Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
A - Εισαγωγή
1 Αφορμή για τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-88/95, C-102/95 και C-103/95 αποτέλεσαν τρεις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του πρώτου και του δεύτερου Juzgado de lo Social de Santiago de Compostela (La Coruρa, Ισπανία). Οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (1), προκειμένου να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις κτήσεως δικαιώματος επί επιδόματος ανεργίας.
2 Τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων των κυρίων δικών είναι συγκρίσιμα, στο μέτρο που οι αιτούντες τη χορήγηση ισπανικού επιδόματος ανεργίας, οι οποίοι έχουν εργαστεί ως μισθωτοί για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή στις Κάτω Ξώρες, έχουν ήδη λάβει, αφότου επέστρεψαν στην Ισπανία, επίδομα ανεργίας και ζητούν πλέον μια παρεπόμενη παροχή μικτού χαρακτήρα, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά παροχής κοινωνικής πρόνοιας.
Το ιστορικό καθεμιάς από τις υποθέσεις έχει ως εξής:
3 Η υπόθεση C-88/95 αφορά το δικαίωμα λήψεως επιδόματος ανεργίας της ενάγουσας, γεννηθείσας στις 13 Ιουνίου 1938, η οποία άσκησε έμμισθη δραστηριότητα επί διάφορα χρονικά διαστήματα μεταξύ της 1ης Μαρτίου 1966 και της 17ης Φεβρουαρίου 1992 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου και κατέβαλε εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως επί 165 μήνες. Κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού της βίου δεν συμπλήρωσε καμία ασφαλιστική περίοδο στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Ενώ βρισκόταν ακόμη στη Γερμανία, η ενάγουσα λάμβανε επίδομα ανεργίας από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο του 1992. Τον Αύγουστο του 1992 η ενάγουσα επέστρεψε στην Ισπανία, όπου αρχικά ελάμβανε, από τις 15 Αυγούστου 1992 έως τις 14 Νοεμβρίου 1992, επίδομα ανεργίας βάσει του άρθρου 69 του κανονισμού 1408/71. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι απέδειξε ότι έφερε οικογενειακά βάρη, της χορηγήθηκε επίδομα ανεργίας βάσει της ισπανικής νομοθεσίας για το διάστημα από τις 15 Δεκεμβρίου 1992 μέχρι τις 14 Ιουλίου 1994. Μετά την ανάλωση του δικαιώματος επί του επιδόματος αυτού, η ενάγουσα ζήτησε το επίδομα ανεργίας που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών, του οποίου η χορήγηση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας ένδικης διαφοράς.
4 Η υπόθεση C-102/95 αφορά το δικαίωμα λήψεως επιδόματος ανεργίας του γεννηθέντος στις 12 Απριλίου 1937 ενάγοντος, ο οποίος, κατά το διάστημα από την 1η Οκτωβρίου 1971 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1982, παρείχε εξαρτημένη εργασία στη Γερμανία και ο οποίος αποδεικνύει ότι έχει καταβάλει εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως της χώρας αυτής επί 194 μήνες (2). Από την 5η Απριλίου 1993 ο ενάγων είναι εγγεγραμμένος αδιαλείπτως ως αιτών εργασία. Για το δεκαοκτάμηνο από 30 Ιουλίου 1993 μέχρι 29 Ιανουαρίου 1995, δηλαδή για την ανώτατη επιτρεπόμενη διάρκεια, του χορηγήθηκε το επίδομα ανεργίας που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία για τους παλιννοστούντες μετανάστες. Ήδη από τις 30 Ιουλίου 1993 ο ενάγων έχει ζητήσει να του χορηγηθεί και να του καταβληθεί το επίδομα ανεργίας που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών, το οποίο ελπίζει πλέον να λάβει ως παρεπόμενη παροχή.
5 H υπόθεση C-103/95 αφορά το δικαίωμα λήψεως επιδόματος ανεργίας του γεννηθέντος στις 11 Ιανουαρίου 1936 ενάγοντος, ο οποίος άσκησε το επάγγελμα του ναυτικού. Ο ενάγων αποδεικνύει ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις 20 Ιουλίου 1961 έως τις 29 Μαου 1982 κατέβαλε εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των Κάτω Ξωρών επί 20 έτη, 10 μήνες και 7 ημέρες. Από την 1η Ιουλίου 1992 ο ενάγων είναι εγγεγραμμένος αδιαλείπτως ως αιτών εργασία. Από τις 2 Ιουλίου 1992 μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1994 του χορηγήθηκε το επίδομα ανεργίας που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία για τους παλιννοστούντες μετανάστες. Τώρα ο ενάγων ζητεί να του χορηγηθεί το επίδομα ανεργίας που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών.
6 Κοινό χαρακτηριστικό και των τριών υποθέσεων είναι ότι κανένας από τους αιτούντες δεν έχει καταβάλει εισφορές στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω της ασκήσεως έμμισθης δραστηριότητας. Ωστόσο, σε καθέναν από τους αιτούντες χορηγήθηκε - με διαφορετικό, κάθε φορά, νομικό έρεισμα - επίδομα ανεργίας δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας, ενώ το αίτημά τους για τη χορήγηση της παρεπόμενης παροχής που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών απορρίφθηκε. Το εν λόγω επίδομα ανεργίας αποτελεί παροχή μικτού χαρακτήρα.
7 Για την καλύτερη κατανόηση αυτού του είδους παροχής, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την ισπανική νομοθεσία, η προστασία από την ανεργία περιλαμβάνει, αφενός, ένα σκέλος υπό μορφή παροχής στηριζομένης στην καταβολή εισφορών και, αφετέρου, ένα σκέλος υπό μορφή παροχής κοινωνικής πρόνοιας. Οι παροχές της πρώτης από τις κατηγορίες αυτές σκοπούν να αντικαταστήσουν το εισόδημα που χάνει ο ενδιαφερόμενος λόγω της απώλειας της προγενέστερης εργασίας του ή λόγω της μειώσεως του ημερήσιου χρόνου εργασίας. Οι παροχές αυτές συμπληρώνονται με την παροχή κοινωνικής πρόνοιας, σκοπός της οποίας είναι η προστασία των εργαζομένων που εμπίπτουν σε μια από τις εκ του νόμου προβλεπόμενες κατηγορίες. Μολονότι το εν λόγω επίδομα ανεργίας ορίζεται ως επίδομα κοινωνικής πρόνοιας και μολονότι το ύψος των παροχών είναι ανεξάρτητο από το ύψος της αμοιβής που ελάμβανε προηγουμένως ο εργαζόμενος, η ισπανική νομοθεσία απαιτεί για τη χορήγησή του να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που έχουν σχέση με την καταβολή εισφορών. Για τη χορήγηση της παροχής αυτής ο νόμος απαιτεί, επιπλέον της εγγραφής του ενδιαφερομένου ως αιτούντος εργασία, να έχουν καταβληθεί από τον ενδιαφερόμενο εισφορές στο σύστημα της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας επί έξι τουλάχιστον έτη κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού του βίου και να αποδεικνύεται ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις - πλην των σχετικών με την ηλικία - για την κτήση δικαιώματος επί συντάξεως γήρατος στηριζομένης στην καταβολή εισφορών, στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
8 Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ως δεδομένο ότι το επίδομα ανεργίας που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία για τους άνω των 52 ετών αποτελεί παροχή ανεργίας υπό την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζζ, του κανονισμού 1408/71. Το εν λόγω δικαστήριο εκθέτει ότι ο εναγόμενος ισπανικός φορέας αρνείται να χορηγήσει στους ενάγοντες το επίδομα ανεργίας για τους άνω των 52 ετών, επειδή «δεν πληρούν την προϋπόθεση περί της ελαχίστης περιόδου καταβολής εισφορών, η οποία προβλέπεται για την κτήση του δικαιώματος συντάξεως γήρατος στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως». Συναφώς, είναι αποδεδειγμένο για όλους τους ενάγοντες ότι υπάγονταν στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως άλλων κρατών μελών (της Γερμανίας και των Κάτω Ξωρών) και ότι έχουν καταβάλει τις εισφορές και έχουν συμπληρώσει τις ελάχιστες περιόδους καταβολής εισφορών που απαιτούν τα οικεία συστήματα, προκειμένου να τους χορηγηθεί, κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, σύνταξη γήρατος από τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως του οικείων κρατών μελών της Κοινότητας. Επομένως, το Inem (Instituto Nacional de Empleo) επιβάλλει ως προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος λήψεως του εν λόγω επιδόματος ανεργίας να μπορεί ο αιτών εργαζόμενος να συνταξιοδοτηθεί, εν ευθέτω χρόνω, στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
9 Η προϋπόθεση αυτή πληρούται βέβαια στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, κατ' εφαρμογή των άρθρων 45 επ. του κανονισμού 1408/71, υφίσταται δικαίωμα επί συντάξεως καταβαλλομένης, βάσει του συστήματος αναλογικού επιμερισμού, από τον ισπανικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως. Στην περίπτωση καταβολής εισφορών για διάστημα μικρότερο του έτους, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71, μπορούν να μη ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος ασφαλίσεως γήρατος, τίθεται το ίδιο δίλημμα όπως και στην περίπτωση που δεν έχει καταβληθεί καμία εισφορά στο σύστημα αυτό.
10 Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1994, η οποία αφορούσε δικαίωμα επί του επίμαχου επιδόματος ανεργίας, η ολομέλεια του ισπανικού Tribunal Supremo απέκλεισε τη δυνατότητα χορηγήσεως της παροχής αυτής σε όσους ούτε υπάγονται ούτε έχουν καταβάλει εισφορές στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Δεδομένου ότι, στην υπόθεση εκείνη, η ενάγουσα δεν μπορούσε να λάβει σύνταξη γήρατος στην Ισπανία, δεν μπορούσε να υφίσταται υποχρέωση καταβολής του εν λόγω επιδόματος.
11 Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει αν η ερμηνεία αυτή συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο. Με τις αιτήσεις του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα, από τα οποία το πρώτο τίθεται μόνο στις υποθέσεις C-102/95 και C-103/95, ενώ τα υπόλοιπα τρία έχουν πανομοιότυπη διατύπωση και στις τρεις υποθέσεις:
«1) Πρέπει το προβλεπόμενο για τους άνω των 52 ετών επίδομα ανεργίας, το οποίο ζητεί ο ενάγων και το οποίο διέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, του ισπανικού νόμου 31/84, της 2ας Αυγούστου 1984, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 3/89, της 31ης Μαρτίου 1989 (το οποίο σήμερα αποτελεί το άρθρο 215, παράγραφος 3, του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/94, της 20ής Ιουνίου 1994), να θεωρηθεί ότι αποτελεί παροχή ανεργίας, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71;
2) Πρέπει το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (όπως ισχύει σήμερα) να ερμηνευθεί, όσον αφορά την πραγματική κατάσταση που ρυθμίζει, υπό την έννοια ότι καθιστά υποχρεωτικό τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που έχουν διανυθεί υπό τη νομοθεσία οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, προκειμένου να χορηγηθεί το επίδομα ανεργίας που προβλέπει για τους άνω των 52 ετών το άρθρο 215, παράγραφος 3, του ισπανικού βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/94, της 20ής Ιουνίου 1994, με το οποίο εγκρίθηκε το κωδικοποιημένο κείμενο του ισπανικού γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον με την καταβολή των σχετικών εισφορών αποκτάται δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος (υπό την επιφύλαξη της προϋποθέσεως περί ηλικίας) σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο κράτος του αρμόδιου φορέα;
3) Ισχύουν τα ανωτέρω έστω και αν ο εργαζόμενος δεν έχει καταβάλει στην Ισπανία εισφορές ή έχει καταβάλει εισφορές για διάστημα μικρότερο του έτους, εφόσον έχει δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος σε άλλο κράτος μέλος;
4) Συνάδει προς τα άρθρα 48, παράγραφος 2, και 51 της Συνθήκης ΕΚ η υποχρέωση που επιβάλλεται στους διακινουμένους εργαζομένους να αποδεικνύουν, προκειμένου να τους χορηγηθεί το επίδομα ανεργίας που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών, ότι, όταν συμπληρώσουν την απαιτούμενη ηλικία, θα έχουν δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος στο πλαίσιο του συστήματος της ισπανικής κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα που σημαίνει ότι το επίδομα αυτό δεν χορηγείται σε όσους αποδεικνύουν ότι έχουν το δικαίωμα αυτό σε άλλο κράτος μέλος;»
12 Στη διαδικασία μετέχουν οι ενάγοντες των κυρίων δικών, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Θα επανέλθω στις παρατηρήσεις των διαδίκων στο πλαίσιο της νομικής εκτιμήσεως.
B - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
Ι - Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Όλοι ανεξαιρέτως οι διάδικοι πρότειναν να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
14 Οι ενάγοντες των κυρίων δικών (στο εξής: ενάγοντες) παραπέμπουν καταρχάς στο άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου, κατά την οποία ο κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που ρυθμίζουν τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως οι οποίοι αφορούν τα απαριθμούμενα είδη παροχών, αναφέρει, στο στοιχείο ζζ, τις «παροχές ανεργίας». Οι ενάγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η επίμαχη παροχή εντάσσεται σ' ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο δεν στηρίζεται στην καταβολή εισφορών (στο εξής: μη ανταποδοτικό σύστημα), υπό την έννοια της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής (ωστόσο, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι, στην πραγματικότητα, καθοριστικός για να θεωρηθεί ότι η παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού). Οι ενάγοντες στηρίζουν κατ' αρχάς την εκτίμησή τους στη δήλωση της Ισπανικής Κυβερνήσεως (3), με την οποία η εν λόγω κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η παροχή αυτή εμπίπτει στον κανονισμό 1408/71. Οι ενάγοντες επικαλούνται περαιτέρω τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία μια τέτοιου είδους δήλωση αρκεί για την υπαγωγή μιας παροχής στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (4). Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί, κατά τους ενάγοντες, ότι η επίμαχη παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (5). Εξάλλου, στο πλαίσιο της ισπανικής νομοθεσίας, θεωρείται δεδομένο ότι πρόκειται για επίδομα ανεργίας με χαρακτήρα επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας. Τέλος, κατά τους ενάγοντες, το Tribunal Supremo (6) δεν εξέφρασε καμία αμφιβολία περί του ότι η εν λόγω παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
15 Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι τροποποίησε τη δήλωση στην οποία είχε προβεί σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 1408/71, έτσι ώστε να μην υφίσταται καμία αμφιβολία περί της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού αυτού στο επίμαχο επίδομα ανεργίας (7).
16 Η Επιτροπή παραπέμπει στις παρατηρήσεις τις οποίες διατύπωσε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-422/93 έως C-424/93 σχετικά με τον χαρακτηρισμό της επίμαχης παροχής και με τις οποίες τάχθηκε υπέρ της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Επιπλέον, η Επιτροπή παραπέμπει στις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση εκείνη στις 21 Φεβρουαρίου 1995 ο γενικός εισαγγελέας Elmer (8). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φρονεί ότι ούτε στην παρούσα υπόθεση υφίσταται καμία αμφιβολία περί της υπαγωγής της επίμαχης παροχής στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
17 Για τους βάσιμους λόγους τους οποίους εξέθεσαν διεξοδικά οι διάδικοι, είμαι και εγώ της γνώμης ότι το επίμαχο επίδομα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και ότι δεν εκφεύγει του πεδίου αυτού για τον λόγο π.χ. ότι αποτελεί επίδομα κοινωνικής πρόνοιας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού.
18 Προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 έχει την έννοια ότι το επίδομα ανεργίας για τους άνω των 52 ετών, το οποίο ζητούν οι ενάγοντες και το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, του νόμου 31/84, της 2ας Αυγούστου 1984, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1989 (το οποίο σήμερα αποτελεί το άρθρο 215, παράγραφος 3, του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/94, της 20ής Ιουνίου 1994), πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή ανεργίας υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
ΙΙ - Επί του δευτέρου ερωτήματος
19 Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, οι ενάγοντες υποστηρίζουν τα εξής: έχοντας ως αφετηρία του συλλογισμού τους τη γενική αρχή που θεσπίζουν τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης, σύμφωνα με την οποία ένας διακινούμενος εργαζόμενος δεν πρέπει να περιέρχεται σε μειονεκτική θέση επειδή άσκησε το δικαίωμά του περί ελεύθερης κυκλοφορίας, παραπέμπουν στη νομολογία του Δικαστηρίου. Από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Ugliola (9), Kaufmann (10), Galati (11), Παράσχη (12), Bronzino (13) και Gatto (14) οι ενάγοντες συνάγουν ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη γένεση δικαιώματος επί παροχής από τη συνδρομή ορισμένων πραγματικών περιστατικών, τα περιστατικά αυτά μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας, ακόμη και αν συνέβησαν υπό το καθεστώς της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Κατ' εφαρμογήν της αρχής αυτής, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
20 Αν, επομένως, για την κτήση του δικαιώματος επί του επίμαχου επιδόματος απαιτείται να πληρούνται, κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως, όλες οι προϋποθέσεις, πλην της προϋποθέσεως της συμπληρώσεως της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, για την κτήση δικαιώματος επί συντάξεως στο πλαίσιο ενός ανταποδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρέπει απαραίτητα να πρόκειται για σύνταξη (είτε πλήρη είτε αναλογικώς επιμερισμένη) χορηγούμενη δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας.
21 Αν, αντιθέτως, γινόταν δεκτή η ύπαρξη ενός τέτοιου περιορισμού, θα ήταν αδύνατο να εξηγηθεί, πάντα κατά τους ενάγοντες, γιατί ο Ισπανός νομοθέτης, μολονότι τροποποίησε δύο φορές τη διάταξη στην οποία θεμελιώνεται το δικαίωμα (15), ουδέποτε εισήγαγε τον προσδιορισμό «ισπανικό». Εξάλλου, είναι ανεπίτρεπτη η μονομερής θέσπιση από κράτος μέλος ενός τέτοιου περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας. Κατά τους ενάγοντες, ένας τέτοιος περιορισμός θα είχε, σε τελική ανάλυση, αποτελέσματα όμοια με εκείνα μιας ασυμβίβαστης προς το κοινοτικό δίκαιο ρήτρας εδαφικότητας (16).
22 Η Ισπανική Κυβέρνηση θέτει καταρχάς ένα προκαταρκτικό ζήτημα με δύο σκέλη. Κατά την άποψή της, οι συντονιστικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου επιτρέπουν τη συνύπαρξη διαφόρων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, τα οποία παρέχουν διάφορα δικαιώματα επί παροχών οι οποίες βαρύνουν διαφόρους φορείς, είτε βάσει της εθνικής νομοθεσίας μόνο είτε κατόπιν της συμπληρώσεως της εθνικής νομοθεσίας από το κοινοτικό δίκαιο. Για την κτήση δικαιώματος επί παροχών δυνάμει μιας εθνικής νομοθεσίας είναι αναγκαία η πλήρωση ορισμένων ελαχίστων βασικών προϋποθέσεων τις οποίες θέτει η εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους. Αυτές οι ελάχιστες βασικές προϋποθέσεις πρέπει να αφορούν εισφορές και περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως στο πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας. Μόνο υπ' αυτήν την προϋπόθεση είναι δυνατή η συμπλήρωση της εθνικής νομοθεσίας από τις κοινοτικές διατάξεις.
23 Ωστόσο, οι ενάγοντες ουδέποτε υπήχθησαν στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και ουδέποτε κατέβαλαν εισφορές σ' αυτό. Υπ' αυτές τις συνθήκες, θα ήταν εν πάση περιπτώσει αδύνατο να προστεθούν στις περιόδους καταβολής εισφορών στην Ισπανία οι διανυθείσες σε άλλο κράτος μέλος περίοδοι, για τον απλό λόγο ότι οι πρώτες δεν υφίστανται καν.
24 Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, αυτό είναι το πρίσμα υπό το οποίο πρέπει να εξεταστεί το άρθρο 67, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως τον οποίο προβλέπει η παράγραφος 1 μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εάν ο ενδιαφερόμενος έχει συμπληρώσει αμέσως προηγουμένως περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητεί την παροχή. Κανένας από τους ενάγοντες των προκειμένων υποθέσεων δεν έχει καταβάλει οποτεδήποτε εισφορές στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ούτε έχει συμπληρώσει περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως στην Ισπανία είτε αμέσως προηγουμένως είτε παλαιότερα.
25 Κατά συνέπεια, η Ισπανική Κυβέρνηση καταλήγει ότι η χορήγηση της παροχής στους ενάγοντες θα αντέβαινε προς τον σκοπό του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71. Το άρθρο 67 απαγορεύει, κατ' αυτήν, να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος,
- αν ο αιτών δεν έχει καταβάλει εισφορές ούτε έχει συμπληρώσει περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως στο κράτος μέλος από το οποίο ζητεί την παροχή·
- αν ο αιτών δεν έχει συμπληρώσει την τελευταία περίοδο ασφαλίσεως ή καταβολής εισφορών σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους.
26 Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, κατόπιν της συναγωγής του πρώτου αυτού συμπεράσματος, παρέλκει η απάντηση του δευτέρου ερωτήματος (17) και, επομένως, οι παρατηρήσεις που αναπτύσσει στη συνέχεια έχουν αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα.
27 Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, οι προκείμενες υποθέσεις δεν αφορούν απλώς το ζήτημα της αναγνωρίσεως περιόδων ασφαλίσεως για την κτήση δικαιώματος επί επιδόματος ανεργίας. Τίθεται μάλλον το ζήτημα της αναγνωρίσεως ενός δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως το οποίο έχει αποκτηθεί στο πλαίσιο άλλου νομικού συστήματος. Αν γίνει δεκτή η λύση αυτή, ανακύπτουν διάφορα προβλήματα:
- Εν πάση περιπτώσει, η αναγνώριση αυτή δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι βαίνει πέραν του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.
- Μια περαιτέρω δυσχέρεια έγκειται στο ότι ο αρμόδιος φορέας ενός κράτους μέλους θα πρέπει να αποφασίσει σχετικά με την ύπαρξη δικαιώματος συντάξεως στο πλαίσιο άλλου νομικού συστήματος, πράγμα το οποίο αντίκειται στη θεσπιζόμενη με το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 αρχή περί εφαρμογής της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους.
- Τέλος, μια περαιτέρω δυσκολία έγκειται στο ότι προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος λήψεως του επιδόματος ανεργίας δεν αποτελεί ένα δικαίωμα προσδοκίας επί μιας οιασδήποτε συντάξεως, αλλά επί μιας συντάξεως στηριζομένης στην καταβολή εισφορών στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
28 Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η διαπερατότητα των συστημάτων δημιουργεί τεχνητά δικαιώματα. Δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογο να παρέχεται σε κάθε εργαζόμενο ο οποίος έχει συμπληρώσει το 52ο έτος της ηλικίας του και έχει αποκτήσει δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως στο πλαίσιο του νομικού συστήματος οποιουδήποτε κράτους μέλους η δυνατότητα να μεταβαίνει στην Ισπανία για να εισπράττει εκεί επίδομα ανεργίας, μολονότι ουδέποτε κατέβαλε εισφορές στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
29 Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 67 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθεί ως ενιαίο σύνολο. Κατά την άποψή της, αποφασιστική σημασία έχει το ζήτημα αν το άρθρο 67 του κανονισμού μπορεί κατ' αρχήν να τύχει εφαρμογής στις υποθέσεις των κυρίων δικών. Ειδικότερα, τίθεται το ζήτημα αν πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου 3 της διατάξεως αυτής, που αφορά τις «περιόδους ασφαλίσεως που έχουν διανυθεί αμέσως προηγουμένως». Είναι αναμφισβήτητο ότι οι ενάγοντες δεν έχουν συμπληρώσει περιόδους απασχολήσεως στην Ισπανία. Ωστόσο, κατά τα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια των οποίων ελάμβαναν επίδομα ανεργίας στην Ισπανία, κατέβαλλαν και οι τρεις εισφορές σε διαφόρους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως, και συγκεκριμένα στα συστήματα ασφαλίσεως ασθενείας και παροχής οικογενειακών επιδομάτων.
30 Όσον αφορά τον κλάδο της κοινωνικής ασφαλίσεως στον οποίο καταβάλλονται εισφορές, η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Warmerdam-Steggerda (18), προς στήριξη του επιχειρήματός της ότι είναι άνευ σημασίας το αν οι περίοδοι ασφαλίσεως έχουν συμπληρωθεί στον ίδιο κλάδο της κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καταβάλει εισφορές στην ισπανική ασφάλιση κατά της ανεργίας δεν μπορεί να εμποδίσει να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι καταβολής εισφορών στην ασφάλιση κατά της ανεργίας που έχουν συμπληρωθεί σε άλλα κράτη μέλη.
31 Κατά την Επιτροπή, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη συνυπολογιστούν οι περίοδοι ασφαλίσεως, υπό την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
32 Από τη διατύπωση και τα συμφραζόμενα του δευτέρου ερωτήματος διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στο ερώτημα αν η προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος λήψεως του επιδόματος ανεργίας που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία για τους άνω των 52 ετών, η οποία έγκειται στην πλήρωση όλων των προϋποθέσεων - πλην της σχετικής με ηλικία - για την κτήση δικαιώματος συντάξεως γήρατος στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως (δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως), μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται, στην περίπτωση που υφίσταται δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
33 Μεταξύ των προϋποθέσεων κτήσεως του δικαιώματος λήψεως του επίμαχου επιδόματος ανεργίας περιλαμβάνονται δύο κριτήρια τα οποία έχουν σχέση με την καταβολή εισφορών και για τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει σημασία το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού. Αφενός, πρόκειται για την προϋπόθεση της καταβολής εισφορών στην ασφάλιση κατά της ανεργίας επί έξι έτη κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου. Αφετέρου, απαιτείται η ύπαρξη δικαιώματος προσδοκίας για τη λήψη συντάξεως στο μέλλον.
34 Η Επιτροπή, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της, αναφέρεται απ' αρχής μέχρι τέλους στην πρώτη από τις δύο αυτές προϋποθέσεις. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη του σκεπτικού του αιτούντος δικαστηρίου και των παρατηρήσεων που ανέπτυξαν οι λοιποί διάδικοι ενώπιον των ισπανικών αρχών και δικαστηρίων, η προϋπόθεση αυτή δεν φαίνεται να δημιουργεί προβλήματα. Κατά την ισπανική νομοθεσία, η εξαετής περίοδος καταβολής εισφορών δεν απαιτείται να έχει συμπληρωθεί αμέσως πριν από την υποβολή της αιτήσεως. Δεδομένου ότι η προϋπόθεση της καταβολής εισφορών στην ασφάλιση κατά της ανεργίας επί έξι έτη δεν φαίνεται να αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβητήσεων στο πλαίσιο των κυρίων δικών, θεωρώ ως δεδομένο ότι, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, αυτές οι περίοδοι καταβολής εισφορών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ακόμη και όταν έχουν συμπληρωθεί στο πλαίσιο της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
35 Συνεπώς, η έξέτασή μας πρέπει να επικεντρωθεί στη δεύτερη προϋπόθεση, που αφορά το δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεώρησε επίσης την προϋπόθεση αυτή ως τον κύριο άξονα του προβλήματος.
36 Κατά την άποψή μου, πριν τεθεί το ερώτημα ποια πραγματικά στοιχεία πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν υπόψη και από την ισπανική νομοθεσία κατόπιν εφαρμογής του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής της διατάξεως αυτής στις προκείμενες υποθέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στις παρατηρήσεις των εναγόντων σχετικά με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 67 του κανονισμού. Η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 67 επί των διαφορών των κυρίων δικών τόσο με τις γραπτές παρατηρήσεις της όσο και με τα επιχειρήματα που ανέπτυξε κατά την προφορική διαδικασία. Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αποτέλεσμα που επιδιώκουν οι ενάγοντες προσκρούει στο άρθρο 67. Κατά την άποψή της, η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη ένα δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως το οποίο έχει κτηθεί σε άλλο κράτος μέλος εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 67 του κανονισμού.
37 Καταρχάς, πρέπει να εξεταστεί η θέση που κατέχει το άρθρο 67 στο πλαίσιο του κανονισμού 1408/71. Το εν λόγω άρθρο είναι η πρώτη διάταξη του κεφαλαίου 6 του κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Aνεργία» (19). Το άρθρο 67 αποτελεί μια από τις βάσεις για την κτήση του δικαιώματος επί των παροχών ανεργίας. Επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως (20) ή απασχολήσεως (21) που έχουν διανυθεί σε άλλο κράτος μέλος, στο μέτρο που είναι κρίσιμες για την κτήση του δικαιώματος λήψεως επιδόματος ανεργίας. Το συνδετικό στοιχείο με το αρμόδιο κράτος θεσπίζεται με το άρθρο 67, παράγραφος 3, το οποίο προβλέπει ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει διανύσει, αμέσως προηγουμένως, περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητεί την παροχή.
38 Θα ήθελα να τονίσω ότι η απαίτηση να έχουν συμπληρωθεί οι εν λόγω περίοδοι «αμέσως προηγουμένως» δεν έχει πλέον καμία σημασία για την κτήση του δικαιώματος επί της παροχής ανεργίας στις υποθέσεις των κυρίων δικών. Και οι τρεις ενάγοντες έχουν λάβει παροχές ανεργίας αποκλειστικά βάσει της ισπανικής εθνικής νομοθεσίας. Για τη γένεση των δικαιωμάτων τους επί των παροχών αυτών δεν χρειάστηκε η «συμπλήρωση» των οικείων εθνικών διατάξεων από το κοινοτικό δίκαιο. Και οι τρεις ενάγοντες υπάγονται ήδη από αρκετό καιρό στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και λαμβάνουν παροχές ανεργίας. Συνεπώς, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν το άρθρο 67 του κανονισμού μπορεί να τύχει εφαρμογής όσον αφορά την αξίωση λήψεως μιας παρεπόμενης παροχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά παροχής κοινωνικής πρόνοιας χορηγουμένης σε όσους πλησιάζουν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
39 Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής, η οποία, όπως φαίνεται, θεωρεί ως δεδομένη τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 67 του κανονισμού και υπερπηδά συναφώς το εμπόδιο της παραγράφου 3, καθόσον λαμβάνει ως κριτήριο τις περιόδους ασφαλίσεως τις οποίες οι ενάγοντες συμπλήρωσαν κατά τη διάρκεια της υπαγωγής τους στην ισπανική κοινωνική ασφάλιση, στηρίζεται σε τελική ανάλυση στο γεγονός ότι στους ενάγοντες είχαν ήδη χορηγηθεί παροχές της ισπανικής ασφαλίσεως κατά της ανεργίας.
40 Η άποψη της Επιτροπής έχει το πλεονέκτημα της σαφήνειας και της διαφάνειας. Πράγματι, με την απόφαση στην υπόθεση Warmerdam-Steggerda (22), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν εξαρτά τον εκ μέρους του αρμόδιου φορέα κράτους μέλους συνυπολογισμό των περιόδων απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος από την προϋπόθεση να θεωρούνται οι περίοδοι αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας υπό την οποία συμπληρώθηκαν, ως περίοδοι ασφαλίσεως για τον ίδιο κλάδο κοινωνικής ασφαλίσεως.
41 Αντίθετα προς τις προκείμενες υποθέσεις, στην υπόθεση Warmerdam-Steggerda είχαν πράγματι διανυθεί πριν από την υποβολή της αιτήσεως περίοδοι επαγγελματικής δραστηριότητας. Από την άποψη αυτή, η υπόθεση εκείνη αφορούσε την κτήση του δικαιώματος επί της παροχής ανεργίας. Το πραγματικό στοιχείο ότι προηγουμένως είχε διανυθεί ορισμένη περίοδος απασχολήσεως έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, δυνάμει της οποίας ζητούνταν το επίδομα ανεργίας.
42 Συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής ότι η έννοια «περίοδοι ασφαλίσεως» κατά το άρθρο 67, παράγραφος 3, του κανονισμού δεν πρέπει απαραίτητα να ερμηνευθεί ως «περίοδοι ασφαλίσεως στο πλαίσιο της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας». Το άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71, το οποίο περιέχει τους γενικούς ορισμούς των εννοιών που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό, αναφέρει στο στοιχείο ιηη τα εξής: «ως "περίοδοι ασφαλίσεως" νοούνται οι περίοδοι εισφορών ή απασχολήσεως που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν ή θεωρούνται ότι πραγματοποιήθηκαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από την εν λόγω νομοθεσία ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως».
43 Παρά τον γενικό αυτόν ορισμό, δεν πρέπει να παραβλεφθούν ούτε η θέση που κατέχει η έννοια «περίοδοι ασφαλίσεως» στο πλαίσιο του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού ούτε ο συναφώς επιδιωκόμενος σκοπός. Ακόμη και εάν δεν θεωρηθεί σκόπιμο να συναχθεί οπωσδήποτε ότι πρόκειται για «περιόδους ασφαλίσεως στο πλαίσιο της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας», εντούτοις οι περίοδοι ασφαλίσεως που συμπληρώνονται στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους - υπό ευρύτατη έννοια - θα πρέπει να παρέχουν επίσης προστασία από τον κίνδυνο της ανεργίας.
44 Αν το κριτήριο αυτό εφαρμοστεί επί των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν διανυθεί, στις υποθέσεις των κυρίων δικών, στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, είναι εμφανές ότι οι περίοδοι αυτές δεν ανταποκρίνονται στον περιγραφέντα σκοπό. Αν γινόταν δεκτό ότι οι εισφορές που κατέβαλαν λόγω της χορηγήσεως του επιδόματος ανεργίας οι υπηρεσίες απασχολήσεως στα ταμεία ασφαλίσεως ασθενείας και παροχής οικογενειακών επιδομάτων συνιστούν περιόδους ασφαλίσεως υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θα προέκυπτε το παράδοξο αποτέλεσμα να δημιουργεί η χορήγηση της παροχής, αυτή καθαυτή, δικαίωμα λήψεως παροχών της ιδίας φύσεως (23). Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, μου φαίνεται τουλάχιστον αμφίβολη η ορθότητα της λύσεως που προτείνει η Επιτροπή.
45 Θεωρώ ότι σε αυτό το σημείο πρέπει να σταθώ και να υπενθυμίσω εκ νέου το ζήτημα που τίθεται ουσιαστικά στις υποθέσεις των κυρίων δικών. Οι εν λόγω υποθέσεις δεν αφορούν τον συνυπολογισμό προγενεστέρων περιόδων ασφαλίσεως στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε εθνικής ασφαλίσεως κατά της ανεργίας (είναι προφανές ότι η απαιτούμενη εξαετής περίοδος καταβολής εισφορών αναγνωρίζεται - μολονότι έχει συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους). Οι προκείμενες υποθέσεις δεν αφορούν ούτε τον συνυπολογισμό περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως προκειμένου να κτηθεί δικαίωμα επί ασφαλιστικών παροχών κατά ανεργίας. Οι εν λόγω υποθέσεις αφορούν, το πολύ, τον συνυπολογισμό περιόδων ασφαλίσεως προκειμένου να κτηθεί δικαίωμα συντάξεως.
46 Η γένεση, όμως, και ο προσδιορισμός των δικαιωμάτων συντάξεως που αποκτώνται χάρη στο κοινοτικό δίκαιο διέπεται από τους κανόνες του κεφαλαίου 3 του κανονισμού 1408/71, που επιγράφεται «Γήρας και θάνατος (συντάξεις)» (24). Ειδικότερα, η αναγνώριση περιόδων ασφαλίσεως ρυθμίζεται από το άρθρο 45. Συνεπώς, ο συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως προκειμένου να αποκτηθεί δικαίωμα συντάξεως δεν διέπεται από το άρθρο 67 του κανονισμού. Φρονώ επομένως ότι, σε τελική ανάλυση, δεν απαιτείται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι εισφορές που έχουν καταβληθεί σε άλλους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω της χορηγήσεως επιδόματος ανεργίας πρέπει να αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως υπό την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 3. Αν γίνει δεκτή η άποψη αυτή, αποφεύγεται η σύγκρουση με τη θέση της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι το άρθρο 67 αποκλείει την αναγνώριση ενός δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως το οποίο έχει κτηθεί σε άλλο κράτος μέλος.
47 Σ' αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα που χρήζει διευκρινίσεως δεν είναι εάν και με ποιον τρόπο γεννάται ένα δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως, αλλά εάν η πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής υπό το καθεστώς της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους μπορεί, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, να θεμελιώσει δικαίωμα λήψεως παροχής ανεργίας στο πλαίσιο της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
48 Η έμφαση που δίδεται στην προϋπόθεση της υπάρξεως «δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως» συνάδει προς τον σκοπό που επιδιώκει η αιτούμενη παροχή την οποία προβλέπει η ισπανική νομοθεσία, όπως αυτός περιγράφηκε κατά τη διαδικασία. Το επίδομα ανεργίας, το οποίο έχει χαρακτήρα επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας, σκοπεί στην οικονομική εξασφάλιση μιας κατηγορίας προσώπων τα οποία, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας τους, έχουν ελάχιστες μόνο πιθανότητες επανεντάξεως στον επαγγελματικό βίο και τα οποία έχουν μεν συμπληρώσει μακρές χρονικές περιόδους υποχρεωτικής καταβολής εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση, λόγω της ασκήσεως έμμισθης δραστηριότητας, δεν έχουν όμως ακόμη συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Ο λόγος για τον οποίο το δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως έχει τόσο μεγάλη σημασία ως προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος επί του επιδόματος είναι ότι επιδιώκεται να διασφαλιστεί ότι το επίδομα αυτό θα αποτελεί μεταβατική λύση, η οποία θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφ' ής στιγμής συμπληρωθεί η ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Από αυτήν την άποψη, η προέλευση των παροχών που μπορούν να ζητηθούν αφ' ής στιγμής συμπληρωθεί η ηλικία συνταξιοδοτήσεως είναι άνευ σημασίας.
49 Αν, υπ' αυτές τις συνθήκες, η προϋπόθεση της κτήσεως δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενσωματωθείσα στην ισπανική νομοθεσία μέσω του άρθρου 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ανακύπτει το ερώτημα αν, παρά ταύτα, από το κοινοτικό δίκαιο απορρέει υποχρέωση αναγνωρίσεως αυτού του δικαιώματος που έχει κτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια είναι η νομική βάση της υποχρεώσεως αυτής.
50 Στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων έχει διαμορφωθεί πολυσχιδής νομολογία σχετικά με την αναγνώριση των πραγματικών ή νομικών καταστάσεων που έχουν διαμορφωθεί σε άλλο κράτος μέλος. Η νομολογία αυτή αφορά κυρίως τις διατάξεις περί των διαφόρων κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως. Η προαναφερθείσα απόφαση Warmerdam-Steggerda (25) αφορούσε την προς τον σκοπό της λήψεως επιδόματος ανεργίας αναγνώριση πραγματικών περιόδων απασχολήσεως οι οποίες παρήγαν έννομες συνέπειες σε άλλο κράτος μέλος.
51 Οι αποφάσεις Bronzino (26) και Gatto (27) αφορούσαν προϋποθέσεις χορηγήσεως οικογενειακών παροχών. Μια από τις προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος επί του επιδόματος τέκνου που προέβλεπε η γερμανική νομοθεσία για τα άνεργα συντηρούμενα τέκνα ήταν η εγγραφή τους ως αιτούντων εργασία. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προϋπόθεση αυτή μπορεί να πληρούται και υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους από εκείνο που χορηγεί την παροχή. Στις αποφάσεις σχετικά με τις οικογενειακές παροχές πρέπει επίσης να περιληφθεί η απόφαση που εκδόθηκε επί προσφυγής λόγω παραβάσεως της Συνθήκης που είχε ασκηθεί κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (28), με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε τον ασυμβίβαστο προς τον κοινοτικό δίκαιο χαρακτήρα μια προϋποθέσεως κατοικίας.
52 Στον τομέα των προϋποθέσεων για την κτήση του δικαιώματος συντάξεως αναπηρίας (29), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο η πρακτική κατά την οποία ορισμένα πραγματικά περιστατικά που μπορούν να παρατείνουν την περίοδο αναφοράς λαμβάνονται υπόψη μόνον όταν έχουν συμβεί στο κράτος απασχολήσεως και όχι όταν έχουν συμβεί στη χώρα καταγωγής του διακινουμένου εργαζομένου. Όσον αφορά την επίμαχη στην υπόθεση εκείνη ρύθμιση, το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
«(...) Μολονότι τυπικώς η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται επί όλων των κοινοτικών εργαζομένων, οι οποίοι μπορούν επομένως να τύχουν παρατάσεως της περιόδου αναφοράς, ωστόσο, δεδομένου ότι δεν προβλέπει δυνατότητα παρατάσεως όταν πραγματικά περιστατικά που αντιστοιχούν με εκείνα που δικαιολογούν παράτασή της συμβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να θίξει κατά τρόπο πολύ πιο καίριο τους διακινούμενους εργαζομένους, διότι αυτοί είναι κυρίως εκείνοι οι οποίοι, ιδίως σε περίπτωση ασθένειας ή ανεργίας, επιστρέφουν συνήθως στη χώρα καταγωγής τους.
Συνεπώς, μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση έχει ως αποτέλεσμα να αποθαρρύνει τους διακινουμένους εργαζομένους από την άσκηση του δικαιώματός τους για ελεύθερη κυκλοφορία» (30).
53 Οι παροχές αναπηρίας αποτελούσαν επίσης το αντικείμενο της αποφάσεως στην υπόθεση Moscato (31), η οποία αφορούσε το ζήτημα αν οι διανυθείσες σε άλλο κράτος μέλος περίοδοι ασφαλίσεως μπορούν να θεμελιώσουν το δικαίωμα επί των παροχών αυτών. Επομένως, οι περιστάσεις της υποθέσεως εκείνης είναι παρόμοιες με αυτές των προκειμένων υποθέσεων. Στην υπόθεση Moscato το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: «(...) οσάκις η εφαρμοστέα νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση παροχών αναπηρίας ιδίως από την προϋπόθεση ότι η κατάσταση της υγείας του εργαζομένου, κατά τον χρόνο υπαγωγής του στο σύστημα που αυτή εγκαθιδρύει, δεν προοιωνίζεται την επέλευση, εντός συντόμου χρόνου, της ανικανότητάς του προς εργασία με επακόλουθο την αναπηρία, ο αρμόδιος φορέας πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις περιόδους υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που διήνυσε ο ενδιαφερόμενος υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και που λογίζονται ως περίοδοι διανυθείσες υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός» (32).
54 Παρόμοια απόφαση εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Klaus (33), η οποία αφορούσε τη χορήγηση παροχών λόγω ασθενείας. Το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: «(...) όταν η εφαρμοστέα νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση χρηματικών παροχών λόγω ασθενείας από τον όρο ότι η ανικανότητα προς εργασία του ασφαλισμένου δεν υπήρχε ήδη κατά τον χρόνο της υπαγωγής του στο σύστημα που θεσπίζει, ο αρμόδιος φορέας πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη του τις περιόδους ασφαλίσεως που ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει» (34).
55 Ολοκληρώνοντας αυτή τη σύντομη ανάλυση της νομολογίας, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στην απόφαση στην υπόθεση Βουγιούκας (35), η οποία αφορούσε την αναγνώριση περιόδων απασχολήσεως οι οποίες είχαν πράγματι διανυθεί υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και οι οποίες όφειλαν να πληρούν ορισμένες εκ του νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις προκειμένου να μπορούν να ληφθούν υπόψη για την κτήση δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως. Το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: «Τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν τη μη αναγνώριση, για την κτήση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, των περιόδων εργασίας που ένα πρόσωπο υπαγόμενο σε ειδικό σύστημα δημοσίων υπαλλήλων ή εξομοιουμένων προς αυτούς (...) διάνυσε σε δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα άλλου κράτους μέλους, ενώ η εθνική νομοθεσία επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη αυτές οι περίοδοι οσάκις διανύθηκαν επί του εθνικού εδάφους σε ανάλογα ιδρύματα» (36).
56 Το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΚ - που αποτελεί τη νομική βάση του κανονισμού 1408/71 - επιβάλλει ως ελάχιστη προϋπόθεση, την οποία πρέπει να πληρούν τα λαμβανόμενα στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως μέτρα που είναι αναγκαία για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, την εξασφάλιση του «συνυπολογισμ[ού] όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, για την κτήση και τη διατήρηση του δικαιώματος προς λήψη παροχής όπως και για τον υπολογισμό του ύψους [της παροχής]». Αυτή η κατ' επανάληψη εμφανιζόμενη γενική αρχή, που διαπνέει ολόκληρο τον κανονισμό 1408/71, αποτυπώνεται επίσης στο άρθρο 67, παράγραφος 1. Ακόμη και αν το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν μπορεί να τύχει αμέσου εφαρμογής για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, θεωρώ ότι ένας εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί άμεσα την αρχή που καθιερώνει το άρθρο 51 της Συνθήκης.
57 Αν η δυνατότητα επικλήσεως της αρχής αυτής ματαιωνόταν κατ' εφαρμογήν του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 - μολονότι πρόκειται για περίπτωση η οποία, για τους ήδη αναφερθέντες λόγους, δεν εμπίπτει πλέον στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 67 - τούτο θα ισοδυναμούσε με την αντιστροφή της λογικής του κανονισμού 1408/71. Η έγερση πρόσθετων εμποδίων στην κτήση δικαιώματος επί παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως είναι ασυμβίβαστη τόσο προς τον σκοπό του άρθρου 67 όσο και προς τους σκοπούς του κανονισμού 1408/71.
58 Φρονώ, επομένως, ότι το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΚ επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη το δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως που έχει πράγματι κτηθεί.
59 Ορθώς η Ισπανική Κυβέρνηση επισήμανε ότι πρέπει να υφίσταται μια νομική σχέση του ενδιαφερομένου με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους το οποίο θα κληθεί ενδεχομένως να καταβάλει τις παροχές. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, δεν μπορεί να επιτρέπεται να μπορούν όλοι όσοι έχουν αποκτήσει δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως υπό τη νομοθεσία οποιουδήποτε κράτους μέλους να μεταβαίνουν στην Ισπανία για να εισπράττουν εκεί, μέχρις ότου συμπληρώσουν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, το επίδομα ανεργίας που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών. Ο συλλογισμός αυτός είναι ορθός. Ωστόσο, στις προκείμενες υποθέσεις, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Και στις τρεις υποθέσεις των κυρίων δικών, η πρόσβαση στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αποκτήθηκε αποκλειστικά βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Συνεπώς, υφίσταται συνδετικό στοιχείο με την ισπανική νομοθεσία, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση του κοινοτικού δικαίου. Το πραγματικό γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι είχαν προηγουμένως λάβει παροχές ανεργίας, είτε ως παλιννοστούντες μετανάστες είτε ως εργαζόμενοι φέροντες οικογενειακά βάρη, πρέπει να θεωρείται κρίσιμο από την άποψη του κοινοτικού δικαίου.
60 Η αντίρρηση που προβάλλει περαιτέρω η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι δηλαδή η αναγνώριση δικαιωμάτων προσδοκίας συντάξεως που έχουν κτηθεί βάσει των νομοθεσιών άλλων κρατών μελών θα ανάγκαζε τις ισπανικές αρχές να αποφαίνονται σχετικά με την ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος, είναι εν μέρει μόνον ορθή, αφού ο αιτών θα έπρεπε να αποδείξει ότι είναι κάτοχος του σχετικού δικαιώματος στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους.
61 Η συνεργασία των αρμοδίων αρχών των διαφόρων κρατών μελών στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, η οποία λαμβάνει τη μορφή είτε της τυπικής καθιερώσεως διαδικασιών ενημερώσεως είτε της εκδόσεως ομοιόμορφων εντύπων για όλη την Κοινότητα, είναι επαρκώς γνωστή. Στον τομέα της χορηγήσεως συντάξεων, πρέπει κατ' αρχήν να γίνει δεκτό, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, ότι, κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως εκκαθαρίσεως της παροχής βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, η διαδικασία εκκαθαρίσεως κινείται σε σχέση με όλες τις νομοθεσίες στις οποίες έχει υπαχθεί ο δικαιούχος. Η εν λόγω εκκαθάριση προϋποθέτει κατ' ανάγκη μια διαδικασία αμοιβαίας ενημερώσεως των εν λόγω αρχών. Οι λεπτομέρειες της διαδικασίας αυτής, όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους των συντάξεων, θεσπίζονται με τα άρθρα 36 και 41 έως 43 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 (37).
62 Επομένως, ο αρμόδιος ισπανικός φορέας ουδόλως υποχρεούται να κρίνει αν υπάρχει δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως στο πλαίσιο της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, αλλά θα μπορούσε, χάρη στις προαναφερθείσες δυνατότητες συνεργασίας, να λάβει υπόψη τα στοιχεία που διαθέτει ο αρμόδιος φορέας άλλου κράτους μέλους.
63 Τέλος, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το αντεπιχείρημα ότι δημιουργείται πρόβλημα στο μέτρο που απαιτείται η ύπαρξη όχι οποιουδήποτε δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως, αλλά δικαιώματος λήψεως στο μέλλον μιας στηριζομένης στην καταβολή εισφορών συντάξεως, στο πλαίσιο του συστήματος της κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά την άποψή μου, η προϋπόθεση αυτή ουδόλως συνιστά εμπόδιο. Συγκεκριμένα, οι προαναφερθείσες θεσμοθετημένες διαδικασίες ενημερώσεως έχουν εφαρμογή ακριβώς στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των φορέων των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των διαφόρων κρατών μελών. Σε τελική ανάλυση, ο περιορισμός ότι τα μόνα δικαιώματα προσδοκίας συντάξεως που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που αφορούν συντάξεις χορηγούμενες στο πλαίσιο της ασφαλίσεως γήρατος, ως κλάδου της κοινωνικής ασφαλίσεως, απλουστεύει τα πράγματα.
64 Σε αυτό το στάδιο της αναλύσεως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει, αν και όχι άμεσα μέσω του άρθρου 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, αλλά πάντως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51 της Συνθήκης, την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη ένα δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως το οποίο έχει κτηθεί σε άλλο κράτος μέλος.
65 Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
«Προκειμένου για τη χορήγηση του επιδόματος ανεργίας που προβλέπει για τους άνω των 52 ετών το άρθρο 215, παράγραφος 3, του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/94, της 20ής Ιουνίου 1994, με το οποίο εγκρίθηκε το κωδικοποιημένο κείμενο του ισπανικού γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον με την καταβολή των σχετικών εισφορών αποκτάται δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος (υπό την επιφύλαξη της προϋποθέσεως περί ηλικίας) σε άλλο κράτος μέλος.»
III - Επί του τρίτου ερωτήματος
66 Το τρίτο ερώτημα αφορά τη σημασία που έχει το γεγονός ότι ο αιτών το επίμαχο επίδομα δεν μπορεί να αποδείξει ότι έχει δικαίωμα λήψεως οποιασδήποτε - ούτε καν αναλογικώς επιμερισμένης - συντάξεως βάσει της ισπανικής νομοθεσίας. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει σιωπηρώς στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την εκκαθάριση και τον υπολογισμό των παροχών γήρατος, στο μέτρο που εφαρμόζονται συγχρόνως περισσότερες από μία εθνικές νομοθεσίες. Η αναφορά στην καταβολή «εισφορών για διάστημα μικρότερο του έτους» πρέπει να θεωρηθεί ως παραπομπή στο άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71, του οποίου η παράγραφος 1 προβλέπει ότι ένας φορέας δεν υποχρεούται να χορηγήσει παροχές που αντιστοιχούν σε περιόδους συμπληρωθείσες υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει αν η διάρκεια των περιόδων αυτών είναι μικρότερη του έτους και αν, εφόσον ληφθούν υπόψη μόνον οι περίοδοι αυτές, δεν αποκτάται δικαίωμα παροχών δυνάμει των διατάξεων της εν λόγω νομοθεσίας, οπότε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ακόμη και στην περίπτωση ασκήσεως στην Ισπανία επαγγελματικής δραστηριότητας υποκειμένης στην καταβολή εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση για διάστημα μικρότερο του έτους, δεν αποκτάται, δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας, δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως.
67 Ο κεντρικός άξονας των παρατηρήσεων των εναγόντων σχετικά με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι η διάκριση στην οποία προβαίνουν, ότι δηλαδή η ένδικη διαφορά αφορά τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας και, συνεπώς, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71, το οποίο αφορά αποκλειστικά τον υπολογισμό των συντάξεων γήρατος. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας τους αυτής, οι ενάγοντες επικαλούνται την απόφαση Ventura (38).
68 Επιπλέον, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η εξάρτηση της χορηγήσεως του επίμαχου επιδόματος ανεργίας από την προϋπόθεση να υφίσταται, δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας, δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως - έστω και μόνον αναλογικά επιμερισμένης - στηριζόμενο σε περιόδους απασχολήσεως που να έχουν συμπληρωθεί στην Ισπανία και να υπερβαίνουν το έτος θα ισοδυναμούσε με τη θέσπιση μιας πρόσθετης προϋποθέσεως για την κτήση του δικαιώματος επί του επιδόματος, η οποία δεν προκύπτει από την εν ισχύι νομοθεσία.
69 Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι το άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στο πλαίσιο του κεφαλαίου 6, που επιγράφεται «Ανεργία». Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η απόφαση Ventura αφορούσε συντάξεις ορφανών, οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με την προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην εφαρμοστεί το άρθρο 48 εντός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 67 του κανονισμού, στο μέτρο που αφορά την ύπαρξη δικαιώματος συντάξεως ως προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος επί του επιδόματος.
70 Αντιθέτως, η Επιτροπή είναι απολύτως πεπεισμένη ότι η απόφαση στην υπόθεση Ventura πρέπει να τύχει ανάλογης εφαρμογής και ότι, επομένως, στην προκειμένη υπόθεση, δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη το άρθρο 48.
71 Όπως προκύπτει ήδη από τις παρατηρήσεις που διατύπωσα σχετικά με το δεύτερο ερώτημα, οι διατάξεις περί της γενέσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μπορούν να ασκήσουν επιρροή στο πλαίσιο του άρθρου 67 του κανονισμού στο μέτρο μόνον που η εφαρμογή τους οδηγεί στην κατάφαση της υπάρξεως δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως. Ο λόγος είναι ότι το δικαίωμα αυτό αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος λήψεως του επίμαχου επιδόματος ανεργίας.
72 Σε τελική ανάλυση, και το τρίτο ερώτημα αφορά το πρόβλημα που εθίγη ήδη κατά την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος, αν δηλαδή επιτρέπεται να μην αναγνωρίζει η ισπανική νομοθεσία ως έρεισμα δικαιώματος παρά μόνον ένα δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως κτηθέν στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Ήδη από την απάντηση που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα προκύπτει ότι η προσέγγιση αυτή είναι υπερβολικά στενή. Συναφώς, είναι άνευ σημασίας το αν στην Ισπανία δεν καταβλήθηκαν καθόλου εισφορές ή αν καταβλήθηκαν εισφορές για διάστημα μικρότερο του έτους, αφού το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η ανυπαρξία οποιωνδήποτε μελλοντικών αξιώσεων έναντι του ισπανικού συστήματος ασφαλίσεως γήρατος.
73 Το τρίτο αυτό ερώτημα δεν αφορά το ζήτημα - το οποίο είναι, εντούτοις, θεμελιώδες για τις επιπτώσεις της απαντήσεως που θα δοθεί στο ερώτημα - ότι πρέπει να έχει κτηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο - έστω και όχι κατ' ανάγκη μέσω της καταβολής εισφορών στην ασφάλιση γήρατος - δικαίωμα επί παροχών του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
74 Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο τρίτο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
Εάν έχει κτηθεί δικαίωμα επί παροχών του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, είτε βάσει της εθνικής μόνο νομοθεσίας είτε κατ' εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου, τότε ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να λάβει υπόψη το δικαίωμα συντάξεως γήρατος που έχει κτηθεί σε άλλο κράτος μέλος, ακόμη και αν ο εργαζόμενος δεν έχει καταβάλει στην Ισπανία καθόλου εισφορές ή έχει καταβάλει εισφορές για διάστημα μικρότερο του έτους.
IV - Επί του τετάρτου ερωτήματος
75 Οι ενάγοντες υποστηρίζουν καταρχάς ότι η διατύπωση του ερωτήματος πρέπει να καταστεί σαφέστερη (39). Κατά την άποψή τους, η φράση «το επίδομα αυτό δεν χορηγείται σε όσους αποδεικνύουν ότι έχουν το δικαίωμα αυτό σε άλλο κράτος μέλος» πρέπει να συμπληρωθεί με τη φράση «αλλά δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας». Προς στήριξη της απόψεώς τους, οι ενάγοντες παρατηρούν ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε το δικαίωμα των εργαζομένων οι οποίοι έχουν αποκτήσει δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως σε άλλο κράτος μέλος, αλλά έχουν επίσης συμπληρώσει στην Ισπανία ένα τουλάχιστον έτος απασχολήσεως με υποχρεωτική καταβολή εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση, να λάβουν το επίμαχο επίδομα ανεργίας.
76 Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι, εκτός της προϋποθέσεως περί υπάρξεως δικαιώματος προσδοκίας επί μιας - έστω αναλογικώς επιμερισμένης - συντάξεως δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας, οι αρμόδιες αρχές ανέκαθεν απαιτούν επιπροσθέτως να έχουν καταβληθεί εισφορές επί 180 μήνες, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών εργαζόμενος έχει ήδη αποκτήσει δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως σε άλλο κράτος μέλος.
77 Οι παρατηρήσεις των εναγόντων σχετικά με το τέταρτο ερώτημα στηρίζονται κατά μεγάλο μέρος στις παρατηρήσεις τους επί του δευτέρου ερωτήματος. Εν κατακλείδι, οι ενάγοντες προτείνουν να δοθεί στο τέταρτο ερώτημα καταφατική απάντηση. Κατά την άποψή τους, η συσταλτική ερμηνεία του ισπανικού νόμου θα ήταν ασυμβίβαστη, αφενός, προς τα άρθρα 48, παράγραφος 2, και 51 της Συνθήκης και, αφετέρου, προς τη σχετική με τα άρθρα αυτά νομολογία. Η απαίτηση υπάρξεως δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως βάσει της ισπανικής μόνο νομοθεσίας ως προϋπόθεση κτήσεως του δικαιώματος επί του επιδόματος θα αποτελούσε μια ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο δυσμενή διάκριση και συγχρόνως έναν περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας.
78 Όσον αφορά την απάντηση του τετάρτου ερωτήματος, η Ισπανική Κυβέρνηση παραπέμπει ρητά στις παρατηρήσεις που διατύπωσε σχετικά με το δεύτερο ερώτημα. Η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει ότι όσοι ζητούν να τους χορηγηθεί το επίμαχο επίδομα ανεργίας που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία δεν υποχρεούνται να αποδείξουν ότι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, πλην της σχετικής με την ηλικία, για να λάβουν σύνταξη βάσει του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα το οποίο θα σήμαινε ότι αυτομάτως θα αποκλείονταν τα πρόσωπα τα οποία πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, πλην της σχετικής με την ηλικία, για τη λήψη συντάξεως σε άλλο κράτος μέλος. Αντιθέτως, πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις, πλην της σχετικής με την ηλικία, τις οποίες επιβάλλει η ισπανική νομοθεσία για τη χορήγηση συντάξεως, όπως, π.χ., οι ελάχιστες περίοδοι καταβολής εισφορών. Η ισπανική νομοθεσία προβλέπει, π.χ., ότι ο αιτών πρέπει να μπορεί να αποδείξει ότι έχει καταβάλει εισφορές επί δεκαπέντε τουλάχιστον έτη, από τα οποία τουλάχιστον δύο πρέπει να έχουν συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της αμέσως προηγουμένης οκταετίας. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η προϋπόθεση αυτή είναι αντικειμενική και δεν επάγεται δυσμενείς διακρίσεις. Είναι άνευ σημασίας το αν οι εισφορές που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε ετών καταβλήθηκαν αποκλειστικά στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος ή μόνον εν μέρει υπό το καθεστώς της ισπανικής νομοθεσίας και κατά τα λοιπά υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Εν πάση περιπτώσει όμως, είναι σύμφωνη προς το άρθρο 67, παράγραφος 3, του κανονισμού η απαίτηση να έχει καταβάλει ο αιτών τελευταία, τουλάχιστον επί έναν μήνα, εισφορές στο ισπανικό σύστημα.
79 Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ελάχιστη περίοδος καταβολής εισφορών αφορά αποκλειστικά τη συμπλήρωση της περιόδου αυτής στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Η Επιτροπή στηρίζει την εκτίμησή της στο άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο b, του ισπανικού γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο αποκλεισμός της δυνατότητας των εργαζομένων οι οποίοι έχουν αποκτήσει δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, και όχι βάσει της ισπανικής νομοθεσίας, να λάβουν το εν λόγω επίδομα ανεργίας θα ισοδυναμούσε με μια απαγορευόμενη άρνηση χορηγήσεως ενός κοινωνικού πλεονεκτήματος, υπό την έννοια της νομολογίας, και θα συνιστούσε εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας. Η απαίτηση της συνδρομής όλων των προϋποθέσεων - πλην της σχετικής με την ηλικία - για την κτήση δικαιώματος συντάξεως γήρατος στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται ακόμη και αν οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν κατ' εφαρμογήν άλλης νομοθεσίας. Οποιαδήποτε αντίθετη ερμηνεία θα ήταν ασυμβίβαστη προς τον σκοπό των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης.
80 Ήδη από το γεγονός ότι οι διάδικοι παραπέμπουν στις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν σχετικά με το δεύτερο ερώτημα προκύπτει ότι η απάντηση του τετάρτου ερωτήματος αποτελεί συνάρτηση της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα.
81 Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί η παρατήρηση των εναγόντων σχετικά με τη διασαφήνιση του τετάρτου ερωτήματος, παρατήρηση που είναι, κατά τη γνώμη μου, απολύτως δικαιολογημένη. Η διατύπωση του ερωτήματος είναι δυνατό να προκαλέσει παρανοήσεις, καθόσον μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ύπαρξη δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως σε άλλο κράτος μέλος αποτελεί λόγο αποκλεισμού της χορηγήσεως του αιτουμένου επιδόματος. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Αντιθέτως, από τη χορήγηση του επιδόματος αποκλείονται όσοι δεν μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν δικαίωμα έστω επί μιας αναλογικώς επιμερισμένης συντάξεως στην Ισπανία. Συνεπώς, το τέταρτο ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: «(...) πράγμα που σημαίνει ότι το επίδομα αυτό δεν χορηγείται σε όσους αποδεικνύουν ότι έχουν το δικαίωμα αυτό μόνο σε άλλο κράτος μέλος». Είναι άνευ σημασίας αν θα επιλεγεί αυτή η διατύπωση ή η διατύπωση που πρότειναν οι ενάγοντες. Από ουσιαστικής απόψεως είναι σαφές ότι το ερώτημα συνίσταται στο εάν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο να επιβάλλεται, ως προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος επί του επιδόματος ανεργίας που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών, η ύπαρξη δικαιώματος λήψεως, κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, μιας έστω αναλογικώς επιμερισμένης ισπανικής συντάξεως.
82 Η επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως είναι ικανή να προκαλέσει σύγχυση όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά. Κατά την περαιτέρω εξέταση του ερωτήματος θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδει στην κρατούσα νομική κατάσταση η Ισπανική Κυβέρνηση, θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να αποδεικνύεται η ύπαρξη, κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, δικαιώματος επί μιας έστω αναλογικώς επιμερισμένης συντάξεως βάσει της ισπανικής νομοθεσίας. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδεικνύεται η καταβολή εισφορών επί 180 μήνες, από τους οποίους τουλάχιστον 24 θα πρέπει να έχουν συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της αμέσως προηγουμένης οκταετίας. Επομένως, ακόμη και αν ένα δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως μπορεί να αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος με τη συμπλήρωση βραχύτερων περιόδων καταβολής εισφορών και αποδεικνύεται όντως η κτήση του δικαιώματος αυτού, τούτο δεν αρκεί για την πλήρωση της επίδικης προϋποθέσεως από την οποία εξαρτά η ισπανική νομοθεσία τη χορήγηση του επιδόματος.
83 Η αναφορά της Ισπανικής Κυβερνήσεως στη δικαιολογούμενη βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 απαίτηση περί καταβολής εισφορών στο ισπανικό σύστημα επί έναν τουλάχιστον μήνα έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα. Πρώτον, το στοιχείο αυτό δεν είναι κρίσιμο σε καμία από τις υποθέσεις των κυρίων δικών. Δεύτερον, σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζει η ίδια η Ισπανική Κυβέρνηση, ακόμη και η άπαξ καταβολή εισφορών ουδόλως θα βελτίωνε τη θέση των εναγόντων, δεδομένου ότι πρέπει να έχουν καταβληθεί εισφορές τουλάχιστον επί ένα έτος, προκειμένου να αποκτηθεί, κατ' εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου, μια αναλογικώς έστω επιμερισμένη σύνταξη δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας. Συνεπώς, στο πλαίσιο της παρούσας αναλύσεως, δεν θεωρώ αναγκαίο να εξετάσω την αντίρρηση αυτή.
84 Από την εξέταση του πραγματικού πλαισίου προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος και όχι στην Ισπανία ενδέχεται να περιέλθουν σε μειονεκτική θέση από δύο απόψεις. Πρώτον, ένα δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως που έχει κτηθεί σε άλλο κράτος μέλος δεν αρκεί, αν δεν υφίσταται συγχρόνως δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας. Δεύτερον, ακόμη και στις περιπτώσεις συνυπάρξεως δικαιώματος προσδοκίας επί αναλογικώς επιμερισμένης συντάξεως δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας και δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως σε άλλο κράτος μέλος, είναι δυνατό να απορριφθεί το αίτημα για τη χορήγηση του επιδόματος, αν συγκεκριμένα δεν αποδεικνύεται, πέραν της συνδρομής των χρονικών προϋποθέσεων, η καταβολή εισφορών επί 180 μήνες.
85 Όσον αφορά το τελευταίο από τα δύο αυτά στοιχεία, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια αντικειμενική, μη επαγόμενη δυσμενείς διακρίσεις προϋπόθεση. Η εξέταση όμως της προϋποθέσεως αυτής υπό το πρίσμα της απαιτήσεως να υπάρχει πράγματι δικαίωμα συντάξεως κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Βέβαια, οι εργαζόμενοι οι οποίοι έχουν διανύσει ολόκληρο τον επαγγελματικό τους βίο στην Ισπανία οφείλουν επίσης να αποδεικνύουν ότι έχουν καταβάλει εισφορές επί 180 μήνες. Τούτο όμως αποτελεί ακριβώς μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την κτήση δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας.
86 Εφόσον, βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, έχει ήδη κτηθεί, με τη συμπλήρωση βραχύτερων περιόδων καταβολής εισφορών, δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της υπάρξεως συνταξιοδοτικής καλύψεως κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως έχει επιτευχθεί. Η προέλευση των παροχών που μπορούν να απαιτηθούν κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως έχει το πολύ δευτερεύουσα σημασία. Στην περίπτωση ενός διακινουμένου εργαζομένου ο οποίος έχει αποκτήσει δικαίωμα προσδοκίας συντάξεως στο πλαίσιο της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους και όχι της Ισπανίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο εργαζόμενος αυτός συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, δεν θα βαρύνει πλέον το ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
87 Φρονώ ότι η ανωτέρω περιγραφείσα δυσμενέστερη αντιμετώπιση την οποία ενδέχεται να υφίστανται οι διακινούμενοι εργαζόμενοι οι οποίοι έχουν ασκήσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, εκτός της Ισπανίας, είναι ασυμβίβαστη προς τους σκοπούς που επιδιώκουν τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης.
88 Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι αντίκειται προς τους σκοπούς που προβλέπουν τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης να απαιτείται η ύπαρξη δικαιώματος προσδοκίας συντάξεως δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας ως ελάχιστη προϋπόθεση για τη χορήγηση του αιτουμένου επιδόματος σε εργαζομένους στους οποίους έχουν ήδη χορηγηθεί παροχές του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας.
89 Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο τέταρτο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:
Μια υποχρέωση, όπως η επιβαλλόμενη στους διακινουμένους εργαζομένους υποχρέωση να αποδεικνύουν, προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα λήψεως του επιδόματος ανεργίας που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών, ότι, όταν συμπληρώσουν την απαιτούμενη ηλικία, θα έχουν δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα που σημαίνει ότι το επίδομα αυτό δεν χορηγείται σε όσους αποδεικνύουν ότι θα έχουν το δικαίωμα αυτό μόνο σε άλλο κράτος μέλος, είναι αντίθετη προς τα άρθρα 48, παράγραφος 2, και 51 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, εάν και στο μέτρο που στους ενδιαφερομένους έχουν ήδη χορηγηθεί παροχές της κοινωνικής ασφαλίσεως δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας.
Γ - Πρόταση
90 Κατόπιν των σκέψεων που προεκτέθηκαν, προτείνω να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 έχει την έννοια ότι το επίδομα ανεργίας για τους άνω των 52 ετών, το οποίο ζητούν οι ενάγοντες και το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, του νόμου 31/84, της 2ας Αυγούστου 1984, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1989 (το οποίο σήμερα αποτελεί το άρθρο 215, παράγραφος 3, του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/94, της 20ής Ιουνίου 1994), πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή ανεργίας υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
2) Προκειμένου για τη χορήγηση του επιδόματος ανεργίας που προβλέπει για τους άνω των 52 ετών το άρθρο 215, παράγραφος 3, του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/94, της 20ής Ιουνίου 1994, με το οποίο εγκρίθηκε το κωδικοποιημένο κείμενο του ισπανικού γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον με την καταβολή των σχετικών εισφορών αποκτάται δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος (υπό την επιφύλαξη της προϋποθέσεως περί ηλικίας) σε άλλο κράτος μέλος.
3) Εάν έχει κτηθεί δικαίωμα επί παροχών του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, είτε βάσει της εθνικής μόνο νομοθεσίας είτε κατ' εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου, τότε ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να λάβει υπόψη το δικαίωμα συντάξεως γήρατος που έχει κτηθεί σε άλλο κράτος μέλος, ακόμη και αν ο εργαζόμενος δεν έχει καταβάλει στην Ισπανία καθόλου εισφορές ή έχει καταβάλει εισφορές για διάστημα μικρότερο του έτους.
4) Μια υποχρέωση, όπως η επιβαλλόμενη στους διακινουμένους εργαζομένους υποχρέωση να αποδεικνύουν, προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα λήψεως του επιδόματος ανεργίας που προβλέπεται για τους άνω των 52 ετών, ότι, όταν συμπληρώσουν την απαιτούμενη ηλικία, θα έχουν δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος στο πλαίσιο του ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα που σημαίνει ότι το επίδομα αυτό δεν χορηγείται σε όσους αποδεικνύουν ότι θα έχουν το δικαίωμα αυτό μόνο σε άλλο κράτος μέλος, είναι αντίθετη προς τα άρθρα 48, παράγραφος 2, και 51 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, εάν και στο μέτρο που στους ενδιαφερομένους έχουν ήδη χορηγηθεί παροχές της κοινωνικής ασφαλίσεως δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας.»
(1) - Κωδικοποιημένη έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ C 325 της 10ης Δεκεμβρίου 1992, σ. 1).
(2) - Τα στοιχεία αυτά συνάγονται από τα έγγραφα που έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, το χρονικό διάστημα από την 1η Οκτωβρίου 1971 έως τις 30 Νοεμβρίου 1982 περιλαμβάνει μόνον 134 μήνες, υποθέτω ότι έχει γίνει λάθος είτε στη χρονολογία είτε στον αριθμό των μηνών για τους οποίους έχουν καταβληθεί εισφορές.
(3) - Βλ. ΕΕ C 321 της 27ης Νοεμβρίου 1993, σ. 2.
(4) - Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1977, 35/77, Beerens (Συλλογή τόμος 1977, σ. 733, σκέψη 9)· βλ. επίσης απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1981, 70/80, Vigier (Συλλογή 1981, σ. 229, σκέψη 15).
(5) - Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-422/93, C-423/93 και C-424/93, Zabala Erasun κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-1567).
(6) - Βλ. π.χ. απόφαση 1567/91 της 29ης Δεκεμβρίου 1992.
(7) - Βλ. ΕΕ C 321 της 27ης Νοεμβρίου 1993, σ. 2.
(8) - Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, Συλλογή 1995, σ. I-1567, συγκεκριμένα σ. Ι-1569.
(9) - Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1969, 15/69 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 127).
(10) - Απόφαση της 15ης Μαου 1974, 184/73 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 295).
(11) - Απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1975, 33/75 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 403).
(12) - Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-349/87 (Συλλογή 1991, σ. I-4501).
(13) - Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-228/88 (Συλλογή 1990, σ. I-531).
(14) - Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-12/89 (Συλλογή 1990, σ. I-557).
(15) - Η αρχική ρύθμιση ανάγεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του νόμου 31/84, της 2ας Αυγούστου 1984· η ρύθμιση αυτή τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 3/89, της 31ης Μαρτίου 1989, και, όλως προσφάτως, επίσης με το βασιλικό διάταγμα 1/94, της 20ής Ιουνίου 1994.
(16) - Απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966, 61/65, Vaassen-Gφbbels (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 337).
(17) - Βλ. ανωτέρω, παράγραφο 11.
(18) - Απόφαση της 12ης Μαου 1989, 388/87 (Συλλογή 1989, σ. 1203).
(19) - Το κεφάλαιο αυτό εντάσσεται στον τίτλο III του κανονισμού.
(20) - Βλ. άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού.
(21) - Βλ. άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού.
(22) - Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 18.
(23) - Πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω δεν αναφέρομαι στις εκ του νόμου εξομοιούμενες περιόδους, όπως, π.χ., στις περιπτώσεις όπου η νομοθεσία ενός κράτους μέλους επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ανεργίας για τη θεμελίωση δικαιωμάτων προσδοκίας επί συντάξεως γήρατος.
(24) - Το κεφάλαιο αυτό εντάσσεται στον τίτλο III του κανονισμού.
(25) - Όπ.π., υποσημείωση 18.
(26) - Όπ.π., υποσημείωση 13.
(27) - Όπ.π., υποσημείωση 14.
(28) - Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1993, C-111/91, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1993, σ. I-817).
(29) - Απόφαση Παράσχη, όπ.π., υποσημείωση 12.
(30) - Βλ. σκέψεις 24 και 25 της αποφάσεως.
(31) - Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-481/93 (Συλλογή 1995, σ. I-3525).
(32) - Βλ. διατακτικό της αποφάσεως Moscato.
(33) - Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-482/93 (Συλλογή 1995, σ. I-3551).
(34) - Βλ. σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως Klaus.
(35) - Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1995, C-443/93 (Συλλογή 1995, σ. I-4033).
(36) - Σημείο 3 του διατακτικού.
(37) - Κωδικοποιημένο κείμενο του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ C 325 της 10ης Δεκεμβρίου 1992, σ. 96).
(38) - Βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1988, 269/87 (Συλλογή 1988, σ. 6411).
(39) - Βλ. ανωτέρω παράγραφο 11.
Full & Egal Universal Law Academy