Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ο De Compte (στο εξής: αναιρεσείων) ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1995 (1) (στο εξής: απόφαση) με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε δύο προσφυγές ακυρώσεως που είχε ασκήσει κατά δύο αποφάσεων που εξέδωσε το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο και απευθύνονταν σ' αυτόν.
Οι προσφυγές αυτές αφορούσαν, ειδικότερα, την ακύρωση της αποφάσεως του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου της 18ης Απριλίου 1991, με την οποία ανακλήθηκε αναδρομικά (2) η απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, με την οποία το Κοινοβούλιο είχε αναγνωρίσει την επαγγελματική προέλευση νόσου του αναιρεσείοντος, και την ακύρωση αποφάσεως της 20ής Ιανουαρίου 1992, με την οποία το Κοινοβούλιο είχε οριστικώς αρνηθεί να αναγνωρίσει την επαγγελματική προέλευση της ίδιας νόσου, αντιστοίχως.
Τα πραγματικά περιστατικά
2 Τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη μακρά αυτή σειρά κλιμακωτών δικαστικών διενέξεων ανάγονται στο 1982, όταν ο Πρόεδρος του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, υπό την ιδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), κίνησε πειθαρχική διαδικασία κατά του αναιρεσείοντος, ο οποίος ήταν υπάλληλος βαθμού A 3 επιφορτισμένος με τα καθήκοντα του υπολόγου του οργάνου αυτού. Η πειθαρχική αυτή διαδικασία κατέληξε στην έκδοση μιας πρώτης αποφάσεως (24 Μαου 1984), με την οποία η ΑΔΑ επέβαλε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος διαφόρων πλημμελειών κατά την άσκηση των καθηκόντων του, πειθαρχική ποινή υποβιβασμού στον βαθμό A 7, κλιμάκιο 6.
Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το Δικαστήριο, λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου, με απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985 (3)· μετά την απόφαση αυτή η πειθαρχική διαδικασία κινήθηκε εκ νέου και κατέληξε σε απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1988. Και η δεύτερη αυτή απόφαση, με την οποία η ΑΔΑ επικύρωσε την ποινή του υποβιβασμού, προσβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή με απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1991 (4). Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο την απέρριψε με απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994 (5).
3 Εν τω μεταξύ, στις 14 Ιουνίου 1988, ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Κοινοβούλιο δήλωση ότι προσβλήθηκε από επαγγελματική νόσο κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας και ζήτησε τις παροχές του άρθρου 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής:ΚΥΚ) σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, της σχετικής με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ρυθμίσεως (στο εξής: ρύθμιση) (6).
Σε μία πρώτη έκθεση, η οποία συντάχθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 της ρυθμίσεως, ο ιατρός που ορίστηκε από το όργανο αρνήθηκε να αναγνωρίσει την επαγγελματική προέλευση της νόσου του αναιρεσείοντος. Συνακολούθως, η ΑΔΑ κοινοποίησε στον αναιρεσείοντα σχέδιο αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεώς του. Επειδή ο αναιρεσείων αντιτάχθηκε στο σχέδιο αυτό, συστάθηκε η προβλεπομένη στο άρθρο 23 της ρυθμίσεως υγειονομική επιτροπή σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες. Στις 22 Ιανουαρίου 1991, η επιτροπή αυτή υπέβαλε τα ακόλουθα συμπεράσματα:
«1. Ο Henri de Compte πάσχει σοβαρή αγχοκαταθλιπτική και παρανοειδή κρίση μελαγχολίας επαγγελματικής προελεύσεως και εκδηλωθείσα υπό συνθήκες άγχους οφειλόμενες σε κατηγορίες τις οποίες θεώρησε κακοπροαίρετες και οι οποίες προκάλεσαν επαγγελματικό υποβιβασμό και προσβολή του ψυχισμού του.
2. Το θύμα προσβλήθηκε από την ασθένεια αυτή λόγω εξαιρετικά νοσηρών αιτιών που δημιουργήθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
3. (...)
4. Οι παράγοντες που προκάλεσαν την ασθένεια είναι τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά βιώματα του θύματος συνεπεία των σε βάρος του κατηγοριών. Οι δύο αυτές κατηγορίες βιωμάτων επέδρασαν εξίσου και καθοριστικά επί παρανοειδούς προδιαθέσεως.
(...)
6. Το ποσοστό της διαρκούς αναπηρίας είναι 40% (σαράντα τοις εκατό).
(...)»
Βάσει της εκθέσεως αυτής η ΑΔΑ εξέδωσε την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, με την οποία χαρακτήρισε ως επαγγελματική την προέλευση της νόσου από την οποία προσβλήθηκε ο αναιρεσείων και δέχθηκε να του καταβάλει το ποσό των 9 147 091 βελγικών φράγκων (BFR), ως επίδομα μερικής διαρκούς αναπηρίας προερχομένης από την νόσο αυτή.
4 Με απόφαση της 18ης Απριλίου 1991, η ΑΔΑ ανακάλεσε με αναδρομική ισχύ την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, θεωρώντας ότι στηρίχθηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της επαγγελματικής νόσου. Αιτιολόγησε την ανάκληση αυτή με την εφαρμογή, στην υπό κρίση περίπτωση, της αρχής που καθιέρωσε ρητά το Δικαστήριο με την απόφαση Rienzi κατά Επιτροπής (7), κατά την οποία η νόσος ενός υπαλλήλου μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επαγγελματική μόνον εφόσον οφείλεται στη συνήθη άσκηση των καθηκόντων του ενδιαφερομένου. Εν προκειμένω, όπως τονίσθηκε στην ίδια την έκθεση της υγειονομικής επιτροπής, ήταν σαφές ότι η νόσος οφειλόταν στην κατάπτωση του αναιρεσείοντος λόγω των κατηγοριών που διατυπώθηκαν εις βάρος του και της πειθαρχικής ποινής μάλλον παρά στην άσκηση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (και ακόμη λιγότερο στη συνήθη άσκησή τους).
Στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως της 18ης Απριλίου 1991, η ΑΔΑ προέβλεψε επιπλέον την έκδοση νέας αποφάσεως μετά την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της υποθέσεως T-26/89, η οποία αφορούσε, όπως μνημονεύσαμε, τη νομιμότητα της ποινής του υποβιβασμού.
5 Στις 4 Ιουνίου 1991, ο αναιρεσείων υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως της 18ης Απριλίου 1991, η οποία απορρίφθηκε από την ΑΔΑ στις 23 Σεπτεμβρίου 1991. Ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως αυτής καθώς και κατά της απορρίψεως της ενστάσεώς του (υπόθεση T-90/91).
Στις 20 Ιανουρίου 1992, ήτοι αφού το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε, με την προπαρατεθείσα απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1991, τη νομιμότητα της πειθαρχικής ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, η ΑΔΑ εξέδωσε την προβλεπομένη στο διατακτικό της αποφάσεως της 18ης Απριλίου 1991 απόφαση, η οποία επρόκειτο να αντικαταστήσει την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991. Με την απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1992, η οποία επιβεβαίωσε την εφαρμογή της νομολογίας Rienzi κατά Επιτροπής στην υπό κρίση περίπτωση, διαπιστώθηκε ότι η νόσος του αναιρεσείοντος δεν είχε επαγγελματική προέλευση υπό την έννοια της ρυθμίσεως.
Στις 10 Απριλίου 1992 ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 20ής Ιανουαρίου 1992, η οποία απορρίφθηκε από την ΑΔΑ στις 4 Ιουνίου 1992. O αναιρεσείων άσκησε επίσης ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής καθώς και κατά της απορρίψεως της ενστάσεώς του (υπόθεση T-62/92).
6 Με την απόφασή του της 26ης Ιανουαρίου 1995, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τις δύο προσφυγές, υποχρεώνοντας ωστόσο το Κοινοβούλιο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 200 000 BFR ως ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η μη τήρηση εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιών της υποχρεώσεως επιμελείας που όφειλαν να επιδείξουν στο πλαίσιο του χειρισμού της υποθέσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως
7 Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την απόφαση, εκτός από το μέρος κατά το οποίο υποχρεώνει το Κοινοβούλιο να του καταβάλει το ποσό των 200 000 BFR ως ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη·
- να κρίνει βάσιμες τις αρχικές προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου και να δεχθεί τα υποβληθέντα αιτήματα.
Η αίτηση αναιρέσεως στηρίζεται στην προβαλλομένη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα: α) στην παράβαση του άρθρου 33 του Οργανισμού του Δικαστηρίου σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως, β) στην παράβαση του άρθρου 73 του ΚΥΚ και του άρθρου 3 της ρυθμίσεως, που αφορούν τις αποζημιώσεις που οφείλονται στους υπαλλήλους σε περίπτωση επαγγελματικής νόσου και την έννοια της επαγγελματικής νόσου, γ) στην παραβίαση ορισμένων γενικών αρχών του δικαίου, ιδίως των αρχών της ασφαλείας δικαίου, της καλής πίστεως, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, του καθήκοντος αρωγής, της εύλογης προθεσμίας ακυρώσεως των διοικητικών πράξεων καθώς και της αρχής κατά την οποία οι πράξεις αυτές πρέπει να στηρίζονται σε «κατά νόμο αποδεκτές αιτιολογίες» (sic!).
Η αίτηση αναιρέσεως διαρθρώνεται τυπικά σε πέντε διαφορετικούς λόγους οι οποίοι επαναλαμβάνουν, κατ' ουσίαν, τις αιτιάσεις που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου και απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
8 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται παράβαση του άρθρου 33 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων. Στην πραγματικότητα δεν επικαλείται έλλειψη αιτιολογίας, αλλά αμφισβητεί την ορθότητα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ως προς την ουσία, ειδικότερα δε τη σκέψη με την οποία επιβεβαιώθηκε ο παράνομος χαρακτήρας της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 1991 και, ως εκ τούτου, το κύρος της μεταγενέστερης αποφάσεως ανακλήσεως.
Στις σκέψεις 42 έως 47 της αποφάσεως το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε, υπενθυμίζοντας την προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος αυτού, τα όρια της αρμοδιότητας της χορηγουμένης στην υγειονομική επιτροπή του άρθρου 23 της ρυθμίσεως οι εκτιμήσεις της οποίας πρέπει να περιορίζονται σε ζητήματα ιατρικού χαρακτήρα. Οι εκτιμήσεις νομικού χαρακτήρα, που αφορούν τις συνέπειες των ιατρικού χαρακτήρα πορισμάτων, εμπίπτουν πράγματι στην αρμοδιότητα της διοικητικής αρχής υπό τον ενδεχόμενο έλεγχο της δικαστικής αρχής (8).
9 Προκειμένου περί της υπό κρίση υποθέσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι με την έκθεσή της, της 22ας Ιανουαρίου 1991, η υγειονομική επιτροπή είχε σαφώς εντοπίσει την προέλευση της νόσου του αναιρεσείοντος στην πειθαρχική διαδικασία και στη φύση των κατηγοριών που διατυπώθηκαν εναντίον του, αλλά ότι είχε στη συνέχεια χαρακτηρίσει τη νόσο αυτή ως επαγγελματική, προβαίνοντας έτσι σε νομική εκτίμηση, η οποία υπερέβαινε τα όρια των αρμοδιοτήτων της όπως αυτά καθορίστηκαν προηγουμένως.
Η έκθεση που συνέταξε η υγειονομική επιτροπή στηρίχθηκε επομένως, κατά το Πρωτοδικείο, σε εσφαλμένη εκτίμηση της εννοίας της επαγγελματικής νόσου. Κατά συνέπεια, η απόφαση της ΑΔΑ, που στηρίζεται με τη σειρά της στα πορίσματα της εκθέσεως αυτής, είναι για τον λόγο αυτό παράνομη και, ως εκ τούτου, πρέπει να ανακληθεί.
10 Ο αναιρεσείων θεωρεί αντιθέτως ότι, καταρχάς, η υγειονομική επιτροπή όχι μόνο δεν προέβη σε νομικές εκτιμήσεις χαρακτηρίζοντας ως επαγγελματική την προέλευση της νόσου του, αλλά ότι περιορίστηκε στα όρια της αποστολής που της είχε ανατεθεί από το ίδιο το Κοινοβούλιο, ήτοι στον καθορισμό «της επαγγελματικής προελεύσεως της νόσου», και, δεύτερον, ότι η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής δεν ήταν πλημμελής.
Επιπλέον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αφενός, ότι το Πρωτοδικείο, επιβεβαιώνοντας τον παράνομο χαρακτήρα της ανακληθείσας αποφάσεως, στην πραγματικότητα αποφάνθηκε αυτό ως προς την επαγγελματική προέλευση της νόσου, αντί της υγειονομικής επιτροπής, που ήταν η μόνη αρμόδια να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, και, αφετέρου, ότι η έννοια της επαγγελματικής νόσου που έγινε δεκτή με την απόφαση είναι εσφαλμένη, καθόσον μία νόσος η οποία δεν οφείλεται σε περιστάσεις της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου (αθλητισμός, διακοπές, οικογενειακή ζωή, κ.λπ.) πρέπει, εξ ορισμού, να χαρακτηρίζεται ως επαγγελματική.
11 Νομίζω ότι η προσέγγιση του Πρωτοδικείου είναι ορθή, στο μέτρο που η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση εκτίμηση δεν είναι αποκλειστικά ιατρικής φύσεως. Πράγματι, προκειμένου να χαρακτηρισθεί μια νόσος ως επαγγελματική, είναι ενδεχομένως αναγκαίο να ληφθούν υπόψη, εκτός από τις ιατρικές εκτιμήσεις, άλλοι λόγοι που εκφεύγουν του πλαίσιου της ιατρικής. Καταρχήν, η υγειονομική επιτροπή προβαίνει μόνο σε τεχνικο-ιατρικές εκτιμήσεις και αφήνει στη διοίκηση τη μέριμνα να αντλήσει τις συνέπειες, οι οποίες απορρέουν υποχρεωτικά, από νομικής και διοικητικής απόψεως, από τις εκτιμήσεις αυτές. Πάντως, ακόμη και αν η υγειονομική επιτροπή αντλούσε ήδη ορισμένες συνέπειες ή προέβαινε σε εκτιμήσεις που δεν είναι καθαρώς ιατρικού χαρακτήρα, θα επρόκειτο το πολύ για συμπεράσματα χωρίς σημασία, τα οποία ουδόλως επηρεάζουν την ευχέρεια εκτιμήσεως της ΑΔΑ, καταρχάς, και του δικαστή, στη συνέχεια.
Με άλλους λόγους, η εξουσία της διοικήσεως να ελέγξει, από νομικής απόψεως, τα αποτελέσματα της αναλύσεως στην οποία προβαίνει η υγειονομική επιτροπή παραμένει εντελώς άθικτη. Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, τη σχετική με τη συνήθη άσκηση των καθηκόντων του εκ μέρους του ενδιαφερομένου προϋπόθεση, η οποία ήταν το αντικείμενο της υποθέσεως Rienzi κατά Επιτροπής· είναι προφανές ότι η διοίκηση, η οποία διαθέτει τις πληροφορίες και τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που αφορούν την υπό εξέταση περίπτωση, δεν μπορεί να μην αποφανθεί ως προς τη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής. Είναι επίσης προφανές ότι, προκειμένου περί της εννοίας της επαγγελματικής νόσου, ο δικαστής ασκεί νομίμως τον έλεγχό του τόσο επί της εκτιμήσεως της υγειονομικής επιτροπής όσο και επί της εκτιμήσεως της ΑΔΑ.
12 Στην προοπτική αυτή, το επιχείρημα ότι το Πρωτοδικείο «αντιποιήθηκε» αρμοδιότητες της υγειονομικής επιτροπής, αποφαινόμενο αυτό αντί της επιτροπής αυτής ως προς την επαγγελματική προέλευση της νόσου, δεν αξίζει καν σχολιασμού. Πράγματι, το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να απορρίψει τον εκ μέρους της υγειονομικής επιτροπής χαρακτηρισμό της νόσου του αναιρεσείοντος ως «επαγγελματικής», χωρίς να αμφισβητήσει κατά τον τρόπο αυτό τα ιατρικής φύσεως πορίσματα στα οποία κατέληξε η επιτροπή αυτή.
13 Προκειμένου, στη συνέχεια, περί της ακριβείας της εννοίας της επαγγελματικής νόσου που έγινε δεκτή με την απόφαση, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι κάθε νόσος η οποία δεν εμφανίζεται στο πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής συνιστά, εξ ορισμού, επαγγελματική νόσο διαψεύδεται προδήλως από την κοινή λογική και, εν πάση περιπτώσει, από τη νομολογία Rienzi κατά Επιτροπής. Αρκεί να λεχθεί πόσο παράδοξο θα ήταν να επιχειρήσει κανείς - όπως γίνεται εν προκειμένω - να «επωφεληθεί» μιας επαγγελματικής νόσου σχετιζομένης με καθήκοντα ασκούμενα κατά παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΥΚ.
Με άλλα λόγια, και για να διατυπώσω κάποια πρόταση ως προς το σημείο αυτό, ο χαρακτηρισμός στον οποίο προέβη η υγειονομική επιτροπή όσον αφορά την επαγγελματική προέλευση της νόσου δεν μπορεί να είναι οριστικός, υπό την έννοια ότι δεσμεύει τη διοικητική αρχή. Εάν ήταν δεσμευτικός δεν θα απέμενε πλέον στη διοίκηση (και ενδεχομένως στον δικαστή) κανένα περιθώριο ελέγχου των στοιχείων αυτών ή άλλων πραγματικών και νομικών στοιχείων τα οποία θα μπορούσαν, αντιθέτως, να είναι κρίσιμα για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό.
14 Πάντοτε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της σκέψεως 45 της αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η νόσος από την οποία προσβλήθηκε δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως επαγγελματική ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία θα διαπιστωνόταν ότι οφείλεται σε πλημμελείς ή εσφαλμένες πράξεις ή συμπεριφορές του Κοινοβουλίου έναντι του αναιρεσείοντος. Κατά το Πρωτοδικείο, καθόσον οι πράξεις ή οι συμπεριφορές αυτές δεν συνδέονται με τη συνήθη άσκηση των καθηκόντων του ενδιαφερομένου, εκείνο που θα μπορούσε ίσως να προβληθεί θα ήταν η εξωσυμβατική ευθύνη του οργάνου.
Ως προς το σημείο αυτό αρκεί να παρατηρηθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, ένας τέτοιος ισχυρισμός, ο οποίος άλλωστε έχει παρεμπίπτοντα χαρακτήρα, εφόσον δεν είναι αποφασιστικός για την ευδοκίμηση ή την απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε ο αναιρεσείων, δεν μπορεί να μεταβάλει τα δεδομένα του προβλήματος. Θεωρώ, επομένως, ότι η αιτίαση αυτή είναι εντελώς αλυσιτελής.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
15 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων βάλλει κατά της σκέψεως 48 της αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εξουσία του οικείου οργάνου να επικαλείται τον παράνομο χαρακτήρα αποφάσεως προκειμένου να ανακληθεί είναι σύμφυτη με την ίδια την ύπαρξη της εν λόγω παρανομίας, καθόσον συνιστά την προϋπόθεση της ανακλήσεως αποφάσεως από την οποία γεννήθηκαν ατομικά δικαιώματα υπέρ του αποδέκτη της. Στο πλαίσιο του συλλογισμού αυτού το Πρωτοδικείο έκρινε στη συνέχεια ότι ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι «η επίκληση του παρανόμου χαρακτήρα της αποφάσεως πρέπει να είναι θεμιτή», προέβαλε ισχυρισμό στερούμενο παντελώς αυτοτέλειας, δεδομένου ότι η προϋπόθεση αυτή έχει ήδη πληρωθεί, εφόσον η ανάκληση χωρεί εντός ευλόγου χρόνου και λαμβάνεται υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του αποδέκτη της αποφάσεως.
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι οι ανωτέρω δύο προϋποθέσεις δεν είναι επαρκείς και προσάπτει, ως εκ τούτου, στο Πρωτοδικείο ότι συγχέει τη δυνατότητα θεμιτής προβολής του παρανόμου χαρακτήρα μιας πράξεως προκειμένου να ζητηθεί η ανάκλησή της με τις δύο προϋποθέσεις που συνίστανται στον εύλογο χρόνο και στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης· κατά τον αναιρεσείοντα, πρόκειται αντιθέτως για διαφορετικές αιτιάσεις. Διευκρινίζει, ειδικότερα, ότι το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε θεμιτώς να προβάλει τον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως, στο μέτρο που η αναφορά στη νομολογία Rienzi κατά Επιτροπής, την οποία όφειλε πάντως να γνωρίζει, έγινε σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.
16 Συναφώς, θα αναφερθώ μόνο σε σαφή και πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ακριβή χρήση της οποίας έκανε το Πρωτοδικείο, κατά την οποία η ανάκληση παράνομης αποφάσεως η οποία γεννά δικαιώματα υπέρ του αποδέκτη της εξαρτάται από την προϋπόθεση του ευλόγου χρόνου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (9). Επομένως, η δυνατότητα αναδρομικής ανακλήσεως μιας πράξεως εξαρτάται μόνον από τις προϋποθέσεις αυτές και από καμία άλλη. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει πλήρως δεκτή η κρίση του Πρωτοδικείου ότι αυτή η αιτίαση του αναιρεσείοντος συγχέεται, στην πράξη, με την προβαλλόμενη παραβίαση της υποχρεώσεως τηρήσεως ευλόγου χρόνου και την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που αποτελεί το αντικείμενο των επομένων λόγων αναιρέσεως (τρίτου και τέταρτου). Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στερείται βάσεως.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
17 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι κακώς θεώρησε ως εύλογο, υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, τον χρόνο, λιγότερο από τρεις μήνες, εντός του οποίου εχώρησε η ανάκληση της αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 1991.
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει πράγματι, αφενός, ότι ο εν λόγω χρόνος θα έπρεπε να αρχίσει να τρέχει όχι από την ημερομηνία εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, αλλά από την ημερομηνία καταρτίσεως της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής (κατ' αυτόν, στις 24 Αυγούστου 1990), και, αφετέρου, ότι, εν πάση περιπτώσει, χρόνος τριών μηνών είναι υπερβολικά μακρός και δεν είναι εύλογος.
18 Το πρώτο επιχείρημα είναι προδήλως αβάσιμο. Είναι προφανές ότι, έστω και για λόγους προστασίας της ασφαλείας δικαίου, ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η πλημμελής απόφαση αρχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα για τον αποδέκτη της, ήτοι ήδη από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής.
Αλλά και το δεύτερο επιχείρημα στερείται βάσεως. Στο πλαίσιο ανάλογης υποθέσεως, το Δικαστήριο θεώρησε πράγματι ως εύλογο χρόνο τους έξι μήνες (10)· επιπλέον, όπως παρατηρεί το Κοινοβούλιο, πρόκειται για χρόνο που δεν υπερβαίνει την προθεσμία που χορηγείται από τον ΚΥΚ στον αποδέκτη ατομικής αποφάσεως για την υποβολή ενστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
19 Ο προσφεύγων βάλλει επίσης, γενικότερα, κατά των σκέψεων (59 έως 62) με τις οποίες η απόφαση απέρριψε το επιχείρημα που στηρίζεται στην παράβαση της υποχρεώσεως, που υπέχει το όργανο, να λαμβάνει υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του αποδέκτη ως προς τον νόμιμο χαρακτήρα της ανακληθείσας αποφάσεως. Κατά τον αναιρεσείοντα, το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε επικαλεστεί τη νομολογία Rienzi κατά Επιτροπής ήδη από την έναρξη της διαδικασίας του δημιούργησε όχι μόνον δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, αλλά και την «απόλυτη βεβαιότητα» ότι μπορεί να επιτύχει την αναγνώριση της επαγγελματικής προελεύσεως της νόσου του.
Και το επιχείρημα αυτό πρέπει αναμφιβόλως να απορριφθεί. Καταρχάς επιβάλλεται, ακόμα μία φορά, η διευκρίνιση ότι το χρονικό σημείο από το οποίο πρέπει να εκτιμηθεί η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αποδέκτη ως προς τον νόμιμο χαρακτήρα της ανακληθείσας αποφάσεως είναι η ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής και όχι η ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας. Πράγματι, μόνον από την ημερομηνία εκδόσεώς της η πράξη παράγει συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα, ικανά να δημιουργήσουν εμπιστοσύνη ως προς τον νόμιμο χαρακτήρα της. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση ανακλήθηκε ακριβώς διότι δεν είχε εφαρμόσει, ως όφειλε, τη νομολογία Rienzi κατά Επιτροπής, οπότε το πρόβλημα παραμένει το ίδιο.
20 Στα ανωτέρω προστίθεται άλλωστε ένα σημαντικό πραγματικό περιστατικό το οποίο διαπιστώθηκε από το Πρωτοδικείο και δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους: από τον φάκελο προκύπτει ότι, μεταξύ της 1ης και της 13ης Μαρτίου 1991, ο αναιρεσείων είχε ήδη ενημερωθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου περί της υπάρξεως δυσκολιών τις οποίες δημιουργούσε η χορήγηση του ποσού το οποίο του είχε αναγνωριστεί, λόγω αμφιβολιών που προέκυψαν ακριβώς ως προς τον νόμιμο χαρακτήρα της επίδικης αποφάσεως (11). Όπως διαπιστώνεται, επομένως, η προβαλλομένη εμπιστοσύνη του αναιρεσείοντος ως προς τον νόμιμο χαρακτήρα της αποφάσεως δεν διήρκεσε πράγματι παρά λίγο περισσότερο από έναν μήνα.
Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, λαμβανομένης ακριβώς υπόψη της ζημίας που υπέστη ο προσφεύγων λόγω ελλείψεως επιμελείας εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιών του Κοινοβουλίου κατά την εξέταση του φακέλου, το όργανο υποχρεώθηκε να του καταβάλει αποζημίωση (200 000 BFR) ως ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Νομίζω επομένως ότι η απόφαση παρέχει απολύτως επαρκή προστασία στον αναιρεσείοντα.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
21 Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αφορά το τμήμα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου σχετικά μόνο με την υπόθεση Τ-62/92. Ο αναιρεσείων αμφισβητεί τον εύλογο χαρακτήρα, που διαπιστώνεται με την απόφαση, του χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ της (ανακληθείσας) αποφάσεως της 24ης Ιανουαρίου 1991 και της αποφάσεως της 20ής Ιανουαρίου 1992, με την οποία η ΑΔΑ αρνήθηκε οριστικά να αναγνωρίσει τον επαγγελματικό χαρακτήρα της νόσου του. Συναφώς, επαναλαμβάνει «τις ίδιες αιτιολογίες» με αυτές που επικαλέστηκε ήδη στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
Η αιτιολογία της αποφάσεως είναι, κατά την άποψή μου, και ως προς το σημείο αυτό απαλλαγμένη πλημμελειών. Πράγματι, όπως ρητώς επεσήμανε το Πρωτοδικείο, ορθώς η ΑΔΑ ανέμεινε την έκβαση της υποθέσεως Τ-26/89 (περί της νομιμότητας της πειθαρχικής ποινής) πριν εκδώσει οριστική απόφαση επί της υποθέσεως, στο μέτρο που η αντίστοιχη δικαστική απόφαση μπορούσε να αποβεί καθοριστική για το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεώς της.
Επομένως και η τελευταία αιτίαση είναι αβάσιμη.
22 Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων παρατηρήσεων προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη·
- να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Υπόθεση T-90/91 και T-62/92, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. II-1).
(2) - Η υποσημείωση αυτή αφορά το ιταλικό κείμενο.
(3) - Υπόθεση 141/84, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1951).
(4) - Υπόθεση T-26/89, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1991, σ. II-781).
(5) - Υπόθεση C-326/91 P, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-2091).
(6) - Το άρθρο 73 του ΚΥΚ καθορίζει τα κριτήρια υπολογισμού του ποσού των αποζημιώσεων τις οποίες δικαιούνται οι υπάλληλοι στις διάφορες προβλεπόμενες περιπτώσεις επαγγελματικής νόσου ή ατυχήματος, ενώ το άρθρο 17 της ρυθμίσεως προβλέπει ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά την υποβολή της αντίστοιχης δηλώσεως.
(7) - Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1987, 76/84 (Συλλογή 1987, σ. 315, σκέψεις 10 και 11).
(8) - Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-185/90 P, Επιτροπή κατά Gill (Συλλογή 1991, σ. I 4779, σκέψη 24), και προπαρατεθείσα απόφαση Rienzi κατά Επιτροπής, σκέψη 9.
(9) - Βλ., για το σύνολο της νομολογίας αυτής, αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 1982, 14/81, Alpha Steel κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 749, σκέψη 10), και της 26ης Φεβρουαρίου 1987, 15/85, Consorzio Cooperative d'Abruzzo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1005, σκέψη 12).
(10) - Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1957, 7/56 και 3/57 έως 7/57, Algera κ.λπ. κατά Κοινής Συνελεύσεως ΕΚΑΞ (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 157).
(11) - Βλ., σκέψεις 53 και 61 της αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy