Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα υπόθεση αποτελεί μία από τις τρεις υποβληθείσες στην κρίση του Δικαστηρίου υποθέσεις, οι οποίες αφορούν την εφαρμογή των οικονομικών κυρώσεων κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) στο πλαίσιο του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία (1). Μεταξύ των κυρώσεων αυτών περιλαμβάνονταν η απαγόρευση όλων των εξαγωγών, εξαιρουμένων ορισμένων στοιχειωδών αγαθών όπως τα ιατρικά υλικά, και ο οικονομικός αποκλεισμός (embargo). Η Centro-Com είναι ιταλική εταιρία στην οποία επετράπη να εξάγει ορισμένα ιατρικά προϋόντα στις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Το τίμημα για τις εξαγωγές αυτές έπρεπε να καταβάλλεται από λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε η Εθνική Τράπεζα της Γιουγκοσλαβίας στην Barclays Bank του Λονδίνου. Ωστόσο, η Centro-Com δεν εισέπραξε ολόκληρο το τίμημα λόγω μεταβολής της πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά την αποδέσμευση των σερβικών κεφαλαίων: λόγω νέων στοιχείων από τα οποία προέκυπτε καταστρατήγηση του συστήματος των αδειών εξαγωγής, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αποφάσισε να επιβάλει την προϋπόθεση να πραγματοποιούνται οι εξαγωγές αυτές από το Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων. Ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων η Centro-Com προσβάλλει αυτή τη μεταβολή πολιτικής, στηριζόμενη εν μέρει στο κοινοτικό δίκαιο. Τα ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο αφορούν τα αποτελέσματα της κοινής εμπορικής πολιτικής της Κοινότητας και των επιβαλλόντων κυρώσεις κανονισμών του Συμβουλίου στην πολιτική ενός κράτους μέλους ως προς την καταβολή του τιμήματος για επιτρεπόμενες εξαγωγές.
Νομικό πλαίσιο
2 Κατά τη διάρκεια του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εξέδωσε ορισμένα ψηφίσματα τα οποία επέβαλαν στα κράτη μέλη του ΟΗΕ την υποχρέωση να λάβουν ορισμένα μέτρα embargo και να επιβάλουν άλλες κυρώσεις (2). Με το ψήφισμα 757 (1992), το οποίο εκδόθηκε στις 30 Μαου 1992, το Συμβούλιο Ασφαλείας καταδίκασε την παράλειψη των αρχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβίας και Μαυροβουνίου) να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα για τη συμμόρφωση προς το ψήφισμα 752 (1992), το οποίο απαιτούσε την παύση των εχθροπραξιών στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο επέβαλε εμπορικό και οικονομικό αποκλεισμό.
3 Ο εμπορικός αποκλεισμός προσδιορίστηκε στην παράγραφο 4 του ψηφίσματος 757 (1992), με την οποία το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσισε, κατά τα ουσιώδη, τα εξής:
«όλα τα κράτη μέλη απαγορεύουν:
(...)
(c) την πώληση ή την προμήθεια, από τους υπηκόους τους ή με βάση το εδάφός τους ή από τα σκάφη ή τα αεροσκάφη που φέρουν τη σημαία τους, κάθε πρώτης ύλης ή προϋόντος, ανεξαρτήτως του αν κατάγεται από το έδαφός τους, μη συμπεριλαμβανομένων των προμηθειών αυστηρά ιατρικών υλικών και ειδών διατροφής οι οποίες γνωστοποιούνται στην επιτροπή που συστάθηκε δυνάμει του ψηφίσματος 724 (1991), προς κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) ή προς κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για δραστηριότητες που ασκούνται εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) ή με βάση το έδαφός της, καθώς και κάθε δραστηριότητα των υπηκόων τους ή επί του εδάφους τους που προωθεί ή αποσκοπεί στην προώθηση των πωλήσεων ή προμηθειών τέτοιων προϋόντων ή πρώτων υλών».
4 Ο οικονομικός αποκλεισμός προσδιορίστηκε με την παράγραφο 5 τoυ ψηφίσματος, με την οποία αποφασίστηκαν τα εξής:
«ότι κανένα κράτος δεν θα διαθέτει στις αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) ή σε οποιαδήποτε εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφελείας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) οποιαδήποτε κεφάλαια ή άλλους χρηματικούς ή οικονομικούς πόρους και ότι όλα τα κράτη θα απαγορεύουν στους υπηκόους τους ή σε οποιαδήποτε πρόσωπα επί του εδάφους τους να μεταφέρουν από το έδαφός τους ή να διαθέτουν κατ' άλλο τρόπο προς τις αρχές αυτές ή προς τις επιχειρήσεις αυτές οποιαδήποτε τέτοια κεφάλαια ή πόρους και να εμβάζουν οποιαδήποτε άλλα κεφάλαια σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) εκτός αν καταβάλλονται αποκλειστικώς για αυστηρώς ιατρικούς ή ανθρωπιστικούς σκοπούς και για είδη διατροφής».
5 Όπως προκύπτει, σε περίπτωση επιτρεπομένων προμηθειών ιατρικών υλικών, η παράγραφος 4, στοιχείο c, απαιτεί την κοινοποίηση προς την επιτροπή που έχει συσταθεί βάσει του ψηφίσματος 724 (1991). Τα γενικά καθήκοντα της επιτροπής αυτής εκτίθενται στην παράγραφο 5, στοιχείο b, του ψηφίσματος αυτού, το οποίο εκδόθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1991. Με το ψήφισμα αυτό, το Συμβούλιο Ασφαλείας:
«Αποφασίζει τη σύσταση, σύμφωνα με το άρθρο 28 των Προσωρινών Κανόνων Διαδικασίας του, επιτροπής προσαρτημένης στο Συμβούλιο Ασφαλείας και συγκροτουμένης απ' όλα τα μέλη του, η οποία επιφορτίζεται με τα κάτωθι καθήκοντα και υποχρεούται να αναφέρεται, σχετικά με το έργο της, στο Συμβούλιο Ασφαλείας με την υποβολή παρατηρήσεων και συστάσεων:
i) εξετάζει τις εκθέσεις που υποβάλλονται κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω υποπαραγράφου (a) [του ψηφίσματος 713 (1991)]·
ii) ζητεί από όλα τα κράτη περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά ενέργειες που έχουν αναληφθεί από αυτά και αφορούν την αποτελεσματική εφαρμογή του αποκλεισμού (embargo) που επιβλήθηκε με την παράγραφο 6 του ψηφίσματος 713 (1991)·
iii) εξετάζει κάθε στοιχείο που φέρεται σε γνώση της από τα κράτη και αφορά παραβιάσεις του αποκλεισμού (embargo) και, στο πλαίσιο αυτό, διατυπώνει συστάσεις προς το Συμβούλιο Ασφαλείας σχετικά με τους τρόπους αυξήσεως της αποτελεσματικότητας του αποκλεισμού (embargo)·
iv) εισηγείται τα ενδεδειγμένα μέτρα για την αντιμετώπιση παραβιάσεων του γενικού και πλήρους αποκλεισμού (embargo) επί όλων των παραδόσεων όπλων και πολεμικού υλικού στη Γιουγκοσλαβία και παρέχει τακτικά στον Γενικό Γραμματέα πληροφορίες για τη γενική ενημέρωση των κρατών μελών».
6 Η επιτροπή αυτή, η οποία είναι κοινώς γνωστή ως Επιτροπή κυρώσεων για τη Γιουγκοσλαβία και αποτελείται από αντιπροσώπους κρατών μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, έχει εξελιχθεί σε σημαντικό μόνιμο όργανο για την καθημερινή εποπτεία της εφαρμογής των κυρώσεων (3).
7 Η Κοινότητα έλαβε διάφορα μέτρα για την εφαρμογή των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το επίδικο στην παρούσα υπόθεση μέτρο είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, που [απαγορεύει το εμπόριο] μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2015/92 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1992 (στο εξής: κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων) (4).
8 Το προοίμιο του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων αναφέρεται στις δραματικές εξελίξεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και στην παρέμβαση των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου στις εσωτερικές υποθέσεις της Δημοκρατίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (5). Το προοίμιο αναφέρει ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της, που συνήλθαν στο πλαίσιο της πολιτικής συνεργασίας, αποφάσισαν ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να εμποδιστούν οι Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου να εξακολουθήσουν να παραβιάζουν την ακεραιότητα και την ασφάλεια της Δημοκρατίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και να παροτρυνθούν να συνεργασθούν για την αποκατάσταση της ειρήνης και του διαλόγου στην περιοχή (6). Στη συνέχεια, το προοίμιο αναφέρεται στο ψήφισμα 757 (1992), περί οικονομικού αποκλεισμού, και καταλήγει ότι πρέπει να σταματήσουν οι οικονομικές σχέσεις της Κοινότητας με τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου (7). Το προοίμιο αναφέρει ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της συμφώνησαν να προσφύγουν στην έκδοση κοινοτικής πράξεως, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή σε όλη την Κοινότητα «ορισμένων από αυτά τα μέτρα» (8). Ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων εκδόθηκε βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης.
9 Ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων ορίζει, κατά τα ουσιώδη, τα εξής:
«Άρθρο 1
Από τις 31 Μαου 1992, απαγορεύονται:
(...)
β) οι εξαγωγές προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου όλων των προϋόντων και των πρώτων υλών, που υπάγονται στη συνθήκη αυτή, καταγωγής ή προελεύσεως της Κοινότητας·
γ) κάθε δραστηριότητα η οποία έχει σκοπό ή αποτέλεσμα να προωθήσει, άμεσα ή έμμεσα, τις συναλλαγές που αναφέρονται στα στοιχεία αα και ββ·
(...)
Άρθρο 2
Οι απαγορεύσεις του άρθρου 1 δεν ισχύουν:
α) για τις εξαγωγές προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου προϋόντων και πρώτων υλών που προορίζονται για αυστηρώς ιατρικούς σκοπούς, καθώς και ειδών διατροφής, οι οποίες κοινοποιούνται στην επιτροπή που έχει συσταθεί με το ψήφισμα 724 (1991) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών·
(...)
γ) για κάθε δραστηριότητα η οποία έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προώθηση, άμεσα ή έμμεσα, των συναλλαγών που αναφέρονται στα στοιχεία αα και ββ (...)·
(...)
Άρθρο 3
Οι εξαγωγές προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου προϋόντων και πρώτων υλών που προορίζονται για αυστηρώς ιατρικούς σκοπούς, καθώς και των ειδών διατροφής, υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση εξαγωγής η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.
(...)»
10 Ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων δεν περιλαμβάνει ρητές διατάξεις όσον αφορά τον οικονομικό αποκλεισμό ή τις καταβολές του τιμήματος για επιτρεπόμενες εξαγωγές.
11 Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει επίσης αντιδικία όσον αφορά τους γενικούς κοινοτικούς κανόνες περί εξαγωγών. Ο κανονισμός (EOK) 2603/69 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1969, περί θεσπίσεως κοινού καθεστώτος εξαγωγών (στο εξής: κανονισμός περί εξαγωγών) (9), με το άρθρο 1, θεσπίζει μια «βασική αρχή»:
«Οι εξαγωγές της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητος προς τρίτες χώρες είναι ελεύθερες, δηλαδή δεν υπόκεινται σε ποσοτικούς περιορισμούς, με εξαίρεση εκείνους που επιβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.»
12 Το άρθρο 11 του κανονισμού περί εξαγωγών ορίζει τα εξής:
«Υπό την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει την υιοθέτηση ή την εφαρμογή από τα κράτη μέλη ποσοτικών περιορισμών κατά την εξαγωγή που επιβάλλονται για λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή διατηρήσεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.»
13 Το Ηνωμένο Βασίλειο έθεσε σε εφαρμογή τα ανωτέρω ψηφίσματα και τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων με το Serbia and Montenegro (United Nations Sanctions) Order (διάταγμα περί των κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών κατά της Σερβίας και του Μαυροβουνίου) του 1992, το οποίο εξέδωσε η βασίλισσα ως Order in Council στις 4 Ιουνίου 1992, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του United Nations Act (νόμου περί των Ηνωμένων Εθνών) του 1946. Το άρθρο 3 του διατάγματος αυτού απαγορεύει σε οποιονδήποτε να παρέχει ή να παραδίδει οποιαδήποτε αγαθά σε πρόσωπο που συνδέεται με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, άνευ αδείας του Secretary of State (Υπουργού Εσωτερικών). Το άρθρο 4 απαγορεύει κάθε εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο προς οποιονδήποτε προορισμό στη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, άνευ αδείας του Secretary of State. Το άρθρο 10 αφορά τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές:
«1) Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε, χωρίς άδεια χορηγηθείσα από το Treasury (Υπουργείο Οικονομικών) ή για λογαριασμό του, να προβαίνει:
a) σε οποιαδήποτε καταβολή ή εκχώρηση χρυσού, χρεογράφων ή αξιών· ή
b) σε οποιαδήποτε μεταβολή ως προς τα πρόσωπα υπέρ των οποίων πιστώνεται οποιοδήποτε ποσό ή προς τα οποία εκχωρούνται χρυσός, τίτλοι ή επενδύσεις, οσάκις πρόκειται περί συναλλαγής στην οποία έχει εφαρμογή το παρόν άρθρο.
2) Οι συναλλαγές στις οποίες έχει εφαρμογή το παρόν άρθρο είναι οι συναλλαγές διά των οποίων μπορεί να διατεθούν σε οποιοδήποτε πρόσωπο συνδεόμενο με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο ή υπέρ αυτού κεφάλαια ή άλλοι χρηματικοί ή οικονομικοί πόροι, είτε διά της απομακρύνσεώς τους από το Ηνωμένο Βασίλειο είτε κατ' άλλον τρόπο, ή να εμβασθούν κατ' άλλο τρόπο ή να μεταβιβασθούν κεφάλαια ή άλλοι τέτοιοι πόροι σε οποιοδήποτε πρόσωπο συνδεόμενο με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο ή υπέρ του προσώπου αυτού.
3) Κάθε άδεια χορηγούμενη από το Treasury ή για λογαριασμό του βάσει του άρθρου αυτού μπορεί να χορηγείται είτε ανεπιφυλάκτως είτε υπό όρους και μπορεί να τροποποιείται ή να ανακαλείται οποτεδήποτε από το Treasury ή για λογαριασμό αυτού.»
14 Το Order, αυτό καθαυτό, δεν διατυπώνει καμία από τις αρχές βάσει των οποίων πρέπει να ενεργεί το Treasury οσάκις αποφασίζει αν θα χορηγήσει την άδεια για την απομάκρυνση τέτοιων κεφαλαίων από το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι αρχές αυτές διευκρινίστηκαν για λογαριασμό του Treasury με ανακοίνωση της Bank of England (Τράπεζα της Αγγλίας) της 8ης Ιουνίου 1992. Η παράγραφος 10 της ανακοινώσεως αυτής, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει, κατά τα ουσιώδη, τα εξής:
«Η Bank of England θα εξετάζει συγκεκριμένες αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας χρεώσεως σερβικών λογαριασμών για κάθε άλλο σκοπό, περιλαμβανομένων των εξής:
(...)
c) καταβολές για φιλανθρωπικούς ή ανθρωπιστικούς σκοπούς.»
Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
15 Η Centro-Com είναι εμπορική εταιρία συσταθείσα στην Ιταλία. Η βασική της δραστηριότητα συνίσταται στην εμπορία φαρμακευτικών προϋόντων. Μεταξύ της 28ης Ιουλίου και της 16ης Δεκεμβρίου 1992, η αρμόδια για τις κυρώσεις ως προς τη Γιουγκοσλαβία επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών χορήγησε άδεια στη Centro-Com για την εξαγωγή από την Ιταλία και την παράδοση στην εταιρία Sanitas στο Μαυροβούνιο 14 φορτίων ιατρικών προϋόντων και στην εταιρία Montefarm στο Μαυροβούνιο ενός φορτίου οργάνων για αναλύσεις αίματος. Η Sanitas και η Montefarm είναι εταιρίες χονδρικής πωλήσεως ιατρικών προϋόντων. Η Centro-Com έλαβε επίσης από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές την άδεια εξαγωγής που επιβάλλει το άρθρο 3 του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων. Μεταξύ της 15ης Οκτωβρίου 1992 και της 6ης Ιανουαρίου 1993, η Centro-Com εξήγαγε και τα 15 φορτία από την Ιταλία στο Μαυροβούνιο, τα οποία πέρασαν από το ιταλικό τελωνείο στην Τεργέστη.
16 Η Centro-Com έπρεπε να εισπράξει το τίμημα για τις ανωτέρω συναλλαγές από ένα λογαριασμό καταθέσεων τον οποίο διατηρούσε η Εθνική Τράπεζα της Γιουγκοσλαβίας στην Barclays Bank του Λονδίνου. Το άρθρο 10 του Serbia and Montenegro (United Nations Sanctions) Order του 1992 (10) είχε ως συνέπεια τη δέσμευση του λογαριασμού αυτού, με εξαίρεση τις καταβολές από τον λογαριασμό αυτό που είχαν επιτραπεί από το Treasury ή για λογαριασμό αυτού. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα αποτελούσε πολιτική της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου να επιτρέπει τη χρέωση των δεσμευμένων σερβικών λογαριασμών εντός του Ηνωμένου Βασιλείου για την καταβολή του τιμήματος που αφορούσε εγκριθείσες από τα Ηνωμένα Έθνη εξαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο ή οποιαδήποτε άλλη χώρα προς τη Σερβία για ιατρικούς και ανθρωπιστικούς σκοπούς. Η Barclays Bank υπέβαλε αίτηση στην Bank of England για να της χορηγηθεί άδεια να χρεώσει τον λογαριασμό υπέρ της Centro-Com με το οφειλόμενο χρηματικό ποσό για κάθε εξαχθέν φορτίο. Κάθε αίτηση υποβλήθηκε με χωριστό έγγραφο, όλες δε υποβλήθηκαν πριν από τις 29 Ιανουαρίου 1993. Μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 1993 η Bank of England είχε εγκρίνει 11 από τις 15 αιτήσεις και η Barclays Bank είχε καταβάλει τα σχετικά ποσά στη Centro-Com.
17 Ενώ η Bank of England εξέταζε τις αιτήσεις, το Foreign and Commonwealth Office (Υπουργείο Εξωτερικών) άρχισε να λαμβάνει αναφορές περί καταστρατηγήσεως του συστήματος των αδειών που χορηγούσε η αρμόδια για τις κυρώσεις ως προς τη Γιουγκοσλαβία επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την παράδοση εμπορευμάτων στη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Υπήρξαν συνεχείς αναφορές της Αποστολής για τη συνδρομή στην εφαρμογή των κυρώσεων στην Ουγγαρία, σχετικές με την εσφαλμένη περιγραφή εμπορευμάτων και με την αναξιοπιστία εγγράφων εκδοθέντων ή φερομένων ως εκδοθέντων από την αρμόδια για τις κυρώσεις ως προς τη Γιουγκοσλαβία επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών. Η Αποστολή επισήμανε ότι το σύστημα ήταν αδύνατον να ελεγχθεί αποτελεσματικά στα σύνορα. Επιπλέον, κατά τους προηγούμενους τρεις μήνες υπήρξε σημαντική αύξηση της χρήσεως κεφαλαίων κατατεθειμένων στο Ηνωμένο Βασίλειο για την πληρωμή του τιμήματος εμπορευμάτων εξαχθέντων με την έγκριση των Ηνωμένων Εθνών από άλλες χώρες προς τη Σερβία. Η Γαλλία είχε εφαρμόσει πολιτική πλήρους απαγορεύσεως της ελευθερώσεως δεσμευμένων κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος οποιωνδήποτε εξαγωγών προς τη Σερβία.
18 Ως εκ τούτου, το Treasury αποφάσισε να μεταβάλει την πολιτική του και να επιτρέπει την πληρωμή από κατατεθειμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο σερβικά κεφάλαια για εμπορεύματα που ενέπιπταν στις εξαιρούμενες κατηγορίες, μόνον εφόσον εξάγονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Bank of England ανακοίνωσε αυτή την αλλαγή πολιτικής στην Barclays Bank με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1993, το οποίο ανέφερε τα εξής:
«Στο εξής, δεν θα γίνονται δεκτές αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας χρεώσεως σερβικών λογαριασμών σε τράπεζες εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, για την καταβολή του τιμήματος οποιουδήποτε είδους εμπορευμάτων εξαγομένων προς τη Σερβία από οποιαδήποτε χώρα εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου.»
Η ίδια μεταβολή πολιτικής περιγράφεται σε ένα περαιτέρω συμπλήρωμα της ανακοινώσεως της Bank of England το οποίο φέρει την ημερομηνία 8 Ιουνίου 1992 (11) και το οποίο εκδόθηκε στις 26 Απριλίου 1993. Ως βασικός λόγος της μεταβολής προβλήθηκε ότι το Department of Trade and Industry (Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας) θα μπορούσε έτσι να ασκεί αυστηρό έλεγχο στα εξαγόμενα από το Ηνωμένο Βασίλειο εμπορεύματα, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα εμπορεύματα αυτά πράγματι αντιστοιχούν στα σχετικά έγγραφα. Κατά τη δίκη ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων διευκρινίστηκε εξ ονόματος της Bank of England ότι αυτή δεν θεωρούσε ότι η ίδια η Centro-Com ευθυνόταν για οποιαδήποτε παράβαση σχετικά με τις κυρώσεις.
19 Κατόπιν της αλλαγής πολιτικής, η Bank of England απέρριψε τις τέσσερις εκκρεμείς αιτήσεις με τις οποίες η Barclays Bank ζήτησε την άδεια να προβεί σε καταβολές προς τη Centro-Com από τον λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Γιουγκοσλαβίας. Ως εκ τούτου, η Centro-Com αμφισβήτησε τη νομιμότητα της νέας πολιτικής, ειδικότερα δε της εφαρμογής της ως προς τις καταβολές του τιμήματος για τα τέσσερα φορτία. Υπέβαλε αίτηση περί judicial review (δικαστικού ελέγχου) ενώπιον του High Court (Queen's Bench Division, Divisional Court). Η Centro-Com ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η νέα πολιτική αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα δε στο άρθρο 113 της Συνθήκης και στον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων, στο άρθρο 7 της Συνθήκης (νυν άρθρο 6) και στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Το Divisional Court απέρριψε την αίτηση της Centro-Com με απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 1993 (12) και η Centro-Com άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Court of Appeal. Το Court of Appeal επίσης απέρριψε τα στηριζόμενα στα άρθρα 7 και 30 της Συνθήκης επιχειρήματα της Centro-Com, όσον αφορά όμως τα επιχειρήματα που στηρίζονταν στην κοινή εμπορική πολιτική της Κοινότητας και στον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων, το Court of Appeal έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί μετά βεβαιότητας επί ορισμένων από τα ζητήματα που ανέκυπταν. Το Court of Appeal υπέβαλε προς το Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Συμβιβάζεται προς την κοινή εμπορική πολιτική της Κοινότητας και, συγκεκριμένα, προς το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΚ και προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, η θέσπιση από κράτος μέλος Α εθνικών μέτρων, τα οποία απαγορεύουν την αποδέσμευση κεφαλαίων ευρισκομένων εντός του κράτους μέλους Α αλλά ανηκόντων σε πρόσωπο στη Σερβία ή στο Μαυροβούνιο, εφόσον:
1. ζητείται η αποδέσμευση των κεφαλαίων για την καταβολή προς υπήκοο κράτους μέλους Β του τιμήματος εμπορευμάτων τα οποία αυτός εξήγαγε από το κράτος μέλος Β προς τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο·
2. α) τα εμπορεύματα έχουν επισήμως χαρακτηρισθεί ως προοριζόμενα για αυστηρώς ιατρικούς σκοπούς από την Επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών, βάσει του ψηφίσματος 757 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ·
β) τα εμπορεύματα εξήχθησαν κατόπιν αδείας χορηγηθείσας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους Β σύμφωνα με τον κανονισμό 1432/92·
3. τα εθνικά μέτρα επιτρέπουν την αποδέσμευση κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος τέτοιου είδους εμπορευμάτων εξαχθέντων από το έδαφος του κράτους μέλους Α, η δε άδεια εξαγωγής, της οποίας γίνεται μνεία στην παράγραφο 2, στοιχείο ββ, ανωτέρω, έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους Α· και
4. το κράτος μέλος Α έχει αποφασίσει ότι η θέσπιση των εθνικών αυτών μέτρων είναι αναγκαία ή σκόπιμη προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ;
2) Ασκούν οι διατάξεις του άρθρου 234 της Συνθήκης EK επιρροή στην απάντηση επί του ερωτήματος 1;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Με το πρώτο ερώτημα το Court of Appeal ερωτά κατ' ουσίαν αν η μεταβολή της πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά την αποδέσμευση κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος επιτρεπομένων εξαγωγών προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, όπως περιγράφεται ανωτέρω, συμβιβάζεται με την εμπορική πολιτική της Κοινότητας, περιλαμβανομένου του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων. Δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό θέτει ορισμένα δύσκολα και καινούρια ζητήματα, θεωρώ σκόπιμο να εκθέσω καταρχάς τους βασικούς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επί του ερωτήματος αυτού.
21 Η Centro-Com επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου επί της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας στον τομέα της εμπορικής πολιτικής (13) και επισημαίνει ότι το άρθρο 113 πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως (14). Ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων θέσπισε νέα εμπορική πολιτική όσον αφορά τις εξαγωγές προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Η Centro-Com δέχεται ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε εντός συγκεκριμένου πλαισίου όσον αφορά τα πολιτικά ζητήματα και τις εξωτερικές σχέσεις, αλλά δεν μπορεί, κατά την άποψή της, να αλλοιώσει αυτή καθαυτή τη φύση των μέτρων που η Κοινότητα κλήθηκε να λάβει. Η Κοινότητα άσκησε την αποκλειστική της αρμοδιότητα επί των εμπορικών θεμάτων και τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν περαιτέρω αρμοδιότητα στον συγκεκριμένο τομέα όπου έχει τεθεί σε ισχύ κοινοτικό νομοθέτημα.
22 Ακόμη και αν ο κανονισμός άφηνε στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να εφαρμόσουν τις κυρώσεις των Ηνωμένων Εθνών πέραν των ορίων των διατάξεών του, τα κράτη μέλη θα έπρεπε πάντοτε να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή κατά τρόπον ώστε να μην αντιβαίνει στους βασικούς στόχους και σκοπούς του κανονισμού ούτε να θίγει την ομοιόμορφη εφαρμογή του ούτε να αντιβαίνει σε οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ή να προσβάλλει οποιοδήποτε δικαίωμα απορρέει από τις διατάξεις αυτές. Η Centro-Com έχει την άποψη ότι η επίδικη μεταβολή πολιτικής αντιβαίνει στο άρθρο 113 της Συνθήκης και στον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων. Το γεγονός ότι ο οικονομικός αποκλεισμός, τον οποίον προβλέπει η παράγραφος 5 του ψηφίσματος 757 (1992) (15), δεν επαναλαμβάνεται ρητώς στον κανονισμό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναγνώριση αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Η Centro-Com ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων περιέλαβε το αντικείμενο της παραγράφου 5 στη γενική ρήτρα του άρθρου 1, στοιχείο γγ, η οποία απαγορεύει «κάθε δραστηριότητα η οποία έχει σκοπό ή αποτέλεσμα να προωθήσει, άμεσα ή έμμεσα, τις συναλλαγές που αναφέρονται στα στοιχεία αα και ββ (...)».
23 Η Centro-Com ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, κατά το κοινοτικό δίκαιο, το δικαίωμα συναλλαγής με αλλοδαπά πρόσωπα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια συγκεκριμένη πτυχή του θεμελιώδους δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας. Καθόσον ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων επέτρεψε ορισμένες εξαγωγές, θέσπισε ατομικό δικαίωμα συναλλαγής. Η Centro-Com εξήγαγε τα εμπορεύματα συμμορφούμενη πλήρως προς το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, έχει αναμφισβήτητο δικαίωμα να εισπράξει το τίμημα των συναλλαγών αυτών. Η άρνηση των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου να αποδεσμεύσουν τα κεφάλαια προσβάλλει το θεμελιώδες δικαίωμα της Centro-Com να συναλλάσσεται με αλλοδαπά πρόσωπα. Οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να επιβάλλουν περαιτέρω προϋποθέσεις πέραν αυτών που θεσπίζει ειδικώς ο κανονισμός. Οι αρχές αυτές δεν μπορούν να προβαίνουν σε δυσμενή διάκριση, διαφοροποιώντας τη συμπεριφορά τους αναλόγως του εξάγοντος κράτους μέλους.
24 Με τους ισχυρισμούς της Centro-Com συντάσσονται η Ιταλική, η Ολλανδική και η Βελγική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.
25 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι εθνικές διατάξεις σχετικά με την καταβολή του τιμήματος εξαγωγών επηρεάζουν άμεσα τις εμπορικές συναλλαγές και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής. Ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης, πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα. Εάν η αρμόδια για τις κυρώσεις ως προς τη Γιουγκοσλαβία επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών έχει αναγνωρίσει ότι τα εμπορεύματα προορίζονται για αυστηρώς ιατρικούς σκοπούς (άρθρο 2, στοιχείο αα, του κανονισμού) και η αρμόδια αρχή ορισμένου κράτους μέλους έχει χορηγήσει άδεια εξαγωγής, δεν έχει εφαρμογή η απαγόρευση εξαγωγής του άρθρου 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν μονομερώς άλλες προϋποθέσεις πέραν των προϋποθέσεων του κανονισμού και να περιορίζουν περαιτέρω τις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμογή η απαγόρευση. Στο πεδίο που καλύπτει το άρθρο 113 της Συνθήκης τα κράτη μέλη δεν έχουν εξουσία να θεσπίζουν διαφορετικές ή μεταγενέστερες διατάξεις ικανές να μεταβάλλουν την ομοιόμορφη δράση που απαιτείται απ' όλα τα κράτη μέλη. Η αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 (1992) δεν αποτελεί αιτία δικαιολογούσα την επίδικη μεταβολή πολιτικής: αν ορισμένο κράτος μέλος έχει την άποψη ότι τα ληφθέντα από την Κοινότητα μέτρα είναι ανεπαρκή, πρέπει να προβεί σε διαβήματα για τη βελτίωση των μέτρων αυτών και δεν μπορεί να ενεργήσει μονομερώς. Εξάλλου, τα ληφθέντα από το Ηνωμένο Βασίλειο μέτρα προϋποθέτουν κατ' ανάγκη ότι οι έλεγχοι των εξαγωγών, τους οποίους οι αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται να διενεργούν βάσει του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, είναι ανεπαρκείς. Αυτό το είδος «μονοπωλίου ελέγχου», που καθιερώνει η επίμαχη μεταβολή πολιτικής, εκτός του ότι αντιβαίνει στις αρχές της κοινής εμπορικής πολιτικής, παραβλάπτει τις εξουσίες των άλλων κρατών μελών.
26 Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων δεν αφορά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητα να θεσπίζουν κανόνες που αφορούν την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Εντούτοις, οι εθνικές αρμοδιότητες πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Η προϋπόθεση ότι οι επιτρεπόμενες εξαγωγές πρέπει να πραγματοποιούνται από το Ηνωμένο Βασίλειο θέτει σε μειονεκτική θέση τους εγκατεστημένους εντός άλλων κρατών μελών εξαγωγείς, όσον αφορά την πληρωμή από κεφάλαια κατατεθειμένα εντός του Ηνωμένου Βασιλείου. Το μειονέκτημα επιτείνεται από το γεγονός ότι το Λονδίνο αποτελεί σημαντικό κέντρο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση ισοδυναμεί με έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας και αντιβαίνει στο άρθρο 6 της Συνθήκης. Η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται από την ανάγκη της όσο το δυνατόν αυστηρότερης εφαρμογής του embargo. Η προϋπόθεση την οποία επιβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στις σχέσεις με τρίτες χώρες, αλλά στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών ισχύει η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως αδειών εξαγωγής. Επιπλέον, αν εγείρονται αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα ή την ακρίβεια ορισμένης αδείας εξαγωγής, χορηγηθείσας από άλλο κράτος μέλος, μπορεί να επιδιωχθεί η αμοιβαία συνδρομή, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1468/81 του Συμβουλίου, της 19ης Μαου 1981, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών ή γεωργικών ρυθμίσεων (16). Συνεπώς, η προϋπόθεση που επιβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο είναι δυσανάλογη.
27 Κατά την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, το επίμαχο μέτρο αντιβαίνει και στον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων. Οι αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της αναλογικότητας δεσμεύουν το Συμβούλιο και δεν μπορεί να είναι ορθή η ερμηνεία του κανονισμού που συνεπάγεται την παραβίαση των αρχών αυτών. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τα άρθρα 7 Α και 73 Β της Συνθήκης: υπάρχει μια ενιαία αγορά για τη διακίνηση κεφαλαίων και για τις πληρωμές, η οποία δεν μπορεί να κατατμηθεί εκ νέου με τη λήψη μέτρων για την εφαρμογή οικονομικών κυρώσεων. Καθόσον ο κανονισμός επιτρέπει ορισμένες εξαγωγές, οι παραγωγοί και οι έμποροι από όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να εξάγουν επί ίσοις όροις.
28 Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει την άποψη ότι η απαγόρευση της μεταβιβάσεως κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος εξαγομένων εμπορευμάτων εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας για την εμπορική πολιτική. Η Βελγική Κυβέρνηση στηρίζεται στη γνωμοδότηση 1/94, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το embargo που αφορά τις εξαγωγές και εισαγωγές εμπορευμάτων δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό χωρίς τη διακοπή των υπηρεσιών μεταφορών και ότι η διακοπή αυτή πρέπει να θεωρείται ως «αναγκαίο συμπλήρωμα του κυρίου μέτρου» (17). Ομοίως, η απαγόρευση της συνδεομένης προς ορισμένη πώληση μεταβιβάσεως κεφαλαίων μπορεί να θεωρείται ως συμπλήρωμα της απαγορεύσεως της εξαγωγής εμπορευμάτων. Αντιστοίχως, όπως γίνονται εξαιρέσεις υπέρ των εξαγωγών εμπορευμάτων για ανθρωπιστικούς σκοπούς, πρέπει να γίνονται αντίστοιχες εξαιρέσεις από τις απαγορεύσεις των χρηματοπιστωτικών μεταβιβάσεων. Τα κράτη μέλη δεν πρέπει να λαμβάνουν μονομερώς μέτρα για τη μείωση των κινδύνων απάτης ως προς τις αιτήσεις για τις άδειες εξαγωγής. Οι ενδεχόμενες δυσχέρειες πρέπει να εξετάζονται από τις κοινοτικές αρχές και να λαμβάνεται κοινή θέση. Τα μονομερή μέτρα μπορεί να έχουν ως συνέπεια την εκτροπή του ρεύματος του εμπορίου.
29 Η Επιτροπή δέχεται ότι ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων δεν καλύπτει ευθέως τη δέσμευση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, ο κανονισμός καθιέρωσε ένα σύστημα για τη χορήγηση αδείας για τις επιτρεπόμενες εξαγωγές, επιβάλλοντας την έγκριση της εξαγωγής από την αρμόδια για τις κυρώσεις ως προς τη Γιουγκοσλαβία επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών και την έκδοση αδείας εξαγωγής από το αρμόδιο κράτος μέλος. Η θέσπιση των δύο αυτών προϋποθέσεων διασφάλισε την εναρμονισμένη εφαρμογή των εξαιρέσεων τις οποίες επέτρεψε το ψήφισμα 757 (1992). Κατά την άποψη της Επιτροπής, υπάρχει σαφής σύνδεσμος μεταξύ της δυνατότητας πραγματοποιήσεως των επιτρεπομένων κατηγοριών εξαγωγών και της δυνατότητας εισπράξεως του τιμήματος για τις εξαγωγές αυτές. Μάλιστα, η δυνατότητα εισπράξεως του τιμήματος είναι παρεπόμενη της δυνατότητας εξαγωγής.
30 Η Επιτροπή υπενθυμίζει επίσης ότι η απαγόρευση των εξαγωγών βάσει του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων αποτέλεσε παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες για τις εξαγωγές που περιλαμβάνονται στον κανονισμό περί εξαγωγών. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προϋπόθεση που επιβάλλει εν προκειμένω το Ηνωμένο Βασίλειο έχει παρόμοια αποτελέσματα με την πλήρη απαγόρευση του εμπορίου και, ως εκ τούτου, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος, υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού περί εξαγωγών. Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί καταρχήν να στηριχθεί στο άρθρο 11 του κανονισμού, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν περιορισμούς για ορισμένους λόγους, μεταξύ των οποίων η δημόσια τάξη και η δημόσια ασφάλεια. Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι, εν προκειμένω, πρέπει να ισχύουν αρχές παρόμοιες με αυτές που ισχύουν όσον αφορά το άρθρο 36 της Συνθήκης: τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν μονομερή μέτρα οσάκις υφίστανται εναρμονισμένοι κανόνες (18). Μόνον καθόσον το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να αποδείξει ότι ο σκοπός του μονομερούς μέτρου δεν έχει επιτευχθεί με τα κοινοτικά μέτρα, μπορεί να δικαιολογηθεί ένα τέτοιο μονομερές μέτρο. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει ένδειξη ότι τα αρμόδια κράτη μέλη εξέδιδαν αντικανονικές άδειες εξαγωγής ή ότι αυτή η διαδικασία του συστήματος δεν λειτουργούσε ορθώς. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης τις δυνατότητες αμοιβαίας συνδρομής και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών.
31 Ακόμη και αν η ενέργεια του Ηνωμένου Βασιλείου μπορούσε καταρχήν να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού περί εξαγωγών, και πάλι, κατά την άποψη της Επιτροπής, θα υπέκειτο στο κριτήριο της αναλογικότητας, στο οποίο δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί μια καθολική απαγόρευση.
32 Η Επιτροπή εξετάζει επίσης το άρθρο 224 της Συνθήκης, αλλά καταλήγει ότι η συμπεριφορά του Ηνωμένου Βασιλείου δεν δικαιολογείται ούτε βάσει της διατάξεως αυτής. Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι το επίμαχο μέτρο ισοδυναμεί προς συγκεκαλυμμένη διάκριση λόγω ιθαγενείας, η οποία δεν δικαιολογείται από αντικειμενικές συνθήκες και, ως εκ τούτου, συνιστά παράβαση του άρθρου 6 της Συνθήκης.
33 Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι η επίμαχη μεταβολή πολιτικής συνάδει προς την κοινή εμπορική πολιτική και προς τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων. Προς στήριξη της απόψεώς του, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει τρία κύρια επιχειρήματα, ισχυριζόμενο ότι καθένα από αυτά είναι καθοριστικό.
34 Το πρώτο επιχείρημα συνίσταται στο ότι τα επίμαχα μέτρα έχουν εκδοθεί βάσει της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει την άποψη ότι τα μέτρα που εκδίδονται για την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Ξάρτη των Ηνωμένων Εθνών αποτελούν κατ' εξοχήν παραδείγματα ζητημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας. Τα ζητήματα αυτά εκφεύγουν του πεδίου της Συνθήκης ΕΚ. Είναι αληθές ότι το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων, αλλά η έκδοση του κανονισμού αυτού πρέπει να θεωρηθεί ως μεταφορά στο κοινοτικό επίπεδο της ασκήσεως της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας και όχι ως άρνηση της αρμοδιότητας αυτής ή ως μέσο εκτοπίσεώς της.
35 Η Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση, η οποία τέθηκε σε ισχύ μετά την έκδοση του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, επιβεβαιώνει ότι τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας παραμένουν εκτός του πεδίου της Συνθήκης ΕΚ και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Είναι αληθές ότι τα άρθρα 73 Ζ και 228 Α της Συνθήκης ΕΚ, τα οποία προστέθηκαν με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση, προβλέπουν νέες εξουσίες στον τομέα των κυρώσεων. Οσάκις η δράση στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας απαιτεί την εκ μέρους της Κοινότητας επιβολή οικονομικών κυρώσεων, τα άρθρα 73 Ζ και 228 Α παρέχουν πλέον συγκεκριμένη νομική βάση για τις κυρώσεις αυτές. Αλλά, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ τα κράτη μέλη πρέπει, βεβαίως, να συμμορφώνονται με οποιαδήποτε μέτρα θεσπίζονται βάσει των διατάξεων αυτών, η θέσπιση των εν λόγω μέτρων δεν έχει ως συνέπεια την αφαίρεση της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα τον οποίο αφορούν τα μέτρα αυτά.
36 Το δεύτερο επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου συνίσταται στο ότι οι περιορισμοί της αποδεσμεύσεως ή της κινήσεως περιουσιακών στοιχείων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της κοινής εμπορικής πολιτικής. Η Συνθήκη ΕΟΚ δεν περιείχε συγκεκριμένες διατάξεις όσον αφορά την κυκλοφορία κεφαλαίων ή τις πληρωμές μεταξύ Κοινότητας και τρίτων χωρών (ενώ αντιθέτως, ως προς την ενδοκοινοτική κυκλοφορία, οι διατάξεις περί των κεφαλαίων και των πληρωμών είχαν αυτοτέλεια έναντι των διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών). Και πάλι η Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση διευκρίνισε την κατάσταση με την προσθήκη των άρθρων 73 Β έως 73 Η, τα οποία αφορούν την κυκλοφορία των κεφαλαίων και τις πληρωμές όχι μόνο μεταξύ κρατών μελών, αλλά και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Η ύπαρξη αυτού του αυτοτελούς πλέγματος διατάξεων καθιστά σαφές ότι τα ζητήματα αυτά εκφεύγουν του πεδίου της κοινής εμπορικής πολιτικής (19). Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι σαφές ότι οι τροποποιήσεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση δεν μετέβαλαν, ούτε είχαν ως σκοπό να μεταβάλουν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 113, και ότι το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, το οποίο καταλαμβάνει μόνο μη χρηματοπιστωτικά ζητήματα, αντανακλά το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 113.
37 Τρίτον, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι τα επίμαχα μέτρα δεν αντιβαίνουν στην κοινή εμπορική πολιτική. Το Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζει καταρχάς τον κανονισμό περί εξαγωγών και διερωτάται αν ο περιορισμός της αποδεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων κατατεθειμένων σε λογαριασμό επί τραπέζης του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να αποτελεί ποσοτικό περιορισμό των εξαγωγών απαγορευόμενο από το άρθρο 1 του κανονισμού περί εξαγωγών. Ακόμη και αν ο περιορισμός αυτός αποτελούσε τέτοιο ποσοτικό περιορισμό, θα ενέπιπτε στην παρέκκλιση του άρθρου 11 του κανονισμού. Το Ηνωμένο Βασίλειο παραπέμπει στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Richardt και «Les Accesoires Scientifiques» (20), και επί των υποθέσεων Werner και Leifer κ.λπ. (21), στις οποίες εξέφρασα την άποψη ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν μεγάλο βαθμό ελευθερίας όσον αφορά ζητήματα όπως η δημόσια ασφάλεια και η προστασία της ανθρώπινης ζωής και υγείας. Το ψήφισμα 757 (1992) καθώς και οι διαπιστώσεις του Court of Appeal στην παρούσα υπόθεση αποδεικνύουν με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο ότι οι ενέργειες των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου δικαιολογούνταν από λόγους δημοσίας ασφαλείας και προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων.
38 Ούτε ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων απαγόρευε τα επίμαχα μέτρα. Τα μέτρα αφορούσαν τη συμμόρφωση προς το περιεχόμενο του ψηφίσματος 757 (1992) όσον αφορά ορισμένα θέματα τα οποία ουδόλως κάλυπτε ο κανονισμός. Πρέπει να ήταν πρόθεση του Συμβουλίου να παραμείνουν τα κράτη μέλη ελεύθερα να συμμορφώνονται προς το περιεχόμενο του ψηφίσματος όσον αφορά μη καλυπτόμενα από τον κανονισμό θέματα. Αν χρειαζόταν άδεια για τη θέσπιση των μέτρων αυτών, τούτο μπορούσε και έπρεπε να αναφερθεί. Είναι αδιανόητο ότι η Κοινότητα θα στερούσε από τα κράτη μέλη την εξουσία να συμμορφωθούν προς την υποχρέωσή τους να θέσουν πλήρως σε εφαρμογή το ψήφισμα.
39 Θα εξετάσω τώρα κατά σειρά τα διάφορα ζητήματα που τίθενται με το πρώτο ερώτημα. Θα ασχοληθώ με τα ζητήματα αυτά υπό το πρίσμα των τριών κυρίων επιχειρημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου: του επιχειρήματος περί της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας, του επιχειρήματος περί του πεδίου της κοινής εμπορικής πολιτικής και του επιχειρήματος περί της επιπτώσεως του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων και του κανονισμού περί εξαγωγών.
Το επιχείρημα περί της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας
40 Όπως έχω επισημάνει, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι είχε την εξουσία να εκδώσει τα επίδικα μέτρα βάσει της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας. Πράγματι, είναι αναμφισβήτητο ότι τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση τα κράτη μέλη διατήρησαν την αρμοδιότητά τους στον τομέα αυτό και ότι η Κοινότητα δεν έχει γενική εξουσία να αναπτύσσει κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας. Ωστόσο, είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι οι αρμοδιότητες των κρατών μελών πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν μπορεί να παρακαμφθεί με απλή αναφορά σε λόγους εξωτερικής πολιτικής ή πολιτικής ασφαλείας. Τούτο επιβεβαιώνεται από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Werner και Leifer κ.λπ. Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν περιορισμούς επί των εξαγωγών των λεγομένων εμπορευμάτων διπλής χρήσεως (dual-use) κατ' εφαρμογή της γερμανικής νομοθεσίας, η οποία είχε μια σαφή διάσταση πολιτικής ασφαλείας. Υποβλήθηκε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν το άρθρο 113 της Συνθήκης και η κοινοτική νομοθεσία περί εξαγωγών απαγόρευαν τους περιορισμούς αυτούς. Το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην ανάγκη μιας μη περιοριστικής ερμηνείας της κοινής εμπορικής πολιτικής, αποφάνθηκε ως εξής (22):
«Ένα μέτρο το οποίο συνεπάγεται παρακώλυση ή περιορισμό της εξαγωγής ορισμένων προϋόντων, όπως το μέτρο που περιγράφεται στο προδικαστικό ερώτημα, δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής για τον λόγο ότι αποσκοπεί στην επίτευξη σκοπών εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας.
Πράγματι, ο ειδικός σκοπός της κοινής εμπορικής πολιτικής, η οποία αφορά το εμπόριο με τις τρίτες χώρες και στηρίζεται, κατά το άρθρο 113, στην έννοια της κοινής πολιτικής, προϋποθέτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να περιορίζει το περιεχόμενό του καθορίζοντας ελεύθερα, ενόψει των δικών του επιταγών εξωτερικής πολιτικής ή ασφαλείας, αν ένα μέτρο εμπίπτει στο άρθρο 113.»
41 Θα αναλύσω κατωτέρω την έννοια του περιορισμού των εξαγωγών και, ειδικότερα, το ζήτημα αν τα επίμαχα μέτρα εμπίπτουν στην έννοια αυτή. Πάντως, προς το παρόν πρέπει να τονίσω ότι, κατά το Δικαστήριο, το γεγονός και μόνον ότι ορισμένο μέτρο εξυπηρετεί σκοπό εξωτερικής πολιτικής ή πολιτικής ασφαλείας δεν σημαίνει ότι το μέτρο αυτό δεν μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής. Θεωρώ ότι η άποψη αυτή είναι πλήρως δικαιολογημένη. Πολλά μέτρα εμπορικής πολιτικής μπορούν να έχουν μια γενικότερη διάσταση εξωτερικής πολιτικής ή πολιτικής ασφαλείας. Όταν, επί παραδείγματι, η Κοινότητα συνάπτει εμπορική συμφωνία με τη Ρωσία, είναι προφανές ότι η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, των κρατών μελών της και της Ρωσίας.
42 Αυτά καθαυτά τα μέτρα embargo αποτελούν ίσως τα καλύτερα παραδείγματα μέτρων εμπορικής πολιτικής τα οποία επιδιώκουν κυρίως σκοπούς εξωτερικής πολιτικής. Είναι αληθές ότι, κατόπιν των τροποποιήσεων της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση (οι οποίες, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν είχαν ακόμη τεθεί σε ισχύ), το άρθρο 228 Α της Συνθήκης ΕΚ αποτελεί ήδη συγκεκριμένη νομική βάση για τη θέσπιση μέτρων embargo, την οποία συμπληρώνει το άρθρο 73 Ζ που αφορά την κίνηση των κεφαλαίων και τις πληρωμές. Κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, ενδέχεται τα μέτρα embargo να μην εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 113 της Συνθήκης. Ωστόσο, οι τροποποιήσεις αυτές εμφαίνουν ότι η Κοινότητα είναι αρμόδια να θεσπίζει τέτοια μέτρα και, προβλέποντας ρητώς την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας που προβλέπει η Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή Ένωση, ενισχύουν την άποψη ότι η Κοινότητα μπορεί να θεσπίζει μέτρα τα οποία έχουν μια διάσταση εξωτερικής πολιτικής ή πολιτικής ασφαλείας. Η προσθήκη του άρθρου 228 Α δεν σημαίνει ότι η Κοινότητα δεν μπορούσε προηγουμένως να επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης, πράγμα το οποίο έπραττε. Φαίνεται να ισχύει το αντίθετο. Το άρθρο 228 Α κωδικοποίησε μια παγία πρακτική, σαφώς προοριζόμενη να εξελιχθεί περαιτέρω, η οποία πλέον βασίζεται σε πιο συγκεκριμένες διατάξεις της Συνθήκης.
43 Το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου περί της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας υποδηλώνει επίσης ότι τα κράτη μέλη έχουν μεγαλύτερο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την ερμηνεία, εφαρμογή ή συμπλήρωση κοινοτικών πράξεων που έχουν ορισμένη διάσταση εξωτερικής πολιτικής ή πολιτικής ασφαλείας από το περιθώριο εκτιμήσεως που έχουν όσον αφορά άλλες κοινοτικές πράξεις. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η ερμηνεία μιας κοινοτικής πράξεως εξαρτάται από τον σκοπό της, το γράμμα της και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Συνεπώς, το γεγονός ότι η πράξη αυτή έχει ορισμένη διάσταση εξωτερικής πολιτικής ή πολιτικής ασφαλείας μπορεί να έχει επίπτωση στην ερμηνεία της, αλλά δεν σημαίνει, καταρχήν, ότι τα κράτη μέλη έχουν μεγαλύτερο περιθώριο εκτιμήσεως. Πράγματι, η πρακτική της θεσπίσεως μέτρων embargo με κοινοτικό κανονισμό εμπνέεται εν μέρει από τη μέριμνα διασφαλίσεως της ομοιόμορφης εφαρμογής των μέτρων αυτών. Τούτο επιβεβαιώνεται από το προοίμιο του επίδικου στην παρούσα υπόθεση κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, η διατύπωση του οποίου επαναλαμβάνεται σε πολλούς κανονισμούς περί επιβολής κυρώσεων (23).
44 Καταλήγω ότι το γεγονός ότι τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας δεν προσφέρεται προς απάντηση στο ερώτημα αν τα θεσπισθέντα από το Ηνωμένο Βασίλειο επίμαχα μέτρα συμβιβάζονται με την κοινή εμπορική πολιτική.
Η κοινή εμπορική πολιτική και οι πληρωμές
45 Αποτελεί παγία νομολογία ότι η έννοια της κοινής εμπορικής πολιτικής πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως· επιπλέον, η απαρίθμηση στο άρθρο 113 των ζητημάτων που καλύπτονται από την κοινή εμπορική πολιτική δεν είναι εξαντλητική (24). Γίνεται επίσης παγίως δεκτό ότι, εφόσον η αρμοδιότητα στον τομέα της εμπορικής πολιτικής έχει μεταβιβαστεί, στο σύνολό της, στην Κοινότητα δυνάμει του άρθρου 113, παράγραφος 1, μέτρα εμπορικής πολιτικής εθνικού χαρακτήρα επιτρέπονται μόνο δυνάμει ειδικής εξουσιοδοτήσεως της Κοινότητας (25).
46 Το επίδικο στην παρούσα υπόθεση ζήτημα είναι αν τα μέτρα που αφορούν τις πληρωμές για εξαγωγές προς τρίτες χώρες καλύπτονται από την κοινή εμπορική πολιτική. Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, τα επίδικα μέτρα επιτρέπονται μόνον αν έχει χορηγηθεί ειδική εξουσιοδότηση από την Κοινότητα. Διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις επί του ζητήματος αυτού. Στο ένα άκρο βρίσκεται η άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι οι εθνικές διατάξεις που αφορούν τις πληρωμές για εξαγωγές επηρεάζουν άμεσα τις εμπορικές συναλλαγές και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής. Στον αντίποδα βρίσκεται η άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου ότι οι περιορισμοί της αποδεσμεύσεως ή της κινήσεως περιουσιακών στοιχείων δεν εμπίπτουν στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής.
47 Το Ηνωμένο Βασίλειο επισημαίνει ορθώς ότι η Συνθήκη ΕΟΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν περιελάμβανε διατάξεις αφορώσες την κίνηση των κεφαλαίων και τις πληρωμές μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών. Η μόνη σχετική με τις πληρωμές διάταξη ήταν το άρθρο 106 της Συνθήκης, το οποίο, στην παράγραφο 1, προέβλεπε την ελευθέρωση των πληρωμών των σχετικών με την κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών. Βάσει της διατάξεως αυτής θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η Συνθήκη διέκρινε μεταξύ εμπορίου και πληρωμών εν γένει. Εντούτοις, δεν θεωρώ το επιχείρημα αυτό πειστικό: το αντεπιχείρημα θα μπορούσε να είναι ότι οι πληρωμές προς τρίτες χώρες καλύπτονταν από την κοινή εμπορική πολιτική, δεδομένου ότι δεν γινόταν διάκριση όσον αφορά το εμπόριο με τρίτες χώρες.
48 Στο επίπεδο της κοινοτικής νομοθεσίας, τα βασικά νομοθετήματα της κοινής εμπορικής πολιτικής δεν διαλαμβάνουν, ως επί το πλείστον, πρόβλεψη όσον αφορά τις πληρωμές για εισαγωγές ή εξαγωγές. Ο κανονισμός περί εξαγωγών δεν αναφέρει τις πληρωμές και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 288/82 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών (26), ο οποίος είχε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει απλώς στο άρθρο 21 ότι δεν απαγορεύει τις «ειδικές συναλλαγματικές διατυπώσεις».
49 Η πολιτική της Κοινότητας όσον αφορά τις οικονομικές κυρώσεις προφανώς επιβεβαιώνει το ότι οι πληρωμές δεν θεωρούνταν ότι ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 113. Όπως είδαμε, ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων δεν περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τον οικονομικό αποκλεισμό ούτε ρητές διατάξεις σχετικές με τις πληρωμές για επιτρεπόμενες εξαγωγές (27). Το επιχείρημα που προβάλλει η Centro-Com ότι το άρθρο 1, στοιχείο γγ, του κανονισμού αποτελεί γενική ρήτρα η οποία αφορά τον οικονομικό αποκλεισμό όπως αυτός προσδιορίζεται στην παράγραφο 5 του ψηφίσματος 757 (1992) είναι σαφώς αβάσιμο. Το άρθρο 1, στοιχείο γγ, αφορά δραστηριότητες που έχουν ως σκοπό ή ως αντικείμενο την προώθηση απαγορευομένων εισαγωγών ή εξαγωγών. Ωστόσο, ο οικονομικός αποκλεισμός δεν περιοριζόταν στις πληρωμές για εισαγωγές ή εξαγωγές, αλλ' αφορούσε κάθε μεταφορά κεφαλαίων και οποιωνδήποτε άλλων χρηματικών ή οικονομικών πόρων. Σημειώνεται επίσης ότι η παράγραφος 5 του ψηφίσματος εξαιρεί τις καταβολές που προορίζονται «αποκλειστικώς για αυστηρώς ιατρικούς ή ανθρωπιστικούς σκοπούς και για είδη διατροφής», διάταξη η οποία δεν περιελήφθη στον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων.
50 Ομοίως, φαίνεται ότι τα μέτρα που αφορούν τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές έχουν επίσης εξαιρεθεί από τα άλλα μέτρα embargo που έχει λάβει η Κοινότητα βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης (28).
51 Κατά την ερμηνεία της εννοίας της κοινής εμπορικής πολιτικής, είναι επίσης σκόπιμο να εξετάζεται το διεθνές πλαίσιο (29). Η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: ΓΣΔΕ) δεν περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τις πληρωμές. Το άρθρο I, το οποίο αφορά τη γενική μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου κράτους, έχει εφαρμογή στους «τελωνειακούς δασμούς και τους πάσης φύσεως φόρους τους βαρύνοντες τις εισαγωγές ή εξαγωγές ή εισπραττομένους επί τη ευκαιρία εισαγωγών ή εξαγωγών, καθώς και τους βαρύνοντες τις διεθνείς μεταφορές κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος των πραγματοποιουμένων εισαγωγών ή εξαγωγών» (βλ. παράγραφο 1). Το άρθρο XV περιλαμβάνει συναλλαγματικές διατάξεις και ρυθμίζει ζητήματα τα οποία προφανώς ασκούν επιρροή στις πληρωμές για τις εξαγωγές και τις εισαγωγές. Το άρθρο αυτό αφορά σε γενικές γραμμές τη συνεργασία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το άρθρο XV, παράγραφος 4, ορίζει τα εξής: «Τα συμβαλλόμενα μέρη πρέπει να απέχουν από κάθε συναλλαγματικό μέτρο, το οποίο αντιβαίνει προς τις επιδιώξεις της παρούσας συμφωνίας». Υπάρχει επίσης το άρθρο XII το οποίο αφορά τους ποσοτικούς περιορισμούς προς εξασφάλιση του ισοζυγίου πληρωμών. Μολονότι οι διατάξεις αυτές εμφαίνουν τον προφανή σύνδεσμο μεταξύ εμπορίου και μέτρων που ασκούν επιρροή στις πληρωμές, δεν αφορούν άμεσα την ελευθέρωση των πληρωμών.
52 Στο πλαίσιο αυτό, νομίζω ότι δεν δικαιολογείται η άποψη ότι, καταρχήν, όλα τα μέτρα που αφορούσαν τις πληρωμές τα οποία μπορούσαν να ασκούν επιρροή στις εξαγωγές ή στις εισαγωγές προς την Κοινότητα καλύπτονταν από την κοινή εμπορική πολιτική και ότι τα κράτη μέλη μπορούσαν να θεσπίζουν τέτοια μέτρα μόνον κατόπιν ειδικής εξουσιοδοτήσεως από την Κοινότητα. Είναι αληθές ότι οι αποφάσεις περί πληρωμών μπορεί να ασκούν επιρροή στις εξαγωγές και τις εισαγωγές. Εντούτοις, τούτο δεν αρκεί για να εμπίπτουν στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής.
53 Ωστόσο, μολονότι δεν δέχομαι ότι όλα τα μέτρα που αφορούν τις πληρωμές ή ασκούν επιρροή σ' αυτές εμπίπτουν στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής, δεν μπορεί, καταρχήν, να αποκλεισθεί ότι η κοινή εμπορική πολιτική μπορεί να επηρεάζει ορισμένα μέτρα που αφορούν τις πληρωμές. Η ανάγκη να είναι αποτελεσματικά τα μέτρα που θεσπίζονται στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής (αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας ή του effet utile) μπορεί, επί παραδείγματι, να επιβάλλει όρια στις εξουσίες των κρατών μελών να ρυθμίζουν τις πληρωμές. Εάν υπήρχε κοινοτικός κανονισμός ο οποίος να ορίζει ότι όλες οι εισαγωγές από την Κίνα προς την Κοινότητα είναι ελεύθερες, ο εθνικός κανόνας ο οποίος θα προέβλεπε ότι δεν επιτρέπεται να γίνονται πληρωμές προς Κινέζους πολίτες ή εταιρίες προφανώς θα εμπόδιζε την αποτελεσματική λειτουργία του κανονισμού αυτού. Αυτός ο εθνικός κανόνας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως περιορισμός στις εισαγωγές, ασυμβίβαστος με τον κανονισμό.
54 Σκοπός του παραδείγματος αυτού είναι να καταστήσει σαφές τι θεωρώ ως το πραγματικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση: εμποδίζουν οι κοινοτικοί κανόνες περί εξαγωγών προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου την εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου θέσπιση των επίδικων μέτρων ή επιτρέπουν τα εν λόγω μέτρα; Θεωρώ σκοπιμότερο να εξετάσω το ζήτημα αυτό παρά το αφηρημένο ζήτημα της αρμοδιότητας. Το Δικαστήριο ακολούθησε παρόμοιο τρόπο προσεγγίσεως με την απόφαση Werner (30). Στην υπόθεση εκείνη το αιτούν δικαστήριο είχε ρωτήσει κατ' ουσίαν αν το άρθρο 113 της Συνθήκης απαγορεύει τις εθνικές διατάξεις περί του εμπορίου με τρίτες χώρες οι οποίες απαιτούν άδειες εξαγωγής. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν έδωσε γενική και αφηρημένη απάντηση, αλλ' εξέτασε το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί εξαγωγών.
55 Ωστόσο, πριν εξετάσω το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων και του κανονισμού περί εξαγωγών για να επιλύσω το ζήτημα αυτό, πρέπει να επισημάνω ότι η κατάσταση έχει μεταβληθεί κατόπιν της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση. Ήδη, οι πληρωμές μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών ρυθμίζονται από το άρθρο 73 Β, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.»
56 Οι πληρωμές προς τρίτες χώρες ρυθμίζονται με το άρθρο 73 Ζ της Συνθήκης, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. Εάν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 228 Α, κρίνεται αναγκαία η κοινοτική δράση, το Συμβούλιο δύναται, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 228 Α διαδικασία, να λαμβάνει τα αναγκαία επείγοντα μέτρα σχετικά με τις κινήσεις κεφαλαίων και τις πληρωμές έναντι των οικείων τρίτων χωρών.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 224 και εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει λάβει μέτρα σύμφωνα με την παράγραφο 1, ένα κράτος μέλος μπορεί, για σοβαρούς πολιτικούς λόγους και για λόγους επείγουσας ανάγκης, να λαμβάνει μονομερώς μέτρα έναντι τρίτης χώρας, σχετικά με την κίνηση κεφαλαίων και τις πληρωμές. Η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη ενημερώνονται για τα μέτρα αυτά το αργότερο μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία αυτά αρχίζουν να ισχύουν.
Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία ότι το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να τροποποιήσει ή να καταργήσει τα μέτρα αυτά. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ενημερώνει το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο για κάθε σχετική απόφαση που λαμβάνει το Συμβούλιο.»
57 Ωστόσο, δεν νομίζω ότι μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα από τις διατάξεις αυτές για την επίλυση της παρούσας διαφοράς. Το γεγονός ότι υπάρχουν πλέον ρητές διατάξεις περί των πληρωμών δεν αποκλείει το ότι, πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, οι πληρωμές καλύπτονταν μέχρι ενός σημείου από την κοινή εμπορική πολιτική. Οπωσδήποτε, αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ότι η θεσπισθείσα στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής κοινοτική νομοθεσία μπορεί να έχει επιβάλει όρια στα εθνικά μέτρα που αφορούν τις πληρωμές για εισαγωγές από ή εξαγωγές προς τρίτες χώρες.
Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων και του κανονισμού περί εξαγωγών
58 Το άρθρο 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων απαγορεύει τις εξαγωγές προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Το άρθρο 2, στοιχείο αα, ορίζει ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για την εξαγωγή ορισμένων κατηγοριών προϋόντων και το άρθρο 2, στοιχείο γγ, εξαιρεί κάθε δραστηριότητα η οποία έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προώθηση των εξαγωγών αυτών. Οι διατάξεις αυτές δεν ορίζουν ρητώς ότι οι εν λόγω εξαγωγές είναι ελεύθερες. Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, η εξαίρεση του άρθρου 2, στοιχείο αα, συνεπάγεται ότι οι εξαγωγές αυτές διέπονται από τους γενικούς κανόνες της Κοινότητας περί εξαγωγών, τους οποίους περιλαμβάνει ο κανονισμός περί εξαγωγών. Είναι σαφές ότι η απαγόρευση των εξαγωγών προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου αποτελεί παρέκκλιση από τους κανόνες του κανονισμού περί εξαγωγών, συγκεκριμένα δε του άρθρου 1, το οποίο ορίζει ότι οι εξαγωγές από την Κοινότητα προς τρίτες χώρες είναι ελεύθερες. Καθόσον η απαγόρευση αυτή δεν έχει εφαρμογή σε ορισμένες κατηγορίες εξαγωγών, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι κανόνες του κανονισμού περί εξαγωγών.
59 Το άρθρο 1 του κανονισμού περί εξαγωγών διευκρινίζει ότι ελεύθερη εξαγωγή σημαίνει ότι τα προϋόντα «δεν υπόκεινται σε ποσοτικούς περιορισμούς, με εξαίρεση εκείνους που επιβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού». Επομένως, το ζήτημα είναι αν τα επίδικα μέτρα ισοδυναμούν με περιορισμό των εξαγωγών ασυμβίβαστο προς τη διάταξη αυτή. Δεδομένου ότι θεωρώ εξίσου σημαντικά τόσο τα επιχειρήματα υπέρ όσο και τα επιχειρήματα κατά, θα εξετάσω και τις δύο απόψεις.
60 Το άρθρο 1 έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Werner and Leifer κ.λπ. (31). Στις υποθέσεις αυτές ανέκυψε το ζήτημα αν τα εθνικά μέτρα που απαιτούν άδεια για την εξαγωγή ορισμένων προϋόντων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1. Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως και το άρθρο 1 απαγορεύει μόνον τους ποσοτικούς περιορισμούς των εξαγωγών και όχι τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Το γεγονός ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης, το οποίο αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, διακρίνει μεταξύ ποσοτικών περιορισμών των εξαγωγών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος δεν θεωρήθηκε ότι ασκεί επιρροή στην ερμηνεία του κανονισμού περί εξαγωγών. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, κατά την ερμηνεία του κανονισμού, ήταν αναγκαίο να εξετασθεί όχι μόνον το γράμμα του αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση μέρος της οποίας αποτελεί. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής (32):$
«Ένας κανονισμός (...) που στηρίζεται στο άρθρο 113 της Συνθήκης, και αποσκοπεί στη θέση σε εφαρμογή της αρχής της ελευθερίας των εξαγωγών στο κοινοτικό επίπεδο (...) δεν μπορεί να αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη, των οποίων το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με ποσοτικό περιορισμό, εφόσον η εφαρμογή τους μπορεί να καταλήξει, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, σε απαγόρευση της εξαγωγής.»
61 Για την ερμηνεία αυτή το Δικαστήριο βασίστηκε στο άρθρο XI της ΓΣΔΕ το οποίο, στην παράγραφο 1, αναφέρει τις «απαγορεύσεις ή περιορισμούς άλλους, πλην δασμών, φόρων ή άλλων επιβαρύνσεων, των οποίων η εφαρμογή πραγματοποιείται μέσω ποσοστώσεων, αδειών εξαγωγής ή εισαγωγής, ή παντός άλλου τρόπου».
62 Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής υποστήριξα και πάλι την άποψη ότι, ακόμη και αν μπορεί να προβληθεί ότι το άρθρο 1 δεν έχει εφαρμογή σε όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, πρέπει οπωσδήποτε να θεωρηθεί ότι απαγορεύει τα μέτρα των οποίων το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με πλήρη απαγόρευση ορισμένων κατηγοριών εξαγωγών (33).
63 Ωστόσο, δεν έχω πεισθεί ότι με τις αποφάσεις Werner και Leifer κ.λπ. το Δικαστήριο είχε σκοπό να υιοθετήσει μια ευρεία ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού περί εξαγωγών. Ειδικότερα δεν νομίζω ότι η ευρεία έννοια των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της νομολογίας του Δικαστηρίου επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών εντός της Κοινότητας, πρέπει να επεκταθεί στις εξαγωγές προς τρίτες χώρες. Το άρθρο 1 αναφέρει μόνον τους ποσοτικούς περιορισμούς και όχι τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Εάν σκοπός του κανονισμού ήταν η εξάλειψη των εμποδίων στις εξαγωγές προς τρίτες χώρες κατά παρόμοιο τρόπο με την εξάλειψη των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, θα έπρεπε τουλάχιστον να υπάρχει ρητή μνεία της εννοίας των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Επιπλέον, είναι προφανές ότι η εξάλειψη των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο σκοπεί στη δημιουργία εσωτερικής αγοράς και ότι ο κανονισμός περί εξαγωγών δεν έχει ως σκοπό την επέκταση της εσωτερικής αγοράς σε τρίτες χώρες. Από την άποψη αυτή, μπορεί να γίνει παραλληλισμός με υποθέσεις όπως η Polydor και RSO Records (34), στην οποία το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η απαγόρευση των μέτρων αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών, η οποία περιλαμβάνεται σε συμφωνίες περί ελευθέρων εμπορικών συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών, δεν πρέπει να ερμηνεύεται τόσο ευρέως όσο το άρθρο 30 της Συνθήκης. Δεδομένου ότι ο κανονισμός περί εξαγωγών δεν σκοπεί στη δημιουργία εσωτερικής αγοράς, ούτε καν ζώνης ελευθέρων συναλλαγών, και δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός δεν περιέχει την έννοια των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, είναι σαφές, κατά την άποψή μου, ότι δεν συντρέχει λόγος ευρείας ερμηνείας της εννοίας των ποσοτικών περιορισμών. Μια τέτοια ευρεία ερμηνεία είναι ιδιαζόντως απρόσφορη στο νοηματικό πλαίσιο του embargo κατά των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Εν προκειμένω, η άδεια εξαγωγής αποτελεί εξαίρεση από τη γενική απαγόρευση εισαγωγών και εξαγωγών και οι παρεκκλίσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως.
64 Ωστόσο, ο κανόνας της ελεύθερης εξαγωγής, ακόμη και στενώς ερμηνευόμενος, καλύπτει σαφώς, κατά την άποψή μου, ορισμένους περιορισμούς επί των πληρωμών. Όπως έχω εκθέσει, η Centro-Com ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα συναλλαγής με αλλοδαπά πρόσωπα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια συγκεκριμένη πτυχή του θεμελιώδους δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας. Μολονότι δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχει θεμελιώδες δικαίωμα εξαγωγής, ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων και ο κανονισμός περί εξαγωγών, οι οποίοι έχουν απευθείας εφαρμογή στα κράτη μέλη, γεννούν πράγματι ατομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Υπό το πρίσμα των δικαιωμάτων αυτών, ο περιορισμός της καταβολής του τιμήματος εξαγωγών μπορεί και πρέπει να θεωρείται, αυτός καθαυτός, ως περιορισμός των εξαγωγών, πράγμα το οποίο θα αποδείξω κατωτέρω.
65 Είναι αμφισβητήσιμο αν το δικαίωμα εξαγωγής αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα (35). Το εν λόγω δικαίωμα δεν περιλαμβάνεται αυτό καθαυτό στη Συνθήκη (μολονότι το άρθρο 110 θέτει ως στόχο την «προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές»), και, όπως έχω εκθέσει, δεν έχει τόσο ευρύ πεδίο ισχύος όσο η ελευθερία των εμπορικών συναλλαγών εντός της Κοινότητας. Επιπλέον, δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το δικαίωμα εξαγωγής αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνουν τα Συντάγματα των κρατών μελών ή η Ευρωπαϋκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ως θεμελιώδες το δικαίωμα ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας (36), αλλά το δικαίωμα αυτό είναι προφανώς ευρύτερο του συγκεκριμένου δικαιώματος εμπορικών συναλλαγών με αλλοδαπούς οργανισμούς.
66 Εν πάση περιπτώσει, βάσει της ανωτέρω ερμηνείας της σχέσεως μεταξύ του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων και του κανονισμού περί εξαγωγών, οι κανονισμοί αυτοί πράγματι απένειμαν στους πολίτες και στις εταιρίες των κρατών μελών το δικαίωμα εξαγωγής επιτρεπομένων αγαθών προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουλίου, υπό τις προϋποθέσεις του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων. Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού περί εξαγωγών, οι εξαγωγές αυτές ήσαν «ελεύθερες», υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως της διαδικασίας του άρθρου 2, στοιχείο αα, και του άρθρου 3 του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων. Όσον αφορά τους ιδιώτες και τις εταιρίες που επιθυμούν να κάνουν χρήση αυτής της ελευθερίας εξαγωγών, είναι σαφές ότι η εν λόγω ελευθερία πρέπει να περιλαμβάνει τις πληρωμές. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι οι πληρωμές είναι παρεπόμενες των συναλλαγών εξαγωγής. Ωστόσο, ακόμη και η έκφραση αυτή δεν είναι αρκετά ισχυρή. Η εξαγωγή αγαθών αποτελεί εμπορική συναλλαγή η οποία συνίσταται στην παράδοση αγαθών με αντιπαροχή την καταβολή τιμήματος. Και τα δύο στοιχεία είναι ουσιώδη για τη συναλλαγή και, ως εκ τούτου, για την κοινή εμπορική πολιτική. Η κοινή εμπορική πολιτική δεν αφορά απλώς την κυκλοφορία των εμπορευμάτων πέραν των εξωτερικών συνόρων της Κοινότητας. Αφορά το διεθνές εμπόριο, δηλαδή τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κοινοτικών και μη κοινοτικών εταιριών. Οσάκις αυτή η πολιτική προβλέπει τον κανόνα των ελευθέρων εξαγωγών, ο κανόνας αυτός πρέπει να απαγορεύει τους περιορισμούς επί των πληρωμών κατά τον ίδιο τρόπο όπως τους περιορισμούς αυτής καθαυτής της παραδόσεως των αγαθών. Διαφορετικά, ο κανόνας αυτός δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη θα έχουν στην πράξη τη δυνατότητα να εμποδίζουν την εφαρμογή του, επιβάλλοντας περιορισμούς στις πληρωμές, οι οποίοι μπορούν να έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα προς τους περιορισμούς της παραδόσεως ορισμένων προϋόντων.
67 Τούτο δεν σημαίνει ότι ο κανόνας της ελεύθερης εξαγωγής απαγορεύει όλα τα μέτρα τα οποία μπορεί να επιδρούν στην εκ μέρους των εντός της Κοινότητας εξαγωγέων είσπραξη του τιμήματος των εξαγωγών. Εν προκειμένω, πρόκειται για την ίδια κατάσταση όπως στην περίπτωση των περιορισμών της παραδόσεων αγαθών: απαγορεύονται μόνον οι περιορισμοί αυτοί καθαυτοί. Όσον αφορά τις πληρωμές, θα μπορούσα να επαναλάβω την εξής κρίση την οποία διατύπωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Werner και Leifer κ.λπ. όσον αφορά τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος:
«Ένας κανονισμός (...) που στηρίζεται στο άρθρο 113 της Συνθήκης, και αποσκοπεί στη θέση σε εφαρμογή της αρχής της ελευθερίας των εξαγωγών στο κοινοτικό επίπεδο (...) δεν μπορεί να αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη, των οποίων το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με ποσοτικό περιορισμό, εφόσον η εφαρμογή τους μπορεί να καταλήξει, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, σε απαγόρευση της εξαγωγής.»
68 Βάσει της απόψεως αυτής, η επίμαχη πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου ισοδυναμεί πράγματι προς περιορισμό των εξαγωγών ασυμβίβαστο με τον κανόνα της ελεύθερης εξαγωγής των επιτρεπομένων εμπορευμάτων. Η πολιτική αυτή εμπόδιζε την ελευθέρωση των κατατεθειμένων σε τράπεζες εντός του Ηνωμένου Βασιλείου σερβικών κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος εξαγωγών από άλλα κράτη μέλη, οι οποίες είχαν επιτραπεί από τα κράτη αυτά. Για τις εξαγωγές αυτές, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί πληρωμή από κεφάλαια εντός του Ηνωμένου Βασιλείου. Βεβαίως, η πληρωμή μπορούσε να πραγματοποιηθεί με άλλους τρόπους, τούτο όμως, κατά την άποψή μου, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να μη χαρακτηρισθεί η πολιτική αυτή ως περιορισμός των εξαγωγών. Η πολιτική αυτή πράγματι λειτούργησε ως περιορισμός σε συγκεκριμένες συναλλαγές εξαγωγών.
69 Κατόπιν αυτού, ανακύπτει το ερώτημα αν η εν λόγω πολιτική μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού περί εξαγωγών, το οποίο αφορά τη δημόσια ασφάλεια και την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων. Σε γενικές γραμμές, θα συμφωνούσα με τον εκ μέρους της Επιτροπής παραλληλισμό της παρούσας καταστάσεως με την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών, η οποία σκοπεί την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας και η οποία συνεπάγεται την περιορισμένη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 36 της Συνθήκης. Ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων περιλαμβάνει συγκεκριμένους κανόνες όσον αφορά τις επιτρεπόμενες εξαγωγές, μεταξύ των οποίων η προϋπόθεση της χορηγήσεως αδείας εξαγωγής από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Οσάκις ορισμένο κράτος μέλος φρονεί ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των κυρώσεων απαιτεί περαιτέρω ενέργειες δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να αγνοήσει τις άδειες εξαγωγής που έχουν χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη. Τούτο ισχύει ιδίως οσάκις, όπως στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι άδειες αυτές χορηγήθηκαν αντικανονικά από οποιαδήποτε άποψη. Όπως έχω εκθέσει, η βασική αμφιβολία λόγω της οποίας το Ηνωμένο Βασίλειο μετέβαλε την πολιτική του αφορούσε την αξιοπιστία των εκδιδομένων από την Επιτροπή κυρώσεων για τη Γιουγκοσλαβία εγγράφων και όχι τις χορηγούμενες από άλλα κράτη μέλη άδειες εξαγωγής. Επιπλέον, η αναφορά της Αποστολής για την ενίσχυση της εφαρμογής των κυρώσεων στην Ουγγαρία, η οποία εν μέρει προκάλεσε τη μεταβολή πολιτικής, περιλαμβάνει ένα χωρίο από το οποίο προκύπτει ότι το κοινοτικό σύστημα για τη χορήγηση αδειών λειτουργούσε ορθώς:
«Εάν το σύστημα, βάσει του οποίου οι εξαιρέσεις επιτρέπονται από την αρμόδια προς τούτο αρχή, πρόκειται να συνεχίσει να έχει εφαρμογή στην ίδια κλίμακα, τότε απαιτείται επειγόντως επανεξέταση της μεθόδου ελέγχου. Πρέπει να καθιερωθεί η υποβολή ενός εγκύρου εγγράφου το οποίο να καθιστά δυνατό τον αναδρομικό έλεγχο, σύμφωνα με τις αρχές των συστημάτων της ΕΚ για τη χορήγηση αδειών.» (37)
70 Ωστόσο, η μεταβολή πολιτικής στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι εξαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούν να επιτρέπονται υπό συνθήκες υπό τις οποίες δεν πρέπει να επιτρέπονται οι εξαγωγές από άλλα κράτη μέλη. Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, προβλήθηκε ένα επιχείρημα στηριζόμενο στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Hedley Lomas (38). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την άρνηση του Ministry of Agriculture, Fisheries and Food (Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων) να χορηγήσει άδειες για την εξαγωγή προς την Ισπανία ζώντων ζώων προς σφαγή, με την αιτιολογία ότι η μεταχείρισή τους στα σφαγεία της Ισπανίας αντέβαινε στην οδηγία 74/577/EΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1974, περί αναισθητοποιήσεως των ζώων προ της σφαγής τους (39). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει σ' ένα κράτος μέλος να επικαλείται το άρθρο 36 της Συνθήκης προκειμένου να δικαιολογήσει τον περιορισμό εξαγωγών εμπορευμάτων προς άλλο κράτος μέλος για τον μοναδικό λόγο ότι, κατά την άποψη του πρώτου κράτους, το δεύτερο δεν τηρεί τις διατάξεις κοινοτικής οδηγίας εναρμονίσεως που επιδιώκει τον σκοπό στην προστασία του οποίου θα απέβλεπε η επίκληση του άρθρου 36, χωρίς εντούτοις να προβλέπει διαδικασία ελέγχου της εφαρμογής τους ούτε κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεώς τους. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι (40):
«Πράγματι, η μη πρόβλεψη στην οδηγία διαδικασίας ελέγχου και κυρώσεων έχει ως μόνη συνέπεια να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 5, πρώτο εδάφιο, και 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση του περιεχομένου και της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου (...). Συναφώς, τα κράτη μέλη οφείλουν να επιδεικνύουν αμοιβαία εμπιστοσύνη όσον αφορά τους ελέγχους που πραγματοποιούνται στο αντίστοιχο έδαφός τους (...).
Στο πλαίσιο αυτό, ένα κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να λάβει μονομερώς διορθωτικά ή προστατευτικά μέτρα που έχουν ως σκοπό να αντιμετωπίσουν την ενδεχόμενη μη τήρηση, από άλλο κράτος μέλος, κανόνων του κοινοτικού δικαίου (...).»
71 Ωστόσο, δεν νομίζω ότι το γενικότερο ζήτημα αν ήταν δικαιολογημένη η επίδικη αλλαγή πολιτικής χρειάζεται να επιλυθεί στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Εν πάση περιπτώσει, η βάσει του άρθρου 11 δικαιολόγηση προϋποθέτει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Όπως εξήγησε το Δικαστήριο στην απόφαση Leifer κ.λπ., το άρθρο 11 «πρέπει να ερμηνευθεί ούτως ώστε τα αποτελέσματά του να μην επεκτείνονται πέραν του αναγκαίου μέτρου για την προστασία των συμφερόντων τα οποία αποσκοπεί να διασφαλίσει» (41). Η προϋπόθεση αυτή σαφώς δεν πληρούται υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως. Η Centro-Com συνεβλήθη με τη Sanitas και τη Montefarm πριν από την επίδικη μεταβολή πολιτικής. Έλαβε τόσο την έγκριση της αρμόδιας για τις κυρώσεις ως προς τη Γιουγκοσλαβία επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών όσο και την άδεια εξαγωγής από τις ιταλικές αρχές πριν από τη μεταβολή αυτή. Επίσης, εξήγαγε τα εμπορεύματα πολύ πριν το Treasury λάβει την επίδικη απόφαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι οποίες δεν αμφισβητούνται και οι οποίες προκύπτουν από το ερώτημα που υπέβαλε το Court of Appeal, η απόρριψη των αιτήσεων αποδεσμεύσεως κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος προς τη Centro-Com ουδόλως θα μπορούσε να συμβάλει στην πρόληψη της καταστρατηγήσεως των κυρώσεων μέσω του συστήματος των αδειών εξαγωγής. Ακόμη και αν η μεταβολή πολιτικής ήταν δικαιολογημένη, τούτο θα ίσχυε μόνον ως προς τις εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μετά τη γνωστοποίηση της πολιτικής αυτής. Μόνο για τις εξαγωγές αυτές θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η νέα πολιτική θα μπορούσε να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων καταπολεμώντας την καταστρατήγηση του συστήματος των αδειών εξαγωγής. Εφόσον όλα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, περιλαμβανομένων των εξαγωγών αυτών καθαυτών και της υποβολής των αιτήσεων για την αποδέσμευση κεφαλαίων, συνέβησαν πριν από τη γνωστοποίηση της μεταβολής της πολιτικής, η απόφαση περί της μη αποδεσμεύσεως κεφαλαίων δεν μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματική εφαρμογή της απαγορεύσεως των εξαγωγών.
72 Συνεπώς, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, καταλήγω ότι, εντός του πλαισίου της παρούσας υποθέσεως, η απόφαση περί μη αποδεσμεύσεως κεφαλαίων αντιβαίνει προς τις συνδυασμένες διατάξεις του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων και του κανονισμού περί εξαγωγών.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
73 Με το δεύτερο ερώτημα, το Court of Appeal ερωτά αν το άρθρο 234 της Συνθήκης ασκεί επιρροή στην απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Το ζήτημα αφορά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 234, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν προ της ενάρξεως της ισχύος της παρούσας Συνθήκης, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου, δεν θίγονται από την παρούσα Συνθήκη.»
74 Αποτελεί παγία νομολογία ότι (42):
«(...) σκοπός του άρθρου 234, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης είναι να διευκρινίσει, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, ότι η εφαρμογή της Συνθήκης δεν επηρεάζει την υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να σέβεται τα απορρέοντα από προγενέστερη σύμβαση δικαιώματα τρίτων κρατών και να τηρεί τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του».
75 Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν ορισμένος κοινοτικός κανόνας μπορεί να μείνει ανεφάρμοστος λόγω προγενέστερης διεθνούς συμβάσεως, είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν η σύμβαση αυτή επιβάλλει στο οικείο κράτος μέλος υποχρεώσεις την τήρηση των οποίων μπορούν ακόμη να απαιτήσουν τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση τρίτα κράτη και ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αλλά στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει ποιες είναι οι υποχρεώσεις που το οικείο κράτος μέλος υπέχει, δυνάμει προγενέστερης διεθνούς συμβάσεως, και να καθορίσει τα όρια, προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσον οι υποχρεώσεις αυτές κωλύουν την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου (43).
76 Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι, στην παρούσα υπόθεση, ο Ξάρτης των Ηνωμένων Εθνών απαιτεί τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των μέτρων που θεσπίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας βάσει του κεφαλαίου VII του Ξάρτη και, συγκεκριμένα, του ψηφίσματος 757 (1992). Το άρθρο 25 του Ξάρτη ορίζει ότι τα μέλη των Ηνωμένων Εθνών συμφωνούν να αποδέχονται και να εκτελούν τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και το άρθρο 103 ορίζει ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως των κατά τον Ξάρτη υποχρεώσεων των μελών των Ηνωμένων Εθνών προς τις υποχρεώσεις τους από οποιαδήποτε άλλη διεθνή συμφωνία, θα προέχουν οι κατά τον Ξάρτη υποχρεώσεις τους. Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, η απόφασή του να μεταβάλει την πολιτική του όσον αφορά την αποδέσμευση των σερβικών κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος επιτρεπομένων εξαγωγών επιβαλλόταν από τις διατάξεις αυτές, διότι η απόφαση αυτή ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του ψηφίσματος 757 (1992).
77 Η Centro-Com, η Επιτροπή, η Ιταλική και η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι δεν υφίσταται σύγκρουση μεταξύ των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και του ψηφίσματος 757 (1992). Επισημαίνουν ότι ο κοινοτικός κανονισμός εκδόθηκε ακριβώς για να θέσει το ψήφισμα σε εφαρμογή και ότι και ο κανονισμός και το ψήφισμα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή να επιτρέπουν την εξαγωγή προϋόντων για ανθρωπιστικούς σκοπούς. Κατά την άποψή μου, δεν θα μπορούσε να υπάρξει σύγκρουση υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, δεδομένου ότι η εξαγωγή είχε όχι μόνον επιτραπεί, αλλά είχε επίσης πραγματοποιηθεί πριν από τη θέσπιση των μέτρων. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού. Βεβαίως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί υπό το πρίσμα της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί στις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, συγκεκριμένα του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων και του κανονισμού περί εξαγωγών.
78 Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι μέτρα όπως τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο μόνον αν είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση του οικείου κράτους μέλους προς υποχρεώσεις του έναντι τρίτων κρατών τις οποίες υπέχει από σύμβαση συναφθείσα πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ή την προσχώρηση του κράτους μέλους αυτού.
Πρόταση
79 Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει στα υποβληθέντα από το Court of Appeal ερωτήματα τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Τα θεσπιζόμενα από κράτος μέλος μέτρα, τα οποία απαγορεύουν την αποδέσμευση κεφαλαίων ευρισκομένων εντός του κράτους μέλους αυτού, αλλά ανηκόντων σε πρόσωπο στις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, αντιβαίνουν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, που [απαγορεύει το εμπόριο] μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, και στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2603/69 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1969, περί θεσπίσεως κοινού καθεστώτος εξαγωγών, εφόσον:
α) τα επίδικα μέτρα επιτρέπουν την αποδέσμευση κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος της εξαγωγής εμπορευμάτων, επιτρεπομένων από τον κανονισμό 1432/92, μόνον αν οι εξαγωγές πραγματοποιήθηκαν από το κράτος μέλος το οποίο θέσπισε τα μέτρα και αν η απαιτούμενη από τον κανονισμό αυτό άδεια εξαγωγής εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αυτού·
β) το κράτος μέλος αποφάσισε ότι η θέσπιση των μέτρων αυτών είναι αναγκαία ή πρόσφορη για την αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών·
γ) η αποδέσμευση των κεφαλαίων ζητείται προκειμένου να καταβληθεί σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους το τίμημα εμπορευμάτων τα οποία αυτός εξήγαγε από αυτό το κράτος μέλος στις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου·
δ) η Επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών έχει αναγνωρίσει επισήμως ότι τα εμπορεύματα προορίζονται για αυστηρώς ιατρικούς σκοπούς, σύμφωνα με το ψήφισμα 757 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, και έχουν εξαχθεί βάσει προηγουμένης αδείας εξαγωγής εκδοθείσας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1432/92· και
ε) οι ανωτέρω άδειες χορηγήθηκαν, τα αγαθά εξήχθησαν και οι αιτήσεις για την αποδέσμευση κεφαλαίων υποβλήθηκαν πριν τη θέσπιση των επιδίκων μέτρων.
2) Τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο μόνον αν είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση του οικείου κράτους μέλους προς υποχρεώσεις του έναντι τρίτων κρατών τις οποίες υπέχει από σύμβαση συναφθείσα πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ή την προσχώρηση του κράτους μέλους αυτού.»
(1) - Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Ιουλίου 1996 στην υπόθεση C-84/95, Bosphorus, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, και την υπόθεση C-177/95, Ebony Maritime, επί της οποίας δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση.
(2) - Βλ. επίσης τις από 30ής Απριλίου 1996 προτάσεις μου επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 1 υποθέσεως Bosphorus.
(3) - Βλ. M. P. Scharf και J. L. Dorosin: «Interpreting UN sanctions: the rulings and role of the Yugoslavia Sanctions Committee», Brooklyn Journal of International Law (1993), σ. 771 έως 827.
(4) - ΕΕ 1992, L 151, σ. 4, και ΕΕ 1992, L 205, σ. 2, αντιστοίχως. Οι τροποποιήσεις διευρύνουν το πεδίο των επιτρεπομένων εξαγωγών, περιλαμβάνοντας τα προϋόντα και τις πρώτες ύλες που προορίζονται για την κάλυψη βασικών ανθρωπιστικών αναγκών, κατ' εφαρμογή του ψηφίσματος 760 (1992) της 18ης Ιουνίου 1992.
(5) - Βλ. την πρώτη έως την έκτη αιτιολογική σκέψη.
(6) - Βλ. την έβδομη αιτιολογική σκέψη.
(7) - Βλ. την όγδοη και την ένατη αιτιολογική σκέψη.
(8) - Βλ. τη δέκατη αιτιολογική σκέψη.
(9) - ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 101, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3918/91 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991 (ΕΕ 1991, L 372, σ. 31).
(10) - Προπαρατεθέν στο σημείο 13.
(11) - Προπαρατεθέν στο σημείο 14.
(12) - Βλ. CMLR [1994] 1, σ. 109.
(13) - Γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1975, 1/75 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 409 και 420 έως 423)· απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 41/76, Donckerwolcke και Schou (Συλλογή τόμος 1976, σ. 719, σκέψη 32)· απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Φεβρουαρίου 1986, 174/84, Bulk Oil (Συλλογή 1986, σ. 559, σκέψη 31).
(14) - Γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 1979, 1/78 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 401, σκέψη 45).
(15) - Προπαρατεθέν στο σημείο 4.
(16) - ΕΕ 1981, L 144, σ. 1.
(17) - Γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. I-5267, σκέψη 51).
(18) - Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1984, 72/83, Campus Oil κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 2727, σκέψη 27)· βλ. επίσης απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 35/76, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1976, σ. 683)· απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1983, 2/82, Delhaize Frθres κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2973).
(19) - Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17 γνωμοδότηση 1/94, σκέψεις 48 έως 52, όσον αφορά τις υπηρεσίες μεταφορών.
(20) - Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-367/89 (Συλλογή 1991, σ. I-4621).
(21) - Βλ. σημεία 41 και 58 έως 61 των προτάσεών μου επί των υποθέσεων στις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-70/94, Werner (Συλλογή 1995, σ. Ι-3189), και C-83/94, Leifer (Συλλογή 1995, σ. I-3231).
(22) - Σκέψεις 10 και 11 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 21 αποφάσεως Werner. Βλ. επίσης σκέψεις 10 και 11 της αποφάσεως Leifer κ.λπ.
(23) - Βλ. σημείο 8 ανωτέρω.
(24) - Γνωμοδότηση 1/78, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 45· προσφάτως επιβεβαιώθηκε με τη γνωμοδότηση 1/94, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 31, και με την απόφαση Werner, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 9.
(25) - Αποφάσεις Donckerwolcke και Schou, και Bulk Oil, προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 13· απόφαση Werner, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 12· απόφαση Leifer κ.λπ., προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 12.
(26) - ΕΕ 1982, L 35, σ. 1.
(27) - Βλ. σημείο 10 ανωτέρω.
(28) - Βλ., επί παραδείγματι, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3155/90 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1990, για την επέκταση και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2340/90 που παρεμποδίζει τις συναλλαγές της Κοινότητας που αφορούν το Ιράκ και το Κουβέιτ (ΕΕ 1990, L 304, σ. 1), τον οποίο έχει σχολιάσει ο P. J. Kuyper στο άρθρο: «Trade Sanctions, Security and Human Rights and Commercial Policy», στο M. Maresceau (επιμέλεια), The European Community's Commercial Policy after 1992: The Legal Dimension, Martinus Nijhoff, 1993, σ. 387 έως 422, στις σ. 395 και 396.
(29) - Βλ. τη γνωμοδότηση 1/75, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σ. 419· γνωμοδότηση 1/94, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 40 και 41.
(30) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21.
(31) - Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 21, σκέψεις 17 έως 23 της αποφάσεως Werner, σκέψεις 18 έως 24 της αποφάσεως Leifer κ.λπ.
(32) - Βλ. σκέψη 22 της αποφάσεως Werner και σκέψη 23 της αποφάσεως Leifer κ.λπ.
(33) - Βλ. σημείο 31 των προτάσεων.
(34) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 270/80 (Συλλογή 1982, σ. 329).
(35) - Βλ., όμως, το άρθρο του E. U. Petersmann: «Constitutional Principles Governing the EEC's Commercial Policy» στο M. Maresceau (επιμέλεια), προπαρατεθέν στην υποσημείωση 28, σ. 21 έως 61, στις σ. 40 και 41.
(36) - Βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψη 78).
(37) - Βλ. την απόφαση του Divisional Court, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 8.
(38) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Μαου 1996, C-5/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-2553).
(39) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 62.
(40) - Σκέψεις 19 και 20.
(41) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 33.
(42) - Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C-324/93, Evans Medical και Macfarlan Smith (Συλλογή 1995, σ. I-563, σκέψη 27). Βλ. επίσης την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1962, 10/61, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 657), και την απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-158/91, Levy (Συλλογή 1993, σ. I-4287).
(43) - Απόφαση Evans Medical και Macfarlan Smith, σκέψεις 28 και 29.
Full & Egal Universal Law Academy