ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIAL FENNELLY
της 1ης Φεβρουαρίου 1996 ( *1 )
1.
Η Επιτροπή έχει ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης. Με δικόγραφο της 8ης Μαΐου 1985, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Μαΐου 1995, το εν λόγω κοινοτικό όργανο ισχυρίζεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θέτοντας σε εφαρμογή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση της προς την οδηγία του Συμβουλίου 91/271/ΕΟΚ της 18ης Μαρτίου 1991 (στο εξής: οδηγία), για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων ( 1 ), ή μη ενημερώνοντας την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που είχε λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία αυτή, δεν εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και την εν λόγω οδηγία.
2.
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση προς αυτή το αργότερο στις 30 Ιουνίου 1993 και να ενημερώσουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή. Το άρθρο 19, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας υποχρεώνει επίσης τα κράτη μέλη να ανακοινώσουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες πρόκειται να θεσπίσουν στον τομέα που διέπεται από την οδηγία αυτή.
3.
Το άρθρο 189 της Συνθήκης υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν τα εθνικά μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της επιτεύξεως των σκοπών κάθε οδηγίας. Η ειδική αυτή επιταγή επιρρωννύεται από το γενικό καθήκον που αυτά υπέχουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης να «λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας».
4.
Με το υπόμνημά της αντικρούσεως της 20ής Ιουνίου 1995 η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι δεν έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία εντός της επιτασσομένης από το άρθρο 19 αυτής προθεσμίας, πλην όμως ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός ότι τα σχετικά εκτελεστικά μέτρα εντάσσονται στο πλαίσιο της συνολικής αναθεώρησης της υφιστάμενης νομοθεσίας για τη διαχείριση των αποβλήτων. Η εν λόγω κυβέρνηση αναφέρει ότι το καθ' ύλην αρμόδιο υπουργείο έχει ήδη επεξεργαστεί σχέδιο υπουργικής αποφάσεως, με την οποία, όταν αυτή εκδοθεί, θα τεθεί σε εφαρμογή η οδηγία. Με το υπόμνημα της ανταπαντήσεως της 8ης Αυγούστου 1995, η Ελληνική Κυβέρνηση αναφέρει επιπλέον ότι το εν λόγω σχέδιο βρίσκεται ήδη στο στάδιο υπογραφής από τους συναρμόδιους υπουργούς. Όμως, όπως ορθώς η Επιτροπή υποστήριξε στο υπόμνημά της απαντήσεως της 3ης Ιουλίου 1995, αναφερόμενη σε πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται πρακτικές ή άλλης φύσεως δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν κατά την εφαρμογή μιας οδηγίας προκειμένου να δικαιολογήσουν την παράλειψή τους να εκπληρώσουν, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις επιβαλλόμενες σ' αυτά από τις κοινοτικές οδηγίες υποχρεώσεις.
5.
Καθώς η παράλειψη της Ελλάδος να θεσπίσει τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της αναφερθείσας από την Επιτροπή οδηγίας πατά τη διάρκεια τόσο της προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής φάσεως όσο και κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας εξακολουθεί να υφίσταται, το μόνο που μπορώ να προτείνω στο Δικαστήριο είναι να κάνει δεκτά τα αιτήματα της Επιτροπής.
Συμπέρασμα
6.
Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει:
«1)
Να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θέτοντας σε εφαρμογή εντός της ταχθείας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση της προς την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, δεν εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, παράγραφος 3, της Συνθήκης και από το άρθρο 19 της οδηγίας 91/271
2)
Να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) ΕΕ 1991, L 135, σ. 40.
Full & Egal Universal Law Academy