Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 28 Μαρτίου 1995 στην υπόθεση Τ-12/94, Daffix κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. ΙΑ-71). Η αναιρεσείουσα ζητεί επίσης να γίνουν δεκτά τα αιτήματα που είχε διατυπώσει ενώπιον του Πρωτοδικείου και να καταδικάσει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα.
2 Πριν εξεταστούν τα επιχειρήματα των διαδίκων, επιβάλλεται να υπομνηστούν εν συντομία τα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν την αφορμή για την υποβολή της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά του Daffix, ο οποίος κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ήταν υπάλληλος της Επιτροπής και ασκούσε καθήκοντα υπευθύνου παραγωγής στην Γενική Διεύθυνση Πληροφόρηση, Επικοινωνία, Πολιτιστικά Θέματα και Οπτικοακουστικός τομέας (ΓΔ Ξ), κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία λόγω φερομένων παραβάσεων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΚΥΚ). Στον εν λόγω υπάλληλο προσάφθηκε ότι είχε πλαστογραφήσει τρία δελτία παραγγελίας απευθυνόμενα στην εταιρία Newscom, η οποία, βάσει των δελτίων αυτών, του κατέβαλε το ποσό των 450 000 βελγικών φράγκων (BFR) σε μετρητά, και ότι είχε ιδιοποιηθεί παρανόμως το ποσό αυτό.
Το πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο επελήφθη προσηκόντως της υποθέσεως κατόπιν αναφοράς της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΞ του ΚΥΚ, έκρινε, όσον αφορά την πρώτη κατηγορία «ότι δεν [είχε] αποδειχθεί η πλαστογράφηση των δελτίων παραγγελίας από τον Daffix». Όσον αφορά την κατηγορία περί της παράνομης ιδιοποιήσεως χρημάτων, το συμβουλευτικό αυτό όργανο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο να κατέβαλε πράγματι ο Daffix το εν λόγω χρηματικό ποσό στον νόμιμο δικαιούχο. Ωστόσο, το πειθαρχικό συμβούλιο διαπίστωσε εν προκειμένω ότι ο Daffix παρέβη το γενικό καθήκον επιμελείας που υπέχουν οι υπάλληλοι των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, στο μέτρο που κατέβαλε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό σ' ένα τρίτο πρόσωπο, χωρίς να έχει προηγουμένως εξακριβώσει την ταυτότητα του προσώπου αυτού. Κατά συνέπεια, το πειθαρχικό συμβούλιο πρότεινε να του επιβληθεί η ποινή του υποβιβασμού κατά βαθμό.
Η ΑΔΑ δεν συμφώνησε με τη γνώμη αυτή. Ξωρίς να αποφανθεί σχετικά με την πλαστογράφηση των δελτίων παραγγελίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Daffix ιδιοποιήθηκε το εν λόγω ποσό και του επέβαλε κατά συνέπεια την ποινή της παύσεως, αντί της ηπιότερης ποινής που είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο.
3 Κατά της εν λόγω αποφάσεως, ο Daffix άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή, επικαλούμενος, σ' αυτό το στάδιο, πέντε διαφορετικούς λόγους ακυρώσεως. Με την απόφασή του, το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής για τον λόγο ότι ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη, με αποτέλεσμα να μην αποφανθεί σχετικά με τους λοιπούς λόγους και επιχειρήματα που είχε προβάλει ο προσφεύγων. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως είναι ιδιαιτέρως επιτακτική στις περιπτώσεις όπου η διοικητική πράξη αφορά τον ιδιώτη και έχει σχέση με πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν σημασία από απόψεως ποινικού δικαίου. Δέχθηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε τηρήσει τις ελάχιστες απαιτήσεις αιτιολογήσεως που αποτελούν προϋπόθεση της νομιμότητας της πράξεως την οποία εξέδωσε. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η απόφασή της δεν ανέφερε συγκεκριμένα ποιες από τις αιτιάσεις σε βάρος του Daffix στηρίζονταν σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά ούτε διευκρίνιζε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η ΑΔΑ δεν συμφώνησε με τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου και επέβαλε στον Daffix ποινή βαρύτερη εκείνης που είχε προτείνει το εν λόγω συμβούλιο.
4 Εν προκειμένω, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την εκδοθείσα απόφαση και να δεχτεί τα αιτήματα που είχε αυτή διατυπώσει ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο αναιρεσίβλητος ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την επικύρωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
5 Με την πρώτη αιτίαση, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο πεπλανημένως δέχτηκε την ένσταση του Daffix ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η ένσταση αυτή έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη, διότι είχε υποβληθεί εκπροθέσμως.
Φρονώ ότι αυτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η έλλειψη αιτιολογίας αποτελεί λόγο δημοσίας τάξεως, ο οποίος μπορεί να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (1). Επομένως, είναι άνευ σημασίας το ότι ο Daffix προέβαλε την πλημμέλεια αυτή για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεώς του.
Επί του δευτέρου λόγου
6 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η εκτίμηση του Πρωτοδικείου βάλλεται από διάφορες απόψεις, καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε ανεπαρκή, υπό το πρίσμα του άρθρου 190 της Συνθήκης, την αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επίμαχη απόφασή της στηριζόταν κυρίως στο συμπέρασμα ότι ο Daffix είχε ιδιοποιηθεί παρανόμως τα χρήματα. Το συμπέρασμα αυτό αιτιολογούσε επαρκώς η αναφορά στις «[προδήλως] ασυνάρτητες και αντιφατικές δηλώσεις» του ενδιαφερομένου κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Κατά την αναιρεσείουσα, «δεν κρίθηκε απαραίτητη η επί μακρόν ενασχόληση» με την αιτιολόγηση της πράξεως, για την οποία θεωρήθηκε, επομένως, επαρκής μια απλή παραπομπή στον διοικητικό φάκελο.
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί πειστική. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι η αιτιολόγηση της πράξεως παρείλκε, αφού τα προσαπτόμενα σε βάρος του Daffix πραγματικά περιστατικά προέκυπταν σαφώς από τον φάκελο. Επιβάλλεται όμως να τονιστεί, ευθύς εξαρχής, ότι ακόμη κι αν οι αιτιάσεις είναι προδήλως βάσιμες, τούτο δεν απαλλάσσει τη διοικητική αρχή που επιβάλλει στη συνέχεια πειθαρχικό μέτρο, ως ποινή για τις προσαπτόμενες πράξεις, από την υποχρέωση να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο αυτό. Η υποχρέωση τόσο ρητής όσο και επαρκούς αιτιολογήσεως της πειθαρχικής κυρώσεως υφίσταται εν πάση περιπτώσει. Κατά μείζονα δε λόγο υφίσταται υπό τις συνθήκες της προκειμένης υποθέσεως, δεδομένου ότι το πειθαρχικό συμβούλιο είχε κρίνει ότι οι προσαφθείσες πράξεις δεν είχαν αποδειχθεί. Το στοιχείο αυτό και μόνο αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθούν οι εκτιμήσεις που προκύπτουν από τον φάκελο ότι συνιστούν πλήρεις και αναμφισβήτητες αποδείξεις της ενοχής του αναιρεσίβλητου. Ορθώς, επομένως, έκρινε το Πρωτοδικείο με την απόφασή του ότι η απλή παραπομπή στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία.
7 Η Επιτροπή επικρίνει την εκδοθείσα απόφαση και από άλλες απόψεις. Θεωρεί εσφαλμένη την κρίση του Πρωτοδικείου ότι η ΑΔΑ είχε παραλείψει να αναφέρει σαφώς τους λόγους για τους οποίους επέβαλε ποινή βαρύτερη εκείνης την οποία είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο· η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση προς την άποψη του συμβουλευτικού οργάνου, η ΑΔΑ θεώρησε ότι η ιδιοποίηση των χρημάτων είχε αποδειχθεί. Τούτο είχε ως συνέπεια - όπως εκτίθεται στην αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής - την απώλεια της εμπιστοσύνης που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και των υπαλλήλων της.
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στην αιτίαση αυτή, επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση F. κατά Επιτροπής (2), διατύπωσε την αρχή κατά την οποία, αν «η ποινή που επιβλήθηκε από την ΑΔΑ είναι αυστηρότερη από εκείνη που είχε προταθεί με τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, η αιτιολογία πρέπει (...) να προσδιορίζει τους λόγους αυτής της επιτάσεως της ποινής». Τούτο σημαίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, η ΑΔΑ, στο πλαίσιο της αιτιολογήσεως της πράξεως με την οποία επιβάλλει τη βαρύτερη ποινή, ούτε μπορεί ούτε οφείλει να απαλλαγεί από την υποχρέωση αξιολογήσεως της γνώμης που διατύπωσε το συμβουλευτικό όργανο και προς την οποία διαφωνεί, αναφέροντας - δηλαδή εξηγώντας ρητώς και σαφώς - γιατί δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι λόγοι για τους οποίους το όργανο αυτό αποφάσισε να προτείνει μια ηπιότερη ποινή. Η πράξη της αιτιολογήσεως προϋποθέτει εν προκειμένω, κατ' ανάγκη, την εξέταση της γνώμης που διατύπωσε το συμβουλευτικό όργανο ως προς τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος και ως προς τον αβάσιμο χαρακτήρα της αιτιάσεως, την οποία ωστόσο η ΑΔΑ θεωρεί βάσιμη και συνεπαγόμενη πολύ βαρύτερη ποινή, όπως είναι εν προκειμένω η παύση, αντί του υποβιβασμού κατά βαθμό που είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο.
Είναι εντελώς περιττό να υπομνηστεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της νομιμότητας της διοικητικής δράσεως και του ενδεχόμενου δικαστικού ελέγχου της: πράγματι, πρόκειται για μια εγγύηση παρεχόμενη στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλει ενώπιον του δικαστή τον ενδεχομένως αβάσιμο χαρακτήρα του πειθαρχικού μέτρου το οποίο του έχει επιβληθεί. Όπως το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει, η αιτιολογία έχει ως σκοπό να «παράσχει, αφενός, στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του επί της νομιμότητας της αποφάσεως, αφετέρου δε, στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη ή αν πάσχει από ελάττωμα που καθιστά δυνατή την αμφισβήτηση της νομιμότητάς της» (3).
Κατά συνέπεια, η αιτίαση που διατυπώνεται με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
8 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η απόφαση της ΑΔΑ είναι επαρκώς αιτιολογημένη, στο μέτρο που ο Daffix αναγνώρισε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών, και ότι η παραπομπή στην ομολογία αυτή, η οποία περιλαμβάνεται στην αιτιολογία της πράξεως, δικαιολογεί, αφεαυτής, την επιβληθείσα ποινή. Ωστόσο, ορθώς το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η ομολογία αυτή - της οποίας το κύρος είναι, εξάλλου, εξαιρετικά αμφίβολο, αφού ο ενδιαφερόμενος την ανακάλεσε - μνημονεύεται στο τελευταίο μέρος της αιτιολογίας μόνον προς ενίσχυση ενός συμπεράσματος που είχε ήδη συναχθεί βάσει άλλων στοιχείων. Επομένως, ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι η ομολογία του ενδιαφερομένου, η οποία μάλιστα ανακλήθηκε στη συνέχεια, δεν μπορεί, αφεαυτής, να δικαιολογήσει την απόφαση που έλαβε η ΑΔΑ.
Ωστόσο, η αναιρεσείουσα έχει αντίθετη άποψη. Διατείνεται ότι η ομολογία είναι έγκυρη και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο Daffix δεν απέδειξε ότι τα προσαφθέντα σε βάρος του πραγματικά περιστατικά είναι ανακριβή. Σύμφωνα με την ιδιότυπη αυτή άποψη, σε τελική ανάλυση, δεν εναπέκειτο στην ΑΔΑ να αιτιολογήσει την επίμαχη απόφαση. Αντιθέτως, εναπέκειτο στον Daffix να αποδείξει ότι οι κατηγορίες σε βάρος του ήταν αβάσιμες. Προς στήριξη της θέσεως αυτής γίνεται επίκληση των περίφημων ρητών actori incumbit probatio και reus in excipiendo fit actor.
Το επιχείρημα αυτό είναι εντελώς αβάσιμο. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν θα ασχοληθώ με τον αμφίβολο ισχυρισμό ότι ο Daffix έφερε το βάρος να αποδείξει την αθωότητά του έναντι μιας αιτιάσεως την οποία η Επιτροπή θεωρεί αποδεδειγμένη, μολονότι το πειθαρχικό συμβούλιο έχει αντίθετη άποψη. Εν πάση περιπτώσει, δεν αντιλαμβάνομαι πώς μπορεί να αντικρουστεί, με το επιχείρημα ότι ο ενδιαφερόμενος, και όχι η διοίκηση, φέρει το βάρος της αποδείξεως, η κριτική που ασκεί το Πρωτοδικείο ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της πράξεως. Συγκεκριμένα, ο προσδιορισμός του φέροντος το βάρος της αποδείξεως ορισμένου πραγματικού περιστατικού δεν έχει, όπως είναι προφανές, καμία σχέση με την υποχρέωση εκθέσεως των λόγων που συνιστούν το έρεισμα της διοικητικής πράξεως. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα συγχέει, κατ' ουσίαν, δύο διαφορετικές πλευρές της παρούσας υποθέσεως: Πρόκειται, αφενός, για τον καθορισμό του βάρους της αποδείξεως καθώς και για την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων από τον δικαστή και, αφετέρου, για την υποχρέωση αιτιολογήσεως των διοικητικών πράξεων. Επιπλέον, η σύγχυση της Επιτροπής όσον αφορά αυτή τη θεμελιώδη διάκριση προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι, αντί να αποδείξει ότι η αιτιολογία είναι επαρκής υπό το φως του άρθρου 190 της Συνθήκης, επιχειρεί αντιθέτως να πείσει το Δικαστήριο ότι το μέτρο που ελήφθη κατά του Daffix είναι κατ' ουσίαν δικαιολογημένο. Οι θεωρήσεις όμως αυτές είναι άνευ σημασίας εν προκειμένω. Το Πρωτοδικείο επισήμανε απλώς ότι η διοικητική πράξη που υποβλήθηκε στην κρίση του δεν διευκρίνιζε με επαρκή σαφήνεια τους λόγους στους οποίους στηριζόταν. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε να την ακυρώσει. Και από το Δικαστήριο ζητείται τώρα αποκλειστικά να ελέγξει τη νομική ορθότητα της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου. Το αν η ομολογία είναι έγκυρη ή το αν ο αναιρεσίβλητος φέρει ή όχι την ευθύνη για τις πράξεις που του προσάπτονται είναι ένα πρόβλημα το οποίο ουδόλως τίθεται στην παρούσα διαδικασία. Πράγματι, τα ερωτήματα αυτά αφορούν την ουσία της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής και όχι την υποχρέωση επαρκούς αιτιολογήσεώς της.
9 Η Επιτροπή επικρίνει επίσης την απόφαση του Πρωτοδικείου, καθόσον αυτό έκρινε ότι η αιτιολογία της αποφάσεώς της δεν προσδιόριζε σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν το έρεισμα για την επιβολή της ποινής στον Daffix. Αλλά ούτε απ' αυτήν την άποψη μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη η συλλογιστική του Πρωτοδικείου. Με την απόφασή του, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, συγκεκριμένα, ότι η απόφαση δεν διευκρίνιζε αν η πλαστογράφηση των δελτίων παραγγελίας είχε ή όχι καταλογιστεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο εφάρμοσε την αρχή, την οποία έχει εξάλλου καθιερώσει το Δικαστήριο, ότι «το σκεπτικό της αποφάσεως πρέπει να προσδιορίζει τις συγκεκριμένες πράξεις που καταλογίστηκαν σε βάρος του υπαλλήλου» (4). Όπως τονίζει το Πρωτοδικείο, τη σχετική αιτιολογία καθιστούσε ακόμη πιο αναγκαία ο πρόσθετος λόγος ότι, εν προκειμένω, ο ενδιαφερόμενος είχε αρνηθεί τα προσαφθέντα σε βάρος του πραγματικά περιστατικά, η δε ΑΔΑ δεν είχε παράσχει καμία εξήγηση σχετικά με τον λόγο για τον οποίο δεν διεξήχθησαν αποδείξεις, προκειμένου να εξακριβωθεί ποιος είχε υπογράψει, στην πραγματικότητα, τα εν λόγω δελτία παραγγελίας.
Ωστόσο, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η πλαστογράφηση των δελτίων παραγγελίας συμπεριλαμβανόταν στις πράξεις που είχαν προσαφθεί σε βάρος του αναιρεσίβλητου. Κατά την άποψή της, το συμπέρασμα αυτό, μολονότι δεν διατυπώθηκε ρητώς, μπορεί εν πάση περιπτώσει να συναχθεί από την ερμηνεία ολόκληρης της διοικητικής πράξεως. Όμως, επίσης ως προς το ζήτημα αυτό ισχύει η παρατήρηση που διατυπώθηκε ανωτέρω. Η κατάλληλη και επαρκής αιτιολογία κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης επιβάλλει να προκύπτουν οι λόγοι κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο (5). Είναι βέβαιο ότι είναι αδύνατο να θεωρηθεί ως σαφής και αναμφισβήτητος ένας λόγος ο οποίος δεν μπορεί να συναχθεί παρά μόνο κατόπιν ερμηνευτικής αναλύσεως της πράξεως, ανάλυση η οποία είναι κάθε άλλο παρά ευχερής.
10 Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου πρέπει να επικυρωθεί. Πράγματι, η απόφαση αυτή, στο μέτρο που απέκλεισε τη δυνατότητα να θεωρηθεί, εν προκειμένω, ως πληρωθείσα η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 190 της Συνθήκης, δεν ενέχει κανένα νομικό σφάλμα όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων προς τους οποίους πρέπει να συνάδει η πρόσφορη αιτιολόγηση των διοικητικών πράξεων.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
11 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κακώς αρνήθηκε να λάβει υπόψη τις εξηγήσεις που αυτή παρέσχε κατά τη διάρκεια της ενώπιόν του διαδικασίας. Με άλλα λόγια, κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο όφειλε να δεχτεί τη δυνατότητα μεταγενέστερης συμπληρώσεως της αιτιολογίας.
Ωστόσο, και αυτή η αιτίαση είναι προδήλως αβάσιμη. Αρκεί να υπομνηστεί συναφώς η νομολογία κατά την οποία «η αιτιολογία πρέπει, καταρχήν, να ανακοινώνεται στον ενδιαφερόμενο ταυτοχρόνως με την απόφαση που τον βλάπτει» (6). Η έλλειψη αιτιολογίας δεν μπορεί να θεραπευτεί κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Στην προκειμένη υπόθεση, δεν υπάρχει λόγος παρεκκλίσεως από αυτήν τη θεμελιώδη αρχή. Επιπλέον, η δυνατότητα παρεκκλίσεως αποκλείεται εν προκειμένω για τον πρόσθετο λόγο ότι - όπως ορθώς επισήμανε το Πρωτοδικείο - η επίδικη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αυτή αναφερόταν είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα και ότι το πειθαρχικό συμβούλιο και η ΑΔΑ είχαν καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα όσον αφορά την ευθύνη του Daffix. Αν γινόταν δεκτή η άποψη της Επιτροπής, τούτο θα είχε το απαράδεκτο αποτέλεσμα ότι, στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, η διοικητική αρχή θα μπορούσε να διατυπώνει μια εικονική αιτιολογία, επιφυλασσόμενη να τη συμπληρώσει αν ο αποδέκτης της πράξεως ασκήσει ένδικη προσφυγή. Η διοίκηση θα μπορεί έτσι να προσαρμόζει το περιεχόμενο της αιτιολογίας στις αιτιάσεις που θα προβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Υπ' αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν ακόμα να προσβληθούν και τα δικαιώματα άμυνας. Επομένως, και από αυτήν την άποψη, η απόφαση του Πρωτοδικείου πρέπει να επικυρωθεί.
Επί των λοιπών λόγων αναιρέσεως που προβάλει η Επιτροπή
12 Τέλος, η Επιτροπή διατυπώνει ορισμένα επιχειρήματα σχετικά με την ουσία της υποθέσεως επί της οποίας αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο. Ωστόσο, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Οι διατάξεις του άρθρου 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου είναι κατηγορηματικές: η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται αποκλειστικά σε νομικά ζητήματα. Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η επίμαχη απόφαση έπασχε από έλλειψη αιτιολογίας και ότι αποφάσισε να την ακυρώσει ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, χωρίς να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως που είχε προβάλει ο Daffix. Θα επαναλάβω απλώς αυτό που ήδη ανέφερα ανωτέρω: εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται αποκλειστικά να ελέγξει αν το Πρωτοδικείο, με την απόφαση που εξέδωσε, εφάρμοσε ορθώς τους νομικούς κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συνάδει η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια απλή νομική εκτίμηση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Η ουσία του μέτρου που αποτέλεσε το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας δεν μπορεί να εξετασθεί.
Πρόταση
13 Εν όψει των θεωρήσεων που προεκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση της Επιτροπής·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Βλ. αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1959 στην υπόθεση 18/57, Nold κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 323), της 1ης Ιουλίου 1986 στην υπόθεση 185/85, Usinor κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2079, σκέψη 19)· της 28ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση Τ-45/90, Speybrouck κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-33, σκέψη 89)· της 16ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση Τ-115/89, Gonzαlez Holguera κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-831, σκέψη 37), και της 14ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση Τ-534/93, Grynberg και Hall κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. ΙΑ-183, σκέψη 59).
(2) - Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 228/83 (Συλλογή 1985, σ. 275, σκέψη 35).
(3) - Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψη 22).
(4) - Βλ. απόφαση F. κατά Επιτροπής, όπ.π. (υποσημείωση 2), σκέψη 35.
(5) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Ιουλίου 1969 στην υπόθεση 1/69, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 87, σκέψη 9).
(6) - Βλ. απόφαση Michel κατά Κοινοβουλίου, όπ.π. (υποσημείωση 3), σκέψη 22.
Full & Egal Universal Law Academy