Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το tribunal de commerce de Lyon, Γαλλία, έχει υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα στο πλαίσιο εκδικάσεως αγωγής ασκηθείσας από τις εταιρίες Fontaine SA, Garage Laval SA, Fahy SA (αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της Peugeot), Renault Lyon Ouest FLB Automobiles SA (αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Ford), Diffusion Vallis Auto SA (αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Volkswagen-Audi) και Horizon Sud SA (αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Ford) κατά της εταιρίας Aqueducs Automobiles SARL την οποία κατηγορούν για αθέμιτο ανταγωνισμό.
2 Συγκεκριμένα, οι ενάγουσες εταιρίες προσάπτουν στην εναγομένη την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πωλήσεως καινουργών αυτοκινήτων οχημάτων εκτός του «επισήμου» δικτύου διανομής και χωρίς την τήρηση των κοινοτικών κανόνων που, κατ' αυτές, διέπουν τον σχετικό τομέα καθώς και για παράνομη και απατηλή διαφημιστική προβολή, δηλαδή για ένα σύνολο πράξεων αθεμίτου ανταγωνισμού οι οποίες θίγουν τα συμφέροντά τους ως αποκλειστικών αντιπροσώπων των αυτοκινήτων οχημάτων της σχετικής μάρκας.
3 Οι σχετικοί κοινοτικοί κανόνες είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων (1) (στο εξής: κανονισμός), και της ανακοινώσεως 91/C 329/06 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 1991 (2).
4 Με την ασκηθείσα ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων αγωγή ζητείται να απαγορευθεί στην εναγομένη να συνεχίσει να ασκεί κατά τον ίδιο τρόπο τις δραστηριότητές της τόσο σχετικά με τις πωλήσεις καινουργών οχημάτων όσο και με τη διαφήμιση των πωλήσεων αυτών. Με την αγωγή ζητείται επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή αποζημιώσεως για την προκληθείσα ζημία.
5 Το tribunal de commerce de Lyon έκρινε ότι για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς απαιτείται προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού. Κατόπιν τούτου, υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Απαγορεύονται οι παράλληλες εισαγωγές όταν γίνονται κατ' άλλον τρόπον και όχι στο πλαίσιο εντολής προς παρέχοντα υπηρεσίες μεσάζοντα και, κατά συνέπεια, μέσω πράξεως αγοράς προς μεταπώληση;
2) Απαγορεύεται σε ανεξάρτητο έμπορο η άσκηση, ταυτοχρόνως, της δραστηριότητας του παρέχοντος υπηρεσίες ελεύθερου εντολοδόχου και του εμπορευομένου που προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε παράλληλες εισαγωγές;
3) Απαγορεύεται σε ανεξάρτητο έμπορο η πώληση καινουργών αυτοκινήτων και ποιος είναι, σε όλες τις περιπτώσεις, ο ορισμός του καινουργούς και του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου;»
6 Το ίδιο tribunal de commerce έχει ήδη υποβάλει στο Δικαστήριο και μια άλλη σειρά παρομοίων προδικαστικών ερωτημάτων (3) στο πλαίσιο της υποθέσεως C-309/94, Nissan France κ.λπ. (4), επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996. Την ίδια ημερομηνία, το Δικαστήριο εξέδωσε επίσης την απόφαση Grand garage albigeois κ.λπ. σχετικά με το καθεστώς διανομής στον τομέα αυτοκινήτων, απόφαση με την οποία απάντησε στα προδικαστικά ερωτήματα που του είχε υποβάλει το tribunal de commerce d'Albi (5).
7 Η Γραμματεία του Δικαστηρίου απέστειλε στο tribunal de commerce de Lyon αντίγραφο της εκδοθείσας στην υπόθεση Nissan France κ.λπ. αποφάσεως ερωτώντας εάν, ενόψει του περιεχομένου της αποφάσεως αυτής, εξακολουθεί αυτό να εμμένει επί των υποβληθέντων στην υπό κρίση υπόθεση προδικαστικών ερωτημάτων.
8 Κατόπιν τούτου, το tribunal de commerce de Lyon αποφάσισε να αποσύρει τα δύο πρώτα του ερωτήματα, εμμένοντας στο τρίτο.
Όσον αφορά το πρώτο μέρος του προδικαστικού ερωτήματος
9 Όπως ακριβώς και η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση, θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει στο πρώτο μέρος αυτού του προδικαστικού ερωτήματος (ελευθερία όσον αφορά την εκ μέρους ανεξάρτητων εμπόρων πώληση καινουργών οχημάτων) στην προπαρατεθείσα απόφασή του Nissan France κ.λπ. και ότι ουδείς λόγος συντρέχει να μεταβληθεί η νομολογία αυτή.
10 Πράγματι, η ελευθερία που διαθέτει ένας ανεξάρτητος έμπορος να επιδίδεται, στο περιθώριο των δικτύων αντιπροσώπων, στην πώληση αυτοκινήτων οχημάτων, καινουργών ή μεταχειρισμένων, εισαγομένων ή κατασκευασμένων στη χώρα του, έχει σαφώς επιβεβαιωθεί με την απόφαση αυτή (6) ως εξής:
«(...) ο κανονισμός 123/85, σύμφωνα με τη λειτουργία που καλείται να επιτελέσει στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης δεν αφορά παρά τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ των προμηθευτών και των εξουσιοδοτημένων διανομέων τους, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες συμφωνίες που συνάπτουν μεταξύ τους είναι νόμιμες, από την άποψη των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης.
Το αντικείμενο του κανονισμού περιορίζεται έτσι στο περιεχόμενο συμφωνιών, τις οποίες τα μέρη που συνδέονται στο πλαίσιο δικτύου διανομής ορισμένου προϋόντος μπορούν νομίμως να συνάπτουν, εν όψει των κανόνων της Συνθήκης που απαγορεύουν τους περιορισμούς στην κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της κοινής αγοράς.
Επομένως, καθορίζοντας απλώς και μόνον τις υποχρεώσεις που τα μέρη που συνάπτουν τέτοιες συμφωνίες μπορούν ή όχι να αναλαμβάνουν στις σχέσεις με τους τρίτους, ο εν λόγω κανονισμός δεν αποσκοπεί, αντιθέτως, στη ρύθμιση της δραστηριότητας αυτών των τρίτων που μπορούν να αναπτύξουν δραστηριότητα στην αγορά εκτός του κυκλώματος των συμφωνιών διανομής.
ςΕτσι, οι διατάξεις αυτού του εισάγοντος εξαίρεση κανονισμού δεν μπορούν να θίγουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τρίτων σε σχέση με τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί μεταξύ των κατασκευαστών αυτοκινήτων και των αντιπροσώπων τους, ιδίως μάλιστα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ανεξαρτήτων εμπόρων.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κανονισμός 123/85 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απαγορεύων σε επιχειρηματία που δεν ανήκει στο επίσημο δίκτυο διανομής ορισμένης μάρκας αυτοκινήτων και ο οποίος δεν έχει την ιδιότητα του εντολοδόχου μεσάζοντος κατά την έννοια του κανονισμού αυτού να προμηθεύεται καινουργή αυτοκίνητα της μάρκας αυτής μέσω παραλλήλων εισαγωγών και να ασκεί την ανεξάρτητη δραστηριότητα εμπορίας των αυτοκινήτων αυτών.
Για τους ίδιους λόγους, ο κανονισμός αυτός δεν απαγορεύει στον ανεξάρτητο επιχειρηματία να ασκεί σωρευτικώς τις δραστηριότητες του εντεταλμένου μεσάζοντος, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 11, του κανονισμού, και του μη εξουσιοδοτημένου μεταπωλητή αυτοκινήτων προερχομένων από παράλληλες εισαγωγές.»
Όσον αφορά το δεύτερο μέρος του προδικαστικού ερωτήματος
11 Σχετικά με τον ορισμό του καινουργούς και του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, το Δικαστήριο περιορίστηκε, στην προπαρατεθείσα απόφασή του Nissan France κ.λπ., να απαντήσει στο tribunal de commerce de Lyon ότι, «ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα», παρέλκει η απόφαση ως προς τον εν λόγω ορισμό.
12 Είμαι απολύτως σύμφωνος με την απόφαση αυτή. Όπως και στις προτάσεις μου στην υπόθεση Nissan France κ.λπ. (7), θεωρώ πάντοτε ότι το Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να ορίσει την έννοια του καινουργούς ή του μεταχειρισμένου οχήματος όταν τέτοιος ορισμός στερείται σημασίας για την επίλυση της διαφοράς εφόσον η διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών δεν έχει επίπτωση στη δραστηριότητα των ανεξαρτήτων πωλητών.
13 Στην παράγραφο 36 των προτάσεων αυτών, αναφέρω τα εξής: «Κατόπιν του συμπεράσματος αυτού δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να "ορίσει" - και αυτό ακριβώς υποστήριξαν ορισμένοι από τους υποβαλόντες παρατηρήσεις στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας - τις έννοιες του καινουργούς και του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, όπως του ζητεί το εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, από την άποψη του κανονισμού, η δραστηριότητα του ανεξαρτήτου εμπόρου δεν διαφέρει όσον αφορά τις δύο κατηγορίες αυτοκινήτων, η δε ιδιότητα του καινουργούς ή μεταχειρισμένου αυτοκινήτου δεν επηρεάζει τις δυνατότητες εμπορίας του από τους ανεξαρτήτους επιχειρηματίες του δικτύου.»
14 H Eπιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση συμμερίζονται την άποψη αυτή, την οποία το Δικαστήριο υιοθέτησε και η οποία θα έπρεπε, κατ' εμέ, να επιβεβαιωθεί άλλη μια φορά. Πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όπως ακριβώς συνέβη και στην προδικαστική εκείνη απόφαση, τίθεται εν προκειμένω το ζήτημα της ανάγκης ορισμού της εννοίας του καινουργούς οχήματος σε σχέση με προβαλλόμενη απαγόρευση μεταπωλήσεως τέτοιου οχήματος η οποία επιβάλλεται στους άσχετους προς το συσταθέν από τον αντιπρόσωπο δίκτυο εμπόρους. Εφόσον τέτοιο προαπαιτούμενο δεν γίνεται δεκτό και, κατά συνέπεια, επιβεβαιώνεται το δικαίωμα αυτών των ανεξαρτήτων εμπόρων να μεταπωλούν τόσο καινουργή όσο και μεταχειρισμένα οχήματα, η διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία.
15 Η εναγόμενη στην κύρια δίκη εταιρία προβάλλει μια σειρά λόγων για τους οποίους θα έπρεπε να διασαφηνιστούν οι έννοιες αυτές, πλην όμως οι λόγοι αυτοί είναι γενικοί και αφηρημένοι και μη συνδεόμενοι με τη συγκεκριμένη διαφορά από την οποία απορρέουν τα προδικαστικά ερωτήματα. Κατά συνέπεια, τυχόν απάντηση του Δικαστηρίου θα είχε μάλλον τον χαρακτήρα θεωρητικής συμβουλευτικής γνώμης χωρίς πραγματική σχέση με τη διαφορά. Η ενδεχόμενη χρησιμότητά της όσον αφορά μελλοντικές, κατά το μάλλον ή ήττον υποθετικές, δίκες δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να μην τηρηθεί το θεσπισμένο με την προπαρατεθείσα απόφαση Nissan France κ.λπ. κριτήριο.
Πρόταση
16 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα από το tribunal de commerce de Lyon ερωτήματα την ίδια απάντηση με αυτήν που έδωσε και με την απόφασή του Nissan France κ.λπ.:
«Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε επιχειρηματία ο οποίος δεν είναι ούτε μεταπωλητής εξουσιοδοτημένος από το δίκτυο διανομής του κατασκευαστή ορισμένης μάρκας αυτοκινήτων ούτε εντολοδόχος μεσάζων κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 11, του κανονισμού αυτού να ασκεί δραστηριότητα παράλληλης εισαγωγής και ανεξάρτητης μεταπωλήσεως καινουργών αυτοκινήτων της μάρκας αυτής.»
(1) - ΕΕ 1985, L 15, σ. 16.
(2) - ΕΕ C 329, σ. 20.
(3) - Τα ερωτήματα αυτά είχαν ως εξής:
«1) Μπορεί παράλληλος εισαγωγέας να ασκεί συγχρόνως τη δραστηριότητα εντολοδόχου και τη δραστηριότητα μεταπωλητή εισαγομένων αυτοκινήτων;
2) Ποιά είναι τα κριτήρια διαφοροποιήσεως των καινουργών αυτοκινήτων από τα μεταχειρισμένα, υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου;
3) Μετά πόσα χιλιόμετρα και μετά πόσο χρόνο από τη θέση σε κυκλοφορία θεωρείται ότι το αυτοκίνητο είναι μεταχειρισμένο; οΗ μήπως, σε κάθε περίπτωση, η απάντηση εναπόκειται στην εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων;»
(4) - Συλλογή 1996, σ. Ι-677.
(5) - Υπόθεση C-226/94, Συλλογή 1996, σ. Ι-651.
(6) - Σκέψεις 16 έως 21.
(7) - Συλλογή 1996, σ. Ι-679.
Full & Egal Universal Law Academy