Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Αντικείμενο της προσφυγής
1 Η παρούσα προσφυγή, που ασκήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, βάλλει κατά της αποφάσεως 94/871/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1991 (1) (στο εξής: απόφαση), μόνο στο μέτρο που δεν επιβάρυνε το ΕΓΤΠΕ με το συνολικό ποσό των 116 633 582,10 γερμανικών μάρκων (DM).
Η Γερμανική Κυβέρνηση προέβαλε έξι αιτιάσεις κατά της αποφάσεως ως λόγους ακυρώσεως αυτής, οι οποίοι θα εξεταστούν κατωτέρω με τη σειρά με την οποία προβλήθηκαν στα έγγραφα της διαδικασίας
ΙΙ - Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως: έλλειψη νομικής βάσεως της προσαυξήσεως κατά 10 % (ήτοι κατά 1 031 451,17 DM) του ποσού της διορθώσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή όσον αφορά τις δαπάνες σχετικά με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής για τη χρήση προϋόντων με βάση το άμυλο και τη ζάχαρη
2 Στις 6 Οκτωβρίου 1993 η Επιτροπή ζήτησε από τις γερμανικές αρχές να τροποποιήσουν τις εθνικές διαδικασίες ελέγχου σχετικά με τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής για τη χρήση προϋόντων με βάση το άμυλο και τη ζάχαρη, για να συμμορφωθούν προς τις κοινοτικές διατάξεις στον τομέα αυτόν, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί, ειδικότερα, από το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, Γερμανία κατά Επιτροπής (2). Με την ευκαιρία αυτή η Επιτροπή ζήτησε να ενημερωθούν ταχέως οι υπηρεσίες του ΕΓΤΠΕ για τις τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν προς τον σκοπό αυτόν στη γερμανική έννομη τάξη και για την έναρξη της ισχύος τους. Με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1994 (έγγραφο VI/4480/93), η Επιτροπή όρισε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 (3), την 31η Ιανουαρίου 1994 ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας διαβιβάσεως συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1991 (16 Οκτωβρίου 1990 - 15 Οκτωβρίου 1991).
3 Οι αιτηθείσες πληροφορίες σχετικά με τα θεσπισθέντα μέτρα τροποποιήσεως των διαδικασιών ελέγχου διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή από τις γερμανικές αρχές μόλις τον Ιούλιο του 1994. Κατά συνέπεια, το καθού όργανο αποφάσισε - εξαιτίας της ανεπάρκειας των μέτρων ελέγχου που εφαρμόστηκαν κατά το οικονομικό έτος 1991 - να μην επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ, σε ποσοστό 5,5 %, με τις δαπάνες για τις επίμαχες επιστροφές που χορήγησαν κατά το εν λόγω οικονομικό έτος οι εθνικές υπηρεσίες και οι εθνικοί οργανισμοί που έχουν σχετική εξουσιοδότηση. Ο εφαρμοσθείς συντελεστής καταλογισμού αντιστοιχούσε στον συντελεστή (5 %) που είχε ήδη εφαρμοστεί - για τον ίδιο λόγο - κατά τα οικονομικά έτη 1988-1990, με προσαύξηση 10 % (ήτοι σε ποσοστό 0,5 % των επιμάχων δαπανών) λόγω της καθυστερήσεως κατά την κοινοποίηση των μέτρων τα οποία θεσπίστηκαν προς ρύθμιση της καταστάσεως.
4 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Γερμανική Κυβέρνηση - στηριζόμενη στο χωρίο της συνοπτικής εκθέσεως στο οποίο γίνεται επί λέξει λόγος για «αύξηση κατά 10 % λόγω καθυστερήσεως κατά την τροποποίηση των διαδικασιών» - χαρακτήρισε την προσαύξηση αυτή ως «πρόσθετη κύρωση» λόγω αμελείας και ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή την επέβαλε χωρίς να έχει τη σχετική εξουσία. Πράγματι, το καθού κοινοτικό όργανο είχε αρμοδιότητα να απαιτήσει απλώς να συνάδουν τα προβλεπόμενα από τις εθνικές νομοθεσίες μέτρα προς το κοινοτικό δίκαιο, όχι όμως να επιβάλει κυρώσεις για την ενδεχόμενη καθυστερημένη κοινοποίηση των θεσπισθέντων εσωτερικών μέτρων. Επιπλέον, εφόσον οι νέες διαδικασίες ελέγχου εφαρμόσθηκαν από τον Νοέμβριο του 1993, η καθυστέρηση με την οποία οι γερμανικές αρχές τις κοινοποίησαν στην Επιτροπή δεν μπορεί να έχει σημασία.
5 Τέλος, οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τον υπολογισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων κατά τις προπαρασκευαστικές ενέργειες για την έκδοση της αποφάσεως περί της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές) (4), οι οποίες έχουν εφαρμογή από της καταρτίσεως της συνοπτικής εκθέσεως για την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1990, δεν προβλέπουν προσαύξηση όπως αυτή που βάλλεται εν προκειμένω. Από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει, κατά συνέπεια, ότι το κριτήριο βάσει του οποίου η Επιτροπή μπορεί να κρίνει σκόπιμη μια χρηματοοικονομική διόρθωση και να καθορίσει τον συντελεστή της συνίσταται στην «αξιολόγηση του βαθμού κινδύνου ζημιών σε βάρος των κοινοτικών κεφαλαίων λόγω της ανεπάρκειας των ελέγχων». Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση όμως, οι περιστάσεις υπό τις οποίες τροποποιήθηκαν οι εσωτερικές διαδικασίες (το 1993) και οι περιστάσεις υπό τις οποίες οι εν λόγω τροποποιήσεις κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή (το 1994) δεν μπορούσαν να έχουν αναδρομικώς επιπτώσεις στο νομότυπο των ελέγχων που διενεργήθηκαν το 1991.
6 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο καταλογισμός των επιδίκων δαπανών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έχει τον χαρακτήρα κυρώσεως. Η εφαρμογή του επίδικου συντελεστή καταλογισμού συνάδει προς την πρακτική του καθού οργάνου στον τομέα της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Η πρακτική αυτή ευνοεί τα κράτη μέλη, καθόσον λαμβάνει υπόψη αναδρομικώς τις τροποποιήσεις που επιφέρουν στα συστήματα ελέγχου τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί παράνομα κατά το χρονικό διάστημα (εν προκειμένω τριών ετών) που μεσολαβεί μεταξύ της λήξεως του οικείου οικονομικού έτους και της εκδόσεως της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως. Εν πάση περιπτώσει, ο συντελεστής αυτός είναι σαφώς χαμηλότερος του συντελεστή τον οποίο η Επιτροπή θα μπορούσε νομίμως να εφαρμόσει, ήτοι 100 %. Πράγματι, οι ελαφρυντικές περιστάσεις (εκκρεμής διαφορά ως προς το ζήτημα αυτό), οι οποίες είχαν μέχρι τούδε δικαιολογήσει τον περιορισμό του συντελεστή διορθώσεως στο 5 %, είχαν παύσει να υφίστανται από τις 22 Ιουνίου 1993 (ημερομηνία της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής, βλ. ανωτέρω, σημείο 2). Άλλωστε, στις 31 Ιανουαρίου 1994, η Επιτροπή, ελλείψει πληροφοριών περί του αντιθέτου εκ μέρους των γερμανικών αρχών, δικαιολογημένα υπέθεσε ότι οι αρχές αυτές δεν είχαν ακόμη θέσει τέρμα στη διαπιστωθείσα και για το 1991 παράβαση των κοινοτικών διατάξεων, προς εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
7 Θεωρώ κατ' αρχάς σκόπιμο να διαλύσω την παρεξήγηση που έχει προκαλέσει συναφώς το προσφεύγον κράτος μέλος, το οποίο ισχυρίζεται ότι του έχει επιβληθεί «πρόσθετη κύρωση λόγω αμελείας». Η Επιτροπή δεν διαθέτει συναφώς εξουσία επιβολής κυρώσεων στα κράτη μέλη: αντιθέτως είναι υποχρεωμένη - εφόσον διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων κατά τις πληρωμές τις οποίες διενεργούν τα κράτη μέλη - να προβεί σε διόρθωση των λογαριασμών που αυτά υποβάλλουν. Πράγματι, η χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ των δαπανών που πραγματοποίησαν οι γερμανικές αρχές κατά το οικονομικό έτος 1991 - πράγμα που είναι σχεδόν αυτονόητο - διέπεται από την αρχή ότι μόνον οι δαπάνες οι οποίες διενεργούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες καταλογίζονται στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
8 Συμφωνώ άλλωστε με την Επιτροπή ότι οι δαπάνες για τις επιστροφές που καταβλήθηκαν βάσει της διοικητικής πρακτικής που ίσχυε στη Γερμανία κατά το 1991 θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν το αντικείμενο χρηματοοικονομικής διορθώσεως της τάξεως του 100 % (5): τούτο δε κατά μείζονα λόγο στο μέτρο που η ανεπάρκεια των διενεργηθέντων στον επίμαχο τομέα ελέγχων κατά το προαναφερθέν οικονομικό έτος (και κατά τα προηγούμενα) αναγνωρίστηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής. Επιπλέον, η αρχή της ασφάλειας δικαίου ή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν απαγόρευε στην Επιτροπή να καταλογίσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το σύνολο (ή εν πάση περιπτώσει τμήμα ανώτερο του 5,5 %) των επιδίκων δαπανών για τον λόγο και μόνον ότι, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών των οικονομικών ετών από το 1988 έως το 1990, το καθού όργανο, σε ανάλογες περιστάσεις, περιορίστηκε να εφαρμόσει συντελεστή καταλογισμού 5 %. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος στο οποίο, για λόγους επιεικείας, επιφυλάχθηκε ευνοϋκή μεταχείριση κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους, δεν αποκτά δικαίωμα να απαιτεί από την Επιτροπή να μην προβεί σε διόρθωση των λογαριασμών τους οποίους υπέβαλε - όπως αυτή υποχρεούται να πράξει σε περίπτωση διαπιστώσεως παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων - και κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών που αφορούν τα μεταγενέστερα οικονομικά έτη (6).
9 Από την προσεκτικότερη εξέταση του ζητήματος πάντως προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί ότι η Επιτροπή - όταν προβαίνει σε χρηματοοικονομική διόρθωση των δαπανών που δηλώνει κράτος μέλος οι οποίες όμως αποδεικνύονται ασυμβίβαστες προς τις κοινοτικές διατάξεις σχετικά με τον επίμαχο γεωργικό τομέα - μπορεί να μειώσει το ποσό της διορθώσεως αυτής σε σχέση με το εφαρμοστέο ανώτατο όριο. Το προσφεύγον κράτος μέλος δεν έχει, βεβαίως, κανένα συμφέρον να προβάλει το επιχείρημα αυτό διότι, έστω και αν δεν έχει δικαίωμα στη μείωση της διορθώσεως, αντλεί από αυτήν αναμφιβόλως όφελος.
Το επιχείρημα που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση αφορά μάλλον την εξουσία της Επιτροπής να καθορίζει, κατά διακριτική ευχέρεια, το ποσό της μειώσεως αυτής: το καθού όργανο - υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση - θα μπορούσε να προβεί σε κατ'αποκοπήν μείωση της διορθώσεως αυτής, της τάξεως του 5 %, όχι όμως να επιβάλει την περαιτέρω προσαύξηση του 10 %.
10 Νομίζω πάντως ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' αρχάς, φαίνεται ότι διαφεύγει της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι, με τις μειώσεις των χρηματοοικονομικών διορθώσεων κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, η Επιτροπή καταλήγει συνήθως στο ίδιο αποτέλεσμα με αυτό το οποίο καταγγέλλεται σήμερα ως παράνομο και απαράδεκτο: στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του νομοτύπου των εθνικών μέτρων ελέγχου, όπως αυτών που εφαρμόσθηκαν κατά το οικείο οικονομικό έτος, θα ληφθούν αναδρομικώς υπόψη - προς όφελος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους - οι περιστάσεις που αφορούν τη μεταγενέστερη τροποποίηση των μέτρων αυτών ώστε να καταστούν σύμφωνα προς τις κοινοτικές διατάξεις, τούτο δε παρά το γεγονός ότι η τροποποίηση αυτή, εξ ορισμού, ουδόλως επηρεάζει τον κίνδυνο ζημίας σε βάρος των κοινοτικών κεφαλαίων λόγω της ανεπάρκειας των ελέγχων κατά το οικείο οικονομικό έτος. Cuius commoda, eius et incommoda: τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι η διοικητική πρακτική της Επιτροπής μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, να έχει δυσμενείς δημοσιονομικές επιπτώσεις (ή, ακριβέστερα, λιγότερο ευνοϋκές απ' αυτές τις οποίες το ενδιαφερόμενο κράτος μπορούσε θεωρητικώς να αναμένει). Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως της νομικής φύσεως των κατευθυντηρίων γραμμών και της ενδεχόμενης δεσμευτικής ισχύος τους (7), το επιχείρημα το οποίο η Γερμανική Κυβέρνηση επιχειρεί να θεμελιώσει στο έγγραφο αυτό δεν ευσταθεί (βλ. ανωτέρω, σημείο 5).
11 Επιπλέον, πρέπει επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο υπερβάσεως, στην προκειμένη περίπτωση, των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του καθού οργάνου. Πράγματι, η Επιτροπή επιθυμούσε να παρακινήσει τις γερμανικές αρχές να θέσουν τέρμα στις διαπιστωθείσες παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Και είναι βέβαιο ότι - εάν η ανακοίνωση των τροποποιήσεων της εθνικής νομοθεσίας της είχε περιέλθει πριν από τις 31 Ιανουαρίου 1994 - η επίδικη διόρθωση δεν θα ήταν της τάξεως του 5,5 % αλλά, σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική, της τάξεως του 5 %. Ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων δικαιολογουσών την καθυστέρηση στην κοινοποίηση εκ μέρους των γερμανικών αρχών, οι αρχές αυτές δεν μπορούν να καταλογίσουν την προσαύξηση του 10 % της διορθώσεως παρά στις ίδιες. Άλλωστε, θεωρώ λογικό το ότι η Επιτροπή θέλησε να επιφυλάξει στο κράτος μέλος το οποίο δεν τηρεί την προθεσμία διαβιβάσεως των αναγκαίων συμπληρωματικών πληροφοριών για την εκκαθάριση των λογαριασμών μεταχείριση λιγότερο ευνοϋκή - όχι όμως υπερβολικά ούτε δυσανάλογα - σε σχέση με την επιφυλασσόμενη σε κράτος μέλος το οποίο τηρεί τους κανόνες. Εάν η ακριβής τήρηση της εν λόγω προθεσμίας έχει πράγματι μεγάλη σημασία για να μπορέσει η Επιτροπή να προβεί σε όσο το δυνατόν ταχύτερο έλεγχο των εθνικών λογαριασμών (8), πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι - εάν δεν είχε επιβάλει καμία προσαύξηση εν προκειμένω στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας - η Επιτροπή θα είχε διαβιβάσει στα κράτη μέλη μήνυμα με την ακριβώς αντίθετη έννοια.
Νομίζω ότι η λύση που προτείνω συνάδει προς τις αρχές που διατυπώθηκαν με την απόφασή σας της 9ης Αυγούστου 1994 στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής (9). Η απόφαση αυτή καθιστά σαφές ότι, όταν, κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως, η Επιτροπή ζητεί από κράτος μέλος - μετά τη λήξη της προθεσμίας που του έταξε για την προσκόμιση των συμπληρωματικών πληροφοριών - να προσκομίσει άλλα πληροφοριακά στοιχεία, χωρίς να τάξει προθεσμία, δεν μπορεί στη συνέχεια να αρνηθεί να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τα επίδικα ποσά λόγω του ότι οι πληροφορίες που προσκόμισαν οι εθνικές αρχές μετά την εκπνοή της αρχικώς ταχθείσας προθεσμίας διαβιβάσθηκαν με καθυστέρηση. Νομίζω ότι η απόφαση αυτή αναγνωρίζει σαφέστατα την εξουσία της Επιτροπής να αρνηθεί να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ επικαλούμενη την έλλειψη τηρήσεως της προθεσμίας, εφόσον δεν την παρέτεινε στη συνέχεια ή δεν δήλωσε ότι παραιτείται από την τήρησή της. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ - Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως: παράνομος χαρακτήρας της διορθώσεως των 54 275 090,69 DM για τις παρατυπίες κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων προς την Πολωνία
12 Aπό τις έρευνες που διεξήγαγε το ΕΓΤΠΕ [κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (10)], σε συνεργασία με τις αρμόδιες γερμανικές και ολλανδικές υπηρεσίες κατά τον Νοέμβριο του 1991 και τον Απρίλιο του 1992, προέκυψε ότι από τις δύο αυτές χώρες εξήχθησαν βοοειδή, τα οποία δηλώθηκαν ψευδώς ως βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους, προς την Πολωνία, όπου τα ζώα αυτά στην πραγματικότητα εσφάγησαν. Όσον αφορά τη Γερμανία, οι εξαγωγές αυτές, οι οποίες άρχισαν το 1991, μειώνονταν βαθμηδόν και τελικώς σταμάτησαν εντελώς μόνο και μόνο διότι οι εθνικές διαδικασίες ελέγχου κατέστησαν αυστηρότερες από τον Οκτώβριο του ιδίου έτους (11). Mέχρι την ημερομηνία αυτή οι υπεύθυνοι για την πληρωμή γερμανικοί οργανισμοί είχαν καταβάλει στους εξαγωγείς τις επιστροφές χωρίς να διαθέτουν τις αναγκαίες αποδείξεις περί της εισαγωγής (ακριβέστερα περί της χρήσεως) στην τρίτη χώρα, οι οποίες απαιτούνται κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (12), και χωρίς να ελέγξουν αν τα ζώα ήταν ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη (η προϋπόθεση αυτή πρέπει να συντρέχει για τη χορήγηση των επιστροφών κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 του ιδίου κανονισμού). Ο έλεγχος αυτός θα έπρεπε να έχει ως αντικείμενο τη γενετική αξία των ζώων και τις αποδόσεις τους όπως επιβάλλουν - κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής - οι διατάξεις του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1544/79 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1979, περί χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή βοοειδών αναπαραγωγικών καθαράς φυλής (13), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, στοιχείο αα, και 6 της οδηγίας 77/504/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1977, περί των ζώων αναπαραγωγής του βοείου είδους καθαρόαιμου γένους (14). Οι γερμανικές αρχές περιορίστηκαν, αντιθέτως, στην απλή προσκόμιση των αντιτύπων ελέγχου Τ5 και των πιστοποιητικών που χορηγούνται από τις ενώσεις κτηνοτρόφων ως γενεαλογικά πιστοποιητικά και πιστοποιητικά αναπαραγωγής, τα οποία δεν περιείχαν πάντως στοιχεία σχετικά με τις αποδόσεις και την εκτίμηση της γενετικής αξίας των ζώων ούτε σχετικά με τους προγόνους τους (εκτός, ενίοτε, από τις ενδείξεις που περιορίζονται στους γεννήτορες).
13 Η διαπίστωση ότι τα εξαχθέντα στην Πολωνία ζώα προορίζονταν για σφαγή μάλλον παρά για αναπαραγωγή επιβεβαιώθηκε, επιπλέον, από το γεγονός ότι έπασχαν από λεύκωση. Το δικαίωμα για επιστροφές αποκλειόταν, κατά συνέπεια, και λόγω του ότι το προϋόν δεν ήταν υγιούς ποιότητας.
i) Παράνομος συνυπολογισμός των ποσών του οικονομικού έτους 1992 κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1991
14 Με το υπόμνημα απαντήσεως η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κακώς περιελήφθη στη χρηματοοικονομική διόρθωση για το οικονομικό έτος 1991 ένα κονδύλι (ίσο προς 15 037 768,01 DM) σχετικά με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής που καταβλήθηκαν το 1992. Εάν η Επιτροπή επιθυμούσε να προβεί στη διόρθωση των εν λόγω δαπανών που δηλώθηκαν για το οικονομικό έτος 1992, όφειλε να το πράξει στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το εν λόγω οικονομικό έτος.
15 Η Επιτροπή επισημαίνει, κατ' αρχάς, το απαράδεκτο του παρόντος σκέλους - το οποίο δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής και, κατά συνέπεια, είναι όψιμο - του δευτέρου λόγου ακυρώσεως και διευκρινίζει ότι ο συνυπολογισμός κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1991 ποσών που αφορούν το επόμενο οικονομικό έτος οφείλεται στο γεγονός ότι οι έλεγχοι στους οποίους προέβη αναφέρονται στα δύο έτη. Η ένταξη λογαριασμών και δαπανών που αφορούν διαφορετικά οικονομικά έτη σε ενιαία διαδικασία εκκαθαρίσεως, στο πλαίσιο ενιαίου συστήματος ελέγχου, δεν είναι καθόλου σπάνιο φαινόμενο.
ii) Περιεχόμενο και τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εθνικές αρχές για τη χορήγηση των επιδίκων επιστροφών λόγω εξαγωγής, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 του κανονισμού 3665/87
16 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα εξαχθέντα βοοειδή πληρούσαν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθούν ως βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους και ότι όντως τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία και διατέθηκαν στο εμπόριο στην πολωνική αγορά. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι τα περισσότερα από τα ζώα αυτά εσφάγησαν κατά την άφιξή τους στην Πολωνία και συνιστούσαν, στην πραγματικότητα, ζώα σφαγείου δεν στηρίζεται σε σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες, όπως απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου, ώστε να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις περί βάρους αποδείξεως. Όσον αφορά, άλλωστε, τον ισχυρισμό ότι τα ζώα δεν είναι υγιούς ποιότητας (εμφάνιση λευκώσεως, βλ. ανωτέρω σημείο 13), η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι οι εισαγωγές βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους στην Πολωνία υποβάλλονταν σε λίαν αυστηρούς υγειονομικούς ελέγχους, οι οποίοι περιλαμβάνουν την προσκόμιση πιστοποιητικού χορηγηθέντος από συμβεβλημένο με τη δημόσια αρχή κτηνίατρο. Ελλείψει αποδείξεως περί του αντιθέτου από την Επιτροπή, δεν υφίσταται λόγος αμφιβολίας περί του ότι οι έλεγχοι αυτοί διενεργήθηκαν νομοτύπως στην περίπτωση των επιδίκων συναλλαγών.
17 Επιπλέον, όπως ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση, το 1991 το κοινοτικό δίκαιο δεν διευκρίνιζε - σε σχέση με τη χορήγηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής - τις διατυπώσεις αποδείξεως και ελέγχου των αποδόσεων και της γενετικής αξίας των βοοειδών αναπαραγωγής (βλ. κατωτέρω σημείο 28). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί να προσάπτει στις γερμανικές αρχές ότι - μέχρι τη δημιουργία αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη παρατυπιών - αναγνώριζαν ότι τα εθνικά γενεαλογικά πιστοποιητικά έχουν αποδεικτική ισχύ ως προς την ιδιότητα των ζώων ως ζώων αναπαραγωγής (και κατά συνέπεια ως προς την ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα των εξαγομένων προϋόντων) και ότι χορήγησαν τις αιτηθείσες επιστροφές, όπως επιβάλλει η ισχύουσα νομοθεσία. Δεν ασκεί επίσης επιρροή το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εξαγωγείς υπέβαλαν γενεαλογικά πιστοποιητικά τα οποία δεν ανάγονται μέχρι τους πάππους των ζώων. Άλλωστε, εφόσον, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1 της οδηγίας 77/504, δεν είναι αναγκαίο να έχει καταχωρηθεί το ζώο σε γενεαλογικό βιβλίο για να εμπίπτει στην έννοια του «βοοειδούς αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους» - πρέπει απλώς να δύναται να εγγραφεί -, αρκεί για να αναγνωριστεί η ιδιότητα αυτή η εκ των υστέρων σύνταξη ή προσκόμιση γενεαλογικών πιστοποιητικών.
18 Η Επιτροπή αντικρούει, κατ' αρχάς, τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι το 1991 η κοινοτική έννομη τάξη δεν περιελάμβανε νομοθεσία σχετικά με τους ελέγχους της ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας των βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους που προορίζονταν για εξαγωγή, βάσει της γενετικής αξίας των ζώων και των αποδόσεών τους. Αντί να περιοριστούν στον έλεγχο των στοιχείων που περιλαμβάνονται στα αντίτυπα ελέγχου Τ5, οι γερμανικές αρχές όφειλαν, κατά συνέπεια, να απαιτήσουν επίσης, κατά την εξαγωγή, την προσκόμιση των κατάλληλων πιστοποιητικών που μνημονεύουν ότι τα βοοειδή προορίζονταν για την αναπαραγωγή.
Η Επιτροπή φρονεί ότι διαφεύγει των γερμανικών αρχών ότι η διαδικασία ελέγχου της ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας του εξαγομένου προϋόντος διεξάγεται σε δύο διαδοχικά στάδια. Το γεγονός ότι το άρθρο 1 της οδηγίας 77/504 απαιτεί απλώς να δύναται το ζώο να εγγραφεί σε γενεαλογικό βιβλίο έχει σημασία μόνο προκειμένου να διαπιστωθεί ότι το εμπόρευμα που μνημονεύεται στη διασάφηση εξαγωγής και το εμπόρευμα που όντως εξήχθη ταυτίζονται (πρώτο στάδιο του ελέγχου). Αντιθέτως, εφόσον αποδειχθεί η ως άνω ταυτότητα, η εξακρίβωση του γεγονότος ότι τα εξαχθέντα βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους είναι ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας (δεύτερο στάδιο του ελέγχου) δεν είναι δυνατόν να μη περιλαμβάνει τον έλεγχο των αποδόσεων και των ενδείξεων σχετικά με τη γενετική αξία. Πράγματι, η αξία της χρησιμοποιήσεως των ζώων για την αναπαραγωγή - η οποία προσδιορίζει την εμπορική τους αξία - δεν μπορεί να καθοριστεί παρά μόνο βάσει των στοιχείων αυτών. Τούτο άλλωστε προκύπτει, κατά την Επιτροπή, από το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87, κατά το οποίο - για την αναγνώριση του δικαιώματος επιστροφής - η ποσότητα, η φύση και τα χαρακτηριστικά του εξαγομένου προϋόντος πρέπει να αποδεικνύονται κατά την ημέρα της εξαγωγής, ήτοι «την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί η επιστροφή» (βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1). Η υποχρέωση διεξαγωγής των ως άνω ελέγχων προκύπτει κυρίως από την ερμηνεία της ονοματολογίας της δασμολογικής κατατάξεως, η οποία προσδιορίζει τον συντελεστή επιστροφής για κάθε προϋόν. Όμως, η επιλεγείσα ονομασία του «βοοειδούς αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους» - στην οποία αντιστοιχούσε συντελεστής επιστροφής της τάξεως των 98 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα, σαφώς υψηλότερος του συντελεστή που ίσχυε για τα λοιπά ζώντα βοοειδή (55,5 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα) - αναφέρεται κατ' ανάγκη στην ειδική χρήση του ζώου για σκοπούς αναπαραγωγής: κατά συνέπεια, υφίσταται άρρηκτος σύνδεσμος μεταξύ της χρήσεως αυτής και του οικονομικού σκοπού που επιδιώκεται με τη χορήγηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής.
19 Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, στην περίπτωση των επιδίκων συναλλαγών, δεν πραγματοποιήθηκαν οι προβλεπόμενοι από τον πολωνικό νόμο για τις εισαγωγές ζώων αναπαραγωγής υγειονομικοί έλεγχοι. Το γεγονός ότι η έλλειψη των ελέγχων αυτών δεν εμπόδισε τις επίδικες εισαγωγές οφείλεται, κατά την Επιτροπή, στο ότι τα εξαχθέντα από τη Γερμανία ζώα θεωρήθηκαν ως βοοειδή σφαγείου. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το κόστος παραδόσεως των συνοδευτικών εγγράφων (γενεαλογικά και υγειονομικά πιστοποιητικά) των εξαχθέντων ζώων ανήλθε σε 20 DM ανά ζώο, τιμή η οποία δεν αρκεί για να καλύψει ούτε το κόστος (40 DM ανά ζώο) της αναλύσεως αίματος και μόνον, η οποία είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της λευκώσεως.
iii) Παράνομος χαρακτήρας της αρνήσεως της Επιτροπής να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ, επικουρικώς, με τις επίδικες δαπάνες βάσει του προβλεπομένου για τις επιστροφές λόγω εξαγωγής ζώων σφαγείου συντελεστή
20 Επικουρικώς, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής ότι - εφόσον τα αποτελέσματα των στατιστικών αποδεικνύουν ότι οι επίδικες εξαγωγές πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά «με κερδοσκοπικό σκοπό», δηλαδή όχι για να ικανοποιηθεί η όντως υφισταμένη στην αγορά της τρίτης χώρας ζήτηση του σχετικού προϋόντος αλλά αποκλειστικά και μόνον για να χορηγηθούν επιστροφές σε υψηλότερο επίπεδο από τις προβλεπόμενες για τα ζώα σφαγείου - οι εξαγωγείς δεν είχαν το δικαίωμα ούτε να εισπράξουν την επιστροφή βάσει του μειωμένου συντελεστή. Ειδικότερα, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, είναι ανακριβές ότι, βάσει του άρθρου 78 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (15), χρειαζόταν νέα τελωνειακή διασάφηση προς τούτο. Από την παράγραφο 3 της διατάξεως αυτής προκύπτει μόνον η υποχρέωση της τελωνειακής αρχής - εφόσον από τον εκ των υστέρων έλεγχο των τελωνειακών διασαφήσεων συνάγεται ότι οι διατάξεις που διέπουν το οικείο τελωνειακό καθεστώς έχουν εφαρμοστεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων - να θεσπίσει τα απαιτούμενα μέτρα προς επανόρθωση της καταστάσεως. Οι γερμανικές αρχές δεν δέχονται ότι στην πραγματικότητα συμμορφώθηκαν προς την ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στην κοινοτική νομοθεσία. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει το καθού όργανο, ο αρμόδιος για την πληρωμή γερμανικός οργανισμός ζήτησε από τους εξαγωγείς την πλήρη απόδοση των καταβληθέντων ποσών όχι για το σύνολο των εν λόγω συναλλαγών αλλά μόνο για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εξαγωγέας δεν είχε προσκομίσει εμπροθέσμως τις αποδείξεις που ζητήθηκαν (έγγραφα μεταφοράς και τελωνειακά έγγραφα καταρτισθέντα από τις πολωνικές αρχές κατά την εισαγωγή). Στις λοιπές περιπτώσεις, οι επιστροφές καταβλήθηκαν με τον μειωμένο συντελεστή που ισχύει για την εξαγωγή ζώων σφαγείου.
21 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών αποσκοπεί αποκλειστικά στον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνει υπολογισμό των κερδών και των ζημιών παρεμφερή προς αυτόν που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση επιδιώκοντας να ληφθούν υπόψη οι επιστροφές που αντιστοιχούν στις συναλλαγές που όντως πραγματοποιήθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι το προϋόν που μνημονεύεται στην τελωνειακή διασάφηση (βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους) δεν αντιστοιχεί προς το προϋόν που όντως εξήχθη (βοοειδή σφαγείου) έχει ως συνέπεια, κατά την Επιτροπή, ότι ο εφαρμοστέος συντελεστής επιστροφής ισούται προς το μηδέν. Η επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής «ζώων σφαγείου» θα ήταν δυνατή μόνον εάν για την εξαγωγή του προϋόντος αυτού είχε χορηγηθεί βεβαίωση, εν ανάγκη εκ των υστέρων. Κατά την Επιτροπή, η παραπομπή στο άρθρο 78 του κανονισμού 2913/92 καταδεικνύει ακριβώς τη μέθοδο την οποία θα έπρεπε να έχουν εφαρμόσει οι γερμανικές αρχές προκειμένου να διορθώσουν το περιεχόμενο της τελωνειακής διασαφήσεως υπό την προμνημονευθείσα έννοια.
22 Παρατηρώ κατ' αρχάς ότι το γεγονός ότι με την απόφαση λαμβάνονται υπόψη ποσά που αφορούν το οικονομικό έτος 1992 (βλ. ανωτέρω σημεία 15 και 16) ανάγεται ήδη στη συνοπτική έκθεση· πάντως, η προσφεύγουσα κυβέρνηση επικαλέστηκε τον παράνομο χαρακτήρα του εν λόγω συνυπολογισμού για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο ερώτημα σε ποιο από τα δύο προμνημονευθέντα οικονομικά έτη θα έπρεπε να εφαρμοσθεί η επίδικη διόρθωση, το άρθρο 42, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη ο νέος αυτός ισχυρισμός.
23 Κατά τα λοιπά, νομίζω ότι, με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προβάλλει, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί, κατ' ουσίαν, ότι η Επιτροπή προσκόμισε την απόδειξη περί της επίδικης παραβάσεως. Οι διαφορετικές απόψεις των διαδίκων ως προς το σημείο αυτό αντικατοπτρίζουν τη διαφορετική αντίληψή τους ως προς την κατανομή του βάρους της αποδείξεως μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.
Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει ότι το βάρος της αποδείξεως της παραβάσεως των διατάξεων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών φέρει πρωτίστως η Επιτροπή (16). Πάντως, το εν λόγω βάρος αποδείξεως περιορίζεται για τους λόγους που το Δικαστήριο διατύπωσε ως εξής:
«Η διαχείριση της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΠΤΕ γίνεται κυρίως από τις εθνικές διοικητικές αρχές, οι οποίες οφείλουν να επαγρυπνούν για την αυστηρή τήρηση των κοινοτικών κανόνων. Το σύστημα αυτό, το οποίο βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης, δεν υπόκειται σε κανένα συστηματικό έλεγχο εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα, άλλωστε, που θα ήταν ουσιαστικώς αδύνατο για την τελευταία. Πράγματι, μόνον το κράτος μέλος είναι σε θέση να γνωρίζει και να καθορίζει με ακρίβεια τα αναγκαία για την επεξεργασία των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ στοιχεία, ενώ η Επιτροπή δεν βρίσκεται τόσο κοντά όσο απαιτείται για να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται από τους επιχειρηματίες.
Επομένως, η Επιτροπή ενεργεί βάσει στοιχείων που διαβίβασαν τα κράτη μέλη, τα οποία αυτή μπορεί να ελέγξει στο πλαίσιο ερευνών προκειμένου να μπορέσει ενδεχομένως να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει την ακρίβειά τους.
(...) σε περίπτωση που η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγο ότι οι δαπάνες αυτές προκλήθηκαν από καταλογιστέες σε κράτος μέλος παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων, σ' αυτό το κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως την οποία του αρνείται η Επιτροπή.
Πράγματι, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον πλημμελή χαρακτήρα των διαβιβασθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τις εθνικές διοικητικές αρχές. Ο εν λόγω μετριασμός της απαιτήσεως για την εκ μέρους της Επιτροπής απόδειξη εξηγείται από το γεγονός ότι (...) το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής» (17).
24 Εφαρμόζοντας στην παρούσα υπόθεση τις αρχές που μόλις υπενθύμισα, φρονώ ότι μπορεί να αναγνωριστεί υπέρ της Επιτροπής fumus boni juris, πραγμα το οποίο έχει ως συνέπεια την αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως, όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω (18). Οι αμφιβολίες που εξέφρασε η Επιτροπή όσον αφορά τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι γερμανικές αρχές είναι, πράγματι, σοβαρές και εύλογες. Πώς μπορεί να εξηγηθεί, ειδικότερα, η θεαματική κατά το 1991 αύξηση των γερμανικών εξαγωγών βοοειδών χαρακτηρισθέντων ως βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους στην Πολωνία, οι οποίες ήσαν 345 φορές υψηλότερες των εξαγωγών του προηγουμένου έτους (19); Δεν μπορούν επίσης να μη ληφθούν υπόψη οι σαφέστατες δηλώσεις του Oμοσπονδιακού Υπουργού Επισιτισμού, Γεωργίας και Δασών (20), κατά τις οποίες «οι εξαγωγείς επέμειναν να μην περιλαμβάνεται στα κτηνιατρικά πιστοποιητικά που απαιτήθηκαν συμπληρωματικά καμία ένδειξη ως προς την ιδιότητα των ζώων ως βοοειδών σφαγείου. Πράγματι, τα ζώα πληρούσαν αποκλειστικά τις υγειονομικές προϋποθέσεις που αφορούν τα ζώα σφαγείου και όχι τις αυστηρότερες προϋποθέσεις που επιβάλλονται για τα ζώα αναπαραγωγής, στο μέτρο που δεν ήσαν απαλλαγμένα λευκώσεως. Δεν αποκλείεται να θέλησαν οι εξαγωγείς να προλάβουν, με την κατοχή κτηνιατρικού πιστοποιητικού με "ουδέτερη" διατύπωση, τη δημιουργία αμφιβολιών στις τελωνειακές αρχές, στο πλαίσιο ενδεχομένου ελέγχου των κτηνιατρικών πιστοποιητικών για τα ζώα αυτά, ως προς την ιδιότητά τους ως βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους (...). Πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι μεγάλο μέρος των εξαχθέντων προς την Πολωνία ζώων πριν από την έναρξη της ισχύος της ανακοινώσεως της 14ης Οκτωβρίου 1991 δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας που απαιτείται για τη χορήγηση επιστροφών». Οι δηλώσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν από τις δηλώσεις του Πολωνού διευθυντή των κτηνιατρικών υπηρεσιών (21): από την άνοιξη του 1991 δεν εισήχθη στην Πολωνία κανένα βοοειδές αναπαραγωγής εκτός από μερικά ζώα που διέθεταν πιστοποιητικό καταγωγής, ενώ το 90 % των 91 221 ζώντων βοοειδών που εισήχθησαν από τη Γερμανία το 1991 ήσαν βοοειδή σφαγείου τα οποία εσφάγησαν εντός 72 ωρών από της αφίξεώς τους στο πολωνικό έδαφος. Νομίζω ότι οι προμνημονευθείσες διαπιστώσεις συνιστούν, συνολικώς θεωρούμενες τουλάχιστον, σοβαρές, ακριβείς και συγκλίνουσες ενδείξεις περί του ότι τα εξαχθέντα ζώα δεν είχαν στην πραγματικότητα τα ζωοτεχνικά και γενεαλογικά χαρακτηριστικά των βοοειδών αναπαραγωγής και, κατά συνέπεια, ο γερμανικός οργανισμός κατέβαλε στους εξαγωγείς τις αντίστοιχες διαφοροποιημένες επιστροφές χωρίς να τηρήσει τις αναγκαίες διατυπώσεις αποδείξεως και ελέγχου.
25 Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε - ούτε κατά την προ της ενάρξεως της δίκης διοικητική διαδικασία ούτε κατά την παρούσα διαδικασία - να διαψεύσει το περιεχόμενο των δύο προμνημονευθέντων εγγράφων (22). Το ενδεχόμενο, το οποίο εξετάζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (βλ. κατωτέρω σημείο 27), να προόρισαν οι Πολωνοί επιχειρηματίες για το σφαγείο πολύτιμα ζώα αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους φαίνεται εντελώς απίθανο. Το προσφεύγον κράτος μέλος παρέλειψε κατά τα λοιπά να προσκομίσει ακριβή αριθμητικά στοιχεία προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι η αύξηση των εν λόγω εξαγωγών προκλήθηκε από τη διάλυση, το 1991, πολλών γεωργικών συνεταιρισμών στην πρώην Λαϋκή Δημοκρατία της Γερμανίας λόγω της επανενώσεως. Η ύπαρξη εμπορικών αγορών στην Πολωνία για 57 000 περίπου βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους, παρά τις σοβαρές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η πολωνική γεωργία κατά την επίδικη περίοδο, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από κανένα πραγματικό στοιχείο.
26 Πάντως, το επιχείρημα των γερμανικών αρχών έχει ως αντικείμενο την ίδια τη νομική βάση της επίδικης διορθώσεως: η καταβολή των επιδίκων επιστροφών - ισχυρίζονται οι αρχές αυτές - δεν υπόκειται, κατά την κοινοτική νομοθεσία, στην τήρηση των διατυπώσεων σχετικά με την απόδειξη (έλεγχος των αποδόσεων και εκτίμηση της γενετικής αξίας) που αναφέρει η Επιτροπή. Αντιθέτως προς ό,τι εξέθεσε στην απόφασή της η Επιτροπή, το 1991 - έτος κατά το οποίο οι γερμανικές αρχές διαπίστωσαν, τον Οκτώβριο, για πρώτη φορά την ύπαρξη παρατυπιών στον τομέα των εξαγωγών ζώντων ζώων στην Πολωνία, - η κοινοτική έννομη τάξη δεν περιελάμβανε ρύθμιση επιβάλλουσα, στο πλαίσιο των εθνικών διαδικασιών ελέγχου της ποιότητας των εξαγομένων ζώων, την προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων. Πράγματι, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η λειτουργία των επίδικων επιστροφών συνίστατο αποκλειστικά στη δημιουργία διεξόδων για την κοινοτική αγορά των βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους, κατ' εξοχήν αναγκαίων στο πλαίσιο της οικονομικής καταστάσεως που οφειλόταν στην επανένωση και, κατά συνέπεια, οι επιστροφές αυτές θα καταβάλλονταν ανεξαρτήτως του πραγματικού τελικού προορισμού των ζώων. Επομένως, έστω και αν τα εξαχθέντα βοοειδή αναπαραγωγής εσφάγησαν αντί να χρησιμοποιηθούν για την αναπαραγωγή, το γεγονός αυτό είναι άνευ σημασίας για το σύστημα των επιστροφών, το οποίο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την έρευνα ως προς τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα της εξαγωγής.
27 Ειδικότερα, η Επιτροπή πλανήθηκε καθόσον στήριξε τη διαπίστωσή της περί της επίμαχης παραβάσεως στη «ρήτρα για την καταπολέμηση της απάτης» του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του ιδίου κανονισμού, το άρθρο 1 του κανονισμού 1544/79 και τα άρθρα 1 και 6 της οδηγίας 77/504 (βλ. ανωτέρω σημείο 12). Το άρθρο 5, παράγραφος 1, δεν είχε εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν την εν λόγω πτυχή της διαφοράς, διότι δεν συντρέχει καμία από τις περιπτώσεις που απαριθμεί περιοριστικά η οικεία διάταξη (23).
28 Η υποχρέωση προσκομίσεως του γενεαλογικού πιστοποιητικού που μνημονεύει τα αποτελέσματα των ελέγχων των αποδόσεων και της εκτιμήσεως της γενετικής αξίας του ζώου θεσπίστηκε - επισημαίνει ακόμη η Γερμανική Κυβέρνηση - μόλις με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2342/92 (24) και, επομένως, σε χρόνο μεταγενέστερο των επίδικων πραγματικών περιστατικών. Ο κανονισμός αυτός - ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 17 Αυγούστου 1992 και κατήργησε την προηγούμενη νομοθεσία - επανέλαβε ουσιαστικά τις νομοθετικές διατάξεις που είχαν εν τω μεταξύ θεσπιστεί στη Γερμανία: κατά συνέπεια, η Επιτροπή έδειξε σαφέστατα ότι έκρινε ότι η γερμανική αντίδραση στην αύξηση των εξαγωγών των βοοειδών αναπαραγωγής ήταν η προσήκουσα. Πάντως, η Επιτροπή δεν μπορούσε, κατά τη θέσπιση του προσβαλλομένου μέτρου, να λάβει υπόψη τις προϋποθέσεις του κανονισμού κατά τον χρόνο που προηγείται της θέσεώς του σε ισχύ.
29 Η ερμηνεία της προμνημονευθείσας «ρήτρας για την καταπολέμηση της απάτης», την οποία προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για να αρνηθεί τη δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω ρήτρας στην παρούσα περίπτωση, φαίνεται εκ πρώτης όψεως εύλογη. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 εκφράζει, πράγματι, - τουλάχιστον όπως συνάγεται από το γράμμα του - μόνον τη μέριμνα αποφυγής της αυθαίρετης καταβολής διαφοροποιημένων επιστροφών, εφόσον ο δηλωθείς γεωγραφικός προορισμός (τρίτη χώρα για την οποία προβλέπεται υψηλότερη επιστροφή) δεν αντιστοιχεί στον πραγματικό προορισμό (τρίτη χώρα για την οποία η επιστροφή είναι χαμηλότερη). Εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, θα μπορούσε να υποστηριχθεί - όπως το πράττει η Γερμανική Κυβέρνηση - ότι ελάχιστη σημασία έχει το πώς χρησιμοποιείται το εξαχθέν προϋόν: τούτο δε ακόμη και αν, όπως εν προκειμένω, η τιμή του (όπως και ο ισχύων συντελεστής επιστροφής, ο οποίος υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε να μειώσει την κοινοτική τιμή στο επίπεδο της τιμής της αγοράς εντός της τρίτης χώρας εισαγωγής) καθορίζεται βάσει των ποιοτικών χαρακτηριστικών της χρήσεώς του.
30 Πάντως, ενόψει του πνεύματος των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 3665/87, δεν φαίνεται να ευσταθεί η σιωπηρή υπόθεση στην οποία στηρίζεται ο συλλογισμός του προσφεύγοντος κράτους μέλους: ότι δηλαδή ενδεχόμενες καταχρήσεις ως προς τον λειτουργικό προορισμό του εξαγομένου προϋόντος έχουν πάντοτε ελάχιστη σημασία και είναι, κατά συνέπεια, ανεκτές. Νομίζω, αντιθέτως, ότι το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός 3665/87 αποσκοπούσε να εξασφαλίσει ότι οι επιστροφές καταβάλλονται μόνο στα πρόσωπα τα οποία έχουν πράγματι δικαίωμα σ' αυτές, απαιτώντας μάλιστα η δηλωθείσα χρήση να αντιστοιχεί στην πραγματική χρήση του εξαγομένου προϋόντος. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η Επιτροπή ορθώς επικαλέστηκε το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, προσδίδουσα στους όρους «πραγματικός προορισμός» όχι μόνο γεωγραφική αλλά και λειτουργική έννοια. Επομένως, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ότι στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι δύο προϋποθέσεις που προβλέπει διαζευκτικά η προπαρατεθείσα διάταξη. «Σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό προορισμό του προϋόντος» [στοιχείο αα] υπήρχαν αναντιρρήτως, και μόνον εν όψει της θεαματικής αυξήσεως, το 1991, των εξαγωγών βοοειδών (τα οποία δηλώθηκαν ως) αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους (25). Υφίστατο επιπλέον κίνδυνος επανεισαγωγής του προϋόντος στην Κοινότητα [στοιχείο ββ] και μάλιστα λόγω της διαφοράς μεταξύ του ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή που ίσχυε για τα βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους το 1991 (98 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα) και του ποσού των δασμών κατά την εισαγωγή που ίσχυαν για το προϋόν αυτό (μηδέν). Η ιδιαίτερη αυστηρότητα και η αποτελεσματικότητα των μέτρων ελέγχων που εφαρμόζονταν στη Γερμανία για την απαλλαγή των εισαγωγών βοοειδών αναπαραγωγής από τους εισαγωγικούς δασμούς δεν αρκούσαν για την αποτροπή του - δυνάμει υφισταμένου - κινδύνου της ως άνω επανεισαγωγής.
31 Επομένως, από τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5, παράγραφος 1, και 13 του κανονισμού 3665/87, προκύπτει ότι η καταβολή διαφοροποιημένης επιστροφής, ο συντελεστής της οποίας καθορίζεται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του οικείου προϋόντος και της ειδικής χρήσεώς του, υπόκειται σε δύο προϋποθέσεις: όχι μόνο το προϋόν πρέπει να εισαχθεί στην τρίτη χώρα που αναγράφεται στη διασάφηση εξαγωγής, αλλά πρέπει επίσης να διατεθεί όντως στο εμπόριο εντός της χώρας αυτής σύμφωνα με τη συνήθη, βάσει της φύσεώς του και των χαρακτηριστικών του, χρήση. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, για να αποδειχθεί η υγιής, ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα των εξαχθέντων βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους έπρεπε κατ' ανάγκη να αποδειχθεί ότι αυτά διέθεταν συγκεκριμένες γενετικές ιδιότητες και δεδομένη ζωοτεχνική αξία, που παρέχουν τη δυνατότητα διακρίσεως των ζώων αναπαραγωγής από τα λοιπά ζώντα βοοειδή.
32 Αρκούν τα ανωτέρω για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η περιλαμβανομένη στην απόφαση διαπίστωση ότι οι γερμανικές αρχές δεν τήρησαν τις διατυπώσεις αποδείξεως και ελέγχου που προέβλεπε το κοινοτικό δίκαιο κατά τον χρόνο των κρίσιμων περιστατικών είναι βάσιμη και ορθή; Νομίζω ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση· επιβάλλεται να εξεταστεί, κατ' αρχάς, η σημασία η οποία πρέπει να αποδοθεί σε μια άλλη περίσταση την οποία επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αυτή υπογράμμισε ότι μόλις με το άρθρο 3 του μεταγενέστερου κανονισμού 2342/92 (βλ. ανωτέρω σημείο 28) προβλέφθηκε ρητά ότι το γενεαλογικό πιστοποιητικό που υποβάλλεται κατά την εξαγωγή πρέπει να περιλαμβάνει την ένδειξη των αποτελεσμάτων της εκτιμήσεως της γενετικής αξίας. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό είναι άνευ σημασίας: με τη θέσπιση του προπαρατεθέντος μέτρου, είχε απλώς την πρόθεση να διευκρινίσει, για λόγους προστασίας της ασφαλείας δικαίου, τη νομική κατάσταση που υφίστατο ήδη βάσει του κανονισμού 1544/79 και της οδηγίας 77/504.
33 Επιτρέψτε μου να εκφράσω εν συντομία κάποιες αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του εν λόγω ισχυρισμού της Γερμανικής Κυβερνήσεως: πράγματι, το άρθρο 3 του κανονισμού 2342/92 προέβλεψε απλώς την εφαρμογή στον οικείο τομέα, ήτοι στον τομέα των διατυπώσεων που προβλέπονται για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής, των διατάξεων της προπαρατεθείσας αποφάσεως 86/404 (26) - η οποία στηρίζεται στα άρθρα 5 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/504 -, με την οποία η Επιτροπή καθόρισε το υπόδειγμα του γενεαλογικού πιστοποιητικού των βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους που πρέπει να χρησιμοποιείται στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και τις ενδείξεις που πρέπει να αναγράφονται σ' αυτό (συμπεριλαμβανομένων ειδικότερα «των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών απόδοσης και των αποτελεσμάτων καθώς και των πηγών εκτίμησης της γενετικής αξίας του ίδιου του ζώου, των γονέων και των πάππων του»· βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2) (27). Κατά συνέπεια, αμφιβάλλω αν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η απόφαση 86/404 δεν παρείχε στις γερμανικές αρχές επαρκείς ενδείξεις ως προς τις ακριβείς διατυπώσεις που έπρεπε να ακολουθήσουν για να εξακριβώσουν ότι τα εξαχθέντα στην Πολωνία ζώα όντως προορίζονταν για την αναπαραγωγή.
34 Πάντως, το ζήτημα αυτό έχει σχετική μόνον σημασία. Πράγματι, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορούσε εν πάση περιπτώσει να επικαλεστεί υποτιθέμενα κενά ή ανακρίβειες της κοινοτικής νομοθεσίας περί των ελέγχων κατά τoν χρόνο των επιδίκων πραγματικών περιστατικών, εφόσον οι υποχρεώσεις των κρατών μελών στον τομέα αυτόν είναι ανεξάρτητες από τις εξουσίες της Επιτροπής. Λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως της έντιμης συνεργασίας με την Επιτροπή που προβλέπει το άρθρο 5 της Συνθήκης, ειδικότερα όσον αφορά την ορθή χρήση των κοινοτικών πόρων, στα κράτη μέλη εναπόκειται να εξασφαλίσουν στο έδαφός τους την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής (28), συμπεριλαμβανομένης της οργανώσεως ενός συστήματος ελέγχων ικανών να διασφαλίσουν την ορθή τήρηση των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων χορηγήσεως των επιστροφών λόγω εξαγωγής (29). Το Δικαστήριο έχει τονίσει κατ' επανάληψη ότι, κατά την έκδοση των ειδικών πράξεων περί θεσπίσεως μέτρων εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής και περί χρησιμοποιήσεως κονδυλίων του ΕΓΤΠΕ:
«ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θεσπίζει, κατά κανόνα, διατάξεις που να ρυθμίζουν λεπτομερώς τις διαδικασίες ελέγχου, αλλά αφήνει στα κράτη μέλη ελευθερία ως προς τη ρύθμιση των τρόπων διενεργείας του ελέγχου αυτού, ανάλογα με την έννομη τάξη τους και υπ' ευθύνη τους, με σκοπό την επιλογή της πλέον ενδεδειγμένης λύσεως. Αυτή η κατανομή αρμοδιοτήτων είναι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνη προς τις γενικές αντιλήψεις που διαπνέουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών.
(...) Η διάταξη αυτή [άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 (30)], η οποία αποτυπώνει, στον συγκεκριμένο αυτόν τομέα, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης, ορίζει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να ρυθμίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών αποφάσεων περί των γεωργικών παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ και να λαμβάνουν μέτρα προς καταπολέμηση των απατών και των παρατυπιών που διαπράττονται σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις.
Συνεπώς, το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του νομοτύπου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου» (31).
Αντιθέτως, η Επιτροπή έχει συμπληρωματικά μόνο καθήκοντα στο πλαίσιο των εμπεριστατωμένων ελέγχων των δαπανών της Κοινότητας στον τομέα της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (βλ. άρθρο 8, παράγραφος 1, και όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 729/70) (32).
35 Κατά συνέπεια, από τις αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο συνάγω ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν υποχρεωμένη - έστω και ελλείψει σχετικής αιτήσεως της Επιτροπής - να θεσπίσει όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου για να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση και το νομότυπο των επιδίκων εξαγωγών, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που δεν προβλέπονταν ρητώς από την κοινοτική νομοθεσία που ίσχυε συναφώς το 1991 (33). Κατά τα λοιπά, τα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύουν ότι οι γερμανικές αρχές δεν χρειάστηκε να αναμείνουν την έκδοση του κανονισμού 2342/92 για να θεσπίσουν αυστηρότερους κανόνες ελέγχου, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση της 14ης Οκτωβρίου 1991. Κατά συνέπεια, βάσει της νομολογίας σας, οι επίδικες επιστροφές - καταβληθείσες κατά παράβαση της υποχρεώσεως προβλέψεως καταλλήλων ελέγχων των αποδόσεων και της γενετικής αξίας των βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους - δεν συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο και οι σχετικές δαπάνες δεν μπορούν να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ (34).
36 Προσέτι, οι γερμανικές αρχές προέβαλαν επικουρικώς ότι η χρηματοοικονομική διόρθωση των επιδίκων επιστροφών στην οποία προέβη η Επιτροπή ήταν σαφώς μεγαλύτερη αυτής στην οποία μπορούσε νομίμως να προβεί το καθού όργανο. Οι δαπάνες που δήλωσε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έπρεπε να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ τουλάχιστον βάσει του λιγότερο υψηλού συντελεστή επιστροφής που εφαρμόζεται στα ζώα σφαγείου (βλ. ανωτέρω σημεία 18 και 20) (35). Παρατηρώ συναφώς ότι - βάσει των σοβαρών και ευλόγων υπονοιών της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη παρατυπίας και ελλείψει προσκομίσεως οιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου περί του αντιθέτου από τις γερμανικές αρχές (βλ. ανωτέρω σημείο 25) - είναι θεμιτό και ορθό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι επίδικες εξαγωγές είχαν κερδοσκοπικό χαρακτήρα (υπό την έννοια που διευκρινίστηκε ανωτέρω· βλ. σημείο 19). Κατά συνέπεια, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, η Επιτροπή δεν μπορούσε να μεριμνά απλώς για την αποτροπή του κινδύνου αδικαιολόγητου πλουτισμού των Γερμανών επιχειρηματιών, όπως θα όφειλε να πράξει το καθού όργανο εάν η έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ του μνημονευομένου στην τελωνειακή διασάφηση προϋόντος και του προϋόντος που όντως εξήχθη οφειλόταν σε λόγους μη δυνάμενους να καταλογιστούν στους εξαγωγείς (36).
Η παρούσα περίπτωση είναι διαφορετική: οι εξαγωγείς έλαβαν εν προκειμένω εν γνώσει τους χρηματικά ποσά ως επιστροφές για εξαγωγές βοοειδών τα οποία ψευδώς δηλώθησαν ως βοοειδή αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους ενώ στην πραγματικότητα η ποιότητά τους δεν ανταποκρινόταν στη συμφωνηθείσα «υγιή, ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα», εφόσον, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ήσαν απλώς ζώα σφαγείου. Προσέτι, ελλείψει διορθώσεως εκ των υστέρων των τελωνειακών διασαφήσεων για να προσαρμοστεί το περιεχόμενό τους προς την πραγματική κατάσταση - διόρθωση η οποία θα είχε καταστεί δυνατή εάν, για παράδειγμα, οι γερμανικές αρχές είχαν διενεργήσει τους ελέγχους των δηλώσεων που προβλέπει το άρθρο 78 του κανονισμού 2913/92 (βλ. ανωτέρω σημείο 20) -, ενδεχόμενη αποδοχή των αξιώσεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα είχε ως συνέπεια τη δημιουργία μιας ανώμαλης καταστάσεως, δηλαδή την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ, για (τυπικά) εξαγωγές βοοειδών αναπαραγωγής, με ποσά τα οποία, βάσει των ισχυουσών διατάξεων, θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί ως επιστροφές λόγω εξαγωγής ζώντων βοοειδών σφαγείου. Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι οι επίδικες επιστροφές καταβλήθηκαν κατά παράβαση - τόσο από πλευράς τύπου όσο και από πλευράς ουσίας - των διατάξεων των κανονισμών 1544/79 και 3665/87. Επομένως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2 του κανονισμού 729/70, δεν μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από το ΕΓΤΠΕ και έπρεπε να επιβαρύνουν καθ' ολοκληρίαν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (37). Φρονώ, συνεπώς, ότι ούτε ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση μπορεί να γίνει δεκτός.
ΙV - Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως: παράνομος χαρακτήρας της διορθώσεως των 56 692 508,70 DM για τις παρατυπίες (νόθευση των αποδείξεων περί αφίξεως στον προορισμό και νοθείες ως προς το βάρος) της εταιρίας Imex κατά τα έτη 1981 έως 1987 κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων στην Εγγύς και Μέση Ανατολή
i) Διόρθωση της τάξεως των 22 011 281,10 DM για την καθυστέρηση διενεργείας ελέγχου από τις γερμανικές αρχές του νομοτύπου των εξαγωγών που πραγματοποίησε η Imex μετά την 1η Ιανουαρίου 1986: έλλειψη νομικής βάσεως και ανεπαρκής αιτιολογία της διαπιστώσεως της Επιτροπής
37 Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν δέχεται ότι θέσπισε με σημαντική καθυστέρηση τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των συμφερόντων του ΕΓΤΠΕ, κατά παράβαση του καθήκοντός της έντιμης συνεργασίας, και προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν μπόρεσε να εκθέσει συγκεκριμένα και με την προσήκουσα αιτιολογία τις φερόμενες παραβάσεις των γερμανικών αρχών. Φρονεί ότι δεν ήταν δυνατόν να απαιτηθεί διαφορετική συμπεριφορά από τις υπηρεσίες τελωνειακών ερευνών, διότι αυτές έπρεπε να συγκεντρώσουν επαρκείς αποδείξεις παρέχουσες τη δυνατότητα στοιχειοθετήσεως κατηγορίας κατά της εταιρίας Imex χωρίς να της προκαλέσουν υπόνοιες που θα την ωθούσαν ενδεχομένως στην απόκρυψη της παράνομης συμπεριφοράς της, η οποία υποδήλωνε εκλεπτυσμένες μεθόδους νοθεύσεως. Τούτο εξηγεί γιατί, παρά τη διεξαγωγή ερευνών ήδη από τον Δεκέμβριο του 1985, κατέστη δυνατό να τερματιστούν οι νοθείες της Imex ως προς το βάρος των ζώων μόλις μετά την κοινοποίηση, τον Οκτώβριο του 1987, από τις αστυνομικές υπηρεσίες του Μονάχου, των αποτελεσμάτων της έρευνάς τους όσον αφορά τη νόθευση της χρησιμοποιηθείσας σφραγίδας των τελωνείων. Κατά συνέπεια, η άρνηση της Επιτροπής να επιβαρύνει, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 (38), το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό εξαιτίας των καταλογιστέων στις γερμανικές αρχές αμελειών κατά την πρόληψη και την καταστολή των παρατυπιών ήταν παράνομη.
ii) Άρνηση καταλογισμού στο ΕΓΤΠΕ των επιστροφών που καταβλήθηκαν από το 1981 έως το 1987 εξαιτίας των νοθειών ως προς το βάρος που διέπραξαν προστιθέντες των τελωνείων: παράνομος χαρακτήρας της διορθώσεως (25 024 493 DM) στο μέτρο που βαίνει πέραν των διαπιστώσεων του ποινικού δικαστηρίου
38 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά τον υπολογισμό των καταλογιστέων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δαπανών για τις παρανόμως καταβληθείσες επιστροφές, η Επιτροπή δεσμευόταν από τις διαπιστώσεις του Landgericht Mόnchen ως προς τα πραγματικά περιστατικά (125 περιπτώσεις νοθειών ως προς το βάρος τις οποίες είχε διαπράξει ο προστηθείς Η., στην περιοχή φορτώσεως του Αμβούργου, από τις οποίες προέκυψε συνολική ζημία 11 745 714 DM). Καμία χρηματοοικονομική διόρθωση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί βάσει άλλων απλώς τεκμαιρομένων παρατυπιών.
39 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, για να διαπιστωθεί αν οι δαπάνες που πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη στον τομέα της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής συνάδουν ή όχι προς το κοινοτικό δίκαιο - πράγμα το οποίο συνιστά το αντικείμενο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών -, ουδείς λόγος υπάρχει να θεωρηθεί ότι οι διαπιστώσεις εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου είναι καθοριστικής σημασίας. Εφόσον η επιβάρυνση του κράτους μέλους με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση των κοινοτικών διατάξεων δεν προϋποθέτει ότι η παράβαση διαπιστώνεται και κολάζεται ποινικά, η Επιτροπή ορθώς αναφέρθηκε στα αποτελέσματα της έρευνας που διεξήγαγαν οι υπηρεσίες τελωνειακών ερευνών του Μονάχου (284 περιπτώσεις νοθειών ως προς το βάρος, από τις οποίες προέκυψε συνολική ζημία 25 024 493 DM), τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ούτε αντικρούστηκαν.
iii) Παράνομος χαρακτήρας του καταλογισμού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας του ποσού των 9 656 734,74 DM, που αντιπροσωπεύουν το 10 % των πληρωμών που καταβλήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1986, λόγω της καθυστερήσεως στη διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών εκ μέρους των εθνικών αρχών
40 Η Γερμανική Κυβέρνηση βάλλει κατά της αποφάσεως καθόσον περιόρισε στο 90 % των σχετικών ποσών τη μείωση των δαπανών που επιβαρύνουν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ο περιορισμός αυτός - η αιτία του οποίου ανάγεται στην καθυστέρηση με την οποία οι γερμανικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή τις συμπληρωματικές πληροφορίες ως προς το στάδιο εξελίξεως και την δυνάμενη να προβλεφθεί έκβαση των διαδικασιών αναζητήσεως των επιστροφών που καταβλήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1986, στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιήθηκαν νοθείες ως προς το βάρος από τους προστηθέντες του τελωνείου - συνιστά πρόσθετη κύρωση και είναι παράνομος διότι στερείται νομικής βάσεως. Πράγματι, η ανακοίνωση που απέστειλαν οι γερμανικές αρχές στην Επιτροπή στις 27 Μαου 1997 δεν εμπίπτει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, σχετικά με τη διαβίβαση από τα κράτη μέλη αναγκαίων για την εκκαθάριση συμπληρωματικών πληροφοριών (39). Η εν λόγω ανακοίνωση εντάσσεται μάλλον στο πλαίσιο του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που θέσπισε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 595/91 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1991, περί των ανωμαλιών και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στα πλαίσια της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ως και της οργανώσεως ενός συστήματος πληροφορήσεως στον τομέα αυτό και περί της καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 283/72 (40), και ειδικότερα του άρθρου 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Η σημασία της διακρίσεως αυτής έγκειται στο ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91, την πρωτοβουλία της ανακοινώσεως αναλαμβάνουν ενδεχομένως, κατά διακριτική ευχέρεια, τα κράτη μέλη, και η Επιτροπή δεν διαθέτει, κατά συνέπεια, την εξουσία να τάξει κάποια προθεσμία (και ακόμη λιγότερο να επιβάλει κυρώσεις για ενδεχόμενες «καθυστερημένες» ανακοινώσεις). Πράγματι, μόνο το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να εκφέρει οριστική κριση ως προς τις πραγματικές δυνατότητες ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, λαμβανομένων υπόψη του σταδίου εξελίξεως και της προόδου των δυνατών διαδικασιών αναζητήσεως ή των διαδικασιών που έχουν ήδη κινηθεί.
Άλλωστε, κατά τους ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως, ο καθορισμός προθεσμίας από την Επιτροπή για τη διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72 μπορεί να αφορά μόνο τα στοιχεία τα οποία κατά το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να περιλαμβάνονται στην εκκαθάριση των λογαριασμών κάθε οικονομικού έτους. Τα στοιχεία όμως που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για συγκεκριμένο έτος μετά την ανακοίνωση δυνάμει του προπαρατεθέντος άρθρου 5, παράγραφος 2. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αντέστρεψε τη σειρά διεξαγωγής των πράξεων της προβλεπόμενης από την προπαρατεθείσα διάταξη διαδικασίας προβαίνοντας η ίδια στην εκτίμηση της καταστάσεως (στο μέτρο που έκρινε ότι η ανάκτηση των επιδίκων ποσών είναι ανέφικτη) και αποφασίζουσα ότι οι επιστροφές που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στην Imex έπρεπε να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1991. Πάντως, κακώς η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα - βάσει της διαπιστώσεως περί μη τηρήσεως της προθεσμίας της 31ης Ιανουαρίου 1994 (που ορίστηκε για την κοινοποίηση των συμπληρωματικών πληροφοριών όσον αφορά το οικονομικό έτος 1991) - ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 595/91. Εάν ήθελε να επικαλεστεί την εν λόγω (υποτιθέμενη) παράβαση, η Επιτροπή όφειλε εν πάση περιπτώσει να εφαρμόσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία.
41 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η απαιτούμενη διαβίβαση των στοιχείων σχετικά με το στάδιο και τη δυνάμενη να προβλεφθεί έκβαση των διαδικασιών ανακτήσεως πρέπει να διακριθεί από την ειδική ανακοίνωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91, το οποίο κακώς επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση. Εν πάση περιπτώσει, καίτοι η ειδική αυτή ανακοίνωση όντως δεν υπόκειται σε προθεσμίες, τα κράτη δεν μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν για να προκαλέσουν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην εξέλιξη της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, όπως εν προκειμένω. Αντιθέτως, η Επιτροπή επικαλέστηκε τις εξουσίες που της αναγνωρίζει ο κανονισμός 1723/72, ζητώντας από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (και από τα άλλα κράτη μέλη), με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1994, να της κοινοποιήσει εντός 10 ημερών όλες τις συμπληρωματικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διαδικασία εκκαθαρίσεως για το εν λόγω οικονομικό έτος (βλ. ανωτέρω σημείο 2). Για λόγους χρηστής διοικήσεως, ήταν απολύτως θεμιτό να οριστεί εύλογη προθεσμία για την κοινοποίηση των στοιχείων σχετικά με τις διαδικασίες ανακτήσεως των επιστροφών που καταβλήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1986, με τις οποίες η Επιτροπή είχε την πρόθεση να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ - υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ενόψει επίσης των πολυαρίθμων αιτήσεων παροχής πληροφοριακών στοιχείων που η Επιτροπή απηύθυνε στις γερμανικές αρχές πριν από τον Οκτώβριο του 1993, επιβαλλόταν ο καθορισμός της ταχθείσας (με την απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1994) προθεσμίας για την κοινοποίηση των συμπληρωματικών πληροφοριών. Άλλωστε, κατά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή θα μπορούσε κάλλιστα να προβεί στην εκκαθάριση βάσει των στοιχείων που ήδη διέθετε: τούτο θα είχε ως συνέπεια τον καταλογισμό του 100 % των επιδίκων δαπανών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η απόφαση δεν επέβαλε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καμία πρόσθετη κύρωση και συνάδει προς την προηγούμενη διοικητική πρακτική της Επιτροπής, κατά την οποία, η επιβαλλόμενη υπό το φως των νέων πληροφοριακών στοιχείων που διαβίβασε με καθυστέρηση το οικείο κράτος μέλος επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ περιορίζεται στο 90 % των οικείων ποσών.
42 Όσον αφορά τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως - στο μέτρο που με αυτή προσάπτεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η καθυστέρηση κατά τη διενέργεια των καταλλήλων ελέγχων του νομοτύπου των ενεργειών της Imex μετά την 1η Ιανουαρίου 1986 (βλ. ανωτέρω σημείο 37) -, φρονώ ότι ο σχετικός ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Ανεξαρτήτως του ιδίου του γράμματος της συνοπτικής εκθέσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε να γνωρίζει πλήρως το ακριβές περιεχόμενο της παραβάσεως που διαπιστώθηκε στο εν λόγω χωρίο του προσβαλλομένου μέτρου, τουλάχιστον κατόπιν της ανταλλαγής εγγράφων με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως της αποφάσεως. Όπως προκύπτει άλλωστε από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών με την οποία η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ένα μέρος των δαπανών που δήλωσε το οικείο κράτος μέλος δεν χρειάζεται να είναι επαρκώς αιτιολογημένη, εφόσον είναι βέβαιον ότι η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συνδέθηκε στενά με την πορεία καταρτίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και συνεπώς γνώριζε τους λόγους της ως άνω αρνήσεως (41).
43 Ομοίως, δεν έχω πεισθεί από τον ισχυρισμό που αφορά το αβάσιμο της διαπιστώσεως σχετικά με τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων ελέγχου για την προστασία των χρηματοπιστωτικών συμφερόντων της Κοινότητας. Θα υπενθυμίσω τις παρατηρήσεις που διατύπωσα ανωτέρω όσον αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών την οποία έχει προβλέψει ο κοινοτικός νομοθέτης στον τομέα της θεσπίσεως των καταλλήλων μέτρων για την εξασφάλιση του νομοτύπου των δαπανών (βλ. σημείο 34). Θέσπισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εν προκειμένω τα εν λόγω μέτρα όπως της επέβαλλαν το άρθρο 5 της Συνθήκης και το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70; Από τη μελέτη του φακέλου συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτό δεν συνέβη: είναι αληθές ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν παρέμειναν αδρανείς, ούτε όμως διακρίθηκαν για την αποτελεσματικότητά τους. Διαπιστώνω ότι, στο πλαίσιο της υποθέσεως Imex, εξ αρχής και κατ' επανάληψη η μία υπηρεσία τελωνειακών ερευνών παρέπεμπε την υπόθεση στην άλλη επικαλούμενη λόγους κατά τόπον αρμοδιότητας. Επιπλέον, η πρώτη διοικητική έρευνα στην οποία προέβησαν οι υπηρεσίες του Αμβούργου μεταξύ των κτηνοτρόφων που εκτρέφουν ζώα αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους οι οποίοι προμήθευαν την ΙΜΕΞ οργανώθηκε κατά τρόπον ώστε να μην παρουσιάζει καμία χρησιμότητα, καθόσον είχε ως αντικείμενο το βάρος (το οποίο άλλωστε απλώς εκτιμήθηκε αλλά δεν προσδιορίστηκε) των βοοειδών που είχε αγοράσει ο εξαγωγέας αντί του αριθμού των ζώων, δηλαδή του στοιχείου που έχει σημασία για την εξαγωγή. Κατά τα λοιπά, η γερμανική διοίκηση δεν έκρινε σκόπιμο να προβλέψει αξιόπιστο σύστημα ζυγίσεως ή να πραγματοποιήσει φυσικούς ελέγχους σε μεγάλη κλίμακα. Οι έλεγχοι αυτοί, καίτοι φαίνονται ενδεδειγμένοι λόγω του μικρού αριθμού των εξαγωγέων ως προς τους οποίους υπάρχουν υπόνοιες διαπράξεων δολίων ενεργειών (οι εταιρίες Imex και Sόdfleisch), διενεργήθηκαν - όπως υπενθύμισε η Επιτροπή - σε δύο μόνον περιπτώσεις, στη μία εκ των οποίων ο έλεγχος (επ'ευκαιρία εξαγωγής αεροπορικώς) ήταν εξ αρχής καταδικασμένος να αποτύχει (καθόσον η υποχρεωτική ζύγιση των ζώων πριν από τη φόρτωσή τους στο αεροπλάνο καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη τη διαπίστωση ενδεχομένων νοθειών ως προς το βάρος). Όμως, η ελευθερία των κρατών μελών - την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα κυβέρνηση - να επιλέγουν κατά διακριτική ευχέρεια τα πλέον κατάλληλα για να προστατεύσουν τα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα της Κοινότητας μέτρα και το περιεχόμενο των μέτρων αυτών, τα οποία πρέπει να προσαρμόζουν προς τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς που αποτελεί το αντικείμενο έρευνας, δεν μπορεί και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εκλαμβάνεται ως ένα είδος άδειας αμβλύνσεως των απαιτήσεων διενεργείας εμπροθέσμων και αυστηρών ελέγχων που αποσκοπούν στην πρόληψη ενδεχομένων παρατυπιών κατά τις χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ πράξεις. Όπως είχε την ευκαιρία να τονίσει το Δικαστήριο, όσον αφορά τα μέτρα ελέγχου που θεσπίζονται σε κάθε κράτος με σκοπό την εφαρμογή κοινοτικών διατάξεων περί της κοινής γεωργικής πολιτικής, οι εθνικές αρχές πρέπει να ενεργούν με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν κατά την εφαρμογή των αντίστοιχων εθνικών νομοθεσιών, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε προσβολή της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου (42).
44 Επιπλέον, νομίζω - και η παρατήρηση αυτή ισχύει και για τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από τον παράνομο χαρακτήρα της διορθώσεως η οποία πραγματοποιήθηκε λόγω των νοθειών ως προς το βάρος που διέπραξαν oι προστηθέντες του τελωνείου, καθόσον η παρανομία αυτή βαίνει πέραν των παρατυπιών που διαπίστωσε ο ποινικός δικαστής (βλ. ανωτέρω σημείο 38) - ότι τα μέτρα ελέγχου των γερμανικών αρχών ήσαν ασυντόνιστα και αναποτελεσματικά λόγω της απαράδεκτης διαπλοκής της ποινικής διώξεως της παρατυπίας και της προλήψεως, σε δημοσιονομικό επίπεδο, της αδικαιολόγητης εξασθενίσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού. Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι δεν δόθηκε συνέχεια σε μαρτυρικές καταθέσεις που είχαν κάποια σημασία, διότι κρίθηκαν υπερβολικά συνοπτικές ώστε να καταστήσουν δυνατή τη διεξαγωγή ποινικής ανακρίσεως. Άλλωστε, η παράνομη καταβολή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων έπαυσε - ακολούθως δε η Imex τέθηκε υπό εκκαθάριση - κατόπιν της έρευνας την οποία άρχισαν οι γερμανικές υπηρεσίες στις 28 Οκτωβρίου 1987, ήτοι μόλις οκτώ ημέρες μετά την κατάθεση ενώπιον της αστυνομίας του Μονάχου του προσώπου το οποίο είχε προμηθεύσει στον εξαγωγέα τις νοθευμένες σφραγίδες (43). Όμως, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος κράτους μέλους - ότι, στον τομέα της διαχειρίσεως της χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, η πλήρης και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, διά των ελέγχων ως προς την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων πράξεων, εξακολουθεί να υπόκειται στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ποινικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου - αντιβαίνει σαφώς προς τις αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του σχετικά με την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου και το καθήκον έντιμης συνεργασίας των κρατών μελών (44). Φρονώ, αντιθέτως, ότι, σε αντιδιαστολή προς τους ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η πρόληψη των αρνητικών δημοσιονομικών συνεπειών για τον κοινοτικό προϋπολογισμό αποτελεί σκοπό ο οποίος υφίσταται παράλληλα προς τον σκοπό της διαπιστώσεως των παραβάσεων και της ποινικής καταστολής τους, αλλά είναι εντελώς διαφορετικός από αυτόν. Στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών σημασία έχει μόνον ο πρώτος σκοπός.
45 Για τον ίδιο λόγο, από το γεγονός ότι οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν από τις υπηρεσίες τελωνειακών ερευνών και από το Landgericht Mόnchen, αντιστοίχως, δεν συμπίπτουν μεταξύ τους (βλ. ανωτέρω σημείο 38) ουδόλως μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή ήταν υπερβολική. Άλλωστε, από την προσεκτικότερη εξέταση της περιπτώσεως αυτής προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται η ακρίβεια ή η ορθότητα των στοιχείων που ανακοίνωσε η εθνική διοίκηση: οι αριθμοί στους οποίους στηρίζεται η απόφαση έχουν πράγματι ληφθεί από την τελική έκθεση σχετικά με τη διαδικασία έρευνας που κινήθηκε κατά της εταιρίας Imex, την οποία κατήρτισαν οι υπηρεσίες τελωνειακών ερευνών του Μονάχου στις 23 Ιουνίου 1989. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται, αντιθέτως, μια γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία μόνον οι παρατυπίες που διαπιστώνονται από τα ποινικά δικαστήρια μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένες και να επιφέρουν τη διόρθωση των δαπανών τις οποίες αφορούν. Πάντως, η αρχή αυτή ουδόλως συνάδει προς το πνεύμα - και επίσης προς το γράμμα - του συστήματος ελέγχου που καθιέρωσε ο κανονισμός 729/70. Δεν είναι τυχαίο ότι ενδείξεις περί της υπάρξεως της αρχής αυτής δεν ανευρίσκονται ούτε στον προπαρατεθέντα μεταγενέστερο κανονισμό 595/91 (βλ. σημείο 40), ο οποίος εξομοιώνει σαφώς τη διαπίστωση των παρατυπιών από τις διοικητικές αρχές προς τη διαπίστωση των ποινικών δικαστηρίων, ορίζοντας απλώς στο άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, τα εξής: «Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή στα κράτη μέλη των κανόνων της ποινικής δικονομίας ή της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών σε ποινικές υποθέσεις». Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να λάβει τη χρηματοδότηση την οποία της αρνήθηκε η απόφαση.
46 Τέλος, πρέπει να αναλυθεί ο ισχυρισμός που αντλείται από τον καταλογισμό στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ποσού ίσου προς το 10 % των πληρωμών που καταβλήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1986, λόγω της καθυστερήσεως κατά τη διαβίβαση συμπληρωματικών πληροφοριών περί του σταδίου και της δυνάμενης να προβλεφθεί εκβάσεως των διαδικασιών αναζητήσεως που κίνησαν οι εθνικές αρχές. Νομίζω ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει συναφώς η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι φορμαλιστικά και αντιφατικά: η ανακοίνωση της 27ης Μαου 1994 - ισχυρίζεται η προσφεύγουσα κυβέρνηση - πραγματοποιήθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 και, κατά συνέπεια, εντάσσεται στις «ειδικές ανακοινώσεις» στις οποίες προβαίνουν τα κράτη μέλη με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς να υπόκεινται σε προθεσμίες. Πάντως, είναι δυνατόν να γεννηθούν αμφιβολίες ως προς τη φύση της εν λόγω ανακοινώσεως: οι γερμανικές αρχές φαίνεται ότι δεν λαμβάνουν υπόψη ότι τα οικεία στοιχεία τους είχαν ζητηθεί κατ' επανάληψη, ακόμη και πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 21ης Ιανουαρίου 1994. Ειδικότερα, με έγγραφο της 10ης Οκτωβρίου 1993, η Επιτροπή τις είχε ενημερώσει - έξι έτη μετά το οικονομικό έτος κατά το οποίο διαπράχθηκαν οι παρατυπίες και τέσσερα έτη μετά την κατάρτιση της τελικής εκθέσεως των υπηρεσιών τελωνειακών ερευνών του Μονάχου - για την πρόθεσή της να κλείσει τον φάκελο σχετικά με την Imex στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1991, λαμβανομένου υπόψη ότι οι κινηθείσες διαδικασίες αναζητήσεως δεν ευδοκίμησαν.
47 Πέραν των εκτεθέντων για τη νομική βάση της ενέργειας της Κοινότητας, το ζήτημα το οποίο αποτελεί τον πυρήνα του εξεταζομένου λόγου ακυρώσεως είναι σε τελική ανάλυση κατά πόσον, όταν οι διαδικασίες αναζητήσεως είναι εν εξελίξει, εναπόκειται στην Επιτροπή ή στα κράτη μέλη η οριστική διαπίστωση ότι η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών είναι εν όλω ή εν μέρει ανέφικτη και σε ποιο οικονομικό έτος πρέπει να καταλογισθούν τα εν λόγω ποσά, ενόψει της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών. Φρονώ ότι η λύση την οποία προτείνει εν προκειμένω η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έχει νομικό έρεισμα. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 παρέχει βεβαίως στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά με τις εθνικές διαδικασίες oι οποίες, κατ' αυτά, δεν τελεσφόρησαν ώστε να καταστεί δυνατόν για το καθού όργανο να αποφασίσει τον καταλογισμό (στο ΕΓΤΠΕ ή στο ενδιαφερόμενο κράτος) των δημοσιονομικών επιπτώσεών τους. Πάντως, η διάταξη αυτή ουδόλως αποκλείει - σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως - τη δυνατότητα της Επιτροπής να «υποχρεώσει» κατά κάποιο τρόπο το κράτος μέλος να λάβει κάποια θέση, κάνοντας ενδεχομένως χρήση των εξουσιών που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72. Πώς θα ήταν δυνατό να μην αναγνωρισθεί η δυνατότητα αυτή, ειδικότερα εφόσον οι εθνικές αρχές, παρά τις αντικειμενικές ενδείξεις περί μη ευδοκιμήσεως της διαδικασίας, δεν λαμβάνουν την πρωτοβουλία να προβούν σε ειδική ανακοίνωση, κατά παράβαση του καθήκοντος επιμελείας που τους επιβάλλουν το άρθρο 5 της Συνθήκης και το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70;
48 Άλλωστε, η Επιτροπή οφείλει - ακόμη και όταν ζητεί τη διαβίβαση των στοιχείων σχετικά με τις εκκρεμείς διαδικασίες αναζητήσεως, τα οποία είναι αναγκαία για την εκκαθάριση των λογαριασμών συγκεκριμένου οικονομικού έτους - να τηρεί τις αρχές της χρηστής διοικήσεως, όπως οι αρχές της ασφάλειας και της προβλεψιμότητας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Η τήρηση της αρχής αυτής συνεπάγεται, κατ' αρχήν, ότι το καθού όργανο αναφέρει σαφώς στις εθνικές αρχές τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα που προτίθεται ενδεχομένως να προσδώσει, μετά την πάροδο εύλογης προθεσμίας, στην αδράνεια ή την παράλειψή τους κατά την εκτέλεση συγκεκριμένων κοινοτικών υποχρεώσεων (45). Στην προκειμένη περίπτωση, φρονώ ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι παρέβη τις υποχρεώσεις χρηστής διοικήσεως που υπέχει: εφόσον είχε από μακρού χρόνου ενημερώσει τις γερμανικές αρχές για την πρόθεσή της να διευθετήσει την υπόθεση Imex στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το 1991, οι αρχές αυτές - κατά την κοινοποίηση της αποφάσεως της 21ης Ιανουαρίου 1994 - δεν μπορούσαν να αγνοούν ότι τα αιτηθέντα στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας συμπληρωματικά στοιχεία περιελάμβαναν ακριβώς τις πληροφορίες σχετικά με τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως των εθνικών διαδικασιών αναζητήσεως. Για τον λόγο αυτόν, η εκπνοή της προθεσμίας των δέκα ημερών - οπωσδήποτε σύντομης αλλά, κατ' εμέ, εύλογης και όχι αυθαίρετης -, η Επιτροπή μπορούσε να καταλογίσει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το 100 % των μη δυναμένων να ανακτηθούν ποσών (βλ. ανωτέρω σημεία 8 έως 11).
49 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε επίσης ότι, εφόσον θεωρήθηκε ότι υφίσταται παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 595/91, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί την εξουσία της να τάσσει προθεσμία βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72, αλλά ήταν υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως. Πάντως, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Η διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης και η διαδικασία εκκαθαρίσεως των εθνικών λογαριασμών για τις χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ δαπάνες, μολονότι διαφέρουν ως προς τους σκοπούς που εξυπηρετούν και τη λογική που τις διαπνέει, έχουν κριθεί ισοδύναμες από το Δικαστήριο: έχουν και οι δύο τον χαρακτήρα της κατ' αντιδικίαν διαδικασίας που εξασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και μπορούν να καταλήξουν στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου (46). Κατά συνέπεια, νομίζω ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει επίσης να απορριφθεί.
V - Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως: παράνομος χαρακτήρας της διορθώσεως των 997 814 DM για τις παρατυπίες που διέπραξε η εταιρία Sόdfleisch το 1991 κατά την εξαγωγή βοείου κρέατος στον Λίβανο
50 Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση αφορά την περίπτωση της εταιρίας Sόdfleisch. Αφού εξήγαγε περίπου 628,75 τόνους βοείου κρέατος τον Μάρτιο του 1991, η Sόdfleisch προσκόμισε στις γερμανικές αρχές την 1η Ιουλίου 1991 - κατά την οριστική περάτωση της διαδικασίας προχρηματοδοτήσεως, η οποία είχε ανασταλεί - πιστοποιητικό εκτελωνισμού των εμπορευμάτων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το έγγραφο αυτό - το οποίο η Sόdfleisch είχε λάβει από την επιχείρηση Al Fatha Goldstore, με έδρα την Doha (Qatar), με την οποία είχε ήδη κατά το παρελθόν εμπορικές σχέσεις - αποδείχθηκε στη συνέχεια νοθευμένο. Η εταιρία εξαγωγών κατόρθωσε επιπλέον να προμηθευτεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας ενός έτους απόδειξη περί της διαθέσεως στην αγορά 364,185 τόνων του προϋόντος στον Λίβανο. Για τους λοιπούς 282,565 τόνους, εντούτοις, η απόδειξη αυτή προσκομίστηκε μόλις την 1η Ιουλίου 1992, μετά από πολλές παρατάσεις της προθεσμίας που χορήγησε η κεντρική υπηρεσία. Επομένως, η Sόdfleisch έλαβε τις επιστροφές που ίσχυαν κατά τον χρόνο εκείνο για την εξαγωγή βοείου κρέατος στον Λίβανο (ήτοι 294,27 DM ανά 100 χιλιόγραμμα καθαρού βάρους του εξαγομένου προϋόντος), οι οποίες ήσαν, κατά τα λοιπά, σαφώς χαμηλότερες από τις επιστροφές που ίσχυαν για την εξαγωγή στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ήτοι 423,75 DM/100 kg).
Η Επιτροπή επικαλέστηκε ακριβώς την καταχρηστική άσκηση εκ μέρους των γερμανικών αρχών των εξουσιών εκτιμήσεως που τους παρέχει το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Η διάταξη αυτή προβλέπει, για την καταβολή της επιστροφής, τη χορήγηση επιπλέον προθεσμιών για την προσκόμιση αποδείξεως περί της εκπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στο εμπόριο εντός της τρίτης χώρας. Η εν λόγω παράταση της προθεσμίας εξυπηρετεί τον εξαγωγέα ο οποίος, καίτοι επέδειξε επιμέλεια, παρέλειψε να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα στη διοίκηση εντός των δώδεκα μηνών που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής.
i) Συνδρομή των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της παρατάσεως της προθεσμίας
51 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνει το γερμανικό Σύνταγμα, η κεντρική υπηρεσία των τελωνείων, προκειμένου να αποφασίσει, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 για τη χορήγηση της επιπλέον προθεσμίας την οποία ζήτησε η Sόdfleisch, όφειλε να θεωρήσει δεδομένο ότι η εταιρία εξαγωγών είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να προμηθευτεί τις αποδείξεις περί αφίξεως του εμπορεύματος στον προορισμό του. Πράγματι, οι πρώτες απόπειρες συγκεντρώσεως των αποδείξεων αυτών ανάγονταν ήδη στον Μάιο του 1991, ενώ η Sόdfleisch είχε επιφορτίσει τον ασφαλιστικό πράκτορα κ. Hoffmann να διενεργήσει έρευνα ως προς την πορεία του πλοίου που μετέφερε το εμπόρευμα και να εξακριβώσει ειδικότερα εάν είχε εκφορτώσει στη Βηρυτό το σύνολο του φορτίου του. Εξάλλου δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να παραπλανήθηκε η Sόdfleisch ακριβώς από την Al Fatha Goldstore ως προς τον πραγματικό τελικό προορισμό του κρέατος. Περαιτέρω, η χορήγηση επιπλέον προθεσμίας δεν μπορούσε να αποτελέσει κώλυμα για την ενδεχόμενη μεταγενέστερη άρνηση καταβολής των επιστροφών εάν αποδεικνυόταν στη συνέχεια ότι δεν πληρούνταν ορισμένες προϋποθέσεις της εν λόγω παρατάσεως.
52 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το γεγονός ότι η Sόdfleisch ανέθεσε σε ασφαλιστικό πράκτορα τη διενέργεια έρευνας όσον αφορά το νομότυπο της μεταφοράς του εμπορεύματος δύο μόλις μήνες μετά την αποστολή του και απέστειλε τρεις υπαλλήλους στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στο πλαίσιο αποστολής ελέγχου τον Ιούνιο του 1991 (βλ. κατωτέρω) καταδεικνύει ότι ο εξαγωγέας είχε εξ αρχής σχεδόν αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό προορισμό του εξαχθέντος προϋόντος. Ενόψει του γεγονότος αυτού, το καθού όργανο εμμένει στην άποψη ότι η πλαστή απόδειξη περί αφίξεως του εμπορεύματος στα Αραβικά Εμιράτα προσκομίστηκε τον Ιούλιο του 1991 με πρόθεση ή τουλάχιστον από βαριά αμέλεια. Καίτοι υποψιαζόταν ότι το προϋόν είχε διατεθεί στο εμπόριο σε διαφορετική χώρα από εκείνη για την οποία προοριζόταν, ο εξαγωγέας είχε αποφασίσει να διαβιβάσει τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Η αίτηση παρατάσεως της προθεσμίας βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 υποβλήθηκε, αντιθέτως, στις 24 Σεπτεμβρίου 1991, μετά την αποκάλυψη της νοθεύσεως από τις γερμανικές αρχές και ενόψει του ενδεχομένου να υποχρεωθεί να αποδώσει το σύνολο των επιστροφών που είχε ήδη εισπράξει. Άλλωστε, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας κυβερνήσεως ότι η Sόdfleisch είχε επιδείξει επιμέλεια προκειμένου να συγκεντρώσει τα αιτηθέντα αποδεικτικά στοιχεία κατά τους δώδεκα μήνες που ακολούθησαν την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής διαψεύδεται επίσης από το γεγονός ότι οι τρεις υπάλληλοι της εταιρίας δεν εκτέλεσαν με τη δέουσα σοβαρότητα την αποστολή ελέγχου στο λιμάνι του Αμμάν. Όπως διαπίστωσαν οι γερμανικές αρχές, οι υπάλληλοι αυτοί δεν μπόρεσαν να παραστούν στην εκφόρτωση του εμπορεύματος προκειμένου αυτό να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, διότι κατά την ημέρα του προγραμματισθέντος ελέγχου εορταζόταν μια θρησκευτική εορτή. Κατά συνέπεια, αρκέστηκαν στη διαπίστωση ότι οι αποθήκες του σκάφους που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά ήταν σχεδόν γεμάτες από χαρτοκιβώτια της εταιρίας Sόdfleisch και ότι οι σφραγίδες ήσαν άθικτες.
ii) Η εκ μέρους των εθνικών αρχών άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87
53 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η καλή ή κακή πίστη του εξαγωγέα - η οποία είναι άνευ σημασίας για το δικαίωμα εισπράξεως επιστροφών (υπό την προϋπόθεση ότι τα αποδεικτικά έγγραφα έχουν προσκομιστεί εντός της προθεσμίας του ενός έτους) - δεν ασκεί καμία επιρροή στη διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως που έχει ως αντικείμενο την παράταση της προθεσμίας. Κατά συνέπεια, η εν λόγω παράταση της προθεσμίας μπορεί να χορηγηθεί στον εξαγωγέα ο οποίος με πρόθεση ή από βαριά αμέλεια προσκόμισε στις αρμόδιες εθνικές αρχές νοθευμένα πιστοποιητικά εκτελωνισμού, εκτός εάν η αιτία της καθυστερήσεως κατά τη συγκέντρωση των αποδείξεων οφειλόταν ακριβώς στην αρχική δόλια ή αμελή συμπεριφορά του. Στο μέτρο που το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στις εθνικές αρχές εξουσία εκτιμήσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί - χωρίς να προκαλέσει σοβαρή αβεβαιότητα ως προς το δίκαιο για τα κράτη μέλη και όλους τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες - να επιβάλει τη δική της αντίληψη ως προς τον τρόπο ασκήσεως της εξουσίας αυτής.
Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν οι γερμανικές αρχές όφειλαν να λάβουν υπόψη το υποκειμενικό στοιχείο της συμπεριφοράς της Sόdfleisch κατά την απόφασή τους επί της αιτήσεως παρατάσεως της προθεσμίας, η κεντρική υπηρεσία των τελωνείων δεν μπορούσε να αρνηθεί την παράταση αυτή, διότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο εξαγωγέας είχε ενεργήσει με πρόθεση ή από βαριά αμέλεια. Οι έρευνες που διενεργήθηκαν από τις αρμόδιες για την ποινική δίωξη αρχές και από τις τελωνειακές υπηρεσίες δεν κατέληξαν στην απόδειξη της ευθύνης των εκπροσώπων της Sόdfleisch όσον αφορά τη νόθευση του εγγράφου και τη δόλια χρήση του.
54 Η Επιτροπή διατείνεται ότι δεν έχει την πρόθεση να υποκαταστήσει τις αποφάσεις της στις αποφάσεις που εκδίδουν οι εθνικές αρχές βάσει της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν. Πάντως, οι εξουσίες αυτές υπόκεινται, κατά την Επιτροπή, σε όρια, τα οποία απορρέουν άμεσα από το κοινοτικό δίκαιο, και πρέπει να ασκούνται λαμβανομένων υπόψη του πνεύματος και του σκοπού του δικαίου αυτού. Όμως, το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 - διάταξη θεσπίζουσα εξαίρεση η οποία πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά - επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν επιπλέον προθεσμίες μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η εμπρόθεσμη προσκόμιση των αναγκαίων εγγράφων δεν κατέστη δυνατή λόγω αντικειμενικών περιστάσεων ανεξαρτήτων από τη συμπεριφορά του εξαγωγέα. Η κεντρική υπηρεσία υπερέβη εν προκειμένω σαφώς τα όρια των εξουσιών της, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τα κριτήρια αυτά.
55 Η Επιτροπή υπενθυμίζει επιπλέον ότι ένας υπάλληλος των γερμανικών υπηρεσιών τελωνειακών ερευνών έλαβε μέρος στην αποστολή - για την οποία ενημέρωσε απευθείας το ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών - που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής στη Βηρυτό τον Ιούνιο του 1991. Στο πλαίσιο της αποστολής αυτής διαπιστώθηκε η παράνομη καταβολή επιστροφών για 2 500 περίπου τόνους βοείου κρέατος το οποίο προοριζόταν για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αλλά εξετράπη προς τον Λίβανο. Κατά συνέπεια, παρά την ανάγκη - την οποία επιβεβαίωσε η Γερμανική Κυβέρνηση - διενέργειας συμπληρωματικών ερευνών μετά την αποστολή, η κεντρική υπηρεσία δεν μπορούσε, κατά τη χορήγηση της παρατάσεως, να αγνοεί ότι το πιστοποιητικό εκτελωνισμού των εμπορευμάτων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το οποίο είχε προσκομίσει η εταιρία τρεις μήνες πριν, ήταν νοθευμένο και ότι η Sόdfleisch εγνώριζε (ή εν πάση περιπτώσει είχε υπόνοιες) ότι το έγγραφο αυτό δεν ήταν γνήσιο. Κατά την Επιτροπή, προκαλεί έκπληξη κυρίως το γεγονός ότι η παράταση χορηγήθηκε πολύ πριν (έξι μήνες) από την εκπνοή της αρχικής προθεσμίας του ενός έτους και με ασυνήθιστη ταχύτητα (την ίδια την ημέρα της υποβολής της αιτήσεως από τη Sόdfleisch, ήτοι στις 24 Σεπτεμβρίου 1991). Το γεγονός ότι η χορήγηση της παρατάσεως αυτής προηγήθηκε επιπλέον κατά μία μόνον ημέρα της διαβιβάσεως στις γερμανικές αρχές των επισήμων αποτελεσμάτων της αποστολής ελέγχου της Βηρυτού συνιστά επίσης τουλάχιστον περίεργη σύμπτωση.
56 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η διαπίστωση ενδεχομένων ποινικών ευθυνών ουδεμία σχέση έχει με τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Στα πλαίσια του ελέγχου αυτού εξετάζεται βεβαίως κατά πόσον η παράταση της προθεσμίας, με την οποία παρέχεται στον εξαγωγέα η δυνατότητα - υπό συνθήκες όπως της προκειμένης περιπτώσεως και μετά την αποκάλυψη νοθειών ως προς το βάρος - να συνεχίσει την αναζήτηση «γνησίων εγγράφων», συνάδει προς την προπαρατεθείσα διάταξη.
57 Νομίζω ότι η εξέταση, στο πλαίσιο του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87, του κατά πόσον ο εξαγωγέας επέδειξε επιμέλεια και έχει, κατά συνέπεια, δικαίωμα στη χορήγηση επιπλέον προθεσμιών, εμπίπτει στη νομική έννοια της ανωτέρας βίας. Κατά τα λοιπά είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του επίμαχου κανονισμού, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 47, παράγραφος 4 (47), αναφέρεται έμμεσα στη νομική έννοια της ανωτέρας βίας. Η ύπαρξη ανωτέρας βίας δεν απαλλάσσει τον εξαγωγέα από την υποχρέωση να προσκομίσει εντός των νομίμων προθεσμιών τον σχετικό με την καταβολή της επιστροφής φάκελο, ο οποίος περιλαμβάνει τα αιτηθέντα έγγραφα αποδείξεως, αλλά μπορεί να του παράσχει τη δυνατότητα περαιτέρω συγκεντρώσεως και προσκομίσεως αποδείξεων και, κατά συνέπεια, εισπράξεως ποσών, η οποία άλλως θα ήταν αδύνατη. Κατά συνέπεια, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω αν το γεγονός ότι η Sόdfleisch δεν προσκόμισε αποδεικτικά έγγραφα πριν από την παράταση της προθεσμίας οφείλεται, ακριβώς, σε περίπτωση ανωτέρας βίας (δεν εξετάζω προς το παρόν την προφανή παρατυπία την οποία επισήμανε η Επιτροπή και η οποία συνίσταται στην χορήγηση παρατάσεως της προθεσμίας έξι μήνες πριν από την εκπνοή της και χωρίς αναμονή των αποτελεσμάτων της εν εξελίξει έρευνας).
58 Βάσει της παγίας νομολογίας του Δικαστηρίου, ο όρος ανωτέρα βία δεν έχει ταυτόσημο περιεχόμενο στους διαφορετικούς κλάδους του δικαίου και η έννοια του όρου αυτού πρέπει να καθορίζεται αναλόγως του ειδικού νομικού πλαισίου στο οποίο προορίζεται να αναπτύξει τα αποτελέσματά της (48). Νομίζω ότι το νομικό πλαίσιο που περιέγραψα ανωτέρω (βλ. σημεία 50 έως 57) δεν διαφέρει κατ' ουσίαν από αυτά που εξέτασε το Δικαστήριο στις υποθέσεις 109/86 (49) και C-334/87 (50), με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι «ακόμη και αν η έννοια της ανωτέρας βίας δεν προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία, απαιτεί ωστόσο η μη επέλευση του οικείου γεγονότος να οφείλεται σε περιστάσεις άσχετες προς εκείνoν που επικαλείται το γεγονός, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, των οποίων οι συνέπειες παρίστανται αναπόφευκτες έστω και αν καταβληθεί κάθε δυνατή επιμέλεια».
Νομίζω όμως ότι έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπόρεσε να επικαλεστεί, για να δικαιολογήσει τη χορήγηση της επιπλέον προθεσμίας στη Sόdfleisch, κάποιο συγκεκριμένο εξωτερικό γεγονός, το οποίο ήταν ασύνηθες και απρόβλεπτο και το οποίο ο εξαγωγέας δεν θα μπορούσε να αποφύγει ακόμη και αν είχε επιδείξει κάθε δυνατή επιμέλεια για να προμηθευτεί εγκαίρως τα αποδεικτικά έγγραφα. Από την προσεκτικότερη εξέταση του ζητήματος προκύπτει όμως ότι ακριβώς ο ισχυρισμός ότι η εταιρία ενήργησε βάσει των συνήθων κριτηρίων επιμέλειας και συνέσεως έρχεται σε αντίθεση, κατ' εμέ, προς τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά (βλ. ανωτέρω σημείο 53), μάλιστα δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν μπορεί να καταλογιστεί στη Sόdfleisch η ευθύνη της νοθεύσεως του πιστοποιητικού εκτελωνισμού στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και της δόλιας χρήσεώς του (51).
Κατά συνέπεια, με ποια επιχειρήματα η προσφεύγουσα κυβέρνηση εξήγησε τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η Sόdfleisch για να προμηθευτεί τις αποδείξεις περί εξαγωγής; Στον φάκελο περιλαμβάνονται απλώς αόριστες και νεφελώδεις κατηγορίες περί παραβάσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του μεταφορέα του εμπορεύματος και της Al Fatha Goldstore (της οποίας ο ρόλος στο πλαίσιο της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως δεν είναι άλλωστε σαφής). Η πρωτοβουλία επανεξαγωγής του κρέατος στον Λίβανο θα πρέπει να καταλογιστεί σε έναν μόνον από τους επιχειρηματίες αυτούς (ή και στους δύο), σε καμία όμως περίπτωση στη Sόdfleisch. Όμως, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η Sόdfleisch ενήργησε με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια και αν ακόμη οι κατηγορίες που αποδόθηκαν στα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη στηρίζονταν σε συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία, σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η καταγγελθείσες συμβατικές παραβάσεις εμπίπτουν στην έννοια της ανωτέρας βίας. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, στις προπαρατεθείσες υποθέσεις 109/86 και C-334/87, μολονότι τέτοιες ανωμαλίες στην εκτέλεση της συμβάσεως μπορούν να θεωρηθούν ως περιστάσεις άσχετες προς τη βούληση του εξαγωγέα, πάντως δεν είναι ούτε ασυνήθεις ούτε απρόβλεπτες. Πράγματι, παρόμοιο γεγονός αποτελεί συνήθη εμπορικό κίνδυνο στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών: η ενδεχόμενη καλή πίστη του εξαγωγέα δεν έχει, κατά συνέπεια, καμία σημασία. Αντιθέτως, εναπόκειται σ' αυτόν - ο οποίος είναι εξάλλου απολύτως ελεύθερος να επιλέγει τους εμπορικούς του εταίρους αναλόγως του συμφέροντός του - να λαμβάνει τις κατάλληλες προφυλάξεις περιλαμβάνοντας συγχρόνως στις συμβάσεις αντίστοιχες ρήτρες και συνάπτοντας ειδική ασφάλιση. Ανάλογες αρχές έχουν εφαρμογή σε ενδεχόμενες πρακτικές συνιστώσας απάτη επανεισαγωγής στην Κοινότητα των εμπορευμάτων για τα οποία χορηγήθηκε επιστροφή στον εξαγωγέα (52).
59 Τέλος, η νομολογία την οποία υπενθύμισα εν προκειμένω έχει επίσης διευκρινίσει ότι τα κράτη μέλη υπόκεινται στον έλεγχο της Επιτροπής όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ασκούν την ευχέρεια να αναγνωρίζουν ορισμένες περιστάσεις ως συνιστώσες περίπτωση ανωτέρας βίας, η οποία επιτρέπει την παράταση της διάρκειας ισχύος του πιστοποιητικού εξαγωγής ή της προθεσμίας εξαγωγής. Κατά το Δικαστήριο, η εν λόγω εξουσία ελέγχου της Επιτροπής είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση της σωστής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (53)· δεν αντιλαμβάνομαι γιατί, mutatis mutandis, η εξουσία αυτή πρέπει να αποκλεισθεί όσον αφορά τη βάσει διακριτικής ευχέρειας χορήγηση, εκ μέρους των εθνικών αρχών, επιπλέον προθεσμίας για την προσκόμιση των αποδεικτικών εγγράφων που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Κατά συνέπεια, το έτερο επιχείρημα που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλει στα κράτη μέλη την αντίληψή της όσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως της εν λόγω εξουσίας εκτιμήσεως φαίνεται επίσης αβάσιμο. Αντιθέτως, ορθώς η Επιτροπή αποφάσισε ότι η κεντρική υπηρεσία τελωνείων έπρεπε τουλάχιστον να αναμείνει την επικείμενη κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της αποστολής ελέγχου πριν λάβει την απόφασή της, και ότι οι γερμανικές αρχές μόλις κατά τη λήξη της αρχικής προθεσμίας του ενός έτους (τον Μάρτιο του 1992) θα ήσαν σε θέση να εκτιμήσουν πλήρως την επιμέλεια της Sόdfleisch βάσει όλων των περιστάσεων που ανέκυψαν μετά την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής. Ομοίως, ορθώς η Επιτροπή - ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας - έλαβε υπόψη τις οικονομικές συνέπειες της αποφάσεως περί χορηγήσεως επιπλέον προθεσμίας: πράγματι, η χορήγηση επιπλέον προθεσμίας πρέπει να αποσκοπεί στην υπέρβαση των δυσκολιών που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι εξαγωγείς για να συγκεντρώσουν τα αιτηθέντα αποδεικτικά έγγραφα και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παράσχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να περιορίσουν την έκταση των δυσμενών οικονομικών συνεπειών της δικής τους αμελούς συμπεριφοράς, μάλιστα δε να απαλλαγούν πλήρως από αυτές, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω. Καταλήγω, κατά συνέπεια, στην απόρριψη του τετάρτου λόγου ακυρώσεως: ο παράνομος χαρακτήρας της παρατάσεως της προθεσμίας του ενός έτους που χορηγήθηκε στη Sόdfleisch, τόσο λόγω της ελλείψεως ανωτέρας βίας όσο και λόγω της καταχρηστικής ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας από τη διοίκηση, είχε ως συνέπεια την εκπρόθεσμη προσκόμιση των αποδείξεων εκ μέρους της εταιρίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι σχετικές με την επίδικη επιστροφή δαπάνες δεν μπορούσαν να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ (54).
VI - Ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως: παράνομος χαρακτήρας της διορθώσεως των 518 181 DM για τις παραβάσεις της εταιρίας Barfuί κατά την εξαγωγή βοείου κρέατος στη Ζιμπάμπουε κατά τα έτη 1986 και 1987
60 Στο πλαίσιο αποστολής που πραγματοποιήθηκε στη Ζιμπάμπουε τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1990, οι υπηρεσίες έρευνας των γερμανικών τελωνείων ανακάλυψαν γερμανικά υγειονομικά πιστοποιητικά, τα οποία αφορούσαν (μεταξύ άλλων) παρτίδες βοείου κρέατος ως προς τις οποίες η εταιρία Βarfuί είχε δηλώσει ότι εξήχθησαν στη Νότιο Αφρική και για τις οποίες είχε λάβει τις σχετικές επιστροφές λόγω εξαγωγής. Κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών δεν προβλεπόταν επιστροφή για την εξαγωγή του επίμαχου προϋόντος στη Ζιμπάμπουε. Οι γερμανικές αρχές προέβησαν πολύ διστακτικά στην αναζήτηση των επιστροφών που καταβλήθηκαν στη Βarfuί: ειδικότερα, η κεντρική υπηρεσία των τελωνείων κίνησε τη διαδικασία αναζητήσεως μόλις τον Ιούλιο του 1991, ένα έτος μετά τη διαβίβαση των αποτελεσμάτων της εν λόγω αποστολής. Αφού δέχθηκε το αίτημα περί μεταφοράς της σχετικής διορθώσεως στην εκκαθάριση των λογαριασμών του επομένου οικονομικού έτους, αίτημα το οποίο οι γερμανικές αρχές απηύθυναν για να προβούν εν τω μεταξύ στην αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, η Επιτροπή αποφάσισε το 1994, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 (55), να προβεί στην επίδικη διόρθωση για τις διαπιστωθείσες παρατυπίες (εξαγωγή του προϋόντος στη Νότιο Αφρική και επανεξαγωγή στη Ζιμπάμπουε, ακολουθούμενη από την επανεισαγωγή στην Κοινότητα υπό καθεστώς απαλλαγής από τελωνειακούς δασμούς κατ' εφαρμογήν της τρίτης συμβάσεως του Λομέ).
61 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η διαπίστωση της Επιτροπής όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα των επιδίκων πληρωμών είναι αυθαίρετη και αβάσιμη. Πράγματι, τα γερμανικά υγειονομικά πιστοποιητικά τα οποία βρέθηκαν στη Ζιμπάμπουε παρέχουν απλώς τη δυνατότητα διαπιστώσεως της υγιούς ποιότητας του εξαχθέντος από τη Βarfuί εμπορεύματος, όχι όμως και της διαδρομής την οποία ακολούθησε. Εν πάση περιπτώσει, τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να στερήσουν αποδεικτικής ισχύος τα έγγραφα εκτελωνισμού στη Νότιο Αφρική και τα συνοδευτικά έγγραφα του κρέατος. Δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί, ειδικότερα, ότι τα προϋόντα που εξήγαγε η Βarfuί διατέθηκαν στο εμπόριο στη Νότιο Αφρική και ότι τα επίμαχα πιστοποιητικά - τα οποία εκδόθηκαν στη Γερμανία και σφραγίστηκαν στη Ζιμπάμπουε - αποδόθηκαν δολίως σε άλλες παρτίδες κρέατος, στο πλαίσιο μεταγενέστερων εμπορικών συναλλαγών, ακριβώς μετά την εισαγωγή του προϋόντος στην Αφρική. Κατά συνέπεια, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας αναζητήσεως οφείλεται ακριβώς στις αμφιβολίες ως προς το νομότυπό της και την ευόδωσή της, εφόσον τα έγγραφα που προσκόμισαν οι υπηρεσίες τελωνειακών ερευνών - στα οποία έπρεπε να στηριχθεί η εν λόγω διαδικασία - θεωρήθηκαν ως στερούμενα αποδεικτικής ισχύος. Ομοίως, η περάτωση της διαδικασίας οφειλόταν στην πεποίθηση της κεντρικής υπηρεσίας ότι η διαδικασία αναζητήσεως των παρανόμως εισπραχθέντων ποσών θα είχε ακυρωθεί στο πλαίσιο ενδεχόμενου ενδίκου βοηθήματος.
62 Κατά την Επιτροπή, η επιχειρηματολογία αυτή δεν ευσταθεί, διότι θα είχε ως συνέπεια να θεωρηθεί ότι - αντιθέτως προς ό,τι συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου - οι διαδικασίες αναζητήσεως είναι εφικτές μόνον όταν η διάθεση στο εμπόριο των εξαχθέντων εμπορευμάτων σε αγορά διαφορετική από εκείνη της χώρας προορισμού έχει αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την Επιτροπή, η Βarfuί όφειλε να παράσχει αδιάσειστη απόδειξη περί της θέσεως των εμπορευμάτων σε κυκλοφορία εντός της δηλωθείσας χώρας προορισμού (Νότιας Αφρικής), με την προσκόμιση εγγράφων διαφορετικών από τα πιστοποιητικά εκτελωνισμού, ως προς την αποδεικτική ισχύ των οποίων είχαν δημιουργηθεί αμφιβολίες εξαιτίας της ευρέσεως των υγειονομικών πιστοποιητικών σχετικά με τις εν λόγω παρτίδες βοείου κρέατος. Ελλείψει της αποδείξεως αυτής, έπρεπε κατ' ανάγκη να αναζητηθούν οι ήδη καταβληθείσες επιστροφές.
63 Λαμβανομένων υπόψη των ερμηνευτικών στοιχείων που μπορούν με σαφήνεια να συναχθούν από την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου (και ειδικότερα από την απόφαση Dimex (56)), ήταν επιπλέον απολύτως αλυσιτελές να παραταθεί η διάρκεια της αναστολής της διαδικασίας αναζητήσεως - η οποία αποφασίστηκε από την κεντρική υπηρεσία τον Αύγουστο του 1991 κατόπιν αιτήσεως της Βarfuί - εν αναμονή της προδικαστικής αποφάσεως της οποίας την έκδοση ζήτησε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Mφllmann-Fleisch το Finanzgericht Hamburg (57). Τέλος, κατά την Επιτροπή, οι γερμανικές αρχές παραιτήθηκαν χωρίς βασίμους λόγους από την εκτέλεση της αποφάσεως περί αναζητήσεως που εκδόθηκε την 1η Ιουλίου 1991, περατώνοντας τη διαδικασία με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1994. Κατά την Επιτροπή, έστω και αν η κεντρική υπηρεσία είχε όντως πεισθεί για τον παράνομο χαρακτήρα της απευθυνθείσας στη Barfuί διαταγής αποδόσεως των παρανόμως εισπραχθέντων ποσών, η πεποίθηση αυτή ήταν αβάσιμη λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω υπομνησθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου. Ο πραγματικός λόγος της ατελέσφορης περατώσεως της διαδικασίας ήταν μάλλον το γεγονός ότι η κεντρική υπηρεσία είχε απολέσει τα πρωτότυπα των υγειονομικών πιστοποιητικών τα οποία της είχαν διαβιβασθεί ως παράρτημα της εκθέσεως που είχε συνταχθεί σχετικά με την αποστολή των υπηρεσιών των τελωνειακών ερευνών της 5ης Ιουνίου 1990. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας κυβερνήσεως, τα πρωτότυπα των πιστοποιητικών δεν ήταν δυνατόν να αντικατασταθούν έγκυρα από μη επικυρωμένα φωτοαντίγραφα των εγγράφων αυτών, τα οποία η εν λόγω υπηρεσία είχε προμηθευτεί από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, διότι τα εν λόγω αντίγραφα στερούνται αποδεικτικής ισχύος στο πλαίσιο του γερμανικού δικονομικού συστήματος.
64 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, ο καταλογισμός σε κράτος μέλος των επιστροφών που καταβλήθηκαν σε εξαγωγέα και δεν ανακτήθηκαν μπορεί να είναι νόμιμος εφόσον αποδεικνύεται ότι οι εθνικές αρχές - αφού προέβησαν αμελώς ή πλημμελώς στην καταβολή των επίμαχων ποσών - παρέλειψαν επίσης να θεσπίσουν ταχέως τα μέτρα που αποσκοπούν στη θεραπεία των πλημμελειών αυτών. Για να δικαιολογήσει την αναβλητικότητα και τις διακοπές κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αναζητήσεως, η προσφεύγουσα κυβέρνηση επικαλέστηκε τις αμφιβολίες της γερμανικής διοικήσεως ως προς τον παράνομο, κατά την Επιτροπή, χαρακτήρα των πληρωμών στη Βarfuί. Οι αμφιβολίες αυτές στηρίζονταν στις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου (και στη νομολογία του Bundesfinanzhof) σχετικά με το βάρος αποδείξεως (βλ. ανωτέρω σημείο 61), στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 (58). Πάντως, θεωρώ αναμφισβήτητο ότι η προσφυγή στις εθνικές διατάξεις δεν είναι δυνατή παρά μόνον κατά το αναγκαίο για την εκτέλεση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου μέτρο και υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή τους δεν περιορίζει το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα των σχετικών κοινοτικών διατάξεων, καθιστώντας δυνατές κερδοσκοπικές ενέργειες τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο επιδιώκει να εμποδίσει (59).
65 Σύμφωνα όμως με τις αρχές που θέσπισε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Dimex και Mφllmann-Fleisch (βλ. υποσημειώσεις 56 και 57), η ανακάλυψη στη Ζιμπάμπουε των υγειονομικών πιστοποιητικών που αφορούσαν ποσότητες κρέατoς που η Βarfuί είχε δηλώσει ότι εξάγονται στη Νότιο Αφρική μπορούσε να προκαλέσει εύλογες και βάσιμες αμφιβολίες ως προς την πραγματική επίτευξη του σκοπού των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής (60). Κατά συνέπεια, οι γερμανικές αρχές μπορούσαν να ζητήσουν από τη Βarfuί να αποδείξει, διά της προσκομίσεως ενός ή περισσοτέρων από τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 20, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϋόντα (61), ο οποίος είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ότι το κρέας είχε πράγματι διατεθεί στο εμπόριο στο έδαφος της αναφερομένης στο πιστοποιητικό εκτελωνισμού και στα συνοδευτικά έγγραφα χώρας. Ελλείψει της αποδείξεως αυτής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Βarfuί αχρεωστήτως εισέπραξε τις επίδικες επιστροφές και ότι οι γερμανικές αρχές έπρεπε να θεσπίσουν εγκαίρως τα μέτρα αναζητήσεώς τους.
66 Όπως έχει διευκρινίσει από μακρού χρόνου το Δικαστήριο, σε αντίθεση προς τις σχέσεις μεταξύ των εθνικών οργανισμών παρεμβάσεως και των επιχειρηματιών - οι οποίες διέπονται από το εθνικό δίκαιο εντός των ορίων που επιβάλλει η τήρηση του κοινοτικού δικαίου, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 (62) - οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, και, κατά συνέπεια, η ευθύνη για ενδεχόμενες αμέλειες, διέπονται, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 2 του προπαρατεθέντος άρθρου 8, από το κοινοτικό δίκαιο (63). Από τη γενική υποχρέωση επιμελείας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης - έκφραση της οποίας αποτελεί το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 στον ειδικό τομέα της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (64) - προκύπτει, αφενός, ότι οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση της υποχρεώσεώς τους για ταχεία επανόρθωση των παρατυπιών που διαπράχθηκαν επικαλούμενες «χρονοβόρες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που κίνησε ο επιχειρηματίας» (65) και, αφετέρου, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν αμελλητί μέτρα προς επανόρθωση των παρατυπιών, καθόσον «μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, υπάρχει κίνδυνος η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών να καταστεί περίπλοκη ή αδύνατη λόγω ορισμένων περιστάσεων, όπως, ιδίως, η παύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή η απώλεια λογιστικών εγγράφων» (66).
Η προσφεύγουσα κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ενήργησε με την απαραίτητη επιμέλεια, αλλά - κατ' εμέ - τα γεγονότα τη διαψεύδουν: η διαδικασία αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων κινήθηκε από την κεντρική υπηρεσία των τελωνείων με καθυστέρηση ενός έτους από της διαπιστώσεως της παρατυπίας και, στη συνέχεια, ανεστάλη· ειδικότερα, η αναστολή της διαδικασίας διήρκεσε περισσότερο από ένα έτος εν αναμονή της εκδόσεως της αποφάσεως στην υπόθεση Mφllmann-Fleisch. Τέλος, η απώλεια των πρωτοτύπων των υγειονομικών πιστοποιητικών εμπόδισε οριστικά την εκτέλεση της διαταγής αναζητήσεως (βλ. ανωτέρω σημεία 60 και 63).
67 Άλλωστε, νομίζω ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν τήρησε στην προκειμένη περίπτωση την προαναφερθείσα επιταγή της ασφάλειας και της προβλεψιμότητας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών (67). Ανεξαρτήτως του ότι ευλόγως αναμένεται ότι δεν είναι δυνατόν να αγνοούσαν οι γερμανικές αρχές ότι η αδράνειά τους μπορούσε να έχει δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις, από τον φάκελο προκύπτει ότι, ήδη πριν από τη σύνταξη της συνοπτικής εκθέσεως, η Επιτροπή είχε δηλώσει την πρόθεσή της να μην επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό, επειδή οι ως άνω αρχές παρέβησαν την υποχρέωσή τους να προβούν με επιμέλεια και χωρίς αργοπορία στην αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων (βλ. ανωτέρω σημείο 60). Ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
VII - Ο έκτος λόγος ακυρώσεως: παράνομος χαρακτήρας της διορθώσεως των 3 118 563,54 DM για παρατυπίες που αφορούν τη χορήγηση της ειδικής πριμοδοτήσεως στους παραγωγούς βοείου κρέατος
68 Όσον αφορά τον τελευταίο λόγο ακυρώσεως, που έχει ως αντικείμενο τη χρηματοοικονομική διόρθωση, με κατ' αποκοπήν συντελεστή 4 %, στην οποία προέβη η Επιτροπή - λόγω των άκρως περιορισμένων δυνατοτήτων έρευνας, των ανεπαρκών ελέγχων της ταυτότητας των ζώων και της ανυπαρξίας εγκύρων διοικητικών ελέγχων - ως προς τις δαπάνες σχετικά με τη χορήγηση της ειδικής πριμοδοτήσεως στους παραγωγούς βοείου κρέατος οι οποίες δηλώθηκαν το 1991 (βάσει των αιτήσεων που υποβλήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1990) - από τη Βαυαρία, τη Βάδη-Βυρτεμβέργη και την Κάτω Σαξωνία - προτείνω στο Δικαστήριο να τον απορρίψει: η Γερμανική Κυβέρνηση δήλωσε κατά τα λοιπά κατά την προφορική διαδικασία ότι παραιτείται από τον λόγο αυτόν. Το γεγονός ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα κυβέρνηση πρέπει να απορριφθούν προκύπτει σαφώς από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 3 Οκτωβρίου 1996 - μετά την περάτωση της γραπτής διαδικασίας στην παρούσα διαφορά - στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής (68), όσον αφορά ανάλογο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που υπέβαλαν τα κράτη μέλη για τις δαπάνες που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1990. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους ακυρώσεως που επαναλαμβάνει η Γερμανική Κυβέρνηση με τον έκτο λόγο ακυρώσεως στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
VIII - Πρόταση
Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή και
- να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 352, σ. 82. Σημειωτέον ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της να μην επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τα επίδικα ποσά (βλ. κατωτέρω στο κείμενο) περιλαμβάνονται στη συνοπτική έκθεση περί των αποτελεσμάτων των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1991 (έγγραφο VI/320/94 της 21ης Δεκεμβρίου 1994, στο εξής: συνοπτική έκθεση).
(2) - Υπόθεση C-54/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-3399. Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1988, όσον αφορά - μεταξύ άλλων - τις διορθώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή επί των δαπανών που αφορούν τις επιστροφές στην παραγωγή αμύλου και ζαχάρεως. Οι διορθώσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν στο μέτρο που οι γερμανικές αρχές είχαν ευνοήσει παρανόμως ορισμένες επιχειρήσεις, παρέχοντάς τους την άδεια να υποβάλουν αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών επιστροφής όχι πριν από την έναρξη της μεταποιήσεως των προϋόντων, όπως επιβάλλει η σχετική κοινοτική νομοθεσία, αλλά μετά από αυτήν. Όπως τόνισε το Δικαστήριο, η περιγραφείσα διοικητική πρακτική καθιστούσε αδύνατη τη διεξαγωγή φυσικών ελέγχων επί του εμπορεύματος επί μονίμου βάσεως, τους οποίους όφειλε να διενεργεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το κράτος αυτό δεν μπορούσε να προβάλει, για να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή, το γεγονός ότι ένα άλλο σύστημα ελέγχου θα ήταν πιο αποτελεσματικό: σκέψεις 36 έως 40.
(3) - Βλ. άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 422/86 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Eγγυήσεων (ΕΕ L 48, σ. 31· ο προπαρατεθείς κανονισμός 1723/72 δημοσιεύθηκε στην ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115). Σύμφωνα με την πρακτική που καθιερώθηκε κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1723/72, τα κράτη μέλη μπορούν - ακόμη και μετά τις 31 Μαρτίου του έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές δαπάνες (ήτοι μετά την εκπνοή της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την προσκόμιση των σχετικών εγγράφων) - να παράσχουν τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες για την εκκαθάριση των λογαριασμών των εθνικών υπηρεσιών και οργανισμών που έχουν υποδειχθεί για να καταβάλλουν τις επιστροφές λόγω εξαγωγής και τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Επομένως, παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη, ειδικότερα, τα αποτελέσματα των ελέγχων τους οποίους έχει ήδη διενεργήσει η Επιτροπή. Πάντως, για να μπορεί η Επιτροπή να προβεί σε ταχεία εξέταση των εθνικών λογαριασμών, το προπαρατεθέν άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1723/72 ορίζει ότι αν δεν διαβιβασθούν οι αιτηθείσες πληροφορίες μέσα στην προκαθορισμένη προθεσμία, η Επιτροπή θα λαμβάνει αποφάσεις βάσει των στοιχείων που έχει στην κατοχή της, εκτός αν η καθυστερημένη διαβίβαση των πληροφοριών δικαιολογείται λόγω εξαιρετικών περιστάσεων.
(4) - Βλ. την από 3 Ιουνίου 1993 ανακοίνωση της Επιτροπής στην Επιτροπή του Ταμείου, έγγραφο VI/216/93, και ειδικότερα το παράρτημα 2, για τις κατ' αποκοπήν διορθώσεις.
(5) - Βλ. τις αποφάσεις της 8ης Ιανουαρίου 1992, C-197/90, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-1, σκέψεις 37 έως 40), και της 22ας Ιουνίου 1993, C-56/91, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3433, σκέψεις 20 έως 22).
(6) - Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-4813, σκέψη 67).
(7) - Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί άμεσα δικαίωμα των κρατών μελών στις κατευθυντήριες γραμμές. Πράγματι, η νομική σημασία του εγγράφου αυτού έγκειται, εν πάση περιπτώσει, σε κάποια αυτοδέσμευση της Επιτροπής, η οποία της παρέχει την εξουσία να απομακρύνεται από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές σε ειδικές περιπτώσεις (ιδίως, όπως εν προκειμένω, προς όφελος των κρατών μελών).
(8) - Η υποχρέωση των κρατών μελών να διαβιβάσουν σε εύθετο χρόνο τις αναγκαίες πληροφορίες για να μπορέσει η Επιτροπή να εκδώσει την απόφασή της σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών μπορεί να συναχθεί όχι μόνον από τις σχετικές διατάξεις του παραγώγου δικαίου αλλά κυρίως από το άρθρο 5 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1989, 14/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3677, σκέψεις 16 έως 20).
(9) - Υπόθεση C-413/92, Συλλογή 1994, σ. Ι-3781, σκέψεις 29 έως 31.
(10) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
(11) - Η χρηματοοικονομική διόρθωση της Επιτροπής στις επιστροφές που καταβλήθηκαν για τις εν λόγω εξαγωγές, οι οποίες κρίθηκαν όλες παράνομες, καθορίστηκε βάσει συντελεστή καταλογισμού διαφορετικού ανάλογα με τις σχετικές περιόδους (100 % για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο 1990 έως τα μέσα Οκτωβρίου 1991· 17 % - που αντιστοιχεί στο ποσοστό των παράτυπων ενεργειών που διαπίστωσε η Επιτροπή κατά τους δειγματοληπτικούς ελέγχους που διεξήγαγε όσον αφορά τις πρακτικές που ακολοθούθηκαν - για το χρονικό διάστημα από τα μέσα Οκτωβρίου 1991 έως τον Μάρτιο 1992).
(12) - ΕΕ L 351, σ. 1. Το προπαρατεθέν άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«Η καταβολή της διαφοροποιημένης ή μη διαφοροποιημένης επιστροφής εξαρτάται όχι μόνον από το αν το προϋόν έχει εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αλλά επίσης, εκτός αν έχει χαθεί κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, από το αν έχει εισαχθεί σε τρίτη χώρα και, κατά περίπτωση, σε δεδομένη τρίτη χώρα μέσα στους δώδεκα μήνες που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής:
α) όταν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό προορισμό του προϋόντος,
ή
β) όταν υπάρχει πιθανότητα να επανεισαχθεί το προϋόν στην Κοινότητα λόγω της διαφοράς μεταξύ του ποσού της επιστροφής που εφαρμόζεται στο εξαγόμενο προϋόν και του ποσού των δασμών κατά την εισαγωγή, που εφαρμόζονται σε ταυτόσημο προϋόν την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής.
(...)»
(13) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 237. Το προπαρατεθέν άρθρο 1 ορίζει τα εξής: «Προς τον σκοπό χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή τα βοοειδή θεωρούνται αναπαραγωγικά καθαράς φυλής υπαγόμενα στη διάκριση 01.02 Α Ι του Κοινού Δασμολογίου, εάν ανταποκρίνονται στον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 77/504/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1977».
(14) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 58. Το προπαρατεθέν άρθρο 1, στοιχείο αα ορίζει ως βοοειδές αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους «κάθε ζώο εκ των βοοειδών, του οποίου οι γεννήτορες και οι προγεννήτορες είναι εγγεγραμμένοι ή καταχωρημένοι σε γενεαλογικό βιβλίο του αυτού γένους και το οποίο είναι είτε εγγεγραμμένο είτε καταχωρημένο και δυνάμενο να εγγραφεί σ' αυτό». Επιπλέον, το άρθρο 6 της οδηγίας 77/504 ορίζει, στην παράγραφο 2, ότι, μέχρι της ενάρξεως της ισχύος κοινοτικής νομοθεσίας για την προσκόμιση γενεαλογικών πιστοποιητικών συνταχθέντων βάσει ενιαίας διαδικασίας, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους ελέγχους της ζωοτεχνικής αξίας και των γενετικών ιδιοτήτων των βοοειδών οι οποίοι διενεργούνται επίσημα από τα άλλα κράτη μέλη, καθώς και τα υφιστάμενα επί του παρόντος γενεαλογικά βιβλία. Βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 86/130/ΕΟΚ, της 11ης Μαρτίου 1986, για τον καθορισμό των μεθόδων ελέγχων των αποδόσεων και των μεθόδων εκτιμήσεως της γενετικής αξίας των αναπαραγωγικών βοοειδών καθαρόαιμης φυλής (ΕΕ L 101, σ. 37), και την απόφαση 86/404/ΕΟΚ, της 29ης Ιουλίου 1986, για τον καθορισμό του υποδείγματος και των ενδείξεων που πρέπει να αναγράφονται στο γενεαλογικό πιστοποιητικό των βοοειδών αναπαραγωγής καθαράς φυλής (ΕΕ L 233, σ. 19).
(15) - ΕΕ L 302, σ. 1.
(16) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 13.
(17) - Bλ. την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψεις 11, 12, 16 και 17· παραλειφθείσες παραπομπές). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1980, 820/79, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 403, σκέψη 15)· της 21ης Φεβρουαρίου 1989, 214/86, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 367, σκέψη 19), και της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-347, σκέψη 20). Στις προτάσεις που ανέπτυξε στις 22 Νοεμβρίου 1990 στην τελευταία αυτή υπόθεση, ο γενικός εισαγγελέας Mischo παρατήρησε ότι η αυστηρή εφαρμογή του κανόνα της κατανομής του βάρους της αποδείξεως όχι μόνο «θα ήταν αντίθετη στην αρχή ότι το βάρος αποδείξεως φέρει ο ενάγων, αλλ' επιπλέον θα επέβαλλε στην Επιτροπή το βάρος μιας δυσχερεστάτης αποδείξεως αρνητικού γεγονότος, ενώ είναι εύλογο να αναμένεται από το καθού κράτος μέλος, που υποτίθεται ότι γνωρίζει τους όρους υπό τους οποίους διενήργησε τις υπό κρίση πράξεις, ότι μπορεί να προβεί στην απόδειξη θετικού γεγονότος» (βλ. Συλλογή 1991, σ. Ι-354, σημείο 18).
(18) - Βλ. τις προτάσεις που αναπτύχθηκαν στις 22 Νοεμβρίου 1990, προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 17 (σημείο 19).
(19) - Το 1991 εισήχθησαν στην Πολωνία άνω των 57 000 ζώων από τη Γερμανία, ενώ το 1990 εξήχθησαν συνολικά 166 ζώα και το 1989 374 ζώα.
(20) - Βλ. έγγραφο του ομοσπονδιακού Υπουργού Οικονομικών της 12ης Νοεμβρίου 1991, το οποίο περιείχε αίτημα ενάρξεως έρευνας από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές ή από την εισαγγελική αρχή (παράρτημα 3 του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Επιτροπής).
(21) - Βλ. σημείωμα της 24ης Μαρτίου 1992 του Dr Jentsch (προσκομισθέν από την Επιτροπή ως παράρτημα 4 του δικογράφου της ανταπαντήσεως), σχετικά με τις δηλώσεις του κ. Malezewski.
(22) - Βλ. ανωτέρω υποσημειώσεις 20 και 21 και τα αντίστοιχα τμήματα του κειμένου.
(23) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 12 και το αντίστοιχο τμήμα του κειμένου.
(24) - Κανονισμός της Επιτροπής της 7ης Αυγούστου 1992, για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες και τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα καθαρής φυλής βοοειδή αναπαραγωγής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1544/79 (ΕΕ L 227, σ. 12).
(25) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 19 και το αντίστοιχο τμήμα του κειμένου.
(26) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 14 και το αντίστοιχο τμήμα του κειμένου.
(27) - Η χρήση του σύμφωνου προς το πρότυπο γενεαλογικού πιστοποιητικού δεν είναι υποχρεωτική «εφόσον οι ενδείξεις που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση εμφαίνονται ήδη στα έγγραφα αναφοράς τα οποία αφορούν τα βοοειδή αναπαραγωγής καθαράς φυλής που αποτελούν αντικείμενο των ενδοκοινοτικών συναλλαγών» (βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 86/404, η οποία προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 14).
(28) - Βλ. απόφαση της 21ης Σεπεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633).
(29) - Βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψεις 16 έως 20, για τη χορήγηση πριμοδοτήσεων προς διατήρηση των αγελών θηλαζουσών αγελάδων και πριμοδοτήσεων για τους παραγωγούς προβείου κρέατος).
(30) - Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, ο οποίος αποτελεί τη βασική ρύθμιση που διέπει τις υποχρεώσεις της Κοινότητας και των κρατών μελών σε σχέση με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
- προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες [παρατυπίες],
- ανακτήσουν [αναζητήσουν] τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών [παρατυπιών] ή αμελειών ποσά.
(...)»
(31) - Βλ. απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, C-2/93, Exportslachterijen van Oordegem (Συλλογή 1994, σ. Ι-2283, σκέψεις 14, 17 και 18· η υπογράμμιση είναι δική μου· έχουν παραλειφθεί χωρία).
(32) - Βλ. ανωτέρω την υποσημείωση 30 και το σχετικό τμήμα του κειμένου.
(33) - Ομοίως, βάσει ακριβώς της αρχής ότι τα κράτη μέλη είναι πρωτίστως υπεύθυνα για την αυστηρή τήρηση των διατάξεων περί της διαχειρίσεως της χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ πρέπει, κατ' εμέ, να απορριφθεί ένα άλλο επιχείρημα που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού 3665/87 (βλ. ανωτέρω την υποσημείωση 12 και τα σημεία 30 και 31). Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή παρέβη το καθήκον έντιμης συνεργασίας που της επιβάλλει το άρθρο 5 της Συνθήκης: ενώ διατηρούσε «σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό προορισμό του προϋόντος», παρέλειψε να «ζητήσει από τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τις διατάξεις της παραγράφου 1» - όπως προβλέπει η παράγραφος 2 του προπαρατεθέντος άρθρου 5 - και εν πάση περιπτώσει να επιτελέσει τη συμπληρωματική λειτουργία της στο πλαίσιο του συστήματος ελέγχου που θεσπίζει ο κανονισμός 729/70. Νομίζω πάντως ότι - καίτοι διαθέτει τη σχετική εξουσία - η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να απευθύνει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την αίτηση του προπαρατεθέντος άρθρου 5, παράγραφος 2. Πράγματι, η υποχρέωση εφαρμογής της παραγράφου 1 της διατάξεως αυτής, την οποία υπέχουν τα κράτη μέλη, είναι αυτόνομη και δεν εξαρτάται από προηγούμενη πρωτοβουλία της Επιτροπής (η λυσιτέλεια της οποίας μπορεί άλλωστε να αμφισβητηθεί στην προκειμένη περίπτωση).
(34) - Βλ. την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, Γερμανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψεις 16 έως 21, κατά την οποία, εφόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί μια τέτοια συνολική οργάνωση των ελέγχων ή εφόσον αυτή που έχει θεσπιστεί από ένα κράτος μέλος είναι ανεπαρκής σε σημείο που να επιτρέπει να υφίστανται αμφιβολίες ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων που έχουν τεθεί για τη χορήγηση των εν λόγω πριμοδοτήσεων, δικαιολογημένα η Επιτροπή δεν αναγνωρίζει ορισμένες από τις δαπάνες του οικείου κράτους μέλους. Η εξουσία αυτή υφίσταται ακόμη και όταν αποδεικνύεται ότι δεν έχει διαπραχθεί καμία ουσιαστική παρατυπία (βλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 327/85, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1065). Βλ. επίσης την απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1992, Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 38.
(35) - Η προσφεύγουσα κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε αντιθέτως ότι οι δαπάνες για τις επίδικες επιστροφές που πραγματοποιήθηκαν το 1991 έπρεπε να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ τουλάχιστον για αριθμό ζώων ίδιο με τον αριθμό των ζώων που εξήχθησαν νομοτύπως κατά το επόμενο (1992: 9 300 ζώα) ή το προηγούμενο (1990: 166 ζώα) οικονομικό έτος.
(36) - Βλ. την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987, 288/85, Plange Kraftfutterwerke (Συλλογή 1987, σ. 611, σκέψεις 16 έως 19), που αφορούσε τον περιορισμό της υποχρεώσεως επιστροφής των αδικαιολογήτως εισπραχθέντων ποσών, σε περίπτωση προπληρώσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής, στη διαφορά (προσαυξημένη κατά τον νόμιμο συντελεστή του 20 %) μεταξύ του ποσού της ήδη καταβληθείσας επιστροφής για τα εξαχθέντα εμπορεύματα τα οποία δηλώθηκαν και του ποσού που ο εξαγωγέας θα έπρεπε να έχει λάβει για τα πράγματι εξαχθέντα προϋόντα (εν προκειμένω σύνθετες ζωωτροφές για πρόβατα με περιεκτικότητα κατά βάρος σε σιτηρά κατώτερη από τη δηλωθείσα, ήτοι 65 % του βάρους). Ανάλογος περιορισμός επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο, κατά το Δικαστήριο, όταν το πράγματι εξαχθέν προϋόν - παρά το γεγονός ότι παρουσίαζε διαφορετικά χαρακτηριστικά (εν προκειμένω άλευρο με σαφώς ανώτερη περιεκτικότητα σε τεύτλα) απ' αυτά που αναγράφονται στη δήλωση πληρωμής - αντιστοιχεί κατ' ουσίαν στο δηλωθέν, όπως αποδεικνύει η υπαγωγή τους στην ίδια δασμολογική κλάση: βλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992, C-5/90 και C-206/90, Bremer Rolandmόhle Erling κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-1157, σκέψεις 33 έως 37).
(37) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 151), και της 27ης Φεβρουαρίου 1985, 56/83, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 703).
(38) - Το προπαρατεθέν άρθρο 8, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής: «Σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των ανωμαλιών ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από ανωμαλίες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα/ ή οργανισμούς των κρατών μελών».
(39) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 3 και το σχετικό τμήμα του κειμένου.
(40) - ΕΕ L 67, σ. 11. Κατ' εφαρμογήν του προπαρατεθέντος άρθρου 5, παράγραφος 2:
«Όταν ένα κράτος μέλος εκτιμά ότι η καθολική ανάκτηση ενός ποσού είναι ανέφικτη και στο παρόν και στο μέλλον, ενημερώνει την Επιτροπή, με ειδική ανακοίνωση, σχετικά με το μη ανακτηθέν ποσό και τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι το ποσό αυτό βαρύνει είτε την Κοινότητα είτε το κράτος μέλος.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερή για να μπορέσει η Επιτροπή να αποφασίσει τον καταλογισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 (...).»
(41) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981, 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 21, σκέψεις 19 έως 21).
(42) - Βλ. την απόφαση Exportslachterijen van Oordegem, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 19.
(43) - Ειρήσθω εν παρόδω ότι η ταχύτητα με την οποία ενήργησαν οι αρμόδιες γερμανικές υπηρεσίες, αφότου έλαβαν γνώση της υπάρξεως επαρκών αποδεικτικών στοιχείων για την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των εκπροσώπων της Ιmex, φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι νομίμως η Επιτροπή επιβάρυνε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τις δαπάνες που αφορούν τις παράνομες ενέργειες που διαπράχθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 1986, καίτοι το ΕΓΤΠΕ επέστησε για πρώτη φορά την προσοχή των αρμοδίων γερμανικών υπηρεσιών στη δραστηριότητα του εξαγωγέα μόλις σαράντα ημέρες πριν, με έγγραφο της 20ής Νοεμβρίου 1985.
(44) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψη 17), και της 19ης Ιουνίου 1990, C-213/89, Factortame κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-2433, σκέψεις 18 και 19).
(45) - Βλ. την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990, C-34/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3603, σκέψη 14).
(46) - Βλ. την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, C-334/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-2849, σκέψη 31).
(47) - Η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87 ορίζει τα εξής: «δεν χορηγείται επιστροφή όταν υπάρχει υπέρβαση των προθεσμιών εξαγωγής ή των προθεσμιών προσκόμισης των αναγκαίων αποδείξεων για την πληρωμή της επιστροφής· είναι, εντούτοις, επιθυμητό να καταστεί ελαστικότερη η σημερινή ρύθμιση· για τον σκοπό αυτό, πρέπει να ληφθούν μέτρα που αντιστοιχούν σε εκείνα που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής [της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ L 205, σ. 5)], όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1181/87» της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1987 (ΕΕ L 113, σ. 31· η υπογράμμιση δική μου). Το άρθρο 19 του προπαρατεθέντος κανονισμού 2220/85, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 1181/87, προβλέπει - για την αποδέσμευση της εγγυήσεως - ότι η προθεσμία που έχει ταχθεί για την απόδειξη του δικαιώματος απολήψεως του ποσού που χορηγήθηκε, η οποία παρήλθε χωρίς ο ενδιαφερόμενος να έχει παράσχει την αιτηθείσα απόδειξη, μπορεί να παραταθεί σε περίπτωση ανωτέρας βίας.
(48) - Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1987, 109/86, Θεοδωράκης (Συλλογή 1987, σ. 4319, σκέψη 6).
(49) - Προπαρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 48 και στο σχετικό τμήμα του κειμένου (υπόθεση σχετική με την αξίωση της εταιρίας Θεοδωράκης, η οποία είχε λάβει πιστοποιητικό εξαγωγής ελαιολάδου κατόπιν συστάσεως εγγυήσεως ad hoc, να απαλλαγεί - κατόπιν της λύσεως της συμβάσεως πωλήσεως του εμπορεύματος λόγω μη εκτελέσεως εκ μέρους του αγοραστή - από την υποχρέωση εξαγωγής και να της αποδοθεί η εγγύηση· βλ. σκέψεις 7 και 8).
(50) - Προπαρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 46 και στο σχετικό τμήμα του κειμένου [υπόθεση σχετική, στο μέτρο που παρουσιάζει ενδιαφέρον εν προκειμένω, με τη χρηματοοικονομική διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή όσον αφορά την παράταση του χρόνου αρχικής ισχύος πιστοποιητικού εξαγωγής λόγω ανωτέρας βίας, την οποία χορήγησαν οι ελληνικές αρχές κατά τη λύση της συμβάσεως πωλήσεως λόγω μη εκτελέσεως (η Κυβέρνηση του Σουδάν δεν άνοιξε τραπεζική πίστωση για τη χρηματοδότηση της συναλλαγής). Η παράταση αυτή είχε ως συνέπεια τη συνεχή εφαρμογή υψηλότερου συντελεστή επιστροφής από τον συντελεστή που ίσχυε κατά την ημέρα της συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων· βλ. σκέψεις 21, 34 και 35].
(51) - Άλλωστε, υπό το πρίσμα των προηγουμένων παρατηρήσεών μου όσον αφορά την αναγκαία διάκριση μεταξύ της προλήψεως των αδικαιολόγητων αρνητικών οικονομικών συνεπειών σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού και της ποινικής διώξεως των παρατυπιών (βλ. σημείο 44), θεωρώ ότι παρέλκει η ανάλυση του επιχειρήματος που προβάλλουν οι γερμανικές αρχές ότι, εφόσον οι έρευνες που διεξήγαγαν οι αρμόδιες για την ποινική δίωξη αρχές και οι υπηρεσίες τελωνειακών ερευνών δεν κατέστησαν δυνατή τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης των εκπροσώπων της εταιρίας, πρέπει άνευ ετέρου να γίνει δεκτό ότι η Sόdfleisch είχε επιδείξει επιμέλεια υπό την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 (βλ. ανωτέρω σημείο 53).
(52) - Οι πρακτικές αυτές συνεπάγονται, επομένως, τη στέρηση του δικαιώματος για επιστροφή ακόμη και παρά τη μη συμμετοχή του εξαγωγέα στην απάτη ή την καλή του πίστη: βλ. την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-347/93, Boterlux (Συλλογή 1994, σ. Ι-3933).
(53) - Βλ. την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, Ελλάδα κατά Επιτροπής, παρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 46, σκέψη 30.
(54) - Βλ. την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1985, Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37.
(55) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 38.
(56) - Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, 89/83 (Συλλογή 1984, σ. 2815, σκέψη 11).
(57) - Βλ. την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, C-27/92 (Συλλογή 1993, σ. Ι-1701). Ο Γερμανός δικαστής είχε υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων το ακόλουθο ερώτημα: «Για να θεωρηθεί ότι η εισαγωγή σε τρίτη χώρα - η απόδειξη της οποίας, απαιτούμενη για την καταβολή της διαφοροποιημένης επιστροφής, (...) πρέπει να παρασχεθεί (...) με την προσκόμιση πιστοποιητικού εκτελωνισμού συμφώνου προς το πρότυπο (...) - δεν έχει αποδειχθεί, αρκεί να υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι το αναφερόμενο στο πιστοποιητικό εκτελωνισμού εμπόρευμα έφτασε πράγματι στην αγορά της τρίτης χώρας ή πρέπει να προσκομιστεί η απόδειξη περί του αντιθέτου, δηλαδή η απόδειξη της μη εισαγωγής;» Βάσει της προηγούμενης αποφάσεως Dimex (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 56), το Δικαστήριο δέχθηκε την πρώτη από τις εναλλακτικές λύσεις που πρότεινε το αιτούν δικαστήριο, δεχόμενο ότι το πιστοποιητικό εκτελωνισμού έχει περιορισμένη αποδεικτική ισχύ.
(58) - Βλ. την απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 36.
(59) - Βλ. αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-28/89, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-581, σκέψη 33), και της 6ης Μαου 1982, 146/81, 192/81 και 193/81, BayWa κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1503, σκέψη 29).
(60) - Βλ. απόφαση της 2ας Ιουνίου 1976, 125/75, Milch-, Fett- und Eier-Kontor (Συλλογή τόμος 1976, σ. 325, σκέψη 6), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ο λόγος υπάρξεως του συστήματος διαφοροποιήσεως της επιστροφής δεν θα λαμβανόταν υπόψη αν αρκούσε - για να οριστεί υψηλότερος συντελεστής επιστροφής - ότι το εμπόρευμα εκφορτώθηκε απλώς σ' ένα λιμάνι της χώρας προορισμού, χωρίς εντούτοις να φθάσει στην αγορά του τόπου εισαγωγής.
(61) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70, και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Ο κανονισμός 2730/79 καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1988, με το άρθρο 50 του κανονισμού 3665/87 που έχει παρατεθεί κατ' επανάληψη.
(62) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 58 και το σχετικό χωρίο του κειμένου.
(63) - Βλ. την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990, Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 45, σκέψεις 9 έως 11. Η λύση του ζητήματος κατά πόσον εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή στην Επιτροπή να φέρουν το οικονομικό βάρος ενδεχομένων παρανόμων πληρωμών - παρατήρησε το Δικαστήριο - έχει άμεσες συνέπειες επί του κοινοτικού προϋπολογισμού και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο, το οποίο διαφέρει ανάλογα με τα κράτη μέλη. Επομένως, θα αντέκειτο στον ενιαίο χαρακτήρα της κοινής γεωργικής πολιτικής να ποικίλουν οι χρηματοπιστωτικές συνέπειες της πολιτικής αυτής ανάλογα με τους εθνικούς κανόνες.
(64) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 30 και το σχετικό χωρίο του κειμένου.
(65) - Βλ. την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, Γερμανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 32.
(66) - Βλ. την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990, Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 45, σκέψη 12.
(67) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 45 και το σχετικό χωρίο του κειμένου.
(68) - Υπόθεση C-41/94, Συλλογή 1996, σ. Ι-4733, σκέψεις 6 έως 73.
Full & Egal Universal Law Academy