Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το High Court of Justice (Queen's Bench Division) υπέβαλε στο Δικαστήριο πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (στο εξής: οδηγία) (1).
2 Το High Court θεωρεί αναγκαία την απάντηση στα προαναφερθέντα ερωτήματα για να αποφανθεί επί των προσφυγών που άσκησαν οι Shingara και Radiom κατά της αρνήσεως των βρετανικών αρχών να τους επιτρέψουν την είσοδο στο Ηνωμένο Βασίλειο για λόγους δημοσίας ασφαλείας.
Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία στην υπόθεση Radiom (όπως παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής)
3 Ο Radiom, Ιρανός υπήκοος, έγγαμος από το 1981 με Βρετανίδα υπήκοο, απέκτησε τον Μάιο του 1982 την ιρλανδική ιθαγένεια. Τον Μάιο του 1983 έλαβε άδεια διαμονής αορίστου χρόνου στο Ηνωμένο Βασίλειο, όχι ως κοινοτικός υπήκοος (πράγμα που δεν φαίνεται να γνώριζε τότε το Home Office, δηλαδή το Υπουργείο Εσωτερικών), αλλά ως αλλοδαπός, μη κοινοτικός υπήκοος: η αίτηση για τη χορήγηση αδείας διαμονής υποβλήθηκε με βάση τον γάμο του με Βρετανίδα υπήκοο.
4 Από το 1983 έως το 1989 ο Radiom εργάστηκε στο ιρανικό προξενείο, πρώτα στο Μάντσεστερ και κατόπιν στο Λονδίνο. Το 1989 η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν και στις 9 Μαρτίου 1989 το Foreign Office (Υπουργείο Εξωτερικών) (2) γνωστοποίησε στον Radiom ότι, αν δεν εγκατέλειπε το Ηνωμένο Βασίλειο εντός επτά ημερών, θα διατασσόταν η σύλληψή του και θα απελαυνόταν. Ο Radiom αναχώρησε χωρίς να περιμένει την πραγματοποίηση της απειλής αυτής. Φαίνεται ότι τότε του είπαν ότι επρόκειτο να απελαθεί για λόγους δημοσίας ασφαλείας, αλλά δεν του δόθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες.
5 Στις 2 Ιουλίου 1992 οι δικηγόροι του Radiom, με έγγραφό τους προς το Home Office, επισήμαναν ότι επρόκειτο για κοινοτικό υπήκοο και ενδιαφέρονταν να πληροφορηθούν τι θα συνέβαινε σε περίπτωση που επέστρεφε στο Ηνωμένο Βασίλειο για να εργασθεί. Η επίσημη απάντηση, της 24ης Σεπτεμβρίου 1992, ήταν ότι η απέλασή του είχε αποφασιστεί για λόγους δημοσίας ασφαλείας (χωρίς να υφίσταται κανένα δικαίωμα προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής) και ότι, «αν τώρα ο Radiom προσπαθούσε να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν θα του επιτρεπόταν η είσοδος για τους προεκτεθέντες λόγους και δεν θα είχε δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή. Αν ανακαλυπτόταν ότι είχε εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα κινούνταν κατ' αυτού η διαδικασία απελάσεως και ούτε στην περίπτωση αυτή ο Radiom θα είχε καμία δυνατότητα προσφυγής».
6 Στις 13 Οκτωβρίου 1992, αφού έλαβαν την απάντηση αυτή, οι δικηγόροι του Radiom έστειλαν στο Home Office έγγραφο με το οποίο ζητούσαν επίσημα να του χορηγηθεί κοινοτική άδεια παραμονής ή, στην αντίθετη περίπτωση, να παρασχεθεί «εμπεριστατωμένη αιτιολογία» και να ενημερωθούν «για τα κατ' άρθρο 9 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ δικαιώματα προσφυγής του πελάτη μας κατά της αρνήσεως αυτής».
7 Η αρνητική απάντηση του Home Office, της 23ης Νοεμβρίου 1992, επανέλαβε ότι «(...) αν τώρα επιχειρήσει να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο ή ανακαλυφθεί ότι το έπραξε, δεν θα του χορηγηθεί άδεια εισόδου και/ή θα απελαθεί, διότι εισήλθε παρανόμως. Δεν υφίσταται δυνατότητα προσφυγής κατά καμιάς από τις αποφάσεις αυτές» (3).
8 Προσβάλλοντας ενώπιον του High Court αυτή την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1992, ο Radiom ζητεί να αναγνωριστεί ότι έχει δικαίωμα να λάβει άδεια διαμονής και δικαίωμα προσφυγής ή το δικαίωμα να υποχρεώσει τον Secretary of State (Υπουργό Εσωτερικών) να λάβει τη συμβουλευτική γνώμη ανεξάρτητης αρχής.
9 Ενώπιον του High Court ο εκπρόσωπος του Secretary of State εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους ο Υπουργός διέταξε προσωπικώς την απέλαση του Radiom το 1989 και για τους οποίους, κατόπιν επανεξετάσεως της υποθέσεως από τον ίδιο, η θέση του παρέμεινε αμετάβλητη:
«(...) η απόφαση του 1989 περί απελάσεως του αιτούντος από το Ηνωμένο Βασίλειο ελήφθη κατόπιν προσωπικών οδηγιών του τότε Home Secretary (Υπουργού Εσωτερικών), με την αιτιολογία ότι η παρουσία του στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον και ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα της δημοσίας ασφαλείας.
(...) Ο λόγος για τον οποίο ελήφθη η απόφαση του 1989 συνίστατο στο ότι ήταν γνωστό ότι ο αιτών ήταν υπέρ της χρήσεως βίας κατά των διαφωνούντων με το καθεστώς του Ξομεϋνί στο Ιράν και είχε αναμιχθεί στη συλλογή πληροφοριών για τους Ιρανούς διαφωνούντες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Την εποχή εκείνη, το ιρανικό καθεστώς είχε θέσει σε εφαρμογή σχέδιο δολοφονίας των διαφωνούντων. Οι δολοφονίες αυτές συνεχίζονται σε ολόκληρη της Ευρώπη και αλλού. Οι λόγοι της ληφθείσας το 1989 αποφάσεως αφορούσαν αποκλειστικά την ατομική συμπεριφορά του αιτούντος. Η αποκάλυψη περισσοτέρων στοιχείων για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η απόφαση θα δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια του Βασιλείου.
Ο Secretary of State εξέτασε προσωπικώς τη δυνατότητα ανακλήσεως της διαταγής απελάσεως, κατόπιν της ασκήσεως της προσφυγής, αλλά ενόψει του παρελθόντος του αιτούντος και των τωρινών πληροφοριών που διαθέτει γι' αυτόν ο Home Secretary, σύμφωνα με τις οποίες ο αιτών συνεχίζει να υποστηρίζει και να εργάζεται για τους σκοπούς της Ιρανικής Κυβερνήσεως, φρονεί ότι η ανάκληση της διαταγής απελάσεως αντίκειται προς τα συμφέροντα της εθνικής ασφαλείας.»
Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία στην υπόθεση Shingara (όπως βεβαιώνονται στη διάταξη περί παραπομπής)
10 Ο Shingara, ο οποίος κατάγεται από την Ινδία, έχει γαλλική ιθαγένεια. Στις 29 Μαρτίου 1991 προσπάθησε να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά δεν του επετράπη η είσοδος, με προσωπική απόφαση του Secretary of State, κατά τη γνώμη του οποίου η χορήγηση στον Shingara αδείας εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο «θα ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας».
11 Η επίσημη γνωστοποίηση της απαγορεύσεως ανέφερε επιπλέον ότι «δεν δικαιούσθε να ασκήσετε προσφυγή κατά της αρνήσεως χορηγήσεως αδείας εισόδου, διότι η απόφαση αυτή ελήφθη βάσει οδηγιών που έδωσε αυτοπροσώπως ο Secretary of State στηριζόμενος στους ανωτέρω λόγους». Την ίδια διατύπωση χρησιμοποίησε και άλλη κοινοποίηση του Home Office, της 26ης Απριλίου 1991, η οποία επίσης ανέφερε ότι ο Shingara δεν είχε τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως.
12 Στις 10 Νοεμβρίου 1992 οι δικηγόροι του Shingara, σε έγγραφό τους προς το Home Office, ανέφεραν ότι, «σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 64/221, ο Shingara έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να θέσει την υπόθεσή του στην κρίση διοικητικής αρχής και έπρεπε να έχει το δικαίωμα να αναλάβει αυτοπροσώπως την υπεράσπισή του (εκτός αν αποδεικνυόταν ότι λόγοι εθνικής ασφαλείας αντιτίθενται στην παρουσία του).
Υπ' αυτές τις συνθήκες, ζητούμε να ληφθούν αμέσως τα αναγκαία μέτρα για να μπορέσουμε να ασκήσουμε διοικητική προσφυγή, άλλως θα υποχρεωθούμε να ασκήσουμε προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων».
13 Η αποσταλείσα με ημερομηνία 18 Μαου 1993 απάντηση του Home Office επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα προσφυγής.
14 Ο Shingara δεν άσκησε πράγματι καμία προσφυγή, αλλά στις 15 Ιουλίου 1993 έφθασε στον λιμένα του Dover με τη σύζυγο και τα παιδιά του και του επετράπη η είσοδος στη χώρα αφού έδειξε τη γαλλική του ταυτότητα. Στον υπάλληλο της υπηρεσίας μεταναστεύσεως δεν ανέφερε το γεγονός ότι προηγουμένως δεν του είχε χορηγηθεί άδεια εισόδου ούτε τους λόγους για τους οποίους δεν του είχε χορηγηθεί.
15 Ο Shingara συνελήφθη στις 22 Ιουλίου 1993 στο Birmingham για παράνομη είσοδο στη χώρα. Το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα έλεγε τα εξής: «(...) Διαπιστώνεται ότι έχετε εισέλθει παρανόμως στη χώρα, κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, του Immigration Act 1971 (...). Σκοπεύω να δώσω οδηγίες για την απέλασή σας από το Ηνωμένο Βασίλειο εν ευθέτω χρόνω. Θα σας γνωστοποιηθούν λεπτομέρειες με χωριστό έγγραφο.»
16 Στις 30 Ιουλίου 1993 ο δικαστής επέτρεψε την άσκηση ένδικης προσφυγής (judicial review), προκειμένου ο Shingara να προσβάλει την απόφαση περί κρατήσεώς του. Ο Shingara αφέθηκε ελεύθερος την ίδια ημέρα και επέστρεψε στη Γαλλία.
17 Ενώπιον του High Court ο Shingara προσβάλλει την απόφαση της 22ας Ιουλίου 1993 με την οποία θεωρήθηκε ότι εισήλθε παρανόμως στη χώρα, διατάχθηκε η κράτησή του και η απέλασή του από το Ηνωμένο Βασίλειο και του απαγορεύθηκε η είσοδος στο βρετανικό έδαφος. Ζητεί την ακύρωση της προαναφερθείσας αποφάσεως και να αναγνωριστεί ότι δικαιούται να προσφύγει κατά της αποφάσεως περί απελάσεώς του και απαγορεύσεως εισόδου ή να εξετασθεί η υπόθεσή του από ανεξάρτητη αρχή σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας.
18 Ο εκπρόσωπος του Secretary of State εξέθεσε στο High Court τους λόγους της αποφάσεως του 1991: «(...) κατά τη γνώμη του Secretary of State, ο αιτών ήταν αναμεμειγμένος σε δραστηριότητες των εξτρεμιστών sikh στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε τρομοκρατικές δραστηριότητες σε άλλα μέρη. Ο αιτών είναι ο αρχηγός της Babbar Khalsa (BK) στη Γαλλία, μια οργάνωση sikh η οποία υποστηρίζει τρομοκρατικές δραστηριότητες στην Ινδία. Το να εκτεθούν περαιτέρω λόγοι θα παρέβλαπτε την εθνική ασφάλεια και θα ήταν ασυμβίβαστο με την προστασία των πηγών της υπηρεσίας πληροφοριών.»
Τα προδικαστικά ερωτήματα
19 Προτού επιλύσει τις δύο διαφορές που του υποβλήθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο, το High Court of Justice έκρινε αναγκαίο να ζητήσει από το Δικαστήριο να άρει τις αμφιβολίες που ανακύπτουν σε σχέση με την ερμηνεία και την εφαρμογή της οδηγίας. Το κείμενο των υποβληθέντων ερωτημάτων έχει ως εξής:
«1) Αναφέρεται η χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 8 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964 φράση: "τις προσφυγές που δύνανται να ασκήσουν οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως"
α) στα συγκεκριμένα ένδικα βοηθήματα που παρέχονται κατ' αποφάσεων περί αρνήσεως εισόδου των υπηκόων του οικείου κράτους (δηλαδή, εν προκειμένω, στην προσφυγή ενώπιον του immigration adjudicator)
ή
β) μόνο στα ένδικα βοηθήματα που παρέχονται γενικώς κατά πράξεων της διοικήσεως [δηλαδή, εν προκειμένω, στην αίτηση δικαστικού ελέγχου (judicial review)];
Αν η απάντηση στο ως άνω ερώτημα 1 είναι η α), αναφέρεται το παρατεθέν χωρίο του άρθρου 8 της οδηγίας 64/221 μόνο στα ένδικα βοηθήματα που παρέχονται στους υπηκόους του oικείου κράτους που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες (δηλαδή, εν προκειμένω, που αντιμετωπίζουν άρνηση εισόδου για λόγους εθνικής ασφαλείας) ή αναφέρονται και στα συγκεκριμένα ένδικα βοηθήματα που παρέχονται υπό ανάλογες ή παρεμφερείς συνθήκες στους υπηκόους του εν λόγω κράτους; Στη δεύτερη περίπτωση, πόσο παρεμφερείς ή ανάλογες πρέπει να είναι οι συνθήκες;
2) Υπό το πρίσμα της απαντήσεως στο ερώτημα 1, επιβάλλεται βάσει του άρθρου 8 της οδηγίας 64/221, όταν αντιτάσσεται σε κοινοτικό υπήκοο άρνηση εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο για λόγους εθνικής ασφαλείας, να έχει ο εν λόγω κοινοτικός υπήκοος δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του immigration adjudicator, αν, κατ' ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου, ο Βρετανός υπήκοος στον οποίο δεν επιτρέπεται η είσοδος στο Ηνωμένο Βασίλειο για λόγους εθνικής ασφαλείας έχει δικαίωμα προσφυγής προκειμένου να αποδείξει ότι έχει τη βρετανική ιθαγένεια και ότι, συνεπώς, δικαιούται να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο, ανεξαρτήτως του αν η παρουσία του στο κράτος αυτό είναι ανεπιθύμητη για λόγους εθνικής ασφαλείας;
3) Ισχύουν τα οριζόμενα στην αρχή του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 ("αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή αν δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα") και για το άρθρο 9, παράγραφος 2;
4) Όταν έχει ληφθεί για λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας απόφαση περί αποκλεισμού κοινοτικού υπηκόου από την επικράτεια κράτους μέλους άλλου από αυτό του οποίου έχει την ιθαγένεια και όταν ο κοινοτικός υπήκοος έχει εγκαταλείψει το εν λόγω κράτος μέλος χωρίς να ασκήσει προσφυγή ή χωρίς να ζητήσει τη συμβουλευτικού χαρακτήρα γνωμοδότηση αρμοδίας ανεξάρτητης αρχής κατά τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 64/221 του Συμβουλίου, έχει ο κοινοτικός υπήκοος δικαίωμα, αν επιστρέψει ή επιδιώξει να επιστρέψει στο προκείμενο κράτος μέλος, να προσφύγει ενώπιον αρμοδίας ανεξάρτητης αρχής κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, σχετικά με
α) την απόρριψη αιτήσεως χορηγήσεως αδείας διαμονής
ή
β) την απόρριψη αιτήσεως χορηγήσεως αδείας εισόδου
ή
γ) την απόφαση περί απελάσεως;
5) Εξαρτώνται οι απαντήσεις στο ερώτημα 4 από το αν:
α) ο αιτών εισήλθε στο κράτος μέλος πριν ζητήσει άδεια διαμονής·
β) ο αιτών απελάθηκε από το κράτος μέλος πριν ζητήσει άδεια διαμονής ή ουδέποτε έχει ζητήσει άδεια διαμονής·
γ) η προηγούμενη αναχώρηση ήταν το αποτέλεσμα αποφάσεως περί απελάσεως ή το αποτέλεσμα απειλής συλλήψεως και απελάσεως και τη διαδέχθηκε απόφαση περί αποκλεισμού από την επικράτεια;»
Οι κοινοτικές διατάξεις των οποίων ζητείται η ερμηνεία
20 Η οδηγία αποσκοπεί στον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών μέτρων των κρατών μελών των σχετικών με τη διαμονή στο έδαφός τους, τη διακίνηση ή απέλαση των υπηκόων άλλων κρατών μελών, όταν τα μέτρα αυτά λαμβάνονται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας. Επομένως αφορά, πρώτα απ' όλα, τους όρους εισόδου και διαμονής των προαναφερθέντων προσώπων.
21 Η οδηγία περιέχει ουσιαστικούς και δικονομικούς κανόνες. Οι πρώτοι (άρθρο 2, παράγραφος 2, και άρθρα 3 και 4) περιορίζουν τους λόγους που τα κράτη μέλη μπορούν να επικαλεστούν ως «λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας», για να εμποδίσουν την παρουσία των υπηκόων άλλων κρατών μελών. Κανένα από τα προδικαστικά ερωτήματα δεν ζητεί την ερμηνεία των εννοιών αυτών (4).
22 Ως προς τις δικονομικές διατάξεις, η οδηγία επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να παρέχει στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών δυνατότητες προσβολής των διοικητικών πράξεων στον τομέα αυτό. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων.
23 Το άρθρο 6 της οδηγίας ορίζει: «Οι λόγοι δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, επί των οποίων βασίζεται η απόφαση που τον αφορά, γνωστοποιούνται στον ενδιαφερόμενο, εκτός αν λόγοι ασφαλείας του κράτους αντιτίθενται στη γνωστοποίηση».
24 Το άρθρο 7 της οδηγίας αναφέρει: «Η απόφαση περί αρνήσεως εκδόσεως ή ανανεώσεως αδείας διαμονής ή η απόφαση περί απομακρύνσεως από την επικράτεια κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Η κοινοποίηση περιέχει μνεία της προθεσμίας, η οποία τάσσεται για την εγκατάλειψη της επικρατείας. Εκτός επειγουσών περιπτώσεων, η προθεσμία αυτή δεν δύναται να είναι μικρότερη των δεκαπέντε ημερών, εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν έχει ακόμη λάβει άδεια διαμονής, και ενός μηνός στις άλλες περιπτώσεις».
25 Το άρθρο 8 της οδηγίας αναφέρεται ειδικώς στις προσφυγές κατά προηγουμένων αποφάσεων: «Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να ασκήσει κατά της αποφάσεως περί αρνήσεως εισόδου, αρνήσεως εκδόσεως ή ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή κατά της αποφάσεως περί απομακρύνσεως από την επικράτεια τις προσφυγές που δύνανται να ασκήσουν οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως».
26 Τέλος, το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει:
«1. Αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή αν δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, η απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή η απόφαση περί απομακρύνσεως του κατόχου αδείας διαμονής από την επικράτεια λαμβάνεται από τη διοικητική αρχή - εκτός επειγουσών περιπτώσεων - μόνο κατόπιν γνώμης αρμοδίας αρχής της χώρας υποδοχής, ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να προβάλλει τα μέσα υπερασπίσεώς του και να δύναται να επικουρείται ή να εκπροσωπείται κατά τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.
Η αρχή αυτή πρέπει να είναι άλλη από εκείνη που έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει την απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή την απόφαση περί απομακρύνσεως.
2. Οι αποφάσεις περί αρνήσεως εκδόσεως της πρώτης αδείας διαμονής, καθώς και οι αποφάσεις περί απομακρύνσεως προ της εκδόσεως της εν λόγω αδείας, υποβάλλονται προς εξέταση, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, στην αρχή εκείνη, η προηγουμένη γνώμη της οποίας προβλέπεται από την παράγραφο 1. Ο ενδιαφερόμενος επιτρέπεται τότε να αναλάβει αυτοπροσώπως την υπεράσπισή του, εκτός αν λόγοι ασφαλείας του κράτους αντιτίθενται στην υπεράσπιση αυτή.»
Οι εθνικοί κανόνες περί εισόδου αλλοδαπών
27 Κατά πάγια νομολογία, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο ή να εκτιμά τις συνέπειές του στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ. Με την επιφύλαξη αυτή, θεωρώ σκόπιμο, για την καλύτερη κατανόηση του νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διαφορά, να αναφέρω ποιες είναι, σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, οι εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου.
28 Οι διατάξεις αυτές περιέχονται στον Immigration Act 1971 (νόμο περί μεταναστεύσεως του 1971) και από αυτές άμεση σχέση με τις δύο παρούσες υποθέσεις έχουν οι εξής:
- Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι όλοι όσοι έχουν σύμφωνα με τον παρόντα νόμο δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορούν να διαμένουν εκεί ελεύθερα, να εισέρχονται και να εξέρχονται χωρίς άδεια ή εμπόδια, εκτός αν κάτι τέτοιο απαιτείται, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, για την απόδειξη της υποστάσεως του δικαιώματος αυτού, ή με τους περιορισμούς που μπορούν νομίμως να επιβληθούν σε οποιοδήποτε άτομο.
- Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι έχοντες τη βρετανική ιθαγένεια έχουν δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο.
- Το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι, με ορισμένες εξαιρέσεις, οι αλλοδαποί δεν μπορούν να εισέρχονται στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς άδεια.
- Το άρθρο 3, παράγραφος 5, στοιχείο b, ορίζει ότι μπορούν να απελαύνονται, μεταξύ άλλων, οι αλλοδαποί των οποίων η απέλαση (5) θεωρείται από τον Secretary of State ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον (conducive to the public good). Οι έχοντες τη βρετανική ιθαγένεια δεν μπορούν να απελαύνονται.
- Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 8, ο ισχυριζόμενος ότι έχει τη βρετανική ιθαγένεια ή ο επικαλούμενος κάποια εξαίρεση που προβλέπεται στον νόμο αυτό φέρει το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού του.
29 Ως προς τη δυνατότητα προσβολής των σχετικών με την άδεια εισόδου διοικητικών αποφάσεων, ο νόμος περί μεταναστεύσεως ρυθμίζει στο άρθρο του 13 (appeals against exclusion from United Kingdom) τις δυνατότητες προσφυγής: «(...) αυτός στον οποίο δεν χορηγείται άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τον παρόντα νόμο μπορεί να προσφύγει ενώπιον του adjudicator κατά της αποφάσεως της διοικήσεως ότι απαιτείται άδεια ή κατά της αρνήσεώς της να χορηγήσει την άδεια αυτή» (6).
30 Το άρθρο 13, παράγραφος 5, του προμνησθέντος νόμου καταργεί τη δυνατότητα προσφυγής στην περίπτωση ατόμου για το οποίο ο Secretary of State έχει δηλώσει ότι η άρνηση χορηγήσεως αδείας εισόδου στηρίζεται σε λόγους δημοσίου συμφέροντος (exclusion conducive to the public good): «ένα άτομο δεν έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της αρνήσεως χορηγήσεως αδείας εισόδου ή χορηγήσεως entry clearance, αν ο Secretary of State δηλώσει ότι ο ίδιος (και όχι πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν) έχει δώσει εντολή να μην επιτραπεί στο άτομο αυτό να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο, επικαλούμενος για το προαναφερθέν μέτρο το δημόσιο συμφέρον, ή αν η άδεια εισόδου ή η entry clearance δεν χορηγήθηκε κατόπιν τέτοιων οδηγιών» (7).
Η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηκόων των κρατών μελών εντός της Κοινότητας: το δικαίωμα εισόδου στην επικράτεια των κρατών μελών και οι περιορισμοί του για λόγους δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας τάξεως
31 Αν και υπάρχει κίνδυνος να επαναλάβω πράγματα που είναι προφανή, οφείλω να υπενθυμίσω ότι η Συνθήκη ΕΟΚ εγγυόταν εξ υπαρχής την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηκόων κράτους μέλους που μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος για την άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων, είτε ως εργαζόμενοι (άρθρο 48) είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες (άρθρο 52) είτε ως παρέχοντες υπηρεσίες (άρθρο 59) (8).
32 Η Ενιαία Πράξη εισήγαγε, ως έννοια συνδεδεμένη με αυτή της «εσωτερικής αγοράς», την έννοια του «χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα»: το άρθρο 7 Α της Συνθήκης ΕΚ ορίζει συγκεκριμένα ότι «η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης».
33 Το άρθρο 8 Α της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο Ζ, εδάφιο Γ, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, υπό τον τίτλο «Ιθαγένεια της Ένωσης», ορίζει ότι «κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της».
34 Η δημιουργία της ιθαγενείας της Ενώσεως με την ανωτέρω περιγραφείσα συνέπεια ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εχόντων την ιθαγένεια αυτή εντός όλων των κρατών μελών, συνιστά σημαντικό ποιοτικό βήμα, καθόσον, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, αποσυνδέει την ελευθερία αυτή από τα λειτουργικά ή οργανικά στοιχεία της (τη σχέση με μια οικονομική δραστηριότητα ή με την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς) και την ανάγει σε ίδιο και αυτόνομο δικαιώμα, συμφυές με το πολιτικό status των πολιτών της Ενώσεως.
35 Δεν θεωρώ αναγκαίο, στην παρούσα δίκη, να αναλύσω μέχρι ποιου σημείου η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, στα διαδοχικά στάδια εξελίξεως της Συνθήκης ΕΟΚ, αντιτίθετο στη διατήρηση των διατυπώσεων του ελέγχου των υπηκόων των άλλων κρατών μελών στα εσωτερικά σύνορα (9).
36 Κατά τη γνώμη μου, αρκεί να επαναλάβω ότι, ακόμη και πριν από την Ενιαία Πράξη, το δικαίωμα εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους δεν υπέκειτο, ως προς τους υπηκόους των λοιπών κρατών μελών οι οποίοι στηρίζονταν στα άρθρα 48, 52 ή 59 της Συνθήκης, σε κανένα είδος διοικητικής αδείας, δεδομένου ότι επρόκειτο για δικαίωμα που απέρρεε απευθείας από τη Συνθήκη (10).
37 Συγκεκριμένα, και πάντοτε σε αναφορά με την κατάσταση πριν από την Ενιαία Πράξη, οι κανόνες του παραγώγου δικαίου ρητώς απαγόρευαν να εξαρτάται το δικαίωμα εισόδου από διοικητικές άδειες ή εγκρίσεις, ήταν δε μόνο υποχρεωτική η επίδειξη δελτίου ταυτότητας βεβαιώνοντος ότι επρόκειτο για υπήκοο κράτους μέλους (11).
38 Οι αρχές αυτές καθώς και οι συνακόλουθες απαγορεύσεις αποτελούν τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της Συνθήκης ΕΟΚ απλώς τις ενίσχυσαν. Η υποχρεωτική ισχύς τους επιβάλλεται, επομένως, σε όλα τα κράτη μέλη (12).
39 Εντούτοις, η ανωτέρω περιγραφείσα ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μπορεί να περιορίζεται: η Συνθήκη, παρά τις διάφορες τροποποιήσεις της, δεν θέλησε να αφαιρέσει πλήρως από τα κράτη μέλη μια κλασική κυριαρχική τους προνομία, δυνάμει της οποίας μπορούν να περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων των αλλοδαπών, μη επιτρέποντας την είσοδό τους ή απελαύνοντάς τους από το έδαφός τους.
40 Η αναγνώριση της προαναφερθείσας προνομίας, η οποία με τη σειρά της περιορίζεται από το κοινοτικό δίκαιο (13), έχει ενσωματωθεί, εν πάση περιπτώσει, στη ρύθμιση που διέπει κάθε μία από τις ελευθερίες στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως: στο άρθρο 48, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, όσον αφορά τους μισθωτούς εργαζομένους (14), και στο άρθρο 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης όσον αφορά τους ελεύθερους επαγγελματίες (15), το οποίο έχει επίσης εφαρμογή επί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
41 Οι αντίστοιχες αποφάσεις μπορούν να στηρίζονται μόνον σε λόγους που αφορούν τη δημόσια υγεία, τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια. Όπως προανέφερα, σκοπός της οδηγίας είναι ακριβώς ο συντονισμός των εθνικών διατάξεων που διέπουν αυτό το είδος των μέτρων, τόσο από ουσιαστική άποψη όσο και από διαδικαστική.
42 Συγκεκριμένα, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει δεχθεί ότι η δημόσια τάξη ως θεμέλιο των αποφάσεων που περιορίζουν την ελευθερία κυκλοφορίας πρέπει να ερμηνεύεται στενά (16).
43 Εν ολίγοις, τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να αρνούνται, για τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους αναφέρθηκα, τόσο την είσοδο όσο και την παραμονή στο έδαφός τους των υπηκόων των άλλων κρατών μελών. Εντούτοις, η προαναφερθείσα εξουσία μπορεί να ασκείται εγκύρως μόνο υπό τον όρο της τηρήσεως των κανόνων του κοινοτικού δικαίου.
Το δικαίωμα προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας (πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)
44 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, τα οποία κρίνω σκόπιμο να συνεξετάσω, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 8 της οδηγίας, καθόσον αυτό επιβάλλει τη δυνατότητα προσβολής των πράξεων των αρχών κάθε κράτους μέλους στον τομέα αυτό με «τις [ίδιες] προσφυγές που δύνανται να ασκήσουν οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως».
45 Το ερώτημα αφορά το αν με τη φράση «τις ίδιες προσφυγές» (17) νοούνται οι ειδικές προσφυγές που μπορούν να ασκήσουν οι ημεδαποί σε θέματα εισόδου, διαμονής και απελάσεως από το έδαφος του κράτους τους ή, αντιθέτως, οι προσφυγές οι οποίες, γενικώς, μπορούν να ασκούνται κατά διοικητικών πράξεων, ανεξαρτήτως του τομέα τον οποίο αφορούν.
46 Κατά τη γνώμη μου, η περισσότερο ενδεδειγμένη, ενόψει της διατάξεως, απάντηση είναι η δεύτερη: οι επίμαχες κυβερνητικές αποφάσεις περί αλλοδαπών πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες προσφυγές που, γενικώς, μπορούν να ασκούν οι υπήκοοι του εν λόγω κράτους κατά οποιασδήποτε διοικητικής πράξεως.
47 Το γράμμα της διατάξεως επιβεβαιώνει ότι σημείο αναφοράς είναι το γενικό σύστημα προσβολής των διοικητικών πράξεων. Το εν λόγω γενικό σύστημα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας, να τίθεται στη διάθεση των αλλοδαπών, όταν θέλουν να προσβάλουν τις αποφάσεις της διοικήσεως περί εισόδου, διαμονής και απελάσεως, οι οποίες λαμβάνονται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.
48 Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η ratio της διατάξεως: δεν θα ήταν πολύ λογικό να παραπέμπει το άρθρο 8 της οδηγίας στις ειδικές προσφυγές που μπορούν να ασκήσουν οι ημεδαποί, οι οποίοι όμως δεν χρειάζεται να τις ασκήσουν: οι ημεδαποί κάθε κράτους μέλους δεν χρειάζεται να προσβάλουν τις διοικητικές πράξεις περί αρνήσεως εισόδου ή απελάσεώς τους από τη χώρα καταγωγής τους, διότι εξ ορισμού (18) δεν μπορούν να τους επιβληθούν τέτοια μέτρα (19).
49 Επομένως, θα ήταν μάλλον παράλογο να επιδιώκει η οδηγία να επεκτείνει στους αλλοδαπούς το δικαίωμα ασκήσεως μια κατηγορίας προοριζομένων για τους ημεδαπούς ειδικών προσφυγών, για τις οποίες δεν υπάρχει καμία εξήγηση εντός της εσωτερικής έννομης τάξης, ελλείψει ακριβώς αντικειμένου.
50 Οι προσφεύγοντες των κύριων δικών υποστηρίζουν, εντούτοις, ότι η ορθή απάντηση πρέπει να είναι η αντίθετη, καθόσον υφίστανται, για τους έχοντες τη βρετανική ιθαγένεια που θίγονται από τέτοιες κυβερνητικές αποφάσεις, ειδικά ένδικα βοηθήματα στον νόμο περί μεταναστεύσεως του 1971.
51 Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή, την οποία, μολονότι μου φαίνεται ότι διαπνέεται από αξιέπαινο σκοπό, τον οποίο αποδέχομαι πλήρως, δηλαδή τη διεύρυνση των δυνατοτήτων ελέγχου των κυβερνητικών αποφάσεων, θεωρώ καρπό εσφαλμένης επιχειρηματολογίας.
52 Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες των κύριων δικών, είναι δυνατόν οι βρετανικές διοικητικές αρχές να αρνούνται de facto την είσοδο στο Ηνωμένο Βασίλειο ενός Βρετανού υπηκόου (ή να διατάσσουν την απέλασή του), είτε διότι οι οικείες αρχές αγνοούν ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τη βρετανική ιθαγένεια είτε διότι αμφισβητείται η ιθαγένειά του είτε διότι αυτή δεν έχει αποδειχθεί προσηκόντως. Για να αντιμετωπισθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο νόμος περί μεταναστεύσεως παρέχει στον Βρετανό υπήκοο ειδική προσφυγή ενώπιον του immigration adjudicator.
53 Κατά τη γνώμη μου, αυτά τα μέσα προσβολής δεν μπορούν να θεωρούνται ειδικά ένδικα βοηθήματα αποσκοπούντα στην υποβολή της επίμαχης αποφάσεως σε δικαστικό έλεγχο ή στην εξέταση, ακριβώς ειπείν, της νομιμότητάς της. Πρόκειται απλώς για μέσα αποδείξεως του ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τη βρετανική ιθαγένεια. Αποδεικνυομένης της προϋποθέσεως αυτής, όλα τα υπόλοιπα παρέλκουν, δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να απελαθούν από το Ηνωμένο Βασίλειο ούτε να απαγορευθεί η είσοδός τους στο έδαφός του.
54 Ένα δεύτερο επιχείρημα υπέρ της θέσεως των προσφευγόντων των κύριων δικών είναι ότι το άρθρο 8 της οδηγίας θα καθίστατο περιττό, αφού, ούτως ή άλλως, κανένα κράτος δεν μπορεί να αρνηθεί στους υπηκόους άλλου κράτους τις δυνατότητες προσβολής που παρέχει γενικά στους υπηκόους του, διότι, αν το έπραττε, θα εισήγε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας αντίθετη προς τη Συνθήκη.
55 Η φαινομενική πειστικότητα του επιχειρήματος ωστόσο εξανεμίζεται, αν ληφθεί υπόψη ότι τίποτε δεν εμποδίζει τον κοινοτικό νομοθέτη να επαναλαμβάνει σε οποιαδήποτε οδηγία, στον συγκεκριμένο τομέα που αποτελεί το αντικείμενό της, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη γενική απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, η οποία περιέχεται στη Συνθήκη.
56 Για όλους αυτούς τους λόγους, φρονώ ότι το άρθρο 8 της οδηγίας, επιβάλλοντας σε κάθε κράτος να παρέχει στους αλλοδαπούς τις ίδιες δυνατότητες προσφυγής που διαθέτουν οι υπήκοοί του κατά των διοικητικών πράξεων, αναφέρεται στους γενικούς μηχανισμούς προσφυγής κατά τέτοιων πράξεων.
57 Επιπλέον, αυτό ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, Dzodzi (20), κατόπιν αναλύσεως του άρθρου 8 της οδηγίας. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου, η οποία, κατά τη γνώμη μου, εξακολουθεί να ισχύει, είχε ως εξής:
«58 Η διάταξη αυτή χαρακτηρίζει τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται η οδηγία ως "πράξεις της διοικήσεως" και επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να δίδουν σε κάθε θιγόμενο από τέτοια μέτρα το δικαίωμα ασκήσεως των ίδιων μέσων παροχής έννομης προστασίας που μπορούν να ασκούν και οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, χωρίς να παραβούν την υποχρέωση που υπέχουν από το άρθρο 8, να προβλέπουν για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στην οδηγία προσφυγές οι οποίες διέπονται από ειδικές διαδικασίες παρέχουσες λιγότερες εγγυήσεις από αυτές που παρέχουν οι προσφυγές τις οποίες ασκούν οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως (απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980, 98/79, Josette Pecastaing, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 367, σκέψη 10).
59 Επομένως, αν σε ένα κράτος μέλος το διοικητικό δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να αναστείλει την εκτέλεση διοικητικής αποφάσεως ή να λάβει συντηρητικά μέτρα όσον αφορά την εκτέλεση αυτή, την αρμοδιότητα όμως αυτή έχουν τα τακτικά δικαστήρια, το εν λόγω κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να δίδει στα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας το δικαίωμα να προσφεύγουν ενώπιον των δικαστηρίων αυτών υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς. Υπογραμμίζεται πάντως ότι οι δυνατότητες αυτές εξαρτώνται κυρίως από την οργάνωση των δικαστηρίων και από την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτών στα διάφορα κράτη μέλη, η μόνη δε υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 8 είναι να αναγνωρίζουν στα πρόσωπα που προστατεύονται από το κοινοτικό δίκαιο δυνατότητες ασκήσεως μέσων παροχής έννομης προστασίας που δεν θα είναι λιγότερο ευνοϋκές από τις παρεχόμενες στους ημεδαπούς όσον αφορά την προσβολή πράξεων της διοικήσεως (απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980, Josette Pecastaing, σκέψη 11).
60 Πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 64/221, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν στα πρόσωπα τα οποία καλύπτει η οδηγία ένδικη προστασία που να μην είναι λιγότερο ευνοϋκή, ειδικότερα όσον αφορά την αρχή στην οποία μπορούν να προσφύγουν τα πρόσωπα αυτά και τις αρμοδιότητες της αρχής αυτής, από την προστασία που παρέχουν στους δικούς τους υπηκόους σε περίπτωση προσφυγής κατά των πράξεων της διοικήσεως.»
58 Στο βρετανικό νομικό σύστημα, το γενικό μέσο προσβολής ή προσφυγής κατά διοικητικών πράξεων είναι η judicial review. Επομένως, η επιταγή του άρθρου 8 της οδηγίας πληρούται, κατ' αρχήν, εφόσον επιτρέπεται στους αποδέκτες των κυβερνητικών αποφάσεων τις οποίες αφορά το άρθρο αυτό να μπορούν να τις υποβάλλουν στην κρίση των αρμοδίων για τη judicial review δικαιοδοτικών οργάνων.
59 Κατά την έγγραφη διαδικασία, και εντονότερα κατά την προφορική διαδικασία, οι διάδικοι της κύριας δίκης επιχειρηματολόγησαν για το ποιος από τους δύο μηχανισμούς προσβολής (δηλαδή, αφενός, ο προβλεπόμενος από τον βρετανικό νόμο περί μεταναστεύσεως και, αφετέρου, η judicial review) παρέχει δυνατότητα πληρέστερου ελέγχου των κυβερνητικών αποφάσεων περί εισόδου και απελάσεως αλλοδαπών.
60 Κατά τη γνώμη μου, δεν απόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο αυτού του προδικαστικού ερωτήματος, να αποφανθεί ως προς τη μεγαλύτερη ή μικρότερη αποτελεσματικότητα της προσφυγής ενώπιον ενός adjudicator ή του Appeal Tribunal σε σχέση με την άσκηση της judicial review ενώπιον κατά κυριολεξία δικαστηρίων. Η ερμηνεία που ζητείται από το Δικαστήριο αφορά μόνο το γράμμα του άρθρου 8 της οδηγίας και η απάντηση πρέπει να εστιαστεί στην ανάλυση του γράμματος αυτού.
61 Ωστόσο, το άρθρο 8 της οδηγίας δεν εξαντλεί όλες τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με τις δικονομικές εγγυήσεις που πρέπει να απολαύουν οι υπήκοοι των κρατών μελών για την υπεράσπιση και την προστασία των δικαιωμάτων τους, όταν τα δικαιώματα αυτά απορρέουν από κοινοτικές διατάξεις.
62 Συγκεκριμένα, υπάρχει ήδη πάγια νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών παροχής έννομης προστασίας σε σχέση με τα δικαιώματα που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη (21), η οποία επιβάλλει ένα ελάχιστο επίπεδο δικαστικής προστασίας το οποίο δεν μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη από τα νομικά συστήματα των κρατών μελών των οποίων οι αποφάσεις αποτελούν αντικείμενο προσβολής.
63 Είναι πιθανό ένα εθνικό νομικό σύστημα προσβολής των διοικητικών πράξεων να μην ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της νομολογίας αυτής. Πράγματι, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 1990, Factortame κ.λπ. (22), αποφάνθηκε ότι πρέπει να αποκλείεται, ως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, η εφαρμογή του εθνικού κανόνα ο οποίος, σύμφωνα με το House of Lords, εμπόδιζε βρετανικό δικαστήριο να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία δικαιωμάτων που απέρρεαν από διάταξη του κοινοτικού δικαίου με άμεσο αποτέλεσμα.
64 Ομοίως, αν η άσκηση judicial review κατά των κυβερνητικών αποφάσεων περί εισόδου ή απελάσεως αλλοδαπών δεν καθιστά δυνατό τον πλήρη και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων αυτών, διότι η δικαιοδοτική δραστηριότητα υπόκειται σε τέτοιους περιορισμούς που καθιστούν ανενεργό τον έλεγχο της ουσίας των αποφάσεων αυτών, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την παράκαμψη των περιορισμών αυτών και τη διευκόλυνση της παροχής της προσήκουσας δικαστικής προστασίας στους αιτούντες.
65 Με άλλα λόγια, η ερμηνεία της οδηγίας δεν μπορεί να αγνοεί την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου περί δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από κοινοτικές διατάξεις. Αυτό σημαίνει:
α) ότι το άρθρο 8 της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν νομική προστασία στους κοινοτικούς υπηκόους στον ίδιο τουλάχιστον βαθμό, όπως και στους ημεδαπούς, όσον αφορά τις αποφάσεις της διοικήσεως, προστασία η οποία στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου παρέχεται με τη judicial review·
β) ένας τέτοιος μηχανισμός προστασίας δεν ανταποκρίνεται στις γενικές απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, ερμηνευομένου σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αν δεν επιτρέπει τον αποτελεσματικό και πλήρη δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων περί εισόδου και απελάσεως των υπηκόων άλλων κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν εκδοθεί για λόγους εθνικής ασφαλείας.
66 Ωστόσο, πρέπει να παραδεχθώ ότι η διατύπωση του άρθρου 9 της οδηγίας φαίνεται να δέχεται ορισμένους περιορισμούς του δικαστικού ελέγχου στον τομέα αυτό, τους οποίους πρέπει να αναλύσω.
Είναι έγκυρος ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός των ενδίκων προσφυγών, όπως δέχεται το άρθρο 9 της οδηγίας;
67 Το άρθρο 9 της οδηγίας καθιστά υποχρεωτική την έκδοση γνώμης αρχής - άλλης από εκείνη που εκδίδει την τελική απόφαση - στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις: «αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή αν δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα». Μέχρι ποιου σημείου οι προαναφερθείσες περιπτώσεις μπορούν σήμερα να θεωρούνται έγκυρες κατά το κοινοτικό δίκαιο;
68 Από την ανάγνωση της προπαρατεθείσας διατάξεως μου γεννάται ένα τριπλό ερώτημα:
- Επιτρέπεται, από άποψη κοινοτικού δικαίου, να αποκλείονται του δικαστικού ελέγχου οι κυβερνητικές αποφάσεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων;
- Επιτρέπεται, από άποψη κοινοτικού δικαίου, να μην οδηγεί η ένδικη προσφυγή κατά των κυβερνητικών αυτών αποφάσεων στην εξέταση της ουσίας των εν λόγω μέτρων;
- Επιτρέπεται, από άποψη κοινοτικού δικαίου, να μην προβλέπεται ή να αποκλείεται η προσωρινή αναστολή των προαναφερθέντων μέτρων στο πλαίσιο των προβλεπομένων για την εξέτασή τους ενδίκων προσφυγών;
69 Θα προσπαθήσω να απαντήσω χωριστά στο κάθε ένα από τα τρία ερωτήματα. Και ήδη μπορώ να πω ότι η αρνητική απάντηση μου φαίνεται υποχρεωτική στις δύο πρώτες περιπτώσεις.
i) Ο αποκλεισμός των ενδίκων προσφυγών
70 Η δυνατότητα αποκλεισμού του δικαστικού ελέγχου για ορισμένες κυβερνητικές αποφάσεις όπως οι προβλεπόμενες στην οδηγία, αν και θα μπορούσε να νοηθεί στην υφισταμένη το 1964 κατάσταση της κοινοτικής έννομης τάξης, σήμερα, μετά την εξέλιξη της νομολογίας από τότε, μου φαίνεται ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο.
71 Η προαναφερθείσα εξέλιξη της νομολογίας διατυπώθηκε σαφώς και συνοπτικώς από το Δικαστήριο με την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1992, Oleificio Borelli κατά Επιτροπής (23), με παράθεση της προηγούμενης νομολογίας του: «(...) όπως το Δικαστήριο υπογράμμισε ιδίως με τις αποφάσεις της 15ης Μαου 1986 στην υπόθεση 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18), και της 15ης Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 222/86, Heylens (Συλλογή 1987, σ. 4097, σκέψη 14), ο απαιτούμενος δικαστικός έλεγχος κάθε αποφάσεως των εθνικών αρχών αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου απορρέουσα από τις κοινές στα κράτη μέλη συνταγματικές παραδόσεις και έχει παγιωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (24).
72 Στις προτάσεις του της 17ης Μαου 1990 στην υπόθεση Factortame κ.λπ., ο γενικός εισαγγελέας Tesauro θεωρούσε ήδη ως «πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (...) ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διασφαλίζουν στους ιδιώτες που απολαύουν δικαιωμάτων βάσει εννόμων καταστάσεων ερειδομένων σε απ' ευθείας εφαρμοζόμενες κοινοτικές διατάξεις πλήρη και αποτελεσματική έννομη προστασία (...)» (25).
73 Αυτή η ίδια γραμμή της νομολογίας επικυρώθηκε πράγματι με την απόφαση Factortame κ.λπ.: «Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται, κατ' εφαρμογήν της αρχής της συνεργασίας που έχει τεθεί με το άρθρο 5 της Συνθήκης, να διασφαλίζουν τη νομική προστασία που απορρέει για τους πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου (...)» (26).
74 Ειδικότερα, στο πεδίο του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, η προπαρατεθείσα απόφαση Heylens κ.λπ., αφού το χαρακτηρίζει θεμελιώδες δικαίωμα παρεχόμενο από τη Συνθήκη σε κάθε εργαζόμενο της Κοινότητας, συνεχίζει ως εξής: «η ύπαρξη δυνατότητας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά οποιασδήποτε αποφάσεως εθνικής αρχής, με την οποία δεν αναγνωρίζονται τα ευεργετικά αποτελέσματα του δικαιώματος αυτού, αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για τη διασφάλιση στους ιδιώτες της αποτελεσματικής προστασίας του δικαιώματός τους» (27).
75 Έτσι, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει αναγάγει το δικαίωμα των πολιτών για δικαστική προστασία σε θεμελιώδη εγγύηση της κοινοτικής έννομης τάξεως. Σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει όσον αφορά το άρθρο 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η επιταγή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν περιορίζεται, στο κοινοτικό πλαίσιο, μόνον στα «αστικά δικαιώματα», αλλά ισχύει για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (28).
76 Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να αναπτύξω περισσότερο τις σκέψεις αυτές, οι οποίες βεβαίως μπορούν να θεωρούνται τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου. Η σαφήνεια της προπαρατεθείσας νομολογίας καθιστά περιττό κάθε περαιτέρω σχόλιο.
77 Η οδηγία, αντιθέτως, επιτρέπει την «υποβάθμιση» της ελάχιστης διαδικαστικής εγγυήσεως, ανεχόμενη με το άρθρο της 9 τη μη πρόβλεψη δυνατότητας ένδικης προσφυγής κατά των αποφάσεων των εθνικών κυβερνητικών αρχών περί απελάσεως, υπό τον όρο μόνο να εκδοθεί από άλλη εθνική αρχή γνώμη, η οποία επιπλέον δεν είναι δεσμευτική.
78 Κατά τη γνώμη μου, αν αυτή η δυνατότητα μπορούσε να γίνει δεκτή το 1964, όταν δεν είχε ακόμη παγιωθεί η νομολογία του Δικαστηρίου στην οποία αναφέρθηκα, σήμερα, βάσει της μεταγενέστερης νομολογίας, πρέπει να απορριφθεί.
79 Το ελάχιστο αποδεκτό πρότυπο, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, συνεπάγεται κατ' ανάγκη τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των διοικητικών πράξεων που έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη και, συγκεκριμένα, στο δικαίωμα κάθε υπηκόου οποιουδήποτε κράτους μέλους να μεταβαίνει σε άλλο κράτος.
80 Επομένως, η πρώτη περίπτωση από τις τρεις που δέχεται το άρθρο 9 της οδηγίας αντίκειται προς γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
ii) Περί των περιορισμών στις δικαστικές προσφυγές
81 Ούτε η προβλεπόμενη στο άρθρο 9 της οδηγίας δεύτερη περίπτωση (ένδικη προσφυγή που περιορίζεται στην εξέταση της νομιμότητας της αποφάσεως) φαίνεται σήμερα αποδεκτή, εφόσον η έκφραση αυτή υποδηλώνει τον περιορισμό των εξουσιών των δικαστηρίων ως προς την εξέταση της ουσίας, επιτρέποντας δηλαδή μόνο τον έλεγχο των τυπικών προϋποθέσεων νομιμότητας της κυβερνητικής αποφάσεως, όπως θα μπορούσε να είναι η αρμοδιότητα του οργάνου που εκδίδει την απόφαση, η κανονικότητα της διεξαγωγής της διαδικασίας και άλλοι παρόμοιοι λόγοι.
82 Αφού προηγουμένως ανέλυσα τη νομολογία του Δικαστηρίου περί της αναγκαιότητας υπάρξεως μέσων δικαστικής προστασίας για την προάσπιση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη, τώρα πρέπει να στρέψω την προσοχή μου στην «αποτελεσματικότητα» των μέσων αυτών, πράγμα που επίσης απαιτεί η νομολογία αυτή.
83 Ο όρος της αποτελεσματικότητας παρουσιάζει δύο πλευρές: δεν πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στην εξέταση της υποθέσεως από το δικαστήριο και η εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν επαρκή προστασία στο κατάλληλο χρονικό σημείο. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα θα επανέλθω στη συνέχεια, όταν θα εξετάσω το ζήτημα των προσωρινών μέτρων.
84 Η απαίτηση να υφίσταται ένδικη προσφυγή κατά των αποφάσεων που επηρεάζουν αρνητικά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων θα καθίστατο κενή περιεχομένου, αν τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιβάλουν στην εν λόγω προσφυγή τέτοιους περιορισμούς που θα την καθιστούσαν στην πράξη ανενεργό.
85 Αυτό θα συνέβαινε αν η εθνική νομοθεσία περιόριζε τον δικαστικό έλεγχο στα εξωτερικά απλώς ζητήματα των αποφάσεων περί εισόδου ή απελάσεως αλλοδαπών, μη επιτρέποντας στα δικαιοδοτικά όργανα να εξετάζουν την ουσία της διαφοράς, δηλαδή το αν συμβιβάζεται η απόφαση με την αρχή της αναλογικότητας και τους λοιπούς εφαρμοστέους κανόνες δικαίου.
86 Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει ερμηνεύσει μερικούς από τους εν λόγω κανόνες ως εξής:
- Η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να στηρίζεται στην προσωπική και ατομική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου (άρθρο 3 της οδηγίας), χωρίς να μπορεί η απόφαση να στηρίζεται σε λόγους «γενικής πρόληψης» (29).
- Μόνον η ύπαρξη προηγούμενων ποινικών καταδικών (άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας) δεν αρκεί για τη θεμελίωση του μέτρου της απελάσεως, εκτός αν υπάρχει προσωπική συμπεριφορά συνιστώσα ενεστώσα απειλή κατά της δημοσίας τάξεως (30).
- Η προσωπική συμπεριφορά αλλοδαπού δεν μπορεί να θεωρείται ότι εμφανίζει επαρκή βαθμό βαρύτητας δικαιολογούσας το μέτρο της απελάσεως, αν αυτή η ίδια συμπεριφορά εκ μέρους ημεδαπού δεν τιμωρείται επίσης με κατασταλτικά ή άλλου είδους μέτρα που αποβλέπουν στην καταπολέμησή της (31).
87 Τα δικαιοδοτικά όργανα δεν θα μπορούσαν να ελέγχουν αν οι αποφάσεις των κυβερνητικών αρχών στον τομέα αυτό τηρούν ή δεν τηρούν τους προαναφερθέντες κανόνες και άλλους παρόμοιους, καθώς και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (ιδίως την προμνησθείσα αρχή της αναλογικότητας), αν μπορούσαν μόνο να εξετάζουν την εξωτερική νομιμότητα και όχι τους ουσιαστικούς λόγους των αποφάσεων περί απελάσεως (32).
88 Επομένως, θα μπορεί να γίνεται λόγος για «αποτελεσματική προστασία», μόνον εφόσον η ένδικη προσφυγή επιτρέπει πλήρη έλεγχο της διοικητικής πράξεως η οποία αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής.
89 Επομένως, φρονώ ότι ούτε η δεύτερη από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 9 της οδηγίας περιπτώσεις συμβιβάζεται με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, που αποτελεί αρχή του κοινοτικού δικαίου.
iii) Ως προς την έλλειψη ανασταλτικού αποτελέσματος των ενδίκων προσφυγών
90 Περισσότερες δυσκολίες εμφανίζει η τρίτη από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 9 της οδηγίας: «αν η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα».
91 Πρώτον, ανακύπτει πρόβλημα ορολογίας: το αγγλικό κείμενο αναφέρει «where the appeal cannot have suspensory effect». Η φράση αυτή διαφέρει, σ' ένα βασικό σημείο, από το γαλλικό κείμενο («s'ils n'ont pas d'effet suspensif»), από το ισπανικό κείμενο («cuando el recurso no tenga efectos suspensivos»), από το ιταλικό κείμενο («se essi non hanno effetto sospensivo») και από το γερμανικό κείμενο («oder keine aufschiebende Wirkung haben»).
92 Η διαφορά συνίσταται στο ότι, σύμφωνα με το αγγλικό κείμενο, η τρίτη από τις περιπτώσεις προϋποθέτει ότι η ένδικη προσφυγή «δεν μπορεί» να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Αντιθέτως, σύμφωνα με τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις, η ένδικη προσφυγή μπορεί ενδεχομένως, αλλά όχι αναγκαίως, να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα: ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 9 της οδηγίας θα ετίθετο μόνον αν οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν την προσφυγή δεν προέβλεπαν μεν ότι αυτή έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα, αλλά ούτε απέκλειαν τη δυνατότητα να διατάξει το δικαστήριο την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως.
93 Αν η γλωσσική απόδοση που αποδίδει καλύτερα με την έννοια της διατάξεως ήταν η αγγλική, θα ανέκυπταν σημαντικά προβλήματα σχετικά με το αν η απαγόρευση λήψεως προσωρινών μέτρων στον τομέα αυτόν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο (33).
94 Θα ήθελα να παραθέσω και πάλι ένα χωρίο της αποφάσεως Factortame κ.λπ. (34): «(...) η πλήρης αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου θα θιγόταν εξίσου αν ένας κανόνας εθνικού δικαίου μπορούσε να εμποδίσει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει αχθεί μια διεπόμενη από το κοινοτικό δίκαιο διαφορά να διατάξει προσωρινά μέτρα για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της προδικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί σχετικά με την ύπαρξη των προβαλλομένων βάσει του κοινοτικού δικαίου δικαιωμάτων».
95 Η νομολογία Factortame κ.λπ. περί προσωρινών μέτρων επαναλαμβάνεται αργότερα με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, Zuckerfabrik Sόderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (35), και προσφάτως έχει διευρυνθεί με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, Atlanta κ.λπ. (36). Η τελευταία αυτή απόφαση διευρύνει τις δυνατότητες του εθνικού δικαστηρίου πέρα από την απλή αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλομένων πράξεων, οπότε του αναγνωρίζεται - υπό ορισμένες προϋποθέσεις - η δυνατότητα «τροποποιήσεως ή ρυθμίσεως των επιδίκων εννόμων σχέσεων» με προσωρινά μέτρα (37).
96 Με βάση τη νομολογία αυτή, η οποία ήδη είναι πάγια, και ακολουθώντας το γενικό κριτήριο ότι οι διατάξεις του παραγώγου δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τον τρόπο που συμβιβάζεται καλύτερα με τις διατάξεις της Συνθήκης και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, φρονώ ότι η επίμαχη φράση του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας μπορεί μόνον να αναφέρεται στους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι, χωρίς να απαγορεύουν το ανασταλτικό αποτέλεσμα των ενδίκων προσφυγών, δεν το καθιστούν υποχρεωτικό.
97 Έτσι ερμηνευομένη η προμνησθείσα φράση μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον αυτό, μολονότι αντιτίθεται στην απόλυτη απαγόρευση του ανασταλτικού αποτελέσματος των ενδίκων προσφυγών που αφορούν δικαιώματα απορρέοντα από τη Συνθήκη, δεν επιβάλλει την υποχρέωση, αλλά προβλέπει απλώς τη δυνατότητα να έχει η άσκηση των εν λόγω προσφυγών ανασταλτικό αποτέλεσμα.
98 Για το ίδιο αυτό ζήτημα, στην προαναφερθείσα απόφαση Dzodzi, ένα βελγικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν η ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας επιβάλλει «(...) να αναγνωριστεί στους ενδιαφερομένους το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής που να τους επιτρέπει να ζητήσουν, πριν από την εκτέλεση του βαλλομένου μέτρου, την επείγουσα παρέμβαση εθνικού δικαστηρίου προκειμένου να πετύχουν έγκαιρα τη λήψη των μέτρων προστασίας των απειλουμένων δικαιωμάτων τους».
99 Η απόφαση Dzodzi, απαντώντας στο διατυπωμένο με ακρίβεια προδικαστικό ερώτημα, κατέληξε (38) στο «ότι το άρθρο 9 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί τη θέσπιση, υπέρ των προσώπων που καλύπτει η οδηγία, ένδικης προσφυγής όπως αυτή που περιγράφει το βελγικό δικαστήριο».
100 Τα χαρακτηριστικά του συστήματος που περιέγραφε το βελγικό δικαστήριο προϋπέθεταν: α) την ανάγκη να υπάρχει δικαίωμα προσφυγής πριν από την εκτέλεση των αποφάσεων περί αρνήσεως χορηγήσεως άδειας παραμονής ή μέτρου απελάσεως· β) την αποκλειστική ανάθεση της εν λόγω προσφυγής σε δικαιοδοτικό όργανο, το οποίο θα μπορούσε να εκδώσει απόφαση κατ' εφαρμογή επείγουσας διαδικασίας και θα ήταν αρμόδιο να διατάξει προσωρινά μέτρα σχετικά με το δικαίωμα παραμονής.
101 Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά σ' αυτό το προδικαστικό ερώτημα, αλλά δεν αποφάνθηκε τότε, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαίο για την έκδοση της αποφάσεώς του, ως προς τη δυνατότητα απαγορεύσεως προσωρινών μέτρων στο πλαίσιο ενδίκων προσφυγών κατά κυβερνητικών αποφάσεων που αποτελούν αντικείμενο της οδηγίας. Κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα αυτή είχε ήδη αποκλειστεί από την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου.
102 Εν πάση περιπτώσει, η προπαρατεθείσα νομολογία επιβεβαιώνει ότι οι αλλοδαποί πρέπει να έχουν πάντοτε όχι μόνον τη δυνατότητα προσβολής ενώπιον δικαστηρίου των αποφάσεων περί εισόδου και απελάσεως από ένα κράτος μέλος, αλλά και τη δυνατότητα να ζητήσουν από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, στο πλαίσιο ενός τέτοιου μηχανισμού προσβολής, να αναστείλει προσωρινά την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών ή μάλιστα να λάβει θετικά μέτρα όσον αφορά την προσωρινή κατάσταση του ενδιαφερομένου.
103 Συγκεφαλαιώνοντας τις σκέψεις αυτές, το άρθρο 9, παράγραφος 1, τρίτη φράση, της οδηγίας, είναι έγκυρο, κατά τη γνώμη μου, μόνον εφόσον αναφέρεται σε εσωτερικό δικονομικό σύστημα το οποίο δέχεται μεν τη δυνατότητα ανασταλτικού αποτελέσματος της ένδικης προσφυγής, αλλά δεν το επιβάλλει αυτόματα. Δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η εθνική νομοθεσία η οποία - όπως δίνει την εντύπωση το αγγλικό κείμενο της διατάξεως αυτής - απαγορεύει απολύτως το ανασταλτικό αποτέλεσμα των εν λόγω προσφυγών.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
104 Με αυτό το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν οι αρνητικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στην αρχή του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας και στις οποίες μόλις αναφέρθηκα έχουν επίσης εφαρμογή επί της παραγράφου 2 του ίδιου αυτού άρθρου.
105 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει στη διάταξη περί παραπομπής ότι «αμφότεροι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η εισαγωγική φράση (...) έχει εφαρμογή επί αμφοτέρων των παραγράφων του άρθρου 9. Συμφωνώ». Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή τάσσονται επίσης υπέρ της καταφατικής απαντήσεως.
106 Από την πλευρά μου και αφού διατύπωσα τις προηγούμενες επιφυλάξεις όσον αφορά το περιεχόμενο της εισαγωγικής φράσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, συμφωνώ με τις εκτιμήσεις αυτές.
107 Συγκεκριμένα, οι περιστάσεις που καθορίζουν την υποχρέωση εκδόσεως γνώμης από ανεξάρτητη εθνική αρχή είναι οι ίδιες τόσο στις περιπτώσεις που προβλέπει η παράγραφος 1 (άρνηση ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή απέλαση κατόχου αδείας διαμονής) (39) όσο και στις προβλεπόμενες από την παράγραφο 2 (άρνηση εκδόσεως της πρώτης αδείας διαμονής ή απέλαση αυτού που ζητεί την εν λόγω άδεια προ της εκδόσεως της εν λόγω αδείας).
108 Το γεγονός ότι οι περιστάσεις αυτές διαλαμβάνονται ρητά μόνο στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι απλώς ζήτημα διατυπώσεως ή συστηματικής τοποθετήσεως της φράσεως η οποία βρίσκεται στην αρχή του άρθρου στο σύνολό του, αλλά είναι σαφές ότι, κατά την έννοια της διατάξεως, η παράγραφος 2 ισχύει υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και η παράγραφος 1.
109 Οι διαφορές μεταξύ της μιας και της άλλης παραγράφου δεν έχουν επομένως σχέση με τον οργανικό ρόλο τους εντός του συστήματος ελέγχου των διοικητικών πράξεων στον τομέα αυτό, αλλά μόνο με την κατηγορία των ειδικών πράξεων στις οποίες αναφέρεται καθεμία, καθώς και με το χρονικό σημείο κατά το οποίο γεννάται η υποχρέωση εκδόσεως γνώμης.
110 Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Gallagher, «η διαφορά μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 9 έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην παράγραφο 1, η γνώμη πρέπει να προηγείται της εκδόσεως της αποφάσεως, ενώ, στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά η παράγραφος 2, η γνώμη δίδεται μετά την έκδοση της αποφάσεως και αποκλειστικά κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, στην περίπτωση που αμφισβητεί την απόφαση αυτή» (40).
111 Επομένως, οι καταρχήν προϋποθέσεις εφαρμογής είναι οι ίδιες και για τις δύο παραγράφους του άρθρου 9 της οδηγίας, όπως δέχονται όλοι οι διάδικοι.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος: το πεδίο εφαρμογής των αποφάσεων περί απελάσεως κοινοτικών υπηκόων
112 Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ' ουσίαν, να πληροφορηθεί αν ο κοινοτικός υπήκοος που έχει απελαθεί για λόγους δημοσίας ασφαλείας από το έδαφος κράτους μέλους, από το οποίο αναχώρησε και στο οποίο στη συνέχεια επιθυμεί να επιστρέψει, έχει δικαίωμα να ζητήσει την έκδοση της προβλεπομένης στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας γνώμης, μολονότι προηγουμένως δεν είχε ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί απελάσεως ούτε είχε εκδοθεί γνώμη επί της αποφάσεως αυτής.
113 Φρονώ ότι το ερώτημα, έτσι όπως υποβλήθηκε, πρέπει να αναδιατυπωθεί από το Δικαστήριο, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων. Πράγματι, τα δύο ερωτήματα που είχε υποβάλει αρχικώς για το ζήτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο και τα οποία τροποποίησε μετά την παρέμβαση των δικηγόρων των δύο διαδίκων αναφέρονταν στην εφαρμογή των άρθρων 8 και 9 (41) της οδηγίας επί των ήδη εκτελεσθεισών διαταγών απελάσεως και δεν περιορίζονταν μόνο στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας.
114 Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση του Δικαστηρίου πρέπει να ξεκινήσει από τη μέχρι τούδε νομολογία του περί των μέτρων απελάσεως κοινοτικών υπηκόων (την προαναφερθείσα απόφαση Adoui και Cornuaille) και στη συνέχεια να αναλύσει την εφαρμογή των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο.
115 Θα ήθελα κατ' αρχάς να επισημάνω ότι η απέλαση κοινοτικών υπηκόων από το κράτος μέλος υποδοχής για λόγους δημοσίας ασφαλείας εξακολουθεί να αποτελεί νόμιμο μέτρο, από άποψη κοινοτικού δικαίου, ακόμη και υπό το κράτος της νομοθεσίας που διαμορφώθηκε μετά την Ενιαία Πράξη, με την οποία καθιερώθηκε η αρχή της καταργήσεως των εσωτερικών συνόρων.
116 Συγκεκριμένα, η προαναφερθείσα αρχή, η οποία σήμερα προβλέπεται στο άρθρο 7 Α της Συνθήκης, οποιοδήποτε και αν είναι το πεδίο εφαρμογής της, καθώς και η ελευθερία κυκλοφορίας που συνδέεται με την υπηκοότητα της Ενώσεως, η οποία αναγνωρίζεται με το άρθρο 8 Α της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, δεν εμποδίζουν τα κράτη να κάνουν χρήση αυτής της προνομίας της εθνικής κυριαρχίας τους, δυνάμει της οποίας μπορούν να περιορίζουν, για συγκεκριμένους λόγους, την ελευθερία κινήσεων των αλλοδαπών εντός της Κοινότητας, δυνάμενα να φθάσουν μέχρι και την απέλασή τους από την εθνική επικράτεια.
117 Οι περιορισμοί αυτοί στην ελευθερία των αλλοδαπών μπορούν να παραλληλισθούν με τις ποινές εκτοπίσεως, οι οποίες, στις χώρες όπου προβλέπονται από τον νόμο, περιορίζουν επίσης την ελευθερία κινήσεων των ημεδαπών εντός της ίδιας της χώρας τους.
118 Εντούτοις, η νομιμότητα του μέτρου της απελάσεως δεν καλύπτει την απόλυτη κατάργηση της ελευθερίας κινήσεων εντός της Κοινότητας, στη χρονική της διάσταση. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Adoui και Cornuaille, απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα σχετικό με τη διάρκεια των συνεπειών των μέτρων απελάσεως αλλοδαπών (42), δέχθηκε τα εξής:
«Όσον αφορά τη δυνατότητα του προσώπου, εις βάρος του οποίου ελήφθη απόφαση περί απομακρύνσεως από το έδαφος κράτους μέλους, να εισέλθει εκ νέου στο έδαφος του εν λόγω κράτους και να ζητήσει νέα άδεια διαμονής, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κάθε υπήκοος κράτους μέλους που επιθυμεί να αναζητήσει εργασία σε άλλο κράτος μέλος δύναται να ζητήσει εκ νέου άδεια διαμονής. Η αίτηση αυτή, όταν υποβάλλεται μετά από εύλογη προθεσμία, πρέπει να εξετάζεται από την οικεία διοικητική αρχή του κράτους υποδοχής, η οποία πρέπει να λαμβάνει ιδίως υπόψη τους λόγους που προβάλλει ο ενδιαφερόμενος, προκειμένου να αποδείξει την ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων που είχαν δικαιολογήσει την πρώτη απόφαση περί απομακρύνσεως».
119 Είτε η αρχική απόφαση περί απελάσεως προσβλήθηκε εμπροθέσμως και επικυρώθηκε είτε δεν ασκήθηκε κατ' αυτής προσφυγή και, επομένως, η απόφαση κατέστη απρόσβλητη με την πάροδο των νομίμων προθεσμιών που τάσσονται για την προσβολή της (43), φρονώ ότι η λύση που έγινε δεκτή με την απόφαση Adoui και Cornuaille έχει πλήρη εφαρμογή και από αυτήν απορρέουν δύο σημαντικές συνέπειες:
α) οι αναγκαστικές συνέπειες της απελάσεως ισχύουν για ορισμένο χρονικό διάστημα (το οποίο συνήθως προβλέπεται στην ίδια την απόφαση), οπότε η είσοδος στην εθνική επικράτεια δεν επιτρέπεται στον θιγόμενο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου·
β) ωστόσο, ο θιγόμενος έχει δικαίωμα, «μετά από εύλογη προθεσμία», να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές την επανεξέταση της υποθέσεώς του.
120 Η πρώτη συνέπεια είναι σύμφωνη προς τη ratio του μέτρου της απελάσεως και η νομιμότητά της έχει αναγνωριστεί από την απόφαση Adoui και Cornuaille, σύμφωνα με την οποία, «όταν υφίσταται εις βάρος του [ενδιαφερομένου] απόφαση περί απομακρύνσεως, ληφθείσα εγκύρως κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα, ούτως ώστε να τον αποκλείει από το έδαφος του οικείου κράτους, το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει υπέρ αυτού δικαίωμα εισόδου στην επικράτεια αυτή κατά τη διάρκεια εξετάσεως της νέας αιτήσεώς του» (44). A fortiori, η απαγόρευση εισόδου θα εξακολουθήσει να ισχύει, αν, μετά την εν λόγω εξέταση, η απάντηση στη νέα αίτηση είναι και πάλι αρνητική.
121 Ακριβώς σ' αυτή την τελευταία περίπτωση ενεργοποιούνται οι υποχρεώσεις δικαστικού ελέγχου που επιβάλλει η οδηγία. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός υπήκοος μπορεί να αντιταχθεί στη νέα άρνηση των αρμοδίων αρχών - η οποία στηρίζεται στο ότι συνεχίζονται να υφίστανται οι περιστάσεις που οδήγησαν στην απέλασή του - προσφεύγοντας στους διαδικαστικούς μηχανισμούς που προβλέπουν τα άρθρα 8 και 9 (45) της οδηγίας.
122 Όπως είναι λογικό, η χρησιμοποίηση αυτών των μηχανισμών προσβολής δεν μπορεί να είναι καταχρηστική ή κακόβουλη, δηλαδή η περάτωση της διαδικασίας μιας προσφυγής να ακολουθείται, σχεδόν αμέσως, από άλλη προσφυγή για τα ίδια πραγματικά περιστατικά: μεταξύ της ασκήσεως των δύο ενδίκων βοηθημάτων απαιτείται, όπως δέχεται η απόφαση Adoui και Cornuaille, η παρέλευση εύλογης προθεσμίας.
123 Οι σκέψεις αυτές δίνουν στο αιτούν δικαστήριο μια απάντηση η οποία, μολονότι υπερβαίνει τα όρια του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος, μπορεί να παράσχει πρόσθετα στοιχεία για την έκδοση της αποφάσεώς του.
124 Το περιεχόμενο της απαντήσεως δεν μεταβάλλεται σε καμία από τις τρεις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα: είτε απορρίπτεται αίτηση εισόδου του ενδιαφερομένου είτε απορρίπτεται αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής είτε εκδίδεται νέα διαταγή απελάσεως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο θιγόμενος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχουν τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας, έστω και αν οι αποφάσεις αυτές αποτελούν συνέχεια αποφάσεως περί απελάσεως κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή. Εντούτοις, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών θα είναι δυνατή μόνον όταν μεσολαβεί εύλογο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην πρώτη διαταγή απελάσεως και στη μεταγενέστερη προσπάθεια εισόδου στην επικράτεια του κράτους μέλους το οποίο εξέδωσε την προαναφερθείσα διαταγή.
Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
125 Με το τελευταίο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί κατά πόσον η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα θα ήταν διαφορετική, αν ο κοινοτικός υπήκοος, ο οποίος απελάθηκε για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας, εμπίπτει σε μια από τις εξής τρεις περιπτώσεις: α) έχει εισέλθει στην επικράτεια του κράτους μέλους προτού ζητήσει άδεια διαμονής· β) απελάθηκε από το κράτος μέλος προτού ζητήσει άδεια διαμονής ή ουδέποτε έχει ζητήσει την εν λόγω άδεια· γ) η προηγούμενη αναχώρησή του ήταν το αποτέλεσμα αποφάσεως περί απελάσεως ή απειλής συλλήψεως και απελάσεως, την οποία διαδέχθηκε η έκδοση αποφάσεως η οποία του απαγορεύει την είσοδο στην επικράτεια.
126 Δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό είναι συμπληρωματικό του τετάρτου ερωτήματος το οποίο εκκινεί από την περίπτωση της υπάρξεως προηγουμένης διαταγής απελάσεως εκδοθείσας από τις αρμόδιες αρχές, η απάντηση που προτείνω για το τέταρτο ερώτημα δεν διαφέρει σε καμία από τις προαναφερθείσες τρεις περιπτώσεις.
127 Συγκεκριμένα, το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί διαταγή απελάσεως απαγορεύεται να εισέλθει στην εθνική επικράτεια και επομένως δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας. Αυτό δεν το εμποδίζει, όπως έχω ήδη εκθέσει, να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές την επανεξέταση της νομικής του καταστάσεως με την επιπλέον δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά τυχόν αρνητικής απαντήσεως.
128 Ενόσω η προαναφερθείσα κατάσταση συνεχίζεται, το οικείο κράτος μέλος μπορεί να μην επιτρέπει την είσοδο του απελαθέντος. Μπορεί επίσης να μην επιτρέπει την παραμονή στο έδαφός του εκείνου που, παραβιάζοντας την απαγόρευση εισόδου η οποία εμπεριέχεται στη διαταγή απελάσεως, εισήλθε στο έδαφος αυτό. Τέλος, μπορεί να διατάξει την απέλαση του προαναφερθέντος ατόμου, η δε πράξη αυτή αποτελεί απλή άμεση εκτέλεση της πρώτης διαταγής απελάσεως.
129 Εφόσον, όπως αναγνώρισε η απόφαση Adoui και Cornuaille, ο θιγόμενος από έγκυρη διαταγή απελάσεως δεν έχει δικαίωμα εισόδου στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της εξετάσεως της νέας αιτήσεώς του, κατά μείζονα λόγο δεν θα μπορεί να του αναγνωριστεί τέτοιο δικαίωμα - το οποίο δεν θα ήταν πλέον δικαίωμα εισόδου, αλλά διαμονής - όταν έχει εισέλθει στη χώρα παραβιάζοντας την εις βάρος του εκδοθείσα διαταγή απελάσεως.
130 Από αυτό συνάγεται ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση απελάσεως αυτού κατά του οποίου έχει ήδη προηγουμένως εκδοθεί έγκυρη διαταγή απελάσεως, η οποία δεν έχει ανακληθεί, μπορεί να εκτελείται αμέσως.
Πρόταση
131 Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το High Court of Justice ως προς την ερμηνεία των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, ως εξής:
«1) Το άρθρο 8 της οδηγίας 64/221, το οποίο αναφέρεται στις "προσφυγές που δύνανται να ασκήσουν οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως", παραπέμπει στο υφιστάμενο σε κάθε κράτος μέλος γενικό σύστημα προσβολής των εν λόγω πράξεων.
2) Οι κοινοτικοί υπήκοοι, εις βάρος των οποίων έχει εκδοθεί διαταγή απελάσεως ή απόφαση περί απαγορεύσεως εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους για λόγους δημοσίας υγείας, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας τάξεως, έχουν δικαίωμα να την προσβάλουν ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου του εν λόγω κράτους ασκώντας προσφυγή η οποία να διασφαλίζει αποτελεσματικά τον πλήρη δικαστικό έλεγχο της διοικητικής αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων των ουσιαστικών λόγων που οδήγησαν στην έκδοσή της.
3) Η εισαγωγική φράση του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 ("αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή αν δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα") έχει επίσης εφαρμογή επί της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου. Οι δύο πρώτες περιπτώσεις της προπαρατεθείσας φράσεως πρέπει να θεωρούνται αντίθετες προς τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου η οποία εγγυάται στους ιδιώτες πλήρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από κοινοτικές διατάξεις με άμεσο αποτέλεσμα.
4) Ο κοινοτικός υπήκοος στον οποίο απαγορεύθηκε η είσοδος στο έδαφος κράτους μέλους ή ο οποίος απελάθηκε από αυτό για λόγους δημοσίας υγείας, δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις αυτές με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 8 της οδηγίας 64/221 προσφυγές. Αν δεν άσκησε τις προσφυγές αυτές ή αν το αποτέλεσμα της προσφυγής δεν ήταν ευνοϋκό, μπορεί επίσης, μετά την πάροδο εύλογου χρονικού διαστήματος, να ζητήσει από τις διοικητικές αρχές την επανεξέταση της περιπτώσεώς του. Κατά ενδεχομένης αρνητικής αποφάσεως των εν λόγω αρχών επί της αιτήσεως αυτής μπορεί να επικαλεστεί και πάλι τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 της προαναφερθείσας οδηγίας, εφόσον δεν ασκεί τα δικαιώματα αυτά κατά τρόπο καταχρηστικό ή κακόβουλο.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16.
(2) - Η απόφαση περί παραπομπής βεβαιώνει ότι την προειδοποίηση απέστειλε το Home Office, αλλά το επισυναφθέν στο δικόγραφο της προσφυγής της κύριας δίκης έγγραφο (παράρτημα 1) βεβαιώνει ότι, στην πραγματικότητα, την απέστειλε το Foreign Office.
(3) - Το Home Office προσέθεσε τα ακόλουθα σχόλια όσον αφορά την οδηγία: «στην επιστολή σας επικαλείσθε το άρθρο 9 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ, το οποίο αναφέρεται στις δυνατότητες προσφυγής των υπηκόων της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (συμπεριλαμβανομένων των Ιρλανδών). (...) Πληροφορήθηκα ότι είναι δυνατόν να απελαθεί ή να μην επιτραπεί η είσοδος στην επικράτεια σε υπηκόους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (συμπεριλαμβανομένων των Ιρλανδών). Πληροφορήθηκα επίσης ότι αν οι λόγοι της προαναφερθείσας αποφάσεως είναι τέτοιας φύσεως ώστε κανονικά δεν υφίσταται δυνατότητα προσφυγής κατ' αυτής (για παράδειγμα, λόγοι δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίου συμφέροντος), τότε, έστω και αν ο ενδιαφερόμενος είναι υπήκοος κράτους της Ευρωπαϋκής Κοινότητας (συμπεριλαμβανομένων των Ιρλανδών), δεν έχει δικαίωμα προσφυγής.»
(4) - Η απόφαση περί παραπομπής αναγνωρίζει ότι «αμφότεροι οι αιτούντες έχουν να προβάλουν ισχυρισμούς ως προς τους λόγους για τους οποίους ο καθού έλαβε τις αποφάσεις περί αποκλεισμού τους από το Ηνωμένο Βασίλειο (...). Οι δικηγόροι των διαδίκων δεν επιδίωξαν στο στάδιο αυτό να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους ως προς την ορθότητα ή το πρόσφορο των λόγων απαγορεύσεως εισόδου και δεν προκύπτει ζήτημα που καθιστά αναγκαία την υποβολή άλλου προδικαστικού ερωτήματος (...)».
(5) - Θα χρησιμοποιώ αδιακρίτως τους όρους «απέλαση» ή «απομάκρυνση», όταν αναφέρομαι στις αποφάσεις που υποχρεώνουν κάποιον, ενδεχομένως διά της βίας, να εγκαταλείψει την επικράτεια ενός κράτους.
(6) - Οι αποφάσεις των adjudicators μπορούν με τη σειρά τους να προσβληθούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ενώπιον του Immigration Appeal Tribunal (άρθρο 20 του νόμου περί μεταναστεύσεως). Τόσο οι adjudicators όσο και τα μέλη του Appeal Tribunal διορίζονται από τον Lord Chancellor, συνήθως μεταξύ νομικών με ορισμένη επαγγελματική πείρα.
(7) - Το άρθρο 33 του νόμου περί μεταναστεύσεως ορίζει την entry clearance ως «θεώρηση (visa), πιστοποιητικό εισόδου ή άλλο έγγραφο το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις περί μεταναστεύσεως, θεωρείται ως απόδειξη ή ως η απαιτούμενη απόδειξη του δικαιώματος εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο ενός ατόμου, έστω και αν δεν έχει τη βρετανική ιθαγένεια (αλλά στα έγγραφα αυτά δεν περιλαμβάνεται η άδεια εργασίας)».
(8) - Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, την ελευθερία αυτή έχουν επίσης οι τουρίστες, ως αποδέκτες παροχών υπηρεσιών (απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1994, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 286/82 και 26/83, Luisi και Carbone, Συλλογή 1984, σ. 377), και οι φοιτητές (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-357/89, Raulin, Συλλογή 1992, σ. Ι-1027).
(9) - Το πρόβλημα τίθεται ειδικώς στην κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την 31η Δεκεμβρίου 1992, ημερομηνία μέχρι την οποία οι διατάξεις του άρθρου 7 Α της Συνθήκης έπρεπε να έχουν τεθεί σε ισχύ. Το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, στις 18 Νοεμβρίου 1993, άσκησε προσφυγή (υπόθεση C-445/93) ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 175 της Συνθήκης, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή είχε παραβεί την εν λόγω Συνθήκη, επειδή είχε παραλείψει να υποβάλει τις αναγκαίες προτάσεις για την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στην εσωτερική αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 7 Α της Συνθήκης. Στις 12 Ιουλίου 1995 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας για την κατάργηση των ελέγχων των προσώπων στα εσωτερικά σύνορα και θεωρεί την εν λόγω κατάργηση ως συνέπεια της «προβλεπομένης στο άρθρο 7 Α της Συνθήκης σαφούς και ανεπιφύλακτης υποχρεώσεως». Κατόπιν αυτού, το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο δέχθηκε ότι η προσφυγή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου και το γνωστοποίησε στο Δικαστήριο, το οποίο, με διάταξη της 11ης Ιουλίου 1996, αποφάσισε τη διαγραφή της υποθέσεως. Εξάλλου, η εφαρμογή της Συμβάσεως του Schengen από επτά κράτη μέλη από τις 26 Μαρτίου 1995 δεν έχει, αυτή καθαυτή, σχέση με το κοινοτικό δίκαιο.
(10) - Η σκέψη 17 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1992, C-370/90, Singh (Συλλογή 1992, σ. Ι-4265 επ., ειδικώς σ. Ι-4293), αναφέρει: «(...) οι υπήκοοι των κρατών μελών έχουν, ειδικότερα, το δικαίωμα, αντλούμενο ευθέως από τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης, να εισέρχονται και να διαμένουν στο έδαφος των άλλων κρατών μελών προκειμένου να ασκούν εκεί οικονομικές δραστηριότητες, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (βλ., ιδίως, απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 48/75, Royer, Συλλογή τόμος 1976, σ. 203, σκέψη 31, και απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1991, C-363/89, Roux, Συλλογή 1991, σ. Ι-273, σκέψη 9)».
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ: 695C0065.1
(11) - Έτσι, το άρθρο 3 της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43), όριζε τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 την είσοδο στην επικράτειά τους με απλή επίδειξη δελτίου ταυτότητος ή διαβατηρίου εν ισχύι. 2. Δεν δύναται να επιβληθεί θεώρηση εισόδου ή άλλη ισοδύναμη υποχρέωση, εκτός αν πρόκειται για τα μέλη της οικογενείας, τα οποία δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους (...).» Όμοιες είναι και οι διατάξεις της οδηγίας 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητος στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144).
(12) - Η περί μεταναστεύσεως νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου τροποποιήθηκε ρητώς προς την κατεύθυνση αυτή: το άρθρο 7 του Immigration Act 1988 απαλλάσσει από την ανάγκη λήψεως αδείας εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο τα άτομα στα οποία το κοινοτικό δίκαιο παρέχει τέτοιο δικαίωμα εισόδου.
(13) - Η απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Δεκεμβρίου 1974, 41/74, Van Duyn (Συλλογή τόμος 1974, σ. 537), αναφέρει ρητώς: «(...) η οδηγία 64/221 αποσκοπεί στο να περιορίσει τη διακριτική εξουσία που παρέχεται από τις εθνικές νομοθεσίες στις αρμόδιες αρχές σε θέματα σχετικά με την είσοδο και απέλαση των αλλοδαπών».
(14) - «Με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει (...)».
(15) - «Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου [περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως] (...) δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα εφαρμογής (...) των διατάξεων που προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους και δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.»
(16) - Η απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Οκτωβρίου 1975, 36/75, Rutili (Συλλογή τόμος 1975, σ. 367), αναφέρει: «(...) δυνάμει της περιεχόμενης στο άρθρο 48, παράγραφος 3, επιφυλάξεως, τα κράτη μέλη εξακολουθούν, κατ' ουσίαν, να είναι ελεύθερα να καθορίζουν, σύμφωνα με τις εθνικές τους ανάγκες, τις απαιτήσεις δημοσίας τάξεως. Εντούτοις, σε κοινοτικό πλαίσιο και, ιδίως, ως δικαιολόγηση παρεκκλίσεως από τις θεμελιώδεις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενώς, ώστε το περιεχόμενό της να μη μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από κάθε κράτος μέλος, χωρίς τον έλεγχο των οργάνων της Κοινότητας».
(17) - Η αγγλική έκφραση που χρησιμοποιείται για αυτόν τον μηχανισμό προσβολής είναι ο γενικός όρος the same legal remedies. Μια ιδιαίτερη υποκατηγορία εντός αυτής της γενικής κατηγορίας αποτελούν οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον δικαιοδοτικών οργάνων, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 9 της οδηγίας (στα αγγλικά: appeals to a court of law).
(18) - Το Δικαστήριο αποφάνθηκε στη σκέψη 22 της προαναφερθείσας (υποσημείωση 10) αποφάσεως Singh ότι, αν και είναι βέβαιο, όπως τότε υποστήριζε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους εισέρχονται και διαμένουν στην επικράτεια του εν λόγω κράτους βάσει των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένειά τους και όχι βάσει των δικαιωμάτων που τους παρέχει το κοινοτικό δίκαιο, το άρθρο 3 του Τετάρτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϋκή Σύμβαση περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζει ότι ένα κράτος δεν μπορεί να απελάσει από το έδαφός του έναν υπήκοό του.
(19) - Στην περίπτωση της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου (το οποίο δεν έχει επικυρώσει το Τέταρτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο στην Ευρωπαϋκή Σύμβαση περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), τούτο αναγνωρίζεται από το ίδιο το αιτούν δικαστήριο: «η απόφαση περί απελάσεως ή περί αρνήσεως εισόδου στην επικράτεια σε άτομο του οποίου η βρετανική ιθαγένεια του παρέχει το δικαίωμα να διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο θα συνιστούσε κατάφωρη και σοβαρότατη άρνηση του δικαιώματος διαμονής που καθιερώνει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου. Είναι αδιανόητο ότι ένας Secretary of State θα μπορούσε να ενεργήσει κατά τρόπο τόσο ανορθόδοξο και να λάβει παρόμοια απόφαση».
(20) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-297/89 και C-197/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-3763.
(21) - Σ' αυτήν κάνω εκτενέστερη αναφορά στα σημεία 72 επ. των προτάσεων αυτών.
(22) - Υπόθεση C-213/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-2433 επ., ιδίως σ. Ι-2455.
(23) - Υπόθεση C-97/91, Συλλογή 1992, σ. Ι-6313, σκέψη 14.
(24) - Ως προς την αναφορά της αποφάσεως Oleificio Borelli κατά Επιτροπής στο άρθρο 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πρέπει να διευκρινιστεί ότι αφορά τις διοικητικές αποφάσεις σε τομείς του δημοσίου δικαίου, όπως ορθώς εκθέτει ο Eduardo Garcνa de Enterrνa στο άρθρο του «The Extension of the Jurisdiction of National Administrative Courts by Community Law: the Judgement of the Court of Justice in Borelli and article 5 of the EC Treaty», Yearbook of European Law 1993, Οξφόρδη, σ. 19 έως 37. Συγκεκριμένα, μολονότι το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ερμηνεύει κάθε φορά ευρύτερα τους όρους «αστικά δικαιώματα», η προστασία των οποίων αποτελεί το αντικείμενο του άρθρου 6 της Συμβάσεως (βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις του προαναφερθέντος δικαστηρίου στις υποθέσεις Ιditions Pιriscope, Ortenberg και Procola), το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο αυτό, δεν επεκτείνεται σε διαφορές αυστηρώς διοικητικού περιεχομένου. Με την απόφαση Schouten και Meldrum (σειρά Α, αριθ. 394, 1994), το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβεβαίωσε ότι οι σχετικές με το δημόσιο αποκλειστικά δίκαιο υποθέσεις, όπως για παράδειγμα οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις φορολογικές διατάξεις, δεν έχουν «αστικό» χαρακτήρα για τους σκοπούς του προμνησθέντος άρθρου 6.
(25) - Σημείο 15 των προτάσεων.
(26) - Σκέψη 19 της αποφάσεως.
(27) - Σκέψη 14 της αποφάσεως.
(28) - Η αντίθεση είναι ιδιαίτερα σαφής στα ζητήματα ακριβώς που αφορούν το καθεστώς εισόδου και απελάσεως αλλοδαπών. Οι σχετικές με τα ζητήματα αυτά διαφορές δεν απολαύουν της προβλεπομένης στο άρθρο 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εγγυήσεως, αλλά αντίθετα καλύπτονται από την προβλεπομένη στο άρθρο 13 της προαναφερθείσας Συμβάσεως εγγύηση. Η έκθεση της Ευρωπαϋκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της 27ης Ιουνίου 1995, στην υπόθεση Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου (προσφυγή 22414/93), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 13 της προαναφερθείσας Συμβάσεως, δεδομένου ότι «η εξουσία ελέγχου των δικαιοδοτικών οργάνων του Ηνωμένου Βασιλείου, στις υποθέσεις στις οποίες γίνεται επίκληση της εθνικής ασφαλείας, είναι υπερβολικά περιορισμένη και άρα δεν πληροί τους όρους του άρθρου 13 της Συμβάσεως». Αντικείμενο της προαναφερθείσας προσφυγής ήταν η διαταγή απελάσεως αλλοδαπού, Ινδού υπηκόου, η οποία εκδόθηκε από τις βρετανικές αρχές για λόγους εθνικής ασφαλείας. Το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την απόφασή του της 15ης Νοεμβρίου 1996 (η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί), αποφαινόμενο επί της προαναφερθείσας υποθέσεως, έκρινε: «Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος των κενών που παρουσιάζουν τόσο οι δικαστικές διαδικασίες ελέγχου όσο και οι διαδικασίες ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής, το δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι οι προσφυγές αυτές, στο σύνολό τους, πληρούν τους όρους του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 [της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων]».
(29) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1975, 67/74, Bonsignore (Συλλογή τόμος 1975, σ. 111).
(30) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau (Συλλογή τόμος 1977, σ. 617).
(31) - Απόφαση της 18ης Μαου 1982, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 115/81 και 116/81, Adoui και Cornuaille (Συλλογή 1982, σ. 1665).
(32) - Αυτό δεν σημαίνει ότι, κατά την αξιολόγηση εννοιών τόσο αορίστων όπως οι έννοιες της «δημοσίας ασφαλείας» και «δημοσίας τάξεως», δεν αναγνωρίζεται στις κυβερνητικές αρχές κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως, το οποίο τα δικαστήρια θα εξετάζουν μόνον κατά τη συνήθη μέθοδο ελέγχου της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως.
(33) - Το ίδιο πρόβλημα έχει ανακύψει, σε πολλές περιπτώσεις, στη νομολογία συνταγματικών δικαστηρίων ορισμένων κρατών μελών. Το ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, με την απόφαση 115/1987, της 7ης Ιουλίου 1987, αποφάνθηκε ότι αντίκειται στο Σύνταγμα το άρθρο 34 του οργανικού νόμου περί δικαιωμάτων και ελευθεριών των αλλοδαπών στην Ισπανία, της 1ης Ιουλίου 1985, το οποίο όριζε: «Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών αποφάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Το γαλλικό Συνταγματικό Δικαστήριο, με απόφασή του της 5ης Σεπτεμβρίου 1986, εξετάζοντας τον νόμο της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, ως προς την εκτέλεση των κυβερνητικών αποφάσεων περί απελάσεως αλλοδαπών, υπενθυμίζει ότι τέτοιες αποφάσεις είναι έγκυρες και δεν αντίκεινται προς το άρθρο 66 του Συντάγματος, δεδομένου ότι επιτρέπεται προσφυγή κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, συνοδευομένη από αίτηση αναστολής εκτελέσεως.
(34) - Σκέψη 21 της αποφάσεως.
(35) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-143/88 και C-92/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-415.
(36) - Υπόθεση C-465/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-3761.
(37) - Η σπουδαιότητα της αποφάσεως αυτής τονίστηκε από τον Eduardo Garcνa de Enterrνa στο άρθρο του «Sobre la posibilidad de que las jurisdicciones nacionales adopten medidas cautelares positivas (y no sσlo suspensiones) contra los actos de sus administraciones respectivas dictados en ejecuciσn de reglamentos comunitarios cuya validez se cuestiona (sentencia Atlanta del Tribunal de Justicia, 9 de noviembre de 1995)», Revista Espaρola de Derecho Administrativo 88 (1995), σ. 565 έως 579. Γενικώς, σχετικά με τη νομολογία του Δικαστηρίου περί προσωρινής προστασίας, βλ. του ιδίου συγγραφέα: La batalla por las medidas cautelares. Derecho Comunitario Europeo y proceso contencioso-administrativo espaρol, 2η έκδ., Μαδρίτη, 1995.
(38) - Σκέψη 67.
(39) - Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-175/94, Gallagher (Συλλογή 1995, σ. Ι-4253), «το άρθρο 9, παράγραφος 1, αφορά την περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος διαμένει ήδη νομίμως στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Τούτο συμβαίνει όχι μόνο στην περίπτωση του κατόχου αδείας διαμονής, αλλά και στην περίπτωση υπηκόου άλλου κράτους μέλους, ο οποίος, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους υποδοχής, δεν υποχρεούται να κατέχει άδεια διαμονής. Συνεπώς, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και σε απόφαση περί απομακρύνσεως από το έδαφος κράτους μέλους ενός υπηκόου άλλου κράτους μέλους».
(40) - Σκέψη 20 της αποφάσεως.
(41) - Το αρχικό κείμενο των ερωτημάτων είχε ως εξής: «Εξαντλεί ή αίρει η προηγηθείσα απόφαση περί απομακρύνσεως ή αποκλεισμού τα βάσει των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας δικαιώματα, όταν ζητείται από το κράτος μέλος που έλαβε την απόφαση περί αποκλεισμού να επανεξετάσει την είσοδο στην επικράτειά του κοινοτικού υπηκόου άλλου κράτους μέλους; Εξαρτάται η απάντηση από το αν η προηγηθείσα απόφαση είχε ως αντικείμενο την απομάκρυνση ή από το αν η απόφαση αυτή, ληφθείσα μετά την υπό την απειλή απομακρύνσεως αναχώρηση του ενδιαφερομένου, είχε ως αντικείμενο τον αποκλεισμό από την επικράτεια του απελθόντος ατόμου; Σε περίπτωση προηγηθείσας αποφάσεως περί απομακρύνσεως ή αποκλεισμού, αποτελεί η μεταγενέστερη απόφαση περί αποβολής από την επικράτεια του κοινοτικού υπηκόου που επιχειρεί να εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο πράξη ικανή να δημιουργήσει βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας δικαίωμα υποβολής της υποθέσεώς του προς εξέταση σε ανεξάρτητη αρχή ή αποτελεί η ως άνω απόφαση περί αποβολής πράξη που απλώς υλοποιεί την προηγηθείσα απόφαση και που δεν δημιουργεί δικαιώματα βάσει του ανωτέρω άρθρου;»
(42) - Σκέψη 12 της αποφάσεως. Το ερώτημα ήταν: «Υπό ποιες προϋποθέσεις ένα πρόσωπο στο οποίο δεν χορηγείται ή ανακαλείται η άδεια διαμονής, επειδή η ατομική του συμπεριφορά αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη του κράτους υποδοχής, δύναται αργότερα να εισέλθει εκ νέου στην επικράτεια του κράτους για το οποίο πρόκειται και να ζητήσει νέα άδεια διαμονής; Δύναται να ληφθεί για έναν υπήκοο κράτους μέλους οριστική απόφαση απομακρύνσεως από την επικράτεια;»
(43) - Κατά την προφορική διαδικασία, οι εκπρόσωποι του Radiom και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξαν αντίθετες θέσεις ως προς το κύρος της αρχικής αποφάσεως του 1989, δυνάμει της οποίας ο Radiom διατάχθηκε να εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τη γνώμη μου, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, για το οποίο το αιτούν δικαστήριο δεν έχει υποβάλει κανένα συγκεκριμένο ερώτημα.
(44) - Σκέψη 12 της αποφάσεως.
(45) - Υπό τον όρο ότι, ως προς το άρθρο 9, πρόκειται για την τρίτη από τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, τη μόνη που - σύμφωνα με την προηγούμενη επιχειρηματολογία μου - θεωρώ ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
Full & Egal Universal Law Academy