Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο την ακύρωση της αποφάσεως 95/438/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1995, όσον αφορά επενδυτική ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία στην εταιρία Piezas y Rodajes SA, χυτήριο χάλυβα εγκατεστημένο στην επαρχία Teruel, Aραγώνα, Ισπανία (1) (στο εξής: απόφαση). Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή κήρυξε τις οικείες ενισχύσεις παράνομες και ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά και απαίτησε την επιστροφή τους.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει την παράβαση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης καθώς και το πρόδηλο σφάλμα που ενέχει η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία η Επιτροπή στήριξε την κρίση της ότι οι ενισχύσεις ήσαν ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά· προβάλλει επίσης την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των αποδεκτών, την οποία συνεπάγονται η επιβολή υποχρεώσεως επιστροφής των ενισχύσεων και ο τρόπος υπολογισμού των τόκων υπερημερίας που απαίτησε η Επιτροπή.
Πραγματικά περιστατικά
2 Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας διαφοράς ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν οι ισπανικές αρχές χορήγησαν τις επίμαχες ενισχύσεις στην Piezas y Rodajes SA (στο εξής: PYRSA) για την εφαρμογή ενός επενδυτικού προγράμματος συνολικού ύψους 2 788 300 000 ισπανικών πεσετών (PTA). Οι ενισχύσεις αυτές, οι οποίες προορίζονταν για την κατασκευή στην επαρχία Teruel χυτηρίου για την παραγωγή οδοντωτών τροχών (γραναζιών) και εξοπλισμών GET (εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται για την ισοπέδωση του εδάφους και την εκσκαφή) ήταν ειδικότερα οι ακόλουθες:
α) επιχορήγηση ύψους 975 905 000 PTA από την Ισπανική Κυβέρνηση·
β) επιχορηγήσεις και λοιπές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από διάφορες τοπικές αρχές και συγκεκριμένα:
- επιχορήγηση ύψους 182 000 000 PTA από την Αυτόνομη Κοινότητα της Αραγώνας·
- επιχορήγηση ύψους 2 300 000 PTA από τον Δήμο Monreal del Campo·
- εγγύηση τραπεζικού δανείου, ύψους 490 000 000 PTA, από την Αυτόνομη Κοινότητα της Αραγώνας·
- επιδότηση επιτοκίου κατά 7 % επί πέντε έτη για το προαναφερθέν δάνειο, από την Κυβέρνηση της επαρχίας Teruel.
3 Στις 24 Απριλίου 1991, η Επιτροπή, κατόπιν καταγγελίας που της είχε υποβάλει η εταιρία William Cook (στο εξής: Cook), που είναι η σημαντικότερη ευρωπαϋκή επιχείρηση στον τομέα των χυτηρίων χάλυβα, εξέδωσε την απόφαση 91/C 178/04, (ενίσχυση υπ' αριθ. NN 12/91) με την οποία δήλωνε ότι αποφάσισε «να μην διατυπώσει αντιρρήσεις» για τις ενισχύσεις που είχαν χορηγήσει στην PYRSA οι ισπανικές αρχές (2).
Η Cook προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο την ακύρωσε, με απόφαση της 19ης Μαου 1993 (3). Ο κύριος λόγος για την ακύρωση ήταν ότι η Επιτροπή, ενώ αντιμετώπιζε μια κατάσταση που απαιτούσε σύνθετη ανάλυση και συμπληρωματικές έρευνες, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό στον οικείο υποτομέα και αποφάσισε να μην διατυπώσει αντιρρήσεις για τις ενισχύσεις αυτές, χωρίς να κινήσει, όπως όφειλε, τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
4 Στις 28 Ιουλίου 1993, η Επιτροπή, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, κίνησε τη διαδικασία του προαναφερθέντος άρθρου 93, παράγραφος 2, η οποία κατέληξε στην από μέρους της έκδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται με την υπό κρίση προσφυγή. Όπως προαναφέρθηκε, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή έκρινε ότι οι ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί στην PYRSA από τις τοπικές αρχές ήταν παράνομες και ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά και διέταξε την επιστροφή τους, εντόκως από την ημερομηνία της καταβολής τους.
5 Η απόφαση στηρίζεται κυρίως στην εκτίμηση των τομεακών επιπτώσεων των επίμαχων ενισχύσεων, στην οποία προέβη η Επιτροπή βάσει των πληροφοριών και των στοιχείων που είχαν παράσχει τρίτοι ενδιαφερόμενοι, τους οποίους είχε καλέσει να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (4), καθώς και βάσει των πορισμάτων της μελέτης ενός ανεξάρτητου πραγματογνώμονα. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως, τα συμπεράσματα της εκτιμήσεως αυτής μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
- σε αντίθεση προς την άποψη που είχε δεχθεί προηγουμένως η Επιτροπή, ο τομέας αναφοράς για την εκτίμηση των επιπτώσεων των επίμαχων ενισχύσεων δεν είναι ο τομέας των οδοντωτών τροχών και των εξοπλισμών GET, αλλά ο τομέας των χυτηρίων χάλυβα στο σύνολό του·
- ο τομέας αυτός (και, εν πάση περιπτώσει, επίσης ο υποτομέας των οδοντωτών τροχών και εξοπλισμών GET) παρουσίαζε, για τα έτη τα οποία αφορούσαν τα στοιχεία που είχαν συλλεγεί από την Επιτροπή (από το 1990 έως το 1993), ένα προφανές και αυξανόμενο πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό·
- καίτοι δεν υπάρχουν συναφώς ακριβείς πληροφορίες, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από τον πίνακα που υπέβαλε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Ενώσεων Ξυτηρίων (στο εξής: CAEF), μπορεί να υποτεθεί ότι ήδη το 1988 (οπότε η Ισπανική Κυβέρνηση ενέκρινε τις ενισχύσεις και άρχισε να τις καταβάλλει) ο τομέας παρουσίαζε επίπεδα πλεονάζοντος δυναμικού ίσα ή και μεγαλύτερα από εκείνα των επομένων ετών·
- οι επίμαχες ενισχύσεις, οι οποίες, για τους προαναφερθέντες λόγους, είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, δεν μπορούν να τύχουν της παρεκκλίσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης, δεδομένου ότι συμβάλλουν στην επιδείνωση της καταστάσεως πλεονάζοντος δυναμικού του τομέα· κατά συνέπεια, μολονότι πρόκειται για ενισχύσεις χορηγούμενες σε επιχείρηση ευρισκόμενη σε περιοχή στην οποία το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό και στην οποία επικρατεί σοβαρή ανεργία (5), δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως αυτής, οι οποίες έχουν διευκρινιστεί με την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου (6)·
- οι εν λόγω ενισχύσεις δεν μπορούν να τύχουν ούτε της παρεκκλίσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης, αφού, μολονότι μπορούν να διευκολύνουν την ανάπτυξη της περιοχής όπου είναι εγκατεστημένη η αποδέκτρια επιχείρηση, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εντούτοις ικανές να αλλοιώσουν τους όρους του εμπορίου κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
6 Όπως προαναφέρθηκε, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα κυβέρνηση διατείνεται ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του συμβατού προς την κοινή αγορά των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε περιοχές οι οποίες εμπίπτουν στην περιγραφή του άρθρου αυτού, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη κυρίως τα ενδεχόμενα θετικά αποτελέσματα των ίδιων των ενισχύσεων αυτών για την οικονομική ανάπτυξη της οικείας περιοχής και όχι τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειές τους επί των εμπορικών ρευμάτων.
Με άλλα λόγια, κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης, οι επιταγές προστασίας του κοινού συμφέροντος, μολονότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, δεν υπερισχύουν κατ' ανάγκη, όταν εξετάζεται αν συμβιβάζονται προς την κοινή αγορά ενισχύσεις οι οποίες, όπως εν προκειμένω, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην ανάπτυξη μιας μειονεκτούσας περιοχής. Κατά την ίδια, την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει η διαφορετική διατύπωση του στοιχείου γγ του ίδιου άρθρου· συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή, η οποία αφορά τόσο τις τομεακές όσο και τις περιφερειακές ενισχύσεις (χωρίς εξάλλου να επιβάλλει να χορηγούνται μόνο σε μειονεκτούσες περιοχές), εξαρτά ρητά το επιτρεπτόν αυτών των ενισχύσεων από την προϋπόθεση ότι δεν αλλοιώνουν το εμπόριο «κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον» (7)· το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει, κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, τον ισχυρισμό της ότι οι ενισχύσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του στοιχείου αα του ιδίου αυτού άρθρου πρέπει να εξετάζονται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, υπό το φως των πλεονεκτημάτων που μπορούν να συνεπάγονται για την ανάπτυξη της οικείας (μειονεκτούσας) περιοχής.
Επομένως, κατά την προσφεύγουσα κυβέρνηση, η ορθή εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως συνεπάγεται ότι οι επίμαχες ενισχύσεις, στο μέτρο που χορηγήθηκαν σε επιχείρηση εγκατεστημένη σε περιοχή που εμπίπτει στην έννοια της εν λόγω διατάξεως, έπρεπε να τύχουν της παρεκκλίσεως που αυτή προβλέπει.
7 Ευθύς εξαρχής θέλω να διευκρινίσω ότι δεν συμφωνώ με την ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως την οποία προτείνει η Ισπανική Κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή μου, από το γεγονός ότι το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, δεν επιβάλλει ρητά στην Επιτροπή την υποχρέωση να εκτιμά τις επιπτώσεις της ενισχύσεως στο εμπόριο ούτε να εξαρτά από την εκτίμηση αυτή το συμβατό των ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή, οσάκις εγκρίνει μια ενίσχυση, έχει τη δυνατότητα να παραλείψει να σταθμίσει προσηκόντως το κοινοτικό συμφέρον. Αντιθέτως, θεωρώ ότι ακόμη και η κρίση περί του επιτρεπτού των περιφερειακών ενισχύσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να προϋποθέτει εκτίμηση των τομεακών επιπτώσεων της ενισχύσεως και των αποτελεσμάτων της επί του εμπορίου.
Αν γινόταν δεκτή η αντίθετη άποψη, όπως προτείνει κατ' ουσίαν η Ισπανική Κυβέρνηση, θα ισοδυναμούσε με το να γίνει δεκτό ότι μια ενίσχυση που συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε εκτιμήσεως των τομεακών της επιπτώσεων ή των αποτελεσμάτων της επί του εμπορίου· πράγμα προφανώς αντίθετο προς τη λογική που διαπνέει την απόφαση Cook κατά Επιτροπής, με την οποία το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής «να μην διατυπώσει αντιρρήσεις» σχετικά με ενισχύσεις χορηγηθείσες στην PYRSA (μολονότι επρόκειτο για περιφερειακές ενισχύσεις) ακριβώς επειδή «η ύπαρξη ή η έλλειψη πλεονάζοντος παραγωγικού δυναμικού στον υποτομέα των γραναζιών και των εξοπλισμών GET δεν προέκυπτε σαφώς» και χρειαζόταν, επομένως, μια «σύνθετη ανάλυση του οικείου υποτομέα», για την πραγματοποίηση της οποίας η Επιτροπή όφειλε να είχε κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης (8).
8 Με άλλα λόγια, όπως παρατήρησα ήδη με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Cook, θεωρώ ότι η Επιτροπή, ακόμη κι όταν εφαρμόζει την παρέκκλιση του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης, δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη μόνο τις περιφερειακές επιπτώσεις ορισμένης παρεμβάσεως των δημοσίων αρχών, αλλά πρέπει απαραίτητα να προβαίνει στη συνολική εκτίμηση των τομεακών επιπτώσεων που μπορεί να έχει η παρέμβαση αυτή, ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να σημειωθεί, με την επίκληση θεμιτών περιφερειακών σκοπών, τεχνητή ανάπτυξη σε ορισμένους τομείς, ικανή να βλάψει το κοινό συμφέρον (9).
Πράγματι, είναι προφανές ότι περιφερειακές ενισχύσεις που σκοπούν στη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων σε τομείς που χαρακτηρίζονται από διαρθρωτικό πλεόνασμα δυναμικού επιδεινώνουν απλώς τις ανισορροπίες των οικείων αγορών, ασκώντας πρόσθετες πιέσεις στο επίπεδο των τιμών και/ή μεταφέροντας τις τομεακές οικονομικές δυσχέρειες και τα συναφή προβλήματα απασχολήσεως σε άλλες περιοχές της Κοινότητας και στις εκεί εγκατεστημένες επιχειρήσεις, οι οποίες, επιπλέον, δεν λαμβάνουν ανάλογες ενισχύσεις. Κατά συνέπεια, τέτοιου είδους ενισχύσεις ουδόλως φαίνονται να εξυπηρετούν τον σκοπό του συστήματος των περιφερειακών ενισχύσεων, που έγκειται στην αποτελεσματική και μονιμότερη επίλυση των προβλημάτων αναπτύξεως των οικείων περιφερειών (10) και πρέπει επομένως να θεωρηθούν ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
9 Όσον αφορά, ειδικότερα, τη διαφορετική διατύπωση των στοιχείων αα και γγ του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης, την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα κυβέρνηση προς στήριξη της απόψεώς της, δεν θεωρώ ότι από τη διαφορά αυτή μπορεί να συναχθεί κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που προεκτέθηκε. Οι λόγοι αυτής της διαφοράς στη διατύπωση (διατάξεων που έχουν, ωστόσο, εν μέρει κοινό πεδίο εφαρμογής) πρέπει, στην πραγματικότητα, να αναζητηθούν απλώς στη μεγαλύτερη «ελαστικότητα» την οποία θα όφειλε να επιδεικνύει η Επιτροπή οσάκις εκτιμά αν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις που έχουν ως πρωταρχικό σκοπό να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη των περιφερειών που μειονεκτούν. Ωστόσο, είναι αυτονόητο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ότι δεν παύει να επιβάλλεται η τήρηση των επιταγών της προστασίας του κοινού συμφέροντος, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να έχουν τελικώς τα θετικά αποτελέσματα της ενισχύσεως για την αποδέκτρια επιχείρηση ή για την περιφέρεια όπου αυτή βρίσκεται αρνητικές επιπτώσεις στις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις ή, ακόμη χειρότερα, στην οικονομία άλλων περιφερειών της Κοινότητας, οι οποίες είναι καθ' υπόθεσιν επίσης μειονεκτούσες (11).
Επομένως, όσον αφορά την προκείμενη υπόθεση, θεωρώ ότι ορθώς η Επιτροπή, αφού παρατήρησε ότι οι επίμαχες ενισχύσεις θα μπορούσαν να είχαν συμβάλει στην επιδείνωση της καταστάσεως σ' έναν τομέα που παρουσιάζει ήδη ένα υψηλό επίπεδο πλεονάζοντος παραγωγικού δυναμικού, απέκλεισε την εφαρμογή της παρεκκλίσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
10 Υπενθυμίζω ότι, με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ορθότητα της εκτιμήσεως των πραγματικών και νομικών στοιχείων στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής. Ειδικότερα, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, τα στατιστικά στοιχεία και οι πληροφορίες που χρησιμοποίησε η Επιτροπή δεν είναι αντιπροσωπευτικά, δεδομένου ότι παρασχέθηκαν από ανεπαρκή αριθμό επιχειρήσεων, οι οποίες, επιπλέον, είναι ανταγωνίστριες της PYRSA. Εξάλλου, τα στοιχεία αυτά αφορούν έτη (από το 1990 και μετά) μεταγενέστερα εκείνων (1988 και 1989) κατά τα οποία αποφασίστηκαν και χορηγήθηκαν οι επίδικες ενισχύσεις.
11 Βεβαίως, ούτε αυτά τα επιχειρήματα μου φαίνονται βάσιμα. Πρώτον, όπως προκύπτει σαφώς από την ίδια την απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνο τα στοιχεία και τις πληροφορίες που είχε συλλέξει από τρίτους ενδιαφερόμενους, αλλά επίσης τα στοιχεία που είχαν προσκομίσει η ίδια η PYRSA, καθώς και η CAEF, η οποία είναι ένας αρκούντως αντιπροσωπευτικός οργανισμός του οικείου τομέα.
Επιπλέον, πρέπει να υπομνηστεί ένα γεγονός που μου φαίνεται αποφασιστικό, ότι δηλαδή η Επιτροπή, ακριβώς προκειμένου να έχει στη διάθεσή της αντικειμενικές πληροφορίες και εκτιμήσεις σχετικά με ορισμένα ζητήματα τεχνικού χαρακτήρα, στηρίχθηκε επίσης στα πορίσματα μιας πραγματογνωμοσύνης που ανατέθηκε σε ανεξάρτητο εξωτερικό σύμβουλο. Δεν νομίζω, επομένως, να υφίστανται υπόνοιες μεροληψίας για τον τρόπο με τον οποίο παριστά τα πραγματικά περιστατικά η Επιτροπή.
12 Όσον αφορά, ειδικότερα, την αιτίαση περί των στοιχείων που έλαβε υπόψη η Επιτροπή προκειμένου να αξιολογήσει τα αποτελέσματα των ενισχύσεων στον οικείο τομέα, θεωρώ ότι η αιτίαση αυτή είναι επίσης αβάσιμη, αν όχι αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, η συλλογιστική της Επιτροπής μου φαίνεται ορθή, καθόσον, στηριζόμενη στα στατιστικά στοιχεία σχετικά με το παραγωγικό δυναμικό των ετών 1990 και εφεξής, τα οποία είχε παράσχει η CAEF, η Επιτροπή συνήγαγε ότι, για τα δύο προηγούμενα έτη, το δυναμικό αυτό ήταν ισοδύναμο. Επομένως, είναι απολύτως λογικό να υποτεθεί ότι το επίπεδο πλεονάζοντος δυναμικού του τομέα ήταν, για τα έτη αυτά, τουλάχιστον ίσο με εκείνο της περιόδου που ακολούθησε.
Επιπλέον, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να υπομνηστεί ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν χορηγήθηκαν εφάπαξ αλλά σε ποικίλης φύσεως επιχορηγήσεις, ορισμένες από τις οποίες καταβλήθηκαν πολύ αργότερα από το 1988. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί το ποσό των 182 εκατομμυρίων ΡΤΑ που χορηγήθηκε από την Αυτόνομη Κοινότητα της Αραγωνίας, το οποίο, όπως προκύπτει από έγγραφο που απηύθυναν στην Επιτροπή οι ίδιες οι ισπανικές αρχές, καταβλήθηκε μεταξύ 1990 και 1992 (12). Εξάλλου, ορισμένες από τις επιχορηγήσεις αυτές προορίζονταν, εν πάση περιπτώσει, από την ίδια τους τη φύση και ανεξαρτήτως της ημερομηνίας εγκρίσεώς τους, να καταβληθούν κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου, όπως στην περίπτωση της εγγυήσεως για το τραπεζικό δάνειο ύψους 490 εκατομμυρίων ΡΤΑ, του οποίου η συνολική διάρκεια εκτείνεται σε 11 έτη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι επίσης αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
13 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση βάλλει κατά της υποχρεώσεως που της επιβάλλει το άρθρο 3 της αποφάσεως της Επιτροπής, περί αναζητήσεως των επίμαχων ενισχύσεων. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι εν λόγω ενισχύσεις, και αν ακόμη ήθελαν θεωρηθεί παράνομες και ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, δεν θα έπρεπε, ούτως ή άλλως, να επιστραφούν, για τον λόγο ότι η απόφαση 91/C 178/04, με την οποία η Επιτροπή δήλωνε ότι αποφάσισε «να μην διατυπώσει αντιρρήσεις» σχετικά με τη χορήγησή τους, δημιούργησε στην αποδέκτρια επιχείρηση την - άξια έννομης προστασίας - δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι οι ενισχύσεις είχαν νομίμως χορηγηθεί.
Κατα την εν λόγω κυβέρνηση, ενόψει αυτού του στοιχείου, η επιβολή υποχρεώσεως αναζητήσεως των επίμαχων ενισχύσεων είναι, εν προκειμένω, αντίθετη προς τις αρχές της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που αποτελούν, αμφότερες, μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως.
14 Ως γνωστόν, το Δικαστήριο είχε επανειλημμένα την ευκαιρία να αποφανθεί σχετικά με την υποχρέωση των αποδεκτριών επιχειρήσεων να επιστρέψουν παράνομες ενισχύσεις με σκοπό την αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι η αναζήτηση τέτοιων ενισχύσεων δεν μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ως μέτρο δυσανάλογο προς τον σκοπό των διατάξεων της Συνθήκης περί ενισχύσεων (13).
Όσον αφορά, ειδικότερα, τα όρια της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των αποδεκτών ως προς τη νομιμότητα των ενισχύσεων τις οποίες έχουν ήδη λάβει και τις οποίες η Επιτροπή κηρύσσει ακολούθως ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι, μολονότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιλαμβάνεται στην κοινοτική έννομη τάξη, μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνον εάν η επίμαχη ενίσχυση χορηγήθηκε τηρηθείσας της διαδικασίας που προβλέπεται για τον σκοπό αυτό, δεδομένου ότι ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει να είναι σε θέση να επαληθεύσει ότι πράγματι τηρήθηκε η διαδικασία αυτή (14).
Πάντοτε όσον αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη νομιμότητα των παρανόμων ενισχύσεων, το Δικαστήριο έχει επιπλέον προβεί σε μια σημαντική διάκριση μεταξύ της θέσεως της επιχειρήσεως που έλαβε την ενίσχυση και της θέσεως του κράτους μέλους που την κατέβαλε. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αφενός μεν δέχεται ότι «δεν μπορεί βέβαια να αποκλειστεί η δυνατότητα του αποδέκτη της παράνομης ενισχύσεως να επικαλεστεί (...) εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογημένα στήριξαν την εμπιστοσύνη του [ως προς] τον νόμιμο χαρακτήρα της ενισχύσεως αυτής και, κατά συνέπεια, να αντιταχθεί στην αναζήτησή της» (15). Αφετέρου δε παγίως αποκρούει τη δυνατότητα του κράτους μέλους που χορήγησε ενίσχυση κατά παράβαση των εφαρμοστέων διαδικαστικών κανόνων «να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των [αποδεκτών] για να απαλλαγεί από την υποχρέωση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής που το [υποχρεώνει] να αναζητήσει την ενίσχυση» (16).
15 Δεν αμφισβητείται ότι, εν προκειμένω, η λήψη των αποφάσεων περί χορηγήσεως των ενισχύσεων καθώς και η καταβολή τους πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93 της Συνθήκης και ότι, επομένως, πρέπει να θεωρηθούν παράνομες. Συνεπώς, η άνευ ετέρου εφαρμογή των αρχών που έχει καθιερώσει το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη ως αβάσιμης της αιτιάσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
Παρά ταύτα, η προσφεύγουσα κυβέρνηση, η οποία επικαλείται τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει η απόφαση 91/C 178/04, με την οποία η Επιτροπή είχε κατ' ουσίαν εγκρίνει τις επίμαχες ενισχύσεις, θεωρεί ότι, εν προκειμένω, συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που, υπό την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, έχουν δημιουργήσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της αποδέκτριας επιχειρήσεως ως προς τη νομιμότητα των επίμαχων ενισχύσεων, εμπιστοσύνη άξια έννομης προστασίας επαγομένης ακόμη και τη ματαίωση της επιστροφής τους.
16 Δέχομαι ότι το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως είναι, καταρχήν, άξιο προσοχής. Πράγματι, φρονώ ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να έχει όντως και ευλόγως σχηματίσει η αποδέκτρια επιχείρηση την πεποίθηση ότι είναι νόμιμες οι ενισχύσεις οι οποίες, μολονότι είχαν χορηγηθεί παρανόμως, είχαν στη συνέχεια (καίτοι εσφαλμένα) εγκριθεί με ρητή απόφαση της Επιτροπής (17).
Δεν νομίζω όμως ότι το παρόν διαδικαστικό πλαίσιο επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδηλώσει μια τέτοια προσοχή, ώστε να εξετάσει και την ουσία του τεθέντος προβλήματος.
17 Πράγματι, η Ισπανική Κυβέρνηση, προκειμένου να αντιταχθεί στην επιστροφή των ενισχύσεων, επικαλείται ρητά (και αποκλειστικά) τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της αποδέκτριας επιχειρήσεως ως προς τη νομιμότητά τους. Με άλλα λόγια, η προσφεύγουσα κυβέρνηση βάλλει κατά της υποχρεώσεως αναζητήσεως των επίμαχων ενισχύσεων που της επιβάλλεται με την απόφαση, επικαλούμενη την προστασία όχι της δικής της νομικής καταστάσεως, αλλά της νομικής καταστάσεως ενός προσώπου, της αποδέκτριας επιχειρήσεως, που δεν μετέχει στην παρούσα διαδικασία ούτε ως παρεμβαίνουσα· τούτο δε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, χωρίς καν να υφίσταται κάποια ρητή διάταξη που να της απονέμει παρόμοια εξουσία υποκαταστάσεως.
Το γεγονός αυτό συνηγορεί - αποφασιστικά κατά την άποψή μου - υπέρ της απορρίψεως του λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση.
18 Εξάλλου, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω μου φαίνεται σύμφωνο προς τις αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο στον τομέα αυτό, μολονότι αυτή η πτυχή του προβλήματος ουδέποτε εξετάστηκε ειδικά.
Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο απέκλεισε ρητά τη δυνατότητα ενός κράτους μέλους που έχει χορηγήσει παράνομες ενισχύσεις να επικαλεστεί την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της αποδέκτριας επιχειρήσεως, προκειμένου να αντιταχθεί στην υποχρέωση να αναζητήσει τις ενισχύσεις αυτές, ενώ παρέσχε τη δυνατότητα αυτή στην αποδέκτρια επιχείρηση, έστω και μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις (18). Όσο και αν είναι αυτονόητο, είναι εν πάση περιπτώσει προφανές ότι αυτό πρέπει να γίνεται εντός του κατάλληλου διαδικαστικού πλαισίου (19).
Επομένως, σε τελική ανάλυση, θεωρώ ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως είναι επίσης αβάσιμος και ότι η υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στην PYRSA, την οποία επιβάλλει στην Ισπανική Κυβέρνηση η απόφαση της Επιτροπής, πρέπει να εκπληρωθεί.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως
19 Εν όψει των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξα όσον αφορά τους προηγούμενους λόγους ακυρώσεως, ειδικά δε τον τρίτο από αυτούς, δεν θεωρώ αναγκαίο να λάβω θέση ως προς τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο η Ισπανική Κυβέρνηση βάλλει κατά του από μέρους της Επιτροπής υπολογισμού των τόκων υπερημερίας επί των αναζητουμένων ποσών, εκκινώντας από την υπόθεση ότι η υποχρέωση αναζητήσεως αφορά μόνον τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως που προσβάλλεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Είναι, πράγματι, προφανές ότι η αιτίαση αυτή θα είχε νόημα μόνον εάν το Δικαστήριο δεχόταν, τουλάχιστον εν μέρει, τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, οπότε θα παρίστατο αναγκαίος ο εκ νέου υπολογισμός των επίμαχων ποσών.
20 Κατόπιν όσων προεκτέθηκαν, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ 1995, L 257, σ. 45.
(2) - ΕΕ 1991, C 178, σ. 4. Στην πραγματικότητα, η απόφαση αφορούσε μόνο τις ενισχύσεις που είχαν χορηγηθεί από τις τοπικές αρχές, αφού η ενίσχυση ύψους 975 905 000 PTA που είχε χορηγηθεί από την Ισπανική Κυβέρνηση είχε θεωρηθεί ως εντασσόμενη σε ένα γενικό σύστημα περιφερειακών ενισχύσεων που είχε κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή και εγκριθεί από αυτή, με αποτέλεσμα να μην αμφισβητείται η συμφωνία της ενισχύσεως αυτής προς την κοινή αγορά. Εξάλλου, η Cook είχε ενημερωθεί για τη διαπίστωση αυτή, με έγγραφο της 13ης Μαρτίου 1991.
(3) - Υπόθεση C-198/91, Cook κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-2487).
(4) - Εκτός της ίδιας της PYRSA και της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Ενώσεων Ξυτηρίων, η οποία υπέβαλε έναν πίνακα με στοιχεία σχετικά με το παραγωγικό δυναμικό των χυτηρίων χάλυβα σε διάφορες ευρωπαϋκές χώρες, πρόκειται κυρίως για ανταγωνιστικές της PYRSA επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Αγγλία.
(5) - Πράγματι, η επαρχία Teruel περιλαμβάνεται ρητά στις περιοχές που εμπίπτουν στην εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, και διαλαμβάνονται σε συναφή ανακοίνωση της Επιτροπής (88/C 212/02, ΕΕ 1988, C 212, σ. 2, συγκεκριμένα μέρος I, σημείο 4, και παράρτημα I).
(6) - Η απόφαση της Επιτροπής παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-278/92, C-279/92 και C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4103), και αναφέρει ότι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «ενίσχυση που χορηγείται βάσει αποφάσεως ad hoc πρέπει να θεωρηθεί ως περιφερειακή ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης, εφόσον συμβάλλει στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της περιοχής χωρίς να επηρεάζει αρνητικά το κοινό συμφέρον και τους όρους ανταγωνισμού στην Κοινότητα». Στην πραγματικότητα, αυτό το παρατιθέμενο χωρίο είναι ανακριβές, στο μέτρο που σκοπούσε να αποτυπώσει τον προσανατολισμό της Επιτροπής (σκέψη 50). Ειδικά όμως ως προς αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο λαμβάνει θέση παρακάτω, όπου δέχεται ότι, κατά πάγια νομολογία, για την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η Επιτροπή έχει «ευρεία διακριτική εξουσία, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως που πρέπει να πραγματοποιούνται μέσα σε κοινοτικό πλαίσιο» (σκέψη 51).
(7) - Το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης έχει ως εξής: «Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά: α) οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση· (...) γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον».
(8) - Απόφαση Cook κατά Επιτροπής (βλ. υποσημείωση 3 ανωτέρω), σκέψεις 37 και 38.
(9) - Προτάσεις της 31ης Μαρτίου 1993 στην προαναφερθείσα υπόθεση Cook κατά Επιτροπής, σημείο 53. Η απαίτηση αυτή, η οποία είχε ήδη διατυπωθεί ρητά από την Επιτροπή στην πρώτη Έκθεση για την Πολιτική του Ανταγωνισμού (παράγραφος 142), επαναλήφθηκε στην ανακοίνωση σχετικά με τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία αα και γγ, στις περιφερειακές ενισχύσεις (βλ. υποσημείωση 5 ανωτέρω), με την οποία η Επιτροπή διευκρίνισε ότι μια ενίσχυση, προκειμένου να τύχει της παρεκκλίσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της Συνθήκης, δεν πρέπει να προκαλεί πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό σε ορισμένους τομείς σε κοινοτικό επίπεδο, κατά τρόπον ώστε το τομεακό πρόβλημα που προκύπτει για την Κοινότητα να είναι σοβαρότερο από το αρχικό περιφερειακό πρόβλημα.
(10) - Προαναφερθείσες προτάσεις, σημείο 53.
(11) - Εξάλλου, ο συλλογισμός αυτός μου φαίνεται απολύτως σύμφωνος όχι μόνο προς τις κατευθύνσεις που έχει επανειλημμένα διατυπώσει η Επιτροπή (π.χ., στην προαναφερθείσα ανακοίνωση του 1988), αλλά επίσης προς την άποψη που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις προτάσεις του επί της αποφάσεως Ισπανία κατά Επιτροπής (προτάσεις της 23ης Μαρτίου 1994, βλ. υποσημείωση 6 ανωτέρω, σημεία 43 έως 45), τις οποίες ωστόσο η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλέστηκε προς στήριξη της θέσεώς της.
(12) - Βλ. μέρος V, τέταρτο εδάφιο, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(13) - Βλ., π.χ., απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-959, σκέψη 66).
(14) - Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. I-3437, σκέψη 14).
(15) - Στην περίπτωση αυτή, στο εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται ενδεχομένως της διαφοράς εναπόκειται να εκτιμήσει τις περιστάσεις της υποθέσεως· βλ. προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 16.
(16) - Προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 17· βλ. επίσης, πιο πρόσφατα, προαναφερθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 76.
(17) - Υπενθυμίζω συναφώς ότι το Δικαστήριο, στη μοναδική περίπτωση κατά την οποία δέχτηκε ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της επιχειρήσεως που είχε λάβει ενίσχυση ήταν άξια ένδικης προστασίας, απέδωσε αποφασιστική σημασία ακριβώς στη συμπεριφορά που υιοθέτησε η Επιτροπή στην υπόθεση εκείνη. Αναφέρομαι στην απόφαση RSV κατά Επιτροπής, με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η καθυστέρηση (άνω των 26 μηνών) της εκδόσεως από μέρους της Επιτροπής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, «μπορούσε, εν προκειμένω, να δημιουργήσει στην προσφεύγουσα δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ενόψει της οποίας η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να υποχρεώσει τις ολλανδικές αρχές να διατάξουν την επιστροφή της ενισχύσεως», τούτο δε μολονότι ήταν εν προκειμένω αναμφισβήτητο ότι η ενίσχυση είχε καταβληθεί πριν από την κοινοποίησή της (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1987 στην υπόθεση 223/85, Συλλογή 1987, σ. 4617, σκέψεις 16 και 17).
(18) - Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, προαναφερθείσα κατ' επανάληψη.
(19) - Στην πράξη, στο πλαίσιο ευθείας προσφυγής βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, την οποία όμως ασκεί η ίδια η επιχείρηση ενώπιον του Πρωτοδικείου ή, ενδεχομένως, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, στο πλαίσιο εναντιώσεως στην απαίτηση επιστροφής που προβάλλει το κράτος εις εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής. Υπενθυμίζω συναφώς ότι η απόφαση RSV (βλ. υποσημείωση 17 ανωτέρω) εκδόθηκε ακριβώς κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως την οποία είχε ασκήσει (κατά τον χρόνο εκείνο ενώπιον του Δικαστηρίου) η επιχείρηση επικαλούμενη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της.
Full & Egal Universal Law Academy