Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην υπό κρίση υπόθεση, το High Court of Justic, Queen's Bench Division, ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση μιας ειδικής ποσότητας αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων (1). Οι διατάξεις αυτές θέτουν τα κριτήρια κατανομής της ποσότητας αυτής μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως.
Το κανονιστικό πλαίσιο
2 Υπενθυμίζω, πρώτον, ότι, για να λύσει το πρόβλημα της υπερπαραγωγής γάλακτος, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1977 (2), θέσπισε ένα σύστημα πριμοδοτήσεων μη εμπορίας γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων και μετατροπής αγελών βοοειδών γαλαγαλακτοκομικής κατευθύνσεως. Δεδομένου ότι εξακολουθούσε να υπάρχει υπερβολική ανισότητα μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στον τομέα των γαλακτοκομικών προϋόντων, το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (3), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (4), θέσπισε μια συμπληρωματική εισφορά επί της παραγωγής γάλακτος. Η διάταξη αυτή προβλέπει τη χορήγηση στους παραγωγούς μιας «ποσότητας αναφοράς» που υπολογίζεται βάσει της παραγωγής ορισμένης περιόδου («περίοδος αναφοράς»): για την παραγωγή που υπερβαίνει την ποσότητα αυτή ο παραγωγός οφείλει συμπληρωματική εισφορά.
Οι γενικοί κανόνες εφαρμογής της εισφοράς θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (5). Ο κανονισμός αυτός κηρύχθηκε άκυρος από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Mulder και Von Deetzen (6), ακριβώς κατά το μέτρο που δεν προέβλεπε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγής SLOM (7), δηλαδή στους παραγωγούς οι οποίοι, επειδή είχαν συνάψει συμφωνία μη εμπορίας ή μετατροπής κατά την έννοια του κανονισμού 1078/77, δεν παρήγαγαν γάλα κατά το έτος αναφοράς. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι παραγωγοί αυτοί μπορούσαν να επικαλεστούν την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και να αρχίσουν και πάλι την παραγωγή γάλακτος μετά τη λήξη της περιόδου, της καλυπτομένης από τη συμφωνία μη εμπορίας ή μετατροπής.
3 Σε εκτέλεση των αποφάσεων Mulder και Von Deetzen, το Συμβούλιο τροποποίησε, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89, της 20ής Μαρτίου 1989 (8), τον κανονισμό 857/84, με την προσθήκη του άρθρου 3α, το οποίο ρυθμίζει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς (SLOM 1). Η ποσότητα αυτή ανερχόταν στο 60 % της ποσότητας γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός εντός των δώδεκα μηνών που προηγήθηκαν του μήνα καταθέσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής. Η διάταξη αυτή κηρύχθηκε άκυρη από το Δικαστήριο (9) διότι περιόρισε σε 60 % την ειδική ποσότητα αναφοράς.
Κατόπιν αυτού το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91, της 13ης Ιουνίου 1991 (10) (SLOM 2), ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 3α του κανονισμού 857/84 κατά την έννοια που υπέδειξε το Δικαστήριο, δηλαδή καταργώντας το όριο του 60 %.
Υπενθυμίζω τέλος ότι, στο μεταξύ, ο κανονισμός 857/84 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από 1ης Απριλίου 1993 από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992 (11).
4 Εν συνεχεία, θα υπενθυμίσω τις διατάξεις που θεσπίζουν τα κριτήρια προσδιορισμού των ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως ή εκχωρήσεως εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή.
Πρώτον, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3950/92, «Η διαθέσιμη σε μια εκμετάλλευση ποσότητα αναφοράς, μεταβιβάζεται μαζί με την εκμετάλλευση σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται, σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν τα κράτη μέλη λαμβάνοντας υπόψη τις χρησιμοποιούμενες για τη γαλακτοκομική παραγωγή εκτάσεις ή άλλα αντικειμενικά κριτήρια και ενδεχομένως συμφνία μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών. Το μέρος της ποσότητας αναφοράς το οποίο ενδεχομένως δεν μεταβιβάζεται με την εκμετάλλευση προστίθεται στο εθνικό απόθεμα.» (12)
Δεύτερον, θα σημειώσω το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, του κανονισμού (EOK) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988 (13), για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 857/84, κατά το οποίο «σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης ενός ή περισσοτέρων τμημάτων μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που αναλαμβάνουν την εκμετάλλευση συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, ή άλλων αντικειμενικών κριτηρίων που προσδιορίζονται από τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη μπορούν να μη λάβουν υπόψη τα μεταβιβαζόμενα τμήματα των οποίων η έκταση που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή είναι κατώτερη από μια ελάχιστη έκταση που καθορίζουν. Το μέρος της ποσότητας αναφοράς που αντιστοιχεί σ' αυτήν την έκταση μπορεί να προστεθεί στο σύνολό του στο απόθεμα.» (14)
5 Οι διατάξεις που παρέθεσα αφορούν γενικώς τον προσδιορισμό των ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως και όχι ειδικά την περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση επέρχεται κατά την περίοδο μη εμπορίας. Η περίπτωση αυτή ρυθμιζόταν από το άρθρο 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, κατά το οποίο ο αποκτών εκμετάλλευση που ανήκει σε παραγωγό SLOM είχε δικαίωμα για ποσόστωση SLOM 1 μόνο αν είχε αποκτήσει αρχικά το δικαίωμα πριμοδοτήσεως μη εμπορίας. Η απαίτηση αυτή πάντως σήμαινε ότι ήταν αδύνατο για τους αποκτώντες τμήμα μιας εκμεταλλεύσεως να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1078/77, ο αποκτών τμήμα της εκμεταλλεύσεως δεν αποκτά δικαίωμα πριμοδοτήσεως.
Το ζήτημα αυτό απασχόλησε το Δικαστήριο, το οποίο, με την απόφαση Twinjnstra έκρινε ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως ως προς την οποία έχει αναληφθεί η υποχρέωση μη εμπορίας την οποία ο αγοραστής δεσμεύτηκε ότι θα τηρήσει, το άρθρο 3α έχει την έννοια ότι επιτρέπει «την κατανομή της ειδικής ποσότητας αναφοράς μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις» (15).
6 Με αφορμή την απόφαση Twijnstra, το Συμβούλιο εξέδωσε τον προπαρατεθέντα κανονισμό 2055/93 (στο εξής: κανονισμός) περί τον οποίο στρέφεται η παρούσα διαδικασία, και με τον οποίο τροποποιήθηκαν τα κριτήρια χορηγήσεως και κατανομής των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς (SLOM 3).
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού, καθορίζει τα κριτήρια κατανομής μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος μιας ποσότητας αναφοράς που έχει ήδη χορηγηθεί κατά την έννοια του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84. Κατά το μέρος που αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «η εν λόγω ποσότητα αναφοράς διανέμεται μεταξύ του εκχωρούντος και του μερικού αποδέκτη (...) prorata των εκχωρηθεισών κτηνοτροφικών εκτάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92».
Το άρθρο 2 του κανονισμού αφορά την περίπτωση κατά την οποία η ειδική ποσότητα αναφοράς δεν έχει ακόμη χορηγηθεί και ορίζει ότι η ποσότητα αυτή «καθορίζεται από το κράτος μέλος σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια prorata της κτηνοτροφικής έκτασης που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78, την οποία εκμεταλλεύεται ο παραγωγός την ημερομηνία της αίτησής του, βάσει της ποσότητας για την οποία έχει υπολογιστεί η πριμοδότηση».
Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
7 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη είναι κτηνοτρόφοι και αγόρασαν (ο Lay) ή μίσθωσαν (o Gage) τμήματα μικτών εκμεταλλεύσεων που τελούσαν υπό το καθεστώς της υποχρεώσεως μη εμπορίας. ςΟταν διαδέχτηκαν τους αρχικούς κυρίους, οι προσφεύγοντες ανέλαβαν έναντι του Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων (στο εξής: Υπουργείο) ανάλογη δέσμευση για το συγκεκριμένο τμήμα της εκμεταλλεύσεως χωρίς όμως να λάβουν πριμοδότηση μη εμπορίας.
Κατόπιν αιτήσεως των προσφευγόντων, το Υπουργείο τους χορήγησε μεταξύ 1993 και 1994, ειδική ποσότητα αναφοράς γάλακτος, υπολογισθείσα αναλόγως των εκτάσεων που είχαν αγοράσει ή μισθώσει. Οι προσφεύγοντες προσέβαλαν τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις ενώπιον του High Court με τον ισχυρισμό ότι η ποσότητα αναφοράς που έλαβαν προσδιορίστηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι αρχικοί κύριοι ασκούσαν τη δραστηριότητα της εκτροφής ζώων με σκοπό τη γαλακτοπαραγωγή σχεδόν αποκλειστικά στα τμήματα των εκμεταλλεύσεων που απέκτησαν οι προσφεύγοντες.
8 Το εθνικό δικαστήριο θεώρησε αναγκαίο, προκειμένου να εκδώσει την απόφασή του, να διευκρινίσει την ακριβή έννοια του όρου «κτηνοτροφικές εκτάσεις» που περιέχεται στον κανονισμό και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ενόψει του προσδιορισμού του δικαιώματος για ποσότητα αναφοράς κατά τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, που έχει ο αποκτών μέρος εκμεταλλεύσεως, οφείλει το κράτος μέλος, βάσει του κανονισμού 2055/93 και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και του σεβασμού του δικαιώματος κυριότητας, να κατανείμει την ποσότητα αναφοράς μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος μέρος της εκμεταλλεύσεως, με βάση το τμήμα αυτής που εχρησιμοποιείτο για παραγωγή γάλακτος κατά τον χρόνο της εκ μέρους του μεταβιβάζοντος αναλήψεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας και στη συνέχεια αναλόγως του ποσοστού της χρησιμοποιουμένης για παραγωγή γάλακτος εκτάσεως που μεταβιβάζεται στον αποκτώντα;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, είναι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου ανίσχυρα ως παραβιάζοντα τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και του σεβασμού του δικαιώματος κυριότητας;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 και 2, για τον προσδιορισμό του δικαιώματος του αποκτώντος μέρος της εκμεταλλεύσεως για ποσότητα αναφοράς κατά τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, μπορεί το κράτος μέλος να κατανείμει την ποσότητα αναφοράς μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος αναλόγως του τμήματος της εκμεταλλεύσεως που μεταβιβάζεται στον αποκτώντα;»
9 Παρά το γεγονός ότι η ισχύουσα ρύθμιση είναι κάπως συγκεχυμένη, το βασικό ερώτημα ως προς το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί είναι σχετικά απλό. Συγκεκριμένα, με τα προδικαστικά ερωτήματα το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η έκφραση «κτηνοτροφικές εκτάσεις» σημαίνει τις εκτάσεις της εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούσε πράγματι ο μεταβιβάζων για τη γαλακτοπαραγωγή ή το σύνολο των εκτάσεων της εκμεταλλεύσεως (πρώτο ερώτημα). Αν υποτεθεί ότι ισχύει η δεύτερη εκδοχή, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ως προς το κύρος των συγκεκριμένων διατάξεων από τη σκοπιά της παραβιάσεως των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και του σεβασμού του δικαιώματος της κυριότητας (δεύτερο ερώτημα). Τέλος, αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι έγκυρες και ότι οι ειδικές ποσότητες αναφοράς δεν απαιτείται οπωσδήποτε να προσδιορίζονται κατ' αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται πράγματι για τη γαλακτοπαραγωγή, το εθνικό δικαστήριο ρωτά αν τα κράτη μέλη έχουν τη εξουσία βάσει των εν λόγω διατάξεων να κατανείμουν την ποσότητα αναφοράς αναλόγως μόνο των μεταβιβασθεισών εκτάσεων (τρίτο ερώτημα).
Δεδομένου ότι το πρώτο και το τρίτο ερώτημα συνδέονται στενά και η επίλυσή τους εξαρτάται από την ερμηνεία των ίδιων διατάξεων, θεωρώ σκόπιμη την συνεξέτασή τους.
Η ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (πρώτο και τρίτο ερώτημα)
10 Οι δύο διατάξεις των οποίων ζητείται η ερμηνεία προβλέπουν ότι η κατανομή (άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού) και η χορήγηση (άρθρο 2 του κανονισμού) της ειδικής ποσότητας αναφοράς γίνεται «prorata των εκχωρηθεισών κτηνοτροφικών εκτάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο δδ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78». Κατά τη διάταξη αυτή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978 (16), ως βοσκότοπος (κτηνοτροφική έκταση) νοείται «η συνολική ωφέλιμη γεωργική έκταση την οποία εκμεταλλεύεται ο παραγωγός κατά την έννοια του άρθρου 5, υπό αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77»· η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει τον παραγωγό ως «τον γεωργό (...) που ασχολείται με την εκτροφή βοοειδών».
Νομίζω ότι οι προαναφερθέντες ορισμοί δεν είναι ικανοί να διευκρινίσουν οριστικά την έννοια της εκφράσεως «κτηνοτροφικές εκτάσεις». Πράγματι, ναι μεν η αναφορά στη «συνολική ωφέλιμη γεωργική έκταση» στηρίζει την άποψη, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι πρόκειται για έκφραση γενικού περιεχομένου που καλύπτει το σύνολο της εκτάσεως μιας γεωργικής εκμεταλλεύσεως, πλην όμως η αναφορά στον όρο παραγωγός, όπως ορίζεται με τον κανονισμό 1078/77, φαίνεται να συνδέει αναμφισβήτητα την έννοια αυτή, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες (17), με την άσκηση κτηνοτροφίας και επομένως με τον παραγωγικό προορισμό των εκτάσεων (18). Η άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι ο επίδικος όρος είναι ουσιαστικά ταυτόσημος με τον όρο «εκμετάλλευση» που χρησιμοποιείται στη διάταξη του άρθρου 12, στοιχείο γγ, του κανονισμού 857/84 δεν μπορεί, ούτε αυτή, να αλλάξει τα δεδομένα του προβλήματος: ο ορισμός του παραγωγού, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο κανονισμό 1078/77, είναι διαφορετικός από αυτόν που δίνει ο κανονισμός 857/84 (19).
11 Το γεγονός ότι η πραγματική χρησιμοποίηση των εκτάσεων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο επιρρωννύεται από το ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού παραπέμπει ρητά στις «εκχωρηθείσες κτηνοτροφικές εκτάσεις (...) σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92». Υπενθυμίζω ότι η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει ότι «Η διαθέσιμη σε μια εκμετάλλευση ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται μαζί με την εκμετάλλευση σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται, σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν τα κράτη μέλη λαμβάνοντας υπόψη τις χρησιμοποιούμενες για τη γαλακτοκομική παραγωγή εκτάσεις ή άλλα αντικειμενικά κριτήρια και ενδεχομένως συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών (...).»
νΟμως, η ρητή μνεία της προαναφερθείσας διάταξης δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ικανή να επιτρέψει, ενόψει της κατανομής των ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος της εκμεταλλεύσεως, την ενιαία μεταχείριση των ποσοτήτων SLOM και των «κοινών» ποσοτήτων. Δεν νομίζω εξάλλου ότι συνάγεται διαφορετικό συμπέρασμα από το γεγονός ότι το άρθρο 2 του κανονισμού, αντίθετα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεν παραπέμπει στο άρθρο 7 του κανονισμού 3950/92. Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 2 αφορά όχι την κατανομή ήδη χορηγηθείσας ποσότητας αλλά τη χορήγηση μιας ποσότητας, άρα αφορά διαφορετική περίπτωση. Δεύτερον, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η εν λόγω ποσότητα καθορίζεται από το κράτος μέλος βάσει αντικειμενικών κριτηρίων αναλόγως των κτηνοτροφικών εκτάσεων που χρησιμοποιεί ο παραγωγός κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως και βάσει της ποσότητας για την οποία έχει υπολογιστεί η πριμοδότηση· κατ' αυτόν τον τρόπο φαίνεται να επιβεβαιώνεται, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, ότι η ποσότητα πρέπει να κατανέμεται κατ' αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή. Τέλος, όπως άλλωστε υποστήριξαν όλοι οι διάδικοι και παρατήρησε το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, η έκφραση «κτηνοτροφικές εκτάσεις» δεν μπορεί παρά να ερμηνευτεί κατά την ίδια έννοια και για τις δύο διατάξεις που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω.
12 Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Οι επίδικες διατάξεις θεσπίστηκαν, όπως αναφέρεται στην πέμπτη και στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, προκειμένου να εφαρμοστούν οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Twijnstra σχετικά με το ζήτημα της κατανομής της ποσότητας αναφοράς μεταξύ παραγωγών SLOM. Με την απόφαση όμως αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το καθεστώς των ποσοτήτων αναφοράς στηρίζεται στη γενική αρχή που καθιερώνουν το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84, και το άρθρο 5 του κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, κατά την οποία η ποσότητα αναφοράς, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος της εκμεταλλεύσεως, χορηγείται στον αγοραστή κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις. Από τις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού δεν προκύπτει ότι η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να παρεκκλίνει από αυτή τη γενική αρχή» (20).
Δέχομαι ότι η έκφραση «κτηνοτροφικές εκτάσεις» που περιέχεται στις εν προκειμένω εφαρμοστέες διατάξεις είναι εμφανώς διαφορετική από την έκφραση «εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή» που περιέχεται στις διατάξεις τις οποίες μνημονεύει η απόφαση αυτή, πλην όμως νομίζω ότι ανάλογη συλλογιστική μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί και στην υπό κρίση υπόθεση. Η γενική αρχή στην οποία αναφέρεται το Δικαστήριο, δηλαδή η κατανομή κατ' αναλογία της ποσότητας, διαπνέει, όπως τόνισε το Δικαστήριο, όλο το σύστημα των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς.
13 Θα προσθέσω ότι είναι τουλάχιστον παράδοξο εκ μέρους των οργάνων ότι αντλούν επιχείρημα από το γεγονός ότι, με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατανομή της ειδικής ποσότητας αναφοράς μεταξύ πωλητή και αγοραστή πρέπει να γίνεται «κατ' αναλογία προς τις διατηρούμενες και τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις» (σκέψη 27), και ισχυρίζονται ότι, στην περίπτωση των ποσοτήτων SLOM, η αρχή συνίσταται στην κατ' αναλογία κατανομή μόνο των μεταβιβαζομένων εκτάσεων και όχι, όπως ορίζει το άρθρο 7 του κανονισμού 3950/92 και το άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88 (21), κατ' αναλογία των «εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για γαλακτοκομική παραγωγή».
Ως προς αυτό το σημείο αρκούν δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, στην υπόθεση Twijnstra, το Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να διευκρινίσει τον προορισμό των μεταβιβασθεισών εκτάσεων, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη εκμετάλλευση χρησίμευε εξ ολοκλήρου για τη γαλακτοκομική παραγωγή (22). Δεύτερον, από την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου δεν συνάγεται βεβαίως, όπως υποστηρίζουν οι παρεμβαίνοντες, η απαίτηση ή εν πάση περιπτώσει η επιβεβαίωση ενός συστήματος που διαφοροποιείται αναλόγως του αν πρόκειται για ποσότητες SLOM ή για άλλες ποσότητες. Η άποψη αυτή αντικρούεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο επικαλέστηκε με την εν λόγω απόφαση τις γενικές διατάξεις που διέπουν την κατανομή ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως, οι οποίες διατάξεις, υπενθυμίζω, ορίζουν ρητά ότι η ποσότητα αναφοράς χορηγείται κατ' αναλογία των «εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή».
14 Από τις παραπάνω παρατηρήσεις προκύπτει ότι η άποψη που υποστηρίζουν τόσο η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και τα παρεμβαίνοντα όργανα, ότι δηλαδή είναι διαφορετικό το σύστημα που διέπει την κατανομή των ποσοτήτων SLOM και την κατανομή των άλλων ποσοτήτων, δεν βρίσκει επιβεβαίωση στην απόφαση Twijnstra. Κατά τα λοιπά, η άποψη αυτή δεν επιβεβαιώνεται ούτε από ειδικές διατάξεις της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως διότι δεν αρκεί προς τούτο το γεγονός της χρησιμοποιήσεως διαφορετικών εν μέρει εκφράσεως («κτηνοτροφικές εκτάσεις» αντί «εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή» (23)), στις οποίες, στην πραγματικότητα, είναι δυνατό και εύλογο να αποδώσουμε ανάλογη έννοια.
Τέλος, δεν νομίζω ότι μπορεί λογικά να υποστηριχθεί ότι η εν λόγω άποψη επιρρωννύεται από τη γενική οικονομία του συστήματος, η οποία οδηγεί μάλλον στο συμπέρασμα ότι η βασική αρχή, όπως τη διατυπώνει η νομοθεσία και τη διευκρινίζει η νομολογία (24), πρέπει να είναι η ίδια και για τις ποσότητες SLOM και για τις άλλες ποσότητες. Θα προσθέσω ότι δεν θεωρώ πειστική την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής ότι δηλαδή η κατανομή αναλόγως των μεταβιβαζομένων εκτάσεων η οποία δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τον παραγωγικό προορισμό των εκτάσεων αυτών μπορεί να εξισσοροπήσει τα συμφέροντα του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος ενώ συγχρόνως συμβάλλει ώστε οι μεταξύ τους κατανεμόμενες ποσότητες να μην υπερβαίνουν τη συνολική ποσότητα την οποία θα δικαιούτο ο κύριος αν δεν είχε μεταβιβάσει μέρος της εκμεταλλεύσεως (25). Πράγματι, είναι μεν σκόπιμο να επιλέξουμε το κριτήριο κατανομής το οποίο σε τελευταία ανάλυση αποτρέπει την υπέρβαση της διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς δηλαδή της ποσότητας για την οποία θα είχε δικαίωμα ο κύριος αν δεν είχε μεταβιβάσει μέρος της εκμεταλλεύσεώς του, δεν υπάρχει λόγος να απορρίψουμε ακριβώς το κριτήριο το οποίο, καθόσον στηρίζεται στις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται πράγματι για τη γαλακτοπαραγωγή, όχι μόνον εξυπηρετεί τον στόχο αυτό αλλά και πληροί την απαίτηση της δικαιοσύνης και της σταθμίσεως των συμφερόντων .
15 Απομένει να εξεταστεί αν η προτεινομένη ερμηνεία υπάρχει κίνδυνος, όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, να αποδειχθεί ανεφάρμοστη στην πράξη, δηλαδή αν είναι ικανή να καταστήσει αδύνατη κάθε μορφή ελέγχου όσον αφορά τον πραγματικό προορισμό των εκτάσεων κατά το χρόνο της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας. Στην πραγματικότητα, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κανονισμός 1078/77 δεν απαιτεί για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ποιο τμήμα της εκμεταλλεύσεως χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, είναι λογικό το ότι η διοίκηση δεν διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία που εν προκειμένω ανατρέχουν στο έτος 1980 (26).
Ως προς αυτό το σημείο θα παρατηρήσω πρώτον, ότι τα ενδεχόμενα προβλήματα ελέγχου πρέπει να αντιμετωπιστούν και να επιλυθούν από τις εθνικές αρχές και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μια ανακριβή ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων. Αναγνωρίζω πάντως ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε εξ ολοκλήρου την ενδεχόμενη αδυναμία, στην περίπτωση που το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν διαθέτει κανένα σχετικό στοιχείο, ο δε αποκτών δεν είναι σε θέση να παράσχει πειστικά στοιχεία και να αποδείξει τη χρησιμοποίηση των μεταβιβασθεισών εκτάσεων κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να κατανείμει την ποσότητα μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος βάσει διαφορετικών, πλην όμως αντικειμενικών κριτηρίων, ενδεχομένως απλώς κατ' αναλογίαν των μεταβιβασθεισών εκτάσεων, ανεξαρτήτως της πραγματικής χρησιμοποιήσεώς τους.
16 Κατά τη γνώμη μου, η λύση αυτή μπορεί να στηριχθεί συγχρόνως στις γενικές διατάξεις που ρυθμίζουν τον συγκεκριμένο τομέα, οι οποίες προβλέπουν ρητά τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίσουν διαφορετικά κριτήρια και στις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις: όπως παρατήρησα ήδη, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού παραπέμπει στο άρθρο 7 του κανονισμού 3950/92, το δε άρθρο 2 προβλέπει ρητά ότι η ειδική ποσότητα αναφοράς «καθορίζεται από το κράτος μέλος σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια». Βεβαίως τα κριτήρια αυτά πρέπει οπωσδήποτε να πληρούν τους όρους που έχει διατυπώσει η νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή να είναι κριτήρια «που μπορούν να εξακριβώνονται αντικειμενικά, καθορίζονται γενικά και εκ των προτέρων, είναι ανεξάρτητα της βουλήσεως των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών και αφορούν τα χαρακτηριστικά της υπό εξέταση εκμεταλλεύσεως ή των γεωργοκτηνοτροφικών δραστηριοτήτων που ασκούνται στην εκμετάλλευση αυτή» (27).
Η προτεινόμενη λύση, ανεξάρτητα από τις διατάξεις που μνημόνευσα, πρέπει να περιοριστεί αυστηρά στην περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η πραγματική χρησιμοποίηση των μεταβιβασθεισώ εκτάσεων κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας. Πράγματι, η αρχή στην οποία στηρίζεται όλη η σχετική ρύθμιση δεν παύει να είναι η αρχή της κατανομής κατ' αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή: μόνο στην περίπτωση που ο αποκτών, ο οποίος φέρει και το βάρος της αποδείξεως, δεν καταφέρνει να αποδείξει την κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας πραγματική χρήση των εκτάσεων που απέκτησε, το οικείο κράτος μέλος θα μπορεί να καταφύγει στην κατανομή της διαθέσιμης ποσότητας κατ' αναλογία των μεταβιβασθεισών εκτάσεων.
17 Σε τελική ανάλυση, από τη γραμματική και συστηματική ανάλυση των υπό εξέταση διατάξεων, ευλόγως συνάγεται ότι η ειδική ποσότητα αναφοράς, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως υποκειμένης στην υποχρέωση μη εμπορίας πρέπει να κατανέμεται κατ' αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται πράγματι για τη γαλακτοπαραγωγή, που είναι, όπως έχει διευκρινίσει η νομολογία, όλες οι εκτάσεις της εκμεταλλεύσεως που συμβάλλουν άμεσα ή έμμεσα στη γαλακτοκομική παραγωγή (28).
Πάντως τα κράτη μέλη μπορούν να κατανείμουν την ποσότητα μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος βάσει των εκτάσεων που διατηρεί ο ένας και αποκτά ο άλλος, στην περίπτωση που δεν διαθέτουν τα αναγκαία στοιχεία, ο δε αποκτών δεν είναι σε θέση να αποδείξει ποιος ήταν, κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, ο πραγματικός προορισμός των εκτάσεων που απέκτησε.
Το κύρος των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (δεύτερο ερώτημα)
18 Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα σχετικά με την ερμηνεία των επιδίκων διατάξεων καθιστά περιττή την εξέταση του ζητήματος αν οι διατάξεις αυτές είναι ενδεχομένως ανίσχυρες υπό το πρίσμα της παραβιάσεως των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και του σεβασμού του δικαιώματος κυριότητας. Κατά συνέπεια, θα εξετάσω το ερώτημα αυτό πολύ συνοπτικά.
Κατ' αρχάς θα παρατηρήσω ότι, εάν θεωρούσαμε λογική την κατανομή της ειδικής ποσότητας αναφοράς μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος που δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική χρησιμοποίηση των συγκεκριμένων εκτάσεων, θα καταλήγαμε σε καταστάσεις ανακόλουθες και, θα έλεγα, αμφίβολης νομιμότητας. Ας φαντασθούμε π.χ. μια μικτή εκμετάλλευση στην οποία το 10 % των συνολικών εκτάσεων χρησιμοποιείται για τη γαλακτοπαραγωγή και το υπόλοιπο 90 % για άλλες χρήσεις (π.χ. καλλιέργεια γεωργικών προϋόντων τα οποία ο παραγωγός πωλεί χονδρικά): ο αγοραστής του 10 % που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοπαραγωγή θα ελάμβανε, σύμφωνα με την ερμηνεία που προτείνει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και τα παρεμβαίνοντα όργανα, μόνο το 1/10 της ποσότητας αναφοράς που αναλογεί στην εκμετάλλευση, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ποσότητας περιέρχεται στα μεταβιβάζοντα. Πολύ αμφιβάλλω αν η λύση αυτή συνάδει προς τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αποκτώντος ο οποίος, αφού αγόρασε ή μίσθωσε το τμήμα της εκμεταλλεύσεως του μεταβιβάζοντος που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοπαραγωγή, βασίμως προσδοκά να αναλάβει τη δραστηριότητα αυτή μόλις λήξει η περίοδος μη εμπορίας.
19 Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι, πάντα κατά την απόφαση Twijnstra, δηλαδή σε σχέση με τους παραγωγούς SLOM, το Δικαστήριο έκρινε ρητά ότι ο αγοραστής «μπορεί θεμιτώς να αναμένει όπως οι παραγωγοί στις υποθέσεις Mulder και Von Deetzen, ότι θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις αγορασθείσες εκτάσεις για την παραγωγή γάλακτος μόλις λήξει η περίοδος μη εμπορίας. Η αφαίρεση της δυνατότητας αυτής από τον αγοραστή θα συνεπαγόταν παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης» (29).
Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζουν πάντως ότι δεν είναι ορθό να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση αυτή η κρίση του Δικαστηρίου. Πρώτον, τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την κατανομή της διαθέσιμης ποσότητας μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος ήταν, κατά την άποψή τους, εξ αρχής διαφορετικά για τους παραγωγούς SLOM. Δεύτερον, η διάταξη που προβλέπει ότι η κατανομή γίνεται κατ' αναλογία «των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή» άρχισε να ισχύει αφού πλέον είχε περιέλθει ένα τμήμα της εκμεταλλεύσεως στους προσφεύγοντες. Τρίτον, υποστηρίζουν ότι οι επίδικες διατάξεις δεν είναι παρά η πιστή εφαρμογή των αρχών που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Twijnstra, οπότε οι επιχειρηματίες του συγκεκριμένου τομέα όφειλαν να αναμένουν τη θέσπιση διατάξεων όπως οι επίδικες. Τέλος, κατά την άποψή τους, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν με κανένα τρόπο να επικαλεστούν την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, κατά μείζονα λόγο διότι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στον τομέα της αγροτικής πολιτικής.
20 Θα παρατηρήσω εξ αρχής ότι τα εν λόγω όργανα και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φαίνονται να έχουν πολύ στενή αντίληψη της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το γεγονός ότι το κριτήριο της κατανομής κατ' αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή άρχισε να ισχύει μετά τη μεταβίβαση τμημάτων των επιδίκων εκμεταλλεύσεων δεν είναι καθόλου κρίσιμο. Αρκεί να παρατηρήσω συναφώς ότι το ίδιο το σύστημα των ποσοστώσεων τέθηκε σε ισχύ αργότερα, πράγμα που δείχνει, αν υποτεθεί ότι αυτό είναι αναγκαίο, ότι η τροποποίηση ή η θέσπιση μιας νέας διατάξεως δεν μπορεί βεβαίως καθαυτή να έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία επικλήσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ενόψει επανενάρξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής. Εξάλλου, ναι μεν ο κοινοτικός νομοθέτης έχει στον τομέα αυτό ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, πλην όμως η εξουσία αυτή σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τρόπο ώστε να παραβιάζει μια θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης όπως είναι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
ςΟσον αφορά τις συνέπειες της αποφάσεως Twijnstra, θεωρώ ότι αρκεί να παραπέμψω στις παρατηρήσεις που διατύπωσα ήδη (30), και απλώς επαναλαμβάνω εδώ ότι η απόφαση αυτή ουδόλως καθιέρωσε τη διαφορά ως προς το σύστημα που διέπει τους παραγωγούς SLOM και τους άλλους παραγωγούς, όσον αφορά την κατανομή της διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς.
Πράγματι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έλαβε ακριβώς ως βάση για να καταλήξει στην υιοθετηθείσα λύση, την αρχή της κατανομής κατ' αναλογία των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 857/84 (ήδη άρθρο 7 του κανονισμού 3950/92) και στο άρθρο 5 του κανονισμού 1371/84 (ήδη άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88), δηλαδή στις διατάξεις που διέπουν γενικώς την κατανομή της ποσότητας αναφοράς στην περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος της εκμεταλλεύσεως.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία που προτείνουν τα όργανα, όπως τόνισα ήδη, δεν είναι καθόλου η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει τη σταθερότητα του συστήματος και να αποτρέψει την υπέρβαση της συνολικής ποσότητας που θα ελάμβανε ο κύριος αν δεν είχε μεταβιβάσει μέρος της εκμεταλλεύσεώς του, στόχοι που μπορούν επίσης να επιτευχθούν και μέσω της ερμηνείας που προτείνω (31).
21 Σε τελική ανάλυση, νομίζω ότι πρέπει να δεχθούμε ότι οι επίδικες διατάξεις αντιβαίνουν στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αν τις ερμηνεύσουμε κατά την έννοια ότι υποχρεώνουν πάντα και εν πάση περιπτώσει τα κράτη μέλη, ακόμα και οσάκις αποδεικνύεται η πραγματική χρησιμοποίηση των μεταβιβαζομένων εκτάσεων, να κατανείμουν τη διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος κατ' αναλογία των εκτάσεων που διατηρεί ο ένας και αποκτά ο άλλος. Το συμπέρασμα αυτό καθιστά περιττή την εξέταση των άλλων λόγων που επικαλούνται οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης για να υποστηρίξουν το ανίσχυρο των επιδίκων διατάξεων. (32)
Συμπέρασμα
22 Υπό το φως των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση μιας ειδικής ποσότητας αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων, έχουν την έννοια ότι η ποσότητα αναφοράς πρέπει να κατανέμεται μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος της εκμεταλλεύσεως, κατ' αναλογία του τμήματος της εκμεταλλεύσεως που εχρησιμοποιείτο κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο μεταβιβάζων ανέλαβε την υποχρέωση μη εμπορίας αμέσως ή εμμέσεως για τη γαλακτοκομική παραγωγή.
Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού 2055/93 επιτρέπουν στα κράτη μέλη να κατανείμουν την ποσότητα αναφοράς μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος κατ' αναλογία των εκτάσεων που διατηρεί ο ένας και αποκτά ο άλλος, δηλαδή ανεξαρτήτως της πραγματικής χρησιμοποιήσεως κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο μεταβιβάζων ανέλαβε την υποχρέωση μη εμπορίας, μόνο στην περίπτωση όπου το οικείο κράτος μέλος δεν διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία, ο δε αποκτών δεν είναι σε θέση να παράσχει τις απαιτούμενες αποδείξεις.
2) Από την εξέταση των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού 2055/93, ερμηνευομένων κατά τα ανωτέρω, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος τους.»
(1) - ΕE L 187, σ. 8.
(2) - ΕΕ L 131, σ. 1.
(3) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82.
(4) - ΕΕ L 90, σ. 10.
(5) - ΕΕ L 90, σ. 13.
(6) - Αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321), και 170/86, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355).
(7) - Η ένδειξη προέρχεται από την ολλανδική έκφραση «slachtoffers omschakeling», που σημαίνει κατά γράμμα θύματα της μετατροπής.
(8) - ΕΕ L 84, σ. 2.
(9) - Αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C-189/89, Spagl (Συλλογή 1990, σ. Ι-4539), και C-217/89, Pastδtter (Συλλογή 1990, σ. Ι-4585).
(10) - ΕΕ L 150, σ. 35.
(11) - ΕΕ L 405, σ. 1.
(12) - Η υπογράμμιση δική μου. Η διάταξη αυτή αντιγράφει και διευκρινίζει το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84.
(13) - ΕΕ L 139, σ. 12. Ο κανονισμός αυτός κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαου 1984 (ΕΕ L 132, σ. 11), που περιείχε, καθόσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ανάλογες διατάξεις στο άρθρο 5.
(14) - Η υπογράμμιση δική μου. Ο κανονισμός 1546/88 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993 (ΕΕ L 57, σ. 12), αλλά εξακολουθεί να ισχύει εν μέρει δυνάμει του άρθρου 9.
(15) - Απόφαση της 19ης Μαου 1993, C-81/91 (Συλλογή 1991, σ. Ι-2455, σκέψη 29).
(16) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 180.
(17) - Αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, δεν νομίζω ότι η χρησιμοποίηση στην εν λόγω διάταξη του επιθέτου κτηνοτροφικές επιλύει το πρόβλημα. Αναγνωρίζω μεν ότι η χρησιμοποίηση ενός επιθέτου που σημαίνει «τα φυτικά προϋόντα που προορίζονται για ζωοτροφές» είναι άκρως ενδεικτική, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιείται, ωστόσο η έκφραση «κτηνοτροφικές εκτάσεις» που απαντά στις εν λόγω διατάξεις καθιστά αναγκαία την ανάλυση του ορισμού που δίνει στην έκφραση αυτή το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του κανονισμού 1391/78.
(18) - Θα παρατηρήσω στο σημείο αυτό ότι δεν συμμερίζομαι την άποψη που διατυπώθηκε κατά τη διαδικασία, ότι δηλαδή, αφού κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, του κανονισμού 1078/77, παραγωγός είναι αυτός που ασχολείται με την «εκτροφή βοοειδών» και όχι ειδικά αγελάδων γαλακτοκομικής κατευθύνσεως θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να αποκλειστεί η εκδοχή ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται αποκλειστικά στις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή. Πράγματι, το σύστημα των πριμοδοτήσεων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1078/77 αφορά συγχρόνως και τους γεωργούς που «παύουν την εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων» και αυτούς που «μεταστρέφουν τις οικείες αγέλες βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως προς την κατεύθυνση της παραγωγής κρέατος». Επομένως, η χρησιμοποίηση ενός γενικότερου όρου από τον όρο «γαλακτοπαραγωγές αγελάδες» παρίσταται δικαιολογημένη από την ανάγκη να δοθεί ενιαίος ορισμός του παραγωγού, δυνάμενος να χρησιμοποιηθεί και στις δύο περιπτώσεις.
(19) - Βάσει του κανονισμού αυτού, παραγωγός είναι αυτός που πωλεί ή παραδίδει γάλα και όχι αυτός που ασχολείται με την εκτροφή βοοειδών. Εν πάση περιπτώσει, ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ορισμοί της εκμεταλλεύσεως και του παραγωγού που δίνει ο κανονισμός 857/84 αναφέρονται στο σύνολο της μονάδας παραγωγής που διαχειρίζεται ο παραγωγός με σκοπό τη γαλακτοπαραγωγή (απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-463/93, Katholische Kirchengemeinde St Martinus Elten, Συλλογή 1997, σ. Ι-255, ιδίως σκέψη 17).
(20) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 25.
(21) - Υπενθυμίζω ότι οι διατάξεις αυτές αντικατέστησαν, αντιστοίχως, το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84 και το άρθρο 5 του κανονισμού 1371/84, δηλαδή τις διατάξεις στις οποίες στηρίχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Twijnstra για να καταλήξει στην κρίση ότι η κατανομή πρέπει να γίνει σύμφωνα με τη γενική αρχή που διατυπώνουν οι διατάξεις αυτές, κατ' αναλογία των μεταβιβαζομένων εκτάσεων.
(22) - Είναι, πράγματι, προφανέστατο ότι οσάκις όλες οι εκτάσεις χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή, η σχέση μεταξύ της μεταβιβαζομένης ποσότητας αναφοράς και της συνολικής ποσότητας ισούται με τη σχέση μεταξύ της μεταβιβασθείσας εκτάσεως και της ολικής εκτάσεως της εκμεταλλεύσεως.
(23) - Πάντως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζουν ότι πρόκειται για διαφορετικά συστήματα στηριζόμενα ακριβώς στο γεγονός ότι οι εν προκειμένω κρίσιμες διατάξεις χρησιμοποιούν την έκφραση «κτηνοτροφικές εκτάσεις», ενώ το άρθρο 7 του κανονισμού 3950/92 αναφέρεται στις «εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή».
(24) - Βλ. απόφαση Twijnstra, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 25, καθώς και, γενικότερα, την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1991, C-121/90, Posthumus (Συλλογή 1991, σ. Ι-5833), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «η κατανομή αυτή πρέπει οπωσδήποτε να είναι ανάλογη προς την επιφάνεια των εκτάσεων της συγκεκριμένης εκμεταλλεύσεως οι οποίες χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή» (σκέψη 9· η υπογράμμιση δική μου).
(25) - Ως προς αυτό το σημείο, τα εν λόγω όργανα απλώς υποστήριξαν χωρίς ωστόσο να δώσουν τις απαιτούμενες διευκρινίσεις ότι πρόκειται για ερμηνεία που συνάδει προς τη γενική οικονομία του συστήματος το οποίο εισήγαγε ο κοινοτικός νομοθέτης ο οποίος εσκεμμένα διαφοροποίησε το σύστημα που διέπει τις ειδικές ποσότητες αναφοράς από αυτό που διέπει τις «κοινές» ποσότητες.
(26) - Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζει πάντως ότι έχει στη διάθεσή της αυτά τα στοιχεία ως προς την εκμετάλλευση του Lay· και τούτο ακριβώς διότι ο κύριος της εκμεταλλεύσεως αυτής τα είχε περιλάβει με δική του πρωτοβουλία στην αίτηση για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας.
(27) - Απόφαση Posthumus, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 14. Περιττό να υπογραμμίσω ότι το τελευταίο από τα μνημονευθέντα κριτήρια δίνει έμφαση ακριβώς στον παραγωγικό προορισμό των εκτάσεων οπότε μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ότι εν πάση περιπτώσει τα κράτη μέλη δεν μπορούν ή τουλάχιστον δεν μπορούν πλήρως να αγνοήσουν το τμήμα των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή.
(28) - Βλ., κατ' αυτή την έννοια, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1992, C-79/91, Knόfer (Συλλογή 1992, σ. Ι-6895, σκέψη 13).
(29) - Απόφαση Twijnstra, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 23· η υπογράμμιση δική μου.
(30) - Βλ., παραγράφους 12 και 13 ανωτέρω.
(31) - Βλ. παράγραφο 14 ανωτέρω.
(32) - Προσθέτω εδώ ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε εκ των πορτέρων το ενδεχόμενο να αποδειχθεί η εφαρμογή διαφορετικών κριτηρίων κατανομής για τους παραγωγούς SLOM δημιουργική διακρίσεων εις βάρος τους. Πράγματι, ναι μεν όπως έχει κρίνει επανειλημμένα το Δικαστήριο η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των παραγωγών ή των καταναλωτών όπως καθιερώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο οι παρόμοιες καταστάσεις εκτός εάν η διαφορά δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους (βλ. κατ' αυτή την έννοια ως πλέον πρόσφατη την απόφαση της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, The Irish Farmers Association, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή), είναι όμως εύλογο να θεωρήσουμε ότι η «υποκειμενική» διαφορά στην οποία επέμειναν οι διάδικοι δεν αρκεί να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ παραγωγών SLOM και λοιπών παραγωγών.
Full & Egal Universal Law Academy