Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Στις κρινόμενες υποθέσεις, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τριών προδικαστικών ερωτημάτων που ετέθησαν από την Pretura circondariale di Bassano del Grappa, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ, και αφορούν στην ερμηνεία και το κύρος διατάξεων της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (1).
2 Η περίπτωση που έδωσε την ευκαιρία για τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων είναι πρωτότυπη και έχει ως εξής: κράτος μέλος που παρέλειψε να μεταφέρει οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (παράλειψη που διαπιστώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου) και ως εκ τούτου υπείχε έναντι των ζημιωθέντων, λόγω μη μεταφοράς της οδηγίας, υποχρέωση αποζημιώσεως (επί των προϋποθέσεων της οποίας απεφάνθη επίσης, το Δικαστήριο), επιχειρεί, λαμβάνοντας μέτρα συμμορφώσεως προς την οδηγία, να καθορίσει ευθέως την έκταση και το ύψος της αποζημιώσεως.
3 Το δικαστήριο της παραπομπής, επιληφθέν αγωγών αποζημιώσεως που στηρίζονται στα εθνικά μέτρα, ζητεί από το Δικαστήριο να του παράσχει τα απαραίτητα στοιχεία ερμηνείας της οδηγίας προκειμένου να κρίνει το ίδιο κατά πόσον τα εθνικά μέτρα, και ειδικότερα ο παραπάνω καθορισμός της αποζημιώσεως, συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο.
4 Η απάντηση που αναμένει το αιτούν δικαστήριο, επομένως, θα αποτελέσει την προέκταση και τη συμπλήρωση της νομολογίας του Δικαστηρίου επί θεμάτων υποχρεώσεως των κρατών μελών προς αποζημίωση λόγω παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου, η οποία εγκαινιάσθηκε με την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ. (στο εξής: Francovich I) (2).
ΙΙ - Νομικό και πραγματικό πλαίσιο
Οι κοινοτικές διατάξεις
5 Η οδηγία 80/987/ΕΟΚ (στο εξής: οδηγία), στο τμήμα Ι που επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί», και ειδικότερα στο άρθρο 1 ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1.»
6 Το άρθρο 2 της οδηγίας, που ευρίσκεται στο ίδιο τμήμα, ορίζει ότι:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσης οδηγίας, ένας εργοδότης θεωρείται ότι ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητος:
α) αν έχει ζητηθεί η έναρξη διαδικασίας προβλεπομένης από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, κατά της περιουσίας του εργοδότη με σκοπό τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του, και η οποία επιτρέπει να ληφθούν υπόψη απαιτήσεις αναφερόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 1,
και
β) η αρμόδια αρχή δυνάμει των ανωτέρω νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων:
- είτε αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας,
- είτε διαπίστωσε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθεσίμων ενεργητικών στοιχείων δεν δικαιολογεί την έναρξη της διαδικασίας.
2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών να διατυπώσουν ορισμούς των εννοιών "μισθωτός", "εργοδότης", "αμοιβή εργασίας", "κεκτημένο δικαίωμα" και "δικαίωμα προσδοκίας".»
7 Περαιτέρω, στο τμήμα ΙΙ, με τίτλο «Διατάξεις σχετικές με τους οργανισμούς, εγγυήσεων», και ειδικότερα στο άρθρο 3 ορίζονται τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν αμοιβή για περίοδο πριν μιαν ορισμένη ημερομηνία.
2. Η ημερομηνία της παραγράφου 1 είναι κατ' επιλογή των κρατών μελών:
- είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- είτε η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που πραγματοποιείται λόγω αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη ή της λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της παύσεως της σχέσεως εργασίας του ενλόγω μισθωτού, λόγω αφερεγγυότητος του εργοδότη.»
8 Το άρθρο 4 του ίδιου τμήματος ορίζει ότι:
«1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την σύμφωνα με το άρθρο 3 υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως.
2. ςΟταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας της παραγράφου 1 πρέπει:
- στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που περιλαμβάνονται σε μία περίοδο έξι μηνών πριν την ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που οφείλεται στην αφερεγγυότητα του εργοδότη,
- στην τρίτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των δεκαοκτώ τελευταίων μηνών της συμβάσεων εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη ή της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή παύσεως της σχέσεως εργασίας του μισθωτού, εξαιτίας της αφερεγγυότητος του εργοδότη. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίσουν την υποχρέωση πληρωμής απαιτήσεων για αμοιβές μιας περιόδου το πολύ οκτώ εβδομάδων ή περισσοτέρων τμηματικών περιόδων, που έχουν συνολικά την αυτή διάρκεια.
3. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν ένα ανώτερο όριο στη διασφάλιση πληρωμής ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, για να αποφευχθεί η καταβολή ποσών πέρα από τα πλαίσια της κοινωνικής σκοπιμότητας της παρούσης οδηγίας.
ςΟταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση αυτής της ευχερείας, ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθορίζουν το ανώτατο όριο.»
9 Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϋκότερες διατάξεις για τους μισθωτούς.
10 Το άρθρο 10 ορίζει ότι:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών:
α) να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που αποσκοπούν την αποτροπή καταχρήσεων,
β) να αρνούνται ή να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής του άρθρου 3 ή την υποχρέωση εγγυήσεως του άρθρου 7, αν είναι φανερό ότι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως δεν δικαιολογείται λόγω της υπάρξεως ιδιαιτέρων δεσμών μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη και κοινά συμφέροντα που πραγματώνονται με συμπαιγνία μεταξύ τους.»
11 Τέλος, το άρθρο 11 ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν τις αναγκαίες διατάξεις για την συμμόρφωση τους προς την οδηγία εντός 36 μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
Ιστορικό
12 Η Ιταλική Δημοκρατία δεν έλαβε, εντός της προθεσμίας η οποία ετάχθη στα κράτη μέλη με το άρθρο 11 της οδηγίας και έληξε την 23η Οκτωβρίου 1983, τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Κατόπιν προσφυγής της Επιτροπής, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη σχετική παράβαση με την απόφασή του της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 22/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (3).
13 Στις 20 Απριλίου 1989, και ενώ η οδηγία εξακολουθούσε να μην έχει μεταφερθεί στην ιταλική έννομη τάξη, η Danila Bonifaci και τριάντα τρεις άλλοι μισθωτοί της επιχειρήσεως «Gaοa Confezioni Srl», που είχε κηρυχθεί σε πτώχευση στις 5 Απριλίου του 1985, άσκησαν αγωγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, ενώπιον της Pretura circondariale di Bassano del Grappa. Στην αγωγή αναφερόταν ότι, κατά τον χρόνο διακοπής των σχέσεων εργασίας, οι ενάγοντες είχαν συνολικές απαιτήσεις πλέον των 253 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών, που είχαν περιληφθεί στο παθητικό της πτωχευσάσης επιχειρήσεως, ότι πέντε έτη μετά την πτώχευση δεν τους είχε καταβληθεί κανένα ποσό και ότι ο σύνδικος της πτωχεύσεως τους είχε γνωστοποιήσει ότι μια διανομή, έστω και μερική, υπέρ αυτών ήταν απολύτως απίθανη. Ως εκ τούτου, ενόψει της υποχρεώσεως που υπείχε η Ιταλική Δημοκρατία να εφαρμόσει την οδηγία, οι ενάγοντες ζητούσαν να καταδικασθεί αυτή στην εξόφληση των απαιτήσεών τους από καθυστερημένους μισθούς τουλάχιστον για τους τρεις τελευταίους μήνες εργασίας ή, επικουρικώς, σε καταβολή αποζημιώσεως.
14 Προς επίλυση της διαφοράς, ο εθνικός δικαστής υπέβαλε στο Δικαστήριο, με διάταξή του της 9ης Ιουλίου 1989, μια σειρά προδικαστικών ερωτημάτων, στα οποία απάντησε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Francovich I (4). Σύμφωνα με το διατακτικό της αποφάσεως αυτής:
«1) Οι διατάξεις της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ (...) που καθορίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων πρέπει να να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να επικαλεστούν τα δικαιώματα αυτά έναντι του κράτους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ελλείψει εμπροθέσμων μέτρων εφαρμογής.
2) ςΕνα κράτος μέλος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες λόγω μη μεταφοράς της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο.»
15 Μετά τη δημοσίευση της τελευταίας αυτής αποφάσεως του Δικαστηρίου, εκδόθηκε, προς μεταφορά της οδηγίας στο ιταλικό δίκαιο, το decreto legistativo 80 της 27ης Ιανουαρίου 1992 (5).
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του νομοθετήματος αυτού προβλέφθηκε ότι στην περίπτωση κατά την οποία έχει κινηθεί εναντίον του εργοδότη διακδικασία πτωχεύσεως, πτωχευτικού συμβιβασμού, αναγκαστικής εκκαθαρίσεως ή η ειδική διοικητική διαδικασία που προβλέπεται στο decreto-legge 26, της 30ής Ιαναουρίου 1979, ο μισθωτός του ανωτέρω εργοδότη ή οι διάδοχοί του μπορούν να ζητήσουν από τον οργανισμό, ο οποίος θεσπίσθηκε και λειτουργεί με τον νόμο 297, της 29ης Μαου 1982, την εξόφληση των απαιτήσεων που προέρχονται από μη καταβληθέντες μισθούς, σύμφωνα με τις σχετικές ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 2.
16 Το τελευταίο άρθρο 2, εξ άλλου, στις μεν παραγράφους 1 έως 6 προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται το ύψος των ποσών που καταβάλλονται, εφεξής, στους δικαιούχους από τον οικείο οργανισμό εγγυήσεως (πάγιο σύστημα, ή σύστημα «a regime», σύμφωνα με τη διάταξη παραπομπής) ενώ στην παράγραφο 7 προβλέπει τα του καθορισμού αποζημιώσεως εκείνων που υπέστησαν βλάβη λόγω μη μεταφοράς της οδηγίας, διά παραπομπής στις διατάξεις του συστήματος «a regime».
17 Ειδικότερα, η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του decreto legislativo, ορίζει τα εξής:
«Η πληρωμή που πραγματοποιείται κατά το άρθρο 1 από το Fondo di garanzia καλύπτει τις εκ της σχέσεως εργασίας απαιτήσεις, εκτός αυτών που γεννώνται λόγω λήξεως της σχέσεως εργασίας, οι οποίες αφορούν τους τρεις τελευταίους μήνες της σχέσεως εργασίας που περιλαμβάνονται εντός του δωδεκαμήνου που προηγείται: α) της ημερομηνίας του μέτρου με το οποίο αποφασίζεται η έναρξη μιας από τις διαδικασίες που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1, β) (...), γ) (...)» (6).
18 Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου ορίζει ότι:
«Η πληρωμή που πραγματοποιείται κατά την παράγραφο 1 από το Fondo di garanzia δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ίσο προς το τριπλάσιο του ανωτάτου μηνιαίου μισθού που χορηγείται ως έκτακτη παροχή από το Cassa integrazione, αφαιρουμένων των κρατήσεων κοινωνικής ασφαλίσεως και προνοίας.»
19 Τέλος, η παράγραφος 7 του ιδίου άρθρου ορίζει ότι:
«Για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως που ενδεχομένως οφείλεται, σε σχέση με τις μνημονευόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 1, διαδικασίες, για τη ζημία που έχει προκληθεί από την παράλειψη εφαρμογής της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ ισχύουν οι προθεσμίες, τα μέτρα και οι τρόποι καταβολής που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 4. Η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να ασκηθεί εντός έτους από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παρόντος διατάγματος.»
20 Μετά τη δημοσίευση του decreto legislativo, η Danila Bonifaci κ.λπ. (ενάγοντες στην κύρια δίκη της υποθέσεως C-94/95) υπέβαλαν, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 2, παράγραφος 7, του decreto legislativo, ενώπιον της Pretura circondariale di Bassano del Grappa, αγωγή αποζημιώσεως κατά του Istituto Nazionale per la Previdenza Sociale (στο εξής: INPS) (7). υΟμοια αγωγή, εξ άλλου, υπέβαλαν ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, η Wanda Berto και άλλοι 136 μισθωτοί διαφόρων επιχειρήσεων οι οποίες κηρύχθηκαν σε πτώχευση μετά την 23η Οκτωβρίου 1983 και προ της ενάρξεως ισχύος του decreto legislativo 80/1992 (ενάγοντες στην κύρια δίκη της συνεκδικαζόμενης υποθέσεως C-95/95). Από τις παρατηρήσεις των εναγόντων στις κύριες δίκες φαίνεται ότι οι σχετικές αιτήσεις αποζημιώσεώς τους προς το INPS, σε πολλές περιπτώσεις απερρίφθησαν εξ ολοκλήρου διότι καμία περίοδος εργασίας δεν ενέπιπτε στο δωδεκάμηνο που προηγήθηκε της δικαστικής αποφάσεως περί πτωχεύσεως. Σε άλλες περιπτώσεις, οι αιτήσεις ικανοποιήθηκαν εν μέρει, αφού η αποζημίωση των εναγόντων για εργασία εμπίπτουσα στο δωδεκάμηνο, είτε περιορίσθηκε σε τρεις μισθούς, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του decreto legisativo 80/1992, είτε μειώθηκε λόγω του ανωτάτου ορίου που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του παραπάνω νομοθετήματος.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
21 Ενόψει του πραγματικού και νομικού αυτού πλαισίου, στον Ιταλό δικαστή που επελήφθη των αγωγών αποζημιώσεως, γεννήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον οι ρυθμίσεις του decreto legislativo, που εκλήθη να εφαρμόσει, συνάδουν προς τις διατάξεις της οδηγίας και προς τα κριθέντα με την απόφαση Francovich I του Δικαστηρίου, ενώ δυσχέρειες ανέκυψαν και ως προς την ερμηνεία των τελευταίων.
22 Στη διάταξη περί παραπομπής παρατηρείται, καταρχάς, ότι ο Ιταλός νομοθέτης, κάνοντας χρήση της ευχέρειας που παρέχει η παράγραφος 2 του άρθρου 4 της οδηγίας, περιόρισε την υποχρέωση προς πληρωμή του οργανισμού εγγυήσεως όχι μόνον για το μέλλον (όπως είχε δικαίωμα), αλλά και για το παρελθόν. Περιόρισε δηλαδή «αναδρομικώς» και την αποζημίωση που οφείλεται λόγω μη μεταφοράς της οδηγίας, και μάλιστα διττώς, αφού η αποζημίωση, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 7 του άρθρου 2 του decreto legistativo, ερμηνευόμενες εν συνδυασμώ, συνίσταται στις απαιτήσεις α) των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας, οι οποίοι β) εμπίπτουν στο δωδεκάμηνο που προηγείται της ημερομηνίας του μέτρου με το οποίο αρχίζει η διαδικασία συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών (εν προκειμένω της ημερομηνίας της δικαστικής αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως). Ο περιορισμός αυτός, όμως, είναι δυνατόν να καταλήξει σε αδυναμία ικανοποιήσεως των εργαζομένων, αφού, δεδομένης της καθυστερήσεως που παρατηρείται κατά την εκδίκαση των υποθέσεων πτωχεύσεως στην Ιταλία, η δικαστική απόφαση περί κηρύξεως της πτωχεύσεως ενδέχεται να εκδοθεί πέραν του έτους από της υποβολής σχετικής αιτήσεως των πιστωτών. νΕτσι, λόγω της καθυστερήσεως κατά την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή για λόγο ανεξάρτητο της θελήσεως των εργαζομένων, ενδέχεται να μην υπάρχει χρόνος εργασίας των τελευταίων κατά την κρίσιμη περίοδο αναφοράς των δώδεκα μηνών πριν την ημερομηνία της πτωχεύσεως, πράγμα που συνέβη εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ερωτάται το Δικαστήριο αν η παράγραφος 2 του άρθρου 4 της οδηγίας έχει την έννοια ότι επιτρέπεται στον εθνικό νομοθέτη να περιορίσει την οφειλομένη αποζημίωση και σε περίπτωση όπως η παραπάνω.
23 Ο Ιταλός δικαστής παρατηρεί, περαιτέρω, ότι μια τέτοια ερμηνεία συνεπάγεται άνιση μεταχείριση εργαζομένων που ευρίσκονται στην ίδια θέση (δηλαδή εργαζομένων εχόντων ανεξόφλητες απαιτήσεις έναντι των εργοδοτών τους), αφού το αν θα τύχουν ή όχι της εγγυήσεως που εξασφαλίζει η οδηγία εξαρτάται από τυχαίους παράγοντες, δηλαδή από το αν θα εκδοθεί εγκαίρως η δικαστική απόφαση περί πτωχεύσεως. Τούτο οδηγεί το δικαστήριο της παραπομπής να ερωτήσει, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, αν, επί καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της οδηγίας είναι έγκυρη από της απόψεως των αρχών της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
24 Τέλος, ο δικαστής της παραπομπής παρατηρεί ότι ο Ιταλός νομοθέτης, ερειδόμενος στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 της οδηγίας, αφού θέσπισε ανώτατο όριο στην εγγύηση που εξασφαλίζεται εφ' εξής στους εργαζομένους (παράγραφος 2 του άρθρου 2 του decreto legislativo), επέβαλε ακολούθως το αυτό ανώτατο όριο και στην αποζημίωση που οφείλεται λόγω μη έγκαιρης μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (παράγραφος 7 του ίδιου άρθρου, η οποία παραπέμπει στην προαναφερθείσα παράγραφο 2). Περαιτέρω, παρατηρείται ότι, προκειμένου περί εξωσυμβατικής ευθύνης, η ιταλική έννομη τάξη (άρθρα 2043 επ. του Αστικού Κώδικα) διαπνέεται από την αρχή της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας, και δεν θέτει περιορισμό όσον αφορά το ύψος της ζημίας. ςΟμως το Δικαστήριο, στο σημείο 43 της υποθέσεως Francovich I, είχε ήδη αποφανθεί ότι «(...) οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που ορίζουν οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση των ζημιών (8) δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο ουσιαστικό δίκαιο (...)». Ενόψει τούτων, ο δικαστής της παραπομπής, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, θέτει το εξής ζήτημα: Προκειμένου να προσδιορισθεί η αποζημίωση στην επίδικη περίπτωση, ποιες είναι οι «παρόμοιες απαιτήσεις οι στηριζόμενες στο ουσιαστικό δίκαιο» με τις προϋποθέσεις των οποίων πρέπει να γίνει η σύγκριση; είναι άραγε η εγγύηση που εξασφαλίζει εφ' εξής στους εργαζόμενους το decreto legislativo, ή μήπως η αποζημίωση, λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, του κοινού δικαίου σε περίπτωση μη μεταφοράς της οδηγίας;
25 Συγκεκριμένα, τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν ως εξής:
«1) ςΕχει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να κάνουν χρήση της δυνατότητας να περιορίζουν την προς πληρωμή υποχρέωση των οργανισμών εγγυήσεως μόνο στις αμοιβές που αφορούν ένα ορισμένο χρονικό διάστημα - στην υπό κρίση περίπτωση, δώδεκα μήνες - ακόμα και στις περιπτώσεις που η υπέρβαση αυτού του χρονικού διαστήματος δεν οφείλεται σε υπαίτια αδράνεια του ενδιαφερομένου εργαζομένου, και, ειδικότερα, στις περιπτώσεις που ο εν λόγω εργαζόμενος προβάλλει απαίτηση αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε από την παράλειψη μεταφοράς ή την καθυστερημένη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, είναι έγκυρο το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας από απόψεως των αρχών της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων;
3) νΕχει η σκέψη 43 της αποφάσεως του Δικαστηρίου ΕΟΚ της 19ης Νοεμβρίου 1991 την έννοια ότι οι τυπικές ή ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την παράλειψη της μεταφοράς κοινοτικής οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη πρέπει να είναι οι ίδιες με - ή τουλάχιστον όχι λιγότερο ευνοϋκές από - εκείνες που θέσπισε ο εθνικός νομοθέτης με την καθυστερημένη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη;»
III - Επί του παραδεκτού
Ως προς το πρώτο ερώτημα
26 Το INPS προβάλλει, κατ' ουσίαν, απαράδεκτο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, υπό την έννοια ότι η ζητούμενη απάντηση δεν είναι χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς, δεδομένου ότι, κατά την άποψη του, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αφορά στον καθορισμό της εγγυήσεως που καταβάλλεται στους εργαζομένους αφής στιγμής μεταφερθεί ή οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο, και όχι στον καθορισμό της αποζημιώσεως λόγω μη μεταφοράς της οδηγίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Εξ άλλου, κατά την ίδια παρατήρηση, η οδηγία δεν εξαρτά την καταβολή της εγγυήσεως από τη συμπεριφορά των εργαζομένων, όπως φαίνεται να υπολαμβάνει ο Pretore.
Ενόψει τούτων, το INPS καταλήγει ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα.
27 Επιβάλλεται σχετικώς να τονισθεί ότι, όπως κρίνεται παγίως, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 177 της Συνθήκης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (9). Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (10). Η απόρριψη μιας αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνο για προφανείς λόγους απαραδέκτου, όπως όταν «(...) είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή η εξέταση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα, που ζητούνται από το δικαστήριο αυτό, δεν έχουν καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης» (11).
28 Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Ο δικαστής της παραπομπής, προκειμένου να κρίνει αν ο εθνικός νομοθέτης θεμιτώς, ενόψει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, έθεσε ορισμένα όρια στην οφειλόμενη αποζημίωση, θεώρησε αναγκαίο να ζητήσει από το Δικαστήριο την ερμηνεία της διατάξεως αυτής - ερμηνεία η οποία, άλλωστε, είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος που αφορά το κύρος της διατάξεως. Επομένως, η ζητούμενη απάντηση είναι προδήλως χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή, το δε Δικαστήριο είναι αρμόδιο να την παράσχει.
29 Οι προεκτεθείσες παρατηρήσεις του INPS ανάγονται στην ουσία, υπό την έννοια ότι λαμβάνεται ως δεδομένο ακριβώς το ζητούμενο, δηλαδή η ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας που ζητεί ο Pretore. Ως εκ τούτου, μπορούν μεν να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση της ουσίας, πλην δεν είναι κρίσιμες όσον αφορά την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και το παραδεκτό του ερωτήματος, και επομένως πρέπει να απορριφθούν (12).
Ως προς το δεύτερο ερώτημα
30 Η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες ως προς το λυσιτελές του δευτέρου ερωτήματος, θεωρώντας ότι το πραγματικό και νομικό πλαίσιο που παρέχει το αιτούν δικαστήριο είναι ανεπαρκές. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί διότι τα στοιχεία που παρέχει το δικαστήριο της παραπομπής επαρκούν για την απάντηση του ερωτήματος.
Ως προς το τρίτο ερώτημα
31 Το INPS υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει στο τρίτο ερώτημα, το οποίο αναφέρεται, κατά την άποψη του, στο συμβατό του άρθρου 2, παράγραφος 7, του decreto legislativo προς τα κριθέντα με την απόφαση Francovich I, διότι στο Δικαστήριο έχει ανατεθεί η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και όχι ο έλεγχος των εθνικών μέτρων εφαρμογής αυτού, ο οποίος ανήκει αποκλειστικά στα εθνικά δικαστήρια.
Η ένσταση αυτή αναρμοδιότητας πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφαίνεται επί του συμβατού μιας εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο, είναι, αντιθέτως, αρμόδιο να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια όλα τα στοιχεία ερμηνείας που σχετίζονται με το εν λόγω δίκαιο και του επιτρέπουν να εκτιμούν το συμβατό αυτό, προκειμένου να εκδίδουν αποφάσεις στις υποθέσεις που υποβάλλονται στην κρίση τους (13).
32 Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της παραπομπής δεν θέτει ευθέως υπό την κρίση του Δικαστηρίου το συμβατό του εθνικού μέτρου με το κοινοτικό δίκαιο, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το INPS, αλλά ζητεί τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θεωρεί αναγκαία για να χωρήσει το ίδιο στην κρίση αυτή. Επομένως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του ερωτήματος.
33 Οι περαιτέρω επισημάνσεις του INPS, εξ άλλου, κατά τις οποίες η Corte Costituzionale της Ιταλίας απεφάνθη ήδη ή πρόκειται να αποφανθεί επί της συμφωνίας του άρθρου 2, παράγραφος 7, του decreto legislativo, ή του εξουσιοδοτικού αυτού νόμου, είτε προς το ιταλικό σύνταγμα, είτε προς το κοινοτικό δίκαιο, είναι άμοιρες σημασίας από την άποψη που ενδιαφέρει εδώ.
34 Τέλος, το INPS προβάλλει ότι, καθό μέρος η απάντηση στο τρίτο ερώτημα προϋποθέτει ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 80/987, που δεν έχουν άμεση εφαρμογή, το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να απαντήσει, αφού η αρμοδιότητά του, κατ' άρθρο 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, περιορίζεται στην ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων που έχουν άμεση εφαρμογή.
Η ένσταση αυτή είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα, αφού, όπως έχει κριθεί, «(...) το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της κοινότητας, ανεξαρτήτως αν αυτές έχουν ή όχι άμεση εφαρμογή» (14).
IV - Επί της ουσίας
35 Το πρώτο ερώτημα, όπως φωτίζεται από τις προαναφερθείσες σκέψεις της διατάξεως παραπομπής γεννά δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά στο αν, καταρχήν, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν τους περιορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της οδηγίας και στην αποζημίωση που οφείλεται λόγω μη εμπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας. Το δεύτερο αναφέρεται στο αν αποκλείεται η αποζημίωση εργαζομένων οι οποίοι, για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαίτια αδράνειά τους, δεν έχουν ενεργό εργασιακή σχέση εντός της περιόδου αναφοράς που προβλέπει η παραπάνω διάταξη.
36 Το τρίτο ερώτημα, όπως επίσης φωτίζεται από τις αιτιολογίες της παραπεμπτικής αποφάσεως, θέτει ομοίως δύο ζητήματα. Το πρώτο είναι αν, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, το κράτος μέλος μπορεί να θέσει ανώτατο όριο στην αποζημίωση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας. Το δεύτερο, γενικότερο, είναι, ποια είναι, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, η σχέση μεταξύ αποζημιώσεως που καθορίζεται κατά την καθυστερημένη μεταφορά της οδηγίας και αποζημιώσεως που οφείλεται λόγω μη εκπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας.
37 Τα παραπάνω ζητήματα ανέκυψαν κατά την προσπάθεια κράτους μέλους να συμμορφωθεί, έστω και καθυστερημένα, με την οδηγία και να επανορθώσει τις συνέπειες της εκπρόθεσμης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, θα πρέπει πρώτα να εξετασθούν οι προϋποθέσεις, της ορθής συμμορφώσεως προς την οδηγία σε περίπτωση καθυστερημένης μεταφοράς της. Στη συνέχεια, θα αντιμετωπισθούν τα τιθέμενα ζητήματα και για λόγους συστηματικούς θα απαντηθούν κατά την εξής σειρά: στην αρχή το δεύτερο μέρος του τρίτου ερωτήματος, στη συνέχεια το πρώτο και δεύτερο ερώτημα και, τέλος, το πρώτο μέρος του τρίτου ερωτήματος.
Προϋποθέσεις ορθής καθυστερημένης συμμορφώσεως
38 Από το συνδυασμό των άρθρων 5, που καθιερώνει την υποχρέωση συνεργασίας, και 189, εδάφιο τρίτο της Συνθήκης, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνεται η οδηγία οφείλουν να λάβουν, μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας που τάσσει η οδηγία, όλα τα κατάλληλα μέτρα που διασφαλίζουν πλήρως το αποτέλεσμα στο οποίο αυτή αποβλέπει.
39 Το κράτος αποδέκτης της οδηγίας ενδέχεται να παραβεί την παραπάνω υποχρέωσή του, είτε παραλείποντας να λάβει οποιοδήποτε μέτρο μεταφοράς της οδηγίας εντός της σχετικής προθεσμίας, είτε λαμβάνοντας εμπροθέσμως μέτρα που είναι, όμως, ακατάλληλα, είτε λαμβάνοντας με καθυστέρηση μέτρα εφαρμογής - κατάλληλα ή ακατάλληλα.
40 Σε όλες τις περιπτώσεις παραβάσεων όπως οι ανωτέρω, δημιουργείται κενό και ανωμαλία στην κοινοτική έννομη τάξη, και δη από της παρόδου της προθεσμίας συμμορφώσεως, ανεξαρτήτως αν η παράβαση διαπιστώθηκε ή όχι με απόφαση του Δικαστηρίου - η οποία έχει απλώς διαπιστωτικό χαρακτήρα. Η «παθολογική» αυτή κατάσταση, όσο διαρκεί, έρχεται σε οξεία αντίθεση με τη θεμελιώδη απαίτηση της ταυτόχρονης, ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σε όλο το έδαφος της Κοινότητας (15) και χρήζει θεραπείας.
41 Είναι αυτονόητο, βεβαίως, ότι το κράτος παραβάτης οφείλει, έστω καθυστερημένα και, πάντως, το ταχύτερο δυνατόν, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας για τον εφ' εξής χρόνο. Ζήτημα, ωστόσο, ανακύπτει όσον αφορά τις υποχρεώσεις του, έναντι της κοινοτικής έννομης τάξεως και έναντι των ιδιωτών που έλκουν δικαιώματα από αυτήν (16), για το χρονικό διάστημα της παραβάσεως και ειδικότερα για το διάστημα της μη μεταφοράς (ή της πλημμελούς μεταφοράς) της οδηγίας.
42 Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο «(...) στόχος πράγματι της Συνθήκης είναι να καταλήξει στην αποτελεσματική εξάλειψη των παραβάσεων και των παρελθουσών και μελλοντικών συνεπειών τους» (17). Εξ άλλου, όπως επίσης έκρινε το Δικαστήριο σχετικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τα κράτη μέλη από το άρθρο 5 της Συνθήκης, «(...) μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνεται και η υποχρέωση εξαλείψεως των παράνομων συνεπειών της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου» (18).
43 Επειδή η Συνθήκη δεν περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν κατά τρόπο ρητό και ακριβή τις συνέπειες των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, το Δικαστήριο έκρινε ότι εναπόκειται στο ίδιο - στο πλαίσιο της ασκήσεως της αποστολής που του αναθέτει το άρθρο 164 της Συνθήκης να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης - να αποφανθεί επ' αυτού του ζητήματος, σύμφωνα με τις γενικώς δεκτές ερμηνευτικές μεθόδους, τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού νομικού συστήματος και τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα νομικά συστήματα των κρατών μελών (19).
44 ηΕτσι, ως μέσο αμύνης των ιδιωτών που βλάπτονται από την αδράνεια του κράτους, η νομολογία καθιέρωσε, πρώτον, την αρχή σύμφωνα με την οποία, παρά την έλλειψη μέτρων εφαρμογής, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεσθούν τις διατάξεις της οδηγίας που δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς, είτε εναντίον κάθε εθνικής διατάξεως που δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία, είτε καθ' όσον δύνανται να προσδιορίσουν δικαιώματα που μπορούν να προβληθούν έναντι του κράτους (20). σΟπως τόνισε το Δικαστήριο «η νομολογία αυτή θεμελιώνεται στο δεσμευτικό χαρακτήρα που έχουν οι οδηγίες για τα κράτη μέλη και στην σκέψη ότι το κράτος μέλος που δεν εξέδωσε εμπροθέσμως τα εκτελεστικά μέτρα που επιβάλλει η οδηγία δεν μπορεί να αντιτάξει στου ιδιώτες την εκ μέρους του μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία αυτή» (21).
45 Ακολούθως, δεύτερον, το Δικαστήριο συνήγαγε, από το άρθρο 5 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με τις αρχές της πλήρους αποτελεσματικότητας των κοινοτικών διατάξεων και της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων που αυτές αναγνωρίζουν, την αρχή της ευθύνης του κράτους να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες του καταλογίζονται, αρχή που είναι σύμφυτη με το σύστημα της Συνθήκης (22).
46 Ενώ όμως, η ευθύνη του κράτους επιβάλλεται από το κοινοτικό δίκαιο, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες γεννάται δικαίωμα αποζημιώσεως υπέρ των ιδιωτών εξαρτώνται από τη φύση της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου στην οποία οφείλεται η ζημία (23), δηλαδή από το είδος της κάθε περιπτώσεως (24).
47 Η νομολογία διακρίνει τις περιπτώσεις αυτές ανάλογα με το αν το κράτος, ενεργώντας σε τομέα που διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, αντιμετωπίζει κανονιστικές επιλογές ή διαθέτει ευρέα περιθώρια εκτιμήσεως, ή αν, αντιθέτως, οι δυνατότητες αυτές είναι ανύπαρκτες ή αισθητά μειωμένες (25).
48 Στην πρώτη περίπτωση, δικαίωμα αποζημιώσεως υπέρ των ιδιωτών γεννάται εφόσον α) ο παραβιαζόμενος κανόνας του κοινοτικού δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) η παράβαση είναι κατάφωρη (26), και γ) υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως αυτής και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες (27).
49 Στη δεύτερη περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν, όπως στην υπόθεση Francovich I, η οδηγία προδιαγράφει ένα αποτέλεσμα, πλην το κράτος παραλείπει να λάβει οποιοδήποτε μέτρο μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο, δικαίωμα αποζημιώσεως υπέρ των ιδιωτών γεννάται εφόσον α) το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα περιλαμβάνει τη χορήγηση δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να προσδιορισθεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας και γ) υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως του κράτους και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (28).
50 H διαφορά ορολογίας μεταξύ των περιπτώσεων αυτών δεν τις διαφοροποιεί ουσιαστικά. Πράγματι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με τη μνημονευθείσα (υποσημείωση 22) απόφαση Dillenkofer,
- «(...) οι προϋποθέσεις οι οποίες έχουν προσδιορισθεί στις διάφορες αυτές αποφάσεις είναι, κατ' ουσίαν, οι ίδιες, εφόσον η προϋπόθεση της κατάφωρης παραβιάσεως, η οποία δεν μνημονεύθηκε μεν στην προπαρατεθείσα απόφαση Francovich, ενυπήρχε πάντως στις περιστάσεις της υποθέσεως» (σκέψη 23).
- Και τούτο διότι «(...) όταν, όπως στην υπόθεση Francovich, ένα κράτος μέλος δεν λαμβάνει, (...) κανένα από τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη του επιδιωκομένου από μια οδηγία αποτελέσματος, εντός της προθεσμίας που έταξε η οδηγία, το εν λόγω κράτος μέλος υπερβαίνει, κατά κατάδηλο και σοβαρό τρόπο, τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του» (σκέψη 26).
- Η παράλειψη αυτή, «(...) συνιστά καθεαυτήν κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου» (σκέψη 29) και γεννά δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω «(...) χωρίς να χρειάζεται να ληφθούν υπόψη άλλες προϋποθέσεις» (σκέψη 27).
51 Οι ανωτέρω προϋποθέσεις είναι ικανές και αναγκαίες για να στοιχειοθετήσουν αξίωση των ιδιωτών προς αποζημίωση «(...) χωρίς πάντως να αποκλείουν τη δυνατότητα να ανακύψει ευθύνη του Δημοσίου υπό λιγότερο περιοριστικές προϋποθέσεις, βάσει του εθνικού δικαίου» (29). Στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί ευθύνης, άλλωστε, το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας, «με την επιφύλαξη», πάντοτε, του δικαιώματος αποζημιώσεως, το οποίο ευρίσκει έρεισμα απευθείας στο κοινοτικό δίκαιο εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις (30).
52 ηΟσον αφορά τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας, τέλος, το Δικαστήριο τόνισε επανειλημμένα ότι αυτές «(...) δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϋκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο, ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση» (31).
53 Παρά τη νομολογική καθιέρωση των παραπάνω δικαιωμάτων των ιδιωτών σε περίπτωση αδρανείας του κράτους, το ερώτημα που έχει τεθεί ανωτέρω (σημείο 41) παραμένει. Ερωτάται λοιπόν και πάλι: σε περίπτωση μη μεταφοράς ή εκπρόθεσμης μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, το γεγονός ότι το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει, υπέρ των βλαπτομένων ιδιωτών, δικαίωμα επικλήσεως των διατάξεων οδηγίας που έχουν άμεση εφαρμογή και δικαίωμα αποζημιώσεως έναντι του κράτους, απαλλάσσει το τελευταίο κάθε περαιτέρω υποχρεώσεως για το χρονικό διάστημα της παραβάσεως;
54 Η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά αρνητική. Και τούτο για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων οι εξής:
- Πρώτον, ειδικώς η δυνατότητα επικλήσεως των αμέσου εφαρμογής διατάξεων των οδηγιών είναι, ως εκ της φύσεώς της, περιορισμένη, αφού οι διατάξεις αυτές είναι λίγες (32).
- Δεύτερον, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, για όσο διάστημα η οδηγία δεν έχει μεταφερθεί ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο, οι ενδιαφερόμενοι δεν γνωρίζουν και επομένως δεν μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που έλκουν από αυτήν.
- Τρίτον, η άσκηση των παραπάνω δυνατοτήτων είναι εξαιρετικά δυσχερής, αφού προϋποθέτει γνώση της νομολογίας του Δικαστηρίου που τις καθιέρωσε, γνώση, εξ ανάγκης ατελή, της οδηγίας που απονέμει δικαιώματα και, τέλος, δικαστικό αγώνα για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων αυτών, με συνέπεια ελάχιστοι δικαιούχοι να απολαύουν των πλεονεκτημάτων που παρέχει η οδηγία και να αποδυναμώνεται το πρακτικό αποτέλεσμα στο οποίο αυτή αποβλέπει.
55 Ως εκ τούτου, οι παραπάνω δυνατότητες που αναγνώρισε η νομολογία του Δικαστηριου αποτελούν υποκατάστατο (33) της ορθής συμμορφώσεως προς την οδηγία. Η ορθή δε συμμόρφωση, σε περίπτωση εκπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας, πρέπει να είναι κατά τη γνώμη μου, που θα αναπτύξω αμέσως κατωτέρω, αναδρομική, πλήρης και ρητή.
Αναδρομική συμμόρφωση
56 Θεωρώ ότι η αναδρομική συμμόρφωση προς την οδηγία αποτελεί απαίτηση της κοινοτικής έννομης τάξεως. Πράγματι, αφού σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, το κράτος υποχρεούται να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα συμμορφώσεως προς την οδηγία από το χρονικό σημείο που αυτή ορίζει (34), και αφού απαίτηση της κοινοτικής έννομης τάξεως είναι η ταυτόχρονη και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (35), έπεται ότι, οποτεδήποτε το κράτος μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο, η μεταφορά αυτή θα πρέπει να ανατρέξει στο χρονικό σημείο που έτασσε η οδηγία. αΕτσι, εφόσον η οδηγία προβλέπει ορισμένο πλεονέκτημα υπέρ των ιδιωτών, το πλεονέκτημα αυτό θα πρέπει να χορηγηθεί αναδρομικώς.
57 Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στη νομολογία του Δικαστηρίου. Ξαρακτηριστικές είναι ορισμένες αποφάσεις που ερμηνεύουν την οδηγία 79/7 (36), και ιδίως τα άρθρα της 4, που επιβάλλει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, και 8, που επέβαλλε τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων συμμορφώσεως μέχρι μια ορισμένη ημερομηνία, και συγκεκριμένα μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου 1984. Επί προδικαστικού ερωτήματος αν η πρόσδοση αναδρομικής ισχύος σε καθυστερημένα εθνικά μέτρα εφαρμογής (37) συνιστά ορθή εφαρμογή του τελευταίου άρθρου, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Dik (38), απάντησε ως εξής:
«ςΟπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, αν τα εθνικά εκτελεστικά μέτρα θεσπίζονται καθυστερημένα, δηλαδή μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, η ταυτόχρονη έναρξη ισχύος της οδηγίας 79/7 σε όλα τα κράτη μέλη διασφαλίζεται μέσω της αναδρομικής ισχύος αυτών των μέτρων από της 23ης Δεκεμβρίου 1984».
58 Ωστόσο, αν η αναδρομή αυτή ανταποκρίνεται σε απαίτηση της κοινοτικής έννομης τάξεως, το κύρος της αναδρομής τελεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Με την αυτή απόφαση Dik το Δικαστήριο, ολοκληρώνοντας την απάντηση στο τεθέν προδικαστικό ερώτημα, διευκρίνισε συναφώς τα εξής:
«Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι τα εκτελεστικά αυτά μέτρα που θεσπίζονται καθυστερημένα πρέπει να διασφαλίζουν πλήρως τα δικαιώματα που γεννώνται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, υπέρ των ιδιωτών, σ' ένα κράτος μέλος, από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που παρασχέθηκε στα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την οδηγία (...)» (σκέψη 14) (39).
«Επομένως, στο (...) ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 79/7 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος που θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται με την οδηγία μπορεί να καθορίσει την έναρξη ισχύος τους αναδρομικά από την ημερομηνία λήξεως αυτής της προθεσμίας, εφόσον διασφαλίζονται πλήρως όλα τα δικαιώματα που γεννώνται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας υπέρ των ιδιωτών στα κράτη μέλη από την ημερομηνία λήξεως αυτής της προθεσμίας» (σκέψη 15).
59 ηΟπως προκύπτει από τις δύο τελευταίες σκέψεις, απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της αναδρομής είναι η εγκυρότητα των μέτρων των οποίων επιδιώκεται η αναδρομή. Με άλλα λόγια, η αναδρομή των καθυστερημένων μέτρων εφαρμογής είναι έγκυρη, εάν και εφόσον τα μέτρα, καθεαυτά, συνάδουν με την οδηγία. Τούτου έπεται, όπως εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει από τις ίδιες ανωτέρω σκέψεις, ότι ο εθνικός δικαστής, ο οποίος θα κρίνει επί του κύρους των αναδρομικών μέτρων συμμορφώσεως, οφείλει να μη εφαρμόσει αναδρομική διάταξη η οποία αντίκειται στην οδηγία (40).
Πλήρης συμμόρφωση
60 Κατά δεύτερο λόγο, η αναδρομική συμμόρφωση θα πρέπει να είναι πλήρης, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να περιάγει τους στερηθέντες των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία στη νομική και πραγματική θέση στην οποία θα ευρίσκοντο αν η οδηγία είχε μεταφερθεί εμπροθέσμως στο εσωτερικό δίκαιο.
61 Πράγματι, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Dik (σκέψη 15) (41), η αναδρομή των καθυστερημένων μέτρων εφαρμογής είναι έγκυρη εφόσον διασφαλίζονται, και μάλιστα «πλήρως», «(...) όλα τα δικαιώματα που γεννώνται βάσει (...) της οδηγίας, από την ημερομηνία λήξεως (...) της προθεσμίας (μεταφοράς)».
62 Τα δικαιώματα περί των οποίων επρόκειτο στην απόφαση Dik, καθώς και στις αποφάσεις Cotter και McDermott και Roks (42), και των οποίων εστερούντο οι γυναίκες δυνάμει των καθυστερημένων μέτρων εφαρμογής, ήσαν τα δικαιώματα των οποίων απήλαυαν οι άνδρες κατά το διάστημα μη μεταφοράς της οδηγίας 79/7. Στις περιπτώσεις λοιπόν εκείνες, ενόψει του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7 (43), ο παραμερισμός του ασυμβίβαστου προς την οδηγία μέτρου εφαρμογής είχε ως αυτόματη συνέπεια να εφαρμόζεται υπέρ των γυναικών το καθεστώς, που ίσχυε για τους άνδρες, «(...) καθεστώς που, ενόσω δεν έχουν εκδοθεί εκτελεστικά μέτρα της οδηγίας αυτής, εξακολουθεί να παραμένει το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς» (44).
63 Σε περίπτωση όμως που η οδηγία απονέμει μεν ορισμένο πλεονέκτημα, πλην οι διατάξεις της δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα ώστε να δύνανται να τύχουν επικλήσεως κατά το διάστημα της μη μεταφοράς (45), το μόνο δικαίωμα που έχουν «διασφαλίσει» οι δικαιούχοι για το χρονικό αυτό διάστημα είναι το δικαίωμα αποζημιώσεως, το οποίο θεμελιώνεται στο κοινοτικό δίκαιο και για το οποίο έγινε ήδη λόγος (46).
Η αποζημίωση αυτή, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να είναι η προσήκουσα, υπό την έννοια ότι πρέπει να καθιστά δυνατή την εις το ακέραιο αποκατάσταση της βλάβης που πράγματι υπέστησαν οι δικαιούχοι λόγω της παραβάσεως (47). Ως εκ τούτου θα πρέπει να περιλαμβάνει, αφενός μεν, ως «κεφάλαιο» της αποζημιώσεως, το πλεονέκτημα που μπορεί να καθορισθεί με επαρκή ακρίβεια βάσει των διατάξεων της οδηγίας και μόνο (48), αφετέρου δε παρεπόμενες αξιώσεις, όπως τόκους (49), διαφυγόν κέρδος (50) ή άλλες ειδικότερες μορφές αποζημιώσεως που προβλέπονται ενδεχομένως στο εθνικό δίκαιο (51), οι οποίες σκοπούν στην αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας που υπέστησαν οι ενδιαφερόμενοι κατά το διάστημα αδρανείας του κράτους.
64 ςΟταν το κράτος, με τα καθυστερημένα μέτρα εφαρμογής, προσδιορίζει το πλεονέκτημα που προβλέπει η οδηγία και το χορηγεί αναδρομικώς, χορηγεί κατ' ουσίαν στους δικαιούχους μόνο το «κεφάλαιο» της αποζημιώσεως την οποία αυτοί εδικαιούντο για το χρονικό διάστημα της μη μεταφοράς της οδηγίας. Η αποζημίωση όμως αυτή κατοχυρώνεται από το κοινοτικό δίκαιο σε όλη της την έκταση. Επομένως, και αυτό είναι ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από τα προεκτεθέντα, η αναδρομική συμμόρφωση, για να είναι «πλήρης» υπό την εκτεθείσα έννοια πρέπει να περιλαμβάνει, αφενός μεν τη χορήγηση, αναδρομικώς, του πλεονεκτήματος που προβλέπει η οδηγία, αφετέρου δε την ικανοποίηση των δικαιούχων για τις περαιτέρω απώλειες που υπέστησαν λόγω της αδυναμίας να απολαύσουν του πλεονεκτήματος αυτού εγκαίρως.
65 Το δεύτερο συμπέρασμα που επιβάλλεται εν προκειμένω, ενόψει της παραπάνω κατοχυρώσεως του δικαιώματος αποζημιώσεως, είναι ότι το πλεονέκτημα που χορηγείται ήδη αναδρομικώς δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το «κεφάλαιο» της αποζημιώσεως που οφείλεται σε περίπτωση μη μεταφοράς της οδηγίας (δηλαδή από το πλεονέκτημα, όπως αυτό θα καθοριζόταν αν δεν είχε χωρήσει η αναδρομική συμμόρφωση).
Ρητή συμμόρφωση
66 Τρίτον, η ως άνω αναδρομική και πλήρης συμμόρφωση θα πρέπει να είναι ρητή, δηλαδή να πραγματοποιείται με ρητές, σαφείς και αδιάστικτες διατάξεις που θα έχουν την ίδια νομική ισχύ με τα μέτρα συμμορφώσεως για τον εφ' εξής χρόνο.
67 Συναφώς, υπενθυμίζω την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία
«(...) οι διατάξεις των οδηγιών πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή κατά τρόπο που να παράγει αναμφισβητήτως δεσμευτικά αποτελέσματα, με την εξειδίκευση, την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται προκειμένου να τηρείται η απαίτηση της ασφαλείας δικαίου» (52),
«(...) ώστε, όταν οι οδηγίες αποσκοπούν στη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών, οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα προβάλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
(...)
Πράγματι, για όσο χρόνο μια οδηγία δεν έχει μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο, οι πολίτες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους. Αυτή η κατάσταση αβεβαιότητας για τους πολίτες εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την έκδοση αποφάσεως με την οποία το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το οικείο κράτος μέλος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του από την οδηγία, αυτό δε έστω και αν το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι τόσο η μια όσο και η άλλη από τις διατάξεις της οδηγίας είναι αρκούντως ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων ώστε να μπορούν να προβάλλονται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
(...)
Μόνο η ορθή μεταφορά μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θέτει τέρμα σ' αυτήν την κατάσταση αβεβαιότητας και μόνο κατά το χρονικό σημείο της μεταφοράς αυτής δημιουργείται η ασφάλεια δικαίου που πρέπει να υφίσταται προκειμένου να ζητείται από τους πολίτες να προβάλλουν τα δικαιώματά τους.» (53)
68 Για την ταυτότητα του λόγου, οι ίδιες αρχές πρέπει να ισχύσουν και επί αναδρομικής συμμορφώσεως προς την οδηγία. Είναι νομίζω πρόδηλο ότι, αν το κράτος μέλος δεν καταστήσει γνωστή σε όλους τους πολίτες, με ρητές και σαφείς διατάξεις, την αναδρομική και πλήρη, κατά τα ανωτέρω, συμμόρφωση προς την οδηγία, οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να γνωρίζουν ότι η οδηγία είχε απονείμει και σ' αυτούς δικαιώματα, ούτε, πολλώ μάλλον, την ακριβή έκταση των δικαιωμάτων αυτών, ώστε να είναι σε θέση να τα διεκδικήσουν αποτελεσματικά ενώπιον των εθνικών αρχών, είτε με αγωγή αποζημιώσεως είτε με άλλον τρόπο.
69 οΟσα έχουν προεκτεθεί αναφέρονται στις ουσιαστικές προϋποθέσεις της ορθής αναδρομικής συμμορφώσεως. ςΟσον αφορά στις διαδικαστικές προϋποθέσεις ικανοποιήσεως των δικαιούχων, αυτές ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν θα είναι δυσμενέστερες εν σχέσει με εκείνες που ισχύουν για παρόμοιες απαιτήσεις του εσωτερικού δικαίου, ούτε θα καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την ικανοποίηση αυτή. Από τη διάταξη της παραπομπής δεν προκύπτουν στοιχεία που να καθιστούν αναγκαία μια λεπτομερέστερη αντιμετώπιση του ζητήματος. Θα αρκεσθώ επομένως στη γενική αυτή παρατήρηση, επιφυλασσόμενος να αναπτύξω την άποψή μου επί του θέματος στις παρατηρήσεις μου επί της παρεμφερούς υποθέσεως C-261/95, Palmisani, οι οποίες παρουσιάζονται ομού με τις παρούσες.
Επί του ελέγχου της αναδρομικής συμμορφώσεως
70 Μένει να εξετασθεί το ζήτημα του ελέγχου των αναδρομικών μέτρων συμμορφώσεως προς την οδηγία και, ιδίως, το ζήτημα των συνεπειών της μη τηρήσεως των αρχών που προαναφέρθηκαν. Αν γίνει δεκτό ότι οι αρχές αυτές, που διέπουν την αναδρομική συμμόρφωση προς την οδηγία, αποτελούν αρχές του κοινοτικού δικαίου, τότε και οι συνέπειες της μη τηρήσεως των εν λόγω αρχών είναι ζήτημα του κοινοτικού δικαίου, επί του οποίου αρμόδιο να αποφανθεί είναι το Δικαστήριο. Με την επιφύλαξη αυτή, στο εθνικό δικαστήριο ανήκει η αρμοδιότητα να ελέγξει το κύρος των εθνικών μέτρων συμμορφώσεως.
71 Οι συνέπειες αυτές, που διεγράφησαν ήδη, εν πολλοίς, κατά την ανάλυση της αποφάσεως Dik, εξαρτώνται από το είδος της αρχής που παραβιάσθηκε. εΕτσι, αν το κράτος θεσπίσει μέτρα εφαρμογής της οδηγίας χωρίς ρητή μνεία ότι αυτά ανατρέχουν στο παρελθόν, ο εθνικός δικαστής θα πρέπει κατ' αρχάς να τα ερμηνεύσει υπό το φως και των προεκτεθεισών αρχών του κοινοτικού δικαίου (54). Εφόσον δε, εξαντλώντας τα περιθώρια ερμηνείας που του παρέχει το εθνικό δίκαιο, καταλήξει ότι αποκλείεται η αναδρομή, τότε στους δικαιούχους που εμπίπτουν στον κρίσιμο χρόνο (δηλαδή στο διάστημα μεταξύ λήξεως της προθεσμίας συμμορφώσεως και λήψεως μέτρων μεταφοράς), θα πρέπει να αναγνωρισθεί δικαίωμα αποζημιώσεως, λόγω της παραλείψεως του κράτους να θεσπίσει οποιοδήποτε μέτρο εφαρμογής, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία Francovich I (55).
72 Εάν το κράτος προσδιορίσει το προβλεπόμενο από την οδηγία πλεονέκτημα (κατ' ενάσκηση, ενδεχομένως, διακριτικής ευχερείας, επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, κ.λπ.), και το χορηγήσει αναδρομικά με ρητή διάταξη, τότε θα πρέπει να ερευνηθεί αν συντρέχουν οι λοιπές δύο προϋποθέσεις.
73 Κατά τα ήδη εκτεθέντα, θα πρέπει να ερευνηθεί, πρώτον, αν η αναδρομή είναι έγκυρη. Προς τούτο πρέπει να εξετασθεί αν το ληφθέν μέτρο είναι έγκυρο καθ' εαυτό, δηλαδή αν συνάδει με τις διατάξεις της οδηγίας ή όχι.
Στην πρώτη περίπτωση, η αναδρομή είναι κατ' αρχήν έγκυρη, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι το ρητώς χορηγούμενο πλεονέκτημα δεν είναι έλασσον σε σχέση με το πλεονέκτημα που μπορεί να καθορισθεί βάσει μόνων των διατάξεων της οδηγίας (56).
Στη δεύτερη περίπτωση, στο βαθμό που το ληφθέν μέτρο δεν συνάδει με την οδηγία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ούτε για το μέλλον ούτε για το παρελθόν. Επομένως, δεν μπορεί να λειτουργήσει και η αναδρομή.
74 Τέλος, ενδέχεται το κράτος να επιλέξει, ως μέθοδο καθυστερημένης συμμορφώσεως, τον καθορισμό αποζημιώσεως για το διάστημα της μη μεταφοράς της οδηγίας. Στην περίπτωση αυτή, σημασία έχει ο καθορισμός του «κεφαλαίου» της αποζημιώσεως, εν αναφορά προς το πλεονέκτημα στο οποίο αποβλέπει η οδηγία, δεδομένου ότι οι παρεπόμενες αξιώσεις αποτελούν συνάρτηση της βασικής αυτής αξιώσεως (57). Ειδικότερα, εφόσον ο καθορισμός του «κεφαλαίου» της αποζημιώσεως γίνεται με αναδρομική απονομή του ρητώς προσδιοριζομένου πλεονεκτήματος, ισχύουν, mutatis mutandis, τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη παράγραφο.
Τούτου έπεται ότι και η αποζημίωση που καθορίζεται με τα μέτρα εφαρμογής δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αποζημίωση η οποία οφείλεται σε περίπτωση μη μεταφοράς της οδηγίας.
75 Ας έλθουμε τώρα στα επίδικα μέτρα, με τα οποία πραγματοποιήθηκε η μεταφορά της οδηγίας 80/987 στο ιταλικό δίκαιο και καθορίσθηκε η αποζημίωση για το χρονικό διάστημα της μη μεταφοράς.
76 Με τα μέτρα αυτά, όπως ήδη εκτέθηκε (58), ο Ιταλός νομοθέτης πρώτον καθόρισε την εγγύηση που καταβάλλεται εφ' εξής στους εργαζομένους βάσει της οδηγίας (παράγραφοι 1 έως 6 του άρθρου 2 του decreto legislativo), δηλαδή συμμορφώθηκε προς την οδηγία για το μέλλον. Ακολούθως, διά παραπομπής στις διατάξεις αυτές, καθόρισε και την αποζημίωση που οφείλεται για το χρονικό διάστημα μη μεταφοράς της οδηγίας (παράγραφος 7 του άρθρου 2), δηλαδή συμμορφώθηκε προς την οδηγία αναδρομικώς. Πράγματι, καθό μέρος η τελευταία διάταξη παραπέμπει, για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, στις πάγιες διατάξεις οι οποίες καθορίζουν την εγγύηση που καταβάλλεται εφ' εξής, χορηγεί κατ' ουσίαν την ίδια αυτή εγγύηση και σ' εκείνους που κατέστησαν δικαιούχοι κατά το χρόνο της παραβάσεως, δηλαδή αναδρομικώς.
77 ςΟπως προκύπτει από την ανάλυση που προηγήθηκε, για να είναι έγκυρος ο τρόπος αυτός καθορισμού της αποζημιώσεως, θα πρέπει η ρητώς καθοριζόμενη εγγύηση και η βάσει αυτής προκύπτουσα αποζημίωση να μην υπολείπονται, αντιστοίχως, του «κεφαλαίου» της αποζημιώσεως και της αποζημιώσεως ως συνόλου, που μπορούν να καθορισθούν βάσει μόνων των διατάξεων της οδηγίας. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί πρώτα ποια είναι η εγγύηση που προβλέπει η οδηγία υπέρ των εργαζομένων και ποια είναι η αποζημίωση την οποία μπορούν να διεκδικήσουν αυτοί σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας.
Επί της οδηγίας 80/987
78 Η εν λόγω οδηγία, της οποίας υπενθυμίζω τα κύρια χαρακτηριστικά (59), έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη και συγκεκριμένα προβλέπει προς τούτο ειδικές εγγυήσεις για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους (60).
Προς τούτο προβλέπει δικαίωμα εγγυήσεως πληρωμής ανεξόφλητων απαιτήσεων των εργαζομένων, για αμοιβή πριν μία ημερομηνία (άρθρο 3, παράγραφος 1).
Η ημερομηνία αυτή είναι, κατ' επιλογήν των κρατών μελών, μία από τις τρεις ημερομηνίες που ορίζονται περιοριστικώς στην παράγραφο 2 του άρθρου 3.
Ανάλογα με την ημερομηνία που θα επιλέξουν τα κράτη μέλη, έχουν την ευχέρεια να περιορίσουν την υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως, ορίζοντας ότι θα διασφαλίζονται μόνο οι απαιτήσεις για ορισμένο χρόνο που εμπίπτει σε μια περίοδο αναφοράς πριν την επιλεγείσα ημερομηνία. Η ελάχιστη διάρκεια του χρόνου αυτού και της περιόδου αναφοράς, που αντιστοιχούν σε κάθε μία από τις ημερομηνίες της παραγράφου 2 του άρθρου 3, ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 4.
Εξ άλλου, η παράγραφος 3 του άρθρου 4, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν, περαιτέρω, ένα ανώτατο όριο εγγυήσεως της πληρωμής, προκειμένου να αποφευχθεί η καταβολή ποσών που υπερβαίνουν τα πλαίσια της κοινωνικής σκοπιμότητας της οδηγίας.
79 Επομένως, υπό ομαλές συνθήκες (61), το κράτος μέλος μπορεί να καθορίσει την εγγύηση εφαρμόζοντας συνδυασμένα την παράγραφο 2 του άρθρου 3 και την παράγραφο 2 του άρθρου 4. Για να κριθεί αν τα άρθρα αυτά μπορούν να εφαρμοσθούν και αναδρομικώς, θα πρέπει να αντιμετωπισθούν πρώτα, ορισμένα ερμηνευτικά ζητήματα πoυ θέτουν οι διατάξεις αυτές.
Επί της εννοίας της παραγράφου 2 του άρθρου 4
80 Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συναρτώνται αμέσως προς τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3, και επομένως πρέπει να αντιμετωπισθούν από κοινού.
Κομβικό σημείο και στις δύο αυτές παραγράφους είναι η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη. Και τούτο διότι η ημερομηνία αυτή είτε αποτελεί την αφετηρία για τον υπολογισμό μιας περιόδου αναφοράς (π.χ., άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση) (62), είτε αποτελεί την ημερομηνία από την οποία και μετά μπορεί να αρχίσει μία περίοδος αναφοράς (π.χ., άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση) (63).
81 Από τη διάταξη της παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με τα εθνικά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας, όπως έχουν ερμηνευθεί από τα ιταλικά δικαστήρια, ως ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη, και περαιτέρω, ως αφετηρία για τον υπολογισμό της καταβλητέας εγγυήσεως κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, θεωρείται η ημερομηνία της δικαστικής αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως.
82 Οι διάδικοι στην κύρια δίκη, με τις παρατηρήσεις τους, υποστηρίζουν ότι κατά τούτο ο Ιταλός νομοθέτης παραβίασε τα άρθρα 2, 3 και 4 της οδηγίας, σύμφωνα με τα οποία ως επέλευση της αφερεγγυότητας του εργοδότη πρέπει να θεωρηθεί το πραγματικό γεγονός της παύσεως των πληρωμών, το οποίο είναι πολύ προγενέστερο της ημερομηνίας της δικαστικής αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως, ή έστω η ημερομηνία ενάρξεως της δικαστικής διαδικασίας που καταλήγει στην έκδοση της δικαστικής αποφάσεως περί πτωχεύσεως. Προσθέτουν δε ότι, ακριβώς λόγω της επιλογής αυτής του Ιταλού νομοθέτη, σε συνδυασμό με τη βραδύτητα που παρατηρείται κατά την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων στην Ιταλία, οι εργαζόμενοι, χωρίς να ευθύνονται οι ίδιοι, ενδέχεται να μην εμπίπτουν στην περίοδο αναφοράς που ορίζει ο ιταλικός νόμος.
83 Η Επιτροπή, συντάσσεται με τις παραπάνω θέσεις. Υποστηρίζει επίσης, επικαλούμενη τη σκέψη 25 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 1990, Επιτροπή κατά Ελλάδας (64) ότι η πραγματική αυτή κατάσταση είναι αναγκαίως προγενέστερη της δικαστικής αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως.
84 Παρ' ότι σχετικό ερώτημα δεν περιέχεται ρητώς στο κείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων, το ζήτημα του προσδιορισμού της ημερομηνίας επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη συνάπτεται αμέσως με τα ζητήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο και αποτελεί προϋπόθεση για την απάντηση των προδικαστικών ερωτημάτων. Συνεπώς, θα λάβω θέση επ' αυτού.
85 Οι θέσεις που υποστηρίζουν οι αιτούντες και η Επιτροπή δεν μπορούν να γίνουν δεκτές.
86 ςΟπως συνάγεται από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, και είχε την ευκαιρία να κρίνει το Δικαστήριο στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-479/93, Francovich (65) (στο εξής: Francovich II), κατά τη θέσπιση της οδηγίας ο κοινοτικός νομοθέτης έπρεπε να υπερβεί τις αντικειμενικές δυσχέρειες που παρουσιάζει η θέσπιση κοινοτικών κανόνων εναρμονίσεως εν γένει, αλλά και, ειδικότερα, η εξεύρεση κοινών κανόνων περί προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Τούτο δε λόγω των διαφορών των νομικών συστημάτων που ισχύουν στα κράτη μέλη και της αδυναμίας εξευρέσεως μιας κοινώς αποδεκτής έννοιας περί αφερεγγυότητας. Ενόψει τούτων, προφανώς, ο κοινοτικός νομοθέτης καθόρισε ο ίδιος, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, πότε ο εργοδότης πρέπει να θεωρείται ότι ευρίσκεται σε «κατάσταση αφερεγγυότητας». Αφήρεσε, επομένως, τη δυνατότητα των κρατών μελών, και εν γένει των εφαρμοστών της οδηγίας, να δώσουν στην έννοια της αφερεγγυότητας, κατ' εκτίμηση άλλων στοιχείων, περιεχόμενο διαφορετικό από το οριζόμενο στο άρθρο αυτό (66). Ο όρος αυτός, δηλαδή, έχει «ειδική έννοια» στην οδηγία (67): όπως ορίζει ρητώς το άρθρο 2, παράγραφος 1, η έννοια αυτή της αφερεγγυότητας ισχύει «(...) για τους σκοπούς της παρούσης οδηγίας». Επομένως, μία έννοια περί αφερεγγυότητας αναγνωρίζει η οδηγία, και ο ορισμός της δίδεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1. Κατ' ακολουθίαν τούτου, «αφερεγγυότητα» ή «ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας» είναι η ημερομηνία από της οποίας ο εργοδότης «ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας», κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1.
87 Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στη νομολογία. Πράγματι, κατά τις προμνησθείσες αποφάσεις Francovich I (σκέψη 14) και Francovich II (σκέψη 17), για να διπιστωθεί αν ένα πρόσωπο πρέπει να θεωρηθεί ως δικαιούχος βάσει της οδηγίας, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει, αφ' ενός μεν αν ο ενδιαφερόμενος έχει την ιδιότητα του μισθωτού και δεν αποκλείεται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, «(...) κατόπιν δε, αφετέρου, αν συντρέχει περίπτωση καταστάσεως αφερεγγυότητας κατά το άρθρο 2 της οδηγίας»,
και η απόφαση Francovich II συνεχίζει περαιτέρω:
«Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί ότι ένας εργοδότης τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, είναι αναγκαίο, πρώτον, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του οικείου κράτους μέλους να προβλέπουν διαδικασία στρεφόμενη κατά της περιουσίας του εργοδότη και αποβλέπουσα στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του· δεύτερον, να επιτρέπεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας· τρίτον, να έχει ζητηθεί η κίνηση της διαδικασίας, και τέταρτον η αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες εθνικές διατάξεις, να έχει αποφασίσει την κίνηση της διαδικασίας ή να έχει διαπιστώσει ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθέσιμων στοιχείων του ενεργητικού δεν δικαιολογεί την κίνηση της διαδικασίας.» (σκέψη 18)
88 Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως ερμηνεύθηκε με την παρατεθείσα σκέψη της αποφάσεως Francovich II, συνάγεται, πρώτον, ότι η έννοια της αφερεγγυότητας είναι νομική έννοια που καθορίζεται στην οδηγία και δεν ταυτίζεται με μια πραγματική κατάσταση, όπως η παύση πληρωμών (68) ή η αδυναμία του εργοδότη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του (69).
ςΑλλωστε, η ύπαρξη πραγματικών καταστάσεων όπως οι προαναφερθείσες, λογικώς προηγούνται της αιτήσεως για την κίνηση της διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών, η οποία, με τη σειρά της είναι μία από τις προϋποθέσεις για την επέλευση της καταστάσεως αφερεγγυότητας, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1.
89 Η αντίθετη άποψη δεν μπορεί να βρει έρεισμα στη σκέψη 25 της αποφάσεως της 8ης Νοεμβρίου 1990 που επικαλείται η Επιτροπή (70). Προκειμένου να απαντήσει σε επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το οποίο το άρθρο 205 του κώδικα ιδιωτικού ναυτικού δικαίου (71) παρέχει ισοδύναμη προστασία με τις διατάξεις της οδηγίας 80/987, το Δικαστήριο, στην παραπάνω σκέψη, διέλαβε τα εξής:
«(...) η προστασία που προβλέπεται στο άρθρο 205 (...) ισχύει μόνο σε περίπτωση πλειστηριασμού και επομένως όχι, όπως απαιτεί η οδηγία, αφ' ης στιγμής ο εργοδότης βρεθεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, πράγμα που μπορεί να συμβεί πολύ νωρίτερα.»
Δεδομένου ότι ο πλειστηριασμός, ως μέτρο συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών, έπεται αναγκαίως και της παύσεως των πληρωμών, αλλά και της αποφάσεως με την οποία αρχίζει αυτή η διαδικασία (κατά το ελληνικό δίκαιο, της δικαστικής αποφάσεως περί κηρύξεως της πτωχεύσεως), η άποψη της Επιτροπής δεν ευρίσκει έρεισμα στη σκέψη αυτή.
90 Από το ίδιο άρθρο συνάγεται, δεύτερον, ότι οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς. Επομένως, δεν αρκεί να έχει ζητηθεί η έναρξη της διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών, αλλά απαιτείται επιπλέον και η απόφαση του αρμοδίου, κατά το εθνικό δίκαιο, οργάνου περί ενάρξεως της διαδικασίας. Εφόσον δε, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, το αρμόδιο αυτό όργανο είναι η δικαστική αρχή, όπως εν προκειμένω, τότε, το κράτος μέλος, ορίζοντας ότι «αφερεγγυότητα» ή «κατάσταση αφερεγγυότητας» ή «επέλευση της αφερεγγυότητας» υφίσταται από της εκδόσεως της σχετικής δικαστικής αποφάσεως, ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την οδηγία.
91 Είναι αληθές ότι η πάροδος του χρόνου από την παύση των πληρωμών ή από την αίτηση για την έναρξη της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της αρμοδίας αρχής (π.χ. της δικαστικής διαπιστώσεως της πτωχεύσεως) ενδέχεται να έχει ως συνέπεια ότι ορισμένοι εργαζόμενοι δεν εμπίπτουν στην περίοδο αναφοράς την οποία όρισε το κράτος μέλος, όπως υποστήριξαν οι ενάγοντες στην κύρια δίκη (72).
92 Το επιχείρημα αυτό δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Τα γεγονότα αυτά θα ήσαν κρίσιμα αν, κατά την οδηγία, επήγοντο αυτοτελείς έννομες συνέπειες, και συγκεκριμένα αν αποτελούσαν την αφετηρία ή το τέρμα της περιόδου αναφοράς. Τούτο όμως δεν συμβαίνει. Ούτε την αφετηρία αποτελούν (βλ. ανωτέρω, σημεία 88 και 90) ούτε το τέρμα, αφού, στην περίπτωση που μας απασχολεί (άρθρο 4, παράγραφος 2, περίπτωση πρώτη) το τέρμα της περιόδου αναφοράς είναι ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, που δεν συνδέεται με τα παραπάνω γεγονότα.
93 Στην πραγματικότητα, αυτό που προβάλλουν οι ενάγοντες στην κύρια δίκη είναι ότι κατά την περίοδο αναφοράς δεν είχαν εργασιακό δεσμό με τον εργοδότη, από τον οποίο να προκύπτουν ανεξόφλητες απαιτήσεις, ώστε να λάβουν την εγγύηση. ηΟντως, για την καταβολή της εγγυήσεως η οδηγία απαιτεί ενεργό εργασιακό δεσμό με τον εργοδότη, από τον οποίο να απέρρευσαν ανεξόφλητες απαιτήσεις των εργαζομένων. Η ύπαρξη ή όχι εργασιακού δεσμού, όμως, δεν συνδέεται απαραιτήτως με την παύση των πληρωμών ή την αίτηση για έκδοση αποφάσεως περί πτωχεύσεως - γεγονότα που θεωρούν σημαντικά οι ενάγοντες και το δικαστήριο της παραπομπής. Πράγματι, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι τα γεγονότα αυτά συνεπάγονται αυτομάτως τη διακοπή της εργασιακής σχέσεως (73). Αντιθέτως, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες αναφέρουν στις παρατηρήσεις τους, στις κύριες δίκες υπάρχουν ανεξόφλητες απαιτήσεις εναγόντων που εμπίπτουν στην περίοδο αναφοράς που ορίζει το ιταλικό δίκαιο και οι οποίες, μάλιστα, υπερβαίνουν τους τρεις μήνες (74).
94 Εν τέλει, το αν ορισμένοι εργαζόμενοι εμπίπτουν ή όχι στην περίοδο αναφοράς είναι ζήτημα τύχης. Είναι, ακόμη, αναγκαία συνέπεια της επιλογής μιας ημερομηνίας ή μιας περιόδου ως κρίσιμου χρόνου για την επέλευση έννομων αποτελεσμάτων. Η επιλογή αυτή είναι αποτέλεσμα σταθμίσεως αντιτιθεμένων συμφερόντων και αποτελεί μέση λύση, από την οποία είναι μοιραίο ορισμένοι να ευνοούνται και άλλοι να βλάπτονται.
95 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, η γνώση ή άγνοια των εργαζομένων περί του αν κινήθηκε από τρίτους η διαδικασία της πτωχεύσεως του εργοδότη τους, το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή διήρκεσε τυχόν επί χρόνο που ενδεχομένως υπερέβη την περίοδο αναφοράς καθώς και η ύπαρξη υπαιτιότητας ή όχι των εργαζομένων όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, δεν είναι κρίσιμα εν προκειμένω.
Επί του κύρους της παραγράφου 2 του άρθρου 4
96 Ειδικότερα, τα στοιχεία αυτά δεν επηρεάζουν το κύρος της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της οδηγίας από την άποψη της τηρήσεως των αρχών της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
97 νΟπως κρίθηκε με την απόφαση Francovich II, ενόψει των δυσχερειών εξευρέσεως κοινών κανόνων στους τομείς της προστασίας των εργαζομένων λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη (75), η οδηγία αποτελεί ένα πρώτο βήμα εναρμονίσεως και ως εκ τούτου έχει περιορισμένους στόχους. ςΕτσι, το γεγονός ότι προστατεύει μόνο ορισμένη κατηγορία εργαζομένων (δηλαδή εκείνους οι εργοδότες των οποίων υπάγονται σε διαδικασίες συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών), και επομένως εισάγει μια διαφοροποίηση των εργαζομένων, δεν συνιστά παραβίαση των αρχών της ισότητας, διότι η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από αντικειμενικές συνθήκες (76).
98 Η ίδια λύση προτείνω να υιοθετηθεί και στην προκειμένη περίπτωση. Το γεγονός ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει μια περίοδο αναφοράς στην οποία ενδέχεται ορισμένοι εργαζόμενοι να εμπίπτουν, ενώ άλλοι για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους να μην εμπίπτουν, εισάγει μεν μια διαφοροποίηση μεταξύ των εργαζομένων, πλην η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από τις ανάγκες της σταδιακής εναρμονίσεως, και ιδίως από την ανάγκη να παρασχεθεί η δυνατότητα σταδιακής εισαγωγής, στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, θεσμών που ήσαν προηγουμένως άγνωστοι.
Επί της ελάχιστης εγγυήσεως κατά την οδηγία
99 Εφόσον η παράγραφος 2 του άρθρου 4 μπορεί θεμιτώς να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό της εγγυήσεως που προβλέπει η οδηγία, θα πρέπει να εξετασθεί σε τι συνίσταται αυτή η εγγύηση.
ηΟπως έχει κριθεί, και τονίζουν ορθώς οι κυβερνήσεις της Ιταλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και το INPS, η οδηγία διασφαλίζει μια ελάχιστη προστασία υπέρ των εργαζομένων (77), υπό τη μορφή μιας ελάχιστης εγγυήσεως, η οποία μπορεί να καθορισθεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας (78).
100 Πράγματι, κατά την απόφαση Francovich I:
«(...), η ελάχιστη εγγύηση που προβλέπεται στην οδηγία είναι δυνατόν να καθοριστεί βάσει της ημερομηνίας της οποίας η επιλογή συνεπάγεται την μικρότερη επιβάρυνση για τον οργανισμό εγγυήσεως. Η ημερομηνία αυτή είναι εκείνη της επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη, δεδομένου ότι οι δύο άλλες ημερομηνίες, δηλαδή αυτή της γνωστοποιήσεως της απολύσεως του εργαζομένου και αυτή της λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της παύσεως της σχέσεως εργασίας είναι, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, κατ' ανάγκη μεταγενέστερες της επελεύσεως της αφερεγγυότητος και συνεπάγονται καθορισμό μεγαλύτερης περιόδου κατά την οποία πρέπει να διασφαλίζεται η πληρωμή των απαιτήσεων.» (σκέψη 19)
«ηΟσον αφορά την ευχέρεια περιορισμού αυτής της εγγυήσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ευχέρεια αυτή δεν αποκλείει τον καθορισμό της ελάχιστης εγγυήσεως. Από το γράμμα του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν τις εγγυήσεις που παρέχουν στους εργαζομένους σε ορισμένες περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας που προβλέπεται στο άρθρο 3. Οι περίοδοι αυτές καθορίζονται σε συνάρτηση με κάθε μια από τις τρεις ημερομηνίες που προβλέπονται στο άρθρο 3, έτσι ώστε να είναι δυνατόν, εν πάση περιπτώσει, να καθοριστεί μέχρι ποιο σημείο το κράτος μέλος θα μπορούσε να περιορίσει την εγγύηση που προβλέπεται στην οδηγία, αναλόγως της ημερομηνίας που θα είχε επιλέξει αν είχε μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο.» (σκέψη 20)
101 ηΟπως όμως κρίθηκε με την ίδια απόφαση, ενώ οι οικείες διατάξεις της οδηγίας είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς ακριβείς όσον αφορά τους δικαιούχους και το περιεχόμενο της εγγυήσεως, τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να επικαλεστούν τις διατάξεις αυτές ενώπιον των δικαστηρίων, δεδομένου ότι, «(...) δεν καθορίζουν, αφενός, την ιδιότητα του οφειλέτη της εγγυήσεως και, αφετέρου, το κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί οφειλέτης μόνο επειδή δεν θέσπισε εμπροθέσμως τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο» (σκέψη 26). Ενόψει τούτου, στο προδικαστικό ερώτημα, με το οποίο το εθνικό δικαστήριο ερωτούσε αν ο ιδιώτης μπορεί να επικαλεσθεί ευθέως έναντι του κράτους τις σαφείς και ανεπιφύλακτες διατάξεις της οδηγίας για να επιτύχει την εγγύηση που το κράτος όφειλε να εξασφαλίσει, το Δικαστήριο απάντησε ότι: «(...) οι διατάξεις της οδηγίας 80/987, που καθορίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να επικαλεσθούν τα δικαιώματα αυτά έναντι του κράτους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ελλείψει εμπροθέσμων μέτρων εφαρμογής» (σκέψη 27).
Επί του περιεχομένου της αποζημιώσεως λόγω παραλείψεως μεταφοράς της οδηγίας
102 Εάν όμως η μεν αποζημίωση προϋποθέτει δικαιώματα που μπορούν να καθοριστούν βάσει της οδηγίας, τα δε δικαιώματα που προβλέπει η οδηγία 80/987 μπορούν μεν να καθορισθούν βάσει των διατάξεών της, οι ιδιώτες όμως δεν μπορούν να τα επικαλεσθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ερωτάται με ποια κριτήρια τα τελευταία θα καθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση. Τούτο δε ενόψει του ότι το Δικαστήριο, στην ίδια πάντα απόφαση, αφού επανέλαβε ότι «(...) το επιδιωκόμενο από την οδηγία (...) αποτέλεσμα περιλαμβάνει τη χορήγηση στους μισθωτούς δικαιώματος εγγυήσεως για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους που αφορούν την αμοιβή» και ότι «(...) το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού μπορεί να καθοριστεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας» (σκέψη 44), διέλαβε περαιτέρω ότι
«Υπό τις συνθήκες αυτές στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διασφαλισθεί, στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου της ευθύνης, το δικαίωμα των εργαζομένων για αποκατάσταση των ζημιών που τους προκλήθηκαν λόγω της μη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο» (σκέψη 45).
103 Ο γενικός εισαγγελέας κ. J. Mischo, στο σημείο 80 των προτάσεων του επί της αποφάσεως Francovich I, είχε υποστηρίξει συναφώς ότι, προκειμένου περί οδηγιών των οποίων οι διατάξεις δεν έχουν άμεση εφαρμογή, όπως η οδηγία 80/987, «(...) στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως, το εθνικό δικαστήριο έχει ευχέρεια εκτιμήσεως που δεν έχει όταν η οδηγία παράγει άμεσα αποτελέσματα. Εφόσον είναι σαφές ότι ο ενάγων εμπίπτει στην κατηγορία των προσώπων των οποίων τα συμφέροντα η οδηγία έχει ως σκοπό να προστατεύει, το εθνικό δικαστήριο θα μπορέσει να καθορίσει την αποζημίωση κατ' ορθή και δικαία κρίση, εμπνεόμενο, κατά το δυνατό, από τις διατάξεις της οδηγίας. Θα εξετάσει τις επιλογές του άρθρου 3 και τις ευχέρειες αποκλίσεως του άρθρου 4 και θα προσπαθήσει να συναγάγει αποζημίωση ύψους που θα θεωρεί δίκαια.»
104 Συμμερίζομαι κατά βάση τη θέση αυτή, με την εξής όμως παρατήρηση. Θεωρώ ότι ο εθνικός δικαστής έχει μεν ευχέρεια εκτιμήσεως, πλην η ευχέρεια αυτή δεν είναι απεριόριστη. Η οδηγία περιέχει ένα minimum ρυθμίσεως (79) και κατά τούτο δεσμεύει τόσο το κράτος, το οποίο δεν επιτρέπεται να υπερβεί το minimum αυτό ούτε σε περίπτωση εμπρόθεσμης συμμορφώσεως, όσο και τα εθνικά δικαστήρια. Το minimum αυτό ρυθμίσεως δεν μπορεί παρά να αντιστοιχεί σε ένα minimum δικαίωμα υπέρ των εργαζομένων, το οποίο πρέπει να διασφαλίζει η αποζημίωση. Εάν γινόταν δεκτό ότι η αποζημίωση μπορεί να είναι κατώτερη του minimum αυτού, το κράτος θα αντλούσε ωφέλεια από την παράλειψή του να εφαρμόσει την οδηγία και θα ενθαρρυνόταν να την επαναλάβει - όπερ απαράδεκτο. Η ίδια η αποζημίωση, εξ άλλου, αν δεν διασφάλιζε το minimum αυτό, θα κατέληγε να είναι συμβολική. Κατά συνέπεια η αποζημίωση θα πρέπει να διασφαλίζει τουλάχιστον το minimum αυτό.
105 Το minimum αυτό της ρυθμίσεως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 4. Εκεί ο κοινοτικός νομοθέτης καθόρισε τί κατ' ελάχιστον όριο θα πρέπει να εξασφαλίζουν τα κράτη μέλη ως εγγύηση, ανάλογα με την ημερομηνία που θα επιλέξουν ως αφετηρία της περιόδου αναφοράς. ςΟμως, αντίθετα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3, η παράγραφος 2 του άρθρου 4 δεν επιτρέπει τον καθορισμό μιας ελάχιστης εγγυήσεως (δηλαδή εγγυήσεως η οποία, a priori, προκαλεί μικρότερη επιβάρυνση σε σχέση με τις άλλες), αλλά τριών δυνατών ελάχιστων εγγυήσεων (80).
106 Οι τρεις αυτές εγγυήσεις είναι ισοδύναμες, αφού και οι τρεις επιτρέπονται από την οδηγία. Εξ άλλου, εφόσον προκύπτουν από διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού, δεν είναι συγκρίσιμες μεταξύ τους ώστε να μπορεί να εξευρεθεί η ελάχιστη από τις τρεις. Ως εκ τούτου ο εθνικός δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη την ελάχιστη εγγύηση που θα προέκυπτε στην κάθε μία από τις τρεις περιπτώσεις, οφείλει να επιδικάσει την αποζημίωση που αρμόζει σε κάθε περίπτωση κατ' ορθή και δίκαιη κρίση στα πλαίσια του εθνικού δικαίου της ευθύνης. Οίκοθεν νοείται, βεβαίως, ότι, αν σε ανάλογες περιπτώσεις το εθνικό δίκαιο επιβάλλει αυξημένη αποζημίωση (π.χ. αν επιβάλλει την επιλογή της ευνοϋκότερης για τον εργαζόμενο λύσεως από τις τυχόν προσφερόμενες), η αποζημίωση θα υπολογισθεί σε αυτή τη βάση (81).
107 Το έργο του εθνικού δικαστή διευκολύνεται, πάντως, όταν, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, ο εθνικός νομοθέτης εξεδήλωσε αναδρομικώς τη βούληση του, όσον αφορά την επιλογή της μεθόδου υπολογισμού της εγγυήσεως βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των δύο προαναφερθέντων άρθρων (82). Τότε, σύμφωνα με όσα έχω ήδη εκθέσει παραπάνω (83), η εγγύηση που καθορίζεται ήδη ρητώς (και η βάσει αυτής αποζημίωση) δεν μπορεί να είναι κατώτερες (84) από την εγγύηση (και τη σχετική αποζημίωση) που θα προέκυπταν βάσει της αντίστοιχης επιλογής σύμφωνα με μόνες τις διατάξεις της οδηγίας.
108 Από όσα εκτέθηκαν προκύπτει ήδη ότι, οποιαδήποτε από τις τρεις δυνατότητες του άρθρου 4, παράγραφος 2, επιλέξει ο εθνικός νομοθέτης για τον καθορισμό της εγγυήσεως κατά τη μεταφορά της οδηγίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι συμμορφώνεται κατ' αρχήν με την οδηγία. Εφόσον δε οι διατάξεις του άρθρου αυτού μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως λόγω μη εμπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας, δεν κωλύεται κατ' αρχήν ο εθνικός νομοθέτης να προσδώσει αναδρομική ισχύ στην εγγύηση που καθορίζεται ήδη ρητώς βάσει της παραπάνω διατάξεως, και να ορίσει ότι η εγγύηση αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως του οφειλέτη για το χρονικό διάστημα μη εμπρόθεσμης μεταφοράς της οδηγίας (85).
Επί της παραγράφου 3 του άρθρου 4 της οδηγίας
109 Αν η παράγραφος 2 του άρθρου 4 μπορεί κατ' αρχήν, να εφαρμοσθεί αναδρομικώς, το ίδιο δεν ισχύει για την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού. Στην τελευταία παράγραφο δεν περιέχεται κανένα συγκεκριμένο στοιχείο το οποίο να επιτρέπει, βάσει μόνης της διατάξεως αυτής, τον προσδιορισμό δικαιωμάτων των εργαζομένων. Εξ άλλου, η άσκηση της ευχερείας επιβολής ανωτάτου ορίου στην εγγύηση, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, προϋποθέτει ότι το κράτος μέλος έχει ήδη ασκήσει την ευχέρεια του άρθρου 4, παράγραφος 2. Επομένως, η παράγραφος 3 του άρθρου 4 της οδηγίας δεν παρέχει έρεισμα για τον αναδρομικό περιορισμό της καταβλητέας εγγυήσεως και, περαιτέρω, για τον περιορισμό της αποζημιώσεως που μπορεί να καθορισθεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας (86).
V - Πρόταση
Ενόψει τούτων προτείνω στα προδικαστικά ερωτήματα να δοθεί η εξής απάντηση:
«1) Εφόσον κράτος μέλος, λαμβάνοντας μέτρα εφαρμογής της οδηγίας 80/987 μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 11, καθορίζει την αποζημίωση που οφείλεται για το χρονικό διάστημα μη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από την αποζημίωση που μπορεί να καθορισθεί βάσει μόνων των διατάξεων της οδηγίας.
2) Σε περίπτωση που κράτος μέλος, λαμβάνοντας καθυστερημένα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας, καθορίζει την καταβλητέα στους εργαζομένους εγγύηση κατ' ενάσκηση ευχερείας που παρέχει η παράγραφος 2 του άρθρου 4 της οδηγίας, η παράγραφος αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, το κράτος μέλος δεν κωλύεται να ορίσει ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο καθοριζόμενη εγγύηση αποτελεί τη βάση υπολογισμού της αποζημιώσεως που οφείλεται για το χρονικό διάστημα μη μεταφοράς της οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εγγύηση αυτή συνάδει προς τις διατάξεις της οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της προηγούμενης απαντήσεως. Η εκ μέρους του κράτους μέλους ενάσκηση της παραπάνω ευχερείας δεν συναρτάται προς υπαίτια ή μη συμπεριφορά των εργαζομένων.
3) Από την εξέταση της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της οδηγίας, όπως ερμηνεύθηκε ανωτέρω, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της ενόψει των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως.
4) Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν παρέχει έρεισμα για την επιβολή ανωτάτου ορίου στην αποζημίωση η οποία, κατά τη θέσπιση καθυστερημένων μέτρων μεταφοράς της οδηγίας, καθορίζεται ως οφειλομένη για το χρονικό διάστημα μη μεταφοράς της οδηγίας.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35.
(2) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357).
(3) - Συλλογή 1989, σ. 143.
(4) - Βλ. υποσημείωση 2.
(5) - GURI (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας), αριθ. 36, της 13ης Φεβρουαρίου 1992.
(6) - Οπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις των μερών στις κύριες δίκες, η ημερομηνία από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται το παραπάνω δωδεκάμηνο, δηλαδή η «ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας» κατά την οδηγία, συμπίπτει, σύμφωνα με τη νομολογία των ιταλικών δικαστηρίων, με την ημερομηνία της δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση.
(7) - Σύμφωνα με την απόφαση 285/1993 της Corte Costituzionale της Ιταλίας, την οποία μνημονεύει η διάταξη παραπομπής και επικαλούνται με τις παρατηρήσεις τους τα μέρη στις κύριες δίκες, το INPS διαχειρίζεται το παραπάνω Fondo di garanzia και νομιμοποιείται παθητικώς επί αγωγών αποζημιώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, του decreto legislativo 80/1992.
(8) - Επρόκειτο, ως γνωστόν, για τη ζημία που υπέστησαν οι εργαζόμενοι λόγω της παραλείψεως της Ιταλικής Δημοκρατίας να λάβει μέτρα μεταφοράς της επίμαχης οδηγίας.
(9) - Βλ., την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1996, C-297/94, Bruyθre κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-1551, σκέψη 19).
(10) - Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 59), της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-125/94, Aprile (Συλλογή 1995, σ. Ι-2919, σκέψεις 16 και 17), της 18ης Οκτωβρίου 1990, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-297/88 και C-197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. Ι-3763, σκέψη 35).
(11) - Βλ. την ήδη μνημονευθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση απόφαση Bosman.
(12) - Πρβλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1994, C-364/92, SAT Fluggesellschaft (Συλλογή 1994, σ. Ι-43, σκέψεις 11 και 14).
(13) - Βλ. αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 1996, C-177/94, Perfili (Συλλογή 1996, σ. Ι-161, σκέψη 9), της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-338/91, Steenhorst-Neerings (Συλλογή 1993, σ. Ι-5475, σκέψη 25).
(14) - Βλ. απόφαση της 20ής Μαου 1976, 111/75, Mazzalai (Συλλογή τόμος 1976, σ. 271, σκέψη 7).
(15) - Βλ. τις αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-46/93 και C-48/93, Brasserie du Pκcheur (Συλλογή 1996, σ. Ι-1029, σκέψη 33), της 21ης Φεβρουαρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik (Συλλογή 1991, σ. Ι-415, σκέψη 26), της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 18), και της 13ης Ιουλίου 1972, 48/71, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 85).
(16) - Ως γνωστόν, εκτός από τα κράτη μέλη, υποκείμενα της κοινοτικής έννομης τάξεως είναι και οι ιδιώτες, υπέρ των οποίων γεννώνται δικαιώματα λόγω σαφών υποχρεώσεων που η Συνθήκη επιβάλλει στα κράτη μέλη [βλ., ιδίως, προμνησθείσα απόφαση Francovich I (υποσημείωση 2), σκέψη 31, και την απόφαση της 3ης Απριλίου 1968, 28/67, Molkerei (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 715, σημείο 1 Α)].
(17) - Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, 70/72, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 609, σκέψη 13) (η υπογράμμιση δική μου).
(18) - Προμνησθείσα απόφαση Francovich I (υποσημείωση 2), σκέψη 36. Βλ. επίσης, ως προς την ανάλογη διάταξη του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1960, 6/60, Humblet (Rec. 1960, σ. 1125).
(19) - Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Brasserie du Pκcheur, σκέψη 27.
(20) - Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53).
(21) - Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, 286/85, Mc Dermott και Cotter (Συλλογή 1987, σ. 1453, σκέψη 12). Βλ. επίσης απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 71/85, FNV (Συλλογή 1986, σ. 3855, σκέψη 14), και την μόλις αναφερθείσα απόφαση Becker, σκέψεις 22 έως 24.
(22) - Προαναφερθείσες αποφάσεις Francovich I (υποσημείωση 2), σκέψεις 31 έως 36, Brasserie du Pκcheur (υποσημείωση 15), σκέψεις 31 έως 36, και αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 1996, C-392/93, British Telecommunications (Συλλογή 1996, σ. Ι-1631, σκέψη 38), της 23ης Μαου 1996, C-5/94, Hedley Lomas (Συλλογή 1996, σ. Ι-2553, σκέψη 24), της 8ης Οκτωβρίου 1996, C-178/94, C-179/94, C-188/94, C-189/94 και C-190/94, Dillenkofer κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 20), και της 17ης Οκτωβρίου 1996, C-283/94, C-291/94 και C-292/94, Denkavit κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 47).
(23) - Προαναφερθείσες αποφάσεις Francovich I (υποσημείωση 2), σκέψη 38, Brasserie de Pκcheur (υποσημείωση 15), σκέψη 38, Hedley Lomas, όπ.π., σκέψη 24, και Dillenkofer κ.λπ., όπ.π., σκέψη 20.
(24) - Προαναφερθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 24.
(25) - Προαναφερθείσα απόφαση Brasserie du Pκcheur, σκέψη 24.
(26) - Υπό την έννοια ότι το κράτος υπερέβη κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του. Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Brasserie du Pκcheur, σκέψεις 45 και 55, British Telecommunications, σκέψη 42, και Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 25.
(27) - Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Brasserie de Pκcheur σκέψεις 50 και 51, British Telecommunications, σκέψεις 39 και 40, Hedley Lomas, σκέψεις 25 και 26, Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 21 και Denkavit κ.λπ., σκέψη 48.
(28) - Προαναφερθείσες αποφάσεις Francovich I, σκέψεις 39 και 40, και Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 22, καθώς και αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 27), και της 7ης Μαρτίου 1996, C-192/94, El Corte Ingles (Συλλογή 1996, σ. Ι-1281, σκέψη 22).
(29) - Προαναφερθείσα απόφαση Brasserie du Pκcheur, σκέψη 66.
(30) - Προαναφερθείσα απόφαση Brasserie du Pκcheur, σκέψη 67. Βλ. επίσης την ήδη μνημονευθείσες αποφάσεις Francovich I, σκέψεις 41 και 42, και Faccini Dori, σκέψη 29.
(31) - Βλ. ιδίως προαναφερθείσες αποφάσεις Brasserie du Pκcheur, σκέψη 67, και Francovich I, σκέψη 43.
(32) - Σημειώνεται ότι, όσον αφορά την ευχέρεια επικλήσεως διατάξεων των Συνθηκών που έχουν άμεση εφαρμογή, το Δικαστήριο κρίνει παγίως ότι η ευχέρεια αυτή «(..) δεν αποτελεί παρά μια ελάχιστη κατοχύρωση και δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει την πλήρη και ολοκληρωτική εφαρμογή της Συνθήκης» [βλ. π.χ., απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-120/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-621, σκέψη 10)].
(33) - Βλ., προς αυτή την κατεύθυνση, το σημείο 77 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. P. Lιger στην υπόθεση C-5/94, επί της οποίας εκδόθηκε η προμνησθείσα (υποσημείωση 22) απόφαση Hedley Lomas.
(34) - Βλ. ανωτέρω σημείο 38.
(35) - Βλ. ανωτέρω σημείο 40.
(36) - Οδηγία 79/7/EOK του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών για θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
(37) - Επρόκειτο, ειδικότερα, για μεταβατική διάταξη που θέσπιζε διάκριση εις βάρος των γυναικών.
(38) - Υπόθεση 80/87 (Συλλογή 1988, σ. 1601). Βλ. και την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-208/90, Emmott (Συλλογή 1991, σ. Ι-4269, σκέψη 4 σε συνδυασμό με τη σκέψη 24).
(39) - Η δεύτερη αυτή σκέψη επανελήφθη στις αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1991, C-377/89, Cotter και McDermott (Συλλογή 1991, σ. Ι-1155, σκέψη 25) και της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C-343/92, Roks (Συλλογή 1994, σ. Ι-571, σκέψη 20).
(40) - Τούτο προκύπτει ακόμη σαφέστερα από την αναφερθείσα, στην προηγούμενη υποσημείωση, απόφαση Roks, σκέψεις 18, 20 και 25.
(41) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 57.
(42) - Βλ. υποσημείωση 39.
(43) - Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Dik (υποσημείωση 38), σκέψη 8, και Roks (υποσημείωση 39), σκέψη 18.
(44) - Προμνησθείσες αποφάσεις (υποσημείωση 39) Cotter και McDermott, σκέψη 18, και Roks, σκέψη 8.
(45) - Οπως, στις κρινόμενες υποθέσεις, οι διατάξεις της οδηγίας 80/987 (βλ. προμνησθείσα απόφαση Francovich I, σκέψη 26).
(46) - Βλ. ανωτέρω σημεία 46 και επ.
(47) - Βλ. απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-271/91, Marshall (Συλλογή 1993, σ. Ι-4367, σκέψεις 31 και 32) καθώς και προμνησθείσα απόφαση Brasserie du Pκcheur, σκέψη 82.
(48) - Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Francovich I, σκέψη 17. Βλ., όμως και ανωτέρω σημείο 51.
(49) - Βλ. προαναφερθείσα (υποσημείωση 47) απόφαση Marshall, σκέψεις 31 και 32.
(50) - Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Brasserie du Pκcheur, σκέψη 87.
(51) - Οπως η «παραδειγματική αποζημίωση» που προβλέπεται στο αγγλικό δίκαιο - βλ. προμνησθείσα απόφαση Brasserie du Pκcheur, σκέψη 89.
(52) - Βλ. την προμνησθείσα απόφαση Dillenkofer κ.λπ., σκέψη 48, και την απόφαση της 30ής Μαου 1991, C-59/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-2607, σκέψη 24).
(53) - Βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Emmott (υποσημείωση 38) σκέψεις 21 και 22, και Steenhorst-Neerings (υποσημείωση 13) σκέψη 19, και την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-410/92, Johnson (Συλλογή 1994, σ. Ι-5483, σκέψη 25).
(54) - Βλ. προμνησθείσες αποφάσεις Francovich I (υποσημείωση 2), σκέψη 39, και Faccini Dori (υποσημείωση 28), σκέψη 27.
(55) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 49.
(56) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 65. Σε περίπτωση που η οδηγία προβλέπει ένα ελάχιστο όριο, οι προϋποθέσεις αυτές λογικά συμπίπτουν, αφού προϋπόθεση για το κύρος του μέτρου καθ' εαυτό είναι πάντως να μην υπολείπεται του ελαχίστου ορίου που προβλέπει η οδηγία.
(57) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 63.
(58) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 16 και επ.
(59) - Βλ. τις σχετικές κρίσιμες διατάξεις ανωτέρω στα σημεία 5 έως 10.
(60) - Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-53/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. Ι-3917, σκέψη 2).
(61) - Δηλ. όταν θεσπίζονται εμπρόθεσμα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας.
(62) - Και στο άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, ορίζεται περίοδος αναφοράς, η οποία έχει αφετηρία αλλά δεν έχει συγκεκριμένο τέρμα. Αντιθέτως, η περίοδος αναφοράς στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, που έχει την ίδια αφετηρία με την προηγούμενη, είναι δυνατόν να περιορισθεί το πολύ σε έξι μήνες.
(63) - Στις περιπτώσεις αυτές, η ημερομηνία της επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη αποτελεί το τέρμα της περιόδου αναφοράς.
(64) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 60.
(65) - Συλλογή 1995, σ. Ι-3843, σκέψεις 25 έως 27.
(66) - Βλ. και παράγραφο 2 του άρθρου 2 της οδηγίας, όπου απαριθμούνται οι έννοιες τις οποίες θεμιτώς μπορούν να εξειδικεύσουν τα κράτη μέλη.
(67) - Βλ. προαναφερθείσα (υποσημείωση 65) απόφαση Francovich II, σκέψη 19.
(68) - Σημειώνεται ότι στην πρόταση οδηγίας της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (πρόταση της 13ης Απριλίου 1978, JO 1978, C 135, σ. 2) αντί για «κατάσταση αφερεγγυότητας» υπάρχει κατά κανόνα ο όρος «κατάσταση παύσεως πληρωμών». Το γεγονός ότι ο όρος αυτός εγκαταλείφθηκε στο τελικό κείμενο της οδηγίας συνηγορεί υπέρ της απόψεως που υποστηρίζεται στις παρούσες προτάσεις. Βλ. επίσης και το σημείο 15 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Francovich II.
(69) - Η καταστάσεις αυτές, εξ άλλου, μπορεί να ποικίλλουν σημαντικά κατά περίπτωση και ανά κράτος μέλος, με αποτέλεσμα την αδυναμία ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου - δηλαδή αυτό ακριβώς που ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να αποφύγει. Περαιτέρω, πέραν των περιπτώσεων εικονικών πτωχεύσεων, μια «πραγματική κατάσταση» δεν αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία, η οποία να δύναται να ληφθεί ως αφετηρία για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων, με επακόλουθο την ανασφάλεια δικαίου. Επί του ζητήματος αν συντρέχουν οι κατά το εθνικό δίκαιο προϋποθέσεις για την έναρξη της διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών (π.χ. παύση πληρωμών κ.λπ.), θα αποφανθεί η αρμόδια αρχή, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 της οδηγίας.
(70) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 60. Η απόφαση εκδόθηκε επί προσφυγής της Επιτροπής κατά παραλείψεως της Ελληνικής Δημοκρατίας να λάβει εμπροθέσμως μέτρα εφαρμογής της οδηγίας 80/987.
(71) - Το άρθρο αυτό, σε περίπτωση πλειστηριασμού του πλοίου, κατατάσσει τις απαιτήσεις των ναυτικών στη δεύτερη τάξη των ναυτικών προνομίων και, συγκεκριμένα, έπειτα από τα δικαστικά έξοδα και τις απαιτήσεις του Δημοσίου (βλ. σκέψη 24 της αυτής αποφάσεως).
(72) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 82.
(73) - Διότι τότε μόνο θα είχε σημασία αν τα γεγονότα αυτά είναι εντός ή εκτός της περιόδου αναφοράς.
(74) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 20. Ας σημειωθεί ότι, στη συναφή υπόθεση C-261/95, Palmisani (βλ. ανωτέρω, σημείο 69), η ενάγουσα εργαζόταν στον εργοδότη της μέχρι την ημερομηνία δικαστικής κηρύξεως της πτωχεύσεως του τελευταίου.
(75) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 86.
(76) - Βλ. σκέψεις 22 έως 24 της αποφάσεως.
(77) - Βλ. προμνησθείσα (σημείο 12) απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 23.
(78) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Francovich I, σκέψη 19.
(79) - Οσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της εγγυήσεως.
(80) - Τούτο συμβαίνει επειδή στο άρθρο 3, παράγραφος 2, η εγγύηση είναι συνάρτηση μιας μεταβλητής, δηλαδή της ημερομηνίας που αποτελεί την αφετηρία της περιόδου αναφοράς. Μικρότερη περίοδος αναφοράς συνεπάγεται λιγότερες απαιτήσεις εργαζομένων και επομένως μικρότερη επιβάρυνση για τον οργανισμό εγγυήσεως. Εφόσον δε συντομότερη περίοδος αναφοράς είναι εκείνη που έχει ως αφετηρία την ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη, ελάχιστη, a priori, είναι η εγγύηση που βασίζεται στην επιλογή αυτή. Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 4, η εγγύηση που προκύπτει ως αποτέλεσμα κάθε μίας από τις τρεις μεθόδους υπολογισμού, είναι συνάρτηση τριών μεταβλητών (δηλαδή: της ημερομηνίας ενάρξεως της περιόδου αναφοράς, της διαρκείας της περιόδου αυτής και της διαρκείας της εργασιακής σχέσεως για την οποία υπάρχουν ανεξόφλητες απαιτήσεις) οι οποίες δεν έχουν σταθερές τιμές σε κάθε περίπτωση. Ως εκ τούτου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, η επιλογή της ημερομηνίας επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη ως αφετηρίας της περιόδου αναφοράς (πρώτη περίπτωση), δεν είναι εκ των προτέρων βέβαιο ότι προκαλεί μικρότερη επιβάρυνση στον οργανισμό εγγυήσεως από ότι, π.χ., η επιλογή της τρίτης περιπτώσεως. Πράγματι, στην πρώτη περίπτωση η περίοδος αναφοράς είναι μικρότερη (έξι μήνες), η καταβλητέα εγγύηση όμως είναι μεγαλύτερη (εγγύηση για τρεις μήνες). Στην τρίτη περίπτωση, η περίοδος αναφοράς είναι μεν μεγαλύτερη (δέκα οκτώ μήνες), η εγγύηση όμως είναι μικρότερη (εγγύηση για οκτώ εβδομάδες, δηλ. δύο μήνες).
(81) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 51 και υποσημείωση 29.
(82) - Βλ. προς αυτή την κατεύθυνση, το σημείο 81 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. J. Mischo, όπ.π. σημείο 103.
(83) - Βλ. σημεία 73 και 74.
(84) - Και λογικώς δεν είναι κατώτερες - βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 56.
(85) - Με την επιφύλαξη, τονίζεται και πάλι, ότι το εθνικό δίκαιο της αποζημιώσεως δεν προβλέπει αυξημένη αποζημίωση σε ανάλογες περιπτώσεις (βλ. ανωτέρω, σημείο 106). Εάν δηλαδή το εθνικό δίκαιο προβλέπει αποζημίωση βάσει αυξημένης βάσεως (κεφαλαίου), τότε, οι αναδρομικές διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας, μπορεί μεν να συνάδουν κατ' αρχήν με το γράμμα των διατάξεων αυτής, προσκρούουν όμως στις αρχές του κοινοτικού δικαίου που επιβάλλουν την εφαρμογή του ευνοϋκοτέρου εθνικού δικαίου της ευθύνης. Στην περίπτωση αυτή, καθό μέρος περικόπτουν αποζημίωση κατοχυρωμένη ήδη από το κοινοτικό δίκαιο, έρχονται σε αντίθεση με αυτό και θα πρέπει να παραμερισθούν ώστε να εφαρμοσθεί το μόνο «έγκυρο σύστημα αναφοράς» εν προκειμένω, δηλαδή οι διατάξεις του εθνικού δικαίου περί εξωσυμβατικής ευθύνης του κράτους.
(86) - Πρβλ. προαναφερθείσα (υποσημείωση 14) απόφαση Marshall, σκέψη 30.
Full & Egal Universal Law Academy