Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Με το προδικαστικό ερώτημα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας ζητείται ερμηνεία του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, η οποία υπογράφηκε στο Ραμπάτ στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε από την Κοινότητα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (1) (στο εξής: Συμφωνία).
Ειδικότερα, το Centrale Raad van Beroep ερωτά αν, κατά την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, η μη εργαζόμενη σύζυγος Μαροκινού εργαζομένου δικαιούται να λαμβάνει τις μεταβατικές παροχές συντάξεως που προβλέπονται από την οικεία εθνική κανονιστική ρύθμιση υπέρ των Ολλανδών πολιτών.
2 Αναφέρω, κατ' αρχάς, τα ουσιώδη στοιχεία της Συμφωνίας και τη σχετική με το θέμα κοινοτική νομοθεσία, καθώς και τις συναφείς εθνικές διατάξεις.
Η Συμφωνία έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε όλους τους τομείς, με στόχο την ενίσχυση των σχέσεών τους και τη συμβολή στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Μαρόκου (άρθρο 1). Η συνεργασία αυτή καθιερώνεται και ρυθμίζεται σε τρεις τομείς: τον οικονομικό, χρηματοδοτικό και τεχνικό τομέα (τίτλος Ι), τον τομέα των εμπορικών συναλλαγών (τίτλος ΙΙ) και τον τομέα του εργατικού δυναμικού (τίτλος ΙΙΙ).
Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της υπό εξέταση υποθέσεως, κρίσιμες είναι οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στον τίτλο ΙΙΙ, ήτοι οι διατάξεις που αφορούν τον τομέα του εργατικού δυναμικού. Ειδικότερα, το άρθρο 41, παράγραφος 1, διάταξη της οποίας ζητείται εν προκειμένω η ερμηνεία, προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη των επομένων παραγράφων, οι εργαζομένοι μαροκινής ιθαγενείας και τα μέλη της οικογένειάς τους με τα οποία συγκατοικούν απολαύουν, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, καθεστώτος το οποίο χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια, σε σχέση προς τους υπηκόους των κρατών μελών εντός των οποίων απασχολούνται. Οι επόμενες παράγραφοι θεσπίζουν: την αναγνώριση υπέρ των Μαροκινών εργαζομένων του δικαιώματος συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν στα διάφορα κράτη μέλη, όσον αφορά ορισμένες παροχές (παράγραφος 2), την αναγνώριση δικαιώματος επί οικογενειακών παροχών για τα μέλη της οικογένειας που κατοικούν εντός της Κοινότητας (παράγραφος 3) και την ελεύθερη μεταφορά στο Μαρόκο των συντάξεων γήρατος. Η αναγνώριση του καθεστώτος των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 41 εξαρτάται από την ύπαρξη αμοιβαιότητας όσον αφορά τη μεταχείριση των εργαζομένων υπηκόων των κρατών μελών οι οποίοι απασχολούνται στο Μαρόκο (παράγραφος 5). Εξάλλου, το άρθρο 42, παράγραφος 1, επιφορτίζει το Συμβούλιο Συνεργασίας να εκδώσει, εντός έτους από της ενάρξεως της ισχύος της Συμφωνίας, τις διατάξεις που απαιτούνται για την εφαρμογή των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 41. Τέλος, κατά τα άρθρα 44 και 45 της Συμφωνίας, που περιλαμβάνονται στις γενικές και τελικές διατάξεις (τίτλος IV), το εν λόγω Συμβούλιο Συνεργασίας, το οποίο συγκροτείται, αφενός, από μέλη του Συμβουλίου και της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων και, αφετέρου, από μέλη της Κυβερνήσεως του Μαρόκου, διαθέτει, για την πραγματοποίηση των στόχων της Συμφωνίας, εξουσία εκδόσεως αποφάσεων δεσμευτικών για τα συμβαλλόμενα μέρη.
3 Όσον αφορά τις εθνικές διατάξεις που ασκούν εν προκειμένω επιρροή, πρέπει, κατ' αρχάς, να υπομνησθεί ότι ο Algemene Ouderdomswet (νόμος περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος, στο εξής: ΑOW), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1957, θέσπισε συνταξιοδοτικό σύστημα υπό το οποίο το μέγιστο ποσό της συντάξεως γήρατος υπολογίζεται αποκλειστικώς βάσει των συμπληρωθέντων συνταξίμων ετών. Βάσει του ΑOW, ασφαλίζονται υποχρεωτικώς όλοι οι Ολλανδοί υπήκοοι που κατοικούν στις Κάτω Ξώρες, καθώς και αυτοί που, λόγω της παροχής εξαρτημένης εργασίας εντός του κράτους αυτού, υπόκεινται σε φόρο μισθωτών υπηρεσιών.
Τα πρόσωπα που ασφαλίζονται βάσει του ΑOW δικαιούνται συντάξεως γήρατος μόλις συμπληρώσουν το 65ο έτος της ηλικίας τους. Η ανώτατη σύνταξη γήρατος αποκτάται μετά ασφαλιστική περίοδο 50 ετών, διανυθείσα μεταξύ του 15ου και του 60ου έτους της ηλικίας· για κάθε έτος για το οποίο δεν υπήρξε ασφάλιση, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ΑOW, η σύνταξη μειώνεται κατά 2 %.
Δεδομένου ότι ο ΑOW τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1957, δεν ήταν προφανώς δυνατό να υπάρχει ασφάλιση πριν από την ημερομηνία αυτή, με συνέπεια ουδείς να μπορεί να τύχει πλήρους συντάξεως γήρατος πριν το 2007. Γι' αυτό, ο Ολλανδός νομοθέτης θέσπισε μια μεταβατική ρύθμιση, που περιέχεται στα άρθρα 55 και 56 του ΑOW, η οποία επιτρέπει να θεωρούνται ως ασφαλιστικές περίοδοι, υπό την έννοια του ΑΟW, αυτές που διανύθηκαν μεταξύ του 15ου της ηλικίας του ασφαλισμένου και της 1ης Ιανουαρίου 1957. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για πλασματικές ασφαλιστικές περιόδους, αναγνωριζόμενες σε κάθε ενδιαφερόμενο ο οποίος πληροί τις εξής προϋποθέσεις: α) να ήταν κάτοικος των Κάτω Ξωρών μεταξύ του 59ου και του 65ου έτους της ηλικίας του (προϋπόθεση των «έξι ετών») (2), β) να είναι Ολλανδός υπήκοος ή να εξομοιούται προς Ολλανδό υπήκοο (η εν λόγω προϋπόθεση προδήλως δεν αφορά τους κοινοτικούς υπηκόους, οι οποίοι απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του κανονισμού 1408/71), γ) να εξακολουθεί να κατοικεί στις Κάτω Ξώρες μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του (προϋπόθεση της «σημερινής κατοικίας») (3).
Καθόσον αφορά την προκειμένη υπόθεση, πρέπει ειδικότερα να υπογραμμιστεί ότι, βάσει του άρθρου 1 του βασιλικού διατάγματος της 15ης Νοεμβρίου 1985, εξομοιούνται προς Ολλανδούς υπηκόους, εκτός από τους απολαύοντες της ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού, εκείνοι οι οποίοι, μετά τη συμπλήρωση του 20ού έτους της ηλικίας τους, κατοικούσαν αδιαλείπτως ή όχι στις Κάτω Ξώρες για περίοδο δεκαπέντε ετών και εφόσον κατοικούσαν αδιαλείπτως στις Κάτω Ξώρες κατά τα πέντε τελευταία έτη προ της συμπληρώσεως του 65ου της ηλικίας τους.
4 Τέλος, υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (4) (στο εξής: κανονισμός), ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, «για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες». Το πεδίο εφαρμογής ratione materiae του κανονισμού καθορίζεται με το άρθρο 4. Όσον αφορά την προκειμένη περίπτωση, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι παροχές γήρατος περιλαμβάνονται ρητά μεταξύ των κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως για τους οποίους ισχύει ο κανονισμός (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γγ).
Στο σημείο αυτό προέχει να διευκρινιστεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ευεργετήματα αυτού του μεταβατικού καθεστώτος δεν ίσχυαν για όλους τους διακινουμένους εργαζομένους - καθόσον αυτό στηρίζεται στα κριτήρια της ιθαγενείας και της κατοικίας - το Συμβούλιο, για να αποτρέψει ενδεχόμενες δυσμενείς διακρίσεις, περιέλαβε στον κανονισμό διατάξεις ad hoc. Η παράγραφος 2 του κεφαλαίου Ι (Κάτω Ξώρες) του παραρτήματος VI του κανονισμού που αφορά ακριβώς την «εφαρμογή της Ολλανδικής νομοθεσίας περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος», μεταξύ άλλων ορίζει:
«α) Η μείωση που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 του ΑΟW δεν εφαρμόζεται στα ημερολογιακά έτη ή σε τμήματα ημερολογιακών ετών πριν από την 1η Ιανουαρίου 1957 κατά τη διάρκεια των οποίων ο δικαιούχος, ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που του επιτρέπουν να επιτύχει εξομοίωση των ετών αυτών με τις περιόδους ασφάλισης, κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες μεταξύ του 15ου και 65ου έτους της ηλικίας του ή κατά τη διάρκεια των οποίων, ενώ κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, άσκησε μισωθτή δραστηριότητα στις Κάτω Ξώρες για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου στη χώρα αυτή.
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 του ΑΟW, μπορεί επίσης να επιτύχει εξομοίωση ο δικαιούχος ο οποίος κατοικούσε ή εργάστηκε στις Κάτω Ξώρες από την 1η Ιανουαρίου 1957 με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω.
β) Η μείωση που αναφέρεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του ΑΟW δεν έχει εφαρμογή στα ημερολογιακά έτη ή σε τμήματα ημερολογιακών ετών πριν από τις 2 Αυγούστου 1989, κατά τη διάρκεια των οποίων, μεταξύ του 15ου και 65ου έτους της ηλικίας της, η έγγαμη γυναίκα ή η γυναίκα που υπήρξε έγγαμη δεν ήταν ασφαλισμένη δυνάμει της προαναφερόμενης νομοθεσίας ενώ κατοικούσε στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από τις Κάτω Ξώρες, εφόσον τα ημερολογιακά αυτά έτη ή τμήματα των ημερολογιακών ετών συμπίπτουν με τις περιόδους ασφάλισης που έχουν συμπληρωθεί από το σύζυγό της δυνάμει της νομοθεσίας αυτής και με τα ημερολογιακά έτη ή τμήματα των ημερολογιακών ετών που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με το στοιχείο α).
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 του ΑΟW, η γυναίκα αυτή θεωρείται δικαιούχος.
(...)
ε) Τα στοιχεία α), β), γ) και δ) έχουν εφαρμογή μόνον αν ο δικαιούχος κατοικούσε επί έξι έτη στο έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών μετά την ηλικία των 59 ετών συμπληρωμένων και εφόσον κατοικεί στο έδαφος ενός από αυτά τα κράτη μέλη.
(...)
η) Τα στοιχεία α), β), γ) και δ) δεν έχουν εφαρμογή στις περιόδους που συμπίπτουν με τις περιόδους που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων σύνταξης δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους άλλου από τις Κάτω Ξώρες για την ασφάλιση γήρατος ούτε στις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων ο ενδιαφερόμενος έτυχε συντάξεως γήρατος δυνάμει τέτοιας νομοθεσίας.»
Τελικά, σύμφωνα με τις μόλις προ αναφερθείσες διατάξεις, ο δικαιούχος του ΑΟW που δεν πληροί τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων μπορεί να επιτύχει την εξομοίωση των προ της 1ης Ιανουαρίου 1957 περιόδων προς περιόδους ασφαλίσεως έχει ωστόσο το δικαίωμα - αρκεί να είχε κατοικήσει επί έξι έτη στο έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του - να ζητήσει την εξομοίωση των προ της 1ης Ιανουαρίου 1957 περιόδων κατά τις οποίες είχε κατοικήσει στις Κάτω Ξώρες μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας του ή κατά τις οποίες, μολονότι κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, παρείχε μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Ξώρες για εργοδότη εγκατεστημένο στο κράτος αυτό. Επομένως, πρόκειται για διατάξεις οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα αποκτήσεως του δικαιώματος επί των μεταβατικών παροχών, αλλά μόνον εν μέρει, δεδομένου ότι η εξομοίωση προς περιόδους ασφαλίσεως ορισμένων από τις προ της 1ης Ιανουαρίου 1957 περιόδων μπορεί να γίνει μόνο για περιόδους για τις οποίες είτε λόγω κατοικίας είτε λόγω απασχολήσεως, υπήρξε ορισμένος σύνδεσμος μεταξύ του ενδιαφερομένου και του ολλανδικού ασφαλιστικού συστήματος. Επομένως, η ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω παράρτημα, αν γίνει δεκτό ότι το δικαίωμα επί των μεταβατικών παροχών εξαρτάται από ειδικούς όρους κατοικίας, περιλαμβάνει - και αυτό πρέπει να τονιστεί - παρέκκλιση από την υποχρέωση προς άρση της ρήτρας κατοικίας που προβλέπει το άρθρο 10 του κανονισμού.
5 Θα εξετάσω τώρα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία οφείλεται η παρούσα διαδικασία. Η Hallouzi-Choco, μαροκινής ιθαγενείας, κατοικεί στις Κάτω Ξώρες με τον σύζυγό της, Μαροκινό υπήκοο ο οποίος παρείχε μισθωτή δραστηριότητα στο κράτος αυτό και όπου λαμβάνει σύνταξη γήρατος βάσει του ΑΟW. Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 1991, το Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank (ασφαλιστικός φορέας, στο εξής: SVB) αναγνώρισε στη Hallouzi-Choco, η οποία ουδέποτε άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα στις Κάτω Ξώρες, σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τον ΑΟW, από 1ης Ιουλίου 1991 (ημερομηνία συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας της), ίση προς το 22 % του ανωτάτου ποσού συντάξεως που προβλέπεται για τους έγγαμους. Η σύνταξη αυτή, η οποία χορηγήθηκε στη Hallouzi υπό την ιδιότητά της ως αυτοασφαλισμένης, υπολογίστηκε βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που συμπλήρωσε η ενδιαφερόμενη σύμφωνα με τον ΑΟW ως κάτοικος Κάτω Ξωρών, ήτοι από τις 12 Σεπτεμβρίου 1977 έως την 1η Ιανουαρίου 1982 και από τις 26 Φεβρουαρίου 1985 έως την 1η Ιουλίου 1991.
Αντιθέτως, με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1991, ο SVB, λόγω της μαροκινής ιθαγενείας της αιτούσας, αρνήθηκε να λάβει υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως τις πλασματικές περιόδους ασφαλίσεως που περιλαμβάνονται μεταξύ της συμπληρώσεως του 15ου έτους της ηλικίας της και της 1ης Ιανουαρίου 1957, ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του ΑΟW. Δεδομένου ότι η Hallouzi-Choco πληροί τόσο την προϋπόθεση των «έξι ετών» όσο και την προϋπόθεση της «σημερινής κατοικίας», το γεγονός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι προ της 1ης Ιανουαρίου 1957 περίοδοι οφείλεται, επομένως, αποκλειστικά στη μη ολλανδική ιθαγένεια της αιτούσας.
Η απόφαση της 5ης Ιουλίου 1991 προσβλήθηκε από τη Hallouzi-Choco ενώπιον του Raad van Beroep του Άμστερνταμ. Το τελευταίο, με απόφαση της 21ης Απριλίου 1992, έκρινε αβάσιμη την προσφυγή. Κατά της αποφάσεως αυτής η Hallouzi-Choco άσκησε έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep, προβάλλοντας ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, καθόσον προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι μαροκινής ιθαγενείας και τα μέλη της οικογένειάς τους με τα οποία συγκατοικούν απολαύουν καθεστώτος που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια, σε σχέση με τους υπηκόους των κρατών μελών στα οποία οι εργαζόμενοι απασχολούνται, αποκλείει τη δυνατότητα αντιτάξεως κατ' αυτής της ρήτρας ιθαγενείας ώστε να μην της αναγνωριστεί το δικαίωμα επί των μεταβατικών παροχών που προβλέπει ο ΑΟW.
6 Το εθνικό αυτό δικαστήριο, επειδή είχε αμφιβολίες ως προς την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας και ως προς τις μεταβατικές παροχές που προβλέπει ο ΑΟW, έκρινε σκόπιμο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου την έννοια ότι δεν επιτρέπει να εξαρτάται από την ύπαρξη της ολλανδικής ιθαγενείας η χορήγηση των μεταβατικών παροχών που προβλέπονται από τον ολλανδικό νόμο Algemene Ouderdomswet (περί γενικών συντάξεων γήρατος) προς τη σύζυγο Μαροκινού εργαζομένου, η οποία, συνεπώς, αποτελεί μέλος της οικογενείας του εργαζομένου αυτού, υπό την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας;»
Με το υποβληθέν ερώτημα ζητείται, επομένως, να κριθεί αν οι μεταβατικές παροχές που προβλέπει ο ΑΟW, δυνάμει της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, χορηγούνται επίσης στη μη εργαζόμενη σύζυγο Μαροκινού εργαζομένου.
7 Υπενθυμίζω, προκαταρκτικώς, ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί, με τις αποφάσεις Kziber (5) και Yousfi (6), επί της ερμηνείας του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας. Με τις αποφάσεις εκείνες, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί μια συμφωνία προκειμένου να παράγει άμεσα αποτελέσματα, αποφάνθηκε σαφέστατα ότι «από το άρθρο 41, παράγραφος 1, καθώς και από το αντικείμενο και τη φύση της συμφωνίας στην οποία εντάσσεται το άρθρο αυτό προκύπτει ότι η διάταξη αυτή μπορεί να έχει απευθείας εφαρμογή» (7).
Με τις ίδιες αποφάσεις το Δικαστήριο διευκρίνισε επιπλέον ότι «η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας πρέπει να θεωρηθεί ότι στοιχεί στην ταυτόσημη έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως του κανονισμού 1408/71» (8).
8 Το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας και το ότι η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως στη συμφωνία αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση προς την αντίστοιχη έννοια του κανονισμού συνιστούν, εξάλλου, δύο στοιχεία που μόνον η Γαλλική Κυβέρνηση έθεσε υπό αμφισβήτηση κατά την προφορική διαδικασία, σε αντίθεση όμως προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου.
Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι εξίσου αναμφισβήτητο ότι η Hallouzi-Choco, ως μέλος της οικογένειας Μαροκινού εργαζομένου, εμπίπτει αυτοδικαίως στο πεδίο εφαρμογής ratione personae του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, δεν απομένει παρά να εξεταστεί κατά πόσον οι μεταβατικές παροχές των άρθρων 55 και 56 του ΑΟW εμπίπτουν στην έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως του κανονισμού και, ως εκ τούτου, στο πεδίο εφαρμογής ratione materiae του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
9 Συναφώς, αρκεί εν προκειμένω η υπόμνηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο ακριβώς ορίζει τους τομείς κοινωνικής ασφαλίσεως που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του, αναφέρει ρητά, στο στοιχείο γγ, τις παροχές γήρατος. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι μεταβατικές παροχές που προβλέπει ο ΑΟW, καθόσον αποβλέπουν στην αύξηση της συντάξεως που αναμένει ο ενδιαφερόμενος, εντάσσονται πλήρως στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και, συνακόλουθα, σ' αυτό του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
Αυτό συνεπάγεται, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι και οι εργαζόμενοι μαροκινής ιθαγενείας οι οποίοι ζητούν σύνταξη ή τα μέλη της οικογένειας εργαζομένου κατά την έννοια και για τους σκοπούς των οικείων διατάξεων της Συμφωνίας πρέπει να μπορούν να επικαλούνται λυσιτελώς το ευεργέτημα των μεταβατικών παροχών που προβλέπει ο ΑΟW.
10 Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο διατύπωσε συναφώς αμφιβολίες προσθέτοντας ότι, αφενός, η Συμφωνία δεν περιλαμβάνει καμιά ρητή συναφή διάταξη· αφετέρου, το ίδιο το Δικαστήριο - λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της κανονιστικής ρυθμίσεως περί των μεταβατικών διατάξεων - αναγνώρισε τη νομιμότητα των προϋποθέσεων κατοικίας που προβλέπει ο ΑΟW, που μετριάζονται με το παράρτημα VI, κεφάλαιο Ι, παράγραφος 2, το οποίο ωστόσο, όπως ανέφερα ήδη, καθιερώνει παρέκκλιση στην άρση των ρητρών κατοικίας του άρθρου 10 του κανονισμού. Εκκινώντας από την αρχή αυτή, η Ολλανδική Κυβέρνηση και το SVB υποστήριξαν, κατά τη διαδικασία, ότι το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας δεν μπορεί, επομένως, να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αντιβαίνει προς ό,τι προβλέπει το εν λόγω παράρτημα. Με άλλα λόγια, ζητείται από το Δικαστήριο να εφαρμόσει στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αναλογία, τις διατάξεις του παραρτήματος.
Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ειδικότερες λεπτομέρειες εφαρμογής του ΑΟW, οι οποίες ρυθμίζονται και καθορίζονται επ' ακριβώς στο παράρτημα VI, κεφάλαιο Ι, παράγραφος 2, του κανονισμού, αναγνώρισε ότι «η διάταξη του άρθρου 10, η οποία αποκλείει την εφαρμογή ρητρών κατοικίας, δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς περιορισμούς σε ένα σύστημα γενικής ασφαλίσεως γήρατος για το οποίο το απλό γεγονός της κατοικίας στις Κάτω Ξώρες είναι αρκετό προκειμένου να θεωρηθεί κάποιος ως ασφαλισμένος» (9). Επομένως, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, «όσον αφορά το μεταβατικό καθεστώς του ΑΟW, η επέλευση των άλλων αποτελεσμάτων των προϋποθέσεων κατοικίας δεν εμποδίζεται από τις διατάξεις του παραρτήματος VI, το οποίο, με τον τρόπο αυτό, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10» (10). Με άλλα λόγια, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατοικία είναι το μοναδικό κριτήριο ασφαλίσεως βάσει του ΑΟW και ότι οι μεταβατικές παροχές δεν στηρίζονται σε πραγματικές περιόδους ασφαλίσεως, δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν οφείλουν καμιά εισφορά, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω παραρτήματος νομιμοποιούν τις προϋποθέσεις κατοικίας που επιβάλλει συναφώς ο ΑΟW.
11 Με αυτό το δεδομένο, παρατηρώ ότι η νομολογία αυτή δεν ασκεί καμιά απολύτως επιρροή στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, όπως ανέφερα ήδη, η Hallouzi-Choco πληροί τόσο την προϋπόθεση των «έξι ετών» (εφόσον κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες επί έξι έτη μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας της), όσο και αυτήν της «σημερινής κατοικίας» (εξακολούθησε να κατοικεί στις Κάτω Ξώρες μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της). Η άρνηση του SVB να της αναγνωρίσει το ευεργέτημα των μεταβατικών παροχών, επομένως, δεν οφείλεται στις προϋποθέσεις κατοικίας, αλλά στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για Ολλανδό υπήκοο ούτε ήταν δυνατόν να εξομοιωθεί, βάσει του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος της 15ης Νοεμβρίου 1985, με Ολλανδό υπήκοο.
Όσον αφορά την τελευταία αυτή άποψη, θεωρώ εξάλλου αλυσιτελές το γεγονός, το οποίο τονίστηκε από το SVB και την Ολλανδική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία, ότι η Hallouzi-Choco, εφόσον εξακολουθήσει εν των μεταξύ να κατοικεί στις Κάτω Ξώρες, θα δικαιούται από τον Φεβρουάριο του 1996, βάσει του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος του Νοεμβρίου 1985, να εξομοιωθεί προς τους Ολλανδούς υπηκόους και, επομένως, να μπορεί να λαμβάνει τις επίμαχες εν προκειμένω μεταβατικές παροχές. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια ακόμη προϋπόθεση κατοικίας σε σχέση με εκείνες στις οποίες υπόκεινται οι ημεδαποί και, ως εκ τούτου, παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που καθιερώνει το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
12 Είναι αληθές ότι το ίδιο το SVB δεν αμφισβητεί ότι η σύζυγος Μαροκινού εργαζομένου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione personae του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας και ότι η επίμαχη παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione materiae της ίδιας διατάξεως. Όπως διευκρίνισε το SVB κατά την προφορική διαδικασία, η άρνηση χορηγήσεως του ευεργετήματος των μεταβατικών παροχών στη Hallouzi-Choco οφείλεται, στην πραγματικότητα, στην πεποίθηση ότι η εν λόγω παροχή δεν μπορεί να επεκταθεί στη σύζυγο Μαροκινού εργαζομένου. Το SVB αναφέρεται, ουσιαστικά, στη διάκριση μεταξύ πρωτογενών και παραγώγων δικαιωμάτων, στην οποία προέβη το ίδιο το Δικαστήριο με ορισμένες αποφάσεις όπου αποφάνθηκε επί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού (11) (στο εξής: νομολογία Kermaschek). Πράγματι, με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, ενώ αυτοί που έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου μπορούν να προβάλλουν τα δικαιώματα επί των παροχών που προβλέπονται από τον κανονισμό ως ίδια δικαιώματα, τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου μπορούν να προβάλλουν μόνον παρεπόμενα δικαιώματα, ήτοι δικαιώματα κτηθέντα λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών της οικογένειας του εργαζομένου.
Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ότι οι κάτοικοι των Κάτω Ξωρών καλύπτονται απευθείας και ατομικώς από τον ΑΟW, από τη συμπλήρωση του 15ου έτους και μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας τους, ανεξαρτήτως φύλου και οικογενειακής καταστάσεως, πρόδηλο είναι ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, και μαζί με αυτό οι μεταβατικές παροχές, δεν αποτελεί παρεπόμενο δικαίωμα παρεχόμενο στα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου, αλλά ίδιο δικαίωμα το οποίο, επομένως, παρέχεται σε κάθε πρόσωπο το οποίο πληροί τα κριτήρια της οικείας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση, η νομολογία Kermaschek θα έχει ως αποτέλεσμα ότι η Hallouzi-Choco, ως Μαροκινή υπήκοος η οποία ουδέποτε είχε ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος των Κάτω Ξωρών, να μη δικαιούται τις μεταβατικές παροχές που προβλέπει ο ΑΟW.
13 Συναφώς, υπενθυμίζω προπαντός ότι, με την επανειλημμένως προπαρατεθείσα απόφαση Kziber, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί του περιεχομένου των δικαιωμάτων ενός μέλους της οικογένειας Μαροκινού εργαζομένου σχετικά με παροχές ανεργίας που προβλέπονται υπέρ των νέων, έκρινε ότι «η αρχή της εξαλείψεως κάθε διακρίσεως με βάση την ιθαγένεια στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος πληροί όλες τις προβλεπόμενες από εθνική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη χορήγηση παροχών ανεργίας που προβλέπονται υπέρ των νέων οι οποίοι αναζητούν εργασία, δεν μπορεί να στερηθεί τις παροχές αυτές λόγω της ιθαγενείας του» (12).
Η ίδια προσέγγιση επιβεβαιώθηκε και εξιδεικεύθηκε με την επακολουθήσασα απόφαση Krid (13), που αφορούσε το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνεργασίας με την Αλγερία (14), διάταξη ταυτόσημου περιεχομένου με την υπό εξέταση. Ειδικότερα, με την ευκαιρία αυτή το Δικαστήριο, από το οποίο είχε ζητηθεί να εφαρμόσει τη νομολογία Kermaschek και επί των μελών της οικογένειας των εργαζομένων τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας, αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί η νομολογία αυτή, καθότι το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας «δεν συμπίπτει με το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 του κανονισμού 1408/71».
14 Είναι προφανές ότι τα ίδια ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση. Πάντως, η Ολλανδική Κυβέρνηση και το SVB προβάλλουν ότι η μη Ολλανδή σύζυγος εργαζομένου υπηκόου άλλου κράτους μέλους δεν έχει δικαίωμα, ούτε βάσει του παραρτήματος VI του κανονισμού, επί των υπό κρίση μεταβατικών παροχών. Ως εκ τούτου, υποστηρίζουν ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο επιβεβαιώσει τη μη εφαρμογή της νομολογίας Kermaschek στα μέλη των οικογενειών των εργαζομένων των τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ratione personae των συμφωνιών συνεργασίας, θα οδηγούσε σε απαράδεκτο αποτέλεσμα και ασφαλώς σε αποτέλεσμα που δεν θέλησαν οι συντάκτες των συμφωνιών αυτών.
Το ίδιο εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, τα μέλη των οικογενειών των κοινοτικών εργαζομένων θα ετύγχαναν δυσμενούς μεταχειρίσεως σε σχέση με τα μέλη των οικογενειών των εργαζομένων που έχουν την ιθαγένεια μιας από τις τρίτες χώρες με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας, αναφέροντας ως παράδειγμα την υπόθεση Cabanis-Issarte, η οποία εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο εκδόσεως της διατάξεως περί παραπομπής και η οποία ακριβώς αφορούσε τις μεταβατικές παροχές που προβλέπει ο ΑOW. Συμπερασματικά, πρόκειται για την άποψη ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας δεν μπορεί να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το ζήτημα αν πρόκειται για ίδια ή για παράγωγα δικαιώματα, δεδομένου ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, «υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού», έχει εφαρμογή στα μέλη των οικογενειών των εργαζομένων μόνον όταν αυτά επικαλούνται παράγωγα δικαιώματα.
15 Είναι αναμφισβήτητο ότι η εφαρμογή της διακρίσεως μεταξύ ιδίων δικαιωμάτων και παραγώγων δικαιωμάτων μόνο στα μέλη της οικογένειας των κοινοτικών εργαζομένων, όχι όμως και στα μέλη της οικογένειας των εργαζομένων που έχουν την ιθαγένεια μιας χώρας με την οποία η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας, μπορεί να δώσει λαβή για διακρίσεις δυσχερώς κατανοητές, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ο στόχος της Συνθήκης σε σχέση με εκείνον μιας απλής συμφωνίας συνεργασίας. Πέρα από τη σημασία μιας τέτοιας διαφοροποιήσεως είναι αναμφίβολο ότι η τονισθείσα ανωμαλία πρέπει να διορθωθεί, ασφαλώς όμως όχι κατά την έννοια που προτείνεται εν προκειμένω. Πράγματι, το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, καθιερώνοντας την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, δεν προβλέπει τίποτε που μπορεί να ενισχύσει την άποψη του SVB και της Ολλανδικής Κυβερνήσεως.
Η αναφερθείσα ανωμαλία μπορεί πράγματι να εξαλειφθεί μόνο με επανεξέταση της νομολογίας Kermaschek. Αυτό ακριβώς συνέβη με την πρόσφατη απόφαση Cabanis-Issarte (15), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αναγνωρίζει «το ευεργέτημα της ίσης μεταχειρίσεως κατά την εφαρμογή των νομοθεσιών των κρατών μελών περί κοινωνικής ασφαλίσεως, χωρίς να διακρίνει αν το περί ου πρόκειται πρόσωπο είναι εργαζόμενος, μέλος της οικογενείας ή επιζών σύζυγος εργαζομένου. Σημειωτέον επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στηριζομένη σε μια από τις διατάξεις του κανονισμού στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρέπει να δικαιολογείται αντικειμενικώς, δεδομένου ότι άλλως θα καταστεί κενός περιεχομένου ο θεμελιώδης κανόνας της απαγορεύσεως των διακρίσεων τον οποίο εξαγγέλλει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως» (σκέψη 26). Εξάλλου, με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο τόνισε ότι «η διάκριση μεταξύ ιδίων και παραγώγων δικαιωμάτων, στην οποία προσέφυγε το Δικαστήριο (...), μπορεί να έχει ως συνέπεια να παραβλεφθεί η θεμελιώδης επιταγή της κοινοτικής εννόμου τάξεως που αποτελεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων της, διότι η δυνατότητα εφαρμογής τους επί των ιδιωτών θα εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό του δικαιώματος ως ιδίου ή ως παραγώγου που δίδει η εφαρμοστέα επί των επιμάχων παροχών εθνική νομοθεσία, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του εσωτερικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως» (σκέψη 31).
16 Επομένως, μετά την εν λόγω απόφαση, τόσο τα μέλη των οικογενειών των κοινοτικών εργαζομένων (η Cabanis-Issarte), όσο και εκείνων των υπηκόων των τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας (η Hallouzi-Choho) έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν τις αιτούμενες παροχές βάσει του ΑOW υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται για τους ημεδαπούς. Αυτό είναι αποτέλεσμα το οποίο δεν μπορεί παρά να γίνει ευνοϋκώς δεκτό, δεδομένου ότι εξαλείφει μια διαφοροποίηση η οποία τροφοδοτούσε μια βέβαιη ενόχληση και ότι, εξάλλου, ερχόταν σε αντίθεση προς το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (16).
Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, αυτό σημαίνει ότι καθίσταται πλέον απρόσφορο το επιχείρημα ότι η μη εφαρμογή της νομολογίας Kermaschek στην προκειμένη περίπτωση καθιστά προφανή τη δυσμενή διάκριση εις βάρος των μελών της οικογένειας των υπηκόων ενός κράτους μέλους σε σχέση με τα μέλη της οικογένειας των υπηκόων των τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας παρόμοια με την εξεταζόμενη εν προκειμένω.
17 Μια τελευταία παρατήρηση. Η Γαλλική Κυβέρνηση, η οποία παρενέβη κατά την προφορική διαδικασία, ζήτησε από το Δικαστήριο, στην περίπτωση κατά την οποία αυτό θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι μεταβατικές παροχές που προβλέπει ο ΑOW δεν είναι δυνατόν να μην καταβάλλονται στα μέλη της οικογένειας Μαροκινού εργαζομένου, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της υπό έκδοση αποφάσεως, αυτό δε λόγω των σοβαρών ή οπωσδήποτε μη προβλέψιμων οικονομικών συνεπειών που θα προκύψουν από την απόφαση για το ολλανδικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων.
Περιορίζομαι συναφώς να παρατηρήσω, αφενός, ότι ούτε η Ολλανδική Κυβέρνηση ούτε το SVB υπέβαλαν παρόμοιο αίτημα ή, έστω, προέβαλαν ότι η απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να έχει σοβαρές οικονομικές συνέπειες για το ολλανδικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων· αφετέρου, η ερμηνεία του άρθρου 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη τη συναφή νομολογία μετά την έκδοση της επανειλημμένως παρατεθείσας αποφάσεως Kziber, δεν μπορούσε να δημιουργήσει καμιά αβεβαιότητα. Επομένως, πέρα από τις αμφίβολες τυπικές προϋποθέσεις του αιτήματος, οπωσδήποτε στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις από τις οποίες, βάσει πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου (17), εξαρτάται ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων των αποφάσεων περί ερμηνείας.
18 Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα που υπέβαλε το Centrale Raad van Beroep:
«Το άρθρο 41, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, η οποία υπογράφηκε στο Ραμπάτ στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε από την Κοινότητα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να αρνείται τη χορήγηση των μεταβατικών παροχών των σχετικών με τη σύνταξη γήρατος, που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού υπέρ των υπηκόων του, σε μέλος της οικογένειας Μαροκινού εργαζομένου με το οποίο συγκατοικεί, λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος είναι μαροκινής ιθαγενείας.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 130.
(2) - Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή μετριάζεται από το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 3ης Δεκεμβρίου 1985, κατά το οποίο όποιος έχει εγκαταλείψει τις Κάτω Ξώρες, αλλά εξακολουθεί να είναι ασφαλισμένος βάσει του ΑΟW, θεωρείται, όσον αφορά την προϋπόθεση των έξι ετών, ότι κατοικεί στη χώρα αυτή.
(3) - Η προϋπόθεση αυτή, η οποία επίσης μετριάζεται από διάταξη του βασιλικού διατάγματος της 3ης Δεκεμβρίου 1985, δεν ισχύει για τα πρόσωπα που είναι ασφαλισμένα, βάσει του ΑΟW, χωρίς διακοπή από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους.
(4) - Βλ. κωδικοποιημένη έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6).
(5) - Aπόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90 (Συλλογή 1991, σ. Ι-199).
(6) - Απόφαση της 20ής Απριλίου 1994, C-58/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-1353).
(7) - Προαναφερθείσα απόφαση Kziber, σκέψη 23· προαναφερθείσα απόφαση Yousfi, σκέψη 17.
(8) - Προαναφερθείσα απόφαση Kziber, σκέψη 25· προαναφερθείσα απόφαση Yousfi, σκέψη 24.
(9) - Απόφαση της 2ας Μαου 1990, C-293/88, Winter-Lutzins (Συλλογή 1990, σ. Ι-1623, σκέψη 16).
(10) - Προαναφερθείσα απόφαση Winter-Lutzins, σκέψη 18.
(11) - Βλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76, Kermaschek (Συλλογή τόμος 1976, σ. 599, σκέψη 8). Υπό το αυτό πνεύμα, βλ., ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 27ης Μαου 1993, C-310/91, Schmidt (Συλλογή 1993, σ. Ι-3011, σκέψη 12).
(12) - Προαναφερθείσα απόφαση Kziber, σκέψη 28.
(13) - Aπόφαση της 5ης Απριλίου 1995, C-103/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-719).
(14) - Συμφωνία υπογραφείσα στο Αλγέρι στις 26 Απριλίου 1976 και εγκριθείσα εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2110/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 3).
(15) - Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-308/93 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(16) - Τις επόψεις αυτές είχα εξετάσει διεξοδικά στις προτάσεις μου της 29ης Φεβρουαρίου 1996 στην προαναφερθείσα απόφαση Cabanis-Issarte. Βλ., ειδικότερα, τα σημεία 6, 7 και 11 έως 14.
(17) - Βλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψεις 69 έως 75), καθώς και, ως τελευταίως εκδοθείσα, την προαναφερθείσα απόφαση Cabanis-Issarte, σκέψεις 46 έως 48.
Full & Egal Universal Law Academy