Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Στην παρούσα υπόθεση το Tribunal du travail de Tournai (Βέλγιο) υποβάλλει στο Δικαστήριο ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών, προκειμένου να αποφανθεί επί ορισμένων περιστατικών που συνέβησαν πριν αρχίσει να ισχύει την 1η Ιουλίου 1982 ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (1) (στο εξής: κανονισμός 1390/81).
2 Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: ο εναγόμενος, ο H. Kemmler, είναι Γερμανός δικηγόρος που κατοικούσε και ασκούσε το επάγγελμά του στη Γερμανία, ενώ ταυτόχρονα διέθετε διαμονή στο Βέλγιο και ήταν εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο Βρυξελλών, όπου επίσης ασκούσε το επάγγελμά του σε δικηγορικό γραφείο που διατηρούσε με άλλους συνεργάτες. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το Institut national d'assurances sociales pour travailleurs indιpendants (στο εξής: Inasti), ενάγον στην κύρια δίκη, αξιώνει από τον Kemmler την καταβολή 331 271 βελγικών φράγκων (BFR) για ασφαλιστικές εισφορές που όφειλε, αλλά δεν κατέβαλε, για το 1981 και τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1982. Ο εναγόμενος αρνείται να καταβάλει τις εισφορές αυτές, ισχυριζόμενος ότι κατά τις περιόδους αυτές υπαγόταν στο γερμανικό υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ελεύθερων επαγγελματιών, πράγμα που άλλωστε αποδεικνύει.
3 Το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να επιλύσει την ανωτέρω διαφορά, κρίνει αναγκαία την απάντηση στο ακόλουθο ερώτημα:
«Πρέπει τα άρθρα 48, 51, 52 και 59 της Συνθήκης της Ρώμης να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος (εν προκειμένω το Βέλγιο) δεν μπορούσε, πριν από την 1η Ιουλίου 1982, να επιβάλλει στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους (εν προκειμένω της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) οι οποίοι εργάζονταν ως ελεύθεροι επαγγελματίες εντός του εδάφους του ενόσω ασκούσαν παράλληλα την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου κατοικούσαν και υπάγονταν στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των ελεύθερων επαγγελματιών, καθόσον μάλιστα από την υποχρέωση αυτή δεν μπορούσε να προκύψει υπέρ αυτών καμία συμπληρωματική ασφαλιστική προστασία;»
4 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά δηλαδή κατ' ουσίαν αν πριν από την ημερομηνία αυτή ένα κράτος μέλος μπορούσε να επιβάλλει στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα ως ελεύθεροι επαγγελματίες σε δύο κράτη μέλη την υποχρέωση να καταβάλλουν εισφορές στο εθνικό του σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ελεύθερων επαγγελματιών, αν ο ενδιαφερόμενος υπαγόταν ήδη σε ισοδύναμο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους, στο οποίο κατοικούσε, και αν η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών σε δεύτερο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν του παρείχε καμία συμπληρωματική προστασία.
5 Στην παρούσα διαδικασία παρατηρήσεις υπέβαλε μόνον η Επιτροπή. Η Επιτροπή επισημαίνει κατ' αρχάς ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1390/81 προβλέπει ρητά ότι ο κανονισμός δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα για τον προγενέστερο της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του χρόνο, δηλαδή για τον προγενέστερο της 1ης Ιουλίου 1982 χρόνο. Δεδομένου ότι οι περίοδοι για τις οποίες το ενάγον απαιτεί την καταβολή των εισφορών είναι προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι ο κανονισμός δεν έχει εφαρμογή επί των περιόδων αυτών και ότι η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να στηριχθεί στις διατάξεις της Συνθήκης, και συγκεκριμένα στο άρθρο 52, αφού ο Kemmler εργάστηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας τόσο στη Γερμανία όσο και στο Βέλγιο.
6 Η Επιτροπή προσθέτει ότι υφίσταται νομολογία του Πρωτοδικείου επί της ερμηνείας του άρθρου 52 της Συνθήκης, που είναι κρίσιμη για την επίλυση του προκειμένου ζητήματος (συγκεκριμένα πρόκειται για τις αποφάσεις Stanton (2) και Wolf κ.λπ. (3)), και προτείνει να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης δεν επιτρέπει σε κανένα κράτος μέλος να επιβάλλει σε όσους ασκούν ίδιας φύσεως δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, εντός του οποίου κατοικούν και υπάγονται σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, την υποχρέωση να καταβάλλουν εισφορές στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ελεύθερων επαγγελματιών, εφόσον η υποχρέωση αυτή δεν τους παρέχει καμία συμπληρωματική ασφαλιστική προστασία.
7 Ο κανονισμός 1390/81 επεξέτεινε στους ελεύθερους επαγγελματίες την εφαρμογή ορισμένων αρχών που διακηρύσσονταν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (4) (στο εξής: κανονισμός 1408/71), οι οποίες μέχρι τότε είχαν εφαρμογή μόνο στους μισθωτούς. Μεταξύ των αρχών αυτών καταλέγεται και η αρχή ότι, όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, ο εργαζόμενος υπάγεται στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους.
8 Η συγκεκριμένη περίπτωση του Kemmler περιγράφεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 14α του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1390/81:
«Το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, αν ασκεί μέρος της δραστηριότητάς του στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους (...)»
9 Όμως, ο κανονισμός 1390/81, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, δεν δημιούργησε κανένα δικαίωμα για τον πριν από την έναρξη της ισχύος του χρόνο. Δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1982, δηλαδή μετά την περίοδο για την οποία το Inasti αξιώνει την καταβολή των εισφορών, οι διατάξεις του κανονισμού αυτού δεν έχουν εφαρμογή επί της διαφοράς της κύριας δίκης, η οποία συνεπώς πρέπει να επιλυθεί βάσει των διατάξεων της Συνθήκης και μόνο.
10 Ενόψει της περιγραφής των περιστατικών από το αιτούν δικαστήριο, φρονώ, συμφωνώντας με την Επιτροπή, ότι η περίπτωση του Kemmler δεν διέπεται από τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης, τα οποία αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, ούτε από το άρθρο 59, που αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, αλλά εμπίπτει στο άρθρο 52, το οποίο θεσπίζει το δικαίωμα εγκαταστάσεως ορίζοντας τα εξής:
«Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους καταργούνται προοδευτικώς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Η προοδευτική αυτή κατάργηση εκτείνεται επίσης στους περιορισμούς για την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιριών από τους υπηκόους ενός κράτους μέλους που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους.
Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, καθώς και τη σύσταση και τη διαχείριση επιχειρήσεων, και ιδίως εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 2, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου της παρούσας Συνθήκης που αναφέρονται στην κυκλοφορία κεφαλαίων.»
11 Με την απόφαση Klopp (5) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ερμηνευτικώς ότι «η ελευθερία εγκαταστάσεως δεν περιορίζεται στο δικαίωμα δημιουργίας μιας και μόνης εγκαταστάσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας (...) [αλλά] συνεπάγεται επίσης τη δυνατότητα δημιουργίας και διατηρήσεως, εφόσον τηρούνται οι επαγγελματικοί κανόνες, περισσότερων από ένα κέντρων δραστηριότητας στο έδαφος της Κοινότητας».
12 Το 1988 το Δικαστήριο εξέδωσε τις αποφάσεις Stanton (6) και Wolf (7). Τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων εκείνων, στις οποίες τα προδικαστικά ερωτήματα είχαν υποβληθεί επίσης από βελγικά δικαστήρια, μοιάζουν πολύ με τα πραγματικά περιστατικά της προκειμένης υποθέσεως. Αντικείμενο των υποθέσεων εκείνων, όπως άλλωστε και της προκειμένης υποθέσεως, ήταν η εφαρμογή της ίδιας εθνικής ρυθμίσεως, και συγκεκριμένα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος υπ' αριθ. 38, της 27ης Ιουλίου 1967, το οποίο διέπει την κοινωνική ασφάλιση των ελεύθερων επαγγελματιών. Κατά την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, κάθε φυσικό πρόσωπο που αναπτύσσει εντός του Βελγίου επαγγελματική δραστηριότητα που δεν συνίσταται στην παροχή εξαρτημένης εργασίας πρέπει να καταβάλλει εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η υποχρέωση δηλαδή καταβολής εισφορών δεν γεννάται λόγω της κατοικίας ή διαμονής του εργαζομένου, αλλά λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
13 Στις ανωτέρω υποθέσεις οι βελγικές αρχές αξίωναν από τρεις υπηκόους άλλου κράτους μέλους, έναν Βρετανό και δύο Γερμανούς, που εργάζονταν ως μισθωτοί στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γερμανία αντιστοίχως, αλλά ήσαν παράλληλα διαχειριστές σε βελγικές εταιρίες και συνεπώς χαρακτηρίζονταν ελεύθεροι επαγγελματίες στο Βέλγιο, την καταβολή εισφορών στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ελεύθερων επαγγελματιών. Οι περίοδοι για τις οποίες οι βελγικές αρχές αξίωναν την καταβολή αυτή ήσαν επίσης προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1390/81. Η μόνη διαφορά μεταξύ των υποθέσεων εκείνων και της περιπτώσεως του Kemmler συνίσταται στο ότι ο Kemmler εργαζόταν στο άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω στη Γερμανία, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας.
14 Προκειμένου να απαντήσω στο προδικαστικό ερώτημα, θα εξετάσω, πρώτον, αν η εθνική ρύθμιση αντιβαίνει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, η οποία διακηρύσσεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 52 της Συνθήκης, στο οποίο γίνεται λόγος για την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων· δεύτερον, αν η ρύθμιση αυτή συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και, τέλος, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένη.
15 Όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, φρονώ ότι, όπως συνέβαινε και στις προαναφερθείσες υποθέσεις Stanton και Wolf, η επίμαχη εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες που αναπτύσσουν τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους στο Βέλγιο και δεν δημιουργεί καμία διάκριση, ούτε καν έμμεση, που να οφείλεται στην ιθαγένεια. Πράγματι, αφενός η υποχρέωση καταβολής εισφορών επιβάλλεται λόγω του γεγονότος και μόνον ότι ο ενδιαφερόμενος εργάζεται ως ανεξάρτητος επαγγελματίας στη χώρα αυτή και αφετέρου δεν υπάρχει κανείς λόγος για τον οποίο μια διάταξη με το περιεχόμενο αυτό θα μπορούσε να θίγει μόνον ή κυρίως τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών.
16 Δεύτερον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Stanton (8) και Wolf (9) «(...) το άρθρο 52, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης επιτάσσει την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων κράτους μέλους και ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία (...), η διάταξη αυτή αποτελεί κανόνα κοινοτικού δικαίου με απευθείας εφαρμογή (...)». Από τη σκέψη αυτή το Δικαστήριο συνήγαγε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν αυτόν τον κανόνα, έστω και αν - όπως συνέβαινε στις υποθέσεις εκείνες και συμβαίνει επίσης στην περίπτωση του Kemmler -, ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως για την κοινωνική ασφάλιση των ελεύθερων επαγγελματιών, τα κράτη μέλη εξακολουθούσαν να έχουν νομοθετική εξουσία στον εν λόγω τομέα.
17 Ενδείκνυται επίσης να υπομνησθεί ότι «όλες οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων έχουν (...) σκοπό να διευκολύνουν την άσκηση από τους κοινοτικούς υπηκόους πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο σύνολο του εδάφους της Κοινότητας και δεν επιτρέπουν εθνικές ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να είναι δυσμενείς για τους εν λόγω υπηκόους, όταν αυτοί επιθυμούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και πέρα από το έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους» (10).
18 Με βάση την ανωτέρω νομολογία, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ρύθμιση ενός κράτους μέλους, όπως η ανωτέρω περιγραφόμενη, η οποία επιβάλλει την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο ασφαλιστικό σύστημα ελεύθερων επαγγελματιών του κράτους αυτού σε όλους όσους αναπτύσσουν οικονομική δραστηριότητα ως ελεύθεροι επαγγελματίες εντός του εδάφους του κράτους αυτού, χωρίς να προβλέπεται η δυνατότητα να απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών αυτών όσοι εργάζονται επίσης ως ελεύθεροι επαγγελματίες σε άλλο κράτος μέλος, όπου καταβάλλουν ήδη εισφορές σε ισοδύναμο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτού του κράτους, έχει αρνητικές επιπτώσεις επί όλων εκείνων οι οποίοι, όπως ο Kemmler, επεκτείνουν τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους πέρα από το έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους.
19 Όπως όμως είναι γνωστό, «(...) η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από το γενικό συμφέρον και επιβαλλόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί τις δραστηριότητές του στο έδαφος του εν λόγω κράτους, εφόσον το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου έχει την εγκατάστασή του» (11). Κατά συνέπεια, πρέπει να εξακριβωθεί αν στην περίπτωση του Kemmler, ο οποίος κατέβαλλε ήδη εισφορές στη Γερμανία, συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος που δικαιολογούν την υποχρέωση καταβολής εισφορών και στο Βέλγιο.
20 Φρονώ ότι, αν υποτεθεί ότι υπάρχει γενικό συμφέρον του κράτους μέλους να υπάγονται όσοι εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες εντός του εδάφους του στο δικό του σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, το συμφέρον αυτό θα συνίσταται στην αποφυγή του ενδεχομένου να μην έχουν τα πρόσωπα αυτά ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση επελεύσεως ορισμένων κινδύνων. Δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου ο Kemmler υπαγόταν ήδη σε ισοδύναμο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως σε άλλο κράτος μέλος, η ορθή ερμηνεία θα ήταν ότι η εφαρμογή της βελγικής διατάξεως στην περίπτωσή του δεν είναι δικαιολογημένη για λόγους γενικού συμφέροντος.
21 Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι η εφαρμογή στον εναγόμενο της κύριας δίκης της επίμαχης διατάξεως του εθνικού δικαίου θα συνιστούσε φορολογική επιβάρυνση για τον ίδιο, καθόσον δεν θα του παρείχε καμία συμπληρωματική παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως.
22 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως όπως η ανωτέρω περιγραφόμενη σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους, ο οποίος τελεί στην ίδια κατάσταση όπως ο Kemmler, συνιστά αδικαιολόγητο εμπόδιο στην ελευθερία εγκαταστάσεως, καθόσον καθιστά δυσχερέστερη την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων εκτός του εδάφους ενός μόνο κράτους μέλους, και συνεπώς είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 52 της Συνθήκης.
Πρόταση
23 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Tribunal du travail de Tournai ως εξής:
«Το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κανένα κράτος μέλος να επιβάλλει στον υπήκοο άλλου κράτους μέλους, ο οποίος αναπτύσσει, ως ελεύθερος επαγγελματίας, την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα συγχρόνως σε αμφότερα τα κράτη, την υποχρέωση να καταβάλλει εισφορές στο δικό του σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ελεύθερων επαγγελματιών, εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι κατά την ίδια περίοδο έχει υπαχθεί σε ισοδύναμο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτού του άλλου κράτους μέλους, όπου κατοικεί, και ότι η καταβολή εισφορών σε ένα δεύτερο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να του παράσχει καμία συμπληρωματική προστασία.»
(1) - EE L 143, σ. 1.
(2) - Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1988, 143/87 (Συλλογή 1988, σ. 3877).
(3) - Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1988, 154/87 και 155/87 (Συλλογή 1988, σ. 3897).
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73.
(5) - Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 107/83 (Συλλογή 1984, σ. 2971, σκέψη 19).
(6) - Βλ. ανωτέρω υποσημ. 2.
(7) - Βλ. ανωτέρω υποσημ. 3.
(8) - Βλ. ανωτέρω υποσημ. 2, σκέψη 10.
(9) - Βλ. ανωτέρω υποσημ. 3, σκέψη 10.
(10) - Βλ. τη σκέψη 13 των προπαρατεθεισών ανωτέρω στις υποσημειώσεις 2 και 3 αποφάσεων Stanton και Wolf.
(11) - Απόφαση της 20ής Μαου 1992, C-106/91, Ramrath (Συλλογή 1992, σ. Ι-3351, σκέψη 29).
Full & Egal Universal Law Academy