Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Μπορεί η απόφαση εθνικού δικαστηρίου να αποτελέσει νέο περιστατικό λόγω του οποίου η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει να τρέχει εκ νέου, οπότε παρέχεται η δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να προσβάλει απόφαση της Επιτροπής εκδοθείσα βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΚΥΚ), η οποία δεν προσβλήθηκε εντός της αρχικής προθεσμίας; Μπορεί ένα κράτος μέλος να υποβάλει στην Επιτροπή ονομαστικό κατάλογο δυνητικών υποψηφίων για πρόσληψη ως εκτάκτων υπαλλήλων; Τα ερωτήματα αυτά υπέβαλε στο Δικαστήριο το βελγικό Conseil d'Ιtat στην παρούσα υπόθεση. Με το πρώτο ερώτημα διατυπώνεται κάτι σαν διαδικαστικός γρίφος, καθόσον ζητείται από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς το πώς το Πρωτοδικείο θα κρίνει το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο πιθανής μελλοντικής προσφυγής.
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2 Τον Σεπτέμβριο του 1993 η Myrianne Coen (στο εξής: προσφεύγουσα), υπάλληλος του βελγικού Υπουργείου Εξωτερικών, απάντησε σε αγγελία, την οποία η Επιτροπή είχε δημοσιεύσει σε διάφορες εγχώριες εφημερίδες και με την οποία καλούσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν υποψηφιότητες για διορισμό σε θέσεις εκτάκτων υπαλλήλων κατηγορίας Α σε διάφορους τομείς. Η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση στις 11 Νοεμβρίου 1993. Η προσφεύγουσα, μολονότι περιελήφθη μεταξύ των 42 υποψηφίων οι οποίοι, επί συνόλου 826, εκλήθησαν σε συνέντευξη, δεν περιελήφθη στον εφεδρικό πίνακα που καταρτίστηκε τον Ιουνίο του 1994.
3 Τον Οκτώβριο του 1993, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας προσλήψεων, η Επιτροπή κάλεσε τις μόνιμες αντιπροσωπείες των κρατών μελών να υποβάλουν κατάλογο τριών υποψηφίων, κατά προτίμηση πρώτων γραμματέων πρεσβείας ή προσφάτως διορισθέντων συμβούλων, για διορισμό ως εκτάκτων υπαλλήλων στη Γενική Διεύθυνση Ι Α (στο εξής: ΓΔ Ι Α), η οποία είχε συσταθεί για να προετοιμάσει το έργο της Επιτροπής στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής της Κοινότητας. Στις 24 Νοεμβρίου 1993 ο Βέλγος Υπουργός Εξωτερικών διαβίβασε κατάλογο με τρία ονόματα - μεταξύ των οποίων και το όνομα Tanghe - στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία, προκειμένου ο κατάλογος να διαβιβαστεί περαιτέρω στην Επιτροπή.
4 Στις 15 Δεκεμβρίου 1993 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση στις αρμόδιες αρχές του Υπουργείου Εξωτερικών προκειμένου να περιληφθεί στον κατάλογο των προτεινομένων υποψηφίων. Η αίτησή της δεν διαβιβάστηκε στην Επιτροπή, για τον λόγο, αφενός, ότι ήταν εκπρόθεσμη και, αφετέρου, ότι ο υπηρεσιακός βαθμός της προσφεύγουσας ήταν χαμηλότερος από το κατώτατο όριο που είχε καθορίσει το υπουργείο για τους προτεινόμενους υποψηφίους.
5 Στις 14 Ιανουαρίου 1994 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του τμήματος διοικητικών διαφορών του βελγικού Conseil d'Ιtat, ζητώντας την ακύρωση τόσο της αποφάσεως του Υπουργού Εξωτερικών περί προτάσεως τριών υποψηφίων για διορισμό σε θέσεις εκτάκτων υπαλλήλων στη ΓΔ Ι Α της Επιτροπής όσο και της αποφάσεως να μη διαβιβαστεί το όνομά της μεταξύ των υποψηφίων για τις εν λόγω θέσεις (στο εξής: προσβαλλόμενες αποφάσεις).
6 Η εκτέλεση των προσβαλλομένων αποφάσεων ανεστάλη με διάταξη του Conseil d'Ιtat της 9ης Φεβρουαρίου 1994. Η αναστολή ήρθη στις 28 Μαρτίου 1994· στην απόφασή του το Conseil d'Ιtat υπαινίχθηκε ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αποτελούσαν προπαρασκευαστικές πράξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να υποβληθούν σε δικαστικό έλεγχο μόνον εφόσον δέσμευαν την Επιτροπή, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω.
7 Η επακολουθήσασα συζήτηση ενώπιον του Conseil d'Ιtat είχε πρωτίστως ως αντικείμενο το ζήτημα της αρμοδιότητας. Το Βελγικό Δημόσιο υποστήριξε ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αποτελούν τμήμα μιας κοινοτικής διαδικασίας λήψεως αποφάσεως· οι αποφάσεις αυτές, ως προπαρασκευαστικές πράξεις μη δεσμεύουσες την Επιτροπή, δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και η προσφυγή θα έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η υποβολή στην Επιτροπή καταλόγου, από τον οποίο είχε παραλειφθεί το όνομά της, έθιξε δυσμενώς και οριστικά τα συμφέροντά της αποκλείοντάς την από τη διαδικασία προσλήψεως. Η προσφεύγουσα επικαλέστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου Oleificio Borelli κατά Επιτροπής (1) για να υποστηρίξει ότι η αρχή βάσει της οποίας oι εθνικές αποφάσεις που αποτελούν τμήμα μιας κοινοτικής διαδικασίας λήψεως αποφάσεως πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία θα παραβιαζόταν αν το Conseil d'Ιtat αποφάσιζε ότι δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, καθόσον αυτό θα της στερούσε κάθε δυνατότητα να υποβάλει τις αποφάσεις αυτές σε δικαστικό έλεγχο.
8 Στο πλαίσιο αυτό, η προσφεύγουσα πρότεινε στο Conseil d'Ιtat να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο ως προς το αν η εκ μέρους του Βελγικού Δημοσίου υποβολή καταλόγου τριών υποψηφίων αποτελεί απόφαση «το κύρος της οποίας θα μπορούσε να ελεγχθεί από το Πρωτοδικείο και το Δικαστήριο στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως στρεφομένης κατά του διορισμού ενός των υποψηφίων, οπότε η αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου θα είχε ως συνέπεια να μην μπορεί το βελγικό Conseil d'Ιtat να ασκήσει τη δικαιοδοτική εξουσία ελέγχου της νομιμότητας της εν λόγω επιλογής και προτάσεως υποψηφίων».
9 Στις 26 Οκτωβρίου 1994 το Conseil d'Ιtat και η προσφεύγουσα πληροφορήθηκαν ότι ο C. Tanghe είχε διοριστεί έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής από τις 16 Σεπτεμβρίου 1994.
10 Στην έκθεσή της προς το Conseil d'Ιtat της 16ης Νοεμβρίου 1994, η εισηγήτρια Debusschere εξέφρασε την άποψη ότι το Conseil d'Ιtat θα ήταν υποχρεωμένο, σύμφωνα με την απόφαση Oleificio Borelli κατά Επιτροπής, να ασκήσει τη δικαιοδοτική εξουσία ελέγχου των προσβαλλομένων αποφάσεων, αν η Επιτροπή δεσμευόταν από αυτές. Η εισηγήτρια κατέληξε ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν δεσμευόταν, η προσφυγή ήταν απαράδεκτη, καθόσον στρεφόταν κατά προπαρασκευαστικών απλώς πράξεων. Ωστόσο, ενόψει του ότι δεν υφίσταται ένδικο μέσο κατά των αποφάσεων του Conseil d'Ιtat, κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα που έθετε η προσφεύγουσα έπρεπε να υποβληθεί στο Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης.
11 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 31ης Μαου 1995, η προσφεύγουσα ανέφερε ότι η μελλοντική επί της προσφυγής της απόφαση του Conseil d'Ιtat θα μπορούσε, πιθανώς, να αποτελέσει νέο πραγματικό περιστατικό, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσει να τρέχει εκ νέου η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά του διορισμού του C. Τanghe.
12 Με απόφαση της 14ης Ιουνίου 1995, το έκτο τμήμα του βελγικού Conseil d'Ιtat υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«Πρέπει το άρθρο 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης της Ρώμης να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η προθεσμία των δύο μηνών, την οποία προβλέπει για την άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως της Επιτροπής, είναι δυνατόν να αρχίσει εκ νέου να τρέχει λόγω του ότι εκδόθηκε απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους από την οποία προκύπτει ότι μια πράξη του κράτους αυτού δεν είναι σύννομη, στην περίπτωση όπου η πράξη αυτή επηρέασε την απόφαση της Επιτροπής που πρόκειται να προσβληθεί;
[Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό (...)]:
Είναι έγκυρη, ιδίως από την άποψη των κανόνων που διέπουν την πρόσληψη των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, η αίτηση περί προτάσεως υποψηφίων για διοικητικές θέσεις στην Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια συναντήσεως των μονίμων αντιπροσώπων και του γενικού γραμματέα της Επιτροπής και απευθύνθηκε ευθέως στα κράτη μέλη, χωρίς άλλη μορφή δημοσιότητας, ή παράλληλα προς διαδικασία προσλήψεως για την οποία δημοσιεύθηκε ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα;»
ΙΙ - Παρατηρήσεις των διαδίκων
13 Παρατηρήσεις κατέθεσαν η προσφεύγουσα, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως.
14 Κατά την προσφεύγουσα, με την προσφυγή της κύριας δίκης τίθεται υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα ενός κράτους μέλους να προτείνει και να υποστηρίζει υποψηφιότητες για διορισμό σε θέση υπαλλήλων της Επιτροπής· σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων από το Conseil d'Ιtat, η προσφεύγουσα θα μπορούσε να αξιώσει αποζημίωση με χωριστή αγωγή ενώπιον των βελγικών πολιτικών δικαστηρίων. Η μνεία του άρθρου 173 της Συνθήκης θα πρέπει να ερμηνευθεί ως αναφερόμενη στο άρθρο 179 της Συνθήκης και στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, τα οποία διέπουν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιλύει διαφορές μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των προσώπων που υπάγονται στον ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένων των υποψηφίων για θέσεις εντός των οργάνων. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένα ουσιώδες νέο περιστατικό μπορεί να προκαλέσει την επανέναρξη των προθεσμιών που ορίζονται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ και να επιτρέψει την εξέταση προσφυγής στρεφομένης κατά αποφάσεως η οποία δεν προσβλήθηκε εντός της σχετικής προθεσμίας.
15 Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η ανεξαρτησία των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, ως ουσιώδης γενική αρχή του δικαίου, και η αυτονομία του κοινοτικού δικαίου αποσκοπούν στην αποτροπή των παρεμβάσεων των κρατών μελών ή κάθε τρίτου στη δράση των κοινοτικών οργάνων· η προσφεύγουσα επικαλείται τα άρθρα 11 και 27 του ΚΥΚ και την απόφαση Costa (2). Καταλήγει ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορούσε να επιφυλάξει οποιαδήποτε θέση για υπήκοο συγκεκριμένου κράτους μέλους και ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τους υποψηφίους που πρότεινε το βελγικό Υπουργείο Εξωτερικών (και διόρισε έναν από αυτούς), υπονομεύοντας έτσι τον κατ' ανάγκη αντικειμενικό χαρακτήρα της αποφάσεως διορισμού υπαλλήλων στη ΓΔ Ι Α. Επομένως, οι αποφάσεις της Επιτροπής εκδόθηκαν, κατά την άποψή της, κατά παραβίαση των αρχών της αυτοτέλειας και της ανεξαρτησίας και κατά παράβαση του ΚΥΚ.
16 Η Βελγική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε ένσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΥΚ (μολονότι αυτό ουδόλως θα επηρέαζε τη διαδικασία ενώπιον του Conseil d'Ιtat), ότι η τήρηση των προθεσμιών που ορίζονται στη Συνθήκη είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως και ότι δεν υπάρχει κανείς δικαιολογητικός λόγος για την επανέναρξη των προθεσμιών αυτών.
17 Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι η προσφεύγουσα ούτε υπέβαλε ένσταση βάσει του ΚΥΚ ούτε άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου για να προσβάλει είτε τον διορισμό του C. Tanghe είτε την απόφαση της Επιτροπής να μην τη διορίσει σε κάποια θέση. Η τήρηση των προθεσμιών που ορίζουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως, που αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι οι διοικητικές αποφάσεις μπορούν να θεωρούνται οριστικές έναντι των προσώπων τα οποία αφορούν, άπαξ και έχει παρέλθει η προθεσμία για την προσβολή τους. Η Επιτροπή προσθέτει ότι μια δικαστική απόφαση, είτε εθνικού δικαστηρίου είτε του ιδίου του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί «νέο περιστατικό» και ότι κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν δικαιολογεί την επανέναρξη των ισχυουσών προθεσμιών. Επομένως, προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
18 Η Επιτροπή, ενώ επισημαίνει ότι η απάντηση που πρότεινε να δοθεί στο πρώτο ερώτημα καθιστά περιττή την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, εκθέτει περαιτέρω τις περιστάσεις της προσκλήσεως που απηύθυνε στα κράτη μέλη. Ήταν προφανές ότι οι διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών θα είχαν σημαντικό αριθμό υποψηφίων με τη σχετική εμπειρία για διορισμό σε θέσεις εκτάκτων υπαλλήλων στη ΓΔ Ι Α. Επιπλέον, σε έγγραφο προς την προσφεύγουσα της 22ας Μαρτίου 1994, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως της Επιτροπής ανέφερε ότι η υποβολή εθνικών καταλόγων υποψηφίων, που η προσφεύγουσα προσέβαλε ενώπιον του Conseil d'Ιtat, δεν θα επηρέαζε ούτε την εξέταση των πολυάριθμων αιτήσεων που είχε λάβει η Επιτροπή ούτε τους διορισμούς που επρόκειτο να γίνουν. Οι κατάλογοι υποψηφίων που διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη προστέθηκαν στις αιτήσεις που είχαν παραληφθεί κατόπιν της αγγελίας που είχε δημοσιευθεί στον Τύπο, οπότε συγκεντρώθηκαν εν συνόλω 826 υποψήφιοι, 16 από τους οποίους προκρίθηκαν. Η Επιτροπή καταλήγει ότι δεν μπορεί να επιτραπεί σε έναν αποτυχόντα υποψήφιο, που δεν είχε υποβάλει καμία από τις αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας που προβλέπονται ειδικώς από τον ΚΥΚ και τη Συνθήκη, να επανορθώσει την παράλειψη αυτή μέσω αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης.
IV - Εξέταση των ερωτημάτων του εθνικού δικαστηρίου
19 Μολονότι το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στην ερμηνεία του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 173 της Συνθήκης, είναι σαφές ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να κρίνει οποιαδήποτε (πιθανή μελλοντική) διαφορά μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής θα στηρίζεται στο άρθρο 179 της Συνθήκης και ότι το άρθρο 173 δεν έχει εφαρμογή στη διαδικασία αυτή. Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ασκείται η αρμοδιότητα αυτή καθορίζονται στα άρθρα 90 έως 91α του ΚΥΚ, τα οποία εφαρμόζονται κατ' αναλογία στο έκτακτο προσωπικό, σύμφωνα με το άρθρο 73 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι «όχι μόνον τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μόνιμου υπαλλήλου ή που ανήκουν στο λοιπό προσωπικό, εκτός των τοπικών υπαλλήλων, αλλά επίσης και τα πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα αυτή μπορούν να προσβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου μια βλαπτική γι' αυτά απόφαση» (3). Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αα, της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (4), η αρμοδιότητα αυτή ασκείται σε πρώτο βαθμό από το Πρωτοδικείο.
20 Το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο στηρίζεται στη ρητώς εκφρασθείσα άποψη ότι «η προσφεύγουσα δεν έχει συμφέρον να επιτύχει την ακύρωση από το Conseil d'Ιtat των προσβαλλομένων προτάσεων υποψηφιότητας, ακύρωση από την οποία δεν θα μπορούσε να αντλήσει καμία δυνατότητα διορισμού», αν οι προθεσμίες δεν μπορούν να αρχίσουν να τρέχουν εκ νέου (5). Η διαπίστωση επιβεβαιώνεται από το ότι η απόφαση περί παραπομπής αναφέρει ρητώς ότι το δεύτερο ερώτημα ανακύπτει μόνον αν στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απαντηση. Συνεπώς, το μόνο αντικείμενο του πρώτου υποβληθέντος ερωτήματος είναι το αν η προσφεύγουσα μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της περί διορισμού του C. Tanghe, παρά την πάροδο των προθεσμιών που ορίζει ο ΚΥΚ.
21 Δεν αμφισβητείται στην παρούσα διαδικασία ότι η προσφεύγουσα έλαβε γνώση του διορισμού του C. Tanghe στις 26 Οκτωβρίου 1994. Ουδεμία ένσταση κατά της αποφάσεως διορισμού υπεβλήθη εντός τριών μηνών από της κοινοποιήσεώς της, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ούτε βεβαίως έχει ασκηθεί έκτοτε καμία προσφυγή κατά της Επιτροπής από την προσφεύγουσα.
22 Η προσφεύγουσα επικαλείται διάφορες αποφάσεις του Δικσατηρίου και του Πρωτοδικείου για να υποστηρίξει ότι η εμφάνιση ουσιωδών νέων περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους του ενδιαφερομένου υποβολή, σύμφωνα με το άρθο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, του αιτήματος να επανεξετάσει το όργανο μια απόφαση η οποία δεν έχει προσβληθεί εντός της ισχύουσας προθεσμίας (6). Επομένως, με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν η απόφαση ενός εθνικού δικαστηρίου μπορεί να αποτελέσει ένα τέτοιο «ουσιώδες νέο περιστατικό», στην περίπτωση όπου οι αποφάσεις που έχουν προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου μπορεί να έχουν επηρεάσει την περί διορισμού απόφαση της Επιτροπής.
23 Στην παρούσα υπόθεση, ζητείται από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ένα σύνολο διαδικαστικών κανόνων οι οποίοι δεν έχουν καμία ευδιάκριτη σχέση με την εκκρεμή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δίκη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να εξετάσει ως προκαταρκτικό ζήτημα το αν έχει αρμοδιότητα να απαντήσει στο ερώτημα αυτό.
24 Είναι γεγονός ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Dzodzi (7), «στο πλαίσιο της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου που προβλέπει το άρθρο 177, το Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις χωρίς να εξετάζει κατ' αρχήν τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα εθνικά δικαστήρια αποφάσισαν να του υποβάλουν τα προδικαστικά ερωτήματα και προτίθενται να εφαρμόσουν τη διάταξη κοινοτικού δικαίου που του ζητούν να ερμηνεύσει». Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω, ωστόσο, ότι «οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες δεν ισχύει αυτό είναι οι περιπτώσεις όπου είτε προκύπτει ότι η διαδικασία του άρθρου 177 καταστρατηγήθηκε, και στην πραγματικότητα το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί στο πλαίσιο κατασκευασμένης δίκης, είτε είναι πρόδηλο ότι η διάταξη του κοινοτικού δικαίου που καλείται να ερμηνεύσει το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμοστεί» (8). Το Δικαστήριο έχει επίσης επανειλημμένως κρίνει ότι δεν έχει αρμοδιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στην περίπτωση όπου «συνάγεται κατά τρόπο προφανή ότι η αιτουμένη [από το εθνικό δικαστήριο] ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (...) είναι εντελώς άσχετη προς την πραγματικότητα ή τον σκοπό της κυρίας δίκης» (9).
25 Είναι σαφές ότι το αν η απόφαση ενός εθνικού δικαστηρίου μπορεί να αποτελεί νέο περιστατικό, συνεπαγόμενο την υποχρέωση του οργάνου να εξετάσει αίτημα περί επανεξετάσεως προηγούμενης αποφάσεώς του θίγουσας τον ενδιαφερόμενο, αποτελεί ζήτημα κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, υπό τις μάλλον ειδικές περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, δεν θεωρώ ότι το περιστατικό αυτό και μόνον αρκεί για να στηρίξει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
26 Πρώτον, ο μόνος ρητά διατυπωμένος σκοπός του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος συνίσταται στο να διευκρινιστεί αν η προσφεύγουσα μπορεί να ματαιώσει την πάροδο της προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε να προσβληθεί μια περί διορισμού απόφαση της Επιτροπής, την οποία ομολογουμένως παρέλειψε να προσβάλει εμπροθέσμως. Αυτό δεν μου φαίνεται να ανταποκρίνεται στον αληθή σκοπό του άρθρου 177, ο οποίος συνίσταται στο να δίδονται στα εθνικά δικαστήρια αποφάσεις ως προς την ερμηνεία (και, στην περίπτωση της νομοθεσίας, ως προς το κύρος) διατάξεων του κοινοτικού δικαίου τις οποίες τα εθνικά δικαστήρια πρέπει κατόπιν να εφαρμόσουν στα περιστατικά της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν τους. Μολονότι από το Δικαστήριο ζητείται γενικώς να ερμηνεύσει διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που έχουν εφαρμογή στις έννομες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, μπορεί επίσης να του ζητηθεί, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, να ερμηνεύσει τόσο διαδικαστικές (10) όσο και ουσιαστικές (11) διατάξεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα κατά πόσον το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει την αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση· στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να λεχθεί ότι το εθνικό δικαστήριο εφαρμόζει μάλλον την παρασχεθείσα ερμηνεία παρά τις ίδιες τις διατάξεις. Στην παρούσα υπόθεση, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου τις οποίες αφορά το ερώτημα, όπως και αν ερμηνευθούν, δεν είναι ικανές να επηρεάσουν την αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου και, επομένως, το εθνικό δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει την ερμηνεία του Δικαστηρίου.
27 Η έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, αποδεικνύεται από το ότι καμία από τις απαντήσεις που θα μπορούσε να δώσει το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος των προσβαλλομένων αποφάσεων. Το ουσιαστικό ζήτημα που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου είναι αν η συμμετοχή του Βελγικού Δημοσίου στον διορισμό ορισμένων εκτάκτων υπαλλήλων της Επιτροπής ήταν ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο· επί του σημείου αυτού το Conseil d'Ιtat έκρινε ότι «η αρμοδιότητα της Βελγικής Κυβερνήσεως να προτείνει υποψηφίους (...) εξαρτάται από το σύννομο της διαδικασίας διορισμού η οποία κινήθηκε με πρωτοβουλία της Επιτροπής». Ως προς το ζήτημα της αρμοδιότητάς του, το Conseil d'Ιtat έκρινε ότι θα εξέταζε το κύρος των προσβαλλομένων αποφάσεων μόνο «στην περίπτωση κατά την οποία η προσφεύγουσα μπορεί να επιτύχει την ακύρωση του διορισμού του C. Tanghe από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων».
28 Είναι σαφές ότι, από άποψη κοινοτικού δικαίου, η αρμοδιότητα του Conseil d'Ιtat να κρίνει το κύρος των προσβαλλομένων αποφάσεων ουδόλως συνδέεται με το παραδεκτό της προσφυγής την οποία η προσφεύγουσα μπορεί να θελήσει να ασκήσει κατά της Επιτροπής. Ο λόγος για τον οποίο το Conseil d'Ιtat, παρακινούμενο από την προσφεύγουσα, υπέβαλε τα ερωτήματα στην παρούσα υπόθεση είναι προφανώς η επιδίωξή του να αποφύγει την προσβολή αυτού που ο γενικός εισαγγελέας Darmon περιέγραψε, στο πλαίσιο της υποθέσεως Oleificio Borelli κατά Επιτροπής, ως «το δικαίωμα για την παροχή δικαστικής προστασίας». Ο γενικός εισαγγελέας όρισε το περιεχόμενο της αρχής αυτής ως εξής: «κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από πράξη που του στερεί δικαίωμα ή πλεονέκτημα αρυόμενο από την κοινοτική ρύθμιση πρέπει να μπορεί να έχει τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της εν λόγω πράξεως και να απολαύει πλήρους δικαστικής προστασίας» (12). Κατά την άποψή του, ένα εθνικό μέτρο το οποίο έχει σαφώς βλαπτικά αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του ενδιαφερομένου πρέπει να μπορεί να υποβληθεί σε δικαστικό έλεγχο σε εθνικό επίπεδο.
29 Στην απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι, οσάκις ένα εθνικό μέτρο «εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως κοινοτικής αποφάσεως (...), εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αποφαίνονται, ενδεχομένως ύστερα από προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο, επί της νομιμότητας της οικείας εθνικής πράξεως, υπό τις αυτές προϋποθέσεις ελέγχου που ισχύουν για κάθε οριστική πράξη, η οποία εκδιδόμενη από την ίδια εθνική αρχή μπορεί να είναι βλαπτική για τρίτους, και, επομένως, να κρίνουν παραδεκτή μια προσφυγή που ασκείται προς τούτο, έστω και αν οι εσωτερικοί δικονομικοί κανόνες δεν προβλέπουν παρόμοια περίπτωση.» (13)
30 Το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε στην παρούσα υπόθεση να εξετάσει το συμβατό των προσβαλλομένων αποφάσεων προς το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα προς τις διατάξεις του ΚΥΚ οι οποίες έχουν εφαρμογή στην περίπτωση της προσφεύγουσας, και να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο επί οποιουδήποτε ζητήματος κοινοτικού δικαίου που θα του ήταν αναγκαίο για να εκδώσει απόφαση· αυτό φαίνεται, μάλιστα, να αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου ερωτήματος. Ενώ οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν το Conseil d'Ιtat υποχρεούται, σύμφωνα με την απόφαση Oleificio Borelli κατά Επιτροπής, να ασκήσει τη δικαιοδοτική αρμοδιότητά του στο πλαίσιο της κύριας δίκης, δεν υφίσταται, ωστόσο, πραγματική διαφορά ως προς το αν η απόφαση του Conseil d'Ιtat θα είχε ως αποτέλεσμα την επανέναρξη των προθεσμιών που ορίζονται στον ΚΥΚ· το ζήτημα φαίνεται ότι τέθηκε οίκοθεν από το Conseil d'Ιtat στην περί παραπομπής απόφασή του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ότι «ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη που συνδέεται με την επίλυση διαφοράς» που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (14).
31 Η βάση για την υποβολή του πρώτου ερωτήματος μου φαίνεται ότι είναι διττώς υποθετική και ότι στηρίζεται σε κυκλοτερή συλλογισμό. Πρώτον, το υποβληθέν ερώτημα στηρίζεται στην υπόθεση ότι, κάποτε στο μέλλον, η προσφεύγουσα θα ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου για την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί διορισμού του C. Tanghe. Η υπόθεση αυτή συνεπάγεται περαιτέρω, παρεμπιπτόντως, ότι η προσφεύγουσα θα έχει ως τότε υποβάλει ανεπιτυχώς ένσταση στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Δεύτερον, πρέπει να υποτεθεί ότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, θα έχει ευδοκιμήσει η προσφυγή της ενώπιον του βελγικού Conseil d'Ιtat. Ωστόσο, η τελευταία αυτή υπόθεση εξαρτάται, με τη σειρά της, από το αν θα έχουν δοθεί στα υποβληθέντα ερωτήματα απαντήσεις ευνοϋκές γι' αυτή.
32 Το Conseil d'Ιtat εξαρτά επομένως την έκβαση της υποθέσεως της κυρίας δίκης από τα αποτελέσματα της μη εισέτι εκδοθείσας αποφάσεώς του σε σχέση με την εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση μόνον αν η εν λόγω απόφαση είναι ευνοϋκή για την προσφεύγουσα. Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρέχει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών ή ειδικών υποθετικών ζητημάτων ή επί ζητημάτων που δεν θα βοηθήσουν το εθνικό δικαστήριο να επιλύσει το ζήτημα που εκκρεμεί ενώπιόν του (15)· η νομολογία αυτή έχει κατά τη γνώμη μου εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
33 Ότι το ερώτημα αυτό είναι εντελώς υποθετικό και δη επινοημένο προκύπτει επιπλέον από το γεγονός ότι, αν το Δικαστήριο απαντούσε στο ερώτημα αυτό στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αυτό θα αποτελούσε στην πραγματικότητα σφετερισμό της αρμοδιότητας του Πρωτοδικείου να εκδώσει απόφαση επί του αυτού ζητήματος σε πρώτο βαθμό στο πλαίσιο ενδεχόμενης μελλοντικής διαφοράς μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Πρωτοδικείο θα μπορούσε να εξετάσει όλους τους δεόντως προβαλλομένους ισχυρισμούς που στηρίζουν την αμφισβήτηση του κύρους της περί διορισμού αποφάσεως της Επιτροπής. Μεταξύ αυτών θα μπορούσε να περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι η συμμετοχή των κρατών μελών στη διαδικασία επιλογής των υποψηφίων ήταν αντίθετη προς τον ΚΥΚ ή προς κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου και ότι αυτό είχε ως συνέπεια να θιγεί το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής· το ζήτημα της συμμετοχής κράτους μέλους στη διαδικασία διορισμού, περί της οποίας δεν προβλέπει ρητώς ο ΚΥΚ, είναι προφανώς πολύ διαφορετικό από το ζήτημα του ουσιαστικού κύρους των μέτρων που απαιτείται να λάβει ένα κράτος μέλος ως τμήμα μιας συγκεκριμένης κοινοτικής διαδικασίας λήψεως αποφάσεως, όπως συνέβαινε στην υπόθεση Oleificio Borelli κατά Επιτροπής. Το κύρος των εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων διορισμών υπαλλήλων και, κατά μείζονα λόγο, το αν οι διορισμοί αυτοί μπορούν να προσβληθούν με ενδεχόμενη μελλοντική προσφυγή αποτελούν ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, το οποίο αποτελεί το δικαιοδοτικό όργανο που έχει οριστεί βάσει των Συνθηκών για να ασκεί το τμήμα αυτό των καθηκόντων του Δικαστηρίου. Δεν θα ήταν κατά τη γνώμη μου ορθό να προδικάσει το Δικαστήριο τον τρόπο κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο θα ασκήσει την αρμοδιότητα αυτή στο πλαίσιο ενδεχόμενης μελλοντικής προσφυγής.
34 Είναι γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, η απάντηση του Δικαστηρίου στο ερώτημα αυτό επηρεάζει το έννομο συμφέρον της προσφεύγουσας για την ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων και ότι η κρίση περί του εννόμου συμφέροντος που έχει ο ενδιαφερόμενος ως προς την ακύρωση μιας τέτοιας αποφάσεως αποτελεί ζήτημα εθνικού δικαίου. Συναφώς, σημαντικό είναι το ακόλουθο χωρίο από την απόφαση του Δικαστηρίου επί της δεύτερης υποθέσεως Foglia:
«(...) αν και το Δικαστήριο οφείλει να επαφίεται κατά το δυνατόν στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου ως προς το αν τα ερωτήματα που το εν λόγω δικαστήριο του απευθύνει είναι αναγκαία, πρέπει επίσης να είναι σε θέση να προβαίνει σε οποιαδήποτε εκτίμηση που συνδέεται με την εκπλήρωση της δικής του αποστολής, ιδίως για να εξετάσει (...) την αρμοδιότητά του. Συνεπώς (...) το Δικαστήριο (...) δεν δύναται (...) να παραμείνει αδιάφορο έναντι των εκτιμήσεων στις οποίες έχουν προβεί τα δικαστήρια των κρατών μελών στις εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εκτιμήσεις αυτές δύνανται να έχουν επίπτωση επί της ομαλής λειτουργίας της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 177» (16).
35 Η παρούσα υπόθεση συνιστά κατά τη γνώμη μου μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση, όπου η εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου ως προς την κρισιμότητα του ερωτήματος που υποβάλλει το Δικαστήριο δεν συνάδει προς την αποστολή του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 177, για τους προπαρατεθέντες λόγους. Θα προσθέσω ότι, όπως επισήμανε επίσης το Δικαστήριο στην απόφαση Foglia, «αν σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει εαυτό αναρμόδιο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να θίξει τα προνόμια του εθνικού δικαστηρίου, ενώ αντιθέτως επιτρέπει να αποφευχθεί η χρησιμοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 177 για σκοπούς διαφορετικούς [από εκείνους για τους οποίους θεσπίστηκε]» (17).
36 Ενόψει των προεκτεθέντων, είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα.
37 Στην περίπτωση όπου το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την ανωτέρω ανάλυση του ζητήματος της αρμοδιότητάς του στην παρούσα υπόθεση, η άποψή μου είναι ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Conseil d'Ιtat. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα προσβάλλει δύο αποφάσεις ληφθείσες από εθνικές αρχές, οι οποίες υποστηρίζεται ότι αποτελούν προπαρασκευαστικές πράξεις και ότι κατέστησαν ανίσχυρο τον εκ μέρους της Επιτροπής διορισμό του C. Tanghe, με αποκλειστικό σκοπό την προσβολή του διορισμού αυτού. Αν η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου εθεωρείτο ότι συνιστά νέο περιστατικό, θα παρείχετο η δυνατότητα στην προσφεύγουσα να παρακάμψει τις προθεσμίες που ορίζει ο ΚΥΚ, η τήρηση των οποίων αποτελεί, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ζήτημα δημοσίας τάξεως (18). Επιπλέον, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά στη μέχρι τώρα υποθετική διαφορά μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής ήσαν γνωστά στην προσφεύγουσα τουλάχιστον από τις 26 Οκτωβρίου 1994 και τα περιστατικά αυτά ούτε έχουν μεταβληθεί ούτε έχουν συμπληρωθεί με νέα στοιχεία. Μολονότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι η δικαστική «απόφαση με την οποία ακυρώνεται διοικητική πράξη δεν μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό παρά μόνον έναντι των προσώπων τα οποία η ακυρωθείσα πράξη αφορά άμεσα» (19), είναι σαφές ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ακυρώνουν πράξεις εκδοθείσες από τα κοινοτικά όργανα.
38 Τα ζητήματα αρχής που ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση είναι από όλες τις απόψεις παρόμοια με εκείνα που ανέκυπταν στο πλαίσιο της υποθέσεως TWD Textilwerke Deggendorf (20). Στην υπόθεση εκείνη η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης είχε προσβάλει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι δεν συμβιβάζονταν με τη Συνθήκη, εθνικά μέτρα εφαρμόζοντα μια απόφαση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η ενίσχυση που είχε χορηγηθεί στην προσφεύγουσα από τις γερμανικές αρχές δεν συμβιβαζόταν με την κοινή αγορά και έπρεπε να αναζητηθεί. Η προσφεύγουσα είχε παραλείψει να προσβάλει την απόφαση αυτή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Πράγματι, τυχόν αναγνώριση στον ενδιαφερόμενο της δυνατότητας να εναντιωθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις [κατά της εφαρμογής της αποφάσεως της Επιτροπής], επικαλούμενος την έλλειψη νομιμότητάς της, ισοδυναμεί με αναγνώριση υπέρ αυτού της ευχερείας να παρακάμψει το απρόσβλητο της έναντι αυτού αποφάσεως μετά την εκπνοή των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής.» (21)
39 Στο πλαίσιο της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα δεν προσβάλλει την εφαρμογή μιας αποφάσεως της Επιτροπής, αλλά πράξεις των εθνικών αρχών προγενέστερες της εκδόσεώς της, για τις οποίες ισχυρίζεται ότι έχουν επηρεάσει το περιεχόμενο της αποφάσεως και, εντεύθεν, το κύρος της. Όπως η προσφεύγουσα στην υπόθεση TWD Textilwerke Deggendorf, η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης της παρούσας υποθέσεως επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την εθνική διαδικασία προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες της παραλείψεώς της να τηρήσει την προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου, για το παραδεκτό της οποίας δεν θα υφίστατο κατ' αρχήν καμία αμφιβολία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θεωρώ ότι πρέπει να επιτραπεί στην προσφεύγουσα να προσβάλει εμμέσως το συμβατό προς το κοινοτικό δίκαιο αποφάσεων τις οποίες παρέλειψε να προσβάλει ευθέως.
40 Το αιτούν δικαστήριο ανέφερε σαφώς ότι το δεύτερο ερώτημα χρειάζεται να εξεταστεί μόνον εάν στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση. Ενόψει της απαντήσεως που πρότεινα να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, και σύμφωνα με τα ρητώς εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο, προτείνω στο Δικαστήριο να μη δώσει απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
41 Στην περίπτωση όπου το Δικαστήριο θεωρήσει ότι πρέπει παρ' όλα αυτά να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα, η άποψή μου είναι ότι η συμπληρωματική αίτηση που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη για να της γνωστοποιήσουν τα ονόματα υποψηφίων που θα μπορούσε να εξετάσει στο πλαίσιο της γενικής διαδικασίας προσλήψεων δεν συνιστά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε καμία παράβαση του άρθρου 11 του ΚΥΚ, το οποίο έχει κατ' αναλογία εφαρμογή στους εκτάκτους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 11 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού. Ομοίως, παρέλειψε να καταδείξει πώς θα έπρεπε να ερμηνευθεί το άρθρο 27 του ΚΥΚ, στο οποίο έδωσε ιδιαίτερη σημασία, προκειμένου να έχει εφαρμογή στους εκτάκτους υπαλλήλους, ή κατά ποιον τρόπο παραβιάστηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, ειδικότερα δε το άρθρο 12, παράγραφος 1.
V - Πρόταση
42 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το βελγικό Conseil d'Ιtat:
«Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177, να κρίνει αν μια απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επανέναρξη της προθεσμίας για την άσκηση ενδεχόμενης μελλοντικής προσφυγής κατά του κύρους αποφάσεως της Επιτροπής περί διορισμού ενός εκτάκτου υπαλλήλου, στην περίπτωση όπου η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου έχει εξαρτηθεί από την ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου οι οποίες δεν μπορούν να επηρεάσουν την αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου και το εθνικό δικαστήριο δεν είναι, συνεπώς, σε θέση να εφαρμόσει την ερμηνεία αυτή.»
(1) - Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-97/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-6313).
(2) - Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191.
(3) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 286/83, Alexis κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 2445, σκέψη 9).
(4) - ΕΕ 1988, L 319, σ. 1· διορθωτικά στην ΕΕ 1989, L 241, σ. 4.
(5) - Όπως ανέφερα στο σημείο 14 των ανά χείρας προτάσεων, η προσφεύγουσα ανέφερε, με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι είχε ένα άλλο συμφέρον να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ήτοι τη δυνατότητα να αξιώσει αποζημίωση.
(6) - Αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1973, 28/72, Tontodonati κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 807)· της 18ης Ιουνίου 1981, 173/80, Blasig κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 1649)· της 1ης Δεκεμβρίου 1983, 190/82, Blomefield κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3981)· της 30ής Μαου 1984, 326/82, Aschermann κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2253)· της 26ης Σεπτεμβρίου 1985, 231/84, Valentini κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3027), και της 28ης Απριλίου 1994, Τ-35/93, Cucchiara κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. Ι-Α-127 και ΙΙ-413).
(7) - Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3763, σκέψη 39).
(8) - Ibid., σκέψη 40.
(9) - Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. Ι-3695, σκέψη 11).
(10) - Αποφάσεις της 27ης Μαου 1981, 142/80 και 143/80, Essevi και Salengo (Συλλογή 1981, σ. 1412, σκέψεις 13 έως 18) (άρθρο 169 της Συνθήκης), και της 14ης Δεκεμβρίου 1982, 314/81 έως 316/81 και 83/82, Waterkeyn κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 4337, σκέψεις 13 έως 16) (άρθρο 171 της Συνθήκης).
(11) - Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1990, C-201/89, Le Pen (Συλλογή 1990, σ. Ι-1183, σκέψεις 8 έως 11) (άρθρο 1 του πρωτοκόλλου περί των Προνομίων και των Ασυλιών του 1965 και άρθρα 178 και 183 της Συνθήκης).
(12) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1 υπόθεση C-97/91, σημείο 31 των προτάσεων.
(13) - Ibid., σκέψεις 10 και 13 της αποφάσεως.
(14) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 18).
(15) - Αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lοurenηo Dias (Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψη 17), και C-83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. Ι-4871, σκέψη 25), και της 9ης Φεβρουαρίου 1995, C-412/93, Leclerc-Siplec (Συλλογή 1995, σ. Ι-179, σκέψη 12).
(16) - Υπόθεση 244/80, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14 ανωτέρω, σκέψη 19.
(17) - Ibid., σκέψη 18.
(18) - Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 227/83, Moύση κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3133, σκέψη 12).
(19) - Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, 125/87, Brown κατά Δικαστηρίου (Συλλογή 1988, σ. 1619, σκέψη 13).
(20) - Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι-833).
(21) - Ibid., σκέψη 18· βλ., επίσης, τα σημεία 13 έως 26 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση εκείνη.
Full & Egal Universal Law Academy