ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ANTONIO LA PERGOLA
της 23ης Μαΐου 1996 ( *1 )
Ι — Εισαγωγή
1.
Το ερώτημα που υποβλήθηκε από το αιτούν δικαστήριο αφορά την ερμηνεία της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θέτει το άρθρο 6 της Συνθήκης. Με το ερώτημα αυτό ζητείται ειδικότερα να διευκρινισθεί αν η υποχρέωση εγγυοδοσίας για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi), την οποία η σουηδική νομοθεσία επιβάλλει στους αλλοδαπούς ενάγοντες που προτίθενται να ασκήσουν αγωγή κατά Σουηδών υπηκόων ή κατά σουηδικών εταιριών και οι οποίοι δεν απολαύουν του καθεστώτος που προβλέπεται σε διεθνείς συμφωνίες περί δικαιοδοτικών θεμάτων, συμβιβάζεται με τη διάταξη της Συνθήκης την οποία διαλαμβάνει η διάταξη περί παραπομπής.
II — Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως
2.
Τον Μάιο του 1993, η βρετανική εταιρία MSL Dynamics Ltd (στο εξής: MSL) ενήγαγε τη σουηδική ανώνυμη εταιρία Data Delecta Aktiebolag (στο εξής: Data Delecta) και τον Ronny Forsberg. Η ενάγουσα ζήτησε από το Solna Tingsrätt να υποχρεώσει αλληλεγγύως τους εναγομένους στην καταβολή ποσού 173335 δολαρίων ΗΠΑ (US$), το οποίο της όφειλαν λόγω μη εξοφλήσεως κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο της απαιτήσεως που έχει κατά της Data Delecta. Η εν λόγω απαίτηση προέρχεται από την εκ μέρους της ενάγουσας πώληση μηχανικών μερών ηλεκτρονικού υπολογιστή στην Data Delecta, μεταξύ Απριλίου 1990 και Σεπτεμβρίου 1991. Ο Ronny Forsberg ενήχθη ως εγγυτής της συ-νομολογηθείσας από την εναγόμενη εταιρία οφειλής.
3.
Οι εναγόμενοι αντέκρουσαν την αγωγή και ζήτησαν επιπλέον να υποχρεωθεί η ενάγουσα στην καταβολή ποσού 500000 σουηδικών κορωνών (SKR) ως εγγύηση καλύπτουσα την καταβολή των δικαστικών εξόδων στα οποία ήταν ενδεχόμενο να καταδικαστεί η MSL. Το Solna Tingsrätt απέρριψε το αίτημα των εναγομένων όσον αφορά τη σύσταση της εγγυήσεως, για τον λόγο ότι η σχετική σουηδική νομοθετική διάταξη ήταν αντίθετη προς τη Σύμβαση του Λουγκάνο, η οποία εξάλλου αποτελούσε εν προκειμένω εξαίρεση από τον σουηδικό κανόνα γενικής ισχύος.
4.
Οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως του Solna Tingsrätt ενώπιον του Svea Hovrätt, το οποίο επικύρωσε στις 8 Φεβρουαρίου 1994 την πρωτόδικη απόφαση. Οι εναγόμενοι άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Högsta Domstol. To δικαστήριο αυτό θεώρησε ότι έπρεπε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντίκειται στη Συνθήκη της Ρώμης — ιδίως στο άρθρο 6 (πρώην άρθρο 7) — η επιβολή εγγυοδοσίας σε ενάγοντα που αποτελεί βρετανικό νομικό πρόσωπο, εφόσον ανάλογη υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί σε σουηδικά νομικά πρόσωπα;»
ΙΙΙ — Οι κανόνες που έχουν εφαρμογή στη διαφορά
5.
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, συμφωνά με το άρθρο 1 του νόμου 1980: 307, οι αλλοδαποί ενάγοντες που δεν κατοικούν στη Σουηδία ή τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, που προτίθενται να ασκήσουν αγωγή ενώπιον σουηδικού δικαστηρίου κατά Σουηδού υπηκόου ή σουηδικού νομικού προσώπου, υποχρεούνται, αν ο εναγόμενος υποβάλει σχετικό αίτημα, να παράσχουν εγγύηση καλύπτουσα την καταβολή των δικαστικών εξόδων στα οποία είναι ενδεχόμενο να καταδικαστούν με απόφαση παράγουσα δεδικασμένο. Βάσει του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί εφόσον δεν παρασχέθηκε εγγύηση ικανοποιητική κατά την κρίση του εναγομένου ή του δικαστηρίου. Βάσει του άρθρου 5, τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα απαλλάσσονται της υποχρεώσεως αυτής εάν αυτό προβλέπεται σε διεθνείς συμβάσεις που δεσμεύουν το Βασίλειο της Σουηδίας.
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επιπλέον ότι οι αλλοδαποί υπήκοοι και τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα των διαφόρων χωρών απαλλάσσονται της υποχρεώσεως εγγυοδοσίας εφόσον τα κράτη αυτά έχουν προσχωρήσει στις διεθνείς συμβάσεις που αναφέρει το άρθρο 5 του νόμου 1980: 307. Όλοι οι υπήκοοι των κρατών της Δυτικής Ευρώπης και η μεγάλη πλειονότητα των εγκατεστημένων στα κράτη αυτά νομικών προσώπων, εξαιρουμένων ωστόσο της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδας και της Ιρλανδίας, τυγχάνουν της απαλλαγής αυτής. Λόγω της προσχωρήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας στη Σύμβαση του Λουγκάνο της 16ης Σεπτεμβρίου 1988, η οποία τέθηκε σε ισχύ όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας την 1η Ιανουαρίου 1993 (νόμος 1992: 794), οι σουηδικές δικαστικές αποφάσεις και διατάξεις είναι απ' ευθείας εκτελεστές στη Μεγάλη Βρετανία, δεδομένου ότι η χώρα αυτή έχει επίσης προσχωρήσει στη Σύμβαση. Πρέπει ωστόσο να τονισθεί ότι η Σύμβαση του Λουγκάνο δεν έχει επικυρωθεί απ' όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας.
6.
Το αιτούν δικαστήριο υποθέτει ότι, χάρη στην προαναφερθείσα συμβατική ρύθμιση, δεν υφίσταται πλέον ανάγκη εφαρμογής εν προκειμένω της επίμαχης διατάξεως του νόμου 1980: 307. Εν πάση περιπτώσει, το πρόβλημα που τέθηκε στο Δικαστήριο — και είναι το μόνο που πρέπει να μας απασχολήσει — αφορά τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, εξαιρουμένης κάθε άλλης ρυθμίσεως του διεθνούς συμβατικού δικαίου που μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εκδίκαση της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Högsta Domstol.
IV — Παρατηρήσεις επί tou παραδεκτού του ερωτήματος
7.
Η υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα δικαστικά έξοδα (cautio judicatum solvi) προβλέπεται στη σουηδική έννομη τάξη από διάταξη της Πολιτικής Δικονομίας. Πρέπει να εξετασθεί αν η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που εισάγει το άρθρο 6 της Συνθήκης και την οποία επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, παραβιάζεται από μια τέτοια διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία εφαρμόζεται, όπως υπενθυμίστηκε, αποκλειστικά έναντι των υπηκόων ή των νομικών προσώπων αλλοδαπών κρατών και, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, πλην του Βασιλείου της Σουηδίας.
8.
Πρέπει εκ προοιμίου να τονίσω ότι, κατά τη γνώμη μου, είναι αμφίβολο κατά πόσο το ερώτημα, όπως υποβλήθηκε εν προκειμένω, είναι παραδεκτό.
Το άρθρο 6 της Συνθήκης «επιβάλλει», σύμφωνα με όσα έχει πει το Δικαστήριο, «τα πρόσωπα που βρίσκονται σε κατάσταση διεπόμενη από το κοινοτικό οίκαιο να τυγχάνουν απολύτως ίσης μεταχείρισης» ( 1 ) (η υπογράμμιση δική μου). Συγκεκριμένα, τίθεται το ερώτημα — καθόσον η υποχρέωση εγγυοδοσίας που προβλέπεται από τη σουηδική νομοθεσία ως αναπλήρωση της δικαστικής προστασίας επιβάλλεται σε βάρος των φυσικών και νομικών προσώπων άλλων κρατών της Κοινότητας και συνεπάγεται επιπλέον, έστω και κατ' έμμεσο μόνον τρόπο, διακρίσεις σε βάρος πάντοτε των ως άνω προσώπων — του τρόπου κατά τον οποίο τα πρόσωπα αυτά απολαύουν μιας ελευθερίας την οποία εγγυάται η Συνθήκη, ήτοι της ελευθερίας που αφορά την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η επίδικη εγγύηση καθιστά πράγματι δυσχερέστερη την ικανοποίηση των απαιτήσεων που προβάλλουν οι αλλοδαποί επιχειρηματίες και οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις συναφθείσες και συναλλαγές που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αυτό δε, ακριβώς, έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεων, λόγω του αποτρεπτικού χαρακτήρα του μέτρου, όσον αφορά την άσκηση ενός δικαιώματος το οποίο η Συνθήκη αναγνωρίζει στους αλλοδαπούς επιχειρηματίες υπό συνθήκες πλήρους ισότητας σε σχέση με τους Σουηδούς υπηκόους. Η Ελληνική και η Σουηδική Κυβέρνηση, οι οποίες, όπως και η Ιρλανδική Κυβέρνηση, κατέθεσαν παρατηρήσεις, φρονούν ότι αυτό είναι το νόημα του υποβληθέντος ερωτήματος. Η Επιτροπή έχει την ίδια άποψη. Είναι αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ένα τέτοιο ερώτημα. Ωστόσο, οι αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό γεννώνται από το ότι η εμπορική συναλλαγή που βρίσκεται στη βάση της επίδικης απαιτήσεως της κύριας δίκης ανάγεται στην περίοδο μεταξύ Απριλίου 1990 και Σεπτεμβρίου 1991, κατά την οποία το Βασίλειο της Σουηδίας δεν αποτελούσε ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ενόψει της περιστάσεως αυτής, δεν μπορεί επομένως να τεκμαρθεί ότι η αγωγή που άσκησε η ενάγουσα ενώπιον του Solna Tingsrätt προς ικανοποίηση της απαιτήσεως της αποτελεί συνέπεια ή εν πάση περιπτώσει σχετίζεται με πράξη ή έννομη σχέση που μπορεί, κατά τη διενέργεια της πράξεως αυτής, να εμπίπτει στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και, συνεπώς, στην αρχή την οποία επικαλείται η διάταξη περί παραπομπής. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι δεν μπορεί να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων όταν η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ουδεμία έχει σχέση με την «πραγματικότητα», ανεξάρτητα βεβαίως από το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ( 2 ). Φρονώ ότι στο πλαίσιο αυτό «πραγ» ματικότητα σημαίνει επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων ratione temporis.
9.
Πρόκειται για περίπτωση όπου το κοινοτικό δίκαιο αποτελεί ius superveniens ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που υποβάλλει το προδικαστικό ερώτημα ( 3 ). Αν μείνουμε στο πλαίσιο της ειδικής αυτής περιπτώσεως, εξεταζόμενης αποκλειστικά υπό το φως και με τη βοήθεια των αποφάσεων που έχει εκδώσει το Δικαστήριο, συναντάμε το προσφάτως εισαχθέν κριτήριο ότι το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ αν συνδυαστεί με την αρχή του ευμενέστερου νόμου ( 4 ). Ωστόσο, πρόκειται για κριτήριο το οποίο προφανώς δεν αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση. Εδώ το ius superveniens συνίσταται αποκλειστικά από τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Πρέπει εντούτοις να υπενθυμιστεί η διατύπωση που χρησιμοποίησε το αιτούν δικαστήριο, το οποίο αντιμετώπισε το πρόβλημα της εγγυοδοσίας που επιβάλλει ο σουηδικός νόμος, για να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας (και της ενδεχομένης παραβάσεως) του άρθρου 6 της Συνθήκης. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο σκοπός της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν περιορίζεται στις επιπτώσεις επί του δικονομικού δικαίου, στο οποίο κατά γενικό κανόνα αναγνωρίζεται η αρχή της εφαρμογής των πλέον πρόσφατων κανόνων και στα συντελεσθέντα περιστατικά ή σε διαδικασίες που έχουν κινηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος τους. Η εν λόγω αρχή έχει επίσης ουσιαστικό περιεχόμενο, εφόσον το Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο ο εσωτερικός κανόνας να παράγει αποτελέσματα ενέχοντα διακρίσεις σε σχέση με την άσκηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων που διασφαλίζει η Συνθήκη. Το σουηδικό δικαστήριο όμως δεν παρέθεσε καμία διευκρίνιση όσον αφορά τη νομική αιτιολόγηση της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στη διαφορά της κύριας δίκης. Είναι άγνωστο το πώς και γιατί η υπόθεση που υποβλήθηκε στο εν λόγω δικαστήριο υπήχθη στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων ως αρχής θεσπιζόμενης από τη Συνθήκη και όχι από τη Σύμβαση του Λουγκάνο ή, ενδεχομένως, από άλλες πηγές που καθιερώνουν την αρχή αυτή ( 5 ). Επομένως, οι αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό γεννώνται, κατά τη γνώμη μου, κυρίως από το γεγονός ότι δεν προκύπτει σαφώς η λυσιτέλεια του ερωτήματος. Αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι μπορεί να διασκεδάσει τις αμφιβολίες αυτές ή ότι, εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν το κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμογή στην ενώπιον του διαφορά, θα προχωρήσω κατωτέρω στην εξέταση της ουσίας του ερωτήματος.
V — Η ουσία
Η νομική βάση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
10.
Σε δύο ανάλογες προς την παρούσα υπόθεση περιπτώσεις ( 6 ), το Δικαστήριο εξέτασε την επίπτωση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων επί των δικονομικών κανόνων που θεσπίζουν οι εθνικές έννομες τάξεις. Το πρόβλημα που είχε τεθεί και η λύση την οποία έδωσε το Δικαστήριο διαφέρουν στις δύο αυτές διαδικασίες. Στην υπόθεση Hubbard, η διαφορά αφορούσε την cautio judicatum solvi που προβλέπεται στο γερμανικό δίκαιο και η οποία κρίθηκε αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο, μολονότι είχε κληθεί από το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επίσης επί του άρθρου 7 (νυν άρθρο 6) της Συνθήκης, στήριξε παρ' όλ' αυτά την απόφαση του αποκλειστικά στους ειδικούς κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, για τους οποίους επρόκειτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, και ακολούθησε την πρόταση του γενικού εισαγγελέα Darmon ο οποίος είχε επικαλεστεί την αρχή specialia generalibus derogant. Βάσει του άρθρου 6 της Συνθήκης, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων εφαρμόζεται πράγματι «με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων» της Συνθήκης. Στην υπόθεση εκείνη, επρόκειτο, όπως προείπα, για υποχρέωση εγγυοδοσίας καλύπτουσας τα δικαστικά έξοδα, την οποία επέβαλλε το γερμανικό δίκαιο μόνο στους αλλοδαπούς υπηκόους και η οποία είχε επιπτώσεις στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, διότι εμπόδιζε την εντός της Γερμανίας άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων από υπηκόους άλλων κρατών μελών.
11.
Στην υπόθεση Mund & Fester, το Δικαστήριο αντιμετώπισε εν συνεχεία το πρόβλημα του συμβατού προς το κοινοτικό δίκαιο ενός κανόνα του γερμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος επέτρεπε τη συντηρητική κατάσχεση πραγμάτων οσάκις υπάρχει κίνδυνος ότι, «χωρίς την έκδοση τέτοιας διατάξεως, θα καταστεί αδύνατη ή θεμελιωδώς δυσχερέστερη η εκτέλεση της αποφάσεως». Ο επίδικος κανόνας προέβλεπε επιπλέον — δημιουργώντας έτσι ένα τεκμήριο iuris et de iure — ότι «το γεγονός ότι η απόφαση θα πρέπει να εκτελεστεί στην αλλοδαπή πρέπει να θεωρείται ως επαρκής λόγος για την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως». Το ερώτημα που είχε υποβάλει στην υπόθεση εκείνη το αιτούν δικαστήριο — πρέπει να υπενθυμιστεί — επικεντρωνόταν στη Σύμβαση των Βρυξελλών. Το Δικαστήριο ωστόσο αναδιατύπωσε την αίτηση, όπως είχε προτείνει ο γενικός εισαγγελέας Tesauro, προκειμένου να εξετάσει αν η επίμαχη εθνική διάκριση ενείχε διάκριση λόγω ιθαγενείας, απαγορευόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης.
Το Δικαστήριο, έχοντας θέσει κατ' αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα, το επέλυσε θεωρώντας ότι το άρθρο 7 αφορούσε και τη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και συνδυαζόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 220 της Συνθήκης και τις σχετικές διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Ο γερμανικός δικονομικός κανόνας κρίθηκε ασύμβατος προς το κοινοτικό δίκαιο σε σχέση με τις προαναφερθείσες παραμέτρους.
12.
Σε ποιο πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί, ενόψει της υφισταμένης νομολογίας, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο σουηδικό δικαστήριο; Πρέπει καταρχάς να τεθεί το ερώτημα αν η γενική διάταξη του άρθρου 6 αρκεί για την επίλυση της παρούσας υποθέσεως ή αν η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, στο μέτρο που είναι εν προκειμένω σημαντική, περιέχεται σιωπηρώς σε άλλη διάταξη της Συνθήκης που αφορά την ειδική ρύθμιση του θέματος.
Έχουν ήδη λεχθεί πολλά για το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6. Είναι σαφές ότι ο κανόνας αυτός σκοπό έχει να ολοκληρώσει το σύστημα και επιτρέπει την πλήρωση των ενδεχομένων κενών της κοινοτικής έννομης τάξεως. Από την άποψη αυτή, έχει ένα χαρακτήρα τον οποίο θα τολμούσα να χαρακτηρίσω επικουρικό σε σχέση με τους κανόνες που αποβλέπουν ειδικώς στη ρύθμιση τυποποιημένων καταστάσεων. Όπως εξάλλου προείπα, η εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 6 μπορεί να περιοριστεί αν η εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση ρύθμιση υπαχθεί στην αρχή της ειδικότητας. Με άλλα λόγια, η εν λόγω διάταξη καλύπτει το σύστημα κατά τρόπο γενικό, αλλά ειδικοί κανόνες μπορούν να εισαγάγουν (εύλογες και δικαιολογημένες) εξαιρέσεις.
13.
Όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, φρονώ ότι πρέπει να εξετασθεί αν η διάταξη που περιέχεται στη σουηδική έννομη τάξη θίγει άμεσα ή απλώς έμμεσα μια νομική κατάσταση που προστατεύεται από την κοινοτική έννομη τάξη. Αυτό βεβαίως δεν αποτελεί καινοτομία. Το Δικαστήριο υιοθέτησε, μολονότι ατελώς, αυτή τη δεύτερη ερμηνεία του άρθρου 6 στην απόφαση Phil Collins κ.λπ. ( 7 ).
14.
Στην τελευταία αυτή υπόθεση, το Δικαστήριο προτίμησε να υπαγάγει την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού, «χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να υπαχθούν στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 30, 36 59 και 66 της Συνθήκης», στη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που τίθεται από το άρθρο 7. Το Δικαστήριο έκρινε συνεπώς, σε μια υπόθεση όπου είχε γίνει επίκληση διαφόρων διατάξεων της Συνθήκης και ενόψει ειδικότερα της φύσεως των επίμαχων δικαιωμάτων, ότι οι ενδεχόμενες διακρίσεις εις βάρος των εν λόγω δικαιωμάτων αντίκεινται προς τις ελευθερίες που προβλέπει η κοινοτική έννομη τάξη, προσήκουσα δε προστασία κατ' αυτών παρέχει το άρθρο 7 (νυν άρθρο 6) της Συνθήκης.
Όπως έχει ορθώς επισημανθεί ( 8 ), οι κανόνες που αποδοκιμάστηκαν στην περίπτωση εκείνη δεν είχαν άμεση επίπτωση στο δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Οι εν λόγω κανόνες δεν είχαν ως αποτέλεσμα να καθιστούν δυσχερέστερη την άσκηση της ελευθερίας αυτής. Ωστόσο, ο γερμανικός νόμος είχε αρνητικό αποτέλεσμα — έστω και μόνον εμμέσως — στη νομική κατάσταση των δικαιούχων των δικαιωμάτων του δημιουργού, καθόσον περιόριζε τη δικαστική προστασία των προσώπων αυτών. Για τον λόγο αυτό, στην περίπτωση εκείνη η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων υπήχθη στην περιεκτική διάταξη του άρθρου 7.
15.
Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στην παρούσα ένδικη διαφορά απορρέει ακριβώς από τα διδάγματα που μπορούν να αντληθούν απ' αυτή τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση σουηδική διάταξη είναι σαφώς δικονομικής φύσεως και δεν αποσκοπεί, αυτή καθεαυ-τήν, από την άποψη τουλάχιστον του κανονιστικού περιεχομένου της, να ρυθμίσει μια δραστηριότητα εμπορικής φύσεως ούτε αποβλέπει στην όρθωση εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Ωστόσο, επηρεάζει εμμέσως την άσκηση της ελευθερίας αυτής, υπό την έννοια ότι καθιστά δυσχερέστερη την επίλυση των διαφορών που γεννώνται από εμπορικές πράξεις και συναλλαγές σχετιζόμενες με την ελεύθερη διέλευση των εμπορευμάτων.
Η αυτοτέλεια του άρθρου 6 της Συνθήκης
16.
Από τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται óτι ορθώς το αιτούν δικαστήριο επικαλείται το άρθρο 6 ως κανόνα αναφοράς για να εκτιμηθεί αν ο σουηδικός νόμος συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο. Το μόνο πρόβλημα επομένως είναι να εξετασθεί αν πρόκειται για παράμετρο όχι απλώς αναγκαία αλλά και επαρκή, προκειμένου να τελεσφορήσει η έρευνα που απαιτεί το ερώτημα που μας απασχολεί. Αυτό το λέγω επειδή, σε άλλες υποθέσεις παρόμοιες με την παρούσα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε συνδυασμό με συμβατικές διατάξεις που έχουν υιοθετήσει τα κράτη μέλη στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας. Έχω ειδικότερα κατά νου τη λύση που προέκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mund & Fester ( 9 ). Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι ο γερμανικός δικονομικός κανόνας, ανάλογος με αυτόν που είναι υπό εξέταση εν προκειμένω, δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του άρθρου 7 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 220 της Συνθήκης, συνεκτιμώμενες, είναι αλήθεια, με τη Σύμβαση των Βρυξελλών. Ωστόσο, η απάντηση του Δικαστηρίου σ' εκείνη την περίπτωση επηρεάστηκε από τη διατύπωση του ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου — πρέπει να υπενθυμιστεί αυτό — σε σχέση με τη Σύμβαση των Βρυξελλών και μόνο. Προσωπικώς θεωρώ ότι η μνεία της εν λόγω συμβάσεως που έγινε στην περίπτωση εκείνη οφείλεται αποκλειστικά στην ιδιομορφία της συγκεκριμένης περιπτώσεως και στην αναγκαιότητα να προσαρμοστεί η ερμηνεία του άρθρου 7 στον τρόπο κατά τον οποίο το αιτούν δικαστήριο είχε διατυπώσει το προδικαστικό ερώτημα. Συνεπώς, φρονώ ότι ο συνδυασμός των διατάξεων που χρησίμευσε στην υπόθεση αυτή ως βάση της συλλογιστικής του Δικαστηρίου — με ενσωμάτωση του κανόνα του άρθρου 7 της Συνθήκης στις διατάξεις της Συμβάσεως — πρέπει να θεωρηθεί ότι εξετάστηκε ad abundantiam.
17.
Το γεγονός ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θέτει το άρθρο 6 απολαύει πλήρους αυτοτέλειας και δεν χρειάζεται να συνδεθεί με συμβάσεις συναφθείσες από τα κράτη μέλη σε θέματα δικαστικής συνεργασίας, προκειμένου να παραγάγει τα αποτελέσματά της έναντι των εθνικών δικονομικών κανόνων, αποδεικνύεται εξάλλου με επαρκή σαφήνεια από μια άλλη απόφαση του Δικαστηρίου. Αρκεί εδώ να υπενθυμιστεί, πλέον της προπαρατε-θείσας αποφάσεως Phil Collins κ.λπ. ( 10 ), η πολύ γνωστή απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Cowan ( 11 ), στην οποία το Δικαστήριο τόνισε ακριβώς ότι «το δικαίωμα για ίση μεταχείριση που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να εξαρτάται από την ύπαρξη σύμβασης αμοιβαιότητας μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και της χώρας υπήκοος της οποίας είναι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο». Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αφαιρεθεί από τη σουηδική διάταξη, έστω και αν δεν υφίστανται ειδικές διεθνείς συμφωνίες που ρυθμίζουν τον τομέα αυτόν, η δυνατότητα να συνεχίζει να εφαρμόζεται σε σχέση με καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Οι παρατηρήσεις της Σουηδικής Κυβερνήσεως με τις οποίες εκφράζεται αντίθετη άποψη πρέπει να απορριφθούν. Αυτή καθεαυτήν, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θέτει η Συνθήκη επιβάλλει στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, πραγματική υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως τέτοιων αποφάσεων. Στο πλαίσιο πάντα της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, ο κανόνας του άρθρου 220 της Συνθήκης και η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν χρησιμεύουν στην εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, αλλά αποσκοπούν στο να απλοποιήσουν και να καταστήσουν ομοιόμορφες τις διατυπώσεις που απαιτούνται προκειμένου να επιτευχθεί το αποτέλεσμα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων.
18.
Τέλος, επιβάλλεται η ακόλουθη σύντομη παρατήρηση, όσον αφορά την απ' ευθείας εφαρμογή του άρθρου 6. Όπως έχει ήδη διευκρινίσει το Δικαστήριο ( 12 ), ο κανόνας αυτός παράγει αποτελέσματα προφανώς και μεταξύ ιδιωτών, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι πρόκειται για κανόνα του πρωτογενούς δικαίου της Κοινότητας.
IV — Πρόταση
19.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω, αν το Δικαστήριο αποφασίσει να κρίνει παραδεκτή την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο σχετικό ερώτημα:
«Το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ απαγορεύει την επιβολή υποχρεώσεως εγγυοδοσίας για την κάλυψη των δικαστικών εξόδων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 του νόμου 1980: 307 του Βασιλείου της Σουηδίας, σε κοινοτικούς υπηκόους σε σχέση με διαφορές που αφορούν την άσκηση δικαιωμάτων απορρεόντων από την κοινοτική έννομη τάξη.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, ο. 195).
( 2 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, διάταξη της 9ης Αυγούστου 1994, C-378/93, La Pyramide (Συλλογή 1994, ο. I-3999).
( 3 ) Ανάλογο προηγούμενο απαντά στην απόφαση της 15ης Μαρτίου 1994, C-387/92, Banco Exterior de España (Συλλογή 1994, σ. I-877). Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένα από τα προδικαστικά ερωτήματα που είχε υποβάλει το ισπανικό δικαστήριο ήσαν κρίσιμα, καθόσον αφορούσαν καταστάσεις προγενέστερες της προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
( 4 ) Αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1995, C-358/93 και C-416/93, Bordessa κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-361), και της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-163/94, C-165/94 και C-250/94, Sanz de Lera κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-4821).
( 5 ) Ανάλογη παρατήρηση μπορεί να διατυπωθεί σε σχέση με τη δυνατότητα εφαρμογής εν προκειμένω της συμφωνίας περί του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, στην οποία μετέχει το Βασίλειο της Σουηδίας. Η συμφωνία περί του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1994, L 1, σ. 3, τέθηκε σε ισχύ μόλις την 1η Ιανουαρίου 1994, ήτοι κατά χρόνο μεταγενέστερο των περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης. Το άρθρο 4 της συμφωνίας ορίζει ότι, «εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που περιέχονται σ' αυτήν, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας».
( 6 ) Αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1993, C-20/92, Hubbard (Συλλογή 1993, σ. I-3777), και της 10ης Φεβρουαρίου 1994, C-398/92, Mund & Fester (Συλλογή 1994, ο. I-467).
( 7 ) Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, C-92/92 και. C-326/92 (Συλλογή 1993, σ. I-5145).
( 8 ) Rossi: «Principio di non discriminazione c diritti connessi al diritto di autore», στο Foro Italiano, 1994, μέρος IV, στήλη 316.
( 9 ) ΠροπαρατεΟείσα υπόθεση.
( 10 ) ΠροπαρατεΟείσα απόφαση.
( 11 ) ΠροπαρατεΟείσα απόφαση, καθώς και την παλαιότερη απόφαση της 22ας Ιουνίου 1972, 1/72, Frilli (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 59).
( 12 ) ΠροπαρατεΟείσα απόφαση Phil Collins κ.λπ..
Full & Egal Universal Law Academy