ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
M. B. ELMER
της 13ης Ιουνίου 1996 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, θεσπίστηκαν διάφορες εισφορές βαρύνουσες τους παραγωγούς ζάχαρης. Στην υπόθεση SAFBA ( 1 ) το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί επί του χρόνου γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής του φόρου που αποκαλείται «εισφορά αποθεματοποιήσεως». Τα ερωτήματα στα οποία το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στην παρούσα υπόθεση αφορούν τον χρόνο γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής άλλων εισφορών, καθώς και τον χρόνο από τον οποίο καθίστανται απαιτητές ορισμένες από αυτές.
Οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις
2.
Η υπόθεση αφορά τρεις διαφορετικούς φόρους ol οποίοι προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς που αφορά τη ζάχαρη: μια εισφορά παραγωγής, μια εισφορά απορροφήσεως και μια ειδική εισφορά απορροφήσεως.
3.
Η εισφορά παραγωγής θεσπίστηκε για να καλύψει τις ζημίες που συνδέονται με την κοινή οργάνωση αγοράς. Οι σχετικοί κανόνες περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης ( 2 ), που αποτέλεσε το αντικείμενο μεταγενέστερων τροποποιήσεων (στο εξής: βασικός κανονισμός), το άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του οποίου ορίζει:
«3.
Εφόσον από τις (σχετικές) διαπιστώσεις (...) αποδειχθεί, μετά την προσαρμογή (...) ενδεχόμενη συνολική ζημία, αυτή διαιρείται διά της προβλεπόμενης ποσότητας ζάχαρης (...) που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου. Το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους παραγωγούς ως [εισφορά] βασικής παραγωγής για την παραγωγή τους ζάχαρης (...)
(...)
4.
Όταν το ανώτατο όριο της εισφοράς στη βασική παραγωγή δεν επιτρέπει την εξ ολοκλήρου κάλυψη της συνολικής ζημίας (...), το υπόλοιπο διαιρείται διά της προβλεπόμενης ποσότητας ζάχαρης (...) που παράγεται για λογαριασμό της εν λόγω περιόδου. Το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους παραγωγούς ως [εισφορά] (...) για την παραγωγή ζάχαρης (...).»
4.
Η εισφορά απορροφήσεως θεσπίστηκε για να καλύψει πρόσθετες ζημίες που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς κατά το χρονικό διάστημα από την περίοδο εμπορίας 1981/82 μέχρι την περίοδο εμπορίας 1985/86. Οι σχετικές διατάξεις προστέθηκαν στον βασικό κανονισμό, ως άρθρο 32α, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 934/86 του Συμβουλίου, της 24ης Μαρτίου 1986 (στο εξής: κανονισμός περί εισφοράς απορροφήσεως) ( 3 ). Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού έχει ως ακολούθως:
«(...) ol ζαχαροβιομηχανίες (...) καταβάλλουν, κατά τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91, εισφορά απορρόφησης για τη ζάχαρη (...) που παράγουν. Η εισφορά αυτή προορίζεται να αποσβέσει το έλλειμμα των 400 εκατομμυρίων ECU που διαπιστώθηκε μετά την εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων κατά το χρονικό διάστημα 1981/82 έως 1985/86.»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3046/86 της Επιτροπής, της 3ης Οκτωβρίου 1986 ( 4 ) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), καθόρισε, βάσει του άρθρου 32α, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού, τον τρόπο εισπράξεως της εισφοράς απορροφήσεως. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη εισπράττουν από τις βιομηχανίες ζάχαρης (...) την εισφορά απορρόφησης, της οποίας τα ποσά καθορίζονται στο άρθρο 32α, παράγραφοι 2 και 3, του (βασικού) κανονισμού σε δύο δόσεις. Η είσπραξη αυτή πραγματοποιείται για κάθε περίοδο εμπορίας πριν από τις 15 Δεκεμβρίου της εν λόγω περιόδου για την πρώτη δόση που αποτελεί προκαταβολή, και πριν από τις 15 Δεκεμβρίου μετά την εν λόγω περίοδο για τη δεύτερη δόση, που αποτελεί το υπόλοιπο που πρέπει να καταβληθεί.»
5.
Η ειδική εισφορά απορροφήσεως θεσπίστηκε για να καλύψει προβλεπόμενες ζημίες για την περίοδο εμπορίας 1986/87, οι οποίες δεν μπορούσαν να καλυφθούν με τις εισφορές των παραγωγών στο πλαίσιο του συστήματος ζάχαρης. Ol σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1914/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987 ( 5 ) (στο εξής: κανονισμός περί ειδικής εισφοράς απορροφήσεως), το άρθρο 1, παράγραφος 2, του οποίου προβλέπει τα εξής:
«2.
Η ειδική εισφορά απορρόφησης υπολογίζεται για κάθε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης (...) πολλαπλασιάζοντας το ποσό που οφείλεται από την επιχείρηση για ης εισφορές στην παραγωγή της περιόδου εμπορίας 1986/87 με ένα συντελεστή που θα καθοριστεί (...).
Η ειδική εισφορά απορρόφησης πληρώνεται πριν από τις 15 Δεκεμβρίου 1987.»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3061/87 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1987 ( 6 ) (στο εξής: κανονισμός περί του συντελεστή) καθόρισε, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού περί ειδικής εισφοράς, τους κανόνες σχετικά με τον συντελεστή που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της εν λόγω εισφοράς για τη ζάχαρη, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 1986/87. Στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού προβλέπεται ότι:
«Τα κράτη μέλη εισπράττουν την ειδική εισφορά απορρόφησης συγχρόνως με το υπόλοιπο των εισφορών στην παραγωγή που προβλέπονται στο άρθρο 28 του (βασικού) κανονισμού.
Για την είσπραξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τα κράτη μέλη προβαίνουν για κάθε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης (...) πριν από την 1η Νοεμβρίου 1987 για την περίοδο εμπορίας 1986/87 στον υπολογισμό που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (περί ειδικής εισφοράς απορροφήσεως).»
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως
6.
Στην εταιρία société agricole de Maizy (στο εξής: Maizy), αντικείμενο των δραστηριοτήτων της οποίας είναι η παραγωγή ζάχαρης, η απόσταξη και η πώληση υπολειμμάτων παραγωγής, διεξήχθη λογιστικός έλεγχος σχετικά με τον φόρο εταιριών. Κατόπιν της διενέργειας του ελέγχου εκδόθηκαν φύλλα ελέγχου προβλέποντα αύξηση των φορολογητέων ποσών. Ορισμένες από τις σχετικές αυξήσεις αφορούν τις εισφορές απορροφήσεως για τα οικονομικά έτη 1985/86 και 1986/87 και την εκτίμηση των αποθεμάτων.
7.
Σύμφωνα με το γαλλικό φορολογικό σύστημα, οι εισφορές απορροφήσεως του κοινοτικού δικαίου αποτελούν φόρο τον οποίο οι επιχειρήσεις συνυπολογίζουν κατά την κατάρτιση του ισολογισμού τους. Έτσι, ol εισφορές αυτές περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του φορολογητέου κέρδους, το οποίο ορίζεται ως εξής, σύμφωνα με τον code général des impôts (γενικός φορολογικός κώδικας):
«Το καθαρό κέρδος αποτελείται από τη διαφορά μεταξύ της αξίας του καθαρού ενεργητικού κατά το πέρας και στην αρχή της περιόδου, τα αποτελέσματα της οποίας πρέπει να αποτελέσουν τη βάση του φόρου, μειωμένη κατά τις συμπληρωματικές εισφορές που καταβάλλει και αυξημένη κατά τα ποσά που αναλαμβάνει την περίοδο αυτή ο εκμεταλλευόμενος την επιχείρηση ή οι συνεταίροι του. Ως καθαρό ενεργητικό θεωρείται το υπερβάλλον του ενεργητικού ως προς το σύνολο το οποίο αποτελούν στο παθητικό οι οφειλές προς τρίτους, οι αποσβέσεις και ol δικαιολογημένες προβλέψεις.»
Από τα ανωτέρω προκύπτει, με βάση τις παρεχόμενες πληροφορίες, ότι μια οφειλή προς τρίτους δεν μπορεί να περιληφθεί στους σχετικούς λογαριασμούς ως καταβλητέα επιβάρυνση στο τέλος ενός οικονομικού έτους παρά μόνον αν η οφειλή αυτή, βεβαία ως προς την ύπαρξη της και απολύτως καθορισμένη ως προς το ποσό της, συvδέεται με πράξη του εν λόγω έτους.
8.
Η Maizy, μετά το πέρας του οικονομικού έτους 1985/86 (στις 30 Ιουνίου 1986) συνυπολόγισε στις επιβαρύνσεις ποσό 4011830 γαλλικών φράγκων (FF) που αντιστοιχεί σε εκτίμηση του συνολικού ποσού της εισφοράς απορροφήσεως την οποία επρόκειτο να καταβάλει και ποσό 3149290 FF ως ειδική εισφορά απορροφήσεως. Δεδομένου ότι η εισφορά απορροφήσεως έπρεπε να κατανεμηθεί ανά ένα πέμπτο σε κάθε περίοδο εμπορίας μεταξύ των περιόδων 1986/87 έως 1990/91, η πρόβλεψη μειώθηκε στο ποσό της πράγματι καταβληθείσας εισφοράς για την περίοδο εμπορίας 1986/87, ήτοι σε 802366 FF. Εξάλλου, η πρόβλεψη αυτή επανεκτιμήθηκε, πράγμα το οποίο οδήγησε στην προσθήκη συμπληρωματικής προβλέψεως ύψους 170064 FF.
9.
Τότε οι εφοριακές αρχές προέβησαν στην ακόλουθη αναμόρφωση: όσον αφορά την εισφορά απορροφήσεως, η επιβάρυνση που διαπιστώθηκε για το οικονομικό έτος 1985/86 (4011830 FF) και η επανεκτίμηση του 1986/87 (170064 FF) υπήχθησαν εκ νέου στα φορολογητέα κέρδη της εταιρίας. Κατά συνέπεια, το μέρος της προβλέψεως που αφορούσε την εισφορά που οφειλόταν για την περίοδο εμπορίας 1986/87 (802366 FF) έγινε δεκτό να αφαιρεθεί από τα αποτελέσματα, καθόσον συνυπολογίστηκε στους σχετικούς λογαριασμούς της εταιρίας. Όσον αφορά την ειδική εισφορά απορροφήσεως, οι αρχές δεν δέχθηκαν να περιληφθεί ο φόρος αυτός ως πρόβλεψη στο οικονομικό έτος 1985/86, διότι θεώρησαν ότι η εισφορά αυτή προορίζεται να αντισταθμίσει τις συνολικές ζημίες της περιόδου εμπορίας 1986/87. Προέβησαν λοιπόν σε διόρθωση των σχετικών εγγραφών, πράγμα το οποίο οδήγησε σε τροποποίηση της φορολογικής επιβαρύνσεως της εν λόγω εταιρίας, καθόσον άλλαξε το ποσοστό του φόρου μεταξύ 1986 και 1987.
Τέλος, η Maizy δεν είχε περιλάβει στην αξία των αποθεμάτων της την εισφορά απορροφήσεως, την ειδική εισφορά απορροφήσεως και τις εισφορές παραγωγής, γιατί θεωρούσε ότι αυτές οι διάφορες εισφορές συνδέονταν άμεσα με τη διάθεση στο εμπόριο των ποσοτήτων ζάχαρης. Ol φορολογικές αρχές δεν συμμερίστηκαν αυτήν την άποψη και προέβησαν σε διόρθωση των σχετικών λογαριασμών κατά 8292457 FF.
10.
Τότε η Maizy υπέβαλε αίτηση στον directeur régional des impôts και ζήτησε να απαλλαγεί από τις συμπληρωματικές εισφορές με τις οποίες επιβαρύνθηκε στο πλαίσιο του φόρου εταιριών, ισχυριζόμενη σχετικά ότι οι εισφορές τής επιβλήθηκαν βάσει εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, στις οποίες στηρίζεται η υποχρέωση καταβολής εισφορών αποθεματοποιήσεως, εισφορών παραγωγής και εισφορών απορροφήσεως.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
11.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 14 Νοεμβρίου 1990, η Maizy κίνησε διαδικασία κατά του directeur régional des impôts ενώπιον του tribunal administratif d'Amiens. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, διάδικος της δίκης κατέστη στη συνέχεια η Société sucrière de Berneuil-sur-Aisne.
12.
Με απόφαση της 22ας Μαΐου 1995, το tribunal administratif d'Amiens ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Το αιτούν δικαστήριο δεν διατύπωσε τα προδικαστικά ερωτήματα επί των οποίων ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί. Έτσι, το άρθρο 1 της αποφάσεως του ορίζει τα ακόλουθα:
«Αναστέλλεται η διαδικασία επί της προσφυγής της (...) Maizy μέχρις ότου το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως.»
Καθώς φαίνεται τα κρίσιμα σημεία του σκεπτικού είναι τα ακόλουθα:
—
«Η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά το γενεσιουργό γεγονός της εισφοράς αποθεματοποιήσεως.»
—
«Η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο καθίστανται απαιτητές οι εισφορές απορροφήσεως.» (Από τα άλλα σημεία του σκεπτικού προκύπτει ότι πρόκειται για την εισφορά απορροφήσεως και την ειδική εισφορά απορροφήσεως).
—
«Η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά το γενεσιουργό γεγονός των επίδικων εισφορών.» (Από την προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι πρόκειται εδώ για τις εισφορές παραγωγής και για τις δύο εισφορές απορροφήσεως).
13.
Η πρώτη από τις ανωτέρω σκέψεις αφορά το γενεσιουργό γεγονός της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς αποθεματοποιήσεως. Όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού με την απόφαση SAFBA, με την οποία ερμήνευσε το άρθρο 8, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς αποθεματοποιήσεως πληρούνται κατά τη διάθεση στο εμπόριο της ζάχαρης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου διαβίβασε στο tribunal administratif d'Amiens την απόφαση του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση, με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 1995, και ρώτησε αν το εθνικό δικαστήριο εμμένει στα ερωτήματα του. Με έγγραφο της 30ής Αυγούστου 1995, ο γραμματέας του tribunal administratif d'Amiens απάντησε στο έγγραφο του Δικαστηρίου ότι η υπόθεση SAFBA αφορούσε μόνο το ζήτημα της εισφοράς αποθεματοποιήσεως, οπότε εξακολουθεί να εναπόκειται στο Δικαστήριο να απαντήσει στα άλλα ερωτήματα.
Επομένως, θεωρώ ότι παρέλκει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα σχετικά με την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς αποθεματοποιήσεως.
14.
Θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν η ασάφεια των λοιπών ερωτημάτων είναι τέτοια ώστε να εμποδίζει την εξέταση της ουσίας της υποθέσεως. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να θεωρηθούν απαράδεκτα τα ερωτήματα, διότι από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, εξεταζόμένη στο σύνολό της, προκύπτουν με αρκετή σαφήνεια τα ερωτήματα επί των οποίων το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί, οπότε είναι δυνατό με την αναδιατύπωση των ερωτημάτων αυτών, να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο.
15.
Τα ερωτήματα επί των οποίων το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί είναι στην ουσία τα εξής:
1)
Πότε γεννάται η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς παραγωγής, της εισφοράς απορροφήσεως και της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως;
2)
Πότε καθίστανται απαιτητές η εισφορά απορροφήσεως και η ειδική εισφορά απορροφήσεως;
Το πρώτο ερώτημα
16.
Ας μου επιτραπεί να υπογραμμίσω, εκ προοιμίου, ότι, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση SAFBA, το «γενεσιουργό γεγονός του φόρου» δεν είναι έννοια του κοινοτικού δικαίου αλλά του γαλλικού φορολογικού δικαίου. Όμως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί του περιεχομένου έννοιας του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, στο πλαίσιο της συνεργασίας με τα εθνικά δικαστήρια, οφείλει να ερμηνεύσει τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έτσι ώστε να διευκρινίσει από ποιο χρονικό σημείο πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς. Εναπόκειται στη συνέχεια στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει το εθνικό φορολογικό δίκαιο, βάσει αυτής της ερμηνείας του Δικαστηρίου.
17.
Εξάλλου, το Δικαστήριο δέχθηκε, με την προαναφερθείσα απόφαση SAFBA, όσον αφορά τις προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής μιας εισφοράς, ότι
«(...) ο προσδιορισμός του ύψους της εισφοράς είναι επίσης απαραίτητος για την περιγραφή του ακριβούς περιεχομένου της υποχρεώσεως η οποία, διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως γεγεννημένη» ( 7 ).
18.
Κατά συνέπεια, θα προβώ κατωτέρω σε εξέταση των εφαρμοστέων διατάξεων όσον αφορά κάθε μία από τις τρεις εισφορές, με σκοπό να προσδιορίσω τον χρόνο από τον οποίο πληρούνται, βάσει των διατάξεων αυτών, οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής τους.
Η εισφορά παραγωγής
19.
Η Γαλλική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, εξέθεσαν την άποψη ότι το άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του βασικού κανονισμού έχει την έννοια ότι η υποχρέωση καταβολής των εισφορών, τις οποίες το άρθρο αυτό προβλέπει, γεννάται κατά την παραγωγή της ζάχαρης και όχι, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού για τη εισφορά αποθεματοποιήσεως, κατά τη διάθεση της στο εμπόριο.
20.
Υπογραμμίζω ότι, βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, εισπράττεται από τους παραγωγούς μια εισφορά παραγωγής επί της παραγωγής τους ζάχαρης κάθε φορά που αναμένεται συνολική ζημία για μια δεδομένη περίοδο εμπορίας. Η εισφορά υπολογίζεται με διαίρεση της συνολικής ζημίας διά της προβλεπόμενης ποσότητας ζάχαρης «που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου», που καθορίζεται βάσει των διαπιστώσεων στις οποίες οι οικείες αρχές προβαίνουν πριν από το τέλος κάθε περιόδου εμπορίας. Το άρθρο 28, παράγραφος 1, το οποίο καθορίζει τους κανόνες σχετικά με τις διάφορες διαπιστώσεις στις οποίες οι οικείες αρχές πρέπει να προβαίνουν για να μπορούν να προβλέπουν μια ενδεχόμενη ζημία, αναφέρεται επίσης στην παραγωγή «στα πλαίσια της τρέχουσας περιόδου».
21.
Σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 4, εισπράττεται πρόσθετη εισφορά παραγωγής για την παραγωγή ζάχαρης όταν το ανώτατο όριο της εισφοράς επί της βασικής παραγωγής δεν επιτρέπει την εξ ολοκλήρου κάλυψη της προβλεπόμενης συνολικής ζημίας. Αυτή η πρόσθετη εισφορά υπολογίζεται με διαίρεση του υπολοίπου που απομένει διά της προβλεπόμενης παραγωγής «για λογαριασμό της εν λόγω περιόδου».
22.
Έτσι, κατά τη γνώμη μου, η υποχρέωση καταβολής των εισφορών παραγωγής που προβλέπονται στο άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του βασικού κανονισμού γεννάται από την παραγωγή ζάχαρης αυτή καθαυτή. Η υποχρέωση καταβολής των εισφορών δεν φαίνεται να συνδέεται με άλλες προϋποθέσεις, είναι δε δυνατό να προσδιοριστεί το ποσό της εισφοράς μετά από κάθε περίοδο εμπορίας βάσει της προβλεπόμενης συνολικής παραγωγής ζάχαρης.
H εισφορά απορροφήσεως
23.
H Γαλλική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, είναι της γνώμης ότι η υποχρέωση καταβολής των εισφορών απορροφήσεως γεννάται από την παραγωγή της ζάχαρης κατά τη διάρκεια των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91.
24.
Ασφαλώς, σκοπός της εισφοράς απορροφήσεως είναι η κάλυψη του ελλείμματος που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των περιόδων εμπορίας 1981/82 έως 1985/86. Ωστόσο, από την έβδομη και την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί εισφοράς απορροφήσεως προκύπτει ότι το έλλειμμα αυτό πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των πέντε επομένων περιόδων εμπορίας, ήτοι των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91. Οι λόγοι που προβάλλονται στις αιτιολογικές σκέψεις βασίζονται στην αρχή της αλληλεγγύης και της επιεικείας, καθώς και στην εκ των πραγμάτων αδυναμία επιβαρύνσεως με την εισφορά κάθε παραγωγού ατομικά, με κριτήριο τυχόν πλεονεκτήματα χορηγηθέντα κατά το παρελθόν.
25.
Βάσει του άρθρου 32α του βασικού κανονισμού, οι ζαχαροβιομηχανίες καταβάλλουν, «κατά τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91, εισφορά απορρόφησης για τη ζάχαρη (...) που παράγουν». Προκύπτει δηλαδή από το γράμμα των διατάξεων που θέσπισαν την εισφορά απορρόφησης ότι η υποχρέωση καταβολής της εν λόγω εισφοράς γεννάται από την παραγωγή ζάχαρης κατά τη διάρκεια των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91.
26.
Σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του ως άνω άρθρου 32α, η μέθοδος υπολογισμού της θεσπιζόμενης με το άρθρο αυτό εισφοράς απορροφήσεως βασίζεται στη συνολική παραγωγή, στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας. Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, η εισφορά μπορεί να αναπροσαρμόζεται αν τα έσοδα από αυτήν δεν αντιστοιχούν προς τις προβλέψεις. Το άρθρο 1 του κανονισμού εφαρμογής περιλαμβάνει κανόνες που προβλέπουν τις λεπτομέρειες καταβολής της εισφοράς απορροφήσεως. Από αυτούς προκύπτει ότι η ως άνω εισφορά πρέπει να καταβληθεί σε δύο δόσεις, από τις οποίες η πρώτη υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό του ποσού των ποσοστώσεων της οικείας επιχειρήσεως «που ισχύουν κατά την εν λόγω περίοδο εμπορίας» με το 80% του ποσού της εισφοράς απορροφήσεως που καθορίζεται για την περιοχή στην οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση.
27.
Καθοριστικής δηλαδή σημασίας για τον υπολογισμό της εισφοράς απορροφήσεως είναι, δηλαδή, η παραγωγή ζάχαρης των περιόδων 1986/87 έως 1990/91, ενώ η παραγωγή των κατ' ιδίαν παραγωγών ζάχαρης των περιόδων 1981/82 έως 1985/86, κατά τις οποίες παρουσιάστηκαν ζημίες, ουδόλως λαμβάνεται υπόι|ιη για τον υπολογισμό αυτό. Το οριστικό ποσό της εισφοράς απορροφήσεως για τους κατ' ιδίαν παραγωγούς προσδιορίστηκε, βάσει της ως άνω μεθόδου υπολογισμού, στο τέλος κάθε μιας από τις περιόδους 1986/87 έως 1990/91.
28.
Ol προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως προς καταβολή της εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται, επομένως, κατά τη γνώμη μου, κατά τη στιγμή του υπολογισμού της προβλεπομένης παραγωγής ζάχαρης, μετά από κάθε μία από τις περιόδους 1986/87 έως 1990/91.
Η ειδική εισφορά απορροφήσεως
29.
Τόσο η Γαλλική και η Ελληνική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η υποχρέωση καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως γεννάται με την παραγωγή της ζάχαρης κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1986/87.
30.
Σκοπός της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως είναι η κάλυψη προβλεπόμενης ζημίας για την περίοδο εμπορίας 1986/87. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ειδικής εισφοράς απορροφήσεως, η εν λόγω εισφορά συνίσταται στην υποχρέωση καταβολής, εκ μέρους των παραγωγών ζάχαρης, ποσού που αντιστοιχεί σε ένα πρόσθετο ποσοστό της εισφοράς παραγωγής για την οικεία περίοδο εμπορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού περί του συντελεστή, τα κράτη μέλη εισπράττουν την ειδική εισφορά ταυτόχρονα με το υπόλοιπο των εισφορών παραγωγής.
Έτσι, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα πρόσθετο ποσοστό της βασικής εισφοράς παραγωγής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τούτο είναι της ίδιας φύσεως με την εν λόγω εισφορά. Όπως ανέφερα ανωτέρω στο σημείο 22, οι προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς παραγωγής πληρούνται στο τέλος κάθε περιόδου εμπορίας, οπότε υπολογίζεται η προβλεπόμενη παραγωγή ζάχαρης, κατά τρόπον ώστε η υποχρέωση καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως προς κάλυψη της ζημίας της περιόδου εμπορίας 1986/87 πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι γεννάται στο τέλος της εν λόγω περιόδου.
31.
Υπό τις περιστάσεις αυτές θεωρώ ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται κατά τον υπολογισμό της προβλεπόμενης παραγωγής ζάχαρης στο τέλος της περιόδου εμπορίας 1986/87.
32.
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς παραγωγής πληρούνται κατά τον υπολογισμό της προβλεπόμενης παραγωγής ζάχαρης, στο τέλος κάθε περιόδου εμπορίας. Οι προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται κατά τον υπολογισμό της προβλεπόμενης παραγωγής ζάχαρης στο τέλος των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91. Οι προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται κατά τον υπολογισμό της προβλεπόμενης παραγωγής ζάχαρης, στο τέλος της περιόδου εμπορίας 1986/87.
Το δεύτερο ερώτημα
Η εισφορά απορροφήσεως
33.
Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η πρώτη δόση της εισφοράς πρέπει να καταβάλλεται το αργότερο έως τις 15 Δεκεμβρίου της οικείας περιόδου εμπορίας, ενώ το υπόλοιπο πρέπει να καταβάλλεται το αργότερο έως τις 15 Δεκεμβρίου της περιόδου που ακολουθεί την οικεία περίοδο εμπορίας.
34.
Όπως προανέφερα, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμοί εφαρμογής προκύπτει ότι η εισφορά απορροφήσεως πρέπει να καταβάλλεται σε δυο δόσεις. Προς τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, τα κράτη μέλη προβαίνουν για κάθε επιχείρηση σε υπολογισμό του ποσού που αυτή οφείλει. Ο υπολογισμός αυτός πραγματοποιείται, όσον αφορά την πρώτη δόση, την 1η Νοεμβρίου της οικείας περιόδου και, όσον αφορά τη δεύτερη δόση, πριν από την 1η Νοεμβρίου της επόμενης περιόδου.
Βάσει του ως άνω υπολογισμού, τα κράτη μέλη εισπράττουν την πρώτη δόση πριν από την 15η Δεκεμβρίου της οικείας περιόδου εμπορίας και τη δεύτερη δόση πριν από τις 15 Δεκεμβρίου μετά την εν λόγω περίοδο (άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής).
35.
Επομένως, η πρώτη δόση της εισφοράς απορροφήσεως καθίσταται απαιτητή, κατά τη γνώμη μου, στις 15 Δεκεμβρίου κάθε μιας από τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91, ενώ η δεύτερη δόση καθίσταται απαιτητή στις 15 Δεκεμβρίου που έπεται της οικείας περιόδου εμπορίας.
Η ειδική εισφορά απορροφήσεως
36.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ειδική εισφορά απορροφήσεως έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο έως τις 15 Δεκεμβρίου 1987.
37.
Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού περί του συντελεστή, τα κράτη μέλη προβαίνουν για κάθε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης, πριν από την 1η Νοεμβρίοιυ 1987, στον υπολογισμό του σχετικού συντελεστή για την περίοδο εμπορίας 1986/87. Βάσει του υπολογισμού αυτού, τα κράτη μέλη εισπράττουν, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, την ειδική εισφορά απορροφήσεως καθώς και το υπόλοιπο των εισφορών παραγωγής. Βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1443/82 της Επιτροπής ( 8 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2682/84 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1984 ( 9 ), το υπόλοιπο της εισφοράς παραγωγής και εκείνο της πρόσθετης εισφοράς παραγωγής καταβάλλονται πριν από τις 15 Δεκεμβρίου 1987.
38.
Επομένως, κατά τη γνώμη μου η ειδική εισφορά απορροφήσεως καθίσταται απαιτητή στις 15 Δεκεμβρίου 1987.
39.
Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η πρώτη δόση της εισφοράς απορροφήσεως καθίσταται απαιτητή στις 15 Δεκεμβρίου κάθε μιας από τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91, η δε δεύτερη στις 15 Δεκεμβρίου που έπεται της οικείας περιόδου εμπορίας. Η ειδική εισφορά απορροφήσεως καθίσταται απαιτητή στις 15 Δεκεμβρίου 1987.
Συμπέρασμα
40.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Οι προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής των εισφορών παραγωγής που θεσπίζονται με το άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια, πληρούνται κατά τον υπολογισμό της προβλεπομένης παραγωγής των υποκειμένων στον κανονισμό προϊόντων, κατά το τέλος κάθε περιόδου εμπορίας.
Οι προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς απορροφήσεως που θεσπίζεται με το άρθρο 32α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81 πληρούνται κατά τον υπολογισμό της προβλεπομένης παραγωγής των υποκειμένων στον κανονισμό προϊόντων, κατά το τέλος κάθε μιας από τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91.
Oι προϋποθέσεις γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως που θεσπίζεται με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1914/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, για την καθιέρωση ειδικής εισφοράς απορρόφησης στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1986/87, πληρούνται κατά τον υπολογισμό της προβλεπομένης παραγωγής των υποκειμένων στον κανονισμό προϊόντων, κατά το τέλος της περιόδου εμπορίας 1986/87.
2)
Η πρώτη δόση της εισφοράς απορροφήσεως που θεσπίζεται με το άρθρο 32α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81 είναι απαιτητή στις 15 Δεκεμβρίου κάθε μιας από τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91, η δε δεύτερη στις 15 Δεκεμβρίου μετά την οικεία περίοδο εμπορίας. Η ειδική εισφορά απορροφήσεως που καθιερώνεται με το άρθρο 1 του κανονισμού 1914/87 καθίσταται απαιτητή στις 15 Δεκεμβρίου 1987.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Απόφαση της 4η; Μαΐου 1995, C-19/94 (Συλλογή 1995, α. I-105)
( 2 ) ΕΕ L 177, σ. 4.
( 3 ) Κανονισμός για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 87. ο. 1).
( 4 ) ΕΕ L 283, σ. 15.
( 5 ) ΕΕ L 183, ο. 5.
( 6 ) ΕΕ L 290, σ. 10.
( 7 ) Σκέψη 30.
( 8 ) Κανονισμός της 8ης Ιουνίου 1982. περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ιτοαοστώοεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 158, σ. 17).
( 9 ) ΕΕ L 254, σ.9.
Full & Egal Universal Law Academy