Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
1 Η παρούσα δίκη έχει ως αντικείμενο την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε η VIHO Europe BV (στο εξής: αναιρεσείουσα) κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 12ης Ιανουαρίου 1995 στην υπόθεση Τ-102/92 (1). Η υπόθεση αυτή θα παράσχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει τη νομολογία του επί του ζητήματος της δυνατότητας εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού - ιδίως του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ - στις συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ομίλου.
2 Το ιστορικό της ένδικης διαφοράς είναι το ακόλουθο.
3 H αναιρεσείουσα είναι εταιρία ολλανδικού δικαίου. Εμπορεύεται είδη γραφείου ως χονδρέμπορος, εισαγωγέας και εξαγωγέας.
4 Η εταιρία Parker Pen Ltd (στο εξής: Parker) είναι εταιρία αγγλικού δικαίου. Παράγει στυλογράφους, τους οποίους εμπορεύεται σε ολόκληρη την Ευρώπη μέσω θυγατρικών της, οι οποίες της ανήκουν κατά 100 %, ή ανεξαρτήτων εταιριών διανομής.
5 Η εμπορία και η διανομή των προϋόντων της Parker μέσω των θυγατρικών της, καθώς και η πολιτική των εταιριών αυτών σε ζητήματα προσωπικού, ελέγχονται από την Parker. Η Parker πραγματοποιεί πάντοτε τον έλεγχο αυτό μέσω περιφερειακής ομάδας αποτελουμένης από τρεις διευθυντές, ένας εκ των οποίων είναι επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου της μητρικής εταιρίας. Κατά τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου, η περιφερειακή ομάδα επιβλέπει, μεταξύ άλλων, τους στόχους των πωλήσεων, τα μικτά κέρδη και τα έξοδα πωλήσεων, καθορίζει ποια προϋόντα θα πωλούνται και παρέχει κατευθυντήριες γραμμές σε ζητήματα τιμών και εκπτώσεων.
6 Οι παραγγελίες των πελατών διαβιβάζονται, εντός του ομίλου Parker, στη θυγατρική που εδρεύει στο κράτος όπου είναι εγκατεστημένος ο πελάτης.
7 Η VIHO, αφού επιχείρησε ματαίως να συνάψει εμπορικές σχέσεις με την Parker και να προμηθευθεί προϋόντα Parker υπό τους ίδιους όρους που ίσχυαν για τις θυγατρικές και τους ανεξαρτήτους διανομείς της Parker, υπέβαλε στις 19 Μαου 1988 καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (2), με την οποία προσήψε στην Parker ότι απαγορεύει την εξαγωγή των προϋόντων της από τους διανομείς της, ότι διασπά την κοινή αγορά σε εγχώριες αγορές των κρατών μελών και ότι διατηρεί στις εγχώριες αγορές τεχνητά υψηλές τιμές για τα προϋόντα Parker.
8 Η διοικητική διαδικασία την οποία κίνησε η Επιτροπή κατόπιν της καταγγελίας αυτής περιορίστηκε στην εξέταση των συμφωνιών μεταξύ της Parker και των ανεξαρτήτων διανομέων της. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Ιουλίου 1992 (3). Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Parker και μια ανεξάρτητη εταιρία χονδρικής πωλήσεως εγκατεστημένη στη Γερμανία - η εταιρία Herlitz AG - είχαν παραβεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, επειδή είχαν περιλάβει ρήτρα απαγορεύσεως των εξαγωγών σε μεταξύ τους συναφθείσα συμφωνία, και επέβαλε πρόστιμα στις δύο αυτές επιχειρήσεις. Με δύο αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994 - οι οποίες έχουν εν τω μεταξύ αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου - το Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις προσφυγές που άσκησαν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις κατά της αποφάσεως αυτής (4).
9 Στις 22 Μαου 1991 η αναιρεσείουσα υπέβαλε νέα καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής. Με την καταγγελία αυτή ισχυρίστηκε ότι η πολιτική διανομής της Parker, σύμφωνα με την οποία οι θυγατρικές της υποχρεούνται να περιορίζονται, κατά τη διανομή των προϋόντων Parker, σε καθορισμένες περιοχές, συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που ακολούθησε, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η Parker ασκεί καταχρηστικώς τα δικαιώματά της, υποχρεώνοντας τους ενδεχόμενους πελάτες να προμηθεύονται αποκλειστικώς από συγκεκριμένη θυγατρική εταιρία.
10 Στις 30 Σεπτεμβρίου 1992 η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία αυτή. Προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή της, η Επιτροπή επισήμανε ότι η Parker είχε καθιερώσει σύστημα ενιαίας διανομής στη Γερμανία, στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ισπανία και στις Κάτω Ξώρες, μέσω των εγκατεστημένων στις χώρες αυτές θυγατρικών της. Η Επιτροπή έκρινε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή στο σύστημα αυτό, δεδομένου ότι οι θυγατρικές και η μητρική εταιρία συνιστούν οικονομική μονάδα, εντός της οποίας οι θυγατρικές δεν μπορούν να καθορίζουν αυτόνομα τη συμπεριφορά τους στην αγορά, και ότι η ανάθεση σε καθεμιά θυγατρική της Parker συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής πωλήσεων δεν υπερβαίνει τα όρια του υπό κανονικές συνθήκες θεωρούμενου ως αναγκαίου για την εξασφάλιση της ορθής κατανομής των δραστηριοτήτων στο εσωτερικό ενός ομίλου επιχειρήσεων. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι ούτε το γεγονός ότι η Parker δεν συναλλάσσεται με την αναιρεσείουσα υπό τις ίδιες τιμές και τους ίδιους όρους που επιφυλάσσει στους ανεξαρτήτους διανομείς συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
11 Κατόπιν αυτού, η νυν αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, με την οποία ζήτησε από το Πρωτοδικείο:
- να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1992·
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να απαγορεύσει στην Parker να επιβάλλει στις εγκατεστημένες στα διάφορα κράτη μέλη της Κοινότητας θυγατρικές της την υποχρέωση αφενός να περιορίζονται, κατά τη διανομή των προϋόντων Parker, στη δική τους εδαφική περιοχή και αφετέρου να διαβιβάζουν στην εγκατεστημένη στο κράτος καταγωγής του πελάτη θυγατρική της Parker κάθε αίτημα παροχής πληροφοριών που αφορά προμήθεια ή παραγγελία προερχόμενη από πελάτες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη·
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να επιβάλει στην Parker την υποχρέωση να πωλεί στην νυν αναιρεσείουσα τα προϋόντα της στις ίδιες τιμές και υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τους ανεξάρτητους αποκλειστικούς διανομείς της ή τις θυγατρικές της στα διάφορα κράτη μέλη.
12 Η προσφυγή στηριζόταν σε τρεις λόγους ακυρώσεως, ο πρώτος των οποίων αφορούσε την παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, ο δεύτερος την παράβαση του άρθρου 86 και ο τρίτος την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αποτελείτο από δύο σκέλη. Η νυν αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι το σύστημα διανομής που εφαρμόζουν η Parker και οι θυγατρικές της εξυπηρετεί τον ίδιο στόχο με τις ρητές απαγορεύσεις εξαγωγής που επιβάλλονται στους αποκλειστικούς διανομείς, ήτοι τη στεγανοποίηση των εγχωρίων αγορών. Εξάλλου, η νυν αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι το σύστημα αυτό συνιστά συλλογική δυσμενή διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, λόγω της εφαρμογής ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών.
13 Με απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1995, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της και καταδίκασε την νυν αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (5).
14 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στις σκέψεις που ανέπτυξε το Δικαστήριο στις αποφάσεις ICI κατά Επιτροπής (6) και Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro (7), σύμφωνα με τις οποίες το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή οσάκις η επίμαχη εναρμονισμένη πρακτική αφορά επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, ως μητρική και θυγατρική εταιρία, και οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα, στο εσωτερικό της οποίας η θυγατρική δεν απολαύει πραγματικής αυτονομίας κατά τη χάραξη της πολιτικής της στην αγορά. Το Πρωτοδικείο αναφερόμενο στην απόφασή του SIV κ.λπ. κατά Επιτροπής (8), παρέπεμψε επίσης στη νομολογία του κατά την οποία το άρθρο 85 αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ οικονομικών μονάδων ικανών να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αποκλειομένων των συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και αποτελούν μια οικονομική μονάδα (σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
15 Κατόπιν, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, εν πάση περιπτώσει, η Parker κατέχει το 100 % του κεφαλαίου των θυγατρικών της και ελέγχει τις σχετικές με τις πωλήσεις και το μάρκετινγκ δραστηριότητές τους μέσω των περιφερειακών ομάδων. Εξ αυτού το Πρωτοδικείο συνεπέρανε ότι ορθώς η Επιτροπή χαρακτήρισε τον όμιλο Parker ως οικονομική μονάδα στο πλαίσιο της οποίας οι θυγατρικές δεν μπορούν να καθορίζουν αυτόνομα τη συμπεριφορά τους στην αγορά (σκέψεις 48 και 49 της αποφάσεως).
16 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υποθεση Hydrotherm (9) και τη δική του απόφαση στην υπόθεση Shell κατά Επιτροπής (10), ως «επιχείρηση» νοείται μια ενιαία οικονομική μονάδα. Εξ αυτού συνεπέρανε ότι, για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, η ενιαία συμπεριφορά της μητρικής εταιρίας και των θυγατρικών της στην αγορά προέχει της τυπικής αυτονομίας των εν λόγω εταιριών, η οποία απορρέει από το γεγονός ότι έχουν χωριστή νομική προσωπικότητα (σκέψη 50).
17 Στη σκέψη 51 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο συνεπέρανε από τα ανωτέρω τα εξής:
«Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται σύμπτωση βουλήσεων ανεξαρτήτων οικονομικώς φυσικών ή νομικών προσώπων, οι υπάρχουσες στο πλαίσιο μιας οικονομικής μονάδας σχέσεις δεν μπορούν να αποτελούν συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων που περιορίζει τον ανταγωνισμό, κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. ςΟταν η θυγατρική δεν καθορίζει αυτόνομα τη συμπεριφορά της στην αγορά, καίτοι έχει, όπως εν προκειμένω, χωριστή νομική προσωπικότητα, αλλά εφαρμόζει τις οδηγίες τις οποίες της δίδει άμεσα ή έμμεσα η μητρική εταιρία, που την ελέγχει κατά 100 %, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 85, παράγραφος 1, απαγορεύσεις δεν έχουν εφαρμογή σε σχέσεις μεταξύ της θυγατρικής και της μητρικής εταιρίας που αποτελούν [ενιαία] οικονομική μονάδα.»
18 Το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η πολιτική διανομής της Parker μπορεί να συντελέσει στη στεγανοποίηση των διαφόρων εθνικών αγορών και, με τον τρόπο αυτό, να εμποδίσει την επίτευξη ενός από τους θεμελιώδεις σκοπούς της δημιουργίας της κοινής αγοράς. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, παρά ταύτα, «από την προπαρατεθείσα νομολογία» προκύπτει ότι αυτή η πολιτική μιας ενιαίας οικονομικής μονάδας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 (σκέψη 52).
19 Κατά το Πρωτοδικείο, ματαίως η νυν αναιρεσείουσα διατείνεται ότι οι επίμαχες συμφωνίες αντιβαίνουν στο άρθρο 85 επειδή υπερβαίνουν τα όρια της εσωτερικής κατανομής δραστηριοτήτων εντός του ομίλου. Το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε την άποψη αυτή ως εξής:
«Πράγματι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 85, παράγραφος 1, προκύπτει ότι το άρθρο αυτό δεν αφορά τις ενέργειες που πηγάζουν στην πραγματικότητα από μια οικονομική μονάδα. Δεν απόκειται όμως στο Πρωτοδικείο να αλλοιώσει τη λειτουργία του άρθρου 85 προς πλήρωση ενός ενδεχόμενου κενού όσον αφορά τον προβλεπόμενο από τη Συνθήκη έλεγχο» (σκέψη 54).
20 Όσον αφορά τη δυσμενή διάκριση που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι σχέσεις μεταξύ της Parker και των ανεξαρτήτων διανομέων της δεν ασκούν επιρροή στην υπό κρίση διαφορά. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν διευκρίνισε κατ' εφαρμογή ποιας συμφωνίας, αποφάσεως ή εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ της Parker και των ανεξαρτήτων διανομέων της είχε υποστεί δυσμενή μεταχείριση (σκέψη 62). Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της Parker και των θυγατρικών της, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τη διαπίστωση στην οποία είχε ήδη προβεί, ότι δηλαδή αυτές αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα, η μονομερής συμπεριφορά της οποίας δεν εμπίπτει στο άρθρο 85 (σκέψη 63).
21 Το Πρωτοδικείο απέρριψε επίσης την αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 86 της Συνθήκης, με την αιτιολογία ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν πληρούσε συναφώς τις επιταγές του Κανονισμού Διαδικασίας, βάσει των οποίων το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων λόγων. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλει επαρκή στοιχεία όσον αφορά τη θέση την οποία κατέχουν στην αγορά η Parker και οι άλλοι κύριοι προμηθευτές ειδών γραφείου, την ενδεχόμενη ομοιόμορφη συμπεριφορά τους ή τους οικονομικούς τους δεσμούς. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έρευνα ως προς το ζήτημα αυτό, με την αιτιολογία ότι η καταγγελία της νυν αναιρεσείουσας της 22ας Μαου 1991 δεν περιείχε κανένα σχετικό στοιχείο (σκέψεις 68 έως 72).
22 Τέλος, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο περί παραβάσεως της βάσει του άρθρου 190 της Συνθήκης υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι η αιτιολογία βλαπτικής αποφάσεως πρέπει να παρέχει στον μεν παραλήπτη της τη δυνατότητα να πληροφορηθεί τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο, ώστε να προβάλει τα δικαιώματά του, στον δε κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τούτο συνέτρεχε εν προκειμένω, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση περιελάμβανε όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία είχε στηριχθεί η απόρριψη της καταγγελίας.
23 Η Viho άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, με την οποία εμμένει στο σύνολο των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιανουαρίου 1995, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1992 και να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
24 Oι επικρίσεις της αναιρεσείουσας στρέφονται κυρίως κατά της απόψεως του Πρωτοδικείου ότι το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή μεταξύ της Parker και των θυγατρικών της. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η πολιτική διανομής της Parker έχει ως αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση των εγχωρίων αγορών, πράγμα το οποίο τη θέτει σε δυσμενή οικονομική θέση. Η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι αυτή η πολιτική διανομής όχι μόνο περιορίζει τον ανταγωνισμό που αφορά την πώληση των προϋόντων Parker (intrabrand competition), αλλά έχει αρνητικά αποτελέσματα και στον ανταγωνισμό μεταξύ προϋόντων Parker και προϋόντων άλλων παραγωγών (interbrand competition). H αναιρεσείουσα υποστηρίζει εξάλλου ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να ερμηνεύσει την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης υπό το πρίσμα των άρθρων 3, στοιχεία γγ και ζζ, και 2 της Συνθήκης. Το τελευταίο αυτό άρθρο προβλέπει τη δημιουργία ενιαίας εσωτερικής αγοράς και η αναιρεσείουσα φρονεί ότι οι κανόνες του ανταγωνισμού πρέπει να συντελούν στη δημιουργία αυτή.
Κατά την αναιρεσείουσα, το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά ελήφθησαν εντός μιας ενιαίας οικονομικής μονάδας δεν εμποδίζει εν προκειμένω την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης. Το Πρωτοδικείο εσφαλμένως στηρίχθηκε μόνο στην ύπαρξη ενιαίας οικονομικής μονάδας. Συγκεκριμένα, η μη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85 εξαρτάται από την πρόσθετη προϋπόθεση ότι τα επίμαχα μέτρα συμβάλλουν στην κατανομή των δραστηριοτήτων εντός του ομίλου. Κατά την αναιρεσείουσα όμως, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Πράγματι, το άρθρο 85 αρχίζει να έχει εφαρμογή από τη στιγμή που η ισχύουσα εντός ενός ομίλου ρύθμιση έχει συνέπειες για τρίτους οι οποίοι δρουν στην αγορά, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
25 Όσον αφορά το κεντρικό αυτό ζήτημα, η Επιτροπή φρονεί ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ορθώς. Κατ' αυτήν, οι περί ανταγωνισμού κανόνες της Συνθήκης στηρίζονται στην οικονομική έννοια της επιχειρήσεως και όχι στη νομική. Δεδομένου ότι η Parker και οι θυγατρικές της αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα, είναι αδύνατο να έχει εφαρμογή το άρθρο 85 στη μεταξύ τους σχέση. Το κριτήριο της εσωτερικής κατανομής των δραστηριοτήτων δεν ασκεί επιρροή συναφώς.
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, η επίμαχη προϋπόθεση πληρούται εν προκειμένω. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι θυγατρικές της ελέγχονται κατά 100 % από την Parker. Συνεπώς, εφαρμόζουν κατ' ανάγκη πολιτική που καθορίζει η Parker. Επομένως, το σύνολο των συμφωνιών εντός του ομίλου πρέπει να θεωρείται ότι αποσκοπεί στην εσωτερική κατανομή των δραστηριοτήτων.
26 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Β - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
Επί του περιεχομένου της αιτήσεως αναιρέσεως
27 Η αναιρεσείουσα ζητεί κυρίως την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 12ης Ιανουαρίου 1995. Όπως έχω ήδη αναφέρει, εκτός από το αίτημα ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής, η αναιρεσείουσα υπέβαλε πρωτοδίκως και δύο αιτήματα περί επιβολής στην Επιτροπή υποχρεώσεως να ενεργήσει, τα οποία απέρριψε το Πρωτοδικείο. Από την αίτηση αναιρέσεως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν εμμένει στα δύο αυτά αιτήματα. Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα επισημαίνει ρητώς ότι τα αιτήματά της επί της ουσίας αφορούν πλέον μόνον την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1992. Εξ αυτού συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως προσβάλλει την απόφαση του Πρωτοδικείου μόνον όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής.
28 Στην αλληλουχία αυτή, υπογραμμίζεται ότι και το αίτημα της Επιτροπής ενέχει μια μικρή ανακρίβεια. Αν το Δικαστήριο δεχθεί το πρόσθετο αίτημα της Επιτροπής να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, η απόφαση του Πρωτοδικείου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή θα αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Κατά συνέπεια, θα είναι αλυσιτελές το αίτημα της Επιτροπής να απορρίψει το Δικαστήριο την προσφυγή ως αβάσιμη. Το αίτημα αυτό θα έχει νόημα μόνο στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου και να αποφανθεί το ίδιο επί της ουσίας της υποθέσεως. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν εξετάζει το ενδεχόμενο αυτό με το υπόμνημα αντικρούσεως. Επομένως, το εν λόγω αίτημα φαίνεται να υποβλήθηκε εκ παραδρομής, πράγμα το οποίο πάντως δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω, δεδομένου ότι δεν ασκεί επίδραση στην απόφαση εν προκειμένω.
Επί του περιεχομένου του προνομίου του ομίλου
29 Τόσο το Πρωτοδικείο όσο και οι διάδικοι της παρούσας δίκης συμφωνούν ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης σε έναν όμιλο (πράγμα το οποίο καλείται «προνόμιο του ομίλου») προϋποθέτει την ύπαρξη οικονομικής ενότητας μεταξύ της μητρικής και της θυγατρικής εταιρίας, στο πλαίσιο της οποίας η θυγατρική δεν απολαύει πραγματικής αυτονομίας κατά τον καθορισμό της πολιτικής της στην αγορά. Η άποψη αυτή συνάδει επίσης προς τη νομολογία του Δικαστηρίου - την οποία θα εξετάσω αμέσως λεπτομερέστερα.
30 Αντιθέτως, ερίζεται αν η μη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης εξαρτάται και από άλλες προϋποθέσεις.
Η νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου
31 Για την επίλυση του ζητήματος αυτού, είναι απαραίτητο να εξεταστεί πρώτα η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου.
32 Η απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1971 στην υπόθεση Bιguelin (11) αφορούσε το ζήτημα αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης έχει εφαρμογή στην περίπτωση όπου μια μητρική εταιρία, η οποία είναι εγκατεστημένη εντός κράτους μέλους και έχει αποκλειστικό δικαίωμα πωλήσεως ορισμένων εμπορευμάτων σε δύο κράτη μέλη, παραχωρεί στη θυγατρική της το αποκλειστικό δικαίωμα πωλήσεως στο έδαφος του ενός από τα κράτη μέλη αυτά ή της επιτρέπει να αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα (από τον κατασκευαστή των εν λόγω εμπορευμάτων). Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, απαγορεύει τις συμφωνίες που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα την παρακώλυση του ανταγωνισμού. Το Δικαστήριο προσέθεσε πάντως ότι αυτή η προϋπόθεση δεν πληρούται, οσάκις το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής «μεταβιβάζεται [de facto εν μέρει] από τη μητρική εταιρία σε θυγατρική της, η οποία, αν και έχει ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, δεν απολαύει καμιάς οικονομικής αυτονομίας». Το Δικαστήριο συνεπέρανε εξ αυτού ότι οι σχέσεις αυτές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του κύρους της συμφωνίας αποκλειστικότητας η οποία έχει συναφθεί μεταξύ της θυγατρικής και ενός τρίτου (12).
33 Η απόφαση αυτή θα μπορούσε να έχει την έννοια ότι οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο δεν εμπίπτουν, κατά το Δικαστήριο, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1. Εντούτοις, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή αφορούσε κυρίως τις σχέσεις μεταξύ, αφενός, δύο επιχειρήσεων συνδεομένων μεταξύ τους και, αφετέρου, του κατασκευαστή (ο οποίος ήταν ανεξάρτητος από αυτές), η ερμηνεία αυτή δεν ισχύει κατ' ανάγκη. Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι ο γενικός εισαγγελέας Α. Dutheillet de Lamothe υποστήριξε με τις προτάσεις του ότι δεν υφίστατο συμφωνία υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, μεταξύ των δύο επιχειρήσεων του ομίλου και ότι, στην πραγματικότητα, επρόκειτο περί «εσωτερικής αναδιοργανώσεως της μητρικής εταιρίας». Συγκεκριμένα, ο γενικός εισαγγελέας έκρινε ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνον οσάκις η συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων μπορεί να επηρεάσει τον ανταγωνισμό. Κατ' αυτόν όμως, τούτο δεν συνέτρεχε στην υπόθεση εκείνη:
«Όμως, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανταγωνισμός μεταξύ μητρικής και πλήρως ελεγχόμενης θυγατρικής εταιρίας, ο οποίος να μπορεί να επηρεαστεί από μια συμφωνία μεταξύ αυτών των δύο ξεχωριστών νομικών προσώπων, που όμως αποτελούν μία και μόνη οικονομική μονάδα» (13).
34 Η απόφαση την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο το 1972 στην υπόθεση ICI κατά Επιτροπής (14) αφορούσε απόφαση της Επιτροπής με την οποία η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, είχε προσάψει στη βρετανική εταιρία ICΙ ότι μετείχε σε εναρμονισμένες πρακτικές κατά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Κατά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής και του Δικαστηρίου, η εταιρία ICI είχε αποφασίσει την αύξηση τιμών για τους πελάτες εντός της Κοινότητας και είχε επιβάλει την απόφαση αυτή στις εντός της Κοινότητας εγκατεστημένες θυγατρικές της κάνοντας χρήση της εξουσίας της να τις διευθύνει. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο στην ICI. Η εταιρία ICI προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι η επίμαχη συμπεριφορά δεν έπρεπε να προσαφθεί σ' εκείνη αλλά στις εγκατεστημένες εντός της Κοινότητας θυγατρικές της. Κατά συνέπεια, η ICI φρονούσε ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να της επιβάλει πρόστιμο. Η έννοια της αντιρρήσεως αυτής γίνεται αντιληπτή αν ληφθεί υπόψη ότι η εταιρία ICI είχε την έδρα της εντός ενός κράτους - του Ηνωμένου Βασιλείου - το οποίο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν είχε ακόμη προσχωρήσει στην Κοινότητα. Η Επιτροπή, με την απόφασή της, είχε κρίνει ότι αρκούσε ότι οι εν λόγω ενέργειες παρήγαν αποτελέσματα εντός της Κοινότητας.
35 To Δικαστήριο απέρριψε την αντίρρηση της εταιρίας ΙCΙ με το εξής σκεπτικό:
«To γεγονός ότι η θυγατρική εταιρία έχει διακεκριμένη νομική προσωπικότητα δεν αρκεί για να αποκλειστεί η δυνατότητα να καταλογισθεί η συμπεριφορά της στη μητρική εταιρία. Αυτό μπορεί ιδίως να συμβεί όταν η θυγατρική εταιρία, μολονότι διαθέτει διακεκριμένη νομική προσωπικότητα, δεν προσδιορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει ως προς τα ουσιωδέστερα στοιχεία οδηγίες που της έχει παράσχει η μητρική εταιρία. Όταν η θυγατρική εταιρία δεν απολαύει πραγματικής αυτονομίας προσδιορισμού της γραμμής ενεργείας της στην αγορά, οι απαγορεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, μπορούν να λογισθούν ως ανεφάρμοστες στις σχέσεις μεταξύ αυτής και της μητρικής εταιρίας με την οποία αποτελεί οικονομική μονάδα. Λαμβάνοντας υπόψη το ενιαίο της ομάδας που σχηματίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, οι ενέργειες των θυγατρικών εταιριών μπορούν υπό ορισμένες περιστάσεις να καταλογιστούν στη μητρική εταιρία» (15).
36 Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε για πρώτη φορά ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Παρά ταύτα, από το όλο νοηματικό πλαίσιο προκύπτει ότι κύριο μέλημα του Δικαστηρίου ήταν να βρει ένα στοιχείο ενδοκοινοτικού χαρακτήρα που θα επέτρεπε τον κολασμό των εναρμονισμένων πρακτικών για τις οποίες ευθύνονταν επιχειρήσεις εγκατεστημένες εντός τρίτων κρατών. Έτσι μπόρεσε να δεχθεί ότι η Επιτροπή είχε την εξουσία προς τούτο, χωρίς να χρειαστεί να στηριχθεί στην αμφισβητούμενη στο δημόσιο διεθνές δίκαιο θεωρία των αποτελεσμάτων.
37 Η απόφαση της 6ης Μαρτίου 1974, Commercial Solvents κατά Επιτροπής (16), αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 86 της Συνθήκης. Μια ιταλική επιχείρηση, αφού συμβουλεύθηκε την αμερικανική μητρική εταιρία, η οποία κατείχε το 51 % των μετοχών της, έπαυσε να εφοδιάζει έναν πελάτη, προκειμένου να εξαλείψει τον εκ μέρους του ανταγωνισμό. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι δύο επιχειρήσεις έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως ενιαία οικονομική μονάδα στις σχέσεις τους με τον πελάτη και ότι, συνεπώς, ήταν από κοινού υπεύθυνες για την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεώς τους. Το Δικαστήριο επικύρωσε την άποψη αυτή (17).
38 Η απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, Centrafarm κατά Sterling Drug (18), αφορούσε την εμπορία φαρμάκων παρασκευαζομένων κατά διαδικασία προστατευομένη εντός των κράτων μελών από ορισμένα παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Η δικαιούχος των διπλωμάτων αυτών - η αμερικανική εταιρία Sterling Drug Inc. - τα εκμεταλλευόταν μέσω αδειών χορηγουμένων στις θυγατρικές της εντός των διαφόρων κρατών μελών. Οι θυγατρικές αυτές είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα εμπορίας των σχετικών εμπορευμάτων εντός του κράτους μέλους όπου ήταν εγκατεστημένες. Μια ολλανδική επιχείρηση μη ανήκουσα στον όμιλο - η εταιρία Centrafarm - προμηθεύθηκε τα επίμαχα προϋόντα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διετίθεντο κανονικώς στο εμπόριο, προκειμένου να τα διανείμει στις Κάτω Ξώρες. Η εταιρία Sterling Drug, επικαλούμενη το δίπλωμά της ευρεσιτεχνίας, ζήτησε κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων από τα ολλανδικά δικαστήρια να απαγορεύσουν στην εταιρία Centrafarm να εμπορεύεται τα φάρμακα στις Κάτω Ξώρες. Κατόπιν αυτού, το Nederlandse Raad van State υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα. Μεταξύ άλλων, ρώτησε αν συντρέχει παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης σε περίπτωση που οι συμφωνίες μεταξύ του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και των συνδεομένων με αυτόν επιχειρήσεων, στις οποίες αυτός έχει χορηγήσει άδειες εκμεταλλεύσεως, έχουν ως σκοπό να ρυθμίζουν διαφορετικά ανά κράτος μέλος τις συνθήκες διανομής του οικείου προϋόντος. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο έθεσε το γενικότερο ερώτημα εάν το άρθρο 85 έχει εφαρμογή και οσάκις στις συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μετέχουν μόνον επιχειρήσεις ανήκουσες στον ίδιο όμιλο.
39 Το Δικαστήριο επισήμανε κατ' αρχάς ότι η άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, οσάκις η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών αποτελεί το αντικείμενο, το μέσο ή τη συνέπεια συμπράξεως (19). Κατόπιν, το Δικαστήριο έλαβε θέση επί του ζητήματος της εφαρμογής του άρθρου 85 σε συμπράξεις εντός του ιδίου ομίλου:
«Εντούτοις, το άρθρο 85 δεν αφορά συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ως μητρική και θυγατρική εταιρία, όταν οι επιχειρήσεις αποτελούν οικονομική μονάδα στο εσωτερικό της οποίας η θυγατρική δεν απολαύει πραγματικής αυτονομίας κατά τον καθορισμό της γραμμής δράσεώς της στην αγορά και όταν αυτές οι συμφωνίες ή πρακτικές έχουν ως σκοπό τον καθορισμό της εσωτερικής κατανομής των δραστηριοτήτων μεταξύ των επιχειρήσεων» (20).
40 Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο δεν διευκρίνισε τι πρέπει να νοείται ως «εσωτερική κατανομή των δραστηριοτήτων». Πάντως, προφανώς επηρεάστηκε συναφώς από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα.
Η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή στις συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, «ο μόνος σκοπός των οποίων είναι η κατανομή των δραστηριοτήτων στο εσωτερικό μιας και μόνης οικονομικής ενότητας. Αν όμως οι συναφθείσες στο πλαίσιο ενός ομίλου συμφωνίες έχουν ευρύτερη έκταση - και περιορίζουν, επί παραδείγματι, τη δυνατότητα των επιχειρήσεων εκτός του ομίλου αυτού να διεισδύσουν σε συγκεκριμένη αγορά - οι συμφωνίες αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες στην παράγραφο 1 του άρθρου 85». Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι το ζήτημα αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, έχει εφαρμογή πρέπει να επιλύεται αναλόγως της συγκεκριμένης περιπτώσεως (21).
Ο γενικός εισαγγελέας Α. Trabucchi συντάχθηκε με την ανάλυση αυτή. Υπογράμμισε ότι η άποψη της Επιτροπής στηρίζεται στη σκέψη ότι οι συμφωνίες περί κατανομής δραστηριοτήτων εντός ενός ομίλου εκφεύγουν της εφαρμογής του άρθρου 85, δεδομένου ότι, ελλείψει ανταγωνισμού στο εσωτερικό του ομίλου, ουδόλως μπορούν να έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Αντίθετα, το άρθρο 85 πρέπει να εφαρμόζεται, οσάκις οι συμφωνίες αυτές περιορίζουν την ελευθερία ανταγωνισμού τρίτων. Ο γενικός εισαγγελέας έκρινε ότι οι αποφάσεις Bιguelin και ICI κατά Επιτροπής δεν αποκλείουν την εφαρμογή αυτή, διότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν για να επιλύσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα των υποθέσεων τις οποίες αφορούσαν (22).
41 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε κατά τον ίδιο τρόπο στην εκδοθείσα την ίδια ημέρα απόφαση επί της υποθέσεως Centrafarm κατά Winthrop (23), η οποία ήταν συναφέστατη προς την υπόθεση Centrafarm κατά Sterling Drug (24).
42 Η εκδοθείσα το 1984 απόφαση Hydrotherm (25) αφορούσε την ερμηνεία του κανονισμού 67/67/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1967, περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικότητας (26). Ορισμένες συμφωνίες, στις οποίες μετείχαν «μόνο δύο επιχειρήσεις» ετύγχαναν της κατά κατηγορία απαλλαγής που προέβλεπε ο κανονισμός αυτός. Η συμφωνία την οποία αφορούσε όμως η υπόθεση εκείνη είχε συναφθεί μεταξύ της εταιρίας Hydrotherm, αφενός, και τριών διαφορετικών προσώπων, αφετέρου. Αυτά τα τρία πρόσωπα ήταν τα εξής: ένα φυσικό πρόσωπο, ονόματι Andreoli, ο οποίος είχε εφεύρει το προς εμπορία προϋόν, καθώς και δύο νομικά πρόσωπα, οι εταιρίες Compact και Officine Sant'Andrea. Οι δύο αυτές εταιρίες ελέγχονταν πλήρως από τον Andreoli.
43 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο όρος επιχείρηση, «εντασσόμενος στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού», πρέπει να νοηθεί ως αφορών μια οικονομική ενότητα, έστω και αν, από νομική άποψη, η οικονομική αυτή ενότητα αποτελείται από περισσότερα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα. Συνεπώς, αυτή η οικονομική ενότητα πρέπει να θεωρείται ως μία επιχείρηση υπό την έννοια του κανονισμού 67/67: «Υπό τις συνθήκες αυτές, πράγματι, δεν υπάρχει καμία δυνατότητα ανταγωνισμού μεταξύ των προσώπων που μετέχουν ταυτόχρονα, ως μοναδικό συμβαλλόμενο μέρος, στην οικεία συμφωνία» (27).
44 Η εκδοθείσα στις 4 Μαου 1988 απόφαση Bodson (28) αφορούσε την παροχή ορισμένων υπηρεσιών ως προς τις κηδείες, η οποία είχε ανατεθεί στους δήμους βάσει του γαλλικού δικαίου. Περίπου 5 000 από τους δήμους αυτούς είχαν παραχωρήσει σε ιδιωτικές επιχειρήσεις το αποκλειστικό δικαίωμα παροχής των εν λόγω υπηρεσιών. Σε 2 800 από τους δήμους αυτούς, το δικαίωμα παροχής των υπηρεσιών αυτών είχε παραχωρηθεί σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση ή στις θυγατρικές της. Στο πλαίσιο δίκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ανέκυψε, μεταξύ άλλων, το ερώτημα εάν το άρθρο 85 είχε εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων οι οποίες ανήκαν στον ίδιο όμιλο.
45 Το Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας την απόφασή του επί της υποθέσεως Centrafarm κατά Sterling Drug, επανέλαβε ότι το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή στις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, «όταν οι επιχειρήσεις αποτελούν οικονομική μονάδα στο εσωτερικό της οποίας η θυγατρική δεν απολαύει πραγματικής αυτονομίας κατά τον καθορισμό της γραμμής δράσεώς της στην αγορά και όταν αυτές οι συμφωνίες ή πρακτικές έχουν ως σκοπό τον καθορισμό της εσωτερικής κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των επιχειρήσεων» (29). Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να αποφασίζουν πότε συμβαίνει αυτό. Προς τούτο, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να ελέγχουν, μεταξύ άλλων, αν οι επιχειρήσεις ακολουθούν την ίδια γραμμή δράσεως στην αγορά, η οποία καθορίζεται από τη μητρική επιχείρηση (30). Το Δικαστήριο προσέθεσε τα εξής: «Η ενδεχομένως αντιβαίνουσα στους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά του ομίλου παραχωρησιούχων επιχειρήσεων, αποτελούντος οικονομική μονάδα κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 86 της Συνθήκης» (31).
46 Η εκδοθείσα το 1989 απόφαση στην υπόθεση Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro (32) είχε ως αντικείμενο την εκτίμηση, υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, ορισμένων πρακτικών στον τομέα του καθορισμού των εφαρμοστέων στις αεροπορικές μεταφορές ναύλων. Τέθηκε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν η επιβολή ναύλου αεροπορικών μεταφορών από επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση μπορεί να συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσεως αυτής, οσάκις η εν λόγω επιβολή αποτελεί συνέπεια συμπράξεως δύο επιχειρήσεων, η οποία μπορεί, αυτή καθαυτή, να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Συνεπώς, έπρεπε να κριθεί αν τα άρθρα 85 και 86 μπορούσαν να εφαρμοστούν σωρευτικώς στα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Το Δικαστήριο απάντησε καταφατικά στο ερώτημα αυτό. Συναφώς, αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή όταν η εν λόγω εναρμονισμένη πρακτική αφορά επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ως μητρική και θυγατρική εταιρία και οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούν μία οικονομική μονάδα, εντός της οποίας η θυγατρική δεν διαθέτει πραγματική αυτονομία κατά τη χάραξη της πολιτικής της στην αγορά (τελευταία η απόφαση της 4ης Μαου 1988, 30/87, Corinne Bodson, Συλλογή 1988, σ. 2479). Ωστόσο η δράση μιας τέτοιας μονάδας στην αγορά μπορεί να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86» (33).
47 Τέλος, πρέπει, επίσης, να εξετασθεί εν συντομία η νομολογία του Πρωτοδικείου, καθόσον είναι σχετική με την παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Shell κατά Επιτροπής (34), τέθηκε το ζήτημα αν μπορούσε να προσαφθεί σε μητρική εταιρία η συμπεριφορά της θυγατρικής της. Το Πρωτοδικείο απάντησε καταφατικώς στο ερώτημα αυτό. Συναφώς, στηρίχθηκε στη σκέψη ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης «απευθύνεται σε οικονομικές μονάδες, εκάστη των οποίων περικλείει ενιαία οργάνωση προσωπικών, υλικών και α$λων στοιχείων, τα οποία έχουν ταχθεί στη διαρκή επιδίωξη ορισμένου οικονομικού σκοπού, η οποία οργάνωση δύναται να συντελέσει στη διάπραξη παραβάσεως προβλεπομένης από τη διάταξη αυτήν» (35).
Η απόφαση SIV κ.λπ. κατά Επιτροπής (36), εκδοθείσα την ίδια ημερομηνία με την απόφαση Shell κατά Επιτροπής, αφορούσε τις σχέσεις μεταξύ τριών - ανεξαρτήτων μεταξύ τους - παραγωγών επιπέδου υάλου στην Ιταλία. Η προσβαλλομένη απόφαση της Επιτροπής προσήπτε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις αφενός παραβάσεις του άρθρου 85 και αφετέρου κατάχρηση συλλογικής δεσπόζουσας θέσεως, υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης. Συναφώς, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ως εξής:
«Kατά πάγια νομολογία, όπως δέχονται εξάλλου όλοι οι διάδικοι, η έννοια της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ επιχειρήσεων, στο πλαίσιο του άρθρου 85 της Συνθήκης, δεν αφορά συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, αν οι επιχειρήσεις αποτελούν [ενιαία] οικονομική μονάδα (βλ., παραδείγματος χάρη, την προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Οκτωβρίου 1974, Centrafarm, σκέψη 41). Κατά συνέπεια, όταν το άρθρο 85 αναφέρεται σε συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ "επιχειρήσεων", αναφέρεται σε σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οικονομικών ενοτήτων που μπορούν να ανταγωνιστούν η μία την άλλη» (37).
Ανάλυση της νομολογίας
48 Από τη συνολική εξέταση των αποφάσεων που μόλις παρέθεσα προκύπτει μια έλλειψη ενότητας. Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο συμφωνούν ότι ως επιχειρήσεις υπό την έννοια του άρθρου 85 νοούνται οι ενιαίες οικονομικές μονάδες. Όσον αφορά όμως το αν πρέπει εξ αυτού να συναχθεί ότι το άρθρο 85 ουδόλως εφαρμόζεται σε συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και αποτελούν μια τέτοια οικονομική μονάδα, το ερώτημα σαφώς παραμένει.
49 Μέχρι τώρα το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ρητώς επί του ζητήματος αν το άρθρο 85 έχει εφαρμογή στις εσωτερικές σχέσεις ενός ομίλου παρά μόνο σε τέσσερις περιπτώσεις, δηλαδή με τις αποφάσεις ICI κατά Επιτροπής, Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro, Centrafarm και Bodson (38). Από την εξέταση των αποφάσεων αυτών, διαπιστώνεται ότι, σε δύο υποθέσεις - δηλαδή στις υποθέσεις Centrafarm και Bodson - το Δικαστήριο εξήρτησε τη μη εφαρμογή του άρθρου 85 από μια πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή από το εάν η εξεταζόμενη συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική συμβάλλει στη ρύθμιση της εσωτερικής κατανομής δραστηριοτήτων μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου, ενώ η προϋπόθεση αυτή δεν τίθεται με τις αποφάσεις ICI κατά Επιτροπής και Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro (39). Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα εάν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πώς είναι δυνατόν να εναρμονιστούν οι αποφάσεις αυτές.
50 Κατ' αρχάς, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν ο όρος αυτός αποτελεί πράγματι αυτοτελή και πρόσθετη προϋπόθεση, η οποία πρέπει να πληρούται προκειμένου η υπό εξέταση συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85. Θα μπορούσε, τελείως θεωρητικώς, να γίνει δεκτό ότι ο όρος αυτός ενδεχομένως διευκρινίζει απλώς την προηγούμενη προϋπόθεση (κατά την οποία οι οικείες επιχειρήσεις πρέπει να αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα), χωρίς να έχει δικό του περιεχόμενο διαφορετικό από την πρώτη προϋπόθεση (40). Ωστόσο, αυτή η υπόθεση πρέπει, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί. Η διατύπωση του σχετικού χωρίου των αποφάσεων Centrafarm («και όταν») εμφαίνει σαφώς ότι ο εν λόγω όρος αποτελεί πρόσθετη προϋπόθεση, η οποία, κατά το Δικαστήριο, πρέπει να πληρούται προκειμένου να αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 85. Εάν εξεταστεί ο όρος αυτός υπό το πρίσμα των απόψεων που εξέφρασαν η Επιτροπή και ο γενικός εισαγγελέας στο πλαίσιο της διαδικασίας εκείνης, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι το Δικαστήριο θέλησε να περιορίσει το προνόμιο του ομίλου. Συνεπώς, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος ότι το Δικαστήριο είχε την πρόθεση να διατηρήσει τη δυνατότητα εφαρμογής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, του άρθρου 85 και στις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα.
51 Το συμπέρασμα αυτό καθίσταται ακόμα προφανέστερο αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή η πρόσθετη προϋπόθεση βρίσκεται ακριβώς στις δύο αποφάσεις στις οποίες το Δικαστήριο ασχολήθηκε άμεσα με το ζήτημα εάν η συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των επιχειρήσεων ομίλου που αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα μπορεί να συνιστά παράβαση του άρθρου 85. Η απόφαση Centrafarm αφορούσε τις συμφωνίες που είχαν συνάψει οι επιχειρήσεις ομίλου σχετικά με δικαιώματα εμπορίας και δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, οι οποίες μπορούσαν να συνεπάγονται τη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών. Συναφώς, επισημαίνω ότι η Επιτροπή είχε υποστηρίξει με τις παρατηρήσεις της στην υπόθεση εκείνη ότι, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων της υποθέσεως, «προκύπτει ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ζήτημα [αν έχει εφαρμογή το άρθρο 85]» (41). Με την απόφαση Bodson, το Δικαστήριο εξέτασε επίσης ειδικώς το ζήτημα αν οι σχέσεις μεταξύ των παραχωρησιούχων επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να εκτιμώνται υπό το πρίσμα του άρθρου 85. Βεβαίως, οι σκέψεις του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις του επί του άρθρου 86, δεδομένου ότι η απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία διευκρίνιση ως προς την πραγματική φύση και μορφή των σχέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου (42).
52 Οι αποφάσεις ICI κατά Επιτροπής και Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro, στις οποίες στηρίζει την επιχειρηματολογία του το Πρωτοδικείο, ουδόλως μεταβάλλουν την εκτίμηση αυτή. Η πρώτη από τις αποφάσεις αυτές αφορούσε το ζήτημα αν η εγκατεστημένη εντός τρίτης χώρας μητρική εταιρία μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της. Όπως είχε ήδη επισημάνει ο γενικός εισαγγελέας Α. Trabucchi με τις προτάσεις επί της υποθέσεως Centrafarm, η έννοια της ενιαίας οικονομικής μονάδας, στην οποία το Δικαστήριο στήριξε την απόφαση ICI, επιτελεί «ειδική λειτουργία» (43). Έχω ήδη εκθέσει το όλο πλαίσιο της αποφάσεως αυτής (44). Συνεπώς, από την απόφαση ICI κατά Επιτροπής δεν μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 85 ουδέποτε μπορεί να τύχει εφαρμογής στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα. Τούτο ισχύει και για την απόφαση Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro. Όπως έχω ήδη επισημάνει, η απόφαση αυτή αφορούσε το ζήτημα αν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως, τα άρθρα 85 και 86 εφαρμόζονταν σωρευτικώς. Δεδομένου ότι επρόκειτο περί συμπράξεων σχετικών με τους ναύλους μεταξύ ανεξαρτήτων εταιριών αεροπορικών μεταφορών, ουδόλως ετίθετο, αυτό καθαυτό, το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 85 στις εσωτερικές σχέσεις ομίλου (45). Προφανώς το Δικαστήριο, στο υπό εξέταση χωρίο, είχε απλώς την πρόθεση, πριν αποφανθεί επί του ερωτήματος που του είχε υποβληθεί, να ανακεφαλαιώσει το σύνολο της νομολογίας περί της σχέσεως μεταξύ των άρθρων 85 και 86, έστω και αν η νομολογία αυτή δεν αφορούσε την υπόθεση άμεσα.
53 Για παρόμοιο λόγο, φρονώ ότι ούτε η απόφαση Hydrotherm έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την παρούσα υπόθεση. Η εν λόγω απόφαση αφορούσε την ερμηνεία κανονισμού περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες. Όπως έχω ήδη αναφέρει, αφορούσε ειδικότερα το ζήτημα αν ο κανονισμός αυτός μπορούσε να εφαρμοστεί σε συμφωνίες στις οποίες μετέχουν, από τη μία πλευρά ή από την άλλη, πλείονες επιχειρήσεις αποτελούσες ενιαία οικονομική μονάδα. Αντιθέτως, η απόφαση δεν αφορά το ζήτημα αν οι συμφωνίες ή οι εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών μπορούν να συνιστούν παράβαση του άρθρου 85 (46).
54 Βεβαίως, πρέπει επίσης να εξεταστεί αν, εν τω μεταξύ, το Δικαστήριο δεν έχει παύσει πλέον να απαιτεί αυτή την πρόσθετη προϋπόθεση, κατά την οποία η εντός ομίλου συμφωνία πρέπει να εξυπηρετεί την κατανομή των δραστηριοτήτων εντός του ομίλου αυτού. Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro - την τελευταία μέχρι τώρα απόφαση στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού. Ωστόσο, από τα προαναφερθέντα συνάγεται, σιωπηρώς έστω, ότι η ερμηνεία αυτή είναι κατά πάσα πιθανότητα εσφαλμένη. Η απόφαση Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro δεν απομακρύνεται ρητώς από την προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος αυτού. Δεδομένου δε ότι το Δικαστήριο δεν αντιμετώπιζε ούτε καν εμμέσως το πρόβλημα του χαρακτηρισμού, από πλευράς δικαίου του ανταγωνισμού, των εντός ομίλου συμπράξεων, η εικασία ότι θέλησε να μεταβάλει τη νομολογία του επί του ζητήματος αυτού φαίνεται μάλλον απίθανη. Πάντως, πρέπει προπάντων να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι το Δικαστήριο δεν αναφέρει την προϋπόθεση αυτή στην απόφαση Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro, εντούτοις παραπέμπει ρητώς στην απόφαση Bodson, η οποία αναφέρει την προϋπόθεση αυτή.
55 Ούτε από την προγενέστερη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως νομολογία του Πρωτοδικείου αντλούνται πρόσθετα στοιχεία. Η απόφαση SIV κ.λπ. κατά Επιτροπής δεν αναφέρει μεν την πρόσθετη προϋπόθεση, αλλά παραπέμπει ρητώς στο χωρίο της αποφάσεως Centrafarm κατά Sterling Drug στο οποίο τίθεται ρητώς η προϋπόθεση αυτή.
56 Επομένως, όλα τα στοιχεία συνηγορούν στο να δεχθώ, εν κατακλείδι, ότι με την απόφαση Centrafarm το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 85 στις εσωτερικές σχέσεις ομίλου δεν εξαρτάται αποκλειστικώς και μόνον από την προϋπόθεση να αποτελούν οι οικείες επιχειρήσεις ενιαία οικονομική μονάδα, αλλά προϋποθέτει επιπλέον ότι η υπό εξέταση συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική εξυπηρετεί την εσωτερική κατανομή δραστηριοτήτων εντός του ομίλου. Αυτό το πρόσθετο κριτήριο εμφανίζεται επίσης στην απόφαση Bodson, αλλ' όχι σε άλλες αποφάσεις. Παρά ταύτα, πολυάριθμα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν το έχει εγκαταλείψει.
57 Η υπό κρίση απόφαση του Πρωτοδικείου εξετάζει αποκλειστικώς το ζήτημα αν υπάρχει ενιαία οικονομική μονάδα προκειμένου να εξακριβωθεί αν το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή στις εσωτερικές σχέσεις ενός ομίλου. Υπό το πρίσμα της νομολογίας που μόλις εξέθεσα, η στάση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί μόνον ως εκδήλωση της βουλήσεως του Πρωτοδικείου να απορρίψει την εφαρμογή της πρόσθετης προϋποθέσεως ότι η υπό εξέταση συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική πρέπει να εξυπηρετεί την κατανομή δραστηριοτήτων εντός του ομίλου. Εξάλλου, έτσι αντιλαμβάνονται την απόφαση αυτή ορισμένοι σχολιαστές (47). Η θέση αυτή του Πρωτοδικείου μπορεί να ευσταθεί μόνο κατά το μέτρο που η πρόσθετη προϋπόθεση την οποία έθεσε το Δικαστήριο πράγματι δεν ασκεί καμία επίδραση στη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85 στις εσωτερικές σχέσεις ενός ομίλου. Αυτό είναι το ζήτημα το οποίο πρέπει να εξετάσω τώρα.
58 Η θέση του Πρωτοδικείου στηρίζεται σε τρία στοιχεία: στη νομολογία, στο γράμμα του άρθρου 85 και στο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 (48).
59 Όπως νομίζω ότι έχω ήδη αποδείξει, είναι μάταιο να αναζητηθεί απάντηση στη νομολογία - της οποίας, εν πάση περιπτώσει, περιορισμένη χρήση κάνει το Πρωτοδικείο. Η διατύπωση του άρθρου 85 δεν δίδει πειστικότερη απάντηση. Το άρθρο 85, παράγραφος 1, κάνει λόγο περί συμφωνιών μεταξύ «επιχειρήσεων». Η μητρική εταιρία και οι θυγατρικές της αποτελούν αναμφιβόλως επιχειρήσεις. Συνεπώς, η μη εφαρμογή του άρθρου 85 μπορεί να απορρέει μόνον από την ερμηνεία της εννοίας της επιχειρήσεως ως «οικονομικής μονάδας». Εξάλλου, η άποψη του Πρωτοδικείου συνεπάγεται ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται εντός οικονομικής μονάδας ουδέποτε μπορούν να εμπίπτουν στο άρθρο 85. Βεβαίως, από τη διατύπωση και μόνον του άρθρου 85 δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό.
60 Συνεπώς, το αποφασιστικό ζήτημα είναι το εξής: Μπορεί το άρθρο 85, ενόψει του πνεύματος και του αντικειμένου του, να έχει εφαρμογή στις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα;
61 Πριν εξετασθεί το ζήτημα αυτό, ενδείκνυται να υπογραμμιστεί ότι στην παρούσα υπόθεση πρόκειται περί των σχέσεων μεταξύ μιας εταιρίας και των θυγατρικών της, τις οποίες αυτή ελέγχει κατά 100 %. Επομένως, η παρούσα υπόθεση αφορά, κατά την άποψή μου, μόνον το ζήτημα αν το άρθρο 85 έχει εφαρμογή σε έναν τέτοιο όμιλο. Συνεπώς, οι παρατηρήσεις μου θα αφορούν αποκλειστικώς μια τέτοια κατάσταση.
62 Το γεγονός ότι η υπό ορισμένες προϋποθέσεις εφαρμογή του άρθρου 85 σε συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και συνιστούν ενιαία οικονομική μονάδα μπορεί να εξυπηρετεί την προστασία του ανταγωνισμού αποτελεί επιχείρημα του οποίου μπορεί να γίνει επίκληση υπέρ της εφαρμογής αυτής. Όπως επισημαίνει ορθώς η αναιρεσείουσα, οι συμφωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών μπορούν να έχουν τα ίδια αποτελέσματα με τις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων. Εξ αυτού μπορεί να συναχθεί η ανάγκη εφαρμογής του άρθρου 85 και σε τέτοιες συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές, δεδομένου ότι το άρθρο 3, στοιχείο ζζ, της Συνθήκης απαιτεί - όπως ορθώς υπογραμμίζει η αναιρεσείουσα - ένα καθεστώς που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς. Σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, η τελολογική ερμηνεία, η οποία λαμβάνει υπόψη την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων στον τομέα του ανταγωνισμού και ανάγει σε κριτήριο τα ολέθρια για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα, πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την υπό το πρίσμα του άρθρου 85 στάθμιση και των συναπτομένων εντός ομίλου συμφωνιών, εφόσον έχουν τέτοιες επιζήμιες συνέπειες.
Η συμπεριφορά ενός τέτοιου ομίλου, εφόσον επιπλέον καταλήγει να διασπά την κοινή αγορά με βάση τα εθνικά σύνορα, επηρεάζει και την ενιαία εσωτερική αγορά, της οποίας την καθιέρωση προβλέπουν τα άρθρα 2 και 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης. Η μη εφαρμογή του άρθρου 85 στην εσωτερική πρακτική ενός ομίλου θα μπορούσε να έχει αποτελέσματα αντίθετα προς τους σκοπούς αυτής της εσωτερικής αγοράς.
63 Η μη εφαρμογή του άρθρου 85 στις εσωτερικές συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές ενός ομίλου θα μπορούσε, επιπλέον, να παροτρύνει τις επιχειρήσεις να διαθέτουν τα προϋόντα τους στις διάφορες εθνικές αγορές αντί να αναπτύσσουν πολιτική πωλήσεων για το σύνολο της κοινής αγοράς. Εξάλλου, θα υπήρχε ενδεχομένως ο κίνδυνος να επιβληθούν αυστηρότερες προϋποθέσεις, από άποψη ανταγωνισμού, για τη συμπεριφορά των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων απ' ό,τι για τη συμπεριφορά των μεγάλων ομίλων. Οι επιχειρήσεις αυτές συχνά δεν έχουν τα μέσα να δημιουργούν τις δικές τους εταιρίες διανομής εντός όλων των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, πρέπει να συνάπτουν συμφωνίες με ανεξάρτητους διανομείς. Για τις συμφωνίες αυτές όμως ισχύουν πλήρως οι προϋποθέσεις του άρθρου 85.
64 Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι απολύτως φυσικό το ότι την άποψη της αναιρεσείουσας συμμερίζονται και αυθεντίες της θεωρίας (49). Προφανώς, ανάλογες σκέψεις οδήγησαν το Δικαστήριο, στην υπόθεση Centrafarm, να εξαρτήσει τη μη εφαρμογή του άρθρου 85 από την εν λόγω πρόσθετη προϋπόθεση.
65 Εντούτοις, κατά της απόψεως αυτής προβάλλονται σημαντικές αντιρρήσεις, από τις οποίες έχω πεισθεί ότι πρέπει να προτιμηθεί η άποψη που δέχθηκε το Πρωτοδικείο.
66 Πρέπει κατ' αρχάς να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 85 δεν ανάγει την προστασία του ανταγωνισμού σε απόλυτο κριτήριο. Πράγματι, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης έχει εφαρμογή μόνο σε «συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, (...) αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική» που έχουν ως αποτέλεσμα ή ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Εάν το άρθρο 85 είχε ως σκοπό να προστατεύσει τον ανταγωνισμό σε όλες του τις εκφάνσεις, δεν θα ήταν αναγκαίο να περιληφθούν αυτές οι πραγματικές προϋποθέσεις στο γράμμα της διατάξεως. Επομένως, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 είναι περιορισμένο. Ο περιορισμός αυτός πρέπει να τηρείται ακόμη και κατά την τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής υπό το πρίσμα των άρθρων 2 και 3 της Συνθήκης. Τούτο απορρέει, επί παραδείγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά το ζήτημα των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 85 και 5 της Συνθήκης (50). Κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις αυτές μόνον όταν είτε επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων αντιθέτων προς το άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων, είτε αφαιρεί από τις δικές του κανονιστικές ρυθμίσεις τον κρατικό τους χαρακτήρα, μεταθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη λήψεως αποφάσεων περί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα (51). Αντιθέτως, ουδόλως συντρέχει παράβαση των υποχρεώσεων αυτών «στην περίπτωση που δεν υφίσταται οποιοσδήποτε σύνδεσμος με την κατ' άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης συμπεριφορά επιχειρήσεων» (52). Έτσι, ακόμη και κατά τη νομολογία αυτή, η οποία, ωστόσο, έχει ως σκοπό να συμβάλει στη διασφάλιση της «πρακτικής αποτελεσματικότητας» του άρθρου 85, δεν είναι δυνατόν να μη ληφθεί υπόψη η προϋπόθεση υπάρξεως συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ περισσοτέρων της μιας επιχειρήσεων.
Η συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική υπό την έννοια του άρθρου 85 προϋποθέτει όμως την ύπαρξη συμπτώσεως βουλήσεων δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων. Αντιθέτως, τα μονομερή μέτρα δεν εμπίπτουν στο άρθρο 85. Δεδομένου ότι το άρθρο αυτό, κατά πάγια νομολογία, στηρίζεται στην οικονομική έννοια της επιχειρήσεως, είναι φυσικό να γίνει δεκτό ότι, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, δεν υφίσταται καν συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική (53). Πράγματι, αν εξεταστεί η ουσία του ζητήματος, διαπιστώνεται ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται περί συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών. Αντιθέτως, μία επιχείρηση - η μητρική επιχείρηση - καθορίζει την πολιτική διανομής που πρέπει να ακολουθεί ο όμιλος. Αυτή είναι και η άποψη την οποία υποστήριξε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως.
67 Όπως έχω ήδη αναφέρει, το στοιχείο αυτό και μόνο δεν αρκεί για την αιτιολόγηση της απόψεως του Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η Συνθήκη στηρίζεται εν προκειμένω στην οικονομική έννοια της επιχειρήσεως. Κατά τη γνώμη μου, η βασική αιτία για τη χρησιμοποίηση της εννοίας αυτής έγκειται στο ότι είναι αδύνατος κάθε ανταγωνισμός μεταξύ της μητρικής εταιρίας και των θυγατρικών της σε περιπτώσεις όπως αυτή της παρούσας υποθέσεως. Είναι αδιανόητο να λαμβάνουν οι θυγατρικές αυτοτελή οικονομικά μέτρα σε ζητήματα ανταγωνισμού, όταν η μητρική εταιρία ελέγχει και καθορίζει πλήρως τη συμπεριφορά τους - όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Επομένως, η μη εφαρμογή του άρθρου 85 αποτελεί συνέπεια της μη υπάρξεως ανταγωνισμού, ο οποίος πρέπει να προστατευθεί, μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου (54). Αυτό που πρέπει προπάντων να παρατηρηθεί συναφώς είναι ότι, στην περίπτωση αυτή, η μητρική εταιρία μπορούσε να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα δίδοντας οδηγίες ή ασκώντας με άλλο μέσο την εξουσία της ελέγχου.
68 Είναι αληθές ότι οι σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων του ομίλου μπορεί να έχουν συνέπειες επί της ανταγωνιστικότητας τρίτων εντός της οικείας αγοράς. Εάν όμως οι επιχειρήσεις αυτές θεωρηθούν ως ενιαία μονάδα, οι μεθοδεύσεις τους αποτελούν μονομερή συμπεριφορά, στην οποία δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 85.
69 Η ανάλυση αυτή καταλήγει εξάλλου σε πρόσφορα και επαρκή αποτελέσματα. Τούτο αποτελεί συνέπεια της περιορισμένης μόνον εκτάσεως του προνομίου του ομίλου. Αφενός, το προνόμιο αυτό ισχύει μόνο στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και πράγματι αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα, στο πλαίσιο της οποίας οι θυγατρικές δεν απολαύουν πραγματικής αυτονομίας ώστε να καθορίζουν τη συμπεριφορά τους. Συναφώς, πρέπει το κριτήριο να είναι αυστηρό. Εάν η οικονομική μονάδα διαλυθεί (επί παραδείγματι, λόγω της πωλήσεως θυγατρικής προς τρίτο), το άρθρο 85 καθίσταται εφαρμοστέο στη σύμπραξη, η οποία μέχρι τότε υφίστατο στο εσωτερικό του ομίλου (55). Επιπλέον, το άρθρο 85 έχει εφαρμογή εφόσον, εκτός των επιχειρήσεων του ομίλου, μετέχουν στη συμφωνία ή στην εναρμονισμένη πρακτική και τρίτες επιχειρήσεις. Τέλος, αν η μητρική εταιρία δίδει, επί παραδείγματι, εντολή στη θυγατρική της να περιλαμβάνει ορισμένες ρήτρες στις συμφωνίες που συνάπτει με ανεξαρτήτους διανομείς, το άρθρο 85 θα έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές (56).
Ο φόβος που εξέφρασε η αναιρεσείουσα, ότι δηλαδή η ανάλυση αυτή θα μπορούσε να ωθήσει τις επιχειρήσεις να αποπειραθούν να αποφύγουν την εφαρμογή του άρθρου 85 αναθέτοντας τη διανομή σε θυγατρικές τις οποίες ελέγχουν, δεν μου φαίνεται βάσιμος. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να καταλήξουν στο αυτό αποτέλεσμα μέσω άλλης οδού - επιτρεπτής για όλους -, δηλαδή αναλαμβάνοντας οι ίδιες τη διανομή μέσω μη αυτονόμων υποκαταστημάτων χωρίς διακεκριμένη νομική προσωπικότητα.
70 Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί κυρίως ότι η ανάλυση του Πρωτοδικείου ουδόλως καταλήγει στην πλήρη εξαίρεση των σχέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων ομίλου από την εφαρμογή των περί ανταγωνισμού διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Είναι αναμφισβήτητο ότι το άρθρο 86 μπορεί να έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις αυτές. Εφόσον δηλαδή οι επιχειρήσεις αυτές κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά και την εκμεταλλεύονται καταχρηστικώς, μπορεί να εφαρμοστεί εις βάρος τους η διάταξη αυτή. Επομένως, η άποψη που υποστηρίζω εν προκειμένω δεν συνεπάγεται τη δημιουργία κενού στην εφαρμογή των περί ανταγωνισμού διατάξεων της Συνθήκης, το οποίο θα έθιγε τη γενική οικονομία των εν λόγω διατάξεων.
71 Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αντίθετη άποψη - όπως υπογράμμισε ορθώς η Επιτροπή - θα συνεπαγόταν ανυπέρβλητες δυσχέρειες οριοθετήσεως. Συγκεκριμένα, θα έπρεπε κάθε φορά να αποφασίζεται πότε ορισμένη συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική εξυπηρετεί την κατανομή των δραστηριοτήτων εντός του ομίλου και πότε δεν συμβαίνει αυτό. Το Δικαστήριο δεν έχει διευκρινίσει την έννοια αυτή στις δύο αποφάσεις όπου τη χρησιμοποίησε. Αν, όπως δέχονται οι υποστηρικτές της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 85 στις συμφωνίες που συνάπτονται εντός ομίλου (57), το αποφασιστικό κριτήριο για την απαραίτητη συναφώς οριοθέτηση έγκειται στα αποτελέσματα που έχει η εξεταζόμενη συμπεριφορά επί της ανταγωνιστικότητας τρίτων, η άποψη αυτή δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα απ' όσα επιλύει. Αν γίνει δεκτό ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων που αποτελούν ενιαία οικονομική μονάδα, η συμφωνία μεταξύ τέτοιων επιχειρήσεων θα πρέπει οπωσδήποτε να περιορίζει τον ανταγωνισμό εκ μέρους τρίτων προκειμένου να ενδέχεται έστω να εμπίπτει στο άρθρο 85.
72 Επομένως, η άποψη του Πρωτοδικείου ότι το μόνο κριτήριο είναι η ύπαρξη ενιαίας οικονομικής μονάδας εντός της οποίας οι θυγατρικές δεν απολαύουν πραγματικής αυτονομίας κατά τον καθορισμό της γραμμής δράσεώς τους στην αγορά έχει επίσης το πλεονέκτημα ότι μπορεί εύκολα να οδηγεί σε πρόσφορες λύσεις. Εξάλλου, για τον λόγο αυτό συμμερίζομαι την άποψη ότι έτσι αποκτά κάποια συνοχή η νομολογία επί του ζητήματος αυτού (58).
73 Είναι εξάλλου αξιοσημείωτο ότι η άποψη του Πρωτοδικείου συμπίπτει με την κρατούσα στο αμερικανικό δίκαιο περί συμπράξεων άποψη. Με την απόφαση Copperweld Corporation κ.λπ. κατά Independence Tube Corporation, το Supreme Court έκρινε το 1984 ότι οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ μιας εταιρίας και των θυγατρικών της τις οποίες ελέγχει κατά 100 % δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 1 του Sherman Act (59). Συναφώς, το Supreme Court στηρίχθηκε κυρίως στο ότι η μητρική εταιρία και η θυγατρική εταιρία έχουν συμφέροντα που συμπίπτουν πλήρως και πρέπει να θεωρούνται ως μία επιχείρηση υπό την έννοια των περί ανταγωνισμού διατάξεων (60).
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως (ερμηνεία του άρθρου 85)
74 Δεδομένου συνεπώς ότι είμαι της γνώμης ότι το Πρωτοδικείο, προκειμένου να δώσει απάντηση στο ζήτημα αν το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή, ορθώς στηρίχθηκε στην ύπαρξη ενιαίας οικονομικής μονάδας, στο πλαίσιο της οποίας οι θυγατρικές δεν απολαύουν πραγματικής αυτονομίας για τον καθορισμό της συμπεριφοράς τους στην αγορά, μπορώ στο εξής να είμαι συνοπτικός. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί πλέον την εν προκειμένω ύπαρξη τέτοιας οικονομικής μονάδας.
75 Όσον αφορά, ειδικότερα, το ζήτημα της υπάρξεως ενδεχομένης δυσμενούς διακρίσεως, φρονώ, όπως και το Πρωτοδικείο και η Επιτροπή, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επικαλείται, προκειμένου να δικαιολογήσει την εν προκειμένω εφαρμογή του άρθρου 85, τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ της Parker και των ανεξαρτήτων διανομέων της. Βεβαίως, είναι αληθές ότι το προνόμιο του ομίλου δεν έχει εφαρμογή στις συμφωνίες αυτές. Εντούτοις, αυτές οι συμφωνίες δεν αποτελούσαν το αντικείμενο της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας την οποία αφορά η παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο επισήμανε με την απόφασή του ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε διευκρινίσει βάσει ποιων συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών υπέστη διάκριση. Συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής ότι τούτο αποτελεί πραγματική διαπίστωση, η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με την αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, εξάλλου, δεν παρέσχε περισσότερο συγκεκριμένα στοιχεία συναφώς ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
76 Δεδομένου συνεπώς ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ της Parker και των θυγατρικών της, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
77 Αντιθέτως, αν το Δικαστήριο δεχόταν την άποψη ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 85 εξαρτάται επίσης από την προϋπόθεση ότι η υπό κρίση συμφωνία εξυπηρετεί την κατανομή των δραστηριοτήτων εντός του ομίλου, η απόφαση του Πρωτοδικείου θα έπασχε φυσικά νομικό σφάλμα. Αν, παρ' ελπίδα, το Δικαστήριο δεχθεί την άποψη αυτή, θα ήθελα να προσθέσω ότι η επικουρική άποψη την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή, κατά την οποία οι συμφωνίες μεταξύ μιας εταιρίας και των θυγατρικών της που της ανήκουν κατά 100 % εξυπηρετούν «κατ' αρχήν» την εσωτερική κατανομή των δραστηριοτήτων, δεν είναι πειστική. Αντιθέτως, θα έπρεπε στην περίπτωση αυτή να εξετασθούν συγκεκριμένα ποιες συνέπειες έχουν για τους τρίτους οι εντός του ομίλου συμφωνίες.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως (ερμηνεία του άρθρου 86)
78 Όσον αφορά το ζήτημα της ορθής ερμηνείας του άρθρου 86, η αναιρεσείουσα περιορίζεται, με την αίτηση αναιρέσεώς της, να παραπέμψει στο δικόγραφο της προσφυγής. Όμως, βάσει του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει τους προβαλλομένους νομικούς λόγους και επιχειρήματα. Συνεπώς, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη κάθε αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται σαφώς. Δεν αρκεί απλώς να επαναληφθούν - έστω και κατά γράμμα - οι λόγοι και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου (61). Συνεπώς, η απλή παραπομπή στο δικόγραφο της προσφυγής είναι ομοίως απαράδεκτη.
79 Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως (ερμηνεία του άρθρου 190)
80 Η αναιρεσείουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι με την απόφασή της παρέβη το άρθρο 190 και ότι δεν εξέτασε ορισμένους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, πράγμα το οποίο δεν δέχεται το Πρωτοδικείο. Συναφώς, η αναιρεσείουσα παραπέμπει στα «συνημμένα 5 και 6 του δικογράφου της προσφυγής».
81 Και ως προς τον λόγο αυτόν πρέπει, κατά την άποψή μου, να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, δεδομένου ότι, παρά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, δεν διευκρινίζεται ως προς τι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 190. Αν η αιτίαση αφορά το ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ορισμένα ουσιώδη επιχειρήματα με την απόφασή της και ότι το Πρωτοδικείο δεν επέκρινε την αντιμετώπιση αυτή, θα έπρεπε τουλάχιστον να παρατεθούν τα επιχειρήματα αυτά στην αίτηση αναιρέσεως. Προς τούτο δεν αρκεί βεβαίως η επίκληση ενός συνημμένου του δικογράφου της προσφυγής (62).
Συμπέρασμα
82 Συνεπώς, δεδομένου ότι κανείς από τους λόγους αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων βάσει των άρθρων 112, 118 και 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του.
Γ - Πρόταση
83 Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-17.
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(3) - Viho/Parker Pen (ΕΕ L 233, σ. 27).
(4) - Υποθέσεις Τ-66/92, Herlitz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-531), και Τ-77/92, Parker Pen κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-549). Το Πρωτοδικείο μείωσε απλώς το πρόστιμο που είχε επιβληθεί στην Parker.
(5) - Περιλαμβανομένων των εξόδων της Parker, η οποία είχε παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
(6) - Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69 (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99).
(7) - Απόφαση της 11ης Απριλίου 1989, 66/86 (Συλλογή 1989, σ. 803).
(8) - Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, Τ-68/89, Τ-77/89 και Τ-78/89 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1403).
(9) - Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 170/83 (Συλλογή 1984, σ. 2999).
(10) - Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, Τ-11/89 (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-757).
(11) - Υπόθεση 22/71 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1001).
(12) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση, σκέψεις 7 έως 9.
(13) - Προτάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1971, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1013, ειδικότερα σ. 1017.
(14) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση.
(15) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση, σκέψεις 132 έως 135.
(16) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6/73 και 7/73 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 113).
(17) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση, σκέψεις 37 έως 41.
(18) - Υπόθεση 15/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 451).
(19) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση, σκέψη 40.
(20) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση, σκέψη 41.
(21) - Πραγματικά περιστατικά της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 18 αποφάσεως Centrafarm κατά Sterling Drug, τα οποία στην ελληνική μετάφραση της αποφάσεως έχουν παραλειφθεί.
(22) - Προτάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 1974 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 463, ειδικότερα σ. 476 έως 477).
(23) - Απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 16/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 479, σκέψη 32).
(24) - Ενώ η απόφαση Centrafarm κατά Sterling Drug αφορούσε την άσκηση προστατευομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δικαιωμάτων επί ορισμένου προϋόντος, η απόφαση Centrafarm κατά Winthrop είχε ως αντικείμενο τα δικαιώματα εκ του σήματος το οποίο χρησιμοποιείτο για την εμπορία του προϋόντος.
(25) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση.
(26) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 65. Ο κανονισμός αυτός έχει εν τω μεταξύ αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1983/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 173, σ. 1).
(27) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση, σκέψη 11.
(28) - Υπόθεση 30/87 (Συλλογή 1988, σ. 2479).
(29) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση, σκέψη 19.
(30) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση, σκέψη 20.
(31) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση, σκέψη 21.
(32) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση.
(33) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση, σκέψη 35.
(34) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση.
(35) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση, σκέψη 311.
(36) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση.
(37) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση, σκέψη 357.
(38) - Βλ. τις υποσημειώσεις 6, 7, 18, 23 και 28. Συναφώς, θεωρώ τις δύο αποφάσεις Centrafarm κατά Sterling Drug και Centrafarm κατά Winthrop ως μία και μόνη.
(39) - Προξενεί κατάπληξη το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο παραπέμπει, με το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μόνο στις αποφάσεις ICI κατά Επιτροπής και Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebόro. Από την επιχειρηματολογία των διαδίκων που εκτίθεται στις σκέψεις 32 και 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1) προκύπτει ότι οι διάδικοι είχαν επικαλεστεί ενώπιον του Πρωτοδικείου τις αποφάσεις Centrafarm και Bodson. Η πρόσθετη προϋπόθεση αναφέρεται μάλιστα ρητώς εντός του πλαισίου αυτού στη σκέψη 32 της αποφάσεως.
(40) - Τούτο φαίνεται να αποτελεί την άποψη του Richard Whish στο: Competition Law, τρίτη έκδοση, Λονδίνο/Εδιμβούργο, 1993, σ. 212 επ., ο οποίος, εφόσον πρόκειται περί ενιαίας οικονομικής μονάδας, θεωρεί τη συμφωνία ως εσωτερική κατανομή δραστηριοτήτων («is regarded as»).
(41) - Βλ. τα πραγματικά περιστατικά της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 18 αποφάσεως, τα οποία στην ελληνική μετάφραση της αποφάσεως έχουν παραλειφθεί.
(42) - Αναμφιβόλως, για τον λόγο αυτό - καθόσον μπορεί να γίνει αντιληπτό από την έκθεση ακροατηρίου και τις προτάσεις - ούτε οι διάδικοι ούτε ο γενικός εισαγγελέας εξέθεσαν το ζήτημα αν το άρθρο 85 έχει εφαρμογή στον όμιλο.
(43) - Όπ.π. (υποσημείωση 22), σ. 477.
(44) - Βλ. ανωτέρω σημείο 36.
(45) - Για τον λόγο αυτό δεν χρειάστηκε να εξετάσω το εν λόγω ζήτημα στις προτάσεις που ανέπτυξα επί της υποθέσεως εκείνης.
(46) - Τούτο παρατηρεί ορθώς και ο Helmuth Schrφter, «Les accords intragroupe au regard de l'article 85 du traitι CE», στο: Christopher Jones (επιμέλεια), Competition Policy Newsletter, τόμος 1, αριθ. 4 (άνοιξη 1995), σ. 28, 30.
(47) - Βλ., επί παραδείγματι, την ανάλυση της αποφάσεως από τους Jean-Bernard Blaise και Catherine Robin-Delaine, στο Revue des affaires europιennes, 1995, σ. 110· Schrφter, όπ.π. (υποσημείωση 46), σ. 28.
(48) - Βλ. ανωτέρω σημεία 14 έως 19.
(49) - Βλ., προπάντων, Helmut Schrφter, στο: Groeben/Thiesing/Ehlermann, Kommentar zum EWG-Vertrag, 4η έκδοση, Baden-Baden 1991, άρθρο 85, παράγραφοι 89 επ. (ιδίως την παράγραφο 92)· Schrφter, όπ.π. (υποσημείωση 46), σ. 30 επ.· Volker Emmerich, στο: Manfred Dauses (επιμέλεια), Handbuch des EG-Wirtschaftsrechts, Μόναχο 1993, Η. Ι, παράγραφος 66.
(50) - Η διάταξη αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη (άρθρο 5, πρώτο εδάφιο) και να απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης (άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο).
(51) - Βλ., ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-140/94, C-141/94 και C-142/94, DIP κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-3257, σκέψη 15).
(52) - Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-2/91, Μeng (Συλλογή 1993, σ. Ι-5751, σκέψη 22).
(53) - Αυτή φαίνεται να είναι η άποψη των Bellamy & Child, στο: Common Market Law of Competition, επιμέλεια Vivian Rose, 4η έκδοση, Λονδίνο 1993, παράγραφος 2-053, και του Norbert Koch, στο: Grabitz/Hilf, Kommentar zur Europδischen Union, άρθρο 85, παράγραφος 15.
(54) - Βλ. Gleiss/Hirsch (Martin Hirsch και Thomas O. J. Burkert), Kommentar zum EG-Kartellrecht, τόμος 1, 4η έκδοση, Ξαϋδελβέργη 1993, άρθρο 85, παράγραφος 199· Peter-Christian Mόller-Graff, Handkommentar zum EG-Vertrag, Heilbronner/Klein/Magiera/Graff, Κολωνία, Βερολίνο, Βόνη, Μόναχο, ενημέρωση το 1994, άρθρο 85, παράγραφος 73· Gerhard Grill, στο: Lenz (επιμέλεια), Kommentar zum EG-Vertrag, Κολωνία, Βασιλεία, Βιέννη, 1994, προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί των άρθρων 85 έως 90, παράγραφος 33. Bλ., επίσης, την απόφαση της Επιτροπής της 18ης Ιουνίου 1969 (Christiani & Nielsen, ABl. L 165, σ. 12, ειδικότερα, σ. 14).
(55) - Βλ., επί παραδείγματι, την απόφαση της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1987 (ARG/Unipart, EE 1988, L 45, σ. 34, ειδικότερα σ. 38, σημείο 25).
(56) - Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο Whish (όπ.π., υποσημείωση 40), σ. 213.
(57) - Αυτή είναι, κυρίως, η άποψη του Schrφter, (όπ.π., υποσημείωση 49), παράγραφος 92· βλ., επίσης, την άποψη που είχε υποστηρίξει ο γενικός εισαγγελέας A. Trabucchi στην υπόθεση Centrafarm (σημείο 40 ανωτέρω, in fine).
(58) - Την άποψη αυτή υποστήριξε ο Laurence Idot στις παρατηρήσεις του σχετικά με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Πρωτοδικείου, Europe, 1995, αριθ. 105, σ. 13 και 14.
(59) - 15 USC. Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της διατάξεως αυτής ορίζει τα εξής: «Every contract, combination in the form of trust or otherwise, or conspiracy in restraint of trade or commerce among the several States, or with foreign nations, is hereby declared to be illegal.» («Κάθε σύμβαση, κοινοπραξία υπό μορφή trust ή υπό άλλη μορφή ή συμπαιγνία προς περιορισμό των συναλλαγών ή του εμπορίου μεταξύ των διαφόρων πολιτειών ή με ξένα κράτη κηρύσσεται διά του παρόντος παράνομη.») Το πλήρες κείμενο παραθέτουν οι S. Chesterfield Oppenheim, Glen E. Weston, J. Thomas McCarthy, στο: Federal Antitrust Laws, 4η έκδοση, St Paul 1981, σ. 1117 επ.
(60) - 467 US 752, ιδίως σ. 771. Μέχρι την απόφαση αυτή, ούτε η νομολογία στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εντελώς ομοιογενής. Αξίξει να σημειωθεί ότι τρεις από τους δικαστές στην υπόθεση Copperweld εξέφρασαν διαφορετική άποψη, με την οποία (όπ.π., σ. 778, 792) θεώρησαν ότι το άρθρο 1 του Sherman Act πρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να έχει εφαρμογή σε τέτοιες περιπτώσεις [«if the behaviour at issue is unrelated to any functional integration between the affiliated corporations and imposes a restraint on third parties of sufficient magnitude to restrain marketwide competition» («αν η επίδικη συμπεριφορά είναι άσχετη προς την λειτουργική ενότητα μεταξύ της μητρικής και της θυγατρικής εταιρίας και επιβάλλει σε τρίτους αρκετά σημαντικό περιορισμό, ώστε να περιορίζει τον ανταγωνισμό στην αγορά»)].
(61) - Βλ., ειδικότερα, διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C-26/94 Ρ, Ξ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4379, σκέψεις 12 επ.), καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία· διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-173/95 Ρ, Hogan (Συλλογή 1995, σ. Ι-4905, σκέψη 20).
(62) - Βλ. το σημείο 78 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy