Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα προσφυγή, το Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 95/184/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαου 1995, που τροποποιεί την απόφαση 3092/94/ΕΚ περί καθιερώσεως κοινοτικού συστήματος πληροφορήσεως σχετικά με τα οικιακά ατυχήματα και τα ατυχήματα κατά τις δραστηριότητες αναψυχής (1). Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως αυτής, η οποία εκδόθηκε από το Συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου, βάσει του άρθρου 169 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (2). Κατά την άποψη του προσφεύγοντος θεσμικού οργάνου, η προσβαλλομένη πράξη έπρεπε να εκδοθεί σύμφωνα με τη διαδικασία της συναποφάσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 189 Β της Συνθήκης ΕΚ.
Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη της προσφυγής, υποστηριζόμενο από τους παρεμβαίνοντες Επιτροπή και Βασίλειο της Σουηδίας.
2 Πριν από την εξέταση των προβαλλομένων επιχειρημάτων των διαδίκων, είναι χρήσιμο να αναφερθούν τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το ιστορικό της προσφυγής.
Με την προσβαλλομένη πράξη, το Συμβούλιο τροποποίησε την απόφαση 3092/94/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1994 (3). Το σύστημα αυτό ανέθετε, μεταξύ άλλων, σε 54 νοσοκομεία, τα οποία κατανέμονται στα διάφορα κράτη μέλη, τη συλλογή στοιχείων και προέβλεπε χρηματοπιστωτική υποστήριξη της Κοινότητας, κατανεμόμενη μεταξύ των ιδίων αυτών κρατών. Μετά από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας, έπρεπε να επέλθουν στην απόφαση αυτή οι αναγκαίες για την εφαρμογή της και στα νέα κράτη μέλη προσαρμογές. Προς τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 95/184: ο συνολικός αριθμός των νοσκομείων ανήλθε σε 65 και η κοινοτική χρηματοπιστωτική υποστήριξη σε 2,808 εκατομμύρια ECU.
Εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, το Συμβούλιο έκρινε ότι μπορούσε να προσφύγει στην απλοποιημένη διαδικασία του άρθρου 169 της Πράξεως Προσχωρήσεως, η οποία έχει ως εξής:
«1. ςΟταν πράξεις των οργάνων πριν την προσχώρηση χρειάζονται προσαρμογή συνεπεία αυτής, και αυτό δεν έχει προβλεφθεί στην παρούσα Πράξη ή στα παραρτήματά της, οι οικείες προσαρμογές διενεργούνται με τη διαδικασία της παραγράφου 2 και τίθενται σε ισχύ κατά την προσχώρηση.
2. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία προτάσεις της Επιτροπής, ή η Επιτροπή, ανάλογα με το ποιο εκ των δύο οργάνων είχε εκδώσει τις αρχικές πράξεις, συντάσσει τα αναγκαία προς τούτο κείμενα.»
Πάντως, το Κοινοβούλιο κρίνει ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διαδικασίας αυτής. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η προς τροποποίηση απόφαση στηριζόταν στο άρθρο 129 Α της Συνθήκης και είχε εκδοθεί σύμφωνα με τη διαδικασία της συναποφάσεως. Επομένως, η ίδια διαδικασία έπρεπε να ακολουθηθεί για την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως.
3 Εισαγωγικώς, πρέπει να αναφερθεί ότι ο προσδιορισμός της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί, εν προκειμένω, επηρεάζει ουσιωδώς τις θεσμικής φύσεως προνομίες του προσφεύγοντος οργάνου: το άρθρο 169 της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπει, πράγματι, ότι η τροποποιητική πράξη εκδίδεται αποκλειστικά από το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, ενώ το άρθρο 189 Β της Συνθήκης προβλέπει σαφώς τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Επομένως, εάν αποδειχθεί ότι εσφαλμένως επελέγη η διαδικασία αυτή δεν θα προκύψει τυπικό απλώς ελάττωμα, αλλά παράβαση ουσιώδους τύπου θίγουσα τη νομιμότητα της πράξεως.
Συνεπώς, η προσφυγή πληροί τις προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, εφόσον ασκήθηκε από το Κοινοβούλιο με τον σκοπό να διαφυλαχθούν οι θεσμικής φύσεως προνομίες του και βασίζεται σε προβαλλόμενες προσβολές των προνομιών αυτών.
4 Επί της ουσίας, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να εκδώσει την προσβαλλομένη πράξη βάσει του άρθρου 169 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Προς στήριξη της απόψεώς του αυτής, προβάλλει ένα διττό επιχείρημα: κατ' αρχάς, η προσφυγή στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή διαδικασία ήταν δυνατή μόνον πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως. Εξάλλου, η διαδικασία αυτή προβλέπεται αποκλειστικώς για την προσαρμογή των πράξεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ενώ, εν προκειμένω, η προς προσαρμογή πράξη εμπίπτει από κοινού στην αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και επομένως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 169. Ας εξετάσουμε λεπτομερώς την άποψη του προσφεύγοντος, υπό τις δύο αναφερθείσες πτυχές.
5 Η πρώτη πτυχή του επιχειρήματος του Κοινοβουλίου αφορά, όπως προανέφερα, την αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Πράξεως Προσχωρήσεως από τη στιγμή ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως. Η άποψη αυτή βασίζεται κυρίως στο γαλλικό κείμενο του προαναφερθέντος άρθρου 169, δυνάμει του οποίου «lorsque les actes des institutions doivent, avant l'adhιsion, κtre adaptιs du fait de l'adhιsion et que les adaptations nιcessaires n'ont pas ιte prιvues dans le prιsent acte ou ses annexes, ces adaptations sont effectuιes, selon la procιdure prιvue au paragraphe 2 (...)». Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η φράση «avant l'adhιsion» εισάγει ένα συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό για την προσφυγή σ' αυτή την απλοποιημένη διαδικασία προσαρμογής, η οποία έπρεπε ακριβώς να επέλθει πριν από την προσχώρηση και όχι, όπως εν προκειμένω, μετά την προσχώρηση. Το συμπέρασμα αυτό, κατά την άποψη πάντοτε του Κοινοβουλίου, επιβεβαιώνεται περαιτέρω με το άρθρο 2 της Συνθήκης Προσχωρήσεως, το οποίο, αφού ορίζει ότι η Συνθήκη αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1995, προβλέπει, στην παράγραφο 3, ότι, «κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, τα όργανα της Ενώσεως μπορούν να θεσπίσουν πριν την προσχώρηση τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα (...) 169 της Πράξεως Προσχωρήσεως (...)». Από την εξέταση των διατάξεων αυτών, το προσφεύγον θεσμικό όργανο καταλήγει ότι η ratio του άρθρου 169 είναι να μπορεί να γίνει προσαρμογή, με απλοποιημένη μορφή, των κοινοτικών πράξεων που υφίστανται μεταξύ της υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως και της ενάρξεως ισχύος της. Παρερχομένης της προθεσμίας αυτής, οι προσαρμογές που είναι αναγκαίες λόγω της εισόδου νέων κρατών μελών πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες που προβλέπει η Συνθήκη.
Παρ' όλ' αυτά, η άποψη αυτή δεν με πείθει. ιΟπως ορθώς παρατήρησαν το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Βασίλειο της Σουηδίας, το γλωσσικής φύσεως επιχείρημα στο οποίο στηρίζεται η άποψη του Κοινοβουλίου αντλείται αποκλειστικά από το γαλλικό κείμενο του άρθρου 169 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Αντιθέτως, όλες οι άλλες γλωσσικές αποδόσεις συνηγορούν υπέρ της αντιθέτου απόψεως. ςΕτσι, στο ιταλικό κείμενο διαβάζουμε ότι, «quando gli atti dele istituzioni precedenti all'adesione richiedono adattamenti (...)», αυτές «sono effetuati secondo la procedura di cui al paragrafo 2». Κατ' ανάλογο τρόπο, στο αγγλικό κείμενο αναφέρεται ότι: «where acts of the institutions prior to accession require adaptation by reason of accession, and the necessary adaptations have not been provided for in this Act or its Annexes, those adaptations shall be made in accordance with the procedure laid down by paragraph 2» (4).
Ενώπιον της ασυμφωνίας αυτής των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο απέκλεισε, με άλλη ευκαιρία, «τη μεμονωμένη εξέταση μιας διατάξεως σε μία μόνον από τις γλωσσικές αποδόσεις της» και, αντιθέτως, διευκρίνισε ότι επιβάλλεται «να ερμηνεύεται βάσει τόσο της πραγματικής βουλήσεως του συντάκτη της όσο και του σκοπού που αυτός επιδίωκε, υπό το πρίσμα, ιδίως, των αποδόσεών της σε όλες τις γλώσσες» (5). Λαμβανομένων υπόψη αυτών, κρίνω ότι είναι αποφασιστικής σημασίας το γεγονός ότι, εκτός της γαλλικής αποδόσεως, σε όλες τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις το χρονικό όριο της προσχωρήσεως δεν αναφέρεται στη δυνατότητα προσφυγής στο άρθρο 169, αλλά μάλλον στις προς τροποποίηση πράξεις: επομένως, οι πράξεις που χρήζουν προσαρμογής πρέπει να προϋπήρξαν της προσχωρήσεως. Δεν μου φαίνεται δικαιολογημένο να υπερισχύσει η μοναδική γλωσσική απόδοση που διαφέρει όλων των άλλων.
Κατά τα λοιπά, η λύση αυτή είναι η μόνη που συνάδει προς τον σκοπό του άρθρου 169. Πράγματι, η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα, επικουρικά, όταν είναι απαραίτητες προσαρμογές οι οποίες δεν προβλέπονται εξάλλου στη Συνθήκη ή στην Πράξη Προσχωρήσεως. Επομένως, τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν να θέσουν στη διάθεση των κοινοτικών οργάνων μια εύκολη και ταχεία διαδικασία για την πραγματοποίηση των προσαρμογών αυτών, οι οποίες «διέφυγαν» της προσοχής τους κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, είναι όμως εξίσου σημαντικές για να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή κοινοτικής πράξεως στα νέα προσχωρούντα κράτη. Πάντως, η κατάσταση αυτή μπορεί προφανώς να ανακύψει και μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως. Στην περίπτωση αυτή, κρίθηκε προτιμητέο να γίνουν οι προσαρμογές σύμφωνα με τις απλοποιημένες τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 169, παρά μέσω των συνήθων διαδικασιών που προβλέπονται στη Συνθήκη για την τροποποίηση της οικείας πράξεως. Η επιλογή αυτή, η οποία υπαγορεύεται από λόγους οικονομίας της διαδικασίας, επιτρέπει κατά τον τρόπο αυτό να διασφαλίζεται άμεσα και αμελητί η ενιαία εφαρμογή των κοινοτικών πράξεων σε όλα τα κράτη μέλη. Εξάλλου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της εξετασθείσας απλοποιημένης διαδικασίας για οποιαδήποτε τροποποίηση υφισταμένης πράξεως· η διαδικασία αυτή αφορά μόνον τις τεχνικής φύσεως τροποποιήσεις και δεν επιδρά, επιφέροντας παρεκκλίσεις, στο κανονιστικό περιεχόμενο της πράξεως. Κατά τη γνώμη μου, τούτο περιορίζει τις ανησυχίες του Κοινοβουλίου επί της φερομένης προσβολής των θεσμικών προνομιών του.
6 Το άρθρο 2 της Συνθήκης Προσχωρήσεως, από το οποίο το Κοινοβούλιο φέρεται να αντλεί έναν περιορισμό στην εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 169 μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης αυτής, είναι επίσης αλυσιτελές. Η διάταξη που επικαλείται το προσφεύγον θεσμικό όργανο, όπως ορθώς παρατηρούν το Συμβούλιο και οι λοιποί παρεμβαίνοντες, έχει εντελώς άλλη λογική. Η ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης είναι, πράγματι, η 1η Ιανουαρίου 1995· πάντως, κατά παρέκκλιση από τη διάταξη αυτή, προβλέπεται ότι τα «όργανα μπορούν να θεσπίσουν πριν την προσχώρηση τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα (...)169 της Πράξεως Προσχωρήσεως (...)». Η διάταξη είναι σαφής: τα όργανα μπορούν, και δεν πρέπει, να εφαρμόσουν το άρθρο 169 πριν από την προσχώρηση. Πρόκειται για απλή δυνατότητα, από την οποία δεν προκύπτει καμιά απαγόρευση εφαρμογής της διαδικασίας αυτής μετά την προσχώρηση. Κατά τα λοιπά, η ratio του άρθρου 2 είναι ευκόλως νοητή: η Συνθήκη τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995, θέλησε όμως να δώσει στα κοινοτικά όργανα τη δυνατότητα να προβούν, και πριν από την ημερομηνία αυτή, στις αναγκαίες προσαρμογές. Συνεπώς, ήταν αναγκαίο να προβλεφθεί ένα αντίστοιχο καθεστώς παρεκκλίσεως για να είναι δυνατή η «πρόωρη» εφαρμογή της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 169, η οποία άλλως θα ήταν αδύνατη, δεδομένου ότι τα όργανα δεν θα μπορούσαν βεβαίως να εφαρμόσουν διαδικασία προβλεπόμενη σε διάταξη που δεν θα είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ.
Συνεπώς, δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το προαναφερθέν άρθρο 2 ούτε από τη διατύπωση του άρθρου 169 (6) η ύπαρξη χρονικών περιορισμών στην εκ μέρους του Συμβουλίου εφαρμογή της απλοποιημένης διαδικασίας προσαρμογής. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν η προβλεπόμενη στο άρθρο 169 διαδικασία μπορεί να εφαρμόζεται μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό ή η εφαρμογή της διατάξεως αυτής είναι νόμιμη μόνον αν πραγματοποιείται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το ζήτημα αυτό δεν παρουσιάζει λυσιτέλεια για την υπό κρίση διαφορά δεδομένου ότι η απόφαση 95/184 εκδόθηκε στις 22 Μαου 1995, ήτοι εντός ευλόγου χρόνου μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του άρθρου 169 και του γεγονότος ότι το περιεχόμενό του περιορίζεται αποκλειστικά σε απλές προσαρμογές τεχνικής, ούτως ειπείν, φύσεως, κρίνω ότι η μεταγενέστερη ενδεχομένως εφαρμογή του δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση τον προβαλλόμενο από το Κοινοβούλιο ισχυρισμό.
7 Πάντως, το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι η δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 169 μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως αντιβαίνει στην αρχή ότι τα κράτη μέλη αποδέχονται, κατά την είσοδό τους στην Κοινότητα, το κοινοτικό κεκτημένο ως έχει κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν μπορούν επομένως να τροποποιούνται απεριόριστα οι υφιστάμενες κοινοτικές πράξεις χωρίς να παραβιάζεται αυτή η θεμελιώδης αρχή. Εν τούτοις, ούτε το επιχείρημα αυτό μου φαίνεται πειστικό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα προσχωρούντα στην νΕνωση κράτη πρέπει να αποδεχθούν το σύνολο των ήδη εκδοθεισών κοινοτικών πράξεων (7). Στην περίπτωσή μας όμως το αποτέλεσμα αυτό δεν θίγεται από την ενδεχόμενη εφαρμογή της απλοποιημένης διαδικασίας προσαρμογής μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως. Θα έλεγα μάλιστα το αντίθετο: μια τέτοια δυνατότητα ενδείκνυται για την πλήρη εφαρμογή του κεκτημένου στα προσχωρούντα κράτη, ιδίως όταν - και τούτο συμβαίνει εν προκειμένω - οι προϋφιστάμενες πράξεις χρειάζονται τροποποιήσεις ακριβώς για να μπορούν να εφαρμοστούν και στα κράτη αυτά.
Μια τελευταία παρατήρηση. Η προσβαλλομένη πράξη εκδόθηκε στις 22 Μαου 1995, τα αποτελέσματά της όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 169, απέκτησαν αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1995, δηλαδή την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως. Συντασσόμενος με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, δεν νομίζω ότι αυτό είναι αντίθετο προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Πράγματι, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι αν και η αρχή αυτή δεν επιτρέπει, κατά γενικό κανόνα, «τον καθορισμό ενάρξεως της χρονικής ισχύος μιας κοινοτικής πράξεως από την ημερομηνία προγενέστερης δημοσιεύσεώς της, συγχωρείται εξαίρεση, όταν επιβάλλεται από τον επιδιωκόμενο σκοπό και όταν επιδεικνύεται ο πρέπων σεβασμός προς τη θεμιτή εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων» (8). ατά την άποψή μου, οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται εν προκειμένω. Αφενός, δεν γίνεται επίκληση προσβολής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων· αφετέρου, ο επιδιωκόμενος στόχος είναι η διασφάλιση, από της προσχωρήσεως, της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου σε όλη την νΕνωση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 169 δεν αποκλείει μεταγενέστερη προσαρμογή των πράξεων των οργάνων, προβλέπει όμως, συγχρόνως, ότι η προσαρμογή αυτή έχει αποτελέσματα ανατρέχοντας στην ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως.
8 Περαιτέρω, το Κοινοβούλιο προσβάλλει την απόφαση 95/184 άλλως πώς. Κατά την άποψή του, επίκληση της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 169 μπορεί να γίνεται μόνο για την προσαρμογή των πράξεων της Επιτροπής ή του Συμβουλίου, ενώ η προσβαλλομένη πράξη τροποποιεί πράξη - την απόφαση 3092/94 - η οποία εκδόθηκε από το Συμβούλιο και από το Κοινοβούλιο. Η άποψη αυτή στηρίζεται αποκλειστικά στη διατύπωση του άρθρου 169 η οποία, σύμφωνα με το Δικαστήριο, δεν προβλέπει, και επομένως αποκλείει, τη δυνατότητα προσαρμογής, υπό απλοποιημένη μορφή, των πράξεων που εκδίδονται από κοινού από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο κατά τη διαδικασία της συναποφάσεως.
Το επιχείρημα αυτό μου δημιουργεί προβληματισμό. όΟπως παρατήρησαν το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Σουηδική Κυβέρνηση, το άρθρο 169 προβλέπει τη δυνατότητα προσαρμογής κάθε πράξεως «των οργάνων» προς τις απορρέουσες από την προσχώρηση νέων κρατών απαιτήσεις. Βέβαια η επιλογή της ορολογίας εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών δεν υπήρξε ίσως η κατάλληλη, όταν προέβλεψαν στην παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως ότι οι προσαρμογές διενεργούνται από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, ανάλογα με το ποιο από τα δύο όργανα είχε εκδώσει την προς τροποποίηση πράξη. Και τούτο κατά το μέτρο που, ακριβολογώντας, απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 189 Β της Συνθήκης μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9). Πάντως, ούτε από τη διατύπωση ούτε από τη ratio του άρθρου 169 προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν να αποκλείσουν του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως αυτής τις πράξεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την προαναφερθείσα διαδικασία· πράξεις, εξάλλου, οι οποίες μολονότι έχουν εκδοθεί από κοινού από τα δύο όργανα η Συνθήκη αναφέρει, πλειστάκις, ως εκδοθείσες μόνον από το Συμβούλιο (10). Τούτο αφήνει να νοηθεί ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 169, αναφέροντας τις πράξεις του Συμβουλίου, θέλησε στην πραγματικότητα να αναφερθεί και σε αυτές που το θεσμικό αυτό όργανο εκδίδει από κοινού με το Κοινοβούλιο. Πράγματι, ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως συνίσταται στην πρόβλεψη ταχείας διαδικασίας προσαρμογής για να είναι δυνατή η πλήρης και ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινοτικών πράξεων και στα νέα προσχωρούντα κράτη· προφανώς η θεμελιώδης αυτή απαίτηση υφίσταται και για τις εκδοθείσες με τη διαδικασία συναποφάσεως πράξεις.
9 Τέλος, νομίζω ότι η εφαρμογή της εν λόγω απλοποιημένης διαδικασίας εξαρτάται από τρεις προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι ότι οι χρήζουσες προσαρμογής πράξεις πρέπει να είναι προγενέστερες της προσχωρήσεως· η δεύτερη είναι ότι οι απαραίτητες προσαρμογές δεν πρέπει να προβλέπονται στην Πράξη Προσχωρήσεως ή στα παραρτήματά της· τέλος, η τρίτη είναι ότι η εν λόγω διαδικασία πρέπει να σκοπεί στη διασφάλιση της προσαρμογής της πράξεως ώστε να καταστεί εφαρμόσιμη και στα νέα προσχωρούντα κράτη. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να πρόκειται, όπως διευκρίνισα ανωτέρω, όχι για ουσιώδη τροποποίηση επιδρώσα το περιεχόμενο της πράξεως, αλλά, πιο περιορισμένα, για απλή μεταγενέστερη προσαρμογή της ώστε να πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν λόγω των νέων προσχωρήσεων.
Νομίζω ότι το σύνολο των προϋποθέσεων αυτών πληρούται εν προκειμένω. Πράγματι, η προσβαλλομένη απόφαση επρόκειτο να προσαρμόσει κοινοτική πράξη προγενέστερη της προσχωρήσεως· υπό την έννοια αυτή δεν προβλεπόταν καμιά διάταξη στην Πράξη Προσχωρήσεως ή στα παραρτήματά της· περαιτέρω, το περιεχόμενο της προσβαλλομένης πράξεως περιοριζόταν αποκλειστικά στις απαραίτητες προσαρμογές ώστε να καταστεί δυνατή η πρακτική εφαρμογή της στα νέα κράτη μέλη. Κατά τα λοιπά, το τελευταίο αυτό σημείο, το οποίο νομίζω ότι είναι ουσιώδες, δεν αμφισβητήθηκε από το Κοινοβούλιο με πειστικά επιχειρήματα. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το Κοινοβούλιο παρατήρησε μόνον ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, είχε διακριτική ευχέρεια στην επιλογή των κριτηρίων που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να προβεί στην προσαρμογή της αποφάσεως 3092/94· έπρεπε και το Κοινοβούλιο να μπορεί να παρέμβει στην επιλογή των κριτηρίων αυτών, σύμφωνα με τη διαδικασία της συναποφάσεως. Παρ' όλ' αυτά, τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Η ανάγκη εφαρμογής της προαναφερθείσας αποφάσεως και στα νέα προσχωρούντα κράτη απαιτούσε την εφαρμογή της ως προς δύο μόνο σημεία: αφενός, ο αριθμός των νοσοκομείων που προβαίνουν στη συλλογή των στοιχείων ανήλθε από 54 σε 65· αφετέρου, το ποσό της κοινοτικής συμμετοχής αυξήθηκε κατά συνέπεια σε 2,808 εκατομμύρια ECU. αΟπως παρατήρησε η Επιτροπή, προβαίνοντας στην επικριθείσα προσαρμογή, το Συμβούλιο συμμορφώθηκε προς τα κριτήρια της αποφάσεως 3092/94, καθορίζοντας τον αριθμό των νοσοκομείων για τα νέα κράτη σε σχέση με τον πληθυσμό τους και προσαρμόζοντας αναλογικά τη χρηματοπιστωτική υποστήριξη· κατά τα λοιπά, τα κριτήρια αυτά εγκρίθηκαν από το Κοινοβούλιο, εφόσον για την απόφαση 3092/94 είχε τηρηθεί η διαδικασία της συναποφάσεως. Επομένως, δεν νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά ότι η προσβαλλομένη πράξη δεν αποτελεί απλή προσαρμογή, υπό την έννοια του άρθρου 169, και ότι, αντιθέτως, πρόκειται για αυθαίρετη επιλογή η οποία, λόγω του νεωτεριστικού περιεχομένου της, πρέπει να συνεπάγεται την εφαρμογή της διαδικασίας της συναποφάσεως. Επομένως, νομίζω ότι το Συμβούλιο, εφαρμόζοντας την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 διαδικασία, παρέμεινε εντός των ουσιαστικών ορίων που καθορίζει η διάταξη αυτή.
10 Περαιτέρω, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Βασίλειο της Σουηδίας ζητούν από το Δικαστήριο, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα των ενδεχομένως εκδοθεισών από την Επιτροπή αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 7 της αποφάσεως 3092/94 σχετικά με τη χρηματοπιστωτική υποστήριξη υπέρ των νοσοκομείων των νέων κρατών μελών. Συναφώς, πέραν των πρακτικών δυσχερειών που μπορεί να ανακύψουν από μια ακυρωτική απόφαση με αναδρομικό αποτέλεσμα, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ήδη καταβληθεί ποσά σε τέσσερα σουηδικά και τρία φινλανδικά νοσοκομεία.
Το Κοινοβούλιο «επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου» δηλώνοντας, κατ' αρχήν, την αντίθεσή του στο αίτημα εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 174.
Νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα των διαδίκων. Πράγματι, κρίνω ότι η ex tunc ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως θα έθιγε σοβαρά τις ήδη πραγματοποιηθείσες ενέργειες της Επιτροπής ως προς τα νέα κράτη μέλη, ενέργειες οι οποίες, κατά τα λοιπά, σκοπούν κυρίως στην προστασία των καταναλωτών. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, ότι τα αποτελέσματα των εκδοθεισών από την Επιτροπή αποφάσεων βάσει του άρθρου 7 της αποφάσεως 3092/94, η οποία τροποποιήθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, θεωρούνται ως απρόσβλητα.
Συμπέρασμα
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή του Κοινοβουλίου·
- σε περίπτωση που ακυρώσει την απόφαση 95/184/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαου 1995, που τροποποιεί την απόφαση 3092/94/ΕΚ περί καθιερώσεως κοινοτικού συστήματος πληροφορήσεως σχετικά με τα οικιακά ατυχήματα και τα ατυχήματα κατά τις δραστηριότητες αναψυχής, να χαρακτηρίσει ως απρόσβλητα τα αποτελέσματα των αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 7 της αποφάσεως 3092/94/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1994·
- να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα, εκτός των εξόδων της Επιτροπής και του Βασιλείου της Σουηδίας.
(1) - ΕΕ L 120, σ. 36.
(2) - ΕΕ 1994, C 241, σ. 21.
(3) - ΕΕ L 331, σ. 1.
(4) - Υπό την έννοια αυτή, π.χ., το ισπανικό κείμενο προβλέπει: «1. En caso de que los actos de las instituciones previos a la adhesiσn requieran una adaptaciσn como consecuencia de esta y no se hayan previsto en la presente Acta o en sus Anexos las necesarias adaptaciones, dichas adaptaciones se harαn con arreglo al procedimiento establecido en el apartado 2 (...)»· και το πορτογαλικό κείμενο προβλέπει ότι: «1. Quando os actos das Instituiηυes anteriores ΰ adesγo, devam ser adaptados em virtude da adesγo, e as adaptaηυes necessΰrias nγo estiverem previstas no presente Acto ou nos Anexos, estas serγo efectuadas nos termos do procedimento previsto no no 2 (...)».
(5) - Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1988, 55/87, Moskel (Συλλογή 1988, σ. 3845, σκέψη 15).
(6) - Αντιθέτως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η διατύπωση του άρθρου 169 συνηγορεί κατά της προτεινόμενης από το Κοινοβούλιο ερμηνείας. Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει τη δυνατότητα διενέργειας των απαραίτητων προσαρμογών «λόγω της προσχωρήσεως» και όχι «ενόψει» της προσχωρήσεως αυτής. Επομένως, η χρησιμοποιούμενη διατύπωση αφήνει να εννοηθεί προφανώς ότι η προσχώρηση έχει ήδη επέλθει και συνεπώς η Συνθήκη έχει ήδη τεθεί σε ισχύ. Με άλλα λόγια, λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας της διατάξεως, είναι δυνατόν οι προσαρμογές να αποτελούν, ακριβώς, συνέπεια της προσχωρήσεως και επομένως η εν λόγω διαδικασία να είναι μεταγενέστερη της προσχωρήσεως.
(7) - Η αρχή αυτή έχει σαφώς επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1982, 39/81, 43/81, 85/81 και 88/81, Ξαλυβουργική και Ελληνική Ξαλυβουργία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 593, σκέψη 12): «(...) το προσχωρούν κράτος αποδέχεται το σύνολο των πράξεων των οργάνων που έχουν εκδοθεί μέχρι της ημέρας της πραγματοποιήσεως της προσχωρήσεως (...)». Πάντως, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η τεθείσα από το Δικαστήριο αρχή στην υπόθεση αυτή αναφέρεται προφανώς στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία οι προϋποθέσεις για τη συγκεκριμένη εφαρμογή της εν λόγω πράξεως προκύπτουν ήδη με αρκετή σαφήνεια από την πράξη αυτή. Η νομολογία αυτή ουδόλως αφορά το πρόβλημα που μας απασχολεί εδώ: δηλαδή τη δυνατότητα προσαρμογής των ήδη υφισταμένων πράξεων μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως.
(8) - Βλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1983, 235/82, Ferriere San Carlo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3949, σκέψη 9).
(9) - Βλ., π.χ., τη διατύπωση του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο: «Το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, την Επιτροπή και την ΕΚΤ, εκτός των συστάσεων και γνωμών και των πράξεων του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων.»
(10) - Βλ., π.χ., τα άρθρα 129 Α, παράγραφος 2, 56, παράγραφος 2, και 100 Α της Συνθήκης.
Full & Egal Universal Law Academy