Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg συνδέεται άρρηκτα με την πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατόπιν των γεγονότων του 1989, τα οποία κατέληξαν στην ενοποίηση της Γερμανίας.
2 Οι αναταραχές αυτές εκδηλώθηκαν με μεταβολές στην έννομη τάξη, η έκταση των οποίων αποδείχθηκε πολλές φορές αβέβαιη, ιδίως όσον αφορά τις συναλλαγές εμπορικής φύσεως που βρίσκονταν εν εξελίξει όπως στην υπό κρίση περίπτωση.
3 Η υπόθεση που υποβλήθηκε στην κρίση σας αφορά την εξαγωγή, πριν από τη γερμανική ενοποίηση, από τη Λαϋκή Δημοκρατία της Γερμανίας (στο εξής: ΛΔΓ) προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (στο εξής: ΟΔΓ), βοοειδών (στο εξής: ζώα, προϋόντα ή εμπορεύματα) τα οποία επρόκειτο στη συνέχεια να εξαχθούν προς τη Σοβιετική Ένωση. Πρόκειται στην ουσία για το αν η επιχείρηση που προέβη στην εξαγωγή αυτή μπορεί να αξιώσει να της χορηγηθούν επιστροφές κατά την εξαγωγή, με το αιτιολογικό ότι η καταγωγή των ζώων κατέστη κοινοτική λόγω της ενοποιήσεως, η οποία χώρησε κατά την αποθήκευσή τους στην ΟΔΓ.
I - Τα πραγματικά περιστατικά, η εθνική διαδικασία και το προδικαστικό ερώτημα
4 Στις 9 Μαου 1990, η εταιρία A. Moksel AG, με έδρα τη Βαυαρία, αγόρασε 20 000 περίπου βοοειδή από ανατολικογερμανική εταιρία, προκειμένου να σφαγούν στην ΟΔΓ, για να επανεξαχθούν στη συνέχεια προς τη Σοβιετική Ένωση.
5 Στις 15 Μαου 1990, η A. Moksel έλαβε από τις αρμόδιες αρχές της Άνω Βαυαρίας άδεια διαμετακομίσεως παρέχουσα τη δυνατότητα σφαγής των ζώων στην ΟΔΓ, η οποία χορηγήθηκε υπό την προϋπόθεση υπαγωγής των ζώων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως μέχρι την εξαγωγή του κρέατος και των σφαγίων.
6 Η εισαγωγή στην ΟΔΓ 3 500 περίπου από τα ζώα αυτά πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο από τις 24 Μαου έως τις 22 Ιουνίου 1990. Τα ζώα αυτά, και στη συνέχεια τα προϋόντα της σφαγής, παρέμειναν, όπως προβλέφθηκε, υπό τελωνειακό έλεγχο (καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως).
7 Δυνάμει της Συνθήκης (Staatsvertrag) που υπογράφηκε στις 18 Μαου 1990 από την ΟΔΓ και τη ΛΔΓ, εγκαθιδρύθηκε οικονομική και νομισματική ένωση μεταξύ των δύο Γερμανιών. Μετά την εγκαθίδρυση «de facto γεωργικής ενώσεως» την 1η Αυγούστου 1990, η Συνθήκη περί ενοποιήσεως της Γερμανίας τέθηκε σε ισχύ στις 3 Οκτωβρίου 1990 (1).
8 Στις 10 Ιανουαρίου 1991, η A. Moksel συμπλήρωσε τις διατυπώσεις εξαγωγής των σφαγίων προς την πρώην Σοβιετική Ένωση και, στις 15 Ιανουαρίου 1991, υπέβαλε στο Hauptzollamt Hamburg-Jonas αίτηση καταβολής επιστροφών κατά την εξαγωγή.
9 Με απόφαση της 10ης Απριλίου 1991, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas αρνήθηκε να καταβάλει τις αιτούμενες επιστροφές. Η A. Moksel άσκησε, επομένως, προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Hamburg, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριό σας το ακόλουθο ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87, της 27ης Νοεμβρίου 1987, όπως διορθώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1988, σε συνδυασμό με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ την έννοια ότι στις εν λόγω διατάξεις εμπίπτουν επίσης προϋόντα τα οποία εισήχθησαν από την πρώην Λαϋκή Δημοκρατία της Γερμανίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά την περίοδο μεταξύ 24 Μαου και 22 Ιουνίου 1990, βάσει κατ' εξαίρεση αδείας μεταποιήσεως υπό διαμετακόμιση εμπορευμάτων, και τα οποία εξήχθησαν στις 10 Ιανουαρίου 1991 προς τρίτο κράτος;»
10 Η διάταξη περί παραπομπής παρέχει τη δυνατότητα διευκρινίσεως του σημείου ως προς το οποίο ο Γερμανός δικαστής επιθυμεί να διαφωτιστεί ειδικότερα. Κατά το γερμανικό δικαστήριο, «για τα βοοειδή καταγωγής ΛΔΓ και για τα εξ αυτών λαμβανόμενα προϋόντα δεν χορηγείται, καταρχήν, επιστροφή κατά την εξαγωγή (...)» (2). Το ερώτημά του αφορά επομένως ενδεχόμενη μεταβολή του καθεστώτος των εμπορευμάτων η οποία θα προέκυπτε από την τροποποίηση του δικαίου κατόπιν της ενοποιήσεως της ΛΔΓ και της ΟΔΓ (3). Αυτή ακριβώς η πτυχή της υποθέσεως, που αφορά τη διαχρονική εφαρμογή του νόμου, πρέπει να εξετασθεί.
II - Το κανονιστικό πλαίσιο
11 Ο λόγος υπάρξεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή έγκειται στις τιμές των γεωργικών προϋόντων των κρατών μελών, οι οποίες είναι γενικώς υψηλότερες των τιμών της παγκόσμιας αγοράς. Προσαρμόζονται, επομένως, για λόγους οικονομικής ανταγωνιστικότητας, στις τιμές που εφαρμόζουν οι τρίτες χώρες, πράγμα το οποίο καθιστά, κατά συνέπεια, αναγκαία την πρόβλεψη αντισταθμίσεων χορηγουμένων υπό τη μορφή επιστροφών κατά την εξαγωγή, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των οποίων μας απασχολούν σήμερα.
12 Το δίκαιο που εφαρμόζεται στον τομέα αυτό καθορίζεται από πολλά νομοθετικά κείμενα, τα οποία έχουν θεσπιστεί κυρίως υπό τη μορφή κοινοτικών κανονισμών.
13 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (4), ορίζει τα εξής:
«Κατά το μέτρο που απαιτείται για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των προϋόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 βάσει των τιμών των προϋόντων αυτών στη διεθνή αγορά, η διαφορά μεταξύ των τιμών αυτών και των τιμών εντός της Κοινότητας δύναται να καλυφθεί από μια επιστροφή κατά την εξαγωγή.»
14 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών (5), διαλαμβάνει τα εξής:
«Η επιστροφή καταβάλλεται όταν προσκομισθεί η απόδειξη ότι τα προϋόντα:
- έχουν εξαχθεί εκτός της Κοινότητος και
- είναι κοινοτικής καταγωγής, εκτός παρεκκλίσεως που αποφασίζεται δυνάμει του άρθρου 7.»
15 Το άρθρο 7 του κανονισμού 885/68 διευκρινίζει τα εξής:
«Εκτός παρεκκλίσεως, θεσπιζομένης κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27 του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 (6), δεν χορηγείται επιστροφή κατά την εξαγωγή προϋόντων, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού (7), τα οποία έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες και επανεξάγονται στις τρίτες χώρες.»
16 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (8), θέτει τον ακόλουθο κανόνα:
«Επιστροφή χορηγείται μόνο για προϋόντα που βρίσκονται σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης έστω και αν η συσκευασία δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές.»
17 Τέλος, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ορίζει τα εξής:
«Οι διατάξεις του κεφαλαίου 1, τμήμα πρώτο, και του κεφαλαίου 2 του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στα προϋόντα καταγωγής κρατών μελών, καθώς και στα προϋόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών.» (9)
18 Από τη σύγκριση των δύο τελευταίων κειμένων, αφενός, και των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 7 του κανονισμού 885/68, αφετέρου, προκύπτει αβεβαιότητα ως προς τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 885/68 περιορίζουν πράγματι τις επιστροφές μόνο στις εξαγωγές προϋόντων κοινοτικής καταγωγής και απαγορεύουν τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή προϋόντων που έχουν εισαχθεί από τρίτες χώρες, ενώ, κατά το άρθρο 8 του κανονισμού 3665/87, επιστροφές μπορούν επίσης να χορηγηθούν για την εξαγωγή προϋόντων προελεύσεως τρίτων χωρών τα οποία βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών.
19 Η αντίφαση αυτή μπορεί εντούτοις να αρθεί υπέρ του κανονισμού 3665/87 που εξέδωσε η Επιτροπή, χάρη στο τμήμα του άρθρου 7 του κανονισμού 885/68, το οποίο, καθόσον αφορά τη διαδικασία του άρθρου 27 του κανονισμού 805/68 (10), αναγνωρίζει ρητώς στην Επιτροπή το δικαίωμα παρεκκλίσεως από την αρχή της απαγορεύσεως των επιστροφών για τα προϋόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες.
20 Η Επιτροπή τροποποίησε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιστροφών κατά την εισαγωγή εφαρμόζοντας ακριβώς τη διαδικασία του άρθρου 27. Τούτο διότι στο διαδικαστικό αυτό πλαίσιο παραπέμπει επίσης το άρθρο 18, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του συνόλου του άρθρου 18, βάσει του οποίου, ακριβώς, εκδόθηκε ο κανονισμός 3665/87 (11).
21 Πράγματι, ο κανονισμός 3665/87, του οποίου το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να κατισχύσει των άρθρων 6 και 7 του κανονισμού 885/68, εκδόθηκε από την Επιτροπή βάσει του «κανονισμού (EΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1900/87, και ιδίως το άρθρο 16, παράγραφος 6, και το άρθρο 24, καθώς και των αντίστοιχων διατάξεων των άλλων κανονισμών περί κοινής οργανώσεως αγοράς για γεωργικά προϋόντα» (12). Οι «αντίστοιχες διατάξεις» στις οποίες παραπέμπει η φράση αυτή είναι, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρου 18, παράγραφος 6, του κανονισμού 805/68.
22 Επιπλέον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, ορίζοντας ότι «τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα (...) με τις γνώμες όλων των ενδιαφερομένων επιτροπών διαχείρισης», η τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87 αναφέρεται στη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως του βοείου κρέατος που προβλέπεται στο προπαρατεθέν άρθρο 27, επιβεβαιώνοντας κατά τον τρόπο αυτό ταυτοχρόνως την προσφυγή στην αντίστοιχη διαδικασία και το νομότυπο της διαδικασίας αυτής.
23 Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 3665/87, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα, εγκύρως, κατά τη γνώμη μου, τροποποίησε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως επιστροφών θεσπίζοντας τον κανόνα παρεκκλίσεως του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα προϋόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες.
24 Επομένως, νομίζω ότι ο κανόνας του κειμένου αυτού αποτελεί την κρίσιμη εν προκειμένω ρύθμιση, από την οποία προκύπτει ότι, για να μπορεί η A. Moksel να αξιώσει τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι τα ζώα μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν κοινοτική καταγωγή, λόγω της εντάξεως της ΛΔΓ στο κοινοτικό έδαφος, καίτοι η επίμαχη εμπορική συναλλαγή άρχισε πριν από την ενοποίηση της Γερμανίας, είτε ότι, εφόσον είναι καταγωγής ΛΔΓ, ήτοι τρίτης τότε χώρας, πληρούν τις προϋποθέσεις θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία που καθορίζει η Συνθήκη.
III - Επί της καταγωγής των εμπορευμάτων
25 Πριν από τον νομικό χαρακτηρισμό της καταγωγής των ζώων που εξάγονται προς τη Σοβιετική Ένωση πρέπει να καθοριστεί η καταγωγή τους από καθαρώς γεωγραφικής πλευράς.
A - Η γεωγραφική καταγωγή των ζώων
26 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της έννοιας της καταγωγής των εμπορευμάτων (13), ορίζει τα εξής:
«Θεωρούνται ως καταγόμενα από μία χώρα τα εμπορεύματα τα λαμβανόμενα εξ ολοκλήρου στη χώρα αυτή.»
27 Ειδικότερα, η παράγραφος 2, στοιχείο δδ, του κειμένου αυτού διευκρινίζει ότι:
«Ως εμπορεύματα λαμβανόμενα εξ ολοκλήρου σε μία χώρα νοούνται (...) τα προϋόντα τα προερχόμενα από ζώντα ζώα τα οποία εκτρέφονται στη χώρα αυτή.»
28 Δεν αμφισβητείται ότι η εκτροφή των ζώων, των οποίων το κρέας και τα σφάγια εξήχθησαν στη συνέχεια προς τη Σοβιετική Ένωση, πραγματοποιήθηκε στο έδαφος της ΛΔΓ.
29 Η επίδραση του τόπου σφαγής των ζώων, εν προκειμένω του εδάφους της ΟΔΓ, επί του καθορισμού της καταγωγής τους ρυθμίζεται στους κανονισμούς 802/68 και (ΕΟΚ) 3620/90 (14).
30 Το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68 ορίζει τα εξής:
«Εμπόρευμα, στην παραγωγή του οποίου παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ως καταγόμενο από τη χώρα όπου έγινε η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία οικονομικώς δικαιολογημένη που επραγματοποιήθη σε επιχείρηση εξοπλισμένη για τον σκοπό αυτόν και που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϋόντος ή ενός προϋόντος αντιπροσωπεύοντος σημαντικό στάδιο παραγωγής.»
31 Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 3620/90, η σφαγή των βοοειδών παρέχει «στα κρέατα και παραπροϋόντα σφαγίων, βρώσιμα, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα που προέρχονται από αυτά, την καταγωγή της χώρας όπου πραγματοποιήθηκε η σφαγή, μόνον αν έγινε μετά την πάχυνση των εν λόγω ζώων σ' αυτή τη χώρα κατά τη διάρκεια περιόδου τουλάχιστον τριών μηνών (...) για τα βοοειδή». Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε υποστηρίχθηκε από τους διαδίκους, ότι της σφαγής των ζώων προηγήθηκε περίοδος παχύνσεως στη ΛΔΑ μεγαλύτερης διαρκείας από την προβλεπόμενη στον κανονισμό αυτό.
32 Βάσει των προηγουμένων στοιχείων πρέπει να θεωρηθεί, όπως έκρινε το αιτούν δικαστήριο, ότι τα ζώα είναι καταγωγής ΛΔΓ.
33 Τίθεται επομένως το ερώτημα της επιδράσεως που είχε η ένταξη της ΛΔΓ στο κοινοτικό έδαφος επί της καταγωγής των βοοειδών.
B - Οι συνέπειες της συνθήκης περί ενοποιήσεως επί της καταγωγής των ζώων
34 Όπως υπενθύμισε το γερμανικό δικαστήριο, η ΛΔΓ δεν ανήκε στην Κοινότητα πριν από τη συνθήκη περί ενοποιήσεως. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 227 της Συνθήκης ΕΟΚ. Έχετε μάλιστα κρίνει, ως προς το ζήτημα των οικονομικών σχέσεων μεταξύ της ΛΔΓ και της Κοινότητας, όσον αφορά το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου (15), «ότι η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στο να απαλλάξει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου στο εσωτερικό γερμανικό εμπόριο [και] ότι η απαλλαγή που χορηγείται κατά τον τρόπο αυτό δεν σημαίνει ότι η Λαϋκή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελεί μέρος της Κοινότητας, αλλά ότι, ως έδαφος μη ανήκον στην Κοινότητα, απολαμβάνει ειδικού καθεστώτος» (16).
35 Η A. Moksel φρονεί εντούτοις ότι η αναφορά στη νομολογία Fleischkontor δεν είναι λυσιτελής, για τον λόγο ότι η απόφαση εκείνη αφορούσε πραγματική κατάσταση στην οποία τα προϋόντα προελεύσεως ΛΔΓ ήταν σαφώς καταγωγής της χώρας αυτής κατά τον χρόνο της εξαγωγής και της υποβολής της αιτήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση, κατά τα αντίστοιχα στάδια της σχετικής διαδικασίας, η ΛΔΓ δεν υφίστατο πλέον.
36 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, «Στις 3 Οκτωβρίου 1990 το αργότερο, ήτοι κατά την προσχώρηση της πρώην ΛΔΓ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μεταβλήθηκε αυτομάτως η καταγωγή όλων των εμπορευμάτων που προέρχονταν από την πρώην ΛΔΓ» και ότι «τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ απέκτησαν αυτομάτως την καταγωγή που τους προσδίδουν η έννομη τάξη του εδάφους το οποίο απορροφά τη ΛΔΓ και η κοινοτική έννομη τάξη, η οποία κατισχύει» (17). Αναφέρει ότι η μεταβολή του νομικού καθεστώτος του εδάφους της πρώην ΛΔΓ κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος της συνθήκης περί ενοποιήσεως, που διαπιστώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2684/90 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990 (18), «δεν υπόκειται σε εξαίρεση στον τελωνειακό τομέα, ιδίως όσον αφορά τις σχετικές με το τελωνειακό έδαφος και την καταγωγή των εμπορευμάτων διατάξεις» (19).
37 Η συνθήκη περί ενοποιήσεως είναι μεταγενέστερη της περιόδου κατά την οποία τα ζώα μεταφέρθηκαν στο έδαφος της ΟΔΓ, οπότε νομίζω ότι μόνο μια νομοθετική διάταξη με αναδρομική ισχύ μπορεί να προσδώσει στα εμπορεύματα, προελεύσεως ανατολικογερμανικού εδάφους προ της ενοποιήσεως, κοινοτική καταγωγή.
38 Πρέπει επομένως να εξεταστούν, προκειμένου να καθοριστεί η χρονική τους εμβέλεια, οι νομικοί κανόνες δυνάμει των οποίων το έδαφος της ΛΔΓ κατέστη αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού εδάφους.
39 Η ενσωμάτωση της ΛΔΓ στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας πραγματοποιήθηκε με την προπαρατεθείσα Συνθήκη της 31ης Αυγούστου 1990, το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, της οποίας ορίζει τα εξής:
«1) Από της ενάρξεως της εφαρμογής της προσχωρήσεως, τίθενται σε ισχύ επί του εδάφους [των Lδnder της ΛΔΓ] οι Συνθήκες περί των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων με τις τροποποιήσεις και συμπληρώσεις τους, καθώς και οι συμφωνίες, συνθήκες και αποφάσεις διεθνούς χαρακτήρα που έχουν τεθεί σε ισχύ σε σχέση με τις εν λόγω Συνθήκες.
2) Από της ενάρξεως της εφαρμογής της προσχωρήσεως, οι νομικές πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει των Συνθηκών περί των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων εφαρμόζονται επί του εδάφους [των Lδnder της ΛΔΓ], εκτός αν τα αρμόδια όργανα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων θεσπίσουν σχετικώς εξαιρέσεις. Οι εξαιρέσεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διοικητικές ανάγκες και να συμβάλλουν στην αποφυγή οικονομικών δυσχερειών.» (20)
40 Διατυπωμένη κατά τον τρόπο αυτό, η Συνθήκη καθιστά εφαρμοστέο το σύνολο της κοινοτικής νομοθεσίας στο έδαφος των Lδnder της ΛΔΓ από της προσχωρήσεως του κράτους αυτού στην ΟΔΓ. Ελλείψει διατάξεως αναγνωρίζουσας ότι παράγει αποτελέσματα επί των προγενεστέρων της ενάρξεως της ισχύος της νομικών καταστάσεων, πρέπει να θεωρηθεί, κατ' εμέ, ότι ισχύει μόνο για το μέλλον και δεν έχει, επομένως, αναδρομική ισχύ ικανή να επηρεάσει την καταγωγή των ζώων και το νομικό τους καθεστώς.
41 Ο προβαλλόμενος από την Α Moksel ισχυρισμός, ο οποίος προϋποθέτει ότι η καταγωγή των εμπορευμάτων που βρίσκονταν στο έδαφος της ΟΔΓ κατά τον χρόνο της ενοποιήσεως μεταβλήθηκε αναδρομικά, δεν στηρίζεται, κατά συνέπεια, σε καμία ρητή διάταξη της κοινοτικής νομοθεσίας. Όπως όμως έχετε ήδη κρίνει, για να παραγάγει τα αποτελέσματά της η αναδρομικότητα πρέπει να ορίζεται σαφώς: «η αρχή της ασφάλειας του δικαίου δεν επιτρέπει την αναδρομική εφαρμογή ενός κανονισμού και αυτό ανεξάρτητα από τις ευνοϋκές ή δυσμενείς συνέπειες που η εφαρμογή αυτή μπορεί να έχει για τον ενδιαφερόμενο, εκτός αν υπάρχει επαρκώς σαφής μνεία, είτε στη διατύπωσή του, είτε στους στόχους του, η οποία να επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός αυτός δεν ισχύει μόνο για το μέλλον» (21).
42 Ομοίως, συμφωνώ με τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Fennelly στην υπόθεση Allain, κατά τις οποίες, «Μολονότι η νομολογία σχετικά με την έλλειψη αναδρομικής ισχύος του κοινοτικού δικαίου αναφέρεται γενικώς στα μέτρα που λαμβάνονται από τα θεσμικά όργανα, η αρχή της ασφαλείας δικαίου αντιστρατεύεται εξίσου την αναγνώριση αναδρομικής ισχύος στην επανερμηνεία της Συνθήκης [ΕΚΑΞ] προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ενοποίηση της Γερμανίας» (22).
43 Επομένως, έστω και αν καθοριστεί κατά την ημερομηνία της εξαγωγής ή κατά την ημερομηνία της αιτήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή - συνεπώς μετά την ενοποίηση - η καταγωγή των ζώων, ελλείψει τροποποιητικού κανόνα, παραμένει αμετάβλητη.
44 Είναι αληθές ότι, στο από 24 Οκτωβρίου 1990 υπόμνημά της προς τις αντιπροσωπείες της επιτροπής διαχειρίσεως «Μηχανισμοί συναλλαγών» (23), η Επιτροπή εξέφρασε διαφορετική άποψη. Εντούτοις, νομίζω ότι το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να μεταβάλει το καθεστώς των εμπορευμάτων. Αφενός, ο παιδαγωγικός χαρακτήρας του, τον οποίο εκφράζει η μνεία ότι συνιστά «τη σύνοψη της νομικής καταστάσεως», του στερεί κάθε κανονιστική αξία. Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποβλέπει στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, η δράση της Κοινότητας, ελλείψει νομικής βάσεως στην οποία να στηρίζεται η αρμοδιότητά της, στερείται δικαιολογίας (24). Επομένως, το υπόμνημα δεν μπορεί να συνιστά παρέκκλιση από τις προπαρατεθείσες διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ και των κοινοτικών κανονισμών που εφαρμόζονται στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ δυνάμει της προπαρατεθείσας Συνθήκης της 31ης Αυγούστου 1990.
45 Άλλωστε, δεν μπορεί να προβληθεί παραβίαση της αρχής της ασφαλείας δικαίου, εφόσον το υπόμνημα που αναγνωρίζει δικαίωμα επιστροφής κατά την εξαγωγή συντάχθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1990, ενώ η απόφαση της A. Moksel να εξαγάγει τα ζώα προς τη Σοβιετική Ένωση, αφού προβεί στη σφαγή τους εντός της ΟΔΓ, ελήφθη, το αργότερο, στις 15 Μαου 1990 (25). Κατά συνέπεια, η προοπτική του ευεργετήματος των επιστροφών αυτών δυνάμει των δικαιωμάτων που περιγράφονται στο υπόμνημα δεν συνέβαλε στην οργάνωση της εμπορικής συναλλαγής.
46 Επομένως, δεν υφίστανται αμφιβολίες ως προς την καταγωγή των ζώων και κανένας ρητός και σαφής κανόνας ούτε καμία γενική αρχή επιτρέπουν, κατά τη γνώμη μου, την αναδρομική μεταβολή της. Κατά συνέπεια, εφόσον τα εμπορεύματα δεν έλκουν την καταγωγή τους από το κοινοτικό έδαφος, πρέπει, για να θεμελιωθεί δικαίωμα εισπράξεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή τις οποίες ζητεί η A. Moksel, να πληρούν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία.
IV - Ως προς το καθεστώς των εμπορευμάτων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία
47 Με τη θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία, προϋόν καταγωγής τρίτου κράτους μπορεί να τύχει της εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος ως εάν προερχόταν από κράτος μέλος.
48 Οι προϋποθέσεις του καθεστώτος αυτού καθορίζονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Θεωρούνται ότι ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους τα προϋόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, και για τα οποία δεν έχουν επιστραφεί ολικώς ή μερικώς αυτοί οι δασμοί και επιβαρύνσεις.»
49 Η A. Moksel ισχυρίζεται ότι τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στην ΟΔΓ πριν από τις 3 Οκτωβρίου 1990 έχουν το καθεστώς εμπορευμάτων ευρισκομένων σε ελεύθερη κυκλοφορία. Διατείνεται ότι στις σχέσεις μεταξύ των γερμανικών κρατών εφαρμοζόταν ένα ειδικό καθεστώς, αυτό που προκύπτει από το προπαρατεθέν πρωτόκολλο περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου, δυνάμει του οποίου τα εμπορεύματα που κυκλοφορούσαν μεταξύ των δύο αυτών χωρών δεν υπέκειντο σε καμία τελωνειακή διατύπωση. Κατά την προσφεύγουσα, η μεταβολή της καταγωγής λόγω της ενοποιήσεως επέφερε ταυτοχρόνως τη μετάβαση στο καθεστώς εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία τόσο για τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στο έδαφος της ΛΔΓ όσο και για τα εμπορεύματα, προηγουμένως καταγωγής ΛΔΓ, που είχαν υπαχθεί σε καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Φρονεί ότι «η μεταβολή του καθεστώτος που προκάλεσε υποχρεωτικά η ενοποίηση θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί μόνο με τη θέσπιση ειδικής διατάξεως του κοινοτικού δικαίου που να ορίζει ότι τα εμπορεύματα καταγωγής πρώην ΛΔΓ, που αποθηκεύτηκαν σε συγκεκριμένη ημερομηνία στην ΟΔΓ, διατηρούν το καθεστώς εμπορευμάτων καταγωγής ΛΔΓ». Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης διαπιστώνει ότι «δεν εκδόθηκε καμία διάταξη του περιεχομένου αυτού [και ότι] θα εισήγαγε άλλωστε δυσμενή διάκριση». Ισχυρίζεται, κατά συνέπεια, ότι της οφείλονται επιστροφές κατά την εξαγωγή (26).
50 Όπως προαναφέρθηκε, κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ, στις 3 Οκτωβρίου 1990, της Συνθήκης περί ενοποιήσεως, δεν μεταβλήθηκε η καταγωγή των εμπορευμάτων και δεν θα μπορούσε να ισχύσει κάτι διαφορετικό παρά μόνο βάσει ρητής νομοθετικής διατάξεως, η οποία δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα (27).
51 Η εκτίμηση του καθεστώτος εμπορευμάτων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εξαρτάται από τις συνέπειες που θεωρείται ότι πρέπει να αντληθούν από τα ειδικά στοιχεία της επίμαχης συναλλαγής. Πράγματι, η συναλλαγή αυτή πραγματοποιήθηκε εν μέρει στο πλαίσιο του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου. Άλλωστε, σε τελωνειακό επίπεδο, τα ζώα παρουσιάζουν την ιδιομορφία ότι εισήλθαν στην ΟΔΓ δυνάμει άδειας διαμετακομίσεως και ότι υπήχθησαν σε καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως προκειμένου να σφαγούν πριν επανεξαχθούν προς τρίτη χώρα.
A - Η εξαγωγή των ζώων στο πλαίσιο του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου
52 Η εξαγωγή βοοειδών από την ΛΔΓ προς την ΟΔΓ πραγματοποιήθηκε στο νομικό πλαίσιο του γερμανικού εσωτερικού εμπορίου. Το άρθρο 1 του προπαρατεθέντος πρωτοκόλλου περί του γερμανικού εσωτερικού εμπορίου προβλέπει τα εξής:
«Δεδομένου ότι οι συναλλαγές μεταξύ των γερμανικών εδαφών, στα οποία ισχύει ο θεμελιώδης νόμος της ΟΔΓ και εκείνων στα οποία ο θεμελιώδης νόμος δεν ισχύει, αποτελούν μέρος του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου, η εφαρμογή της Συνθήκης δεν απαιτεί καμία τροποποίηση του ισχύοντος καθεστώτος του εμπορίου αυτού στη Γερμανία.»
53 Λαμβανομένου υπόψη του καθεστώτος παρεκκλίσεως που ίσχυε για το εμπόριο μεταξύ των δύο κρατών πριν από την ενοποίηση, θεωρώ ότι είναι σημαντικό να καθοριστεί αν η ΛΔΓ, το έδαφος της οποίας δεν ανήκε στην Κοινότητα (28), μπορούσε εντούτοις να θεωρηθεί ως τρίτη χώρα, δεσμευόμενη από τις υποχρεώσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την εξαγωγή των προϋόντων της.
54 Έχετε αποφανθεί ως προς το σημείο αυτό με την προπαρατεθείσα απόφαση Fleischkontor, κρίνοντας ότι, καίτοι η ΛΔΓ δεν είναι κράτος μέλος της Κοινότητας, δεν είναι εντούτοις τρίτη χώρα «όσον αφορά το εσωτερικό γερμανικό εμπόριο» (29). Εντούτοις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συναλλαγή που προκάλεσε την παρούσα διαφορά περιορίζεται μόνο στον τομέα των ενδογερμανικών σχέσεων, εφόσον η είσοδος στο δυτικογερμανικό έδαφος συνιστά απλώς, και συνιστούσε εξαρχής, ενόψει της υποχρεώσεως εξαγωγής, ένα στάδιο της εμπορικής συναλλαγής που αφορά προϋόντα που προορίζονταν για τρίτη χώρα (30).
55 Δυνάμει του πρωτοκόλλου, τα εμπορεύματα καταγωγής ΛΔΓ που εισέρχονται απευθείας στην ΟΔΓ δεν υπόκεινται στους τελωνειακούς δασμούς του κοινού δασμολογίου ούτε στις γεωργικές εισφορές ούτε στις ποσοστώσεις εισαγωγής που καθορίζονται δυνάμει της κοινής εμπορικής πολιτικής της Κοινότητας. Το αιτούν δικαστήριο επιβεβαιώνει επιπλέον ότι «(...) δεν τηρήθηκαν τελωνειακές διατυπώσεις προκειμένου να τεθούν τα εμπορεύματα υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας» και ότι «δεν επιβλήθηκαν δασμοί ή επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος» (31).
56 Δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ότι τα εμπορεύματα βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
57 Άλλωστε, ρητώς στην προπαρατεθείσα απόφαση Fleischkontor είπατε ότι «η θεμελιώδης αρχή στον τομέα αυτό είναι ότι μόνο τα προϋόντα κοινοτικής καταγωγής μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα επιστροφής, καθόσον η επιστροφή που χορηγείται για τα προϋόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες και επανεξάγονται προς τρίτες χώρες συνιστά απλώς "επιστροφή" της εισπραχθείσας εισφοράς» (32).
58 Προσθέσατε ότι «δεν θα λαμβανόταν υπόψη το περιεχόμενο του πρωτοκόλλου εάν συνήγετο το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή όφειλε να επεκτείνει τις εγγυήσεις τιμών που παρέχονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής στα προϋόντα καταγωγής Λαϋκής Δημοκρατίας της Γερμανίας» (33).
59 Η ΛΔΓ δεν ήταν κράτος μέλος της Κοινότητας, συμμετέχον υπό την ιδιότητα αυτή στη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επομένως, δεν μπορούσε να λαμβάνει, έστω εμμέσως, μέσω του ενδογερμανικού εμπορίου, τις αντισταθμίσεις που χορηγούνταν στους επιχειρηματίες του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους.
60 Επιπλέον, από την ημερομηνία της πωλήσεως, η οποία προηγείται των πολιτικών γεγονότων του 1989-1990, προκύπτει ότι η τιμή αγοράς δεν καθορίστηκε βάσει άλλων στοιχείων από εκείνα που αφορούσαν αποκλειστικά την ανατολικογερμανική αγορά για όμοια προϋόντα και παρεμφερείς συναλλαγές. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν εύλογο, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε θεωρήσεως νομικής φύσεως, ορισμένες επιχειρήσεις να απολαύουν ταυτοχρόνως απαλλαγών χορηγουμένων δυνάμει του πρωτοκόλλου περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και επιστροφών κατά την εξαγωγή, ενώ η εφαρμοσθείσα τιμή αγοράς δεν είναι κοινοτικού επιπέδου.
61 Ένας πρόσθετος λόγος μου επιβάλλει να επιβεβαιώσω την αδυναμία εφαρμογής στην επίμαχη εμπορική συναλλαγή των νομοθετημάτων τα οποία αφορά το προδικαστικό ερώτημα. Ο λόγος αυτός, ο οποίος αφορά τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από το τελωνειακό καθεστώς των εμπορευμάτων θα μπορούσε άλλωστε, κατ' εμέ, να δικαιολογήσει επαρκώς την προτεινόμενη λύση.
B - Το τελωνειακό καθεστώς που εφαρμόστηκε κατά την εξαγωγή των ζώων
62 Από το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι τα προϋόντα εισήχθησαν στην ΟΔΓ βάσει παρεκκλίσεως που χορηγήθηκε για τη μεταποίηση εμπορευμάτων υπό καθεστώς διαμετακομίσεως και ότι εξήχθησαν σε τρίτη χώρα. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η άδεια διαμετακομίσεως χορηγήθηκε υπό την προϋπόθεση ότι τα ζώα υπάγονται σε καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως στην ΟΔΓ μέχρι την εξαγωγή του κρέατος και των σφαγίων (34).
63 Όταν πρόκειται, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, περί εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτης χώρας προοριζομένων για άλλη τρίτη χώρα, η διαμετακόμιση παρέχει τη δυνατότητα της προωθήσεώς τους μέσω του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους χωρίς να χρειάζεται να υποβληθούν σε δασμούς και άλλα μέτρα που απαιτούνται συνήθως κατά την εισαγωγή (35). Το αναγνωρισθέν για τα ζώα τελωνειακό αυτό καθεστώς επιβεβαιώνει, κατά συνέπεια, ότι δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι έπρεπε να παραμείνουν στο έδαφος της ΟΔΓ.
64 Κυρίως, η υπαγωγή τους σε καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως καθιστά σαφή τα όρια τα οποία πρέπει να αναγνωριστούν στις συνέπειες της πολιτικής μεταβολής που επήλθε μεταξύ της εισόδου τους στο έδαφος της ΟΔΓ και της αναχωρήσεώς τους από το έδαφος αυτό. Το καθεστώς της τελωνειακής αποταμιεύσεως μπορεί πράγματι να οριστεί ως ένα πλάσμα δικαίου, δυνάμει του οποίου τα εμπορεύματα θεωρούνται ότι δεν βρίσκονται στο τελωνειακό έδαφος (36).
65 Όπως αποδεικνύει η Επιτροπή, τα ζώα που αγοράστηκαν από την A. Moksel εξήλθαν επομένως οριστικά από το οικονομικό κύκλωμα της πρώην ΛΔΓ και τα προϋόντα της σφαγής που προήλθαν από τα ζώα αυτά ουδέποτε εντάχθηκαν στο οικονομικό κύκλωμα της ΟΓΔ ή της Κοινότητας (37). Αποθηκεύθηκαν απλώς στο δυτικογερμανικό έδαφος για λόγους μεταποιήσεως, αυστηρώς οικονομικούς, πριν από την εξαγωγή.
66 Επομένως, ουδόλως μεταβλήθηκε η καταγωγή των εμπορευμάτων ούτε τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον η καταγωγή τους δεν επηρεάστηκε από τις νομικές μεταβολές που προκάλεσαν οι πολιτικές μεταβολές στο κράτος καταγωγής τους, ούτε στο κράτος από το οποίο διήλθαν.
67 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι τα νομοθετικά κείμενα που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή, τα οποία αφορά το προδικαστικό ερώτημα, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα ζώα που εισήχθησαν από τη ΛΔΓ και επανεξήχθησαν από την A. Moksel.
Πρόταση
Ενόψει των σκέψεων αυτών, σας προτείνω να δώσετε στο υποβληθέν ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:
«Οι διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, όπως ίσχυε στις 27 Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα, όπως τροποποιήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1988, σε συνδυασμό με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, έχουν την έννοια ότι δεν έχουν εφαρμογή σε προϋόντα τα οποία εισήχθησαν από την πρώην Λαϋκή Δημοκρατία της Γερμανίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά την περίοδο μεταξύ 24 Μαου και 22 Ιουνίου 1990, βάσει κατ' εξαίρεση αδείας μεταποιήσεως υπό διαμετακόμιση εμπορευμάτων, και τα οποία εξήχθησαν στις 10 Ιανουαρίου 1991 προς τρίτη χώρα.»
(1) - Συνθήκη της 31ης Αυγούστου 1990, δημοσιευθείσα στις 6 Σεπτεμβρίου 1990 στο Bulletin, Presse und Informationsamt der Bundesregierung, αριθ. 104, σ. 877.
(2) - Σελ. 13 της μεταφράσεως της διατάξεως περί παραπομπής στα ελληνικά.
(3) - Ibidem.
(4) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72.
(5) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 108.
(6) - Το άρθρο 27 προβλέπει διαδικασία παρέχουσα στην Επιτροπή την εξουσία θεσπίσεως μέτρων που τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως του βοείου κρέατος, οργανισμού συγκειμένου από αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρευομένου από αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Σε περίπτωση μέτρων που δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής αυτής, το κείμενο αυτό παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να λάβει διαφορετική απόφαση εντός προθεσμίας ενός μηνός.
(7) - Το άρθρο 1 του προπαρατεθέντος κανονισμού απαριθμεί τα εμπορεύματα στα οποία εφαρμόζεται η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και προσδιορίζει τους όρους «βοοειδή» και «χονδρά βοοειδή», υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού.
(8) - ΕΕ L 351, σ. 1.
(9) - Η υπογράμμιση δική μου.
(10) - Για την περιγραφή της διαδικασίας αυτής βλ. υποσημείωση 6 των προτάσεων αυτών.
(11) - Άρθρο 1.
(12) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη, η υπογράμμιση δική μου.
(13) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20.
(14) - Κανονισμός της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 1990 για τον καθορισμό της καταγωγής κρεάτων και παραπροϋόντων σφαγίων, νωπών, διατηρημένων με απλή ψύξη ή κατεψυγμένων, που προέρχονται από ορισμένα κατοικίδια ζώα (ΕΕ 1990, L 351, σ. 25).
(15) - Πρωτόκολλο της 25ης Μαρτίου 1957, περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων (Bundesgesetzblatt 1957, II, σ. 984), προσαρτηθέν στη Συνθήκη ΕΟΚ, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 239 της Συνθήκης αυτής.
(16) - Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1974, 14/74, Fleischkontor (Συλλογή τόμος 1974, σ. 419, σκέψη 6, η υπογράμμιση δική μου).
(17) - Σημεία 49 επ. των παρατηρήσεών της, η υπογράμμιση δική μου.
(18) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη (ΕΕ L 263, σ. 1).
(19) - Σημεία 18 επ. των παρατηρήσεών της.
(20) - Ελεύθερη μετάφραση.
(21) - Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 234/83, Gesamthochschule Duisburg (Συλλογή 1985, σ. 327, σκέψη 20).
(22) - Προτάσεις της 7ης Μαρτίου στην απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-341/94 (Συλλογή 1996, σ. I-4631, σημείο 46). Επρόκειτο για το ζήτημα, μεταξύ άλλων, κατά πόσον η εισαγωγή, το 1985 και το 1986, στο έδαφος κράτους μέλους, προϋόντων σιδηρουργίας ΛΔΓ μπορούσε να θεωρηθεί, για την ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων ικανών να παραγάγουν αποτελέσματα επί της εφαρμογής κειμένου εσωτερικής προελεύσεως, μεταγενέστερη της ενοποιήσεως της Γερμανίας.
(23) - Το σημείο 1 του υπομνήματος αυτού διευκρινίζει ότι «όλα τα γεωργικά προϋόντα καταγωγής πρώην ΛΔΓ πρέπει να θεωρηθούν, από τις 3 Οκτωβρίου 1990, ως εμπορεύματα κοινοτικής καταγωγής. Κατά συνέπεια, όσον αφορά ιδίως τις κοινοτικές επιστροφές κατά την εξαγωγή, όλα τα γεωργικά προϋόντα καταγωγής πρώην ΛΔΓ πληρούν, από τις 3 Οκτωβρίου, τις προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87» (Γενική Διεύθυνση Γεωργίας, D17478).
(24) - Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, 281/85, 283/85, 284/85, 285/85 και 287/85, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987 σ. 3203, σκέψεις 9 επ.).
(25) - Βλ. σημείο 5 των προτάσεών μου.
(26) - Σημεία 53 επ. της μεταφράσεως των παρατηρήσεών της στα γαλλικά.
(27) - Βλ. σημεία 34 επ. των προτάσεών μου.
(28) - Βλ. σημείο 34 των προτάσεών μου.
(29) - Σκέψη 8, η υπογράμμιση δική μου.
(30) - Βλ., για ένα παρόμοιο πρόβλημα, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 12/88, Schδfer Shop (Συλλογή 1989, σ. 2937, σημείο 19), ο οποίος εκθέτει ότι «η συγκεκριμένη νομική κατάσταση των εμπορευμάτων καταγωγής ΛΔΓ που εισάγονται στην ΟΔΓ στο πλαίσιο αυτού του ειδικού εμπορικού καθεστώτος δεν φαίνεται να είναι επαρκώς σαφής. Η παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αποσκοπεί προφανώς να εξομοιώσει τα εμπορεύματα αυτά με εμπορεύματα καταγωγής ΟΔΓ με σκοπό την κυκλοφορία τους στο έδαφος της τελευταίας, δεν είναι όμως δυνατό να θεωρηθεί ότι τα εμπορεύματα αυτά βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα, εφόσον δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης (...)». Ο κύριος Jacobs προσθέτει ότι, «όταν επανεξάγονται, τα εμπορεύματα αυτά βρίσκονται σε ειδική νομική κατάσταση που τοποθετείται μεταξύ εκείνης των εμπορευμάτων που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, και εκείνης των εμπορευμάτων που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία και επομένως, καταρχήν, δεν εφαρμόζονται επ' αυτών οι κανόνες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων». Επρόκειτο για την επανεξαγωγή από την ΟΔΓ σε άλλα κράτη μέλη, και όχι σε τρίτη χώρα, εμπορευμάτων καταγωγής ΛΔΓ, αλλά νομίζω ότι η συλλογιστική του κυρίου Jacobs μπορεί να εφαρμοσθεί και εν προκειμένω. Αφενός, υπενθυμίζει ότι ο σκοπός του πρωτοκόλλου έγκειται στο να καταστήσει δυνατή την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων προελεύσεως ΛΔΓ στο έδαφος της ΟΔΓ. Αφετέρου, διευκρινίζει ότι η ελευθερία αυτή δεν βαίνει πέραν του εδάφους των δύο κρατών, οπότε, εφόσον τα εμπορεύματα αυτά εξέλθουν της ΟΔΓ, η καταγωγή τους καθίσταται εκ νέου εξωκοινοτική.
(31) - Σελίδα 14 της μεταφράσεως της διατάξεως περί παραπομπής στα ελληνικά.
(32) - Σκέψη 10.
(33) - Σκέψη 11.
(34) - Σελίδες 2 και 3 της ελληνικής μεταφράσεως.
(35) - Ως προς το καθεστώς της διαμετακομίσεως, βλ. μεταξύ άλλων, Nassiet, J. R.: La rιglementation douaniθre, 1988, σ. 208 επ., και Berr, C. J., και Tremeau, H.: Le droit douanier, 1988, σ. 378 επ.
(36) - Ως προς το καθεστώς της τελωνειακής αποταμιεύσεως, βλ. ιδίως La rιglementation douaniθre, που προπαρατέθηκε, σ. 158 επ., και Le droit douanier, που προπαρατέθηκε, σ. 288 επ.
(37) - Σημεία 78 έως 81 της γαλλικής μεταφράσεως των γραπτών παρατηρήσεων.
Full & Egal Universal Law Academy