Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1 Το College van Beroep voor het bedrijfsleven, στο πλαίσιο διαδικασίας παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, έθεσε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, ένα προδικαστικό ερώτημα, που αφορά το κύρος της αποφάσεως 95/119/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 1995, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν τα αλιευτικά προϋόντα προέλευσης Ιαπωνίας (1).
2 Η παρούσα υπόθεση αφορά τον έλεγχο από το Δικαστήριο του κύρους των μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας, τα οποία λαμβάνει η Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας 90/675/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1990 (2), που καθόρισε τις βασικές αρχές σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των προϋόντων προελεύσεως τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα.
3 Παρέχεται επίσης στο Δικαστήριο η ευκαιρία να αποφανθεί για πρώτη φορά για το άμεσο ή όχι αποτέλεσμα των διατάξεων της Συμφωνίας για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (στο εξής: Συμφωνία) (3), που αποτελεί τμήμα του Παραρτήματος Ι Α της Συμφωνίας που ίδρυσε τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ) (4).
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
Α - Οι κοινοτικές διατάξεις
4 Μια σειρά κοινοτικών διατάξεων προσδιορίζουν το πλέγμα των ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων που αφορούν τους κτηνιατρικούς ελέγχους των εισαγομένων προϋόντων, και μάλιστα των αλιευτικών, στην Κοινότητα.
1) Η οδηγία 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου
5 Η οδηγία 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1991, περί καθορισμού των υγειονομικών κανόνων οι οποίοι διέπουν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των αλιευτικών προϋόντων (5), στο κεφάλαιο ΙΙ, που αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, καθορίζει τους υγειονομικούς όρους, τους οποίους πρέπει να πληρούν τα εισαγόμενα στην Κοινότητα από τρίτες χώρες αλιευτικά προϋόντα και τους ελέγχους τους οποίους πρέπει αυτά να υφίστανται (άρθρα 10 έως 12).
6 Στο άρθρο 10 θέτει την αρχή της ισοδυναμίας των διατάξεων που εφαρμόζονται στις εισαγωγές αλιευτικών προϋόντων από τρίτες χώρες προς εκείνες που αφορούν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των κοινοτικών προϋόντων. Ορίζει, συγκεκριμένα, τα εξής:
«Οι διατάξεις που εφαρμόζονται στις εισαγωγές αλιευτικών προϋόντων από τρίτες χώρες πρέπει να είναι τουλάχιστον ισοδύναμες προς τις διατάξεις που αφορούν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των κοινοτικών προϋόντων.
(...)»
7 Για να διασφαλισθεί ότι τα εισαγόμενα προϋόντα ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που θέτουν οι κοινοτικοί κανόνες, στο άρθρο 11 προβλέπεται η δυνατότητα θεσπίσεως ιδιαίτερων όρων εισαγωγής, που βασίζονται στην ύπαρξη ενός συστήματος εγκεκριμένων εγκαταστάσεων, από τις οποίες είναι δυνατόν να εξάγονται αλιευτικά προϋόντα προς την Κοινότητα. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 11 ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Για κάθε τρίτη χώρα ή ομάδα χωρών, τα αλιευτικά προϋόντα πρέπει να πληρούν τους ιδιαίτερους όρους εισαγωγής αλιευτικών προϋόντων (...), σε συνάρτηση με την υγειονομική κατάσταση της συγκεκριμένης τρίτης χώρας.
2. Προκειμένου να καθορισθούν οι όροι εισαγωγής και για να εξακριβώνονται οι όροι παραγωγής, αποθήκευσης και αποστολής των αλιευτικών προϋόντων που προορίζονται για την Κοινότητα, μπορεί να διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι από εμπειρογνώμονες της Επιτροπής και των κρατών μελών.
(...)
3. Κατά τον καθορισμό των όρων εισαγωγής των αλιευτικών προϋόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνονται ιδίως υπόψη:
α) η νομοθεσία της τρίτης χώρας·
β) η οργάνωση της αρμόδιας αρχής και των υπηρεσιών επιθεώρησης της τρίτης χώρας· οι εξουσίες των υπηρεσιών αυτών και η εποπτεία στην οποία υποβάλλονται, καθώς και οι δυνατότητες που έχουν οι υπηρεσίες αυτές να ελέγχουν αποτελεσματικά την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας τους·
γ) οι υγειονομικές συνθήκες παραγωγής, αποθήκευσης και αποστολής οι οποίες πράγματι εφαρμόζονται στα αλιευτικά προϋόντα με προορισμό την Κοινότητα·
δ) οι εγγυήσεις που μπορεί να δώσουν οι τρίτες χώρες όσον αφορά την τήρηση των κανόνων του κεφαλαίου V του παραρτήματος.
4. Οι όροι εισαγωγής της παραγράφου 1, πρέπει να περιλαμβάνουν:
α) τις διαδικασίες υγειονομικού πιστοποιητικού που πρέπει να συνοδεύει τις αποστολές που προορίζονται για την Κοινότητα·
β) τη σήμανση που προσδιορίζει την ταυτότητα των αλιευτικών προϋόντων, ιδίως με τον αριθμό έγκρισης της εγκατάστασης προέλευσης, εκτός από την περίπτωση κατεψυγμένων αλιευτικών προϋόντων, τα οποία εκφορτώνονται αμέσως με προορισμό την κονσερβοποιία και συνοδεύονται από το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο στοιχείο α)·
γ) την τήρηση καταλόγου των εγκεκριμένων εγκαταστάσεων και, ενδεχομένως, των πλοίων-εργοστασίων και των ιχθυοσκαλών ή αγορών χονδρικής πώλησης που έχει καταγράψει και εγκρίνει η Επιτροπή (...).
Για το σκοπό αυτόν, πρέπει να καταρτιστούν ένας ή περισσότεροι κατάλογοι των εγκαταστάσεων αυτών, βάσει ανακοίνωσης των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας προς την Επιτροπή. Μια εγκατάσταση μπορεί να καταχωρείται στον κατάλογο μόνο εάν έχει εγκριθεί επίσημα από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας που εξάγει προς την Κοινότητα. Η έγκριση αυτή εξαρτάται από την τήρηση των ακόλουθων απαιτήσεων:
- τήρηση απαιτήσεων ισοδύναμων προς τις απαιτήσεις που ορίζονται από την παρούσα οδηγία,
- επιτήρηση από επίσημη υπηρεσία ελέγχου της τρίτης χώρας.
(...)» (6)
8 Στο ίδιο άρθρο 11, παράγραφος 7, ορίσθηκε ότι για το χρόνο που οι ιδιαίτεροι όροι εισαγωγής δεν έχουν προσδιορισθεί για τις τρίτες χώρες, θα πρέπει να εφαρμόζονται στις εν λόγω εισαγωγές όροι τουλάχιστον ισοδύναμοι με εκείνους που αφορούν την παραγωγή και τη διάθεση των κοινοτικών προϋόντων.
9 Η Επιτροπή με την απόφαση 93/185/ΕΟΚ, της 15ης Μαρτίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων μεταβατικών μέτρων όσον αφορά την πιστοποίηση των προϋόντων αλιείας προέλευσης τρίτων χωρών, με σκοπό να διευκολυνθεί η μετάβαση στο καθεστώς το οποίο προβλέπεται στην οδηγία 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7), όρισε ότι τα εισαγόμενα στην Κοινότητα αλιευτικά προϋόντα από τρίτες χώρες, για τις οποίες δεν έχουν καθορισθεί οι ιδιαίτεροι όροι εισαγωγής, πρέπει να συνοδεύονται από υγειονομικό πιστοποιητικό του οποίου το υπόδειγμα επεσύναπτε υπό μορφή παραρτήματος.
10 Στην απόφαση 93/185 (άρθρο 3) ορίσθηκε ότι η ρύθμιση την οποία περιείχε θα εφαρμοζόταν από 1ης Ιουλίου 1993 ως την 31η Δεκεμβρίου 1994. Η ισχύς της παρατάθηκε ως την 1η Μαρτίου 1995 με την απόφαση 94/941/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1994 (8). Η απόφαση 94/941 διατήρησε έως αυτήν την ημερομηνία (δηλαδή την 1η Μαρτίου 1995) τους έως τότε ισχύοντες όρους για τις εισαγωγές προϋόντων αλιείας, όπως αναφέρει το άρθρο 11, παράγραφος 7, της οδηγίας 91/493 (9). Στη συνέχεια, η ισχύς της παρατάθηκε μέχρι την 30ή Ιουνίου 1995, με την απόφαση 95/49/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1995 (10).
11 Στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/493 ορίζεται ότι η διαδικασία και οι έλεγχοι που διεξάγουν τα κράτη μέλη και τα μέτρα διασφάλισης που πρέπει να λαμβάνονται, καθορίζονται με βάση την οδηγία 90/675/ΕΟΚ, στην οποία παραπέμπει ρητά.
2) Η οδηγία 90/675/ΕΟΚ του Συμβουλίου
12 Η οδηγία 90/675/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1990 (11), καθόρισε τις βασικές αρχές σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των προϋόντων προελεύσεως τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα.
13 Στο κεφάλαιο ΙΙ, περιέχονται ορισμένες «ρήτρες διασφάλισης» για την αποτελεσματική και έγκαιρη προστασία της δημόσιας υγείας. Στο άρθρο 19, ορίζονται, ειδικότερα, τα εξής:
«1. Αν, στο έδαφος τρίτης χώρας, εκδηλώνεται ή εξαπλώνεται ασθένεια (...), ζωόνοσος ή ασθένεια ή άλλη αιτία που ενδέχεται να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για τους ανθρώπους, ή αν αυτό αιτιολογείται από άλλο σοβαρό λόγο υγειονομικού ελέγχου ή προστασίας της δημόσιας υγείας, ιδίως λόγω βεβαιώσεων των πραγματογνωμόνων κτηνιάτρων, η Επιτροπή μπορεί, με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση κράτους μέλους, να θεσπίζει, χωρίς καθυστέρηση, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της κατάστασης, ένα από τα ακόλουθα μέτρα:
- αναστολή των εισαγωγών από το σύνολο ή τμήμα του εδάφους της συγκεκριμένης τρίτης χώρας, και ενδεχομένως, από την τρίτη χώρα διαμετακόμισης,
- καθορισμό ειδικών προϋποθέσεων για τα προϋόντα που προέρχονται από το σύνολο ή τμήμα του εδάφους της συγκεκριμένης τρίτης χώρας.
(...)
4. Αντιπρόσωποι της Επιτροπής μπορούν να μεταβούν αμέσως επιτόπου.
(...)
6. υΟσο το δυνατόν συντομότερα η Επιτροπή προβαίνει, στο πλαίσιο της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής σε εξέταση της κατάστασης. (...)»
3) Η απόφαση 95/119/ΕΚ της Επιτροπής
14 Μεταξύ της 27ης και της 31ης Μαρτίου 1995 ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής πραγματοποίησε επίσκεψη στην Ιαπωνία, κατά την οποία ελέγχθηκαν οι συνθήκες παραγωγής και μεταποιήσεως αλιευτικών προϋόντων που εξάγονται στην Κοινότητα. Συγκεκριμένα, επισκέφθηκαν τέσσερις εγκαταστάσεις, τις οποίες επέλεξαν οι αρμόδιες ιαπωνικές αρχές, και την ιχθυαγορά του Τόκιο (12).
15 Μετά την επίσκεψη αυτή καταρτίσθηκε «Προκαταρκτική έκθεση σχετικά με αποστολή στην Ιαπωνία αφορώσα την εισαγωγή οστράκων Saint-Jacques και άλλων προϋόντων αλιείας». Η έκθεση αυτή φέρει ημερομηνία 4 Απριλίου 1995.
16 Οι κοινοτικοί εμπειρογνώμονες συμπέραναν ότι οι εγκαταστάσεις στις οποίες πραγματοποίησαν επισκέψεις, όσον αφορά τα όστρακα Saint-Jacques και τα προϋόντα αλιείας, δεν ήταν σύμφωνες με όσα ορίζει η οδηγία 91/493 και ότι ορισμένες παρουσίαζαν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Επιπλέον, ότι οι έλεγχοι που διενεργούσαν οι αρμόδιες αρχές δεν ήταν αρκετά αυστηροί και δεν παρείχαν εγγύηση ότι δεν διαπράττονταν απάτες όσον αφορά την προέλευση των προϋόντων.
17 H έκθεση των κοινοτικών εμπειρογνωμόνων έχει ως εξής:
«1. Γενικές παρατηρήσεις
Οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν βιομηχανικές εγκαταστάσεις που μεταποιούν τόσο όστρακα Saint-Jacques όσο και άλλα προϋόντα αλιείας.
1.1. Η επίσημη κρατική αρχή (το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, επικουρούμενο από τα Υγειονομικά Κέντρα των περιφερειακών διοικήσεων) δεν ασκεί ικανοποιητικό έλεγχο των ως άνω εγκαταστάσεων. Η αρμόδια ιαπωνική αρχή περιέλαβε στους οικείους πίνακες και δήλωσε ότι πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας 91/493/ΕΟΚ ορισμένες από τις εγκαταστάσεις οι οποίες παρουσιάζουν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
1.2. αΟσον αφορά ορισμένα σημεία (προϋποθέσεις υγιεινής για τα αλιευτικά σκάφη και για τα σημεία εκφορτώσεως, μικροβιολογικά κριτήρια για το πόσιμο νερό, θερμοκρασία των κατεψυγμένων προϋόντων κ.λπ.) η ιαπωνική νομοθεσία δεν είναι αντίστοιχη προς την κοινοτική.
1.3. Το προσωπικό στις οικείες εγκαταστάσεις ούτε αντιλαμβάνεται ούτε εφαρμόζει τους κανόνες ελέγχου των κρίσιμων σημείων ("Hazard Analysis Critical Control Points").
1.4. Οι εγγυήσεις όσον αφορά τη χρησιμοποίηση πόσιμου νερού στις εγκαταστάσεις αυτές είναι σαφώς ανεπαρκείς (νερό προερχόμενο από βαθιά πηγάδια μη χλωριωμένο και μη ελεγχόμενο, δημοτικό δίκτυο υδρεύσεως το οποίο δεν ελέγχεται αρκετά συχνά).
1.5. Τις περισσότερες φορές δεν διεξάγονται έλεγχοι των παρτίδων (πρώτες ύλες, προϋόντα κατά τη διάρκεια της μεταποιήσεώς τους και τελειωμένο προϋόν), ενώ από τους διεξαγόμενους δεν καθίσταται δυνατή η διαπίστωση της προελεύσεως των προϋόντων (της εγκαταστάσεως από την οποία προέρχονται και της μεθόδου μεταποιήσεως).
2. Εγκαταστάσεις μεταποιήσεως οστράκων Saint-Jacques
(...)
3. Εγκαταστάσεις ασχολούμενες με τα άλλα προϋόντα αλιείας
Η αποστολή επισκέφθηκε τέσσερις εγκαταστάσεις, τις οποίες επέλεξαν οι αρμόδιες αρχές, και την ιχθυαγορά του Τόκιο.
3.1. Η δομή, ο εξοπλισμός και η υγιεινή σ' αυτές τις τέσσερις εγκαταστάσεις δεν συμφωνούσαν προς τις επιταγές της οδηγίας 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
3.2. Σε δύο εγκαταστάσεις, ιδίως σε ένα εργοστάσιο κονσερβοποιίας, η έλλειψη υγιεινής και οι κακές μέθοδοι παρασκευής παρουσίαζαν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
3.3. Οι ελλείψεις τις οποίες παρουσίαζαν οι διενεργούμενοι από τις αρμόδιες αρχές έλεγχοι (διαδικασία εγκρίσεως των εγκαταστάσεων, συνήθεις επιθεωρήσεις, έγκριση των ιδιωτικών εργαστηρίων) και η ανεπαρκής δυνατότητα εξακριβώσεως των παρτίδων δεν παρέχουν καμία εγγύηση ότι τα εξαγόμενα προϋόντα πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου και ότι προέρχεται από εγκεκριμένη εγκατάσταση.
3.4. Με έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1995, η αποστολή της Ιαπωνίας στις Βρυξέλλες διαβίβασε στην Επιτροπή πίνακα με 80 εγκαταστάσεις οι οποίες "πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου". Κατά το χρονικό διάστημα της επισκέψεως καμία από τις τέσσερις εγκαταστάσεις τις οποίες επέλεξαν οι ιαπωνικές αρχές δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αυτές.
4. Συμπέρασμα
Οι εγκαταστάσεις στις οποίες πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις όσον αφορά τα όστρακα Saint-Jacques και τα προϋόντα αλιείας δεν είναι σύμφωνες με όσα ορίζει η οδηγία 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου. Ορισμένες παρουσιάζουν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Οι έλεγχοι που διενήργησαν οι αρμόδιες αρχές δεν είναι αρκετά αυστηροί και δεν παρέχουν εγγύηση σχετικά με το ότι δεν διαπράττονται απάτες όσον αφορά την προέλευση των προϋόντων.» (13)
18 Στην προαναφερθείσα έκθεση των εμπειρογνωμόνων περιλαμβάνονται και προκαταρκτικές εκθέσεις επισκέψεως επτά εγκαταστάσεων, εκ των οποίων τρεις ασχολούμενες με τη μεταποίηση οστράκων Saint-Jacques και τέσσερις ασχολούμενες με άλλα προϋόντα αλιείας.
19 Δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας 90/675/ΕΟΚ, η Επιτροπή βασιζόμενη στην προαναφερθείσα έκθεση της ομάδας των εμπειρογνωμόνων εξέδωσε την απόφαση 95/119/ΕΚ, της 7ης Απριλίου 1995, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν τα αλιευτικά προϋόντα προέλευσης Ιαπωνίας (14), ορίζοντας ότι:
ιΑρθρο 1:
«Τα κράτη μέλη απαγορεύουν την εισαγωγή παρτίδων αλιευτικών προϋόντων σε οποιαδήποτε μορφή τους, προέλευσης Ιαπωνίας.» (15)
ςΑρθρο 3:
«Τα κράτη μέλη τροποποιούν τα μέτρα που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ώστε να είναι σύμφωνα με την παρούσα απόφαση. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά.» (16)
ςΑρθρο 4:
«Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.»
B - Η κρίσιμη εθνική νομοθεσία
20 Προς εκτέλεση της αποφάσεως 95/119 της Επιτροπής, ο Ολλανδός Υφυπουργός Δημόσιας Υγείας, Πρόνοιας και Αθλητισμού, ενεργώντας με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Γεωργίας, Προστασίας της Φύσεως και Αλιείας, τροποποίησε με απόφαση της 13ης Απριλίου 1995 (17), την Warenwetregeling Invoeverbod bepaalde wisserijprodukten uit Japan (νομοθετική ρύθμιση περί απαγορεύσεως εισαγωγών ορισμένων αλιευτικών προϋόντων προελεύσεως Ιαπωνίας, στο εξής: Warenwetregeling) (18).
21 Η απαγόρευση άρχισε να ισχύει στις Κάτω Ξώρες την 15η Απριλίου 1995.
22 Στο πρώτο άρθρο της νομοθετικής ρυθμίσεως, όπως τροποποιήθηκε, ορίσθηκε ότι παρτίδες αλιευτικών προϋόντων, καταγωγής Ιαπωνίας, υπό οποιαδήποτε μορφή, δεν μπορούν να εισάγονται στο έδαφος των Κάτω Ξωρών.
Γ - Η Συμφωνία για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας
23 Η Κοινότητα ενέκρινε τη Συμφωνία για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (19), με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (20).
24 Στο άρθρο 2 της Συμφωνίας, τιτλοφορούμενο «Βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις», παράγραφοι 2 και 3, ορίζονται τα ακόλουθα:
«2. Τα μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας εφαρμόζονται αποκλειστικά στο βαθμό που απαιτείται για την προστασία της ζωής και της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, ότι βασίζονται σε επιστημονικές αρχές και ότι δεν διατηρούνται χωρίς επαρκή επιστημονική αιτιολόγηση (...).
3. Τα μέλη εξασφαλίζουν ότι όλα τα μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας δεν επιφέρουν αυθαίρετη ή αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείριση μεταξύ των μελών στα οποία επικρατούν ταυτόσημες ή παρόμοιες συνθήκες, όπως και μεταξύ του εδάφους τους και άλλων μελών. Τα μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να μην αποτελούν συγκεκαλυμμένο περιορισμό των διεθνών συναλλαγών.» (21)
25 Το άρθρο 3, τιτλοφορούμενο «Εναρμόνιση», ορίζει:
«1. Προκειμένου να εναρμονίσουν τα μέτρα υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας σε όσο το δυνατόν ευρύτερη βάση, τα μέλη θεσπίζουν τα μέτρα υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας με βάση διεθνή πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, όπου αυτές υπάρχουν, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία, και ιδίως στην παράγραφο 3.
2. (...)
3. Τα μέλη δύνανται να εισαγάγουν ή να διατηρήσουν μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας τα οποία επιφέρουν υψηλότερο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας από αυτό που ενδεχομένως επιτυγχάνεται με μέτρα που βασίζονται στα σχετικά διεθνή πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, σε περιπτώσεις που υπάρχει επιστημονική αιτιολόγηση, ή ως αποτέλεσμα του επιπέδου υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας το οποίο καθορίζεται από ένα μέλος ως κατάλληλο σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των παραγράφων 1 έως 8 του άρθρου 5 (1) (...).
(...)»
Στην υποσημείωση (1), στην παράγραφο 3, ορίζονται τα εξής:
«Για τους σκοπούς του άρθρου 3, παράγραφος 3, επιστημονική αιτιολόγηση υφίστανται εάν, βάσει εξέτασης και αξιολόγησης των διαθεσίμων επιστημονικών πληροφοριών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της παρούσας συμφωνίας, ένα μέλος διαπιστώσει ότι τα σχετικά διεθνή πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις δεν είναι επαρκείς για να επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας.»
26 To άρθρο 5, που τιτλοφορείται «Εκτίμηση κινδύνων και καθορισμός του κατάλληλου επιπέδου υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας», έχει ως ακολούθως:
«1. Τα μέλη εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα τους υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας βασίζονται σε εκτίμηση, ανάλογα με τις συνθήκες, των κινδύνων για τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, αφού λάβουν υπόψη τις τεχνικές εκτίμησης κινδύνων που έχουν αναπτύξει οι σχετικοί διεθνείς οργανισμοί.
2. Κατά την εκτίμηση των κινδύνων, τα μέλη λαμβάνουν υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία, τις σχετικές διαδικασίες και τις μεθόδους παραγωγής, τις σχετικές μεθόδους ελέγχου, δειγματοληψίας και δοκιμής, τον επιπολασμό συγκεκριμένων νόσων ή παρασίτων, την ύπαρξη ζωνών απαλλαγμένων από παράσιτα ή νόσους, τις σχετικές οικολογικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, και την εφαρμογή υγειονομικής απομόνωσης ή άλλης θεραπείας.
3. Κατά την εκτίμηση των κινδύνων για τη ζωή και την υγεία των ζώων ή των φυτών και κατά τον καθορισμό των μέτρων που πρέπει να εφαρμοσθούν ώστε να επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας από τον ενλόγω κίνδυνο, τα μέλη λαμβάνουν υπόψη ως σχετικούς οικονομικούς παράγοντες τα εξής: τις ενδεχόμενες ζημίες όσον αφορά την απώλεια παραγωγής ή πωλήσεων σε περίπτωση εισόδου, εμφάνισης ή εξάπλωσης παρασίτων ή νόσου· το κόστος ελέγχου ή εξάλειψης στο έδαφος του εισάγοντος μέλους και τη σχετική αποδοτικότητα των εναλλακτικών προσεγγίσεων για τον περιορισμό των κινδύνων.
4. Κατά τον καθορισμό του κατάλληλου επιπέδου υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, τα μέλη λαμβάνουν υπόψη το στόχο ελαχιστοποίησης των αρνητικών επιπτώσεων στις συναλλαγές.
5. (...)
6. (...), κατά τη λήψη ή τη διατήρηση μέτρων υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, προκειμένου να επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, τα μέλη εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα αυτού του είδους δεν είναι περισσότερο περιοριστικά για τις συναλλαγές από όσο απαιτείται για να επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, αφού λάβουν υπόψη την τεχνική και οικονομική σκοπιμότητα (1).
7. Στις περιπτώσεις όπου τα σχετικά επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία είναι ανεπαρκή, οποιοδήποτε μέλος δύναται να εγκρίνει προσωρινά μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας βάσει των διαθεσίμων σχετικών πληροφοριών, περιλαμβανομένων των προερχόμενων από τους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς καθώς και από μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας που εφαρμόζονται από άλλα μέλη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα μέλη επιδιώκουν να αποκτήσουν τις αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες, ώστε να προβούν σε περισσότερο αντικειμενική εκτίμηση των κινδύνων να επανεξετάσουν αναλόγως το μέτρο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας εντός ευλόγου προθεσμίας.»
Στην υποσημείωση (1) στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 5, αναφέρονται τα εξής:
«Για τους σκοπούς του άρθρου 5, παράγραφος 6, ένα μέτρο δεν είναι περισσότερο περιοριστικό για τις συναλλαγές από όσο απαιτείται, εκτός εάν υπάρχει άλλο μέτρο, εύλογα εφαρμόσιμο, λαμβανομένης υπόψη της τεχνικής και οικονομικής σκοπιμότητας, το οποίο επιτυγχάνει το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας και είναι σε σημαντικό βαθμό λιγότερο περιοριστικό για τις συναλλαγές.»
ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
27 Η Affish BV (στο εξής: Αffish), προβαίνει σε εισαγωγές, κυρίως από την Ιαπωνία, και τη διανομή υπερκαταψυγμένων αλιευτικών προϋόντων. Από το 1980 διατηρεί για το σκοπό αυτό εμπορικές σχέσεις με τον εγκατεστημένο στην Οσάκα εμπορικό οίκο Hanwa Co Ltd (στο εξής: Hanwa).
28 Η Hanwa εκπροσωπεί τέσσερα ιαπωνικά εργοστάσια, τα οποία μεταποιούν ημιπροϋόντα ιχθύων, αποκαλούμενα «σουρίμι» σε περαιτέρω αλιευτικά προϋόντα, που ονομάζονται «καμαμπόκο» (22), τα οποία καταναλώνονται ως πρόχειρα εδέσματα και διατίθενται στην αγορά της Κοινότητας.
29 H Affish πωλεί τα προϋόντα της ιδίως σε χονδρεμπόρους στις Κάτω Ξώρες, στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στη Γαλλία και την Ισπανία.
30 Κατά την περίοδο από τις 23 Ιανουαρίου 1995 μέχρι τις 15 Μαρτίου 1995, η Affish αγόρασε από την Hanwa έντεκα παρτίδες προϋόντων «σουρίμι».
31 Κατά τα τέλη Μαρτίου 1995, από τις παρτίδες αυτές μεταφέρθηκαν με πλοίο από την Hanwa στις Κάτω Ξώρες δύο παρτίδες προϋόντων «καμαμπόκο», για τις οποίες εκδόθηκαν υγειονομικά πιστοποιητικά από τις αρμόδιες ιαπωνικές αρχές.
32 Η Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees (υπηρεσία ελέγχου ζώων και κρέατος, στο εξής: Rijksdienst), με απόφασή της με ημερομηνία 2 Μαου 1995, επικαλούμενη την επίμαχη απόφαση 95/119 της Επιτροπής, δεν επέτρεψε την εισαγωγή των προαναφερθεισών παρτίδων στις Κάτω Ξώρες.
33 Κατά της αποφάσεως της Rijksdienst, την 3η Μαου 1995, υποβλήθηκε ένσταση από την Affish.
34 Με αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων που κατέθεσε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, την 3η Μαου 1995, η Affish ζήτησε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου αυτού να αναστείλει την εφαρμογή της αποφάσεως της Rijksdienst, και να αποφανθεί ότι η τελευταία δεν μπορεί να αρνηθεί την εισαγωγή των προαναφερθεισών παρτίδων αλιευτικών προϋόντων, και των παρτίδων εκείνων, καταγωγής Ιαπωνίας, που θα εισήγαγε στο μέλλον, παρά μόνον για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων και των ζώων. Επίσης, του ζήτησε να αποφανθεί ότι η άρνηση της αρμόδιας αρχής (της Rijksdienst) θα πρέπει να ερείδεται σε εργαστηριακές εξετάσεις, διενεργούμενες είτε από την ίδια την Rijksdienst είτε από άλλο φορέα κατόπιν εντολής της, οι οποίες θα απεδείκνυαν ότι η εισαγωγή συγκεκριμένης παρτίδας απειλεί την υγεία και τη ζωή των ανθρώπων ή των ζώων.
35 Προς στήριξη του αιτήματός της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, η Αffish υποστήριξε ότι η επίμαχη απόφαση 95/119 δεν είναι έγκυρη για τους ακόλουθους τέσσερις λόγους: α) παράβαση του άρθρου 19 της οδηγίας 90/675, β) παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, γ) παράβαση της αρχής της ισότητας, και, δ) παράβαση των άρθρων 2, 4 και 5 της Συμφωνίας. Επικουρικά δε, η Affish υπεστήριξε ότι οι Κάτω Ξώρες μη προβλέποντας κάποια μεταβατική ρύθμιση για τις παρτίδες εν πλω, παρεβίασαν την κοινοτική αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
36 Η Rijksdienst υποστήριξε ότι οι ολλανδικές αρχές υπεχρεούντο να συμμορφωθούν πλήρως προς την κοινοτική απόφαση, δίχως να εξετάσουν αν ελήφθη εγκύρως ή όχι, προβάλλουσα ότι τούτο είναι αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Επειδή δε η απόφαση αυτή δεν προέβλεπε μεταβατική περίοδο η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν είχε αυτή τη δυνατότητα.
37 Ο εθνικός δικαστής, εξετάζοντας καταρχάς τον επικουρικό λόγο της Affish, τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι ούτε η επίμαχη απόφαση 95/119 ούτε η οδηγία 90/675, ούτε το κοινοτικό δίκαιο περιέχουν διατάξεις που θα επέτρεπαν στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν την απόφαση καθορίζοντας κάποια μεταβατική περίοδο. Θεώρησε δε ότι αν επρόκειτο πράγματι για την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως προβλέπει το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675, δεν υπήρχε τρόπος να ληφθούν υπόψη τα οικονομικά συμφέροντα των θιγομένων επιχειρηματιών.
38 Στη συνέχεια, ο εθνικός δικαστής εξήτασε κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1994, Zuckerfabrik Sόderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (23) (στο εξής: Zuckerfabrik), για την αναστολή από τον εθνικό δικαστή της ισχύος πράξεως εθνικής διοικητικής αρχής ερειδόμενης σε πράξη κοινοτικού οργάνου (κοινοτικό κανονισμό). Θεώρησε δε ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που θέτουν υπό αμφισβήτηση το κύρος της επίμαχης αποφάσεως.
39 Ο εθνικός δικαστής, αμφισβητεί τη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή για να εκδώσει την απόφασή της. Θεωρεί ότι η αποστολή εμπειρογνωμόνων αποσκοπούσε στον επιτόπιο έλεγχο της καταστάσεως των αλιευτικών εγκαταστάσεων στην Ιαπωνία ώστε να καθορισθούν στην συνέχεια οι ιδιαίτεροι όροι εισαγωγής αλιευτικών προϋόντων, κατά το άρθρο 11 της οδηγίας 91/493. Τούτο, όμως, δεν σήμαινε ότι εκ πρώτης όψεως τα πορίσματα αυτά αιτιολογούσαν επαρκώς τη ληφθείσα απόφαση.
40 Ακολούθως, υποστηρίζει ότι οι εμπειρογνώμονες επισκέφθηκαν τέσσερις μόνο εγκαταστάσεις στα βορειοανατολικά της Ιαπωνίας από τις δεκάδες παρόμοιες που λειτουργούν στη χώρα. Τα πορίσματα τα οποία διατύπωσαν στην έκθεση που συνέταξαν δεν θα αρκούσαν να δικαιολογήσουν τη γενική απαγόρευση εισαγωγής αλιευτικών προϋόντων από την Ιαπωνία. Διότι από την εν λόγω έκθεση δεν αποδεικνυόταν ότι η κατάσταση που διαπιστώθηκε στις τέσσερις αυτές εγκαταστάσεις «καμαμπόκο» ήταν αντιπροσωπευτική (24) και για τις υπόλοιπες, και ότι, επομένως, οι έλεγχοι δεν θα ήταν επαρκείς ούτε στις άλλες περιοχές της Ιαπωνίας, δεδομένου ότι η Affish προμηθεύεται τα προϋόντα της από άλλες εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε διαφορετική περιοχή από εκείνες τις οποίες επισκέφθηκε η ομάδα. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν δυνατή η γενική απαγόρευση εισαγωγών αλιευτικών προϋόντων.
41 Στη συνέχεια, ο εθνικός δικαστής τονίζει ότι η απαγόρευση πλήττει μια συγκεκριμένη αγορά, εκείνη των αλιευτικών προϋόντων «καμαμπόκο», σχετικά με την οποία, τουλάχιστον στις Κάτω Ξώρες, δεν είχε δημιουργηθεί ως τότε πρόβλημα. Θεωρεί, εξάλλου, ότι η αναξιοπιστία των εκδοθέντων πιστοποιητικών ως προς ορισμένα είδη προϋόντων είναι δυνατόν να καλυφθεί από τη διενέργεια ελέγχων κατά την εισαγωγή των εν λόγω προϋόντων στην Κοινότητα. Επιπλέον, παρατηρεί ότι τα αποτελέσματα του ελέγχου φαίνεται ότι δεν συζητήθηκαν με τους ενδιαφερόμενους πριν τη λήψη της επίμαχης αποφάσεως.
42 Ο εθνικός δικαστής θεωρεί, περαιτέρω, ότι η μη εκπροσώπηση της Επιτροπής στην επ' ακροατηρίου συζήτηση προκειμένου να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των πορισμάτων της ομάδας των εμπειρογνωμόνων, στα οποία βασίσθηκε και εξέδωσε την απόφασή της, παρά την προς τούτο αίτηση του προέδρου του δικαστηρίου, ο οποίος δέχθηκε σχετικό αίτημα που διατύπωσε η Rijksdienst, απετέλεσε εμπόδιο για τη σωστή εκτίμησή τους (25).
43 Τέλος, ο εθνικός δικαστής δέχθηκε ότι η αγορά στην οποία η Affish διαθέτει το υπό κρίση προϋόν θα εξαφανισθεί ταχύτατα λόγω ανταγωνισμού άλλων παρομοίων προϋόντων από άλλες χώρες και ότι ενόψει του ποσοστού του προϋόντος αυτού επί του συνολικού κύκλου εργασιών της, φαίνεται αναπόφευκτη η πτώχευση ως συνέπεια της απαγορεύσεως των εισαγωγών. Γι' αυτό, έκρινε ότι πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος, την οποία έθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση Zuckerfabrik (26), για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας και ότι δεν υφίστανται οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, τα οποία θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν να γίνει δεκτή η αίτηση.
44 ηΕτσι, παρότι ο εθνικός δικαστής διατήρησε επιφυλάξεις κατά πόσον η εποπτεία και ο υγειονομικός έλεγχος που ασκείται από τις αρμόδιες ιαπωνικές αρχές στις εγκαταστάσεις της περιοχής από τις οποίες η Affish εισάγει τα προϋόντα της είναι επαρκής, και, κατά συνέπεια, κατά πόσον τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά μπορούν να θεωρούνται αξιόπιστα, κατέληξε ότι, ενόψει του σημαντικότατου συμφέροντος της προστασίας της δημόσιας υγείας, ο προβλεπόμενος από την οδηγία 91/493 τριπλός έλεγχος των εισαγομένων αλιευτικών προϋόντων (27) δεν ήταν αρκετός. Γι' αυτούς τους λόγους, δέχθηκε το αίτημα της Affish και διέταξε την αναστολή της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής επιβάλλοντας στην Rijksdienst: α) αφενός να προβεί, με βάση την έως εκείνη τη χρονική στιγμή εξέλιξη της επιστήμης, σε κάθε δυνατό έλεγχο των παρτίδων αλιευτικών προϋόντων των οποίων την κυκλοφορία εντός της Κοινότητας είχε απαγορεύσει στην Affish, ως προς ενδεχόμενες ελλείψεις από απόψεως προστασίας της υγείας και της ζωής ανθρώπων και ζώων και, β) να επιτρέψει την κυκλοφορία των παρτίδων αυτών εφόσον από τον διενεργούμενο έλεγχο προέκυπτε με επαρκή βεβαιότητα, ότι δεν υφίστανται τέτοιου είδους ελλείψεις. Συγχρόνως, ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί για το κύρος της αποφάσεως 95/119 της Επιτροπής.
ΙV - Το προδικαστικό ερώτημα
45 Το College van Beroep voor het bedrijfsleven έθεσε στο Δικαστήριο, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι έγκυρη η απόφαση 95/119/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 1995, ενόψει των διατυπούμενων στην παρούσα απόφαση σκέψεων, καθόσον αυτή αφορά και προϋόντα ψαριού "σουρίμι", που αποκαλείται επίσης "καμαμπόκο", όπως τα μεταφερθέντα από την αιτούσα, που κατάγονται από άλλες περιοχές της Ιαπωνίας πλην αυτής στην οποία βρίσκονται εγκαταστάσεις οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας μιας αποστολής εμπειρογνωμόνων της Κοινότητας, όπως προκύπτει από την έκθεση της 4ης Απριλίου 1995, ή τουλάχιστον από άλλες εγκαταστάσεις πλην αυτών τις οποίες αφορούσε η έρευνα, και ως προς τα οποία προϋόντα μετά από κατάλληλη εξέταση μετά τη μεταφορά τους στην Κοινότητα, δεν διαπιστώθηκαν κίνδυνοι για την υγεία;»
V - Απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
46 Ευθύς εξαρχής πρέπει να διευκρινισθεί το ακόλουθο σημείο: Η Affish, με την αίτηση την οποία κατέθεσε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ζήτησε την αναστολή της αποφάσεως της Rijksdienst. Ο εθνικός δικαστής, σύμφωνα με το διατακτικό της αποφάσεως με την οποία υπέβαλε το προδικαστικό του ερώτημα, ανέστειλε την εφαρμογή της αποφάσεως 95/119 της Επιτροπής. Εντούτοις, νομίζω ότι ο εθνικός δικαστής, αμφισβητώντας το κύρος της επίμαχης αποφάσεως 95/119, ανέστειλε ουσιαστικά την εφαρμογή της διοικητικής πράξεως της αρμόδιας εθνικής αρχής (28), περί απαγορεύσεως της εισαγωγής ορισμένων παρτίδων αλιευτικών προϋόντων καταγωγής Ιαπωνίας, που εξεδόθη σε βάση την Warenwetregeling, η οποία με τη σειρά της είχε τροποποιηθεί σε συμμόρφωση των Κάτω Ξωρών προς την απόφαση της Επιτροπής. Δηλαδή, θεωρώ ότι έκανε λάθος ο εθνικός δικαστής αφού δεν μπορούσε να αναστείλει πράξη κοινοτικού οργάνου - την επίμαχη απόφαση της Επιτροπής - για τον έλεγχο του κύρους και την αναστολή της οποίας αρμόδιο είναι μόνον το Δικαστήριο, αλλά ανέστειλε την εθνική πράξη με την οποία τέθηκε σε εφαρμογή. Αυτό δε το λάθος δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο.
47 Μετά από την ανωτέρω διευκρινιστική παρατήρηση, θα εξετασθεί, καταρχάς, αν είναι αναγκαίο να συμπληρωθεί η νομολογία Zuckerfabrik (29) με την προσθήκη περαιτέρω, δικονομικής αυτή τη φορά, προϋποθέσεως για τη χορήγηση προσωρινής δικαστικής προστασίας από εθνικό δικαστήριο όταν τούτο αμφισβητεί το κύρος κοινοτικής πράξεως (Α). Στη συνέχεια, καθίσταται αναγκαία η εξέταση των λόγων που προβάλλονται κατά του κύρους της αποφάσεως 95/119 της Επιτροπής, όχι μόνον εκείνων που προβάλλει ο εθνικός δικαστής αλλά και εκείνων που αναλύει η Affish στις παρατηρήσεις τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου (30). Θα διερευνηθεί λοιπόν κατά πόσον η Επιτροπή εκδίδοντας την απόφαση αυτή παρέβη το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675, μη αιτιολογώντας επαρκώς την απόφασή της, στο μέτρο που δεν συνέτρεχαν οι «σοβαροί λόγοι» που θα δικαιολογούσαν τη λήψη ενός τόσο περιοριστικού μέτρου (Β). Κατόπιν, θα εξετασθεί αν η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας (Γ), την αρχή της ισότητας (Δ), την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (Ε), τις διατάξεις της Συμφωνίας για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (ΣΤ) και, τέλος, μήπως ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας ή διαδικασίας (Ζ).
Α) Σχετικά με την ανάγκη συμπληρώσεως της νομολογίας Ζuckerfabrik
1) Επί του παραδεκτού
48 Στη διάταξη της παραπομπής παρατηρείται απλώς ότι η μη εκπροσώπηση της Επιτροπής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, παρά την προς τούτο αίτηση του προέδρου του, στον οποίο είχε υποβάλει σχετικό αίτημα η Rijksdienst, απετέλεσε εμπόδιο για την ορθή εκτίμηση των πορισμάτων που περιέχονται στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων και τις επιμέρους επισκέψεις σε επιχειρήσεις, και επομένως, για την έρευνα του κύρους της επίμαχης αποφάσεως.
49 Kατά την Επιτροπή, η παρούσα υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί, για πρώτη φορά, σχετικά με το αν απαιτείται να προστεθεί στις προϋποθέσεις που όρισε το ίδιο στη νομολογία Zuckerfabrik, για την αναστολή από τον εθνικό δικαστή της ισχύος πράξεως εθνικής διοικητικής αρχής βασιζόμενης σε πράξη κοινοτικού οργάνου, της οποίας το κύρος αμφισβητείται, και η προϋπόθεση ότι πρέπει ο εθνικός δικαστής να παρέχει στο κοινοτικό όργανο τη δυνατότητα να εκθέτει τις απόψεις του πριν διατάξει την αναστολή.
50 Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει εν προκειμένω θέση. Οι αντιρρήσεις μου εστιάζονται στο γεγονός ότι τέτοιο ζήτημα δεν έθεσε ευθέως ο εθνικός δικαστής (31). Ασφαλώς το Δικαστήριο έχει ορισμένες φορές ερμηνεύσει διατάξεις των οποίων την ερμηνεία δεν ζήτησε ρητώς το εθνικό δικαστήριο (32). οΟμως, όσες φορές έκανε κάτι τέτοιο, τούτο συνέβη με αποκλειστικό σκοπό να δώσει στον εθνικό δικαστή μια χρήσιμη απάντηση, η οποία θα τον βοηθούσε να επιλύσει στη συνέχεια την εκκρεμούσα ενώπιόν του διαφορά. Δηλαδή, θεωρώ ότι μια απάντηση σε αυτό το ζήτημα δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε χρήσιμη για να δοθεί λύση στο προδικαστικό που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο εθνικός δικαστής, ούτε απαιτείται για να μπορέσει ο τελευταίος να επιλύσει τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του (33).
2) Επί της ουσίας
51 ςΟσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον συντρέχει λόγος συμπληρώσεως της νομολογίας Zuckerfabrik και ακριβέστερα αν είναι αναγκαίο να θέσει το Δικαστήριο κανόνες διαδικασίας σχετικά με τον τρόπο απονομής της προσωρινής δικαστικής προστασίας (34) από τα εθνικά δικαστήρια, έχω να παρατηρήσω ότι αυτή τη φορά το Δικαστήριο καλείται από την Επιτροπή να θέσει έναν διαδικαστικό κανόνα που θα κατοχύρωνε το δικαίωμα αμύνης του κοινοτικού οργάνου σε περίπτωση που αμφισβητείται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου το κύρος πράξεώς του. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε το κοινοτικό όργανο, εφόσον το επιθυμούσε, να παρουσιάσει τις απόψεις του, διαφωτίζοντας το εθνικό δικαστήριο για τους λόγους που το ώθησαν στη λήψη του επίμαχου μέτρου. Δηλαδή, δεν θα εναπόκειτο πλέον στο εθνικό δικαστήριο να καλέσει το κοινοτικό όργανο να εκφράσει την άποψή του αλλά θα αναγνωριζόταν αυτοδίκαια υπέρ του κοινοτικού οργάνου ένα τέτοιο δικαίωμα (35).
52 Αν και η αναγνώριση της προϋποθέσεως αυτής παρουσιάζει θεωρητικά ενδιαφέρον, εντούτοις δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο εθνικός δικαστής δεν είναι δικαστής του κύρους της κοινοτικής πράξεως, γι' αυτό και πρέπει να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα κάθε φορά που έχει αμφιβολίες για το κύρος της. Το φυσικό forum για την εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος είναι το Δικαστήριο. Εξάλλου, το κοινοτικό όργανο δεν κινδυνεύει να δει την απόφασή του να ακυρώνεται από το εθνικό δικαστήριο. Φρονώ δε ότι ο εθνικός δικαστής δεν θα αξιοποιούσε τις εξηγήσεις του κοινοτικού οργάνου, το οποίο, ούτως ή άλλως, θα εξέθετε αργότερα την άποψή του και ενώπιον του Δικαστηρίου, όταν θα υποβάλλετο σχετικό προδικαστικό ερώτημα. Ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε μόνον να παράσχει, κατά τη νομολογία Zuckerfabrik (36), αναστολή εκτελέσεως εθνικής διοικητικής πράξεως βασιζόμενης σε πράξη κοινοτικού οργάνου και να υποβάλει ταυτοχρόνως στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με το κύρος της κοινοτικής πράξεως, αποφεύγοντας έτσι τη μακροχρόνια επιμήκυνση της διαδικασίας (37).
Β) Πλημμελής αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής
53 Κατά την Affish, η Επιτροπή εκδίδοντας την απόφαση 95/119 παρέβη για πολλούς λόγους το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινοτικός νομοθέτης και επομένως δεν διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, δυνάμει του άρθρου 19. Αλλά ακόμη και αν διέθετε τέτοια εξουσία, θα έπρεπε να εκθέσει επαρκώς τους νομικούς και πραγματικούς λόγους που στήριξαν τη λήψη ενός τόσο περιοριστικού μέτρου, όπως η απαγόρευση της εισαγωγής αλιευτικών προϋόντων ιαπωνικής προελεύσεως, και μάλιστα των εισαγομένων από την Affish, προϋόντων «σουρίμι» που περνούσαν έως τότε χωρίς προβλήματα όλους τους υγειονομικούς ελέγχους στο εσωτερικό και το εξωτερικό της Κοινότητας (38).
1) Το εύρος των εξουσιών της Επιτροπής κατά το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675
54 Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί αφενός ότι ως νόμιμο έρεισμα της οδηγίας 90/675, με βάση την οποία εκδόθηκε η επίμαχη απόφαση 95/119, αναφέρεται το άρθρο 43 της Συνθήκης και αφετέρου, ότι λόγω του περιεχομένου της, η επίδικη απόφαση εμπίπτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, τομέα στον οποίο κανονικά τα κοινοτικά όργανα έχουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών που τους αναθέτει η Συνθήκη (39).
55 To άρθρο 19 της οδηγίας 90/675 καταλείπει αποκλειστικά στην Επιτροπή ευρεία διακριτική ευχέρεια αφού «μπορεί», σε συνάρτηση με τη «σοβαρότητα της κατάστασης», να ενεργήσει, χωρίς καθυστέρηση, όταν στο έδαφος τρίτης χώρας, εκδηλώνεται ή εξαπλώνεται επιζωοτία ή ασθένεια ή άλλη αιτία που «ενδέχεται» να αποτελέσει «σοβαρό κίνδυνο» για τα ζώα ή για τους ανθρώπους, ή αν αυτό αιτιολογείται από άλλο «σοβαρό λόγο» υγειονομικού ελέγχου ή προστασίας της δημόσιας υγείας, ιδίως λόγω βεβαιώσεων των πραγματογνωμόνων κτηνιάτρων.
56 Παρατηρούμε λοιπόν ότι στο άρθρο 19 της οδηγίας χρησιμοποιούνται μια σειρά νομικών εννοιών lato sensu, όπως οι εκφράσεις «σοβαρός κίνδυνος για τα ζώα ή για τους ανθρώπους», «σοβαρός λόγος υγειονομικού ελέγχου ή προστασίας της δημόσιας υγείας», «σοβαρότητα της κατάστασης», ο προσδιορισμός των οποίων μπορεί να γίνει από την Επιτροπή και υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
57 Θεωρώ ότι το ποια γεγονότα ή καταστάσεις αποτελούν τελικά «σοβαρό κίνδυνο», «σοβαρό λόγο», «σοβαρή κατάσταση» κρίνεται κατά περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη πολλών παραγόντων, όπως, λόγου χάριν, η φύση του προϋόντος, η δυνατότητα ταχείας και εύκολης αλλοιώσεώς του και η δυνατότητα πλήρους και επαρκούς ελέγχου τόσο στο στάδιο της παραγωγής όσο και σε εκείνο της μεταφοράς ή της θέσεως στην κατανάλωση (40).
58 Εξάλλου, ασκώντας την εξουσία που της παρέχεται στο άρθρο 19 της οδηγίας, η Επιτροπή ενεργεί ως κοινοτικός νομοθέτης αφού μπορεί να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση του θέματος που ανέκυψε, λαμβάνοντας κάποιο από τα εκεί αναφερόμενα μέτρα.
59 Η ευρεία αυτή διακριτική ευχέρεια παρέχεται στην Επιτροπή στο πλαίσιο ενός καθεστώτος διασφαλίσεως λειτουργίας του όλου συστήματος οργανώσεως των κτηνιατρικών ελέγχων των προϋόντων προελεύσεως τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα και όταν συντρέχουν σοβαρές και έκτακτες περιπτώσεις (41).
60 Από τη διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/675 προκύπτει, νομίζω, ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή να δρα προληπτικά, με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, αναστέλλοντας τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Ακριβέστερα, έχει την ευχέρεια με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση κράτους μέλους να διατάξει, χωρίς καθυστέρηση, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της κατάστασης, την αναστολή των εισαγωγών από το σύνολο ή τμήμα του εδάφους της συγκεκριμένης τρίτης χώρας ή τον καθορισμό ειδικών προϋποθέσεων για τα προϋόντα που προέρχονται από το σύνολο ή τμήμα του εδάφους της συγκεκριμένης τρίτης χώρας, βασιζόμενη ιδίως σε βεβαιώσεις των πραγματογνωμόνων κτηνιάτρων. Μπορεί δε να ενεργήσει όχι μόνο στην περίπτωση που στο έδαφος μιας τρίτης χώρας εκδηλώνεται ή εξαπλώνεται ασθένεια ή επιζωοτία που ενδέχεται να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για τους ανθρώπους, αλλά και στην περίπτωση που αυτό δικαιολογείται από σοβαρό λόγο είτε υγειονομικού ελέγχου είτε προστασίας της δημόσιας υγείας.
61 Από το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675 προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι η Επιτροπή μπορεί να απαγορεύσει τις εισαγωγές, αλιευτικών εν προκειμένω, προϋόντων για όσο χρονικό διάστημα κρίνει τούτο αναγκαίο, αρκεί να αποδεικνύεται όχι μόνον ότι υφίστανται συγκεκριμένοι κίνδυνοι λόγω εισαγωγών αλιευτικών προϋόντων που αποδεικνύονται επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία (διότι, παραδείγματος χάριν, αυτά έχουν αλλοιωθεί) αλλά και όταν απλά και μόνον υφίστανται είτε πλήρης έλλειψη υγειονομικών ελέγχων στη χώρα εξαγωγής είτε σοβαρές ελλείψεις, δηλαδή σοβαρές ανεπάρκειες, των ασκουμένων στη χώρα αυτή υγεινομικών ελέγχων, ανεξάρτητα αν υπήρξε κίνδυνος in concreto για τη δημόσια υγεία. αΗτοι, η Επιτροπή μπορεί να απαγορεύσει τις εισαγωγές με σκοπό την αποφυγή όχι μόνον καταναλώσεως προϋόντων επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία αλλά και προϋόντων ανεπαρκώς ελεγχομένων, εφόσον είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση κρίνει ότι συντρέχει σοβαρός λόγος.
62 Το Δικαστήριο σε πολλές περιπτώσεις απεφάνθη σχετικά όχι μόνο με το θέμα του εύρους των εξουσιών των κοινοτικών οργάνων, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που καθορίζουν οι διατάξεις της Συνθήκης για την εφαρμογή της γεωργικής πολιτικής, αλλά και τα όρια του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει όταν τα ενλόγω όργανα διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια και πρέπει να εκτιμήσουν μια περίπλοκη οικονομική κατάσταση. ηΕτσι, δέχεται ότι για την κοινή οργάνωση αγοράς προϋόντων (42): «Ο δικαστής, ελέγχοντας την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση της πρόδηλης πλάνης ή της καταχρήσεως εξουσίας ή του ζητήματος μήπως η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεώς της» (43).
63 Θα εξετάσουμε διαδοχικά τους λόγους που προβάλλει η Affish και, συγκεκριμένα, κατά πόσον οι περιστάσεις που οδήγησαν την Επιτροπή στη λήψη της αποφάσεως 95/119 αποτελούν επαρκή δικαιολογητική βάση, δηλαδή αν η αιτιολογία της είναι πλημμελής ή όχι.
2) Επάρκεια της αιτιολογίας της επίμαχης αποφάσεως
64 Καταρχάς, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης, οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας πρέπει να είναι αιτιολογημένες. ςΟμως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (44), η απαιτούμενη από το άρθρο 190 αιτιολογία «πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως. Από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Επιπλέον, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι δεν μπορεί να απαιτείται να διευκρινίζονται λεπτομερώς με την αιτιολογία τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενό της, εφόσον η πράξη αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του συστήματος του οποίου αποτελεί μέρος».
65 ςΟσον αφορά το ανεπαρκές της αιτιολογίας, υπενθυμίζω ότι η αιτιολογία είναι ανεπαρκής όταν δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά μετά την εκτίμηση των οποίων διαμορφώθηκε η κρίση του εκδόσαντος οργάνου ότι συντρέχουν οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση της αποφάσεως και δεν διατυπώνονται σε αυτή με επαρκή σαφήνεια οι επιδιωκόμενοι σκοποί (45).
66 Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της επίδικης αποφάσεως 95/119 της Επιτροπής αναφέρεται «ότι εστάλη ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής στην Ιαπωνία για την εξακρίβωση των συνθηκών παραγωγής και μεταποίησης των αλιευτικών προϋόντων που εξάγονται στην Κοινότητα· ότι σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των εμπειρογνωμόνων αυτών, οι εγγυήσεις που έχουν δοθεί επίσημα από τις ιαπωνικές αρχές δεν τηρούνται και οι συνθήκες παραγωγής και αποθήκευσης των αλιευτικών προϋόντων παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις σε θέματα υγιεινής και ελέγχου που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία».
67 Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται «ότι η απόφαση 94/206/ΕΚ της Επιτροπής απαγορεύει την εισαγωγή παρτίδων και θαλάσσιων γαστεροπόδων καταγωγής Ιαπωνίας με εξαίρεση τα όστρακα Saint-Jacques και λοιπά Pectinidae, κατεψυγμένα ή μεταποιημένα».
68 Κατ' ακολουθίαν των πορισμάτων της ομάδας των εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της επίμαχης αποφάσεως, έκρινε «ότι πρέπει να ανασταλούν οι εισαγωγές όλων των αλιευτικών προϋόντων καταγωγής Ιαπωνίας, εν αναμονή βελτίωσης των συνθηκών υγιεινής και ελέγχου των παραγωγών».
69 Από τη μελέτη της εκθέσεως των κοινοτικών εμπειρογνωμόνων προκύπτει ότι επικέντρωσαν τις παρατηρήσεις τους (σημεία 2 και 3 της εκθέσεως) κυρίως στις σοβαρές ανεπάρκειες των ασκουμένων από τις αρμόδιες ιαπωνικές αρχές υγειονομικών ελέγχων επισημαίνοντας ταυτοχρόνως σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία κατά τον χρόνο των επισκέψεων (βλ., ιδίως, τα σημεία 1.4, 2.3 και 3.2 της εκθέσεως).
70 Συγκεκριμένα, ολόκληρη η έκθεση των εμπειρογνωμόνων, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως της Επιτροπής, αλλά κυρίως η τρίτη παράγραφος της εκθέσεως, εξηγεί για ποιους λόγους η κατάσταση στις αλιευτικές εγκαταστάσεις, τις οποίες επισκέφθηκε, ιδίως η δομή, ο εξοπλισμός και η υγιεινή, οι μέθοδοι παρασκευής και οι ελλείψεις των διενεργουμένων ελέγχων από τις αρμόδιες ιαπωνικές αρχές όχι μόνον δεν συμφωνούσαν με τους όρους της οδηγίας 91/493, αλλά και εγκυμονούσαν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Προκύπτει λοιπόν ότι συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι λήψεως μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των αλιευτικών προϋόντων, ο έλεγχος των οποίων, όπως τονίζει η Επιτροπή, δεν είναι δυνατόν να γίνει αποτελεσματικά παρά μόνο στο στάδιο της παραγωγής. Γι' αυτό φρονώ ότι η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής, που αναφέρεται εν συνόψει στα αρνητικά αυτά πορίσματα της εκθέσεως, δεν είναι ανεπαρκής ούτε εσφαλμένη αφού μπορούμε να θεωρήσουμε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 της οδηγίας στις οποίες βασίστηκε και εξέδωσε την απόφασή της.
71 Επίσης, θεωρώ ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ανεπαρκής επειδή είναι σύντομη. Βεβαίως, η υπάρχουσα αιτιολογία δεν περιέχει εξαντλητική απαρίθμηση όλων των στοιχείων του συλλογισμού της Επιτροπής, δεν επαναλαμβάνει στο σύνολό τους τα πορίσματα της ομάδας των εμπειρογνωμόνων που έστειλε στην Ιαπωνία, ούτε εξηγεί γιατί δεν ήταν κατάλληλο ένα λιγότερο περιοριστικό μέτρο. οΟμως, η προσβαλλόμενη απόφαση, πράξη εκδιδόμενη κατά διακριτική ευχέρεια, περιέχει, έστω και περιληπτικά, αναφορές στα πραγματικά περιστατικά τα οποία έλαβε υπόψη της η Επιτροπή και περιέχει τους νομικούς συλλογισμούς οι οποίοι δικαιολογούν την έκδοσή της. Ακριβώς δε, επειδή πρόκειται για πράξη εκδιδόμενη κατά διακριτική ευχέρεια, αρκεί η περιληπτική αιτιολογία, όπως το τόνιζε και ο γενικός εισαγγελέας κ. M. Lagrange (46).
72 Οι σοβαρές ελλείψεις σε θέματα υγιεινής και ελέγχου από τις ιαπωνικές αρχές νομίζω ότι αποτελούν χαρακτηριστικά περιστατικά που μπορούν να στοιχειοθετήσουν «σοβαρό λόγο υγειονομικού ελέγχου» ή «σοβαρό λόγο προστασίας της δημόσιας υγείας».
73 Επομένως, οι αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως στο σύνολό τους αποτελούν αιτιολογία, η οποία, όχι μόνον από τη διατύπωσή της, αλλά και από τη συγκυρία υιοθετήσεώς της (επίκληση «σοβαρών ελλείψεων σε θέματα υγιεινής και ελέγχου») και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (47), πρέπει να θεωρηθεί ως επαρκής, κατά την έννοια του άρθρου 190 της Συνθήκης.
Γ) Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
74 Η Affish υποστηρίζει ότι η επίμαχη απόφαση αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία διέπει και το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675 (48). Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το μέτρο που επέλεξε η Επιτροπή, δεν ήταν ούτε κατάλληλο ούτε αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ούτε εξετάσθηκε η δυνατότητα λήψεως ενός λιγότερο δραστικού μέτρου. Τέλος, κατά την άποψη της Affish, τα μειονεκτήματα από την επιλογή του συγκεκριμένου μέτρου υπερβαίνουν τα πλεονεκτήματα.
1) Ο επιδιωκόμενος σκοπός και η καταλληλότητα του ληφθέντος μέτρου
75 Κατά την Affish, το γεγονός ότι οι τοπικές αρχές μιας περιοχής της Ιαπωνίας δεν προβαίνουν στους αναγκαίους υγειονομικούς ελέγχους, δεν δικαιολογεί τη λήψη ενός τόσο περιοριστικού μέτρου από μέρους της Επιτροπής.
76 Ο εθνικός δικαστής παρατηρεί ότι στα σημεία 1.3 έως 1.5 της εκθέσεως σημειώνεται ότι δεν δόθηκε επαρκής προσοχή σε κρίσιμα σημεία της διαδικασίας παραγωγής, του εφοδιασμού με νερό και του συστήματος επαληθεύσεως της κάθε παρτίδας. Επίσης, ότι τέσσερα εργοστάσια από τα οποία προμηθεύεται η Affish τα προϋόντα της ανταποκρίνονται με απόλυτη επιτυχία στις κοινοτικές προδιαγραφές. Τονίζει δε ότι τα πορίσματα της ομάδος των εμπειρογνωμόνων (49) δεν επαρκούν για τη λήψη ενός τόσο περιοριστικού μέτρου διότι δεν είχαν γίνει συγκεκριμένες καταγγελίες για κάποια προϋόντα, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφορμή για τη λήψη προστατευτικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 19 της oδηγίας 90/675, όπως είχε γίνει παλαιότερα με τα όστρακα Saint-Jacques που τελικά οδήγησαν στην απαγόρευσή τους.
77 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
78 Κατά πάγια νομολογία, από την υπέρτερης τυπικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας προκύπτει ότι «η νομιμότητα των μέτρων που επιβάλλουν οικονομικές επιβαρύνσεις στους επιχειρηματίες εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα και αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που νομίμως επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν προσφέρονται προς επιλογή περισσότερα κατάλληλα μέτρα, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό και οι επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς» (50).
79 ηΟσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των αναφερομένων προϋποθέσεων, πρέπει να τονισθεί, όπως ήδη διευκρινίσθηκε πιο πάνω, ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (51), «ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στα θέματα της κοινής γεωργικής πολιτικής ευρεία διακριτική εξουσία η οποία αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που του παρέχουν τα άρθρα 40 και 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, μόνον η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου που θεσπίστηκε σε αυτόν τον τομέα, σε σχέση με το στόχο που επιδιώκει το αρμόδιο όργανο, μπορεί να θίξει τη νομιμότητά του».
80 Πρέπει, επομένως, πρώτα να εξετάσουμε τον σκοπό της επίδικης αποφάσεως 95/119, για να προσδιορίσουμε στη συνέχεια αν το μέτρο που έλαβε η Επιτροπή είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξή του και αν τα μειονεκτήματα δεν υπερβαίνουν τα πλεονεκτήματα.
81 Από την πρώτη αιτιολογική σκέψη συνάγεται ότι σκοπός της εν λόγω αποφάσεως είναι η προστασία της δημόσιας υγείας που θα ετίθετο σε κίνδυνο από την κατανάλωση αλιευτικών προϋόντων καταγωγής Ιαπωνίας, διότι παρατηρήθηκαν σοβαρές ελλείψεις στον τομέα της υγιεινής.
82 Tο Δικαστήριο με πρόσφατη διάταξη που εξέδωσε στην υπόθεση για την σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ), γνωστή ως «υπόθεση των τρελών αγελάδων» (52), προβαίνοντας σε στάθμιση των συγκρουομένων συμφερόντων, τόνισε ότι το άρθρο 3, στοιχείο ξξ, της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει, μεταξύ των στόχων της Κοινότητας, «τη συμβολή στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας». Στη συνέχεια αναφέρει ότι «τον στόχο αυτό επαναλαμβάνει το άρθρο 129, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας Συνθήκης κατά το οποίο η Κοινότητα συμβάλλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου». Kαι συνέχισε: «Το τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διευκρινίζει περαιτέρω ότι οι απαιτήσεις στον τομέα της προστασίας της υγείας αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας» (53). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην ίδια υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι «η επιδίωξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπόψη ορισμένες ανάγκες γενικού συμφέροντος όπως η προστασία των καταναλωτών ή της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων, ανάγκες τις οποίες οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα κοινοτικά όργανα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.» (54)
83 Υπό το πρίσμα της νομολογία αυτής, θεωρώ ότι στην υπό κρίση περίπτωση το μέτρο που έλαβε η Επιτροπή, δηλαδή η απαγόρευση των εισαγωγών όλων των αλιευτικών προϋόντων από την Ιαπωνία, ήταν κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σαφώς υπέρτερου στόχου, όπως είναι η προστασία της δημόσιας υγείας. Και τούτο λόγω του ανεπαρκούς επιπέδου των ασκουμένων από τις αρμόδιες ιαπωνικές αρχές υγιειονομικών ελέγχων των εγκαταστάσεων που επισκέφθηκαν οι κοινοτικοί εμπειρογνώμονες (παράγραφος 1 και σημεία 3.1 και 3.2 της εκθέσεως που συνέταξαν), και των κινδύνων που οι παρατηρηθείσες ελλείψεις εγκυμονούσαν για τη δημόσια υγεία (55).
2) Το ζήτημα της αναγκαιότητας του ληφθέντος μέτρου
84 Κατά την Αffish, τα προβλήματα στην εποπτεία εστιάζονται σε μία και μόνη περιοχή της Ιαπωνίας διαφορετική από εκείνη από την οποία η Affish προμηθεύεται τα προϋόντα της, η δε γενική απαγόρευση των εισαγωγών από την Ιαπωνία δεν ήταν αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
85 Ο εθνικός δικαστής τονίζει ότι τα πορίσματα των κοινοτικών εμπειρογνωμόνων δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτικά δεδομένου ότι σε μία από τις ελεγχθείσες εγκαταστάσεις η κατάσταση κρίθηκε ως «προσήκουσα». Επίσης, ότι έγινε έλεγχος πολύ μικρού αριθμού (τεσσάρων) εγκαταστάσεων από συγκεκριμένη περιοχή της Ιαπωνίας, τελείως διαφορετική από εκείνη όπου προμηθεύεται τα προϋόντα της η Affish.
α) Η διενέργεια δειγματοληπτικών ελέγχων
86 Η εξέταση της αναγκαιότητας του ληφθέντος από την Επιτροπή μέτρου θέτει, νομίζω, το ζήτημα του κατά πόσον τα αποτελέσματα δειγματοληπτικού ελέγχου μπορούν να αποτελέσουν επαρκές έρεισμα για ένα μέτρο γενικής απαγορεύσεως των αλιευτικών προϋόντων ιαπωνικής προελεύσεως, το οποίο έλαβε η Επιτροπή. Εξάλλου, το ζήτημα αυτό είναι σημαντικό αφού τόσο η Affish όσο και ο εθνικός δικαστής υποστηρίζουν ότι στην Ιαπωνία, λόγω της αποκεντρωμένης δομής του υγειονομικού ελέγχου της παραγωγής δεν υπάρχει μεν κεντρικός φορέας ελέγχου των εγκαταστάσεων, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι σε άλλες περιοχές της χώρας αυτής ο έλεγχος είναι μέχρι τέτοιου σημείου ελλιπής ώστε να απαγορευθεί οποιαδήποτε εισαγωγή.
87 Θεωρώ ότι ο επιτόπιος δειγματοληπτικός έλεγχος ήταν η ενδεδειγμένη μέθοδος για να εξακριβωθεί η κατάσταση των ιαπωνικών εγκαταστάσεων αλιευτικών προϋόντων, οι οποίες, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων, και όπως τόνισε η Επιτροπή και στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν πληρούσαν τις κοινοτικές προδιαγραφές. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορούσε να εξάγει συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατεί στις εγκαταστάσεις αυτές γενικότερα, σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, και με βάση την αρχή της κατ' επέκταση εφαρμογής, δηλαδή εφαρμόζοντας την επαγωγική μέθοδο.
88 Η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα στη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει αποφανθεί ότι η Επιτροπή μπορεί να βασισθεί στα αποτελέσματα δειγματοληπτικού ελέγχου, διενεργούμενου κατά επαρκώς αξιόπιστο τρόπο, και στα πορίσματα εμπειρογνωμόνων, δηλαδή επιστημόνων με ειδικευμένες γνώσεις που θα ήταν σε θέση να αξιολογήσουν πλήρως το κρίσιμο της καταστάσεως (56), και με βάση αυτές τις διαπιστώσεις να εκδώσει πράξη που να αφορά ένα σύνολο (57), τμήματα του οποίου ελέγχθηκαν (58).
89 Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι ελλείψει συγκεκριμένων κανόνων, που ρυθμίζουν τον τρόπο πραγματοποιήσεως των δειγματοληπτικών ελέγχων, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει τις κατά την κρίση της πλέον ενδεδειγμένες μεθόδους ελέγχου (59), αλλά ως αντιστάθμισμα ισχύει ο γενικός όρος ότι οι επιλεγόμενες μέθοδοι είναι αξιόπιστες (60).
90 Εν προκειμένω, δεν ελλείπουν οι κανόνες που αφορούν τις προδιαγραφές των αλιευτικών εγκαταστάσεων, διότι οι κανόνες που περιέχει το παράρτημα της οδηγίας 91/493 αποτελούν πυξίδα προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά ελλείπουν κανόνες σχετικοί με τον αριθμό των προς έλεγχο εγκαταστάσεων. Επειδή η Επιτροπή εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να ζητήσει να ελεγχθούν όλες οι αλιευτικές εγκαταστάσεις της Ιαπωνίας που εξήγαγαν προϋόντα τους προς την Κοινότητα, θεωρώ ότι θα μπορούσε να αρκεσθεί στα πορίσματα του δειγματοληπτικού ελέγχου, δηλαδή να βασισθεί στα πορίσματα των κοινοτικών εμπειρογνωμόνων μετά από διενέργεια ελέγχου ενός αντιπροσωπευτικού αριθμού εγκαταστάσεων και να εξαγάγει συμπεράσματα για τη γενική κατάσταση στις αλιευτικές εγκαταστάσεις της Ιαπωνίας.
91 Δεδομένου δε ότι η Affish δεν προσήγαγε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν ότι όλες οι εγκαταστάσεις από τις οποίες προμηθεύεται τα προϋόντα της πληρούν τις κοινοτικές προδιαγραφές, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να βασισθεί στα πορίσματα της ομάδας των εμπειρογνωμόνων που η ίδια απέστειλε για τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου στις αλιευτικές εγκαταστάσεις τρίτης χώρας και να εκδώσει την απόφαση.
β) Η αναγκαιότητα του ληφθέντος μέτρου
92 Το μέτρο της γενικής απαγορεύσεως εισαγωγών αλιευτικών προϋόντων προελεύσεως Ιαπωνίας, ήταν κατά την Επιτροπή αναγκαίο για την αποτελεσματική προστασία της δημόσιας υγείας.
93 ςΟπως βασίμως υποστηρίζει η Επιτροπή, η απαγόρευση δεν μπορούσε να περιορισθεί σε ορισμένη μόνο περιοχή, όπου, μετά τη διεξαγωγή των ελέγχων, εστιάσθηκε το πρόβλημα, ή σε ορισμένες μόνον εγκαταστάσεις. Και τούτο για τρεις λόγους:
α) Το γεγονός ότι οι ίδιες οι ιαπωνικές αρχές υπέδειξαν τις προς επιθεώρηση εγκαταστάσεις (61) και προσδιόρισαν έτσι τη συγκεκριμένη περιοχή όπου θα διεξαγόταν ο έλεγχος (62), όπου οι συνθήκες υγιεινής κρίθηκαν ανεπαρκείς, οδήγησαν την Επιτροπή στο εύλογο συμπέρασμα ότι η κατάσταση θα ήταν περίπου όμοια και στις εγκαταστάσεις που δεν επισκέφθηκαν οι κοινοτικοί εμπειρογνώμονες.
β) βΟπως τονίζεται στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων (σημείο 3.3), oι ελλείψεις τις οποίες παρουσίαζαν οι διενεργούμενοι από τις αρμόδιες αρχές έλεγχοι των περιφερειακών αρχών της Ιαπωνίας, και η ανεπαρκής δυνατότητα εξακριβώσεως της ταυτότητας των παρτίδων δεν παρείχαν καμία εγγύηση ότι τα εξαγόμενα προϋόντα πληρούσαν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 91/493 και ότι προέρχονταν από εγκεκριμένη εγκατάσταση. Εξάλλου, όπως τόνισε η Επιτροπή τόσο στις παρατηρήσεις της όσο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεδομένης της απουσίας κεντρικής υπηρεσίας ελέγχου για όλη την Ιαπωνία, ο ενδεχόμενος περιορισμός της απαγορεύσεως σε ορισμένες μόνον περιοχές, σε καμιά περίπτωση δεν θα διασφάλιζε ότι προϋόντα προερχόμενα από εγκατάσταση ευρισκόμενη σε μια περιοχή «μη μολυσμένη», όπου θα τηρούνταν όλοι οι υγειονομικοί κανόνες, δεν θα αναμιγνύονταν με προϋόντα που δεν θα προέρχονταν από την ίδια περιοχή (63).
γ) Κατά την Επιτροπή και την Ολλανδική Κυβέρνηση, το μέτρο της απαγορεύσεως των εισαγωγών είναι πιο αποτελεσματικό από τον έλεγχο κατά την εισαγωγή, διότι λόγω της φύσεως των αλιευτικών προϋόντων, τα οποία εύκολα μπορούν να υποστούν αλλοιώσεις επικίνδυνες για την υγεία, ο υγειονομικός έλεγχος γίνεται αποτελεσματικότερα στην πηγή, δηλαδή στο στάδιο της παραγωγής (64). Πράγματι, ο έλεγχος των αλιευτικών προϋόντων είναι αποτελεσματικότερος πριν τη συσκευασία, όταν αυτά βρίσκονται σε χύδην κατάσταση, οπότε είναι σχετικά ευχερέστερος και αφορά αναμφισβήτητα μεγαλύτερες ποσότητες. ςΑλλωστε η λογική του ελέγχου στο στάδιο της παραγωγής αποτελεί τη βάση των κοινοτικών οδηγιών για τους κτηνιατρικούς και υγειονομικούς ελέγχους της Κοινότητας, και κυρίως της οδηγίας 91/493 (65).
94 Ο έλεγχος κάθε παρτίδας συσκευασμένων αλιευτικών προϋόντων είναι βεβαίως εκ των πραγμάτων και αυτός δειγματοληπτικός, αφού ο έλεγχος όλων των πακέτων θα ήταν οικονομικά ασύμφορος και τόσο χρονοβόρος ώστε θα κινδύνευε να καταστραφεί το προϋόν. νΟμως, δεν διασφαλίζει ότι όλα τα τεμάχια της παρτίδας δεν θα περιέχουν παθογόνους μικροοργανισμούς, έστω και αν στο σύνολό της η παρτίδα θεωρήθηκε σύμφωνη προς τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας (66). Γι' αυτό και ο έλεγχος κατά τη χρονική στιγμή της εισαγωγής δεν είναι δυνατόν να είναι πλήρης, είναι λιγότερο αντιπροσωπευτικός και, επομένως, λιγότερο αξιόπιστος από τον έλεγχο κατά το στάδιο της παραγωγής και μεταποίησης.
95 Eνόψει των ανωτέρω συνάγεται ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση και ότι η απόφαση της Επιτροπής, η οποία σημειωτέον ελήφθη σύμφωνα με τη γνώμη της Μόνιμης Κτηνιατρικής Επιτροπής, συνιστούσε το μόνο κατάλληλο και αναγκαίο μέτρο για την προστασία της δημόσιας υγείας (67).
3) Στάθμιση πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων
96 Κατά την Affish, η προσβολή του δικαιώματός της να ασκεί ελεύθερα μια επαγγελματική δραστηριότητα, και η συνακόλουθη τεράστια ζημία που θα υποστεί λόγω κινδύνου εξαφανίσεως της αγοράς του προϋόντος «σουρίμι» - η εμπορία του οποίου αποτελεί το 72 % του κύκλου εργασιών της, αποτελεί μειονέκτημα που δεν αντισταθμίζεται από τα σχετικά με την προστασία της δημόσιας υγείας πλεονεκτήματα.
97 Ενόψει της προηγηθείσας αναλύσεως, φρονώ ότι λόγω της υπέρτερης σπουδαιότητας του επιδιωκομένου σκοπού, δηλαδή της προστασίας της δημόσιας υγείας, τα μειονεκτήματα, ήτοι η προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας (68), εν προκειμένω, της Affish, και η ζημία που υφίσταται λόγω της απαγορεύσεως των εισαγωγών της συγκεκριμένης κατηγορίας προϋόντων, ανεξάρτητα από την ημερομηνία που εξήχθησαν από την Ιαπωνία, δηλαδή πριν ή μετά την 7η Απριλίου 1995, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 95/119, δεν υπερέβαιναν τα πλεονεκτήματα. αΑρα, δεν τίθεται πρόβλημα κύρους της αποφάσεως για τον λόγο ότι παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας (69).
Δ) Παραβίαση της αρχής της ισότητας
98 Η Affish θεωρεί ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρήσεως των επιχειρηματιών/εισαγωγέων προϋόντων «σουρίμι», από την Ιαπωνία αφενός και από την Ταϋλάνδη και Κορέα αφετέρου, την οποία αρχή κατοχυρώνει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Και τούτο διότι τα προϋόντα «σουρίμι» προελεύσεως Ιαπωνίας ανταγωνίζονται όμοια προϋόντα ταϋλανδικής ή κορεατικής προελεύσεως, ήσσονος όμως ποιότητας (όσον αφορά τη γεύση, τη σύνθεση και την καθαρότητα από βακτηριολογική άποψη), τα οποία εισάγονται ανεμπόδιστα στην Κοινότητα. αΟφειλε δε, κατά την Affish, να στείλει την ίδια ομάδα εμπειρογνωμόνων και στις χώρες αυτές πριν θεσπίσει μέτρα κατά του ιαπωνικού «καμαμπόκο».
99 Το Δικαστήριο παγίως δέχεται ότι (70) κατά το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών της Κοινότητας και ότι «αυτή η απαγόρευση διακρίσεων αποτελεί απλώς ειδική έκφραση της γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου περί ισότητας, σύμφωνα με την οποία οι παρόμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά και οι διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά».
100 Θεωρώ ότι ο σχετικός λόγος της Affish προβάλλεται αναποδείκτως διότι δεν προσάγει κανένα απολύτως στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η κατάσταση στην Κορέα και την Ταϋλάνδη, όσον αφορά τις συνθήκες παραγωγής και εμπορίας, ήταν παρόμοια με αυτή που επικρατούσε στην Ιαπωνία και, συνεπώς, ότι η Επιτροπή ενήργησε παραβιάζοντας την υπέρτερης τυπικής ισχύος αρχή της ισότητας.
Ε) Παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
101 H Affish υποστηρίζει ότι το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675 άφηνε περιθώριο για τη λήψη υπόψη της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εντούτοις η Επιτροπή δεν την έλαβε υπόψη της όταν εξέδωσε την επίμαχη απόφαση 95/119. Προβάλλει δε ότι η ενλόγω απόφαση δεν επιτάσσει ούτε μπορούσε να επιτάσσει την άμεση απαγόρευση των εισαγωγών αλιευτικών προϋόντων ιαπωνικής προελεύσεως ούτε ήταν αναγκαία η απαγόρευση εισαγωγής παρτίδων που είχαν ήδη αποσταλεί, για τις οποίες θα αρκούσε να υποβληθούν σε έκτακτο έλεγχο κατά την άφιξή τους στο έδαφος της Κοινότητας.
102 H Iταλική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της, αν και τάσσεται υπέρ του κύρους της επίμαχης αποφάσεως της Επιτροπής και αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν το εύρος της ευχέρειας, που τους παρέχεται κατά τη διαδικασία εκδόσεως των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωσή τους σε μια κοινοτική οδηγία, παρατηρεί ότι η απόφαση 95/119, και μάλιστα το άρθρο 3, δεν προβλέπει ρητά κάποια προθεσμία εντός της οποίας τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφωθούν. Αυτό υποστηρίζει ότι πρέπει να γίνει εντός μιας αυστηρής και ενιαίας προθεσμίας σε συνάρτηση με το σκοπό της πράξεως. Η απόφαση όμως αυτή δεν απέκλειε στην εθνική αρχή να θεσπίσει ένα εκτελεστικό μέτρο που θα ελάμβανε υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των παρτίδων που είχαν ήδη αποσταλεί, με βάση τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, λαμβανομένου πλήρως υπόψη του κοινοτικού συμφέροντος.
103 Κατά την Rijksdienst, αφού η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής δεν καθόρισε κάποια μεταβατική περίοδο, ούτε πρόβλεψε ρητά τη δυνατότητα καθορισμού μεταβατικής περιόδου για την έναρξη της ισχύος της, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν μπορούσε, κατά συνέπεια, να καθορίσει μία τέτοια περίοδο (71).
104 υΟπως έχει κρίνει επανειλημμένα το Δικαστήριο (72), «η αρχή αυτή [της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης], η οποία περιλαμβάνεται στην κοινοτική έννομη τάξη (...), είναι απόρροια της αρχής της ασφαλείας δικαίου που επιβάλλει όπως οι κανόνες δικαίου είναι σαφείς και επακριβείς, αποβλέπει δε στο να εξασφαλίζει το προβλέψιμο των καταστάσεων και των εννόμων σχέσεων που διέπει το κοινοτικό δίκαιο». οΕχει, εξάλλου, διευκρινίσει (73) «ότι, κατά πάγια νομολογία, στις κοινές οργανώσεις αγοράς, στο αντικείμενο των οποίων επέρχονται συνεχείς προσαρμογές σε συνάρτηση με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να έχουν την πεποίθηση ότι δεν θα θεσπιστούν κανόνες της πολιτικής αγορών ή της διαρθρωτικής πολιτικής που να επιβάλλουν περιορισμούς». Και τόνισε ότι «δεν επιτρέπεται η επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά κοινοτικής ρυθμίσεως παρά μόνον εφόσον η ίδια η Κοινότητα δημιούργησε μια κατάσταση που μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στους διοικουμένους» (74).
105 Ενόψει αυτής της παγίας νομολογιακής θέσεως του Δικαστήριου, θεωρώ ότι τα προβαλλόμενα από την Affish, σχετικά με την παράβαση από την Επιτροπή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι αβάσιμα. Η διάταξη βάσει της οποίας ελήφθη η απόφαση 95/119 επιβάλλει την επίτευξη ενός αποτελέσματος που είναι η προστασία της δημόσιας υγείας. Από τη στιγμή που η αναγκαιότητα προστασίας της δημόσιας υγείας, λόγω των σοβαρών ελλείψεων των ασκουμένων υγειονομικών ελέγχων που διαπίστωσε η ομάδα των εμπειρογνωμόνων, οδήγησε την Επιτροπή να καταστήσει άμεσα εφαρμοστέα την απαγορευτική απόφαση που εξέδωσε, τα κράτη μέλη όφειλαν να συμμορφωθούν.
106 Ακριβώς επειδή απέβλεπε στην προστασία της δημόσιας υγείας, θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, αδιανόητο να αφήνονται περιθώρια για τη λήψη υπόψη της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των θιγομένων ιδιωτών. Επομένως, η ημερομηνία αναχωρήσεως κάποιων παρτίδων από την Ιαπωνία, πριν ή μετά την 7η Απριλίου 1995, λίγο ενδιέφερε.
107 Φρονώ, δηλαδή, ότι ο ενδεχόμενος καθορισμός από τα κράτη μέλη μεταβατικής περιόδου θα έθετε σε κίνδυνο την ενότητα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και την αποτελεσματικότητα του θεσπισθέντος μέτρου (75). Αν κάποιο κράτος μέλος προέβλεπε μεταβατική ρύθμιση για τις παρτίδες εν πλω, θα παραβιαζόταν, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 189, σύμφωνα με το οποίο η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της για τους αποδέκτες που ορίζει (76).
108 Για όλους αυτούς τους λόγους, η μη πρόβλεψη μεταβατικών μέτρων δεν μπορεί να θίξει το κύρος της αποφάσεως 95/119 της Επιτροπής.
ΣΤ) Παραβίαση της Συμφωνίας για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας
109 Η επιχειρηματολογία της Αffish αφορά εν προκειμένω την ερμηνεία και το άμεσο αποτέλεσμα της Συμφωνίας για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (77). Συγκεκριμένα, η Affish θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής παραβιάζει τη Συμφωνία, τις διατάξεις της οποίας, κατά την άποψή της, μπορούν να επικαλεσθούν οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διότι περιέχουν δεσμεύσεις σαφώς διατυπωμένες, οι οποίες υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο. Ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, υποστήριξε ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η Συμφωνία δεν μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα, το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συμφωνίας.
1) Επί του παραδεκτού
110 Ο εκπρόσωπος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση τόνισε ότι ο εθνικός δικαστής δεν μας ερωτά ευθέως εν προκειμένω κατά πόσον η απόφαση 95/119 δεν είναι έγκυρη διότι παραβίασε τις διατάξεις της Συμφωνίας, αν και αναφέρει στη διάταξη περί παραπομπής ότι η Affish είχε θέσει ενώπιόν του το ζήτημα. Γι' αυτό και υποστήριξε ότι η εξέταση από το Δικαστήριο αυτής της πλευράς του ζητήματος θέτει ζήτημα παραδεκτού. Ακριβώς δε επειδή δεν το έθεσε ο εθνικός δικαστής, τα κράτη μέλη δεν εξέθεσαν την άποψή τους, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (78).
111 Θεωρώ ότι τα ανωτέρω προβαλλόμενα δεν μπορεί να γίνουν δεκτά. Δεδομένου ότι η διάταξη περί παραπομπής του εθνικού δικαστηρίου περιείχε αναφορά στο ζήτημα, επειδή το είχε θέσει ενώπιόν του η Affish με τις παρατηρήσεις της, είναι αναγκαίο, για να δώσουμε μια λυσιτελή απάντηση στον εθνικό δικαστή, να προβούμε στην εξέτασή του, αίροντας οποιεσδήποτε αμφιβολίες ως προς το κύρος της επίμαχης αποφάσεως (79).
2) Το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της Συμφωνίας
112 ςΟπως δέχεται παγίως το Δικαστήριο, για να εξετασθεί κατά πόσον οι διατάξεις μιας διεθνούς συμφωνίας που συνήψε η Κοινότητα μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα, πρέπει, αφού ερευνηθεί το πνεύμα, το γράμμα και η οικονομία της συμφωνίας, να εξετασθεί κατά πόσον ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί αυτές τις διατάξεις ενώπιον του εθνικού δικαστού (80). Δηλαδή, κατά πόσον είναι επαρκώς ακριβείς και δεν απαιτούν ούτε την πλήρωση προϋποθέσεων ούτε τη λήψη περαιτέρω εκτελεστικών μέτρων. Αυτό δε το ζήτημα πρέπει, νομίζω, να διερευνηθεί στο πλαίσιο του συνόλου των Συμφωνιών οι οποίες απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994).
113 Υπό το καθεστώς της προϋσχύσασας Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT, στο εξής: ΓΣΔΕ), το Δικαστήριο, εξετάζοντας την έννοια, την οικονομία και το γράμμα της, παγίως αποφαινόταν (81) ότι λόγω των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζει, «ένας ιδιώτης υπήκοος κράτους μέλους της Κοινότητας δεν μπορεί να στηριχθεί επ' αυτών και να αμφισβητήσει τη νομιμότητα κοινοτικής πράξεως» και ότι, επιπλέον, «δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας προκειμένου να εκτιμήσει τη νομιμότητα ενός κανονισμού στο πλαίσιο προσφυγής που ασκήθηκε από κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο πρώτο της Συνθήκης» (82).
114 Θα εξετάσω, στη συνέχεια, κατά πόσον από την έννοια, την οικονομία και το γράμμα της, μπορούμε να συμπεράνουμε αν μπορεί να γίνει απευθείας επίκληση των διατάξεων της πρόσφατης Συμφωνίας για τον ΠΟΕ (83), παράρτημα του οποίου είναι η Συμφωνία, ενώπιον των δικαστηρίων και να αμφισβητηθεί η νομιμότητα κοινοτικής πράξεως, δεδομένου ότι οι συναπτόμενες από την Κοινότητα διεθνείς συμφωνίες υπερέχουν έναντι των διατάξεων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου (84). Δηλαδή, η ανάλυση των διατάξεων της Συμφωνίας υπό το φως τόσο του αντικειμένου και του σκοπού όσο και του όλου περιεχομένου της, βοηθά να καταλήξουμε σε συμπεράσματα σχετικά με το αν παράγονται άμεσα αποτελέσματα ή όχι.
115 Το Δικαστήριο υπογραμμίζει παγίως ότι τα αποτελέσματα μιας διεθνούς συμφωνίας στην έννομη τάξη της Κοινότητας καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών και της φύσεως της συμφωνίας αυτής. ςΕχει επίσης τονίσει ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν είναι δυνατόν να καθορίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η διεθνής προέλευση των διατάξεων της εν λόγω συμφωνίας και ότι από τις αρχές του διεθνούς δικαίου προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να καθορίζουν ποια αποτελέσματα θα παράγουν οι διατάξεις της Συμφωνίας στις εσωτερικές έννομες τάξεις τους (85).
116 To Δικαστήριο ερευνώντας το πνεύμα, την οικονομία και τη διατύπωση της ΓΣΔΕ του 1947, επεσήμανε ότι η συμφωνία αυτή, η οποία, κατά το προοίμιό της, θεμελιώνεται επί της αρχής των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν «επί βάσεως αμοιβαιότητας και αμφίδρομων πλεονεκτημάτων», «χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ελαστικότητα των διατάξεών της, ιδίως των σχετικών με τις δυνατότητες παρεκκλίσεως, τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν ενώπιον εξαιρετικών δυσκολιών και τη ρύθμιση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών» (86). Αναλύοντας δε διαδοχικά τις ιδιαιτερότητες της προηγούμενης ΓΣΔΕ θεώρησε προφανές ότι οι κανόνες της «υπόκεινται σε ορισμένες προϋποθέσεις και ότι (...) δεν μπορεί να συναχθεί υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών να αναγνωρίσουν στους κανόνες αυτούς ισχύ κανόνων διεθνούς δικαίου με άμεση εφαρμογή εντός των εννόμων τάξεών τους» (87).
117 Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι από τους κανόνες της προηγούμενης ΓΣΔΕ δεν μπορούσε να συναχθεί υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών να αναγνωρίσουν στους κανόνες αυτούς ισχύ κανόνων διεθνούς δικαίου με άμεση εφαρμογή εντός των εννόμων τάξεών τους (88). Ελλείψει όμως τέτοιας υποχρεώσεως απορρέουσας από την ίδια τη Συμφωνία, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο «να ελέγξει τη νομιμότητα της επίδικης κοινοτικής πράξεως σε σχέση προς τους κανόνες της GATT μόνο στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία η Κοινότητα προέβη σε εκτέλεση μιας συγκεκριμένης υποχρεώσεως ανειλημμένης στο πλαίσιο της GATT ή κατά την οποία η κοινοτική πράξη παραπέμπει ευθέως σε ρητώς καθοριζόμενες διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας» (89).
118 Θα εξετάσουμε αν οι συγκεκριμένες διατάξεις της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ αλλά και της νέας ΓΣΔΕ (90) μπορούν να τύχουν άμεσης εφαρμογής, κατά τα κριτήρια που έθεσε το Δικαστήριο και, ειδικότερα, αν μπορεί να αναγνωρισθεί στους διαδίκους η δυνατότητα απευθείας επικλήσεως των διατάξεων της Συμφωνίας.
119 Θεωρώ ότι οι διατάξεις της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ αλλά και της ΓΣΔΕ του 1994 εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από μεγάλη χαλαρότητα που δεν επιτρέπει να δεχθούμε ότι έχουν άμεσο αποτέλεσμα και ότι μπορεί να τις επικαλεσθεί κάποιος διάδικος ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (91). Τούτο χαρακτηρίζει τις διατάξεις εκείνες που αφορούν τις δυνατότητες εξαιρέσεων και τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν σε περίπτωση που παρουσιασθούν εξαιρετικές δυσκολίες καθώς επίσης και εκείνες που είναι σχετικές με τη ρύθμιση των διαφορών που αναφύονται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (92).
120 Η Συμφωνία αποβλέπει στην εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας· oι διατάξεις της ασφαλώς θα πρέπει να ερμηνευθούν και υπό το φως του συνόλου των ρυθμίσεων που απέρρευσαν από τη ΓΣΔΕ του 1994. Ειδικότερα, όσον αφορά τις διατάξεις των άρθρων 2 και 5, νομίζω ότι δεν είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ώστε να μπορεί κάποιος διάδικος να τις επικαλεσθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (93). Διότι, όπως συνάγεται από το γράμμα της Συμφωνίας, οι περισσότερες παράγραφοι των επίμαχων άρθρων 2 και 5 απευθύνονται στα μέλη του ΠΟΕ (94), και περιέχουν μεν υποχρεώσεις των μελών προς πράξη ή παράλειψη (95), είναι, όμως, όπως έχει τονίσει σε ανάλογες περιπτώσεις ελέγχου του αμέσου αποτελέσματος διατάξεων διεθνών συμφωνιών και το Δικαστήριο (96), απαραίτητη η λήψη συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής, δηλαδή λεπτομερειακότερων εκτελεστικών διατάξεων (97).
121 Η ανάγκη λήψεως λεπτομερειακών εκτελεστικών μέτρων προκύπτει σαφώς αν δούμε μια σειρά διατάξεων της Συμφωνίας. Παραδείγματος χάριν, τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 2, της Συμφωνίας, κατά την οποία ένα υγειονομικό ή φυτοϋγειονομικό μέτρο δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς «επαρκή επιστημονική αιτιολόγηση». Εμπίπτει στην αρμοδιότητα των αρμοδίων αρχών να καθορίσουν σε τί συνίσταται μια «επαρκής» επιστημονική απόδειξη (98).
122 Η ρητή αναφορά στα «διαθέσιμα επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία» (άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της Συμφωνίας) και στους «σχετικούς οικονομικούς παράγοντες» (άρθρο 5, παράγραφος 3) νομίζω ότι δεν αρκεί για να δημιουργηθούν άμεσες υποχρεώσεις των μελών. Απαιτείται, επομένως, η λήψη περαιτέρω λεπτομερειακών εκτελεστικών μέτρων. Τό ίδιο πρόβλημα ανακύπτει και στη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 4, σύμφωνα με την οποία για τον καθορισμό του κατάλληλου επιπέδου υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, «τα μέλη λαμβάνουν υπόψη το στόχο ελαχιστοποίησης των αρνητικών επιπτώσεων στις συναλλαγές».
123 Η αναγκαιότητα λήψεως εκτελεστικών μέτρων ανακύπτει επίσης και στο άρθρο 5, παράγραφοι 6 και 7. Στην παράγραφο 6 γίνεται λόγος για μέτρα που λαμβάνουν τα μέλη προς επίτευξη του «κατάλληλου επιπέδου» υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, υπό τον όρο ότι τα μέτρα αυτού του είδους δεν είναι περισσότερο περιοριστικά για τις συναλλαγές από όσο απαιτείται για να επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας και ότι λαμβάνεται υπόψη η τεχνική και η οικονομική σκοπιμότητα. Στην παράγραφο 7, τέλος, σχετικά με την ύπαρξη ή όχι επαρκών επιστημονικών στοιχείων με βάση τα οποία η αρμόδια κρατική αρχή μπορεί να εγκρίνει προσωρινά μέτρα υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, ανακύπτει επίσης η ανάγκη λήψεως περαιτέρω εκτελεστικών μέτρων για τον προσδιορισμό αυτών των στοιχείων.
124 Eξάλλου ο άνευ αιρέσεων χαρακτήρας του συνόλου των διατάξεων της Συμφωνίας, αν υποθέσουμε ότι είναι όντως έτσι, τίθεται υπό αμφισβήτηση δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες (άρθρο 14) να αναβάλλουν την εφαρμογή των διατάξεων της Συμφωνίας για περίοδο πέντε ετών μετά την έναρξη της ισχύος της συμφωνίας για τον ΠΟΕ, ενώ σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες για 2 έτη. Επίσης εισάγεται ένα καθεστώς ειδικής και διακριτικής μεταχείρισης για τα προϋόντα τους (άρθρο 10).
125 Βεβαίως, στο άρθρο 13 καθιερώνεται η πλήρης ευθύνη των μελών για την τήρηση όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν. Σαφώς όμως συνάγεται ότι πρόκειται για τη διεθνή ευθύνη των μελών, ανεξάρτητα από το ποιός συγκεκριμένος φορέας (δημόσιος ή ιδιωτικός) είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση των κανόνων σχετικών με τη λήψη μέτρων υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας (99).
126 Eξάλλου από το άρθρο 14 της Συμφωνίας για τη γεωργία (100), τιτλοφορούμενο «Υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα» (101), μπορεί να συναχθεί ότι τα μέλη θεωρούσαν ότι περαιτέρω εκτελεστικά μέτρα ήταν αναγκαία για τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας (102).
127 Τέλος, νομίζω ότι υπό το πρίσμα της ανωτέρω αναλύσεως πρέπει να αξιολογηθεί η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 94/800 του Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκαν οι συμφωνίες που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης, όπου διευκρινίσθηκε «ότι εκ φύσεως δεν είναι δυνατή η άμεση επίκληση της συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και των παραρτημάτων της ενώπιον του Δικαστηρίου ή των δικαστηρίων των κρατών μελών». Θεωρώ ότι, εφόσον δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη στο κείμενο της αποφάσεως 94/800 του Συμβουλίου, αυτή η αιτιολογική σκέψη από μόνη της δεν θα αρκούσε να αποκλείσει το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της Συμφωνίας. Γι' αυτό και η ανάλυση του γράμματος, της οικονομίας και του πνεύματος της Συμφωνίας και των Συμφωνιών γενικότερα που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης ήταν απαραίτητη. Η ύπαρξη δηλαδή αυτής της αιτιολογικής σκέψεως (103) υποδηλώνει απλώς ότι οι σοβαροί λόγοι που οδήγησαν το Δικαστήριο να αποφαίνεται ότι κανένα άμεσο αποτέλεσμα δεν μπορούσε να αναγνωρισθεί στη ΓΣΔΕ του 1947 (104) δεν ήρθησαν μετά τη νέα ΓΣΔΕ του 1994 και τη Συμφωνία για τον ΠΟΕ, όπως τονίζει η Επιτροπή (105).
128 Επομένως, συμπεραίνουμε ότι η Συμφωνία εισήγαγε μεν ένα νέο καθεστώς δεσμευτικό για τα μέλη που την υιοθέτησαν αλλά δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, δηλαδή τις διατάξεις της δεν μπορεί να επικαλεσθεί κάποιος διάδικος ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
3) Το ασυμβίβαστο της αποφάσεως 95/119 και των άρθρων 2 και 5 της Συμφωνίας
129 Αν και καταλήξαμε ότι οι διατάξεις της Συμφωνίας δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα και οι διάδικοι δεν μπορούν να τις επικαλεσθούν ενώπιον των δικαστηρίων, εντούτοις, για λόγους πληρότητος, σε περίπτωση που το Δικαστήριο απεφάσιζε διαφορετικά και δεδομένης της παγίας νομολογίας του, σύμφωνα με την οποία η υπεροχή των διεθνών συνθηκών έναντι του παραγώγου κοινοτικού δικαίου απαιτεί η ερμηνεία των διατάξεων του τελευταίου «να συνάδει, κατά το μέτρο του δυνατού, προς τις συναπτόμενες από την Κοινότητα διεθνείς συμφωνίες» (106), θα εξετάσω, στη συνέχεια, κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 2 και 5 της Συμφωνίας.
130 Η Αffish υποστηρίζει ότι καταρχάς η Επιτροπή παρεβίασε το άρθρο 5, παράγραφος 7, της Συμφωνίας, στο μέτρο που βασίσθηκε αποκλειστικά στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων και όχι και σε άλλες διαθέσιμες πληροφορίες, όπως, λόγου χάριν, τις εκθέσεις ελέγχου ήδη εισαχθέντων προϋόντων για κάποιο διάστημα, ούτε σε ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως σε εργοστάσια όπου η Affish προμηθεύεται τα προϋόντα της, από τους οποίους προέκυπτε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα για τη δημόσια υγεία.
131 Επιπλέον, κατά την Affish, η Επιτροπή παρεβίασε το άρθρο 2, παράγραφος 3, της Συμφωνίας, διότι το μέτρο που έλαβε η Επιτροπή επιφέρει αυθαίρετη ή αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείριση μεταξύ των μελών στα οποία επικρατούν ταυτόσημες ή παρόμοιες συνθήκες, όπως και μεταξύ του εδάφους τους και άλλων μελών και εφαρμόσθηκε κατά τρόπον που αποτελεί συγκεκαλυμμένο περιορισμό των διεθνών συναλλαγών.
132 Η Αffish προβάλλει περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν τήρησε ούτε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 6, της Συμφωνίας, ώστε με το ληφθέν μέτρο να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στις συναλλαγές, και να μην είναι περισσότερο περιοριστικό από αυτό που είναι αναγκαίο για να επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας.
133 Φρονώ ότι η επιχειρηματολογία της Αffish δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι δεν συνοδεύεται από σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
134 Στην έκτη αιτιολογική σκέψη της Συμφωνίας, η επιτροπή του Kώδικα Τροφίμων και οι κατευθυντήριες αρχές και συστάσεις της παρατίθενται ως βάση των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών μέτρων που μπορούν να λάβουν τα μέλη. Αυτό ακριβώς ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Συμφωνίας. ςΟπως υποστηρίζει η Επιτροπή η δραστηριότητά της στηρίζεται και ασκείται σύμφωνα με αρχές και διαδικασίες που είναι διεθνώς αποδεκτές και δεν είναι ασύμβατες με τη Συμφωνία (107).
135 Στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμφωνίας, αναφέρεται ότι για την εκτίμηση των κινδύνων, τα μέλη λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων τις σχετικές διαδικασίες και τις μεθόδους παραγωγής.
136 Η Επιτροπή τονίζει ότι οι διατάξεις της οδηγίας 91/493 ερείδονται στα πορίσματα και τις αρχές που έχει θέσει η επιτροπή του Κώδικα Τροφίμων, και είναι σύμφωνες με τις συστάσεις της και ότι ορθά δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη διενέργεια υγειονομικών ελέγχων κατά το στάδιο της παραγωγής, δηλαδή από την αλίευση των ιχθύων ως τη συσκευασία τους.
137 Δεδομένου ότι η ομάδα των εμπειρογνωμόνων στην έκθεσή της (σημείο 3) απέδειξε την ανεπάρκεια του ελέγχου των ιαπωνικών αρχών στις εγκαταστάσεις που επισκέφθηκε, και τους σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία που εγκυμονούσαν οι συνθήκες παραγωγής και συσκευασίας των εν λόγω προϋόντων, νομίμως η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμφωνίας, έλαβε την επίμαχη απόφαση.
138 Βεβαίως, ενόψει της αναλύσεως που προηγήθηκε, ιδίως για την ενδεχόμενη παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, το ληφθέν μέτρο, επειδή αποσκοπούσε στην προστασία της δημόσιας υγείας, δεν ήταν «περισσότερο περιοριστικό για τις συναλλαγές από όσο απαιτείται για να επιτευχθεί το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας αφού λάβουν υπόψη την τεχνική και οικονομική σκοπιμότητα», όπως επιτάσσει το άρθρο 5, παράγραφος 6, με τη διευκρινιστική του υποσημείωση.
139 Ανακεφαλαιώνοντας, επαναλαμβάνω ότι κατά την κείμενη κοινοτική νομοθεσία, η Επιτροπή οφείλει να στηρίζεται σε κανόνες ενιαίους σχετικά με τους υγειονομικούς όρους που πρέπει να πληρούν τα αλιευτικά προϋόντα κοινοτικής ή μη κοινοτικής προελεύσεως· η αρχή της ισοδυναμίας, που θέτει η οδηγία 91/493 στο άρθρο 10, νομίζω ότι το αποδεικνύει. Εξάλλου, δεδομένου ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε αξιόπιστα πορίσματα εμπειρογνωμόνων και εξέδωσε την απόφασή της, θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Affish, ως αναπόδεικτος, ότι δηλαδή η Επιτροπή ενήργησε επιφέροντας «αυθαίρετη ή αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείρηση μεταξύ των μελών στα οποία επικρατούν ταυτόσημες ή παρόμοιες συνθήκες», και ότι το μέτρο που έλαβε αποτελεί «συγκεκαλυμμένο περιορισμό των διεθνών συναλλαγών», κατά τη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 3, της Συμφωνίας (108).
Ζ) Κατάχρηση εξουσίας και διαδικασίας
1) Κατάχρηση εξουσίας
140 Το εθνικό δικαστήριο και η Affish θέτουν το ερώτημα μήπως οι εξουσίες που χορηγεί το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675 στην Επιτροπή ασκήθηκαν ως μέσο πιέσεως έναντι τρίτων χωρών, με σκοπό να εντείνουν οι υγειονομικές υπηρεσίες την εποπτεία που ασκούν. Δηλαδή, μήπως δεν είχαν ως σκοπό την προστασία της υγείας του καταναλωτή αλλά αποτέλεσαν μέσο ασκήσεως εμπορικής πολιτικής, ώστε να υιοθετηθεί στην Ιαπωνία εναρμονισμένο σύστημα ελέγχου των αλιευτικών εγκαταστάσεων, ισοδύναμο με αυτό που ισχύει στην Κοινότητα.
141 αΕτσι, τίθεται κατ' ουσίαν το ζήτημα αν η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής δεν είναι έγκυρη λόγω καταχρήσεως εξουσίας, δηλαδή αν εξεδόθη για άλλο σκοπό από αυτόν για τον οποίο χορηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 19, η σχετική αρμοδιότητα στην Επιτροπή.
142 Η Αffish δεν προσεκόμισε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωση της καταχρήσεως εξουσίας, ώστε να φαίνεται «βάσει αντικειμενικών, προσφόρων και συγκλινουσών ενδείξεων» ότι το μέτρο της Επιτροπής έχει ληφθεί προς επίτευξη σκοπών άλλων από εκείνους για τους οποίους έχει προβλεφθεί (109).
143 Επιπλέον, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως εξεταζόμενη στο σύνολό της, τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από την έκθεση των εμπειρογνωμόνων αποδεικνύουν ότι συνέτρεχε σοβαρός λόγος για τη λήψη μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας, επειδή παρατηρήθηκαν σοβαρές ελλείψεις σε θέματα υγιεινής και ελέγχου των αλιευτικών εγκαταστάσεων. Γι' αυτό και η Επιτροπή, όταν εξέδωσε την απόφαση, έλαβε πρωτίστως υπόψη την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως άλλωστε υπεχρεούτο, σύμφωνα με την οδηγία 90/675 (110).
144 Κατά συνέπεια, αφού σκόπευε προφανώς στην προστασία της δημόσιας υγείας, η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 19 για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο της παραχωρήθηκαν. Επομένως, δεν υπήρξε κατάχρηση εξουσίας.
2) Κατάχρηση διαδικασίας
145 Η Affish υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ακολούθησε τη διαδικασία του άρθρου 11 της οδηγίας 91/493, και εξέδωσε την επίδικη πράξη, αποστέλλοντας στην Ιαπωνία την ομάδα των εμπειρογνωμόνων. Η διαδικασία αυτή, κατά την Affish, είχε ωστόσο ως στόχο τον καθορισμό ιδιαίτερων όρων εισαγωγής και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για την απαγόρευση των εισαγωγών δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας 90/675. ςΕτσι, θέτει νομίζω το ζήτημα κατά πόσον συντρέχει κατάχρηση διαδικασίας που θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στην αναγνώριση της ακυρότητας της αποφάσεως 95/119.
146 Η «κατάχρηση διαδικασίας», ως λόγος ακυρώσεως μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου, αποτελεί ειδική κατηγορία του ευρύτερου λόγου «κατάχρηση εξουσίας» (111). Σημαίνει ότι το αρμόδιο όργανο, καταστρατηγώντας τις σχετικές διατάξεις που προσδιόριζαν την ακολουθητέα διαδικασία για τη λήψη συγκεκριμένης αποφάσεως, ακολούθησε άλλη διαδικασία, που προβλέπεται για διαφορετικό σκοπό, και εξέδωσε την πράξη (112).
147 Ο λόγος αυτός της Affish δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Η Επιτροπή στο πλαίσιο των εξουσιών που διαθέτει, δυνάμει του άρθρου 19, της οδηγίας 90/675, μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσον συντρέχει σοβαρός λόγος υγειονομικού ελέγχου ή προστασίας της δημόσιας υγείας και να ενεργήσει αναλόγως, κάλλιστα δε μπορούσε να λάβει υπόψη της τα ανησυχητικά για τη δημόσια υγεία πορίσματα των εμπειρογνωμόνων τους οποίους η ίδια απέστειλε. VI - Πρόταση148 Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα που διατύπωσε το College van Beroep voor het bedrijfsleven η ακόλουθη απάντηση: «Από την προηγηθείσα ανάλυση δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος της αποφάσεως 95/119/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 1995, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν τα αλιευτικά προϋόντα προέλευσης Ιαπωνίας.»
(1) - ΕΕ 1995, L 80, σ. 56.
(2) - ΕΕ 1990, L 373, σ. 1.
(3) - ΕΕ 1994, L 336, σ. 40.
(4) - ΕΕ 1994, L 336, σ. 3.
(5) - ΕΕ 1991, L 268, σ. 15.
(6) - Το κεφάλαιο V του παραρτήματος, στο οποίο γίνεται παραπομπή, στην παράγραφο 3, στοιχείο δδ, αφορά τον υγειονομικό έλεγχο και την εποπτεία των συνθηκών παραγωγής.
(7) - ΕΕ 1993, L 79, σ. 80.
(8) - ΕΕ 1994, L 366, σ. 34.
(9) - Από 1ης Ιουλίου 1995, η απόφαση 93/185 αντικαταστάθηκε από την απόφαση 95/328/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση της υγειονομικής πιστοποίησης των αλιευτικών προϋόντων προελεύσεως τρίτων χωρών που δεν καλύπτονται ακόμα από μία ειδική απόφαση (ΕΕ 1995, L 191, σ. 32). H διάρκεια ισχύος της ορίσθηκε για δύο έτη. Στo άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης ορίσθηκε ότι οι παρτίδες των εισαγομένων στην Κοινότητα αλιευτικών προϋόντων: α) πρέπει να προέρχονται από εγκατάσταση που έχει εγκριθεί και επιθεωρηθεί από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας, και β) να συνοδεύονται από ένα πρωτότυπο αριθμημένο υγειονομικό πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι οι υγειονομικοί όροι παραγωγής, χειρισμού, μεταποίησης, συσκευασίας και αναγνώρισης των προϋόντων είναι τουλάχιστον ισοδύναμοι με αυτούς που καθορίζονται στην οδηγία 91/493. Καθόρισε δε το υπόδειγμα του υγειονομικού πιστοποιητικού σε παράρτημά της.
(10) - ΕΕ 1995, L 53, σ. 30.
(11) - Οδηγία που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 2.
(12) - Η Επιτροπή, στις γραπτές παρατηρήσεις που κατάθεσε (σημείο 10), εξηγεί ότι όσον αφορά την Ιαπωνία, οι ιδιαίτεροι όροι εισαγωγής των αλιευτικών προϋόντων, για τους οποίους γίνεται λόγος στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/493, δεν έχουν ακόμη καθορισθεί. Την 22α Μαρτίου 1995, οι ιαπωνικές αρχές ανακοίνωσαν στην Επιτροπή κατάλογο ογδόντα εγκεκριμένων εγκαταστάσεων. Εφόσον πραγματοποιούνταν οι έλεγχοι που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/493, και αφού πρώτα η Επιτροπή εξήταζε και ενέκρινε το σύστημα ελέγχου των εγκαταστάσεων αυτών, τότε θα μπορούσε να καθορίσει τους ιδιαίτερους όρους εισαγωγής των εν λόγω προϋόντων. Ως τότε όμως οι ιαπωνικές αρχές δεν εξέδιδαν υγειονομικά πιστοποιητικά για εξαγόμενα στην Κοινότητα αλιευτικά προϋόντα παρά μόνον για προϋόντα προερχόμενα από εγκαταστάσεις που πληρούσαν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 91/493. Η ομάδα των κοινοτικών εμπειρογνωμόνων εστάλη επιτόπου προκειμένου να διαπιστώσει τις συνθήκες που επικρατούσαν στις αλιευτικές εγκαταστάσεις στην Ιαπωνία, ώστε, στη συνέχεια, να καθορισθούν οι ιδιαίτεροι όροι για την εισαγωγή αλιευτικών προϋόντων από τη χώρα αυτή. Μετά τα αρνητικά πορίσματα στα οποία κατέληξαν, που διατυπώθηκαν σε έκθεση της 4ης Απριλίου 1995, και τη συνακόλουθη έκδοση της επίμαχης αποφάσεως 95/119 της Επιτροπής, οι ιαπωνικές αρχές ανέστειλαν την έκδοση υγειονομικών πιστοποιητικών από τις αρχές Μαου 1995. Την 7η Αυγούστου 1995, ανεκοίνωσαν στην Επιτροπή νέο κατάλογο δύο εγκεκριμένων εγκαταστάσεων. Την 7η Σεπτεμβρίου 1995, ανεκοίνωσαν ότι ενέκριναν τέσσερις επιπλέον εγκαταστάσεις. Χανάρχισαν δε να εκδίδουν υγειονομικά πιστοποιητικά μόνο για προϋόντα προερχόμενα από αυτές τις εγκαταστάσεις.
(13) - Το σημείο 2 της εκθέσεως, το οποίο αφορά τις εγκαταστάσεις μεταποιήσεως οστράκων Saint-Jacques, έχει ολόκληρο ως ακολούθως: «Δεκατρείς εγκαταστάσεις περιλαμβάνονται στον πίνακα που υπέβαλαν οι ιαπωνικές αρχές. Στο χρονικό διάστημα της επισκέψεως των κοινοτικών υπαλλήλων ανακοινώθηκε ότι πέντε εγκαταστάσεις λειτουργούσαν, ενώ οι υπόλοιπες επτά βρίσκονταν σε περιοχές όπου η συλλογή των οστράκων δεν είχε αρχίσει εξαιτίας των καιρικών συνθηκών. Από τις πέντε αυτές εγκαταστάσεις η αποστολή επέλεξε να επισκεφθεί τρεις, προσδιορίζοντάς τις την ημέρα της αφίξεώς της στο Τόκιο (27 Μαρτίου). Μερικές ώρες αργότερα η αποστολή πληροφορήθηκε ότι μία από αυτές τις τρεις ήταν κλειστή. Ωστόσο, η αποστολή επέμεινε να πραγματοποιήσει μια σύντομη επίσκεψη, από την οποία αποκαλύφθηκε ότι η ενλόγω εγκατάσταση δεν ικανοποιούσε τις κοινοτικές απαιτήσεις. 2.1. Οι μέθοδοι ελέγχου με βάση τις βιοτοξίνες (DSP και PSP), που χρησιμοποιούνται από τα επίσημα και τα εγκεκριμένα ιδιωτικά εργαστήρια, δεν είναι πλήρως εναρμονισμένες. 2.2. Από τις επίσημες μεθόδους ελέγχου προέκυψε ότι το προς εξέταση όργανο δεν είναι η ωοθήκη (όπως αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής της 8ης Απριλίου 1994) αλλά ο μυς, στον οποίο δεν γίνεται συγκέντρωση βιοτοξινών. 2.3. Σε δύο από τις τρεις εγκαταστάσεις τις οποίες επισκέφθηκε, η αποστολή βρήκε σε ψυγεία χαρτοκιβώτια περιέχοντα πλαστικές σακούλες κατεψυγμένων οστράκων Saint-Jacques (περιλαμβάνοντα μυς και ωοθήκη) φέρουσες την ένδειξη σε γαλλική γλώσσα "Καταψύχθηκε στις 10 Απριλίου 1990, ανάλωση μέχρι τις 10 Απριλίου 1992". 2.4. Το σύστημα που χρησιμοποιείται για την εξακρίβωση των προϋόντων που μεταποιήθηκαν με ορισμένη μέθοδο δεν μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα διαπράξεως απάτης σχετικά με προϋόντα που προέρχονται από μη εγκεκριμένες εγκαταστάσεις. 2.5. Οι τρεις εγκαταστάσεις τις οποίες επισκέφθηκε η αποστολή δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις σχετικά με τη δομή, τον εξοπλισμό και την υγιεινή, όπως αυτές καθορίζονται με την οδηγία 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου. Γι' αυτό, η αποστολή της Ιαπωνίας στις Βρυξέλλες ανακοίνωσε με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1994 ότι οι δεκατρείς εγκαταστάσεις πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις από την ημερομηνία αυτή και στο εξής. ςΕλαβαν προσωρινή έγκριση για το διάστημα από 8 Απριλίου 1994 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1994 με σκοπό να παρασχεθεί η δυνατότητα πραγματοποιήσεως των αναγκαίων βελτιώσεων ώστε να πληρούνται στο εξής οι κοινοτικές προϋποθέσεις.»
(14) - Απόφαση που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 1.
(15) - Η απαγόρευση αυτή ήρθη αργότερα μόνον μερικώς. Συγκεκριμένα, το κείμενο του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε, από την απόφαση 95/537/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 1995 (ΕΕ 1995, L 304, σ. 51), από το ακόλουθο κείμενο: «Tα κράτη μέλη απαγορεύουν την εισαγωγή των δίθυρων μαλακίων, εχινοδέρμων, χιτωνοφόρων και θαλασσίων γαστεροπόδων υπό οποιαδήποτε μορφή και αν είναι, προέλευσης Ιαπωνίας.»
(16) - Το άρθρο 2 της απόφασης 95/119 έχει ως εξής: «Καταργείται η απόφαση 94/206/ΕΚ της Επιτροπής». Η απόφαση αυτή 94/206, της 8ης Απριλίου 1994 (ΕΕ 1994, L 99, σ. 44), τροποποίησε για δεύτερη φορά την απόφαση 92/91/ΕΟΚ της Επιτροπής (ΕΕ 1992, L 32, σ. 37), σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας όσον αφορά τα όστρακα Saint-Jacques καταγωγής Ιαπωνίας, επιτρέποντας και πάλι την εισαγωγή τους στην Κοινότητα. Με την απόφαση 92/91, της 6ης Φεβρουαρίου 1992, απαγορεύθηκε η εισαγωγή κτενίων καταγωγής Ιαπωνίας. Η απόφαση αυτή 92/91 τροποποιήθηκε από την απόφαση 92/293/ΕΟΚ της Επιτροπής (ΕΕ 1992, L 155, σ. 39), η οποία είχε επεκτείνει την απαγόρευση σε όλα τα δίθυρα μαλάκια και θαλάσσια γαστερόποδα καταγωγής Ιαπωνίας.
(17) - Stcrt 1995, σ. 74.
(18) - Stcrt 1994, σ. 86.
(19) - Συμφωνία που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 3.
(20) - ΕΕ 1994, L 336, σ. 1.
(21) - Το άρθρο 4 της Συμφωνίας, με τίτλο «Ισοδυναμία», αναφέρει τα εξής: 1. Τα μέλη αποδέχονται τα μέτρα υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας άλλων μελών ως ισοδύναμα, ακόμα και αν τα εν λόγω μέτρα διαφέρουν από τα δικά τους ή από αυτά που εφαρμόζονται από άλλα μέλη για το εμπόριο του ιδίου προϋόντος, σε περίπτωση που το εξάγον μέλος αποδεικνύει αντικειμενικά στο εισάγον μέλος ότι με τα μέτρα του επιτυγχάνεται το κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας του εισάγοντος μέλους. Για το σκοπό αυτό, δίδεται εύλογη πρόσβαση, μετά από αίτηση, στο εισάγον μέλος για έλεγχο, δοκιμές και άλλες σχετικές διαδικασίες. 2. Τα μέλη, μετά από αίτησή τους, προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με σκοπό τη σύναψη διμερών και πολυμερών συμφωνιών για την αναγνώριση της ισοδυναμίας συγκεκριμένων μέτρων υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας.
(22) - Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, οι αλιευόμενοι ιχθύες μεταποιούνται εν πλω σε ημιπροϋόντα, τα «σουρίμι», τα οποία υφίστανται περαιτέρω επεξεργασία στα ιαπωνικά εργοστάσια· το προϋόν που προκύπτει μετά την επεξεργασία αυτή είναι το «καμαμπόκο».
(23) - Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-143/88 και C-92/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-415, σκέψεις 16 επ.). Οι προϋποθέσεις που έθεσε σε αυτήν το Δικαστήριο διευκρινίσθηκαν στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, υπόθεση C-466/93, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-3799, σκέψεις 35 επ.).
(24) - Μάλιστα, η κατάσταση σε μία από αυτές κρίθηκε ως «προσήκουσα».
(25) - H Eπιτροπή εκπροσωπήθηκε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση σε μεταγενέστερη δίκη στο ίδιο δικαστήριο, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, (αφορούσε την απαγόρευση εισαγωγής νέων παρτίδων «καμαμπόκο», δυνάμει της αποφάσεως 95/119), επί της οποίας εξεδόθη απόφαση, με ημερομηνία 24 Αυγούστου 1995.
(26) - Απόφαση που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 23.
(27) - Πρόκειται για τον έλεγχο εγγράφων, τον έλεγχο ταυτότητας και, τέλος, τον φυσικό έλεγχο.
(28) - Τούτο υπενθυμίζουν στις παρατηρήσεις τους η Ιταλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση.
(29) - Απόφαση που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 23.
(30) - Ο εθνικός δικαστής τονίζει ότι οι λοιποί λόγοι που προβάλλει η Affish κατά του κύρους της αποφάσεως πρέπει να αναχθούν, υπό το φως των προϋποθέσεων του άρθρου 19 της οδηγίας 90/675, στο δυσανάλογο χαρακτήρα του επίμαχου μέτρου. Νομίζω ότι απαιτείται να εξετασθούν διεξοδικά όλοι οι λόγοι που προβάλλει η Affish έστω και αν ο εθνικός δικαστής δεν λαμβάνει θέση επί συγκεκριμένου λόγου. Η νομολογία του Δικαστηρίου είναι, νομίζω, εν προκειμένω σαφής. Στην απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 103/77 και 145/77, Royal Scholten-Honig (Holdings) Ltd (Συλλογή τόμος 1978, σ. 627, σκέψεις 16 και 17), το Δικαστήριο δέχθηκε να ελέγξει το κύρος κοινοτικού κανονισμού επί τη βάσει των λόγων ακυρώσεως που πρόβαλλε ο αιτών στην κύρια δίκη, επειδή ο εθνικός δικαστής ρωτούσε κατά τρόπο γενικό αν ο ενλόγω κανονισμός είναι έγκυρος.
(31) - Ο εθνικός δικαστής, εξάλλου, είχε καλέσει την Επιτροπή να εκθέσει τις απόψεις της κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ασχέτως αν η Επιτροπή δεν μπόρεσε να παραστεί. ίΟπως αναφέρθηκε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, μπορούν να αναφερθούν κάποια παραδείγματα περιπτώσεων (παραδείγματος χάριν, στο Ηνωμένο Βασίλειο), όπου ο εθνικός δικαστής κάλεσε το κοινοτικό όργανο να το διαφωτίσει σχετικά με τους λόγους που το οδήγησαν στην έκδοση μιας πράξεώς του.
(32) - Βλ. παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1978, υπόθεση 70/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 455, σκέψη 57), της 16ης Δεκεμβρίου 1992, υπόθεση C-114/91, Claeys (Συλλογή 1992, σ. I-6559, σκέψη 21 εν συνδυασμώ προς τη σκέψη 10), και της 18ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-280/91, Viessmann (Συλλογή 1993, σ. Ι-971, σκέψη 17) και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. F. Jacobs επί της υποθέσεως αυτής (σημείο 14).
(33) - Η άποψη αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η μόνη σύμφωνη προς τη λογική του άρθρου 177 της Συνθήκης και ερείδεται στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει αποφανθεί επανειλημμένα ότι η αποστολή που του έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο του άρθρου 177, συνίσταται στη συμβολή του στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών [βλ. τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1981, υπόθεση 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 21), της 8ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-231/89, Gmurzynska-Βscher (Συλλογή 1990, σ. Ι-4003, σκέψη 20), της 28ης Μαρτίου 1995, υπόθεση C-346/93, Kleinwort Benson (Συλλογή 1995, σ. Ι-615, σκέψη 24), και την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, υπόθεση C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 60)], και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμοδοτήσεων επί γενικών και υποθετικών ζητημάτων, που δεν σχετίζονται με την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς· βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Foglia (σκέψεις 18 και 20) και την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1983, υπόθεση 149/82, Robards (Συλλογή 1983, σ. 171, σκέψη 19). Πρβλ. επίσης και την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-422/93, C-423/93 και C-424/93, Zabala (Συλλογή 1995, σ. Ι-1567, σκέψη 29).
(34) - Υπενθυμίζω ότι, κατά την εκδίκαση του αιτήματος της Affish ο εθνικός δικαστής προσκάλεσε την Επιτροπή να παρουσιάσει τις απόψεις της αλλά για άσχετους με την υπόθεση λόγους η τελευταία εμποδίσθηκε να το πράξει. Αντιθέτως, αυτό συνέβη κατά την εκδίκαση μεταγενέστερου ενδίκου βοηθήματος της Affish ομοίου περιεχομένου ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου.
(35) - Στην πράξη αυτό θα σήμαινε ότι το δικαίωμα αμύνης θα κατοχυρωνόταν υπέρ του Κοινοβουλίου, εφόσον η πράξη του παρήγε νομικά αποτελέσματα ή εκδιδόταν με τη διαδικασία της συναπόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 189 Β της Συνθήκης, του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Ευρωπαϋκής Κεντρικής Τράπεζας.
(36) - Απόφαση που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 23.
(37) - Εξάλλου, μένει πάντοτε ανοιχτή η δυνατότητα του εθνικού δικαστή να ζητήσει από το κοινοτικό όργανο που εξέδωσε την πράξη πληροφορίες για να έχει σαφή εικόνα του πραγματικού πλαισίου της εκκρεμούσης ενώπιόν του διαφοράς· βλ., ενδεικτικά, τη διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, υπόθεση C-2/88 Imm., Zwartveld κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-3565).
(38) - Κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία η Affish υποστήριξε ότι ο υποτιθέμενος κίνδυνος λόγω ελλείψεων από υγειονομική άποψη των αλιευτικών εγκαταστάσεων είναι πολύ μικρός διότι οι ιχθύες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή προϋόντων «σουρίμι» αλιεύονται στην Αλάσκα και τον Καναδά ενώ καθαρίζονται και μεταποιούνται εν πλω σε ημιπροϋόντα.
(39) - Οσον αφορά τις εξουσίες της Επιτροπής σε αυτόν τον τομέα, το Δικαστήριο, έχει αποφανθεί σχετικά στην υπόθεση «επιχείρηση βούτυρο των Ξριστουγέννων»· απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, υπόθεση 27/85, Vandemoortele κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1129, σκέψη 14). Συγκεκριμένα, στην απόφαση αυτή, σχετική με την έκταση της εκτελεστικής αρμοδιότητας που αναγνωρίζεται καταρχήν στην Επιτροπή στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, το Δικαστήριο απεφάνθη (σκέψη 14) ότι «από την οικονομία της Συνθήκης, στην οποία πρέπει να ενταχθεί το άρθρο 155, καθώς και από τις ανάγκες της πρακτικής συνάγεται ότι η έννοια της εκτέλεσης πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά». Και επεξήγησε: «Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που είναι σε θέση να παρακολουθεί διαρκώς και με προσοχή την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να οδηγηθεί να της αναθέσει στον τομέα αυτό ευρείες εξουσίες εκτίμησης και δράσης. Στην περίπτωση αυτή τα όρια της αρμοδιότητας αυτής πρέπει να κριθούν ιδίως υπό το πρίσμα των ουσιωδών γενικών στόχων της οργάνωσης της αγοράς». ςΟσον αφορά τις ευρείες εξουσίες του Συμβουλίου στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, βλ. ενδεικτικά την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, υπόθεση C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-881, σκέψη 18), σχετική με κρατικές ενισχύσεις στον αμπελοοινικό τομέα και τις σχετικές προτάσεις μου σε αυτήν, καθώς επίσης και την παλαιότερη απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313, σκέψη 25).
(40) - Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής δε σημαίνει και ανυπαρξία ελέγχου των αποφάσεων που λαμβάνει κάνοντας χρήση των αρμοδιοτήτων που της παρέχονται. Διότι επεκτείνοντας υπερβολικά τις αόριστες νομικές έννοιες που περιέχει η παράγραφος 1 του άρθρου 19, ο προσδιορισμός των οποίων αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, θα καταλήγαμε στην ανισχυροποίησή τους λόγω της υπερβολικής διευρύνσεώς τους. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να υπαγάγουμε οιαδήποτε εκδήλωση ασθενείας ή επιζωοτία, ή οποιαδήποτε κατάσταση στις έννοιες αυτές, διότι με αυτό τον τρόπο θα αλλοιώναμε το περιεχόμενό τους με αποτέλεσμα οι ενλόγω αόριστες νομικές έννοιες να έχουν ονομαστική μόνο αξία, χωρίς ουσιαστικά δεσμευτικό περιεχόμενο και, τελικά, χωρίς ιδιαίτερη πρακτική χρησιμότητα.
(41) - Συγκεκριμένα, κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/675, «είναι σκόπιμο να προβλεφθεί καθεστώς διασφάλισης· (...), στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να αναλαμβάνει δράση, ιδίως με επιτόπου μεταβάσεις και με τη θέσπιση των κατάλληλων μέτρων προς αντιμετώπιση της κατάστασης».
(42) - Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι, κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/493, η εν λόγω οδηγία εκδόθηκε με σκοπό, εκτός των άλλων, και «για να εξασφαλιστεί, ιδιαιτέρως, η αρμονική λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των προϋόντων αλιείας».
(43) - Δηλαδή, όταν το αποφασίζον όργανο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, το Δικαστήριο, μη έχοντας την εξουσία να υποκαταστήσει την εκτίμηση του αποφασίζοντος οργάνου, εν προκειμένω της Επιτροπής, με τη δική του εκτίμηση, θα πρέπει να φθάσει σε βαθμό εύλογης βεβαιότητας, ενόψει και των αποδεικτικών στοιχείων που κατέθεσαν τα μέρη, ότι δεν υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής του ευχέρειας· επομένως, δεν υπάρχει πρόδηλη πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά, η οποία θα επιδρούσε επί του κύρους της αποφάσεως, ούτε εσφαλμένη υπαγωγή σε μια αόριστη νομική έννοια, η απόφαση δεν ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας, δεν συντρέχει προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση αυτών των περιστατικών, η δε αιτιολογία είναι νόμιμη· βλ. την ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1980, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου (σκέψη 25), την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, υπόθεση 166/78, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 247, σκέψη 14) και την αναφερθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 18). Πρβλ. επίσης το σημείο Α, in fine, των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. J. Gand, στην υπόθεση 8/65, Acciaierie e Ferriere Pugliesi κατά Ανώτατης Αρχής ΕΚΑΞ, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1966 (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 241).
(44) - Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, υπόθεση C-353/92, Ελλάδα κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-3411, σκέψη 19), της 13ης Οκτωβρίου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-63/90 και C-67/90, Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-5073, σκέψη 16), της 9ης Νοεμβρίου 1995, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (ΙΙ), που ήδη αναφέρθηκε στην υποσημείωση 23 (σκέψη 16), και της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, που μνημονεύθηκε ήδη στην υποσημείωση 39 (σκέψη 29).
(45) - Βλ. την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-4023, σκέψη 29) και την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855, σκέψη 28).
(46) - Βλ. τις προτάσεις του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 36/59 έως 38/59 και 40/59, «Prδsident» κ.λπ. κατά Ανώτατης Αρχής EKAX, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Ιουλίου 1960 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 529).
(47) - Βλ. ενδεικτικά και τις αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1984, υπόθεση 185/83, Rijksuniversiteit te Groningen (Συλλογή 1984, σ. 3623, σκέψη 38)· της 26ης Ιουνίου 1986, υπόθεση 203/85, Nicolet Instrument (Συλλογή 1986, σ. 2049, σκέψη 10)· της 8ης Ιουνίου 1989, υπόθεση 167/88, Association gιnιrale des producteurs de blι et autres cιrιales (Συλλογή 1989, σ. 1653, σκέψη 34)· της 6ης Ιουλίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-121/91 και C-122/91, CT Control και JCT Benelux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3873, σκέψη 31).
(48) - Κατά την Affish, το το άρθρο 19 θέτει ένα διπλό κριτήριο αναλογικότητας, αφού επιτάσσει αφενός να αιτιολογούνται τα λαμβανόμενα μέτρα, και αφετέρου να γίνεται η επιλογή του μέτρου σε σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση.
(49) - Ούτε ο εθνικός δικαστής ούτε η Αffish αμφισβητούν την αξιοπιστία των πορισμάτων τα οποία διατύπωσε η ομάδα των εμπειρογνωμόνων για τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις που επισκέφθηκε.
(50) - Βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 265/87, Schrδder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21), της 13ης Νοεμβρίου 1990, Fedesa κ.λπ., που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 45 (σκέψη 12), και τις μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1996, υπόθεση C-295/94, Hόpeden (σκέψη 14) και της ιδίας μέρας, υπόθεση C-296/94, Pietsch (σκέψη 15).
(51) - Βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1989, Schrδder που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 50 (σκέψη 22), της 13ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-331/88, Fedesa κ.λπ. που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 45 (σκέψη 14), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, υπόθεση C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-5064, σκέψεις 89 και 90).
(52) - Διάταξη της 12ης Ιουλίου 1996, στην υπόθεση C-180/96 R, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή.
(53) - Σκέψη 63.
(54) - Σκέψη 63· βλ. και την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 45 (σκέψη 12).
(55) - Οι ανεπάρκειες του υγειονομικού ελέγχου, όπως τόνισε η Επιτροπή στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, οφείλονται στο νομικό καθεστώς που ισχύει στην Ιαπωνία. Συγκεκριμένα, ενώ οι κεντρικές αρχές θέτουν γενικούς κανόνες προς τους οποίους οφείλουν όλες οι περιφερειακές αρχές να συμμορφώνονται, εν τούτοις δεν υπάρχει κεντρικός έλεγχος κατά πόσον διασφαλίζεται η τήρησή τους από τις αποκεντρωμένες υγειονομικές αρχές σε επίπεδο νομών.
(56) - Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, υπόθεση C-269/90, Technische Universitδt Mόnchen (Συλλογή 1991, σ. I-5469), σχετική με τη χορήγηση δασμολογικής ατέλειας για επιστημονική συσκευή που εισάγεται στην Κοινότητα για τον λόγο ότι δεν υπάρχει κοινοτική συσκευή ισοδύναμης επιστημονικής αξίας. Το Δικαστήριο αφού αναφέρει (σκέψη 21) ότι: «Η Επιτροπή δέχθηκε ότι ακολούθησε πάντοτε τις γνώμες της ομάδας εμπειρογνωμόνων, δεδομένου ότι δεν διαθέτει άλλες πηγές πληροφορήσεως για τις οικείες συσκευές», δέχθηκε (σκέψη 22) ότι: «Υπό τις συνθήκες αυτές, η ομάδα εμπειρογνωμόνων μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή της μόνον αν αποτελείται από πρόσωπα που κατέχουν τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις στους διαφόρους τομείς χρήσεως των επιμάχων επιστημονικών συσκευών ή αν τα μέλη αυτής της ομάδας συμβουλεύουν εμπειρογνώμονες που έχουν αυτές τις γνώσεις».
(57) - Πρβλ. την απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, υπόθεση C-413/92, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-3781, σκέψη 13), αφορώσα ενίσχυση για τη μεταποίηση αποκορυφωμένου γάλακτος σε τυρίνη και τυρινικά άλατα. Σε αυτήν την υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στο πλαίσιο του ελέγχου που οφείλει να διενεργεί ο αρμόδιος εθνικός οργανισμός παρεμβάσεως, η έννοια της «διαρκούς εποπτείας» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 756/70 της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1970, περί της χορηγήσεως ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα το οποίο μεταποιείται για παρασκευή τυρίνης και τυρινικών αλάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 80), συνεπάγεται ότι, όταν από τους επισήμους ελέγχους διαπιστώνεται ότι ορισμένες από τις παρτίδες που εγκρίθηκαν κατά τους εσωτερικούς ελέγχους που διενήργησε η επιχείρηση μεταποιήσεως δεν ανταποκρίνονται, στην πραγματικότητα, στις προδιαγραφές του ενλόγω κανονισμού και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χορηγηθεί για τις παρτίδες αυτές ενίσχυση, οι εθνικές αρχές οφείλουν είτε να προβαίνουν σε συμπληρωματικούς ελέγχους, ώστε να εξακριβώνουν αν οι υπόλοιπες παρτίδες για τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση είναι πράγματι σύμφωνες προς τις προδιαγραφές του κανονισμού, είτε να συνάγουν, σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, συμπεράσματα διά της επαγωγικής μεθόδου.
(58) - Στην απόφαση της 20ής Μαου 1992, υπόθεση C-385/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3225), αφορώσα την εκκαθάριση λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ), το Δικαστήριο ερεύνησε τη νομιμότητα της σχετικής αποφάσεως της Επιτροπής, που εκδόθηκε μετά τη διενέργεια δειγματοληπτικού ελέγχου και έκρινε ότι «η Επιτροπή έχει μεν την υποχρέωση να εφαρμόζει κατάλληλες και αξιόπιστες μεθόδους ελέγχου, πλην όμως, (...), το προσφεύγον κράτος μέλος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι οι μέθοδοι που ακολούθησε η Επιτροπή δεν ήταν ούτε οι κατάλληλες για τον προς διενέργεια έλεγχο ούτε αξιόπιστες ως προς τα αποτελέσματα» (σκέψη 25).
(59) - Πρβλ. την ανάλυση στην οποία προβαίνει στα σημεία 34 επόμενα των προτάσεών του ο γενικός εισαγγελέας κ. C. Gulmann, στην προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 58 υπόθεση C-385/89, Eλλάδα κατά Επιτροπής.
(60) - Πρβλ. την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-161/90 και C-162/90, Petruzzi (Συλλογή 1991, σ. Ι-4845, σκέψεις 17 και 18), η οποία αφορούσε δειγματοληπτικούς ελέγχους ως προς τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του ελαιολάδου.
(61) - Και το φυσικότερο είναι να επιλέγουν από εκείνες που αντιπροσωπεύουν τον μέσο όρο τουλάχιστον αν όχι τις καλύτερες.
(62) - Τούτο διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου.
(63) - Το Δικαστήριο δέχθηκε κάτι ανάλογο στην διάταξη της 12ης Ιουλίου 1996, επί της υποθέσεως C-180/96 R, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπή, η οποία ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 52. Συγκεκριμένα, δέχθηκε (σκέψη 68) ότι «αν το μέτρο της απομονώσεως καλύπτει ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο και όχι μία ή περισσότερες συγκεκριμένες περιοχές, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ασθένεια, που χωρίς αμφιβολία εντοπίστηκε πριν από πολλά χρόνια, έχει επεκταθεί σε ολόκληρο το εθνικό έδαφος και ότι, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται ικανοποιητικά η ταυτότητα όλων των ζώων, ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί η προέλευσή τους ή να αποδειχθεί αν, σε κάποια χρονική στιγμή της ζωής τους, ανήκαν σε αγέλη στην οποία σημειώθηκαν κρούσματα ΣΕΒ. Συναφώς το Ηνωμένο Βασίλειο ανέφερε κατά τη συνεδρίαση ότι έχουν καταγραφεί μόνο τα ζώα που προσβλήθηκαν από ΣΕΒ ή για τα οποία υπάρχουν σχετικές υπόνοιες και δεν αμφισβήτησε τον αριθμό που προέβαλε η Επιτροπή των 11 000 κρουσμάτων ΣΕΒ σε ζώα, η αγέλη καταγωγής των οποίων δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί.» Πρβλ. σχετικά και τη σκέψη 75 της ιδίας διατάξεως.
(64) - Οπως αναφέρει η Επιτροπή, ανά την υφήλιο ο έλεγχος στο στάδιο της παραγωγής θεωρείται ο ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετωπίσεως αυτών των προβλημάτων. Τούτο συμβαίνει και στο πλαίσιο του διεθνούς κώδικα τροφίμων της Οργανώσεως Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (ΟΤΤ, FAO).
(65) - Στο παράρτημα της οδηγίας 91/493 παρατηρούμε ότι τίθενται προδιαγραφές για τα πλοία-εργοστάσια, προδιαγραφές κατά και μετά την εκφόρτωση, γενικές προδιαγραφές για τις χερσαίες εγκαταστάσεις, ειδικές προδιαγραφές για το χειρισμό των προϋόντων αλιείας στις εγκαταστάσεις ξηράς, ρυθμίζεται το πώς πρέπει να γίνεται ο υγειονομικός έλεγχος και να ασκείται η εποπτεία των συνθηκών παραγωγής, τίθενται κανόνες για τη συσκευασία, την αναγνώριση, την αποθήκευση και τη μεταφορά των προϋόντων αυτών.
(66) - Αλλωστε είναι χαρακτηριστικό της σημασίας που αποδίδεται στους ελέγχους στο στάδιο της παραγωγής ότι, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/493, τα αλιευτικά προϋόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες, πρέπει να πληρούν τους ιδιαίτερους όρους εισαγωγής. Ο καθορισμός των όρων αυτών γίνεται, μεταξύ άλλων, και μετά από επιτόπιο έλεγχο των όρων παραγωγής, αποθηκεύσεως και αποστολής των προοριζόμενων για την Κοινότητα προϋόντων.
(67) - Οπως εύστοχα τόνισε η Φινλανδική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της, αυτή η εξουσία της Επιτροπής είναι εξαιρετικά σημαντική, ιδίως για τις μικρές χώρες της Κοινότητας, οι οποίες δεν διαθέτουν τα αναγκαία μέσα για να προβαίνουν στους αναγκαίους υγειονομικούς ελέγχους.
(68) - Στην γνωστή «υπόθεση της μπανάνας» (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 51, σκέψη 78), το Δικαστήριο αφού τόνισε ότι η ελεύθερη άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, υπενθύμισε ότι η αρχή αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά πρέπει να νοείται σε σχέση προς την κοινωνική της λειτουργία. Επομένως, στην ελευθερία ασκήσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί, ιδίως στο πλαίσιο κοινής οργανώσεων αγορών, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί αντιστοιχούν πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος επιδιωκομένους από την Κοινότητα και δεν συνιστούν, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη παρέμβαση που να θίγει την ίδια την υπόσταση των ανωτέρω αναγνωρισμένων δικαιωμάτων· βλ. ομοίως και τις αποφάσεις, της 11ης Ιουλίου 1989, Schrδder, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 50 (σκέψη 15), της 13ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 18), και της 10ης Ιανουαρίου 1992, υπόθεση C-177/90, Kόhn (Συλλογή 1992, σ. I-35, σκέψη 16).
(69) - Το Δικαστήριο στην «υπόθεση των τρελών αγελάδων», C-180/96 R, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 52, προβαίνοντας στη στάθμιση των αντικρουομένων συμφερόντων, απέρριψε την αίτηση του Ηνωμένου Βασιλείου για την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΕΕ 1996, L 78, σ. 47). Συγκεκριμένα, έκρινε (σκέψεις 91 έως 93) ότι: «Βεβαίως από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι πιθανολογείται η πρόκληση ζημίας σε εμπορικά και κοινωνικά συμφέροντα από τη διατήρηση εν τω μεταξύ της απαγορεύσεως των εξαγωγών και ότι η ζημία αυτή θα ήταν κατά ένα μέρος δύσκολο να αποκατασταθεί αν γινόταν δεκτή η κύρια προσφυγή». Και συνέχισε: «Η ζημία αυτή όμως δεν μπορεί να υποσκελίσει τη σοβαρή βλάβη στο επίπεδο της δημόσιας υγείας που θα μπορούσε να προκαλέσει η αναστολή εκτελέσεως της επίδικης απόφασης, ζημία η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας προσφυγής». Κατέληξε δε ότι: «Πράγματι, η ασθένεια Creutzfeldt-Jakob, και ειδικότερα η μορφή της που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη στους επιστήμονες (...). Λόγω του γεγονότος ότι η πλέον πιθανή εξήγηση αυτής της θανατηφόρας ασθένειας είναι η έκθεση στη ΣΕΒ, δεν επιτρέπεται κανένας δισταγμός. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει μεν τις οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες που δημιουργεί για το Ηνωμένο Βασίλειο η απόφαση της Επιτροπής, πλην όμως δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την υπέρτερη σπουδαιότητα της προστασίας της υγείας». (η υπογράμμιση είναι δική μου).
(70) - Βλ. ενδεικτικά την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1992, υπόθεση C 311/90, Hierl (Συλλογή 1992, σ. Ι-2061, σκέψη 18) και πρβλ. τις αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1978, Royal Scholten-Honig (Holdings) Ltd, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 30 (σκέψεις 25 έως 27), της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, υπόθεση 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 10), της 17ης Μαου 1988, υπόθεση 84/87, Erpelding (Συλλογή 1988, σ. 2647, σκέψη 29), της 21ης Φεβρουαρίου 1989, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 13) και της 15ης Φεβρουαρίου 1996, υπόθεση C-63/93, Fintan Duff (Συλλογή 1996, σ. Ι-569, σκέψη 26).
(71) - Υπενθυμίζω ότι η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής δημοσιεύθηκε την 7η Απριλίου 1995. Η ολλανδική Warenwetregeling, η οποία εξεδόθη προς συμμόρφωση των Κάτω Ξωρών στην απόφαση φέρει ημερομηνία 13 Απριλίου 1995, και η ισχύς της άρχισε τη 15η Απριλίου 1995.
(72) - Βλ. την απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996, Fintan Duff, η οποία ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 70 (σκέψη 20), και τα σημεία 23 επόμενα των προτάσεών μου στην υπόθεση αυτή. Πρβλ. και τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λ.π. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 30), και της 10ης Ιανουαρίου 1992, Kόhn, που ήδη αναφέρθηκε στην υποσημείωση 68 (σκέψη 13).
(73) - Απόφαση Fintan Duff, ήδη μνημονευθείσα στη υποσημείωση 70 (σκέψη 20).
(74) - Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση Kόhn, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 68 (σκέψη 14).
(75) - Πρβλ. την απόφαση της 5ης Μαου 1981, υπόθεση 112/80, Dόrbeck (Συλλογή 1981, σ. 1095), σχετική με την προσωρινή αναστολή της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας επιτραπέζιων μήλων καταγωγής Ξιλής, όπου το Δικαστήριο δέχθηκε (σκέψη 50) ότι «ενόψει (...) των αναγκών που προκάλεσαν την προσωρινή αναστολή των εισαγωγών, η θέσπιση μεταβατικών μέτρων που θα εξαιρούσαν από την αναστολή αυτή τις συμβάσεις που είχαν ήδη συναφθεί θα απογύμνωνε το μέτρο διασφαλίσεως από κάθε πρακτικό αποτέλεσμα, ανοίγοντας την αγορά επιτραπέζιων μήλων σε τέτοια έκταση εισαγωγών, που θα ήταν δυνατό να θέσει σε κίνδυνο την αγορά αυτή».
(76) - Εξάλλου το άρθρο 191, παράγραφος 3, της Συνθήκης, ορίζει ότι οι αποφάσεις κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους και αποκτούν ενέργεια με την κοινοποίησή τους.
(77) - Συμφωνία που ήδη αναφέρθηκε στην υποσημείωση 3.
(78) - Το Δικαστήριο παγίως τονίζει ότι στη διάταξη περί παραπομπής πρέπει να παρέχονται οι αναγκαίες πληροφορίες για το κανονιστικό και το πραγματικό πλαίσιο της υποθέσεως ώστε να μπορούν τα κράτη μέλη και οι άλλοι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου· βλ., ενδεικτικά, τις διατάξεις της 20ής Μαρτίου 1996, υπόθεση C-2/96, Sunino (Συλλογή 1996, σ. Ι-1543, σκέψη 5) και της 23ης Μαρτίου 1995, υπόθεση C-458/93, Saddik (Συλλογή 1995, σ. Ι-511, σκέψη 12), καθώς και την απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6).
(79) - Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν θέτει εμπόδιο στην εξέταση ενός λόγου τον οποίο επικαλείται ο διάδικος ενώ δεν θέτει ευθέως ο εθνικός δικαστής· βλ. την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, Royal Scholten-Honig (Holdings) Ltd, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 30 (σκέψεις 16 και 17). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει ορισμένες φορές ερμηνεύσει διατάξεις των οποίων την ερμηνεία δεν ζήτησε ρητώς το εθνικό δικαστήριο, και έχει κρίνει κατά πόσον οι διατάξεις των οποίων το κύρος αμφισβητούσε ο εθνικός δικαστής ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις τις οποίες ερμήνευε με δική του πρωτοβουλία το Δικαστήριο, αλλά πάντα τούτο γινόταν με σκοπό η διδόμενη απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά να είναι χρήσιμη στον εθνικό δικαστή· βλ. παραδείγματος χάριν, τις ήδη μνημονευθείσες στην υποσημείωση 32 αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1978, Simmenthal (σκέψη 57), της 16ης Δεκεμβρίου 1992, Claeys (σκέψη 21 εν συνδυασμώ προς τη σκέψη 10), και της 18ης Μαρτίου 1993, Viessmann (σκέψη 17).
(80) - Παραδείγματος χάριν, αυτό δέχθηκε το Δικαστήριο ερευνώντας τα αποτελέσματα συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου μεταξύ της Κοινότητας και της Πορτογαλίας στην απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, υπόθεση 104/81, Kupferberg (Συλλογή 1982, σ. 3641, σκέψη 23). Βλ. ομοίως τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 51 (σκέψεις 105 έως 110), της 12ης Δεκεμβρίου 1972, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21/72 έως 24/72, International Fruit Company (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 279, σκέψεις 19 έως 29), και της 6ης Μαρτίου 1983, υπόθεση 266/81, SIOT (Συλλογή 1983, σ. 731, σκέψη 28).
(81) - Βλ. την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 51 (σκέψη 109). Πρβλ. και τις παλαιότερες αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1972, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21/72 έως 24/72, International Fruit Company, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 80 (σκέψεις 19 έως 29), της 24ης Οκτωβρίου 1973, υπόθεση 9/73, Schlόter (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 709, σκέψεις 28 έως 30), και της 6ης Μαρτίου 1983, SIOT που αναφέρθηκε στην υποσημείωση 80 (σκέψη 28).
(82) - Πρβλ. επιπλέον και την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1995, υπόθεση C-469/93, Chiquita Italia (Συλλογή 1995, σ. Ι-4533, σκέψεις 26 έως 29).
(83) - Συμφωνία που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 4.
(84) - Πρβλ. την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, υπόθεση C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή (σκέψη 52).
(85) - Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, Kupferberg, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 80 (σκέψη 17).
(86) - Βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1972, Ιnternational Fruit Company, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 80 (σκέψη 21) και της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου, που αναφέρθηκε στην υποσημείωση 51 (σκέψη 106).
(87) - Βλ. ενδεικτικά την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 51 απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου (σκέψη 110).
(88) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 51 (σκέψη 110).
(89) - Βλ. την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 51 (σκέψη 111) και τις παλαιότερες της 22ας Ιουνίου 1989, υπόθεση 70/87, Fediol κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 1781) και της 7ης Μαου 1991, υπόθεση C-69/89 Nakajima κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2069).
(90) - EE 1994, L 336, σ. 11.
(91) - Γενικότερα, γι' αυτό το ακανθώδες ζήτημα, βλ., παραδείγματος χάριν, τα άρθρα του Paolo Mengozzi, «Les droits des citoyens de l'union europιenne et l'applicabilitι directe des accords de Marrakech», στην Revue du Marchι Unique Europιen, 1994, τεύχος 4, σ. 165-174, και του C. W. A. Timmermans, «L'Uruguay Round: sa mise en oeuvre par la Communautι europιenne», στην Revue du Marchι Unique Europιen, 1994, τεύχος 4, σ. 175-193.
(92) - Βεβαίως, η νέα ΓΣΔΕ περιλαμβάνει ένα νέο μηχανισμό για την επίλυση των διαφορών μεταξύ μελών, που έχει οιονεί δικαστική μορφή, παρέχοντας μεγαλύτερη ασφάλεια στον τομέα της εφαρμογής των συστάσεων και των αποφάσεων του συσταθέντος Οργάνου επιλύσεως των διαφορών (εφεξής: ΟΕΔ), που δεν παρείχε η παλαιά ΓΣΔΕ. Πρόκειται για το Παράρτημα 2 της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ, που περιέχει το Μνημόνιο συμφωνίας για τους κανόνες και τις διαδικασίες που διέπουν την επίλυση των διαφορών (ΕΕ 1994, L 336, σ. 234). Εν τούτοις, το πνεύμα των διαπραγματεύσεων που χαρακτήριζε την παλαιά ΓΣΔΕ δεν απουσιάζει από την νέα ΓΣΔΕ. ΕΕτσι, εξακολουθεί να προβλέπεται η δυνατότητα να μπορούν τα μέρη να παρέχουν αντισταθμιστικά ανταλλάγματα ή να αναστέλλουν τις παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις τους (άρθρο 22, παράγραφος 1, του Μνημονίου), για να επιλύσουν διαφορές ή για να αποφύγουν τη δημιουργία τους. Ο οιονεί δικαστικός χαρακτήρας του ΟΕΔ μειώνεται εξάλλου και λόγω του γεγονότος ότι στο άρθρο IX, της Συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ, το οποίο τιτλοφορείται «Λήψη των αποφάσεων», παρά το γεγονός ότι καθιερώνεται η πρακτική της λήψεως αποφάσεων με συναίνεση, που καθιέρωσε η ΓΣΔΕ του 1947 (παράγραφος 1), προβλέπεται ότι μόνο η υπουργική συνδιάσκεψη και το Γενικό Συμβούλιο των εκπροσώπων όλων των μερών, δηλαδή πολιτικά (διακυβερνητικά) όργανα, έχουν εξουσία να προβαίνουν σε ερμηνεία της Συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ και των πολυμερών εμπορικών συμφωνιών (παράγραφος 2). Εξάλλου, εξακολουθεί να προβλέπεται η δυνατότητα να μπορεί κάποιο μέρος να τροποποιεί ή να ανακαλεί τις αναλήψεις υποχρεώσεών του [άρθρο ΞΞΙ της Γενικής Συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATTS), η οποία παρατίθεται ως Παράρτημα 1 Β, της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ (ΕΕ 1994, L 336, σ. 190)]. Είναι χαρακτηριστικό αυτού του χαλαρού πνεύματος και η πρόβλεψη στα άρθρα XX της εν λόγω Συμφωνίας η δυνατότητα καθορισμού πινάκων συγκεκριμένων υποχρεώσεων από κάθε μέλος, τις οποίες αναλαμβάνει σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά μέλους από υπηρεσίες και φορείς υπηρεσιών άλλου μέλους. Στο πλαίσιο της νέας ΓΣΔΕ προβλέπεται σε περίπτωση που ανακύψει κάποια διαφορά και αφού ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στο μνημόνιο διαδικασία επιλύσεως των διαφορών, η δυνατότητα συνάψεως συμφωνιών για αμοιβαία αποδεκτά αντισταθμιστικά ανταλλάγματα (άρθρο 22, παράγραφοι 2 και 3, του μνημονίου). Επίσης, στο άρθρο 8, παράγραφος 2 της Συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης (παρατίθεται ως τμήμα του Παραρτήματος 1 Α, της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ, ΕΕ 1994, L 336, σ. 184), ενώ περιορίζει, κατά κάποιο τρόπο τη δυνατότητα κάποιου μέλους να λάβει μέτρα διασφαλίσεως για να αποτραπεί λόγω μεγάλων εισαγωγών η πρόκληση σοβαρής ζημίας στον εγχώριο κλάδο παραγωγής ομοειδών ή ευθέως ανταγωνιστικών προϋόντων (άρθρο 2), επιτρέπει τη δυνατότητα λήψεως τέτοιων μέτρων (με παροχή κατάλληλου εμπορικού ανταλλάγματος προς αντιστάθμιση των αρνητικών συνεπειών του μέτρου για την εμπορική δραστηριότητα των ενδιαφερομένων μερών, και μάλιστα μειώσεως των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τη ΓΣΔΕ του 1994 (άρθρο 8· πρβλ. επίσης και το άρθρο 5). Συγκεκριμένα, προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής της εφαρμογής ανάλογης εκτάσεως παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων που ισχύουν βάσει της ΓΣΔΕ του 1994 για το εμπόριο που διεξάγει ένα μέλος με το μέλος που προέβη στην εφαρμογή του μέτρου διασφαλίσεως. Επίσης, παραμένει η δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων διασφαλίσεως σε εξαιρετικές περιστάσεις (άρθρο 6). Βέβαια, η εφαρμογή μέτρων διασφαλίσεως επιτρέπεται για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο για να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής ζημίας ή να αρθούν οι αρνητικές της συνέπειες ή να διευκολυνθεί η αναγκαία προσαρμογή (άρθρο 7), και πάντως όχι πάνω από οκτώ έτη (άρθρο 7, παράγραφος 3), αλλά νομίζω ότι αυτό δεν αλλάζει την εικόνα της χαλαρότητας που δίνει και η ΓΣΔΕ του 1994. Πρβλ. και τις επιφυλάξεις που διατυπώνει, προς την ίδια κατεύθυνση, επ'αυτού του ζητήματος ο C. W. A. Timmermans, στο άρθρο του, το οποίο μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 91, σ. 178 και επ.
(93) - Στην απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1976, υπόθεση 87/75, Bresciani (Συλλογή τόμος 1976, σ. 57, σκέψη 25), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Συμβάσεως Συνδέσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των Κρατών της Αφρικής και της Μαγαδασκάρης που έχουν συνδεθεί με την Κοινότητα αυτή, η οποία υπογράφηκε στο Yaoundι στις 20 Ιουλίου 1963, το οποίο παρέπεμπε ρητά στο άρθρο 13 της Συνθήκης, έχει άμεσο αποτέλεσμα, επομένως, γεννά υπέρ των πολιτών δικαίωμα μη πληρωμής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς σε ένα κράτος μέλος, δικαίωμα το οποίο οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια της Κοινότητας, δεδομένου ότι «η υποχρέωση αυτή είναι σαφής και δεν συνοδεύεται από καμιά ρητή ή σιωπηρή επιφύλαξη εκ μέρους της Κοινότητος». Στην απόφαση της 29ης Απριλίου 1982, υπόθεση 17/81, Pabst (Συλλογή 1982, σ. 1331), σχετική με τη συμφωνία συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελλάδoς, που υπεγράφη στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 1961, συνήφθη δε και εκυρώθη εν ονόματι της Κοινότητος με απόφαση του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1961 (JOCE 1963, αριθ. 26), το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 27) ότι από τη διατύπωση του άρθρου 53, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνδέσεως και τη φύση της εν λόγω συμφωνίας συνάγεται ότι η διάταξη «περιέχει μια σαφή και ρητή υποχρέωση, η εκτέλεση και τα αποτελέσματα της οποίας δεν εξαρτώνται από την έκδοση άλλης μεταγενεστέρας πράξεως». Συνέχισε δε: «Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 53, παράγραφος 1, έχει άμεση εφαρμογή». Και κατέληξε (σκέψη 28) ότι, ο ενδιαφερόμενος εισαγωγέας οινοπνευματωδών από άλλα κράτη μέλη ή από την Ελλάδα δύναται να επικαλείται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του άρθρου 53, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνδέσεως με την Ελλάδα. Στην απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991, υπόθεση C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. Ι-199), σχετικό με το κατά πόσον έχουν άμεσο αποτέλεσμα διατάξεις της Συμφωνίας Συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και Βασιλείου του Μαρόκου, που υπεγράφη στα Rabat στις 27 Απριλίου 1976, συναφθείσα στο όνομα της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/010, σ. 130), το Δικαστήριο εξετάζοντας καταρχήν το γράμμα της (σκέψη 16), έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας, μπορούσε να έχει απευθείας εφαρμογή (σκέψη 23) και να γίνει επίκληση των διατάξεών της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, λόγω αφενός της φύσεως και του αντικειμένου της συμφωνίας και αφετέρου του περιεχομένου της διατάξεως, η οποία προσδιόριζε επαρκώς τόσο τους δικαιούχους ορισμένων κοινωνικής φύσεως παροχών όσο και τα δικαιώματά τους, δηλαδή είχε άμεσο αποτέλεσμα (σκέψεις 24 έως 29).
(94) - Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται είναι σαφείς: «τα μέλη εξασφαλίζουν» (άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3), «τα μέλη λαμβάνουν υπόψη» (άρθρο 5, παράγραφοι 2, 4 και 6), «οποιοδήποτε μέλος δύναται να εγκρίνει προσωρινά μέτρα», «τα μέλη επιδιώκουν» (άρθρο 5, παράγραφος 7).
(95) - Διαβάζουμε: «τα μέλη εξασφαλίζουν», «τα μέλη λαμβάνουν υπόψη»· η ρηματική έκφραση ενέχει, κατά τη γνώμη μου, θέση προστακτικής.
(96) - Το Δικαστήριο στην απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, υπόθεση C-277/94, Taflan-Met, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, χωρίς να αρνηθεί ότι η απόφαση 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους (ΕΕ 1983, C 110, σ. 60), δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, απάντησε στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ως εξής: «Καθόσον το Συμβούλιο δεν θεσπίζει τα απαραίτητα συμπληρωματικά μέτρα για τη θέση σε εφαρμογή της αποφάσεως 3/80, τα άρθρα 12 και 13 της αποφάσεως αυτής δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο έδαφος των κρατών μελών και, συνεπώς, δεν μπορούν να συνεπάγονται το δικαίωμα των ιδιωτών να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων». Βλ. επιπλέον και τις παλαιότερες αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 1991, Kziber που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 93 (σκέψη 15) και της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, υπόθεση 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 14).
(97) - Η ιδέα που συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου είναι ότι για όσο χρόνο η Κοινότητα δεν προέβη στη λήψη συναφών με τις υποχρεώσεις της από τη ΓΣΔΕ, αναγκαίων εκτελεστικών μέτρων, δεν θα μπορούσε να υποχρεωθεί δικαστικά προς τούτο από τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες. Θα μπορούσε επομένως να χρησιμοποιήσει τα μέσα που της προσέφερε η ΓΣΔΕ του 1947 και να διαπραγματευθεί μια λύση με το θιγόμενο τρίτο μέλος. Αν όμως εκτελούσε την υποχρέωσή της, τότε ιδία βουλήσει θα απεμπολούσε αυτή τη δυνατότητα, και οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να επικαλεσθούν ενώπιον των δικαστηρίων την επίμαχη διάταξη. Παραδείγματος χάριν, στην υπόθεση 70/87, Fediol κατά Επιτροπής, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 89, το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 20) ότι η εκτίμηση ότι τις διατάξεις της ΓΣΔΕ χαρακτηρίζει μεγάλη ελαστικότητα «δεν εμποδίζει, πάντως, το Δικαστήριο να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τους κανόνες της ΓΣΔΕ υπό το πρίσμα ορισμένης περιπτώσεως, προκειμένου να εξετάσει αν ορισμένες εμπορικές πρακτικές πρέπει να θεωρηθούν ασυμβίβαστες προς τους κανόνες αυτούς». Και κατέληξε: «Οι διατάξεις της ΓΣΔΕ έχουν δικό τους περιεχόμενο που πρέπει να συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε διά της ερμηνευτικής οδού ενόψει της εφαρμογής τους». Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε διότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2641/84 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1984, για την ενίσχυση της κοινής εμπορικής πολιτικής, ιδίως στον τομέα της άμυνας κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών (ΕΕ 1984, L 252, σ. 1), παρείχε στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες το δικαίωμα να επικαλούνται τις διατάξεις της ΓΣΔΕ στην καταγγελία που υποβάλλουν στην Επιτροπή, προκειμένου να αποδειχθεί ο αθέμιτος χαρακτήρας των εμπορικών πρακτικών, από τις οποίες θεωρούσαν ότι ζημιώνονταν. Στην υπόθεση C-69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου, η οποία μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 89, σχετική με το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1988, L 209, σ. 1), το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα αμφισβητήσεως, του κανονισμού αυτού λόγω αντιθέσεως προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ που καταρτίσθηκε το 1979 στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ με σκοπό τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου VI της εν λόγω ΓΣΔΕ, δεν προϋποθέτει ότι η εν λόγω συμφωνία επάγεται άμεσα αποτελέσματα. Η δυνατότητα αυτή υφίσταται επειδή η ΓΣΔΕ δεσμεύει την Κοινότητα και ότι γίνεται παγίως δεκτό ότι, θεσπίζοντας τον βαλλόμενο κανονισμό, η Κοινότητα αποσκοπούσε στην εκπλήρωση των διεθνών της υποχρεώσεων (πρβλ. τις σκέψεις 28 έως 31). Τη νομολογιακή αυτή γραμμή ακολούθησε το Δικαστήριο και στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου, που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 51 (σκέψη 111).
(98) - Η Επιτροπή παρατηρεί ότι υφίσταται διαφωνία της Κοινότητας με τους εμπορικούς της συναλλασσομένους για το ερώτημα αν υπάρχουν «επαρκείς» επιστημονικές αποδείξεις για την απαγόρευση της χρήσεως ορμονών στην κτηνοτροφία και το ζήτημα εκκρεμεί ενώπιον ειδικής ομάδας του ΠΟΕ στη Γενεύη.
(99) - Τούτο φαίνεται σαφώς στο άρθρο ΞΞΙV, παράγραφος 12, όπως έχει σύμφωνα με το Μνημόνιο Συμφωνίας για την ερμηνεία του άρθρου ΞΞΙV της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (ΕΕ 1994, L 336, σ. 16), όπου ορίζεται ότι: «13. Κάθε μέλος φέρει την πλήρη ευθύνη στο πλαίσιο της GATT του 1994 για την τήρηση όλων των διατάξεων της GATT του 1994 και υποχρεούται να λαμβάνει εύλογα μέτρα, στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατό, ώστε να εξασφαλίζει την εφαρμογή τους εκ μέρους των περιφερειακών και τοπικών διοικήσεων και αρχών στο έδαφός του».
(100) - ΕΕ 1994, L 336, σ. 22.
(101) - Το άρθρο 14 έχει ως εξής: «Τα μέλη συμφωνούν να θέσουν σε ισχύ τη συμφωνία για την εφαρμογή υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών μέτρων».
(102) - Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της Συμφωνίας για τη γεωργία που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 100, τα μέλη είναι «αποφασισμένα (...) να έλθουν σε συμφωνία επί των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών θεμάτων».
(103) - Πρβλ. την αυστηρή κριτική του Kαθηγητή Paolo Mengozzi, στο άρθρο του, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση, κατά της εισδοχής της εν λόγω αιτιολογικής σκέψεως στην απόφαση 94/800 (σ. 168 και επ.), ο οποίος, εξάλλου, τάσσεται υπέρ της άμεσης εφαρμογής (εννοώντας το άμεσο αποτέλεσμα) των διατάξεων της νέας ΓΣΔΕ, θεωρώντας ότι στην αντίθετη περίπτωση θα κινδύνευε η ίδια η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου στα εθνικά δίκαια (σ. 174).
(104) - Βλ., ενδεικτικά, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, Γερμανία κατά Συμβουλίου (κυρίως σκέψεις 106 έως 108), η οποία ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 51.
(105) - Επιπλέον, η Επιτροπή, για να αιτιολογήσει την ύπαρξη αυτής της αιτιολογικής σκέψεως στην απόφαση 94/800 προβάλλει ότι και άλλα συμβαλλόμενα μέλη (οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς) θεωρούσαν ότι η ΓΣΔΕ του 1994 δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα. Επομένως, τούτο αιτιολογεί γιατί δεν θα πρέπει να παράγει παρόμοια αποτελέσματα ούτε για την Κοινότητα, ελλείψει αμοιβαιότητας. Θεωρώ ότι το επιχείρημα αυτό προβάλλεται αλυσιτελώς για την εξέταση του ζητήματος αν παράγονται ή όχι άμεσα αποτελέσματα από τη Συμφωνία, διότι, δεν συνοδεύεται από σχετικά αποδεικτικά στοιχεία και, επιπλέον, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο: «Κατά τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου, τα μέρη οφείλουν να εκτελούν με καλή πίστη κάθε συμφωνία. Ενώ κάθε συμβαλλόμενο μέρος ευθύνεται για την πλήρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει, έχει απεναντίας την ευχέρεια να προσδιορίζει τα κατάλληλα νομικά μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού στην έννομη τάξη του, εκτός αν η συμφωνία, ερμηνευομένη εν όψει του αντικειμένου και του στόχου της, προσδιορίζει η ίδια τα μέσα αυτά. Με την τελευταία αυτή επιφύλαξη, αν τα δικαστήρια του ενός από τα μέρη κρίνουν ότι ορισμένες διατάξεις της συμφωνίας έχουν απ' ευθείας εφαρμογή, ενώ τα δικαστήρια του άλλου μέρους δεν δέχονται αυτή την απ' ευθείας εφαρμογή, το γεγονός αυτό δεν δύναται να συνιστά καθ' εαυτό έλλειψη αμοιβαιότητος κατά την εκτέλεση της συμφωνίας»· βλ. την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, Kupferberg, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 80 (σκέψη 18).
(106) - Βλ. την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Γερμανίας, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 84 (σκέψη 52). Το Δικαστήριο, εξάλλου, στις αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995, υπόθεση C-70/94, Werner (Συλλογή 1995, σ. Ι-3189, σκέψη 23) και της 17ης Οκτωβρίου 1995, υπόθεση C-83/94, Leifer κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-3231, σκέψεις 23 και 24), ερμήνευσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2603/69 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1969, περί θεσπίσεως κοινού καθεστώτος εξαγωγών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 101), υπό το πρίσμα διατάξεως του άρθρου ΞΙ της ΓΣΔΕ, «το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκεί επιρροή στην ερμηνεία κοινοτικής πράξεως ρυθμίζουσας το διεθνές εμπόριο».
(107) - Η Επιτροπή αναφέρει ότι η επιτροπή του Kώδικα Τροφίμων δημοσιεύει κώδικες πρακτικών οι οποίοι συνιστώνται διεθνώς, κυρίως στον τομέα των αλιευτικών προϋόντων. Επίσης, τονίζει ότι δύο βασικές αρχές που συνάγονται από τις κατά καιρούς συστάσεις της επιτροπής είναι η ανάλυση των ενδεχομένων κινδύνων για τη δημόσια υγεία που εμφανίζονται κατά το στάδιο της παραγωγής και ο έλεγχος των κρίσιμων σημείων του σταδίου παραγωγής.
(108) - H Eπιτροπή επισημαίνει ότι η Ιαπωνία ουδέποτε έθεσε θέμα συμφωνίας της επίμαχης αποφάσεως 95/119 με τη Συμφωνία. Μάλιστα, μετά τις αρνητικές παρατηρήσεις της ομάδας των εμπειρογνωμόνων και την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής, οι ιαπωνικές αρχές ανέστειλαν την έκδοση υγειονομικών πιστοποιητικών από τις αρχές Μαου 1995. Την 7η Αυγούστου 1995, ανεκοίνωσαν στην Επιτροπή νέο κατάλογο δύο εγκεκριμένων εγκαταστάσεων. Την 7η Σεπτεμβρίου 1995, ανεκοίνωσαν ότι ενέκριναν τέσσερις επιπλέον εγκαταστάσεις. Χανάρχισαν δε να εκδίδουν υγειονομικά πιστοποιητικά μόνο για προϋόντα αλιείας προερχόμενα από αυτές τις εγκαταστάσεις.
(109) - Βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1990, υπόθεση C-323/88, Sermes (Συλλογή 1990, σ. Ι-3027, σκέψη 33) και της 7ης Μαου 1991, Nakajima κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 89 (σκέψη 134).
(110) - Πρβλ. την παρόμοια συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στην «υπόθεση των τρελών αγελάδων»· η οποία ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 52 (σκέψη 62).
(111) - Βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1958, υπόθεση 2/57, Compagnie des Hauts Fourneaux de Chasse κατά Ανώτατης Αρχής ΕΚΑΞ (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 231), και της 21ης Ιουνίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 32/87, 52/87 και 57/87, ISA κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 3305, σκέψη 19). Στην απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, υπόθεση C-225/91, Μatra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3203, σκέψη 25) το Δικαστήριο ρητά αναφέρει ότι ελέγχει και την κατάχρηση διαδικασίας.
(112) - Πρβλ. και την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση Fedesa κ.λπ., που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 45 (σκέψη 24), καθώς επίσης και τα σημεία 68 έως 70 των προτάσεών μου στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 39 υπόθεση C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
Full & Egal Universal Law Academy