούς δεν αποδεικνύει, εν πάση περιπτώσει, ότι συμφώνησε με την άποψη που υποστηρίζει το καθού στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, οι σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων έχουν αποτυπωθεί αποκλειστικά και μόνο στις διατάξεις της Συνθήκης ( 17 ). Οι κανόνες που ισχύουν ενδεχομένως, κατά το διεθνές δίκαιο, για τις δεσμευτικές δηλώσεις βουλήσεως των κρατών μελών και τους οποίους επικαλείται το καθού σε σχέση με την προκειμένη υπόθεση δεν έχουν εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ των οργάνων εντός της Κοινότητας ( 18 ).
Πέραν αυτών, ο Πρόεδρος Haller δεν είχε ούτε τη δυνατότητα να διατυπώσει κατά τη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου διαφορετική θέση από τη θέση που είχε διαμορφώσει το Συμβούλιο σχετικά με τα υπό εξέταση ζητήματα. Ο Haller ενήργησε ως απλός εκπρόσωπος του κοινοτικού οργάνου και εξέφρασε την άποψη του οργάνου αυτού, την οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε να αναθεωρήσει ή να μεταβάλει ( 19 ). Ούτε μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη του Κοινοβουλίου ότι το Συμβούλιο έπρεπε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή αμέσως μετά την επίσημη ανακοίνωση περί εγκρίσεως του προϋπολογισμού. Το Συμβούλιο προσέφυγε στο Δικαστήριο εντός της προθεσμίας που προβλέπει η Συνθήκη: και αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση.
19.
Θα ήθελα, καταλήγοντας, να καταστήσω σαφές το αποτέλεσμα στο οποίο οδηγούν οι ανωτέρω παρατηρήσεις.
Το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Haller αναφέρθηκε ρητά, με τη δήλωση του, στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εξαρτάτο η συγκατάθεση του Συμβουλίου για το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως αποκλείει κατ' ανάγκη το ενδεχόμενο να συμφώνησε το Συμβούλιο με την κατάταξη των επίμαχων δαπανών στην οποία είχε προβεί το Κοινοβούλιο. Το Συμβούλιο δεν έδωσε στο Κοινοβούλιο τη συγκατάθεση του σχετικά με την κατάταξη βάσει της οποίας έπρεπε να υπολογιστεί και να εφαρμοστεί το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως.
Η πλημμέλεια της προσβαλλόμενης από το Συμβούλιο πράξης και ολόκληρου του προϋπολογισμού οφείλεται, όπως ανέφερα ήδη, στην παραβίαση της αρχής ότι οι δαπάνες κατατάσσονται ως υποχρεωτικές ή μη υποχρεωτικές μόνο κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων κοινοτικών οργάνων. Τούτο σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να εξεταστούν οι άλλοι λόγοι που προβάλλει το προσφεύγον για να αποδείξει ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 203 της Συνθήκης. Αφού δηλαδή δεν υπάρχει συμφωνία ως προς την υποχρεωτική ή μη φύση των δαπανών που αφορούσαν οι τροπολογίες του Κοινοβουλίου, δεν υπάρχει η πρωταρχική προϋπόθεση που θα έπρεπε να συντρέχει για να γίνει δεκτό ότι το κοινοτικό αυτό όργανο μπορούσε νομίμως να ψηφίσει τις εν λόγω τροπολογίες σχετικά με τα επίμαχα κονδύλια του προϋπολογισμού. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος.
20.
Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται τέλος ότι το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων. Η αιτίαση δηλαδή του Κοινοβουλίου συνίσταται, καθώς φαίνεται, στο ότι το Συμβούλιο αφενός συμφώνησε για το ποσοστό και αφετέρου αρνήθηκε να συμφωνήσει, μη αποδεχόμενο την άποψη του Κοινοβουλίου σχετικά με τις δαπάνες επί των οποίων θα εφαρμοζόταν κατ' ανάγκη το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως. Εν τούτοις, είδαμε ότι το Συμβούλιο αρνήθηκε, διαδηλώνοντας προσηκόντως τη βούληση του, να συγκατατεθεί για το ποσοστό αυτό και επομένως έλαβε διαφορετική θέση απ' ό,τι το Κοινοβούλιο. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο πρέπει να απορριφθεί η άποψη που διατυπώνεται σε γενικές γραμμές στα γραπτά υπομνήματα του Κοινοβουλίου, ότι δηλαδή η υπό κρίση προσφυγή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν ληφθεί υπόψη η αρχή patere legem quam ipse fecisti, ή ότι το Συμβούλιο δεν έχει καν έννομο συμφέρον ( 20 ). Εξάλλου, η παράβαση της υποχρεώσεως επιδείξεως τέτοιας συμπεριφοράς, όπως υποστηρίζει το καθού, δεν θα μπορούσε να υφίσταται ανεξάρτητα από τη μη τήρηση των κανόνων της Συνθήκης που διέπουν την κατάρτιση του προϋπολογισμού και καθορίζουν τις εκατέρωθεν αρμοδιότητες Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ( 21 ). Το Συμβούλιο, αρνούμενο να συμφωνήσει για τον χαρακτηρισμό των δαπανών, άσκησε εξουσία την οποία αναμφισβήτητα είχε. Η στάση του επομένως είναι θεμιτή και νόμιμη. Στην προκειμένη δε περίπτωση δεν είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν ο μονομερής χαρακτηρισμός των δαπανών ως μη υποχρεωτικών εκ μέρους του Κοινοβουλίου προσκρούει, όπως ισχυρίζεται το Συμβούλιο με τον άλλο λόγο ακυρώσεως, στις διατάξεις των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων κοινοτικών οργάνων. Όσο και αν γίνει δεκτή η άποψη του καθού, η χρονικά τελευταία από τις συμφωνίες αυτές, η συμφωνία του 1993, δεν επέλυσε το ζήτημα της κατατάξεως των επίμαχων εν προκειμένω δαπανών και κονδυλίων του προϋπολογισμού. Ήταν επομένως αναγκαία ή ύπαρξη συμφωνίας, η οποία όμως δεν επιτεύχθηκε ούτε σε σχέση με το νέο ανώτατο ποσοστό αυξήσεως ούτε σε σχέση με τον συναφή προσδιορισμό των υποχρεωτικών δαπανών. Η προσβαλλόμενη πράξη είναι άκυρη, επειδή εκδόθηκε κατά παραβίαση της αρχής ότι πρέπει να υπάρχει συμφωνία και όχι επεώή παραβιάστηκε καμία συγκεκριμένη συμφωνία.
21.
Ας μου επιτραπεί μια τελευταία παρατήρηση σχετικά με τη θεμελιώδη αξία της γενικής αυτής αρχής, όπως την έχει διατυπώσει το Δικαστήριο. Στις εθνικές έννομες τάξεις οι συμφωνίες μεταξύ δημόσιων αρχών μπορούν να αποτελούν ένα μέσο αυτοσυμπληρώσεως του συνταγματικού δικαίου, όταν οι συμφωνίες αυτές συνάπτονται για την — μεταξύ άλλων, ερμηνευτική — κάλυψη των νομοθετικών κενών που δημιουργούν ενδεχομένως οι διατάξεις περί κατανομής των αρμοδιοτήτων, και ιδιαίτερα των νομοθετικών, μεταξύ οργάνων των οποίων την αυτοτέλεια εγγυάται στον ίδιο βαθμό για όλα το Σύνταγμα.
Στην κοινοτική έννομη τάξη η συμφωνία μεταξύ των θεσμικών κοινοτικών οργάνων επιτελεί μια αναγκαία οργανική λειτουργία για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, η οποία έχει αναμφισβήτητη και κρίσιμη σημασία για τη συγκεκριμένη λειτουργία ολόκληρου του θεσμικού συστήματος. Σκοπός της συμφωνίας αυτής είναι να καθοριστούν τα όρια μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις δαπάνες: η συμφωνία αυτή, έστω και αν δεν συμπληρώνει τις βασικές διατάξεις της Συνθήκης, συμβάλλει πάντως στην εφαρμογή τους. Η υπό εξέταση γενική αρχή καθιερώνει — πρόκειται για επιλογή που θα τολμούσα να χαρακτηρίσω ως συνταγματικής τάξεως — την ισοτιμία των κοινοτικών οργάνων που θα την εφαρμόσουν και θα την τηρήσουν. Πρόκειται επομένως για κλασσική περίπτωση συναποφάσεως.
Ας εξετάσουμε δε την ίδια τη σύνθετη διαδικασία του προϋπολογισμού, στην οποία εντάσσεται αυτό το ιδιαίτερο σύστημα συναινετικού χαρακτηρισμού των δαπανών. Η διαδικασία αυτή προδιαγράφει ιδεατά, καθόσον αναγνωρίζει στο όργανο που αποτελείται από τους αντιπροσώπους του λαού την εξουσία απορρίψεως του σχεδίου προϋπολογισμού, την ανάλογη εξουσία οριστικής απορρίψεως, την οποία έχει το Κοινοβούλιο κατά τη διαδικασία που καθιερώθηκε τελευταία με το άρθρο 189 Β της Συνθήκης και η οποία ορίζεται ακριβώς ως συναπόφαση. Είναι βέβαια αλήθεια ότι στην τελευταία αυτή διαδικασία η γενική αρχή περί συμφωνίας έχει ευρύτερη εφαρμογή: η αρχή αυτή εξωτερικεύεται, κατά κάποιον τρόπο, εμφανώς, όταν οι Πρόεδροι του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου υπογράφουν αμφότεροι τις εκδιδόμενες πράξεις.
Στη διαδικασία του προϋπολογισμού η αρμοδιότητα για την πράξη διαπιστώσεως της εγκρίσεώς του ανήκει μόνο στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η γενική αρχή περί συμφωνίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ουσιώδες στοιχείο, αφού η αρχή αυτή διέπει την κρίσιμη φάση της διαδικασίας κατά την οποία κατατάσσονται οι δαπάνες, π.χ. κατά τον καθορισμό του ανώτατου ποσοστού αυξήσεως.
Η μη τήρηση της αρχής αυτής ανατρέπει την ισορροπία μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, η οποία πρέπει να διέπει την κατάρτιση του προϋπολογισμού: η παρούσα δε υπόθεση χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη της πλημμέλειας αυτής, η οποία καθιστά-πλήρως παράνομη τη διαπιστωτική πράξη του Προέδρου. Με τις προτάσεις μου ακολούθησα τις κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά, προκειμένου να αξιολογήσω την παρούσα υπόθέση σε σχέση με τη γενική αρχή που έπρεπε να τηρηθεί.
22.
Εν κατακλείδι προτείνω συνεπώς την ακύρωση της πράξεως με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την έγκριση του προϋπολογισμού του 1995, με τις συνέπειες που θα έχει η ακύρωση αυτή: αφού θα ακυρωθεί ο προϋπολογισμός, η σχετική διαδικασία θα πρέπει να αρχίσει και πάλι από το σημείο κατά το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη του Προέδρου.
Τα αποτελέσματα της ακυρώσεως
23.
Το Συμβούλιο ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να ασκήσει τις εξουσίες που του απονέμει το άρθρο 174 της Συνθήκης ΕΚ ( 22 ) και ζητεί να μη θιγούν οι πράξεις εκτελέσεως του προϋπολογισμού που θα έχουν διενεργηθεί μέχρι την ημερομηνία της απαγγελίας της αποφάσεως περί ακυρώσεως ( 23 ).
Κατά τη διάρκεια της δίκης το Συμβούλιο διεύρυνε το αίτημά του και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφασίσει τη διατήρηση όλων των αποτελεσμάτων του προς ακύρωση προϋπολογισμού μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα εγκρίνουν οριστικά τον κοινοτικό προϋπολογισμό του 1995. Το Κοινοβούλιο δεν διευκρίνισε με τα υπομνήματά του την άποψη του επ' αυτού.
Θεωρώ ότι το αίτημα του Συμβουλίου είναι πλήρως δικαιολογημένο, αν ληφθεί υπόψη η σημασία που έχει ο προϋπολογισμός για την εξασφάλιση της συνέχειας των κοινοτικών δραστηριοτήτων. Το αίτημα αυτό πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη, καθόσον μάλιστα εν προκειμένω είναι δύσκολο να εφαρμοστεί το σύστημα των δωδεκατημορίων του προϋπολογισμού, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 204 της Συνθήκης. Τα δωδεκατημόρια του προϋπολογισμού θα έπρεπε δηλαδή να υπολογιστούν βάσει του προϋπολογισμού του 1994, ο οποίος είχε καταρτιστεί για την Κοινότητα των δώδεκα κρατών μελών, για να ισχύσουν στη συνέχεια για την διευρυμένη πλέον Κοινότητα των δεκαπέντε κρατών μελών. Κατά συνέπεια, προτείνω να γίνει δεκτό το αίτημα του Συμβουλίου, όπως αναδιατυπώθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με τη νομολογιακή αρχή που έχει καθιερώσει το Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις ( 24 ).
Επί των δικαστικών εξόδων
24.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, προτείνω στο Δικαστήριο να κατανείμει τα έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης θεσμικής σημασίας της διαφοράς και των νομικών ζητημάτων αρχής που έθεσαν οι διάδικοι.
Πρόταση
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να κηρύξει βάσιμη την προσφυγή του Συμβουλίου και να ακυρώσει την πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου με την οποία διαπιστώθηκε η οριστική έγκριση του κοινοτικού προϋπολογισμού του έτους 1995, με συνέπεια ότι, αφού ακυρώνεται ο προϋπολογισμός, θα πρέπει η σχετική διαδικασία καταρτίσεως του να αρχίσει και πάλι από το σημείο κατά το οποίο εκδόθηκε η εν λόγω πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου
—
να αποφασίσει ότι δεν θίγονται τα αποτελέσματα του ακυρωθέντος προϋπολογισμού μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα εγκρίνουν οριστικά τον κοινοτικό προϋπολογισμό του 1995
—
να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ L 369 της 31ης Δεκεμβρίου 1994, σ. 1.
( 2 ) Το Συμβούλιο δεν στήριξε την προσφυγή του στις αντίστοιχες διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τη νομολογία. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αφενός έχει αναγνωρίσει ότι η προσφυγή ακυρώσεως που ασκείται βάσει διατάξεως μιας Συνθήκης μπορεί να θεωρηθεί ότι στηρίζεται στην αντίστοιχη διάταξη μιας άλλης Συνθήκης («η ανάγκη ελέγχου της νομιμότητας με πληρότητα και συνοχή επιβάλλει να ερμηνευθεί η διάταξη αυτή [το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ] υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να κρίνει, κατά την εκδίκαση προσφυγής ακυρώσεως κατά πράξεως που εκδόθηκε κατ' επίκληση διατάξεως της Συνθήκης ΕΟΚ, ισχυρισμό περί παραβάσεως κανόνα της Συνθήκης ΕΚΑΕ ή της Συνθήκης ΕΚΑΧ», απόφαση της 29ης Μαρτίου 1990, C-62/88, Ελλάς κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. I-1527, σκέψη 8) και αφετέρου έχει κρίνει παραδεκτές τις προσφυγές που αφορούν ζητήματα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής περισσοτέρων της μιας Συνθηκών, έστω και αν οι προσφυγές στηρίζονται σε διατάξεις μιας μόνο Συνθήκης («όταν η προσβαλλόμενη πράξη αφορά ταυτόχρονα και αδιαίρετα τους τομείς περισσοτέρων Συνθηκών, η προσφυγή είναι παραδεκτή, εφόσον οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου και τα ένδικα μέσα που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις μιας των Συνθηκών εφαρμόζονται επί της εν λόγω πράξεως», απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, 222/83, Commune de Differdange κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2889, σκέψη 6). Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορούν επίσης τα νομολογιακά προηγούμενα που συνίστανται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1986 στην υπόθεση 34/86, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 2155), και στις μεταγενέστερες αποφάσεις που εκδόθηκαν σχετικά με τον προϋπολογισμό και στις οποίες ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός αποτελεί ένα αδιαίρετο σύνολο, διαπνεόμενο από την αρχή του ενιαίου και την αρχή της καθολικότητας.
( 3 ) Κοινή δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982, όσον αφορά διάφορα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί καλύτερη λειτουργία της διαδικασίας του προϋπολογισμού (ΕΕ C 194 της 28ης Ιουλίου 1982, α 1).
( 4 ) Διοργανική συμφωνία της 29ης Οκτωβρίου 1993 για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της διαδικασίας του προϋπολογισμού (ΕΕ C 331 της 7ης Δεκεμβρίου 1993, σ. 1).
( 5 ) Οι παράγραφοι 4 έως 10 του άρθρου 203 έχουν ως εξής:
«4.
Το σχέδιο προϋπολογισμού κατατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το αργότερο την 5η Οκτωβρίου του έτους που προηγείται του έτους της εκτελέσεως του προϋπολογισμού.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να τροποποιεί, με την πλειοψηφία των μελών του, το σχέδιο προϋπολογισμού και να προτείνει στο Συμβούλιο, με απόλυτη πλειοψηφία των ψηφισάντων, τροπολογίες στο σχέδιο προϋπολογισμού, ως προς τα έξοδα τα οποία υποχρεωτικώς απορρέουν από τη Συνθήκη ή από τις πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτής.
Αν εντός σαράντα πέντε ημερών μετά την κατάθεση του σχεδίου προϋπολογισμού το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δώσει την έγκριση του, ο προϋπολογισμός καθίσταται οριστικός.
Αν εντός της προθεσμίας αυτής το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν τροποποιήσει το σχέδιο προϋπολογισμού ούτε προτείνει τροπολογίες στο σχέδιο αυτό, ο προϋπολογισμός θεωρείται ορί/-στικώς εγκριθείς. Αν εντός της προθεσμίας αυτής το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιφέρει τροποποιήσεις ή προτείνει τροπολογίες, το σχέδιο προϋπολογισμού, όπως τροποποιήθηκε ή συνοδευόμενο από τις προτάσεις τροπολογιών, διαβιβάζεται στο Συμβούλιο.
5.
Το Συμβούλιο, αφού συζητήσει το σχέδιο του προϋπολογισμού με την Επιτροπή και, κατά περίπτωση, με τα άλλα ενδιαφερόμενα όργανα, αποφαίνεται υπό τους κατωτέρω όρους:
α)
δύναται, με ειδική πλειοψηφία, να μεταβάλει κάθε μία από τις τροποποιήσεις που επέφερε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
β)
όσον αφορά τις προτάσεις τροπολογιών:
—
αν τροπολογία προτεινόμενη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του συνολικού ποσού των εξόδων ενός οργάνου, ιδίως επειδή η αύξηση των εξόδων που θα επέφερε αντισταθμίζεται ειδικώς από μία ή περισσότερες προτεινόμενες τροπολογίες, οι οποίες συνεπάγονται αντίστοιχη μείωση των εξόδων, το Συμβούλιο δύναται με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει αυτή την πρόταση τροπολογίας- ελλείψει απορριπτικής αποφάσεως, η πρόταση τροπολογίας γίνεται δεκτή
—
αν τροπολογία προτεινόμενη από το Ευρωπαϊκό Κοί/-νοβούλιο έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του συνολικού ποσού των εξόδων ενός οργάνου, το Συμβούλιο δύναται, με ειδική πλειοψηφία, να δεχθεί αυτή την πρόταση τροπολογίας- ελλείψει αποφάσεως περί αποδοχής, η πρόταση τροπολογίας απορρίπτεται-
—
αν, κατ' εφαρμογή των διατάξεων ενός από τα ανωτέρω δύο εδάφια, το Συμβούλιο απορρίψει μία πρόταση τροπολογίας, δύναται με ειδική πλειοψηφία είτε να διατηρήσει το ποσό των εξόδων που αναγράφεται στο σχέδιο του προϋπολογισμού είτε να ορίσει άλλο ποσό.
Το σχέδιο προϋπολογισμού μεταβάλλεται σύμφωνα με τις προτάσεις τροπολογιών που γίνονται δεκτές από το Συμβούλιο.
Αν, εντός δεκαπέντε ημερών από τη γνωστοποίηση του σχεδίου προϋπολογισμού, το Συμβούλιο δεν μεταβάλει καμία από τις τροποποιήσεις που επέφερε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και δεχθεί τις προτάσεις τροπολογιών που του υπεβλήθησαν από αυτό, ο προϋπολογισμός θεωρείται ως οριστικώς εγκριθείς. Το Συμβούλιο πληροφορεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι δεν μετέβαλε καμία από τις τροποποιήσεις του και ότι οι προτάσεις τροπολογιών έγιναν δεκτές.
Αν, εντός της προθεσμίας αυτής, το Συμβούλιο μεταβάλει μία ή περισσότερες από τις τροποποιήσεις που επέφερε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή αν απορρίψει ή μεταβάλει τις προτάσεις τροπολογιών που υπεβλήθησαν από αυτό, το τροποποιημένο σχέδιο προϋπολογισμού διαβιβάζεται εκ νέου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Συμβούλιο γνωστοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το αποτέλεσμα των συσκέψεων του.
6.
Εντός δεκαπέντε ημερών οπό τη γνωστοποίηση του σχεδίου προϋπολογισμού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πληροφορούμενο περί της συνεχείας που εδόθη στις προτεινόμενες τροπολογίες του δύναται, με πλειοψηφία των μελών του και των τριών πέμπτων των ψηφισάντων, να τροποποιήσει ή να απορρίψει τις μεταβολές που επέφερε το Συμβούλιο στις τροποποιήσεις του και εγκρίνει κατά συνέπεια τον προϋπολογισμό. Αν εντός αυτής της προθεσμίας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν λάβει απόφαση, ο προϋπολογισμός θεωρείται ορι στικώς εγκριθείς.
7.
Όταν περατωθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπιστώνει ότι ο προϋπολογισμός έχει οριστικώς εγκριθεί.
8.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δύναται, αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, με την πλειοψηφία των μελών του και των δύο τρίτων των ψηφισάντων, να απορρίψει το σχέδιο του προϋπολογισμού και να ζητήσει να του υποβληθεί νέο σχέδιο.
9.
Για το σύνολο των εξόδων που δεν απορρέουν υποχρεωτικώς από τη Συνθήκη ή από τις πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτής, ορίζεται κατ' έτος ανώτατο ποσοστό αυξήσεως σε σχέση προς τα έξοδα της αυτής φύσεως του τρέχοντος οικονομικού έτους.
Η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής, ορίζει αυτό το ανώτατο ποσοστό το οποίο προκύπτει:
—
από την εξέλιξη του μεγέθους του ακαθαρίστου εθνικού προϊόντος εντός της Κοινότητας,
—
από τη μέση διακύμανση των προϋπολογισμών των κρατών μελών
και
—
από την εξέλιξη του κόστους ζωής κατά τη διάρκεια του τελευταίου οικονομικού έτους.
Το ανώτατο ποσοστό γνωστοποιείται προ της 1ης Μαΐου σε όλα τα όργανα της Κοινότητας. Τα όργανα της Κοινότητας υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς αυτό κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού με την επιφύλαξη των διατάξεων του τέταρτου και του πέμπτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.
Αν, για τα έξοδα που δεν απορρέουν υποχρεωτικώς από τη Συνθήκη ή από τις πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτής, το ποσοστό αυξήσεως που προκύπτει από το σχέδιο προϋπολογισμού το οποίο καταρτίζεται από το Συμβούλιο είναι ανώτερο από το ήμισυ του ανωτάτου ποσοστού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δύναται, κατά την άσκηση του δικαιώματος του τροποποιήσεως, να αυξήσει περαιτέρω το συνολικό ποσό των σχετικών εξόδων εντός του ορίου του ημίσεος του ανωτάτου ποσοστού.
Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή θεωρούν ότι οι δραστηριότητες των Κοινοτήτων καθιστούν αναγκαία την υπέρβαση του ποσοστού που καθορίζεται κατά τη διαδικασία της παρούσας παραγράφου, είναι δυνατό να ορισθεί νέο ποσοστό κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Συμβουλίου, που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αποφασίζει με την πλειοψηφία των μελών του και των τριών πέμπτων των ψηφισάντων.
10.
Κάθε όργανο ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται από το παρόν άρθρο σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης και των πράξεων που εκδίδονται δυνάμει αυτής, ιδίως όσον αφορά τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων και την ισοσκέλιση εσόδων και εξόδων.»
( 6 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2).
( 7 ) Το Κοινοβούλιο αναφέρθηκε ρητά στην απόφαοη που εξέδωσε το Διεθνές Δικαστήριο στην υπόθεση Temple de Préah Vihéar (Συλλογή αποφάσεων του ΔΔ 1962, σ. 64) και στην απόφαοη επί της υποθέσεως «Διαιτητική απόφαση που εξέδωσε ο βασιλιάς της Ισπανίας στις 23 Δεκεμβρίου 1906» (Συλλογή ΔΔ 1910, σ. 192).
( 8 ) Στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 204/86, Ελλάς κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5323), το Δικαστήριο εξέτασε πράγματι αν ορισμένα κονδύλια του προϋπολογισμού μπορούσαν να χαρακτηριστούν νομίμως ως υποχρεωτικά. Το Δικαστήριο όμως συνήγαγε τα συμπεράσματα του ως προς τη φύση των σχετικών δαπανών από ορισμένα συγκεκριμένα στοιχεία που τις χαρακτήριζαν, αλλά δεν καθιέρωσε γενικά κριτήρια για την ορθή κατάταξη των δαπανών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
( 9 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2).
( 10 ) Η θεσμική διαδικασία που οδήγησε στη διατύπωση της κοινής δηλώσεως του 1982 περιγράφτηκε από τον γενικό εισαγγελέα Mancini στις προτάσεις που ανέπτυξε επί της υποθέσεως 34/86 (και στις οποίες παραπέμπω), επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986.
( 11 ) ΕΕ L 185 της 15ης Ιουλίου 1988, σ. 33.
( 12 ) θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή ιδιαίτερα στις ακόλουθες διατάξεις της συμφωνίας του 1993:
«ΙΠ. Η ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
16.
Τα όργανα αναλαμβάνουν την υποχρέωση να χορηγήσουν στον προϋπολογισμό τις απαραίτητες πιστώσεις για την εκπλήρωση, συμφωνά με τη δημοσιονομική πειθαρχία και την παράγραφο 13, τέταρτο εδάφιο, των νομικών υποχρεώσεων και των εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών δεσμεύσεων των Κοινοτήτων.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιβεβαιώνουν τις αρχές και τους μηχανισμούς που προβλέπονται για τη γεωργική κατευθυντήρια γραμμή, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Εδιμβούργου.
Τα όργανα συμφωνούν ότι όλες οι δαπάνες των τομέων 2 και 3 των δημοσιονομικών προοπτικών αποτελούν μη υποχρεωτικές δαπάνες.
Τα όργανα συμφωνούν να θεσπίσουν μια διαδικασία διοργανικής συνεργασίας για τα θέματα προϋπολογισμού. Οι λεπτομέρειες για τη συνεργασία αυτή περιλαμβάνονται στο παράρτημα II, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας.
17.
Τα δύο σκέλη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής συμφωνούν ότι θα δεχτούν, για τα οικονομικά έτη 1993-1999, τα ανώτατα ποσοστά αύξησης των μη υποχρεωτικών δαπανών που θα προκύψουν από τους προϋπολογισμούς που καταρτίζονται εντός των ανωτάτων ορίων των δημοσιονομικών προοπτικών.»
«Δήλωση για τις διατάξεις διαδικασίας του προϋπολογισμού της Συνθήκης
(παράγραφος 16, τρίτο εδάφιο)
Τα όργανα θεωρούν ότι οι διατάξεις διαδικασίας του προϋπολογισμού της Συνθήκης, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος υποχρεωτικών και μη υποχρεωτικών δαπανών, θα πρέπει να επανεξετασθούν κατά τη διακυβερνητική συνδιάσκεψη που προβλέπεται για το 1996, ούτως ώστε να υπάρξει διοργανική συνεργασία υπό μορφή εταιρικής σχέσης [ισότιμη διοργανική συνεργασία].»
( 13 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (προπαρατεθείσα), και απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Ελλάς κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8).
( 14 ) Η μετάφραση παρατίθεται ανωτέρω στο σημείο 4.
( 15 ) Βλ. την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Ελλάς κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8).
( 16 ) Επ' αυτού αρκεί η παραπομπή στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της Συνθήκης, που ορίζει ότι «κάθε όργανο ενεργεί εντός των ορίων των εξουσιών που του παρέχονται από την παρούσα Συνθήκη».
( 17 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855), κατά την οποία «οι κανόνες που διέπουν τον σχηματισμό της βούλησης των κοινοτικών οργάνων διατυπώνονται στη Συνθήκη και δεν τελούν στη διάθεση ούτε των κρατών μελών ούτε αυτών των οργάνων».
( 18 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, 92/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1980/I, σ. 593). Με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως “διεθνής συμφωνία” μια πράξη που χαρακτηρίζεται ως κοινοτική “απόφαση” τόσο λόγω του αντικειμένου της όσο και λόγω του θεσμικού πλαισίου εντός του οποίου καταρτίστηκε. Το ίδιο ισχύει και για τις οδηγίες του Συμβουλίου».
( 19 ) Το άρθρο 203, παράγραφος 9, τελευταίο εδάφιο, της Συν-θήκης ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, προκειμένου να δώσει τη συγκατάθεση του για το νέο ανώτατο ποσοστό αυξήσεως. Ανάλογη διάταξη ισχύει και για το Κοινοβούλιο, για τη λήψη αποφάσεως του οποίου είναι αναγκαίο η σχετική πρόταση να υπερψηφιστεί από την πλειοψηφία των μελών του και από τα τρία πέμπτα των ψηφισάντων.
( 20 ) Εν πάση περιπτώσει, θα επρόκειτο, αν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί του Κοινοβουλίου, για έλλειψη ενεργητική; νομιμοποιήσεως του Συμβουλίου και όχι για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
( 21 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17).
( 22 ) Το Συμβούλιο ζήτησε τη διατήρηση των αποτελεσμάτων
του προϋπολογισμού βάσει μόνο της διατάξεως της Συνθήκης ΕΚ, δηλαδή του άρθρου 174, χωρίς να αναφερθεί στην ανάλογη διάταξη της Συνθήκης ΕΚΑΕ, δηλαδή στο άρθρο 147. Για τους λόγους που εξέθεσα ήδη στην υποσημείωση 2 σχετικά με τη δυνατότητα θεμελιώσεως της προσφυγής ακυρώσεως, η οποία ασκήθηκε βάσει των διατάξεων μιας Συνθήκης, και στις αντίστοιχες διατάξεις των άλλων κοινοτικών Συνθηκών, θεωρώ ότι το άρθρο 174 της Συνθήκης ΕΚ αποτελεί, κατ' αναλογία, επαρκές νόμιμο έρεισμα, ώστε να υποβληθεί στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου το ζήτημα της διατηρήσεως των αποτελεσμάτων του προϋπολογισμού σε σχέση με όλες τις Συνθήκες.
( 23 ) Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να προσδιορίζει τα αποτελέσματα της ακυρούμένης πράξεως που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους προβλέπεται από το άρθρο 174 μόνο για τους κανονισμούς. Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει επεκτείνει κατ' αναλογία, με πολλές ήδη αποφάσεις, την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και σε άλλες πράξεις, εκτός από αυτές που αναφέρονται στο κείμενο της διατάξεως αυτής: το Δικαστήριο έχει αποφασίσει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση των αποτελεσμάτων οδηγιών (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, C-295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I-4193, και απόφαση της 5ης Ιουλίου 1995, C-21/94, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. I-1827) και των πράξεων εκτελέσεως του προϋπολογισμού (προπαρατεθείσα απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου, και απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, C-284/90, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I-2277). Θεωρώ συνεπώς ότι, αφού στο ζήτημα αυτό έχει δοθεί οριστικά λύση από τη νομολογία, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο για την εφαρμογή του άρθρου 174 και στην προκειμένη υπόθεση.
( 24 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23), απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-388/92, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-2067), και απόφαση της 5ης Ιουλίου 1995, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23).
Full & Egal Universal Law Academy