Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με δύο προσφυγές που άσκησε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, καθώς από και την οδηγία 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχύονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (1) (στο εξής: οδηγία).
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Κυβέρνηση ότι, αφενός, δεν κατήρτισε τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας προγράμματα που αποσκοπούν στη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων της λίμνης Βεγορίτιδας, του ρέματος Σούλου και του Παγασητικού κόλπου, ούτε προσδιόρισε τα χρονικά όρια εκτελέσεώς του, αφετέρου, δεν εξήρτησε από την προηγούμενη έκδοση αδείας, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, τη ρίψη των δυνάμει επικινδύνων για τις ανωτέρω υδάτινες ζώνες αποβλήτων.
2 Ο στόχος της οδηγίας, η οποία εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 100 και 235 της Συνθήκης, εξαγγέλλεται στο άρθρο 2, το οποίο ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη της ρυπάνσεως των [κατά την έννοια του άρθρου 1] υδάτων που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες που περιλαμβάνονται στις οικογένειες και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου Ι του παραρτήματος, καθώς και για τη μείωση της ρυπάνσεως των εν λόγω υδάτων που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες που περιλαμβάνονται στις οικογένειες και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι διατάξεις της οποίας αποτελούν μόνο το πρώτο βήμα για την επίτευξη του ως άνω στόχου» (2).
Τα μέσα επιτεύξεως του στόχου αυτού προβλέπονται στα επόμενα άρθρα της οδηγίας. Συναφώς, ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 7, το οποίο ορίζει:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Για όλες τις απορρίψεις που πραγματοποιούνται στα ύδατα που προβλέπονται στο άρθρο 1, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, απαιτείται προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Τα προγράμματα, που προβλέπονται στην παράγραφο 1, περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
4. (...)
5. Τα προγράμματα θέτουν τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεώς τους.
6. Τα προγράμματα και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους ανακοινώνονται περιληπτικώς στην Επιτροπή.
7. Η Επιτροπή μαζί με τα κράτη μέλη οργανώνει συστηματικούς συγκριτικούς ελέγχους των προγραμμάτων για την εξασφάλιση επαρκούς συντονισμού κατά την πραγματοποίησή τους. Αν η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο, υποβάλλει για τον σκοπό αυτό στο Συμβούλιο προτάσεις επί του θέματος.»
3 Ύστερα από δύο καταγγελίες ιδιωτών αφορώσες την ποιοτική υποβάθμιση των υδάτων της λίμνης Βεγορίτιδας, του ποταμού Σούλου, ο οποίος εκβάλλει στη λίμνη αυτή, και του Παγασητικού κόλπου, η Επιτροπή κάλεσε τις ελληνικές αρχές να της παράσχουν πληροφορίες επί των μέτρων που είχαν ληφθεί, σύμφωνα με τις συναφείς κοινοτικές οδηγίες, για την πρόληψη ή μείωση της ρυπάνσεως στις εν λόγω ζώνες.
Οι αρχικές αιτιάσεις της Επιτροπής αναφέρονταν ειδικότερα σε σειρά παραβιάσεων των διατάξεων κοινοτικών οδηγιών σε θέματα περιβάλλοντος (3). Πάντως, κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή αποφάσισε να παραιτηθεί από το μεγαλύτερο μέρος των αιτιάσεών της και να περιορίσει τις δύο διαδικασίες παραβάσεως αποκλειστικά στην υπό εξέταση οδηγία, η παραβίαση της οποίας, σύμφωνα με την Επιτροπή, συνάγεται κατ' ουσίαν από το περιεχόμενο των απαντήσεων που προσκόμισαν οι ελληνικές αρχές.
4 Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή απηύθυνε προς την Ελληνική Κυβέρνηση δύο έγγραφα οχλήσεως, τα οποία διαδέχθηκαν δύο αιτιολογημένες γνώμες (4). Τέλος, κρίνοντας τις θέσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως επί του θέματος ως μη ικανοποιητικές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις υπό κρίση προσφυγές.
Υπενθυμίζω το αντικείμενό τους: η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι, μη έχοντας καταρτίσει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 της οδηγίας προγράμματα, ούτε έχοντας ορίσει το χρονικό όριο εκτελέσεώς τους, και μη έχοντας εξαρτήσει από την έκδοση προηγούμενης αδείας, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, τις ρίψεις που περιέχουν ενδεχομένως ουσίες του καταλόγου ΙΙ, όσον αφορά τα ύδατα της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου (υπόθεση C-232/95) και του Παγασητικού κόλπου (υπόθεση C-233/95), η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, καθώς και από τα άρθρα 2 και 7 της οδηγίας.
5 Όπως προανέφερα, η Ελληνική Κυβέρνηση ζητεί την απόρριψη των δύο προσφυγών της Επιτροπής, στηριζόμενη σε επιχειρηματολογία που ανέπτυξε με τα γραπτά υπομνήματά της και επιβεβαίωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, επιχειρηματολογία από την οποία τελικά δεν λείπουν οι αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνώρισε ρητώς ότι δεν κατήρτισε, τουλάχιστον στο επίπεδο των χρονικών ορίων που αναφέρονται στις αιτιολογημένες γνώμες, τα κατά το άρθρο 7 της οδηγίας προγράμματα (αλλά και δεν προέβλεψε συγκεκριμένες ημερομηνίες εκτελέσεώς τους) και ότι ούτε τα κοινοποίησε στην Επιτροπή κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5. Αναγνώρισε επίσης ότι ορισμένες τουλάχιστον από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις που γειτνιάζουν με τις εν λόγω ζώνες εξακολουθούν να απορρίπτουν απόβλητα εντός των υδάτων χωρίς να διαθέτουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 2, άδεια.
Πάντως, η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβήτησε το βάσιμο των προσφυγών της Επιτροπής, επικαλούμενη επιχειρήματα στηριζόμενα σε εθνικές διατάξεις που ποικίλλουν ως προς την ιεραρχική ισχύ και φύση (5), οι οποίες αποδεικνύουν ότι οι επίμαχες συνθήκες των υδάτινων πόρων ανταποκρίνονται κατ' ουσίαν στις επιταγές της οδηγίας. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση δεν παρίσταται ανάγκη καταρτίσεως των εν λόγω προγραμμάτων, δεδομένου ότι υφίστανται άλλα γενικά προγράμματα ποιοτικής και ποσοτικής διαχειρίσεως των υδάτων, καθώς και μεταγενέστερα μέσα (όπως μελέτες ειδικευμένων κέντρων ή πανεπιστημίων, ωκεανογραφικές εκθέσεις και άλλα), τα οποία διασφαλίζουν τον διαρκή έλεγχο των οικείων περιοχών. Επιπλέον, και σε κάθε περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές ενέκριναν ήδη ειδικό πρόγραμμα για τη λίμνη Βεγορίτιδα που πρόκειται να εφαρμοστεί κατά τη διάρκεια του 1997 (6). Εξάλλου, όσον αφορά τον Παγασητικό κόλπο, έχουν ήδη εγκριθεί τα αναγκαία ποσά για την πραγματοποίηση αναλόγου προγράμματος. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οποιαδήποτε ενδεχόμενη παράβαση συναφώς πρέπει να λογίζεται, στο παρόν στάδιο, ως παυθείσα.
Ειδικότερα όσον αφορά τις άδειες για την απόρριψη των επικινδύνων ουσιών, η καθής κυβέρνηση προσκόμισε λεπτομερή κατάλογο των διαφόρων βιομηχανικών εγκαταστάσεων που διαθέτουν ήδη άδεια και που πραγματοποιούν, συνακόλουθα, τις απορρίψεις εντός των εν λόγω υδάτων υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών. Αντίθετα, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις που εξακολουθούν να στερούνται αδείας, η Ελληνική Κυβέρνηση υπογραμμίζει τον περιορισμένο αριθμό τους, την ελάχιστη ποσότητα των απορριπτομένων προϋόντων, καθώς και τον μη υπερβολικά επικίνδυνο χαρακτήρα τους. Σε κάθε περίπτωση, βεβαιώνει ότι έχουν δρομολογηθεί οι διαδικασίες για τη διευθέτηση των καταστάσεων σε σχέση με τις επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν ακόμη άδειες και ότι υπό την έννοια αυτή οι προσφυγές της Επιτροπής είναι αβάσιμες.
6 Πάντως, η επιχειρηματολογία της καθής κυβερνήσεως είναι προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε όσον αφορά τα επίδικα προγράμματα ούτε όσον αφορά τις προηγούμενες άδειες.
Καταρχάς, όσον αφορά τα προγράμματα, εξήγησα ήδη ότι προβλέπονται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας με σκοπό ακριβώς «τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ». Ως εκ τούτου, πρόκειται για μέσα που η ίδια η οδηγία χαρακτηρίζει ως πρωταρχικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων της προστασίας του περιβάλλοντος. Της ειδικής αυτής υποχρεώσεως προς έκδοση των προγραμμάτων έπονται η υποχρέωση προσδιορισμού των χρονικών ορίων για την πραγματοποίησή τους (άρθρο 7, παράγραφος 5), καθώς και η υποχρέωση κοινοποίησεώς τους στην Επιτροπή, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο εκ μέρους της έλεγχος κατά πόσον ανταποκρίνονται στον επιδιωκόμενο με την οδηγία σκοπό και κατά πόσον διασφαλίζεται, κατά την πραγματοποίησή τους, ο επαρκής συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών (άρθρο 7, παράγραφος 7) (7).
7 Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εξεπλήρωσε τις εν λόγω υποχρεώσεις εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στην αιτιολογημένη γνώμη και που ενδιαφέρουν αποκλειστικά στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως. Όπως προανέφερα, το πρόγραμμα για τη λίμνη Βεγορίτιδα εγκρίθηκε μόλις κατά το τρέχον έτος (ήτοι περισσότερο από τέσσερα έτη μετά την εκπνοή της προθεσμίας που τασσόταν με την αιτιολογημένη γνώμη) και επομένως δεν τυγχάνει ακόμα εφαρμογής, ενώ το πρόγραμμα για τον Παγασητικό κόλπο εξακολουθεί να τελεί σε φάση επεξεργασίας.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ύπαρξη και άλλων διαφόρων μέσων (εθνικών διατάξεων, επιστημονικών μελετών, εγκρίσεως κονδυλίων ή άλλων) είναι όλως αλυσιτελής σε σχέση με την παράβαση των συγκεκριμένων διατάξεων του άρθρου 7 της οδηγίας που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι τα μέσα αυτά, στο σύνολό τους, θα επέτρεπαν να θεωρηθεί ότι επιτυγχάνουν τους στόχους της οδηγίας - πράγμα που, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδείχθηκε - γεγονός παραμένει ότι δεν θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τη μη έγκριση και κοινοποίηση των επιδίκων προγραμμάτων, τα οποία απαιτούν, όπως προανέφερα, μεταγενέστερους και επακριβείς όρους (8).
8 Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή συνάδει απόλυτα με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, όπως το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να επαναλάβει επανειλημμένα και κατά γενικό τρόπο, αν η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί κατ' ανάγκη την τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της μέσω ρητής και ειδικής κανονιστικής διατάξεως, ένα γενικό νομικό πλαίσιο μπορεί να συνιστά την ορθή εφαρμογή της οδηγίας υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι το πλαίσιο αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο επαρκώς σαφή και επακριβή (9). Η απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια της μεταφοράς προσέλαβε στη συνέχεια ιδιαίτερη σημασία, στα πλαίσια της νομολογίας του Δικαστηρίου, σε σχέση με τις περιβαλλοντολογικές οδηγίες, υπό την έννοια ότι η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς ανατίθεται στο κάθε κράτος μέλος για το έδαφός του (10).
Επιπλέον, αποφαινόμενο επί υποθέσεως η οποία δεν απέχει από την υπό κρίση, το Δικαστήριο δεν δίστασε να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου με το αιτιολογικό ότι δεν τήρησε (μεταξύ άλλων) τις υποχρεώσεις που επέβαλε οδηγία σχετικά με την έγκριση ειδικών μέσων επιτεύξεως των στόχων της (11). Συγκεκριμένα, επρόκειτο για το άρθρο 3 της οδηγίας 85/339/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για τις συσκευασίες υγρών τροφίμων (12), σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη όφειλαν να καταρτίσουν και ανακοινώσουν στην Επιτροπή ειδικά προγράμματα για μείωση του βάρους και/ή του όγκου των συσκευασιών που περιέχουν τα οικιακά απόβλητα και πρέπει να διατεθούν οριστικώς.
9 Ακολούθως, όσον αφορά την κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας άδεια, αρκεί να σημειωθεί ότι η Ελληνική Κυβέρνηση περιορίζεται κατ' ουσίαν να αναφέρει ότι προχωρεί σταδιακά στη ρύθμιση ακόμη και των καταστάσεων εκείνων, στα πλαίσια των οποίων η απόρριψη ενδεχομένως επικινδύνων ουσιών πραγματοποιείται χωρίς άδεια και επομένως εκφεύγει του ελέγχου των αρμοδίων αρχών. Πρόκειται, προφανώς, για ρητή αναγνώριση της παραβάσεως, έναντι της οποίας οποιαδήποτε άλλη παράμετρος περιττεύει (13).
10 Δίδεται τελικά η εντύπωση ότι στην παρούσα δίκη η Ελληνική Κυβέρνηση, αντί να αμφισβητήσει τις αιτιάσεις που της προσάπτει η Επιτροπή, περιορίζεται στην πραγματικότητα να τονίσει τις μέχρι σήμερα καταβληθείσες προσπάθειές της και τις αναληφθείσες πρωτοβουλίες που βρίσκονται στο στάδιο της πραγματοποιήσεως προκειμένου να συμμορφωθεί προς τους σκοπούς της οδηγίας, έχοντας πλήρη συνείδηση, εντούτοις, ότι ούτε την έχει μεταφέρει πλήρως, ούτε ότι το έπραξε εντός των ταχθεισών προθεσμιών.
Πάντως, είναι προφανές ότι οι προσπάθειες αυτές - οι οποίες, άλλωστε, λαμβάνονται υπόψη με ικανοποίηση - δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη μεταφορά της οδηγίας, σύμφωνα με νομολογία που υπερβαίνει ήδη και τα όρια του παγιωμένου.
11 Ενόψει των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο:
«- να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189 της Συνθήκης, καθώς και από τα άρθρα 2 και 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ, επειδή δεν κατήρτισε τα κατά το άρθρο 7 της οδηγίας προγράμματα που αποσκοπούν στη μείωση της προκαλουμένης από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ ρυπάνσεως στα ύδατα της λίμνης Βεγορίτιδας, του ποταμού Σούλου και του Παγασητικού κόλπου και επειδή δεν καθόρισε τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεως των προγραμμάτων αυτών, αλλ' ούτε εξήρτησε τις απορρίψεις στα εν λόγω ύδατα αποβλήτων που ενδέχεται να περιέχουν μία από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ από την έκδοση της προβλεπομένης στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας προηγούμενης αδείας·
- να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138.
(2) - Το άρθρο 1 ορίζει ότι η οδηγία αφορά τα εσωτερικά ύδατα επιφανείας, τα χωρικά ύδατα, τα εσωτερικά ύδατα και τα υπόγεια ύδατα. Το παράρτημα περιλαμβάνει τις οικογένειες και τις ομάδες των θεωρουμένων ως επικινδύνων ουσιών που απαριθμούνται σε έναν πρώτο (Ι) και σε ένα δεύτερο (ΙΙ) κατάλογο σύμφωνα με τον μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τοξικότητας για τα ύδατα όπου εκχύονται.
(3) - Πέραν της οδηγίας που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι αιτιάσεις της Επιτροπής είχαν ως αντικείμενο την εφαρμογή της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108), όσον αφορά τον Παγασητικό κόλπο, καθώς και των ακολούθων οδηγιών, όσον αφορά ειδικότερα την κατάσταση της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου: οδηγίας 75/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί της απαιτουμένης ποιότητας των υδάτων επιφάνειας που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 80), οδηγίας 79/869/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1979, περί των μεθόδων μετρήσεως και περί της συχνότητας των δειγματοληψιών και της αναλύσεως των υδάτων επιφανείας τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 220), οδηγίας 80/778/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του ποσίμου ύδατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 255), οδηγίας 78/659/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1978, περί της ποιότητας των γλυκών υδάτων που έχουν ανάγκη προστασίας ή βελτιώσεως για τη διατήρηση της ζωής των ιχθύων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 172), οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), και οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 161).
(4) - Της 29ης Ιουνίου 1989 και της 16ης Οκτωβρίου 1992 αντίστοιχα για τη λίμνη Βεγορίτιδα, και της 27ης Μαου 1991 και 22ας Ιουνίου 1994 αντίστοιχα για τον Παγασητικό κόλπο.
(5) - Μερικές εκ των οποίων θεσπίστηκαν ακόμη και πριν από την έκδοση της ίδιας της οδηγίας.
(6) - Η πληροφορία κοινοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από τον εκπρόσωπο της Ελληνικής Κυβερνήσεως.
(7) - Υπενθυμίζω συναφώς ότι νομική βάση της οδηγίας είναι τα άρθρα 100 και 235 της Συνθήκης. Επισημαίνω ακόμη ότι, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της, «οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διατάξεων που εφαρμόζονται ήδη ή καταρτίζονται στα διάφορα κράτη μέλη, σχετικά με την απόρριψη ορισμένων επικινδύνων για το υδάτινο περιβάλλον ουσιών, δύναται να δημιουργήσει άνισους όρους ανταγωνισμού και να έχει ως εκ τούτου άμεση επίπτωση στη λειτουργία της κοινής αγοράς (...)». Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει, κατ' ανάγκη, τον κεντρικό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η Επιτροπή κατά τον έλεγχο των προγραμμάτων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη και της εφαρμογής τους.
(8) - Άλλωστε, το γεγονός επιβεβαίωσε ρητώς κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ο οποίος, σε απάντηση ερωτήσεως του Δικαστηρίου, δέχτηκε ότι τα εν λόγω μέσα δεν καθιστούν εφικτή, αφ' εαυτών, την επίτευξη των ιδίων αποτελεσμάτων με εκείνα που προβλέπει η οδηγία μέσω της εγκρίσεως ειδικών προγραμμάτων.
(9) - Βλ. σφαιρικώς, την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-131/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-825, σκέψη 6).
(10) - Βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987 στην υπόθεση 247/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ. 3029, σκέψη 9), και της 8ης Ιουλίου 1987 στην υπόθεση 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 3073, σκέψη 9), αντικείμενο των οποίων ήταν η διατήρηση των αγρίων πτηνών.
(11) - Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-252/89, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1991, σ. Ι-3973, συνοπτική δημοσίευση).
(12) - ΕΕ L 176, σ. 18.
(13) - Υπενθυμίζω εκ περισσού ότι, κατά πάγια νομολογία, η μερική εκπλήρωση των συναφών υποχρεώσεων που απορρέουν από οδηγία δεν συνιστά ορθή μεταφορά της (βλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 91/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 589, σκέψη 6).
Full & Egal Universal Law Academy