Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα διαδικασία επί προσφυγής λόγω παραβιάσεως της Συνθήκης από κράτος μέλος αφορά την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας οπωροκηπευτικών από ιδιώτες στη Γαλλία και την υποχρέωση της Γαλλικής Δημοκρατίας να σταματήσει την παρεμπόδιση αυτή.
2 Η Επιτροπή στην προσφυγή της περιέγραψε κατά τρόπο σύντομο και σαφή τα γεγονότα, στα οποία στηρίχθηκε η προσφυγή αυτή, και την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, παρέπεμψε σ' αυτήν την έκθεση των γεγονότων. Ενόψει της σημασίας της παρούσας υποθέσεως, θεωρώ ενδεδειγμένο να αναφέρω στο σημείο αυτό ολόκληρη την έκθεση αυτή (1):
«1) Επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας η Επιτροπή δέχεται τακτικά καταγγελίες για πράξεις βίας που διέπραξαν κινήσεις διαμαρτυρίας Γάλλων γεωργών εις βάρος γεωργικών προϋόντων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη (λεηλασίες και καταστροφές φορτίων και οχημάτων μεταφοράς, απειλές προς οδηγούς φορτηγών και καταστροφές οπωροκηπευτικών).
Από τα στοιχεία που προσκόμισαν οι πολυάριθμοι καταγγέλλοντες προέκυψε πολλές φορές ότι οι γαλλικές αρχές δεν είχαν αντιδράσει κατά τρόπο ανάλογο προς τη σοβαρότητα των πραγματικών περιστατικών. Έτσι, πολλές φορές οι καταγγέλλοντες προέβαλαν την αιτίαση ότι οι αρχές που ήταν επιφορτισμένες με την τήρηση της τάξεως παρέμειναν αδρανείς.
Η κατάσταση αυτή οδήγησε την Επιτροπή στο να απευθυνθεί επανειλημμένα, μεταξύ άλλων, με μία πρώτη έγγραφη όχληση στις 8 Μαου 1985, προς τις γαλλικές αρχές και να τους ζητήσει να λάβουν τα απαραίτητα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για να σταματήσουν τις προαναφερθείσες πράξεις βίας.
Οι γαλλικές αρχές απαντούσαν στην Επιτροπή διαβεβαιώνοντάς την μονίμως ότι προτίθενται να αντιδράσουν αποφασιστικά για την εξασφάλιση της ελευθερίας της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Αυτές οι επανειλημμένες διαβεβαιώσεις δεν μπόρεσαν όμως να εμποδίσουν την τακτική επανάληψη πράξεων καταστροφής και λεηλασίας.
2) Το 1993 η Επιτροπή διαπίστωσε ότι αυτό το διαρκώς επαναλαμβανόμενο πρόβλημα απέκτησε νέες διαστάσεις, διότι, όπως προέκυψε, οι βιαιοπραγίες που έλαβαν χώρα με πρωτοβουλία ορισμένων ομάδων όπως οι "Coordination rurale" έχασαν τον προηγούμενο χαρακτήρα των ευκαιριακών και παρορμητικών πράξεων και αποτελούσαν πλέον τμήμα ενός επεξεργασμένου σχεδίου για τον έλεγχο της προσφοράς των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη προϋόντων.
Μεταξύ Απριλίου και Ιουλίου 1993, ισπανικά φορτία οπωροκηπευτικών, και ιδίως φραουλών, που προορίζονταν για τη γαλλική αγορά ή μεταφέρονταν διά του εδάφους της Γαλλικής Δημοκρατίας, αποτέλεσαν αντικείμενο μιας εκστρατείας μέτρων για την πρόκληση διαταραχών, που διοργάνωσε η "Coordination rurale".
Κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο, η "Coordination rurale" στράφηκε κατά των προμηθειών ντομάτας από το Βέλγιο· στη συνέχεια, τον Αύγουστο, ένα φορτηγό, που μετέφερε χοίρους από τη Δανία, δέχθηκε επίθεση από διαδηλωτές στη θέση Gravelle και το φορτίο του καταστράφηκε.
3) Με επιστολή της 8ης Ιουλίου 1993 προς τον μόνιμο αντιπρόσωπο της Γαλλίας στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες, οι υπηρεσίες της Επιτροπής επισήμαναν ότι ο οργανωμένος και προσχεδιασμένος χαρακτήρας των ενεργειών της "Coordination rurale" αποτελούσε χωρίς αμφιβολία τμήμα σχεδίου για την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, κύρια δε αιτία του γεγονότος αυτού ήταν ότι οι Ισπανοί παραγωγοί αρνήθηκαν να κατανείμουν την αγορά βάσει της αρχής της συμπληρωματικότητας των προμηθειών (παράρτημα Ι).
Η "Coordination rurale" συγκεκριμένα υποστήριξε ότι, εκτός από τις βιαιοπραγίες εναντίον φορτηγών, που μετέφεραν κυρίως ισπανικές φράουλες ή βελγικές ντομάτες, καθώς και εναντίον αποθηκών ή σούπερ μάρκετ που διέθεταν τα προϋόντα αυτά, χρησιμοποίησε τα ακόλουθα μέσα:
- απειλές και εκφοβισμούς επιχειρηματιών, μεταφορέων και χονδρεμπόρων·
- επίμονες προσκλήσεις προς τα σούπερ μάρκετ, ώστε αυτά να υποχρεωθούν να αγοράζουν εγχώρια προϋόντα ή, μάλλον, προϋόντα της περιφερείας·
- καθορισμό κατώτατης τιμής πωλήσεως στα σούπερ μάρκετ·
- πραγματοποίηση συστηματικών ελέγχων για να διαπιστωθεί η τήρηση από τους επιχειρηματίες των τεθέντων όρων.
4) Το 1994 άρχισε στη Γαλλία μια νέα εκστρατεία βίας, με σκοπό την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας φραουλών από την Ισπανία στη γαλλική επικράτεια. Στις 19 Απριλίου, 150 περίπου παραγωγοί φραουλών από τις περιοχές Lot-et-Garonne, Dordogne και Gironde έλεγξαν επί δυόμισι ώρες φορτηγά στη θέση St. Jean-de-Vιdas και ξεφόρτωσαν από τα φορτηγά αυτά στον δρόμο περίπου 450 τόνους ισπανικές και μαροκινές φράουλες. Την ίδια ημέρα περισσότεροι από 300 γεωργοί κατέλαβαν ένα μεγάλο κέντρο διαθέσεως προϋόντων στη Narbonne και κατέστρεψαν περίπου 360 τόνους φράουλες εισαγωγής.
Για τον λόγο αυτό οι υπηρεσίες της Επιτροπής κάλεσαν στις 21 Απριλίου 1994 τις γαλλικές αρχές να λάβουν αυστηρά μέτρα για την τήρηση της τάξεως, ανταποκρινόμενα στη σοβαρότητα των πραγματικών περιστατικών και στον ενδεχόμενο κίνδυνο διαδόσεως τέτοιων ενεργειών, προκειμένου να δείξουν τη σαφή θέληση να αποτρέψουν τους διοργανωτές των ενεργειών αυτών από την υιοθέτηση τέτοιων επιθετικών μεθόδων (παράρτημα ΙΙ).
Εκτός αυτού, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν να ενημερωθούν για τις ποινικές διώξεις που άσκησαν οι γαλλικές αρχές κατά των δραστών των βιαιοπραγιών που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1993.
5) Δύο εβδομάδες όμως αργότερα, το βράδυ της 3ης Μαου 1994, περίπου 150 Γάλλοι παραγωγοί σταμάτησαν και πάλι, στο ίδιο σημείο, στην έξοδο του αυτοκινητοδρόμου St. Jean-de-Vιdas, φορτηγά που μετέφεραν φράουλες από την Ισπανία και κατέστρεψαν τα εμπορεύματα, χωρίς οι δυνάμεις της τάξεως, που ήσαν παρούσες, να επέμβουν για να προστατέψουν αποτελεσματικά τα φορτηγά και τα φορτία τους.
Εκτός αυτού, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν νέες πληροφορίες για συγκεκριμένες παράνομες ενέργειες οργανώσεων όπως η "Coordination rurale", η οποία συνέχιζε τη δράση της με απειλές και εκβιασμούς εις βάρος κέντρων χονδρικού και λιανικού εμπορίου, που προσέφεραν προς πώληση προϋόντα από άλλα κράτη μέλη (π.χ. ισπανικές φράουλες ή βελγικές ντομάτες).
Από έγγραφα που προσκόμισαν καταγγέλλοντες προκύπτει συγκεκριμένα ότι η "Coordination rurale" και άλλες οργανώσεις εξακολουθούσαν να απευθύνουν προς τους διευθυντές σούπερ μάρκετ επιστολές που συνιστούσαν, όπως φαίνεται, παραβάσεις των άρθρων 322-13 και 322-12 του γαλλικού Ποινικού Κώδικα. Έτσι εστάλη η ακόλουθη προειδοποίηση (παράρτημα ΙΙΙ): "Για να μην επικρατήσει από τις αρχές Μαρτίου 1994 στο τμήμα οπωροκηπευτικών των καταστημάτων ή των αποθηκών σας κλίμα αβεβαιότητας θα ήταν ευκταίο να προτιμάτε γαλλικά προϋόντα. Υπολογίζουμε στη γρήγορη κατανόησή σας, ώστε να αποφευχθεί βίαιη επιβολή αντιποίνων. Από τη συνεργασία σας θα εξαρτηθεί η απρόσκοπτη λειτουργία των καταστημάτων σας, τα οποία θα ελέγχουμε τακτικά."
Μια άλλη επιστολή της Fιdιration dιpartementale des producteurs de lιgumes du Maine-et-Loire της 18ης Απριλίου 1994, που απευθυνόταν στους "grossistes du MIN", είχε ως εξής:
"Όπως ανακοινώσαμε κατά τη συνάντησή μας της 12ης Απριλίου, επιβεβαιώνουμε τις ημερομηνίες αποκλεισμού των εισαγωγών για τις φράουλες και τα σπαράγγια, και συγκεκριμένα:
- φράουλες από το Μαρόκο: άμεσος αποκλεισμός (...)·
- φράουλες και σπαράγγια από την Ισπανία: αποκλεισμός το αργότερο την 1η Μαου, δεδομένου ότι τότε η γαλλική παραγωγή θα επαρκεί για την κάλυψη της γαλλικής καταναλώσεως.
Οι σημαντικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί λαχανικών μάς αναγκάζουν να επαγρυπνούμε και η κατά τους διενεργούμενους ελέγχους ανεύρεση εμπορευμάτων κατά τους προαναφερθέντες χρόνους θα συνεπάγεται την καταστροφή των εμπορευμάτων αυτών" (παράρτημα IV).
6) Η κατάσταση αυτή οδήγησε την Επιτροπή να απευθύνει, στις 19 Ιουλίου 1994, προς τις γαλλικές αρχές ένα έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο υποστήριξε την άποψη ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις κοινές οργανώσεις αγοράς γεωργικών προϋόντων και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της εν λόγω Συνθήκης, επειδή δεν έλαβε όλα τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψει την παρεμπόδιση, με αξιόποινες πράξεις ιδιωτών, της ελεύθερης κυκλοφορίας γεωργικών προϋόντων (παράρτημα V).
7) Oι γαλλικές αρχές απάντησαν με επιστολή της 10ης Οκτωβρίου 1994 (παράρτημα VI), στην οποία επισήμαναν ότι πάντοτε καταδίκαζαν αυστηρά τις από Γάλλους γεωργούς διαπραττόμενες ανεύθυνες βιαιοπραγίες. Τόνισαν ότι τα προληπτικά μέτρα που έλαβαν προκάλεσαν επαρκή εκφοβισμό, δεδομένου ότι μεταξύ 1993 και 1994 σημειώθηκε σημαντική μείωση των εκτρόπων, και ότι στον τομέα της ποινικής διώξεως οι κατά τόπο αρμόδιες εισαγγελίες άρχισαν συστηματικά τις έρευνες. Το γεγονός ότι οι έρευνες αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα οφείλεται στον ιδιαίτερο τρόπο ενεργείας των διαδηλωτών. Λόγω των αθεμίτων προσπαθειών της "Coordination rurale" να ρυθμίσει την αγορά μέσω απειλών, κινήθηκε κατ' αυτής διαδικασία από το Conseil de la concurrence.
8) Απαντώντας σε επιστολή της Επιτροπής της 1ης Δεκεμβρίου 1994 (παράρτημα VII), κατόπιν μιας διμερούς συναντήσεως της 27ης Οκτωβρίου 1994, οι γαλλικές αρχές απηύθηναν στις 26 Ιανουαρίου 1995 μια κοινοποίηση προς την Επιτροπή, με την οποία διευκρίνισαν περαιτέρω τα ληφθέντα μέτρα και τις κινηθείσες ποινικές διώξεις (παράρτημα VIII).
9) Ο επίτροπος Fischler απευθύνθηκε προληπτικά, με επιστολή της 23ης Φεβρουαρίου 1995, προς τον Γάλλο Υπουργό Γεωργίας, για να του επισημάνει τον κίνδυνο επαναλήψεως των βιαιοπραγιών κατά το οικονομικό έτος 1995 και διαδόσεως τέτοιων πρακτικών τόσο στη Γαλλία όσο και στο σύνολο της Κοινότητας και για να καλέσει τη Γαλλική Κυβέρνηση να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Καταλήγοντας επισήμανε ότι, σε περίπτωση που στο επόμενο οικονομικό έτος δημιουργούνταν καταστάσεις παρόμοιες με αυτές που αναφέρονται στο έγγραφο οχλήσεως που απηύθυνε η Επιτροπή στις γαλλικές αρχές, θα θεωρούσε τον εαυτό του υποχρεωμένο να προτείνει στην Επιτροπή να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη εις βάρος της Γαλλικής Δημοκρατίας (παράρτημα IX).
10) Επίσης, ο γενικός διευθυντής γεωργίας της Επιτροπής απηύθυνε στις 21 Απριλίου 1995 επιστολή προς τον μόνιμο αντιπρόσωπο της Γαλλίας στην Ευρωπαϋκή Ένωση, για να του ανακοινώσει ότι η Επιτροπή είχε λάβει γνώση προειδοποιήσεων και απειλών που απηύθυναν οργανώσεις προστασίας των παραγωγών των περιοχών της Lot-et-Garonne και Loire προς εμπορικά κέντρα, σούπερ μάρκετ και χονδρεμπόρους, και να του γνωστοποιήσει τις σχετικές ανησυχίες του (παράρτημα Ξ).
11) Το βράδυ όμως της Πέμπτης 20 Απριλίου 1995 επαναλήφθηκαν σοβαρά επεισόδια στη νοτιοδυτική Γαλλία: μια ομάδα 150 περίπου διαδηλωτών, που ισχυρίστηκαν ότι ανήκουν στο "Comitι de dιfense des fruits et lιgumes du Lot-et-Garonne", σταμάτησε εννέα φορτηγά, που μετέφεραν ισπανικές φράουλες, σε μια έξοδο αυτοκινητοδρόμου κοντά στη Narbonne και ψέκασε τις φράουλες με αέριο για να τις καταστήσει μη βρώσιμες. Λίγο αργότερα σταμάτησε άλλα φορτηγά στην έξοδο του αυτοκινητοδρόμου νότια-Toulouse και έκαψε τα φορτία που αποτελούνταν από φρούτα· στη συνέχεια, προσπάθησε να εισέλθει στις αποθήκες ενός εμπορικού κέντρου στο Colomiers στα περίχωρα της Toulouse, για να ελέγξει την προέλευση των φρούτων, εμποδίστηκε όμως από τις δυνάμεις της τάξεως. Τα επεισόδια αυτά προκάλεσαν πολύ έντονη αντίδραση των ισπανικών γεωργικών οργανώσεων, οι οποίες απείλησαν να κάνουν έκκληση για μποϋκοτάζ των γαλλικών προϋόντων και να επιχειρήσουν ενέργειες παρόμοιες προς αυτές που έπληξαν τα προϋόντα τους στη Γαλλία.
12) Κατόπιν αυτού η Επιτροπή διατύπωσε στις 5 Μαου 1995 την αιτιολογημένη γνώμη του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με την οποία η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις κοινές οργανώσεις αγοράς γεωργικών προϋόντων και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της εν λόγω Συνθήκης, επειδή δεν έλαβε όλα τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι ενέργειες ιδιωτών να μην εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία οπωροκηπευτικών. Η Επιτροπή κάλεσε περαιτέρω τη Γαλλική Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, εντός ενός μήνα από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης, να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή (παράρτημα ΞΙ).
13) Εντούτοις, το απόγευμα της 3ης Ιουνίου 1995 έλαβαν χώρα βιαιοπραγίες εις βάρος τριών φορτηγών, που μετέφεραν οπωροκηπευτικά από την Ισπανία, στη θέση Salon-de-Provence, χωρίς να επέμβουν οι δυνάμεις της τάξεως.
14) Μετά τα τελευταία αυτά επεισόδια και μια δήλωση του νέου Γάλλου Υπουργού Γεωργίας, ότι αποδοκιμάζει και καταδικάζει αυτές τις παράνομες ενέργειες, μη προτιθέμενος όμως να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις της τάξεως για να τις σταματήσει, ο επίτροπος Fischler γνωστοποίησε στον Υπουργό, με επιστολή της 12ης Ιουνίου 1995, ότι φοβάται ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να προσφύγει χωρίς καθυστέρηση στο Δικαστήριο (παράρτημα ΞΙΙ).
15) Με επιστολή που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 16 Ιουνίου 1995 η Γαλλική Κυβέρνηση προσπάθησε να αποδείξει ότι έλαβε και λαμβάνει όλα τα μέτρα που έχει στη διάθεσή της για να αντιδράσει αποτελεσματικά σε μια δύσκολη κατάσταση, προσαρμόζοντας τα προληπτικά και κατασταλτικά της στην εξέλιξη των παρανόμων ενεργειών συγκεκριμένων ομάδων διαδηλωτών· αυτά τα μέτρα εκφοβισμού οδήγησαν άλλωστε σε περιορισμό των βιαιοπραγιών που έλαβαν χώρα το 1995 (παράρτημα ΞΙΙΙ) (2).
16) Εντούτοις, στις αρχές Ιουλίου παραγωγοί οπωροκηπευτικών από το Bouches-du-Rhτne κατέστρεψαν στο Chβteaurenard καφάσια με φρούτα από την Ιταλία και την Ισπανία.»
3 Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο. Ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις κοινές οργανώσεις αγοράς γεωργικών προϋόντων και από το άρθρο 30, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ, επειδή δεν έλαβε όλα τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι βιαιοπραγίες ιδιωτών να μην εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία οπωροκηπευτικών. Εκτός αυτού ζητεί να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα.
4 Το Βασίλειο της Ισπανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο παρενέβησαν υπέρ της Επιτροής.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι - Επί της ευθύνης του κράτους για τις ενέργειες ιδωτών
5 Όπως ορθά τόνισε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η παρούσα υπόθεση αφορά μια ασυνήθιστη μορφή παραβιάσεως της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, το καθού κράτος μέλος δεν κατηγορείται ότι παραβίασε τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου με μέτρα που έλαβε. Αντίθετα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο τα κράτη μέλη παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τη Συνθήκη ΕΚ επειδή δεν λαμβάνουν μέτρα ή λαμβάνουν ανεπαρκή μέτρα για να αντιμετωπίσουν τη συμπεριφορά ιδιωτών που θέτει σε κίνδυνο την εκτέλεση συγκεκριμένων διατάξεων της Συνθήκης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί αν μπορεί να κριθεί υπόλογο ένα κράτος μέλος επειδή οι υπήκοοί του εμποδίζουν βίαια την εισαγωγή εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη. Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να διευκρινιστεί αν στην παρούσα υπόθεση υπάρχει πράγματι τέτοια παράβαση.
6 Πρόκειται επομένως για ένα ζήτημα το οποίο, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει τεθεί μέχρι τώρα, με τη μορφή αυτή, στο Δικαστήριο (3). Νέο δεν είναι βέβαια το γεγονός ότι μερικές φορές οι ιδιώτες αμύνονται με βίαια μέσα κατά της εισαγωγής εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη. Το Δικαστήριο, σε μια υπόθεση που εκδικάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80 και αφορούσε την εισαγωγή ιταλικού οίνου στη Γαλλία, έλαβε γνώση ότι Γάλλοι οινοπαραγωγοί είχαν τότε προβεί σε βίαιες ενέργειες στρεφόμενοι κατά των εισαγωγών αυτών (4). Νέο είναι, αντίθετα, το ζήτημα κατά πόσο ένα κράτος μέλος μπορεί να κριθεί υπεύθυνο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για μια τέτοια συμπεριφορά ιδιωτών. Η θεμελιώδης σημασία του ζητήματος αυτού είναι προφανής. Εξάλλου, όσοι έλαβαν μέρος στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκαν με σαφήνεια στη σημασία αυτή.
7 Το άρθρο 169 της Συνθήκης αναφέρεται στην παράβαση υποχρεώσεων κοινοτικού δικαίου εκ μέρους κράτους μέλους. Η προσφυγή που στηρίζεται στο άρθρο αυτό μπορεί επομένως να ευδοκιμήσει μόνον όταν το ίδιο το κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
8 Η παρούσα υπόθεση αφορά κατ' αρχάς την προστατευόμενη από το άρθρο 30 ελευθερία της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η απαγόρευση ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, που καθιερώνει η διάταξη αυτή, αφορά όμως προφανώς μέτρα των κρατών μελών και των οργάνων τους (5). Είναι αναμφισβήτητο ότι οι ίδιες οι γαλλικές αρχές δεν έλαβαν μέτρα δυνάμενα να θεωρηθούν άμεσα ως ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος.
9 Το άρθρο 30 έχει βέβαια εφαρμογή και σε μέτρα που λαμβάνουν ιδιώτες όταν αυτοί ελέγχονται από το οικείο κράτος μέλος. Αυτό προκύπτει από την παρατιθέμενη, σε άλλο πλαίσιο, από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απόφαση του Διακαστηρίου επί προσφυγής λόγω παραβάσεως της Επιτροπής κατά της Ιρλανδίας (6). Η υπόθεση αυτή είχε ως αντικείμενο μια διαφημιστική εκστρατεία του «Irish Goods Council», με την οποία καλούνταν οι καταναλωτές στην Ιρλανδία να αγοράζουν μόνον εγχώρια προϋόντα («αγοράζετε ιρλανδικά προϋόντα»). Επρόκειτο για μια εταιρία ιδιωτικού δικαίου, της οποίας τα μέλη της διευθύνουσας επιτροπής διορίζονταν όμως από την Ιρλανδική Κυβέρνηση. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστήριζε το Irish Goods Council με κρατικές επιχορηγήσεις, που κάλυπταν το κύριο μέρος των δαπανών του, και καθόριζε σε γενικές γραμμές τους σκοπούς της εκστρατείας που πραγματοποιούσε ο οργανισμός αυτός. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν μπορούσε να επικαλεστεί το γεγονός ότι η εκστρατεία πραγματοποιήθηκε από μια ιδιωτική εταιρεία «για να απεκδυθεί της ευθύνης που ενδεχομένως υπέχει από τις διατάξεις της Συνθήκης» (7). Τίποτε όμως δεν συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι στην παρούσα υπόθεση (όσον αφορά την «Coordination rurale») συντρέχουν αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά. Η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της δεν αναφέρθηκε εξάλλου καθόλου στη δυνατότητα αυτή.
10 Αυτά που ισχύουν για το άρθρο 30 ισχύουν και για τις κοινές οργανώσεις αγοράς γεωργικών προϋόντων. Σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς - και συνεπώς και το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ - εφαρμόζονται στα γεωργικά προϋόντα, εκτός αντιθέτων διατάξεων των άρθρων 39 έως 46. Σύμφωνα με αυτά, το Δικαστήριο έχει ήδη επανειλημμένα αποφανθεί «ότι οι κοινές οργανώσεις αγορών στηρίζονται στην αρχή της ανοικτής αγοράς, στην οποία έχει ελεύθερη πρόσβαση κάθε παραγωγός υπό συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού και της οποίας η λειτουργία ρυθμίζεται αποκλειστικά από τα νομοθετήματα που προβλέπουν οι οργανώσεις αυτές» (8). Και στον τομέα αυτόν επομένως η ελευθερία της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μπορεί να προσβληθεί μόνον από μέτρα κράτους μέλους ή των οργάνων του.
11 Μόνο το άρθρο 30 (και οι κοινές οργανώσεις αγοράς οπωροκηπευτικών) δεν αποτελούν επομένως επαρκή βάση για τις αιτιάσεις που προέβαλε η Επιτροπή. Δεν μπορώ επομένως να συμφωνήσω με την αντίθετη άποψη που υποστήριξε η Ισπανική Κυβέρνηση (η οποία όμως δεν εξέτασε τους αναφερθέντες ενδοιασμούς).
12 Η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός αυτό, προβάλλοντας την αιτίαση ότι η καθής παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις κοινές οργανώσεις αγοράς για τα γεωργικά προϋόντα και από το άρθρο 30, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, πρώτη φράση, της Συνθήκης ΕΚ, τα κράτη μέλη «λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας». Από το άρθρο 30 της Συνθήκης και τις κοινές οργανώσεις αγοράς γεωργικών προϋόντων προκύπτει ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, στο μέτρο που το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει περιορισμό της ελευθερίας αυτής. Όσον αφορά την εξέταση της προσφυγής που άσκησε η Επιτροπή, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστούν δύο προϋποθέσεις: κατ' αρχάς πρέπει να ερευνηθεί αν συντρέχουν πραγματικά περιστατικά τα οποία - εφόσον πρέπει να καταλογιστούν στην καθής - συνιστούν προσβολή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Στη συνέχεια, πρέπει να ερευνηθεί αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά μπορούν να καταλογιστούν στη Γαλλική Δημοκρατία και αν η Γαλλική Δημοκρατία μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τα πραγματικά αυτά περιστατικά. Στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση αν αποδειχθεί ότι η καθής δεν έλαβε κάθε κάταλληλο «γενικό ή ειδικό μέτρο», που ήταν απαραίτητο για την προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
ΙΙ - Επί της προσβολής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων από ιδιώτες
13 Στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι η εν λόγω συμπεριφορά των ιδιωτών θα συνιστούσε προσβολή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εφόσον θα μπορούσε να καταλογιστεί στη Γαλλική Δημοκρατία.
14 Η λεηλασία και η καταστροφή εμπορευμάτων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη αποτελεί τη χειρότερη μορφή περιορισμού των εισαγωγών που μπορεί κανείς να διανοηθεί. Αποτελεί ακριβώς άρνηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, δεν έχει σημασία αν τα εν λόγω εμπορεύματα καταστρέφονται κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή αφού έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο στη Γαλλία. Εξίσου προβληματικές φαίνονται και οι λοιπές ενέργειες στις οποίες προέβησαν τα εν λόγω πρόσωπα σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή και δεν αμφισβήτησε η καθής. Οι απειλές προς οδηγούς φορτηγών, που πραγματοποιούν τις μεταφορές, θίγουν άμεσα την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Όποιος πρέπει να υπολογίζει ότι το φορτηγό του θα δεχθεί επιθέσεις, επειδή μεταφέρει συγκεκριμένα προϋόντα, θα έχει την τάση να αποφύγει τέτοιες μεταφορές. Το ίδιο ισχύει για τις απειλές προς εμπόρους στη Γαλλία, οι οποίοι προσφέρουν εμπορεύματα από άλλα κράτη μέλη. Εάν η διάθεση εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κράτων μέλων συνδέεται με τον κίνδυνο βιαιοπραγιών, ένας έμπορος θα σκεφθεί πολύ κατά πόσο επιθυμεί να εξακολουθήσει να προσφέρει τα εμπορεύματα αυτά.
15 Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ορθά ότι και το κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας που δημιουργήθηκε από αυτά τα βίαια έκτροπα αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Έτσι π.χ. ένας έμπορος που βρίσκεται σε περιοχή όπου δεν έχουν γίνει ακόμα τέτοιες επιθέσεις θα λάβει υπόψη τη δυνατότητα ενός τέτοιου κινδύνου, οπότε θα αποφύγει ενδεχομένως την προμήθεια των εν λόγω εμπορευμάτων. Γενικώς ένας έμπορος που υπολογίζει ότι είναι πιθανό το εμπόρευμα που παράγγειλε να μη φθάσει, ή να μη φθάσει έγκαιρα, λόγω των περιγραφέντων επεισοδίων θα λάβει το γεγονός αυτό υπόψη για να αποφασίσει από ποια πηγή θα προμηθευθεί τα εμπορεύματά του. Αυτό ισχύει και για τους επιχειρηματίες που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, δεδομένου ότι με τα έκτροπα καταστράφηκαν και εμπορεύματα, τα οποία δεν προορίζονταν για τη γαλλική αγορά, αλλά για άλλα κράτη μέλη. Στο μέτρο αυτό μπορεί να γίνει λόγος για έμμεσες συνέπειες στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το κοινοτικό δίκαιο όμως απαγορεύει και αυτές τις έμμεσες προσβολές (9).
16 Η καθής στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως υποστήριξε ότι τα επίδικα επεισόδια «δεν έθιξαν πράγματι» την εμπορία ισπανικών φραουλών στη Γαλλία, δεδομένου ότι οι ποσότητες των φραουλών που εισήχθησαν κατά τους ιδιαίτερα επίμαχους μήνες Απρίλιο και Μάιο παρέμεινε σχεδόν σταθερή. Ενόψει της σοβαρότητας των επεισοδίων, ο ισχυρισμός αυτός έκπληξη μόνο μπορεί να προκαλέσει. Η καθής παρατήρησε όμως συγχρόνως ότι το επιχείρημα που προέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του άρθρου 30, είναι κατά βάση λυσιτελές. Από την άποψη αυτή, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την καθής. Είναι αναμφίβολο ότι τα βίαια έκτροπα, για τα οποία πρόκειται, παρεμπόδισαν άμεσα τις εισαγωγές εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη. Το γεγονός ότι ο όγκος των εισαγωγών αυτών παρέμεινε παρ' όλ' αυτά σταθερός δεν έχει σημασία. Εξάλλου, δεν αποκλείεται ο όγκος των εισαγωγών αυτών να ήταν μεγαλύτερος αν δεν είχαν λάβει χώρα τα εν λόγω έκτροπα.
Κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως ανέφερε ότι κατά το έτος 1994 από 170 000 τόνους φράουλες, που εισήχθησαν από την Ισπανία στη Γαλλία, μόνον 8 τόνοι καταστράφηκαν, πράγμα που αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,005 %. Αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα έκτροπα παρεμπόδισαν άμεσα την εισαγωγή εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη. Ενόψει της σοβαρότητας των επεισοδίων, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί σημαντικό το γεγονός ότι οι ποσότητες εμπορευμάτων που πράγματι καταστράφηκαν ήσαν ενδεχομένως σχετικά μικρές. Αυτό ισχύει δεδομένου ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εμποδίζεται όχι μόνον από τις ίδιες τις καταστροφές, αλλά και από το κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας που αυτές δημιουργούν (10).
17 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, στο υπόμνημά της, παρατήρησε ορθά ότι ένα μέτρο προσκρούει, σύμφωνα με τη νομολογία, στο άρθρο 30 μόνον όταν «εμφανίζει ορισμένο αριθμό επαναληπτικότητας και γενικότητας» (11). Ως προς αυτό δεν μπορεί, στην παρούσα υπόθεση, να υπάρξει αμφισβήτηση, εν όψει των επί έτη συνεχώς επαναλαμβανομένων επεισοδίων.
ΙΙΙ - Επί των δικαιολογητικών περιστάσεων που προβλήθηκαν
18 Εάν γίνει δεκτό ότι αυτή η παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων πρέπει να καταλογιστεί στην καθής (12), θα τεθεί το ζήτημα της υπάρξεως ενδεχομένων δικαιολογητικών λόγων.
19 Η Γαλλική Δημοκρατία, στο υπόμνημά της αντικρούσεως, επισήμανε το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο, στο οποίο εντάσσονται τα επίδικα επεισόδια. Η γαλλική αγορά οπωροκηπευτικών γνώρισε επί μία περίπου δεκαετία σημαντικούς κλυδωνισμούς, στους οποίους συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό ο αυξημένος ανταγωνισμός με ισπανικά προϋόντα που αντιμετώπισαν οι εγχώριοι παραγωγοί. Όσον αφορά τις φράουλες, οι ισπανικές εξαγωγές από 1 000 τόνους το έτος 1975 ανήλθαν σε 108 000 τόνους το 1992, δηλαδή υπερεκατονταπλασιάστηκαν. Μόνον οι εξαγωγές που προορίζονταν για τη Γαλλία αυξήθηκαν από 6 000 τόνους κατά το έτος 1980 σε 42 000 τόνους κατά τα έτη 1990 και 1993 κατά μέσο όρο και έφθασαν το 1994 περίπου τους 50 000 τόνους. Αντίθετα, η γαλλική παραγωγή φράουλας έμεινε στάσιμη από το 1991 στους 82 000 τόνους. Η εξέλιξη της αγοράς συναλλαγματικής ισοτιμίας όξυνε ακόμη περισσότερο τα προβλήματα αυτά. Έτσι η τιμή της ισπανικής πεσέτας το 1995 ήταν κατά 28 % χαμηλότερη από την τιμή των ετών 1990 έως 1992.
20 Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως η καθής ανέπτυξε περαιτέρω το θέμα αυτό. Στην εναντίωση που προέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως, σύμφωνα με την οποία η αύξηση των ισπανικών εξαγωγών οφειλόταν περισσότερο στο τέλος της μεταβατικής περιόδου και στη με το τέλος αυτό συνδεόμενη άρση των περιορισμών του εμπορίου, η καθής, στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, αντέταξε ότι τα επεισόδια που αναφέρει η Επιτροπή στην προσφυγή της έλαβαν χώρα πριν από το τέλος της μεταβατικής περιόδου. Οι προβλεπόμενοι για το χρονικό αυτό διάστημα μηχανισμοί αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι με το άρθρο 81 της Πράξης για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των συνθηκών (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως) θεσπίστηκε ο καλούμενος «συμπληρωματικός μηχανισμός που εφαρμόζεται κατά τις συναλλαγές», ο οποίος για τα οπωροκηπευτικά θα εφαρμοζόταν από 1ης Ιανουαρίου 1990 έως 31ης Δεκεμβρίου 1995. Το άρθρο 83 της Πράξεως Προσχωρήσεως προέβλεψε τον καθορισμό συγκεκριμένων «ενδεικτικών ανωτάτων ορίων». Βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3944/89 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1989, περί των λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συμπληρωματικού μηχανισμού κατά τις συναλλαγές νωπών οπωροκηπευτικών (13), η Επιτροπή προόριζε να καθορίσει για τα εν λόγω προϋόντα συγκεκριμένες περιόδους οι οποίες θεωρούνταν «επισφαλείς» (περίοδος ΙΙ) ή «ιδιαίτερα επισφαλείς» (περίοδος ΙΙΙ). Ο καθορισμός των περιόδων αυτών αποτέλεσε την αφετηρία για τον εκ μέρους της Επιτροπής έλεγχο των εξαγομένων από την Ισπανία ποσοτήτων.
21 Στην παρούσα όμως υπόθεση περιττεύει μια περαιτέρω εξέταση αυτού του μηχανισμού ελέγχου και της εφαρμογής του στην πράξη. Στην απάντησή της στο υπόμνημα που κατέθεσε το Βασίλειο της Ισπανίας, η καθής ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί την ορθότητα των στοιχείων που προσκόμισε το παρεμβαίνον αυτό υπέρ της Επιτροπής κράτος. Παραδέχτηκε ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι οι ισπανικές εξαγωγές, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, δεν υπερέβησαν σε γενικές γραμμές τα καθορισθέντα ανώτατα όρια. Υποστήριξε όμως ότι οι μηχανισμοί που προέβλεπε το κοινοτικό δίκαιο για την περίοδο αυτή αφορούσαν μόνον τον όγκο των ισπανικών εξαγωγών φράουλας. Δεν υπήρξε όμως κανένας μηχανισμός για τον έλεγχο των τιμών του προϋόντος αυτού. Η διαμόρφωση των τιμών αποτελεί όμως το κεντρικό ζήτημα, που οδήγησε στη δυσαρέσκεια των Γάλλων παραγωγών. Οι Ισπανοί προσφέροντες, η παραγωγή των οποίων έφθανε στη γαλλική αγορά πριν από τα εγχώρια προϋόντα, εφάρμοζαν στην αγορά αυτή αρχικώς πολύ υψηλές τιμές, τις οποίες όμως μείωναν σε σημαντικό βαθμό μόλις άρχιζε ο ανταγωνισμός. Η καθής χαρακτηρίζει αυτή τη μεταβολή των τιμών ως «κανονική υποτίμηση».
22 Κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εκπρόσωπος της καθής η προσφυγή κυβερνήσεως προέβαλε ακόμη πιο έντονες τις αιτιάσεις αυτές. Ορισμένες πρακτικές Ισπανών παραγωγών αποτελούσαν «κανονικές προβοκάτσιες». Οι Ισπανοί προσφέροντες προέβαιναν σε αθέμιτες ενέργειες, οι οποίες «αναμφίβολα» έπρεπε να θεωρηθούν ως «ντάμπινγκ» και αποσταθεροποιούσαν ολόκληρη τη γαλλική αγορά, πράγμα που εμπόδιζε τους εγχώριους παραγωγούς να διαθέσουν τα εμπορεύματά τους.
23 Περιέγραψα πιο πάνω τους ισχυρισμούς αυτούς λεπτομερώς - αν και σε καμία περίπτωση εξαντλητικά (14) - διότι η καθής αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα σχετικά ζητήματα. Οι εκπρόσωποι της Γαλλικής Κυβερνήσεως δεν σταμάτησαν βέβαια να τονίζουν ρητώς ότι θεωρούν ότι οι συνθήκες αυτές δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα έκτροπα που έλαβαν χώρα. Υποστήριξαν εντούτοις ότι οι πρακτικές που προσάπτουν στους Ισπανούς παραγωγούς μπορούν να συμβάλουν στην εξήγηση των ενεργειών των Γάλλων γεωργών.
24 Δεν είναι νομίζω δυνατό, με βάση μόνον τα όσα αναφέρθηκαν κατά την παρούσα διαδικασία, να αποφανθώ οριστικά πόσο μεγάλες ήσαν οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζαν οι γεωργοί στα νότια της Γαλλίας και αν ευσταθεί ο ισχυρισμός που υποστήριξε η καθής κατά την προφορική διαδικασία, σύμφωνα με τον οποίο πρόκειται για ένα ιδιαίτερα «ευάλωτο» τμήμα του πληθυσμού. Πρέπει εντούτοις να επισημανθεί ότι η Επιτροπή δεν αντέκρουσε αυτούς τους ισχυρισμούς του εκπροσώπου της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Δέχομαι επομένως στο εξής, υπέρ της καθής, ότι οι γεωργοί στη νότια Γαλλία αντιμετώπιζαν πράγματι σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες.
25 Δεν είναι επίσης δυνατό να κρίνω αν οι πρακτικές που χρησιμοποίησαν οι Ισπανοί παραγωγοί φράουλας στη γαλλική αγορά ήταν τόσο προβληματικές, όσο ισχυρίζεται η καθής. Φαίνεται βέβαια ότι μερικοί τουλάχιστον από τους γεωργούς στη νότια Γαλλία βλέπουν να απειλείται η ύπαρξή τους από φθηνές εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή υποστήριξε όμως σχετικά ότι θα ήταν υπερβολικό να θεωρηθεί ότι οι δυσχέρειες των γεωργών στη νότια Γαλλία οφείλονταν μόνο στις συναλλαγματικές διακυμάνσεις. Η επιτυχία των Ισπανών παραγωγών εξηγείται, αντίθετα, κυρίως λόγω θεσμικών και κλιματικών παραγόντων. Πρέπει σχετικά να υπενθυμιστεί ότι η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι ισπανικές φράουλες φθάνουν νωρίτερα στη γαλλική αγορά απ' ό,τι τα εγχώρια προϋόντα. Στο μέτρο οι Ισπανοί παραγωγοί έκαναν χρήση μόνον αυτών των προφανώς υφισταμένων πλεονεκτημάτων για να προωθήσουν την παραγωγή τους, συμπεριφέρθηκαν κατά τρόπο σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς και χρησιμοποίησαν τις ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκη ακριβώς για τους σκοπούς που αυτή προβλέπει. Όποιος είναι, λόγω συγκεκριμένων συνθηκών, σε θέση να παράγει φθηνότερα και αποτελεσματικότερα από τους ανταγωνιστές του και συνεπώς να προσφέρει τα προϋόντα του σε ευνοϋκότερη τιμή από αυτή που μπορούν να προσφέρουν οι ανταγωνιστές δεν μπορεί, γι' αυτόν και μόνον τον λόγο, να κατηγορηθεί για αθέμιτες πρακτικές ή για ντάμπινγκ.
26 Έστω και αν ευσταθούσαν οι αιτιάσεις που προέβαλε ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατά των Ισπανών παραγωγών, η παρεμπόδιση των εισαγωγών δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη.
27 Πρέπει πρώτον να επισημανθεί ότι τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η καθής αφορούν μόνον τις εισαγωγές φράουλας από την Ισπανία. Όπως όμως προκύπτει από την προσφυγή της Επιτροπής, οι αιτιάσεις της δεν αφορούν μόνον αυτό το προϋόν, αλλά και άλλα προϋόντα (15). Εκτός αυτού, πρόκειται επίσης για μέτρα κατά των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη πλην της Ισπανίας (16). Η καθής δεν προσπάθησε να εξηγήσει για ποιο λόγο οι Γάλλοι γεωργοί στράφηκαν και κατά των εισαγωγών αυτών.
28 Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι οι βιαιότητες έθιξαν και προϋόντα προοριζόμενα για άλλα κράτη μέλη. Η εκπρόσωπος της Ισπανικής Κυβερνήσεως επισήμανε το γεγονός αυτό για άλλη μια φορά κατά την προφορική διαδικασία. Δεν είναι προφανές με ποιο τρόπο εξηγούνται, και ακόμη λιγότερο δικαιολογούνται, οι επιθέσεις κατά των προϋόντων αυτών λόγω της δύσκολης κατάστασης που επικρατεί στη γαλλική αγορά.
29 Τρίτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εξήγηση που δίνει η Γαλλική Κυβέρνηση για τα επίμαχα επεισόδια έγκειται στις οικονομικές δυσκολίες ορισμένων Γάλλων γεωργών. Ορθά όμως η Ισπανική Κυβέρνηση παρατήρησε σχετικά ότι εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως δεν μπορούν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου - επί του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ, όπως θα έπρεπε να συμπληρώσει κανείς -, να αποτελούν δικαιολογητικό λόγο για περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (17). Αυτό τονίστηκε για άλλη μια φορά και από τον εκπρόσωπο της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φαίνεται ότι θέλει να εκφράσει παρόμοια άποψη, όταν αναφέρει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν, στα πλαίσια διαδικασίας του άρθρου 169, να επικαλεστούν τις ιδιαιτερότητες του τομέα της γεωργίας τους.
30 Σημαντικότερη όμως μου φαίνεται μια άλλη βασική σκέψη. Αν πράγματι οι εισαγωγές οπωροκηπευτικών από άλλα κράτη μέλη έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική ύπαρξη ορισμένων γεωργών στη Γαλλία, θα ήταν έργο των αρμοδίων υπηρεσίων να βρουν λύση στο πρόβλημα αυτό. Δεδομένου ότι η κοινή γεωργική πολιτική ανήκει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας, θα χρειαζόταν επομένως να δραστηριοποιηθούν τα αρμόδια όργανα της Κοινότητας. Αυτή την έννοια έχει η δήλωση του εκπροσώπου της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η λύση για τα προβλήματα των Γάλλων γεωργών θα έπρεπε να βρεθεί σε διαφορετικό πλαίσιο.
Εν προκειμένω είναι ενδεχομένως ενδιαφέρον να γίνει αναφορά στην απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της προσφυγής που άσκησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά του κανονισμού για τη θέσπιση κοινής οργανώσεως αγοράς για τις μπανάνες. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο επισήμανε ότι ένας από τους σκοπούς του κοινοτικού νομοθέτη στην περίπτωση εκείνη ήταν να συμφιλιώσει τα αντιτιθέμενα συμφέροντα ορισμένων κρατών μελών. Ένα από τα συμφέροντα αυτά συνίστατο, σύμφωνα με το Δικαστήριο, στην επιθυμία μερικών κρατών μελών «να εξασφαλίσουν, υπέρ του γεωργικού τους πληθυσμού που ζει σε οικονομικώς λιγότερο ευνοημένες περιοχές, τη διάθεση μιας παραγωγής ζωτικής σημασίας για τον πληθυσμό αυτό και να αποφύγουν έτσι μια κοινωνική αναταραχή» (18).
31 Η καθής βέβαια στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως επισήμανε ότι από πολλά ήδη έτη προσπαθεί να επιτύχει μια ενδεδειγμένη τροποποίηση της κοινής οργανώσεως αγοράς οπωροκηπευτικών. Δεν μπορεί εντούτοις, κατά την άποψή μου, να επικαλεστεί το γεγονός ότι μέχρι τώρα δεν έχουν ληφθεί τέτοια μέτρα. Εφόσον δεν έχει επέλθει τέτοια τροποποίηση, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να στραφούν κατά προσώπων που τηρούν τις επιταγές του ισχύοντος δικαίου.
32 Αυτό επιβεβαιώνεται από μια απόφαση του Δικαστηρίου του έτους 1979, η οποία παρουσιάζει ορισμένα κοινά σημεία με την παρούσα υπόθεση. Η απόφαση αυτή αφορούσε τις εισαγωγές βοείου κρέατος από τη Μεγάλη Βρετανία, τις οποίες παρεμπόδιζε η Γαλλία με μια περιοριστική ρύθμιση εισαγωγών. Η Γαλλικά Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι η ρύθμιση αυτή έθιγε την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αναφέρθηκε όμως στις «σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες» της καταργήσεως της ρυθμίσεως αυτής. Συγχρόνως επέστησε την προσοχή επί της προόδου των εργασιών προς εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (19).
Το Δικαστήριο είπε ότι σε καμία περίπτωση δεν αγνοεί τα προβλήματα του τομέα αυτού στη Γαλλία. Για τον τομέα όμως αυτόν είναι πλέον αρμόδια η Κοινότητα, «έτσι ώστε, στην περίπτωση που παρίσταται ακόμη ανάγκη να ληφθούν ειδικά μέτρα, αυτά δεν μπορούν πλέον να αποφασιστούν μονομερώς από τα κράτη μέλη για τα οποία πρόκειται, αλλά πρέπει να θεσπίζονται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης». Το γεγονός ότι τα αναγκαία μέτρα δεν έχουν εισέτι ληφθεί δεν αποτελεί, για ένα κράτος μέλος, «επαρκή λόγο διατηρήσεως εθνικής οργανώσεως αγοράς, της οποίας τα χαρακτηριστικά είναι ασυμβίβαστα στις απαιτήσεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων». Ομοίως, το επιχείρημα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, από την πλευρά του, διατήρησε εθνική οργάνωση της αγοράς στον ίδιο τομέα απορρίφθηκε. Η Γαλλία, στρεφόμενη κατά της ρυθμίσεως αυτής, «έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει, είτε στους κόλπους του Συμβουλίου είτε μέσω της Επιτροπής, είτε τέλος στο πλαίσιο των προσφυγών ενώπιον του Δικαστηρίου, για να επιτύχει την κατάργηση αυτών των ασυμβιβάστων προς το κοινοτικό δίκαιο στοιχείων. Σε καμία περίπτωση ένα κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να λάβει, μονομερώς, διορθωτικά ή προστατευτικά μέτρα, που έχουν ως σκοπό να αντιμετωπίσουν την ενδεχόμενη αγνόηση από άλλο κράτος μέλος κανόνων της Συνθήκης» (20).
33 Όλα αυτά αποτελούν σε τελευταία ανάλυση απόρροια του γεγονότος ότι η Ευρωπαϋκή Κοινότητα συνιστά «κοινότητα δικαίου» (21), στην οποία οι διαφορές απόψεων και οι διαφωνίες πρέπει να ρυθμίζονται με τα μέσα του δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι τέτοιες αμφισβητήσεις πρέπει να αίρονται όπως ορίζει το κοινοτικό δίκαιο και σε τελευταίο βαθμό να κρίνονται από ένα δικαστήριο, το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων. Με αυτή τη φύση της Κοινότητας δεν είναι ασυμβίβαστα μόνον τα μονομερή μέτρα των κρατών μελών, τα οποία - όπως π.χ. οι απαγορεύσεις εισαγωγών - λαμβάνουν κάποια νομική μορφή, αλλά και, κατά μείζονα λόγο, οι πράξεις βίας και αυθαιρεσίας. Αν επιτρεπόταν ακόμη και η χρήση βίας για την επίτευξη ορισμένων οικονομικών και πολιτικών σκοπών, η κυριαρχία του δικαίου θα καταλυόταν από την κυριαρχία της βίας. Αυτό θα σήμαινε και το τέλος της Κοινότητας.
34 Όπως το έχει ήδη πει, το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι τώρα ασχοληθεί ρητά με το ζήτημα αυτό. Θεωρώ εντούτοις ότι μια απόφαση που εκδόθηκε το 1995 επί προσφυγής της Επιτροπής κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης έχει ως αφετηρία την ίδια βασική σκέψη (22). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε τον τομέα της αλιείας. Στη Γαλλική Δημοκρατία είχαν χορηγηθεί για το επίδικο χρονικό διάστημα συγκεκριμένες ποσοστώσεις για την αλιεία γάβρου. Τα γαλλικά αλιευτικά σκάφη είχαν υπερβεί κατά πολύ τις ποσοστώσεις αυτές, χωρίς να επέμβουν οι γαλλικές αρχές, παρόλο που ήταν υποχρεωμένες να επέμβουν σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Η Γαλλική Δημοκρατία υποστήριξε, μεταξύ άλλων, προς υπεράσπισή της «ότι κατά την περίοδο αλιείας γάβρου επικρατούσε τόσο δυσχερές κοινωνικοοικονομικό κλίμα ώστε υπήρχαν φόβοι σημαντικών αναταραχών ικανών να δημιουργήσουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες. Επομένως, οι αρμόδιες αρχές αναγκάστηκαν να μην προβούν στη δίωξη των υπευθύνων των παραβάσεων» (23). Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό. Ο «απλός φόβος για εσωτερικές δυσχέρειες» δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη εφαρμογής της ρυθμίσεως κοινοτικού δικαίου (24).
Πολύ σαφέστερη ήταν η διατύπωση που χρησιμοποίησε στην υπόθεση αυτή ο γενικός εισαγγελέας Fennelly:
«Φρονώ ότι μια τέτοια άποψη, όσον αφορά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας από ένα κράτος μέλος, είναι προδήλως απαράδεκτη. (...) Το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη, ως αυστηρό καθήκον συνεργασίας, την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης.
Επομένως, κατά τη γνώμη μου, οσάκις τα κράτη μέλη υπερφορτίζονται ειδικώς με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό που διαθέτουν, περιλαμβανομένων, εν ανάγκη, των αστυνομικών δυνάμεών τους, προκειμένου να διασφαλίζουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους» (25).
Αυτό, κατά την άποψή μου, ισχύει και για τη γενική, από το άρθρο 5 απορρέουσα, υποχρέωση των κρατών μελών να φροντίζουν για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τη Συνθήκη.
35 Για όλους αυτούς τους λόγους, ουδέποτε θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν τα έκτροπα των ιδιωτών στη Γαλλία κατά των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη, εφόσον τα έκτροπα αυτά μπορούν να καταλογιστούν στη Γαλλική Δημοκρατία.
IV - Επί της ευθύνης της Γαλλικής Δημοκρατίας για τα διαπιστωθέντα περιστατικά
36 Τώρα πρέπει να διευκρινιστεί το κεντρικό ζήτημα της υποθέσεως, το αν δηλαδή μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη η Γαλλική Δημοκρατία για τα έκτροπα και τις βιαιοπραγίες.
37 Ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως υποστήριξε, κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, την άποψη ότι στο πλαίσιο αυτό ισχύει η αρχή ότι τα κράτη μέλη δεν είναι υπεύθυνα για τη συμπεριφορά ιδιωτών. Αυτή η αρχή ισχύει τόσο στο κοινοτικό όσο και στο διεθνές δίκαιο. Υπάρχει όμως μια εξαίρεση από την αρχή αυτή. Ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τη συμπεριφορά ιδιωτών, που υπόκεινται στη δική του κυριαρχία δικαίου, αν παρέβη την «υποχρέωση επαγρύπνησης και επιμέλειας» που υπέχει.
38 Πράγματι, φαίνεται ότι σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο ένα κράτος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο μόνον εφόσον παρέβη, όσον αφορά τη συμπεριφορά ιδιωτών, την «υποχρέωση για τήρηση της επιβαλλομένης από τη Συνθήκη επιμέλειας ή προσοχής (due diligence)» (26) που υπέχει.
39 Κατά την άποψή μου όμως δεν χρειάζεται εν προκειμένω περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αυτού, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο, στο προαναφερθέν άρθρο 5, προβλέπει ένα κανόνα από τον οποίο προκύπτει ιδιαίτερη ρύθμιση του προβλήματος αυτού στο πλαίσιο της Κοινότητας.
40 Η διάταξη αυτή επιβάλλει κατ' αρχάς στα κράτη μέλη μια γενική «υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας και συνδρομής» της Κοινότητας (27). Στην παρούσα υπόθεση δεν είναι προφανές ότι η καθής παρέβη αυτή τη γενική υποχρέωση. Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει αν είχε ως μόνον έρεισμα το άρθρο 5, όπως δεν θα ευδοκιμούσε κι αν είχε ως μόνον έρεισμα το άρθρο 30 (28).
41 Από το άρθρο 5 όμως της Συνθήκης προκύπτουν και ιδιαίτερα καθήκοντα όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο (πρώτο εδάφιο) και την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης (δεύτερο εδάφιο). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 30 (και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις κοινές οργανώσεις αγοράς), προκύπτει, κατά την άποψή μου, για τα κράτη μέλη η υποχρέωση να λαμβάνουν «κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο» για την προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την προστασία της ελευθερίας αυτής από προσβολές εκ μέρους ιδιωτών.
42 Η ερμηνεία αυτή συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 5 αφενός και επί των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ αφετέρου. Η νομολογία αυτή αφορά μια κατάσταση που αποτελεί ακριβώς απεικόνιση ή συμπλήρωμα της παρούσας περιπτώσεως. Τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης αφορούν, αυτά καθ' εαυτά, αποκλειστικά τη συμπεριφορά επιχειρήσεων, δηλαδή ιδιωτών. Εντούτοις, αποτελεί πάγια νομολογία ότι τα κράτη μέλη, βάσει των άρθρων 85 και 86 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης, δεν μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν μέτρα «δυνάμενα να εξουδετερώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων επί των επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού» (29). Σε μια σειρά αποφάσεων διευκρινίζεται ότι πρόκειται για το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, και την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή υποχρέωση παραλείψεως (30). Στις περιπτώσεις αυτές επομένως πρόκειται, προ πάντων, για υποχρεώσεις βαρύνουσες τους ιδιώτες. Για να εξασφαλιστεί όμως η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων που θεσπίζουν τις υποχρεώσεις αυτές, το κοινοτικό δίκαιο, σύμφωνα με την άποψη του Δικαστηρίου, απαγορεύει και τα μέτρα των κρατών μελών, που κατ' αποτέλεσμα θα είχαν τις ίδιες δυσμενείς συνέπειες για το προστατευόμενο έννομο αγαθό (εν προκειμένω τον ανταγωνισμό) όπως τα μέτρα ιδιωτών. Για τον λόγο αυτόν, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να μη λαμβάνουν τέτοιου είδους μέτρα.
43 Η συλλογιστική αυτή μπορεί να μεταφερθεί στην παρούσα περίπτωση. Το άρθρο 30 (31) απαγορεύει μέτρα των κρατών μελών που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Όπως όμως αποδεικνύει με σαφήνεια η παρούσα περίπτωση, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο και από ενέργειες ιδιωτών. Για την προστασία της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 30, απαιτείται επομένως να συναχθεί από τη Συνθήκη μια υποχρέωση των κρατών μελών να αντιμετωπίζουν τέτοιες ενέργειες ιδιωτών. Η υποχρέωση αυτή είναι από τη φύση της υποχρέωση ενεργείας, είναι δηλαδή υποχρέωση απορρέουσα από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο.
Στην ερμηνεία αυτή φαίνεται ότι στηρίζεται και η προσφυγή της Επιτροπής, έστω και αν η Επιτροπή δεν έδωσε περαιτέρω εξηγήσεις για το θέμα αυτό. Έχω την εντύπωση ότι και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συμμερίζεται την άποψη αυτή, έστω και αν η διατύπωση που επέλεξε - κάνουσα λόγο για υποχρεώσεις από το άρθρο 30 και το άρθρο 5 - θα επέτρεπε διαφορετική ερμηνεία (32).
44 Το ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι σε καμία περίπτωση ξένη προς το κοινοτικό δίκαιο προκύπτει, κατά την άποψή μου, έμμεσα από μια απόφαση (33) που εκδόθηκε το έτος 1995. Η υπόθεση αυτή αφορούσε ένα ευρισκόμενο κοντά στο Παρίσι διεθνή οδικό σταθμό για τη διακίνηση εμπορευμάτων, τον οποίο διαχειριζόταν μια ιδιωτική εταιρία (στο εξής: Garonor). Στον σταθμό αυτόν ήταν εγκατεστημένες και τελωνειακές υπηρεσίες, όπου μπορούσαν να διεκπεραιώνονται όλες οι διατυπώσεις που γίνονται συνήθως στα σύνορα των κρατών. Η Garonor εκμίσθωνε γραφεία και άλλες εγκαταστάσεις σε εταιρίες μεταφορών. Εκτός από το μίσθωμα, η Garonor εισέπραττε και ένα - προβλεπόμενο στην εκάστοτε σύμβαση - «τέλος διελεύσεως» για κάθε όχημα. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου, ένα σημαντικό τμήμα του επίδικου τέλους προοριζόταν για την κάλυψη των δαπανών που οφείλονταν στην εκπλήρωση της αποστολής δημοσίων υπηρεσίων. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ένα τέτοιο τέλος είναι αντίθετο προς τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΚ. Δεν θεώρησε κρίσιμο το γεγονός ότι το τέλος αυτό επιβλήθηκε εν προκειμένω από ιδιωτική επιχείρηση:
«Ανεξάρτητα από το αν η χρηματική επιβάρυνση πλήττει τον επιχειρηματία δυνάμει μονομερούς πράξεως της δημόσιας αρχής βάσει συμβάσεων μεταξύ ιδιωτών, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η επιβάρυνση αυτή οφείλεται πάντοτε, άμεσα ή έμμεσα, στο γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος έχει παραβεί τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης» (34).
Ακόμη πιο πειστική φαίνεται η λύση που προτείνει ο γενικός εισαγγελέας La Pergola, σύμφωνα με την οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για επιβάρυνση κατά την έννοια των άρθρων 9 και 12, το κράτος μέλος όμως είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με (μεταξύ άλλων) το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο (35). Από την απόφαση όμως προκύπτει σε κάθε περίπτωση ότι και στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να επιρριφθεί σε ένα κράτος μέλος η ευθύνη για τη συμπεριφορά ιδιωτών.
45 Ο παραλληλισμός που επιχείρησα με τη νομολογία του Δικαστηρίου επί των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ μπορεί εξάλλου να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Από τα άρθρα 85 και 86, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να παραλείπουν όλα τα μέτρα που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τον ανταγωνισμό. Αντίθετα, ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις διατάξεις αυτές μόνον όταν (όσον αφορά π.χ. το άρθρο 85) «είτε επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων αντιθέτων προς το άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων, είτε αφαιρεί από τη δική του κανονιστική ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, μεταθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη λήψεως αποφάσεων επί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα» (36). Έτσι και στον τομέα που αφορά η παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να απαιτηθεί ένα κράτος μέλος να εγγυηθεί ορισμένο αποτέλεσμα - στην προκειμένη περίπτωση την ελευθερία κυκλοφορίας των εμπορευμάτων - («obligation de rιsultat», υποχρέωση αποτελέσματος). Όπως υποστήριξε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει όμως τουλάχιστον να απαιτηθεί να κάνει το κράτος μέλος τα βήματα που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Πρέπει δηλαδή να απαιτηθεί να λάβει το οικείο κράτος μέλος «κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο» για την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού («obligation de moyens», υποχρέωση μέσων).
46 Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η Γαλλία εκπλήρωσε, στην προκειμένη περίπτωση, την υποχρέωση αυτή.
47 Όπως εξέθεσε η Επιτροπή, σε μια τέτοια περίπτωση το κράτος μέλος έχει κατά βάση στη διάθεσή του δύο τρόπους με τους οποίους μπορεί να προστατέψει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων από προσβολές ιδιωτών. Έχει κατ' αρχάς τη δυνατότητα, χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις της τάξεως - και ιδίως τις αστυνομικές του δυνάμεις -, να αντιμετωπίσει άμεσα τέτοια έκτροπα, είτε προστατεύοντας προληπτικώς τους στόχους των επιθέσεων αυτών, είτε χρησιμοποιώντας τα μέσα που διαθέτει για την καταπολέμηση τέτοιων επιθέσεων, μόλις αυτές λάβουν χώρα. Στο μέτρο αυτό μπορεί να γίνει λόγος, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, για προληπτικά μέτρα. Τα κράτη μέλη έχουν όμως και τη δυνατότητα να ζητήσουν εκ των υστέρων τον λόγο από τους πρωταιτίους τέτοιων εκτρόπων, χρησιμοποιώντας εναντίον τους τα μέσα που τους προσφέρει το ποινικό δίκαιο. Στο μέτρο αυτό μπορεί, συνοπτικά, να γίνει λόγος για μέτρα ασκήσεως ποινικής διώξεως.
48 Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι ούτε η ίδια ούτε άλλο κοινοτικό όργανο μπορούν να επιβάλουν σ' ένα κράτος μέλος ποια μέτρα in concreto πρέπει να χρησιμοποιήσει για να προστατέψει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αυτή η απόφαση ανήκει αποκλειστικά στο ίδιο το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Συναφώς, είναι απόλυτα δικαιολογημένη η άποψη που υποστήριξε ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να θίξει το πεδίο της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών στον τομέα της διατηρήσεως της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, υποκαθιστώντας το κράτος μέλος στην κρίση του.
49 Στο μέτρο όμως που η σχετική διαμαρτυρία έχει την έννοια ότι η καθής θεωρεί ότι σ' αυτόν τον «καθαρά πολιτικό» τομέα - σύμφωνα με τη διατύπωση του εκπροσώπου της Γαλλικής Κυβερνήσεως - δεν μπορεί να ασκηθεί κανένας έλεγχος από το Δικαστήριο, πρέπει να υπάρξουν έντονες αντιρρήσεις. Είναι έργο του κάθε κράτους μέλους να αποφασίσει ποια μέσα θα χρησιμοποιήσει, για να αποσοβήσει κινδύνους για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, που προέρχονται από ενέργειες ιδιωτών. Το Δικαστήριο έχει όμως την εξουσία να ελέγξει αν το κράτος μέλος έλαβε σχετικά όλα τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα. Είναι εντούτοις ορθό, όπως υποστήριξε το Ηνωμένο Βασίλειο, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις να υπάρχει παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη στον τομέα αυτό. Για να διασφαλιστεί το αναμφίβολα υφιστάμενο πεδίο διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών, θα πρέπει να γίνεται δεκτό στην πράξη ότι υπάρχει παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 30 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 μόνον όταν διαπιστώνεται με σαφήνεια ότι ένα κράτος μέλος δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα για να προστατεύσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων από έκτροπα εκ μέρους των ιδιωτών.
50 Η περίπτωση αυτή όμως συντρέχει εν προκειμένω.
Προληπτικά μέτρα
51 Όσον αφορά κατ' αρχάς το ζήτημα των προληπτικών μέτρων, η Επιτροπή κατηγορεί την καθής ότι οι δυνάμεις της τάξεως δεν επενέβησαν πάντοτε με την επιβαλλομένη ταχύτητα και επιμέλεια. Κατά τα επεισόδια του Απριλίου 1995 π.χ., οι δυνάμεις αυτές δεν επενέβησαν συστηματικά, πράγμα που μπορεί να εξηγηθεί είτε λόγω ανεπαρκών μέσων είτε λόγω εσκεμμένης παθητικότητας. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή επισήμανε ένα άλλο επεισόδιο του Ιουνίου 1994, που έλαβε χώρα στην περιοχή της Μασσαλίας και αφορούσε περίπου 200 διαδηλωτές. Στην περίπτωση αυτή, οι δυνάμεις της τάξεως δεν επενέβησαν, παρ' όλον ότι ήσαν παρούσες σε μεγάλο αριθμό. Η Επιτροπή κατηγορεί εκτός αυτού τις γαλλικές αρχές διότι δεν αξιολόγησαν σωστά τις ενδείξεις για επικείμενα επεισόδια. Απ' όλα αυτά συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αντίδραση των γαλλικών αρχών ήταν, από θεσμική άποψη, ανεπαρκής.
52 Η καθής ήδη με το υπόμνημα αντικρούσεως υποστήριξε σχετικά ότι οι αρχές είχαν διαταχθεί από την κυβέρνηση, με πολλά τηλεγραφήματα, να λάβουν όλα τα κατάλληλα για την προστασία των εισαγωγέων και των εμπόρων μέτρα εποπτείας και προστασίας. Εξάλλου, η κυβέρνηση πάντοτε καταδίκαζε τα έκτροπα. Όσον αφορά τα επεισόδια που έλαβαν χώρα τον Απρίλιο 1995, δεν μπορούν να κατηγορηθούν οι γαλλικές αρχές ότι τήρησαν εσκεμμένα παθητική στάση. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η καθής υποστήριξε εκτός αυτού ότι στις ιδιαίτερα επικίνδυνες ζώνες της χώρας βρίσκονταν σε ετοιμότητα κινητές μονάδες, που μπορούσαν να επέμβουν αν παρίστατο ανάγκη. Ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου διευκρίνισε περαιτέρω τις προσπάθειες αυτές και τις συμπλήρωσε με αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τη δραστηριοποίηση των δυνάμεων της τάξεως κατά το έτος 1997.
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως η καθής υποστήριξε ότι είχε γίνει σκέψη ακόμη και για φρούρηση μεμονωμένων φορτηγών από γαλλικές δυνάμεις της τάξεως από τα σύνορα και μετά. Κατά την προφορική όμως συζήτηση διευκρίνισε ότι μια τέτοια ατομική προστασία ήταν αδύνατη λόγω του μεγάλου αριθμού φορτηγών.
53 Η καθής επισήμανε ιδίως τις δυσκολίες που ανέκυπταν για την επέμβαση των δυνάμεων της τάξεως. Η επέμβαση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της τακτικής που χρησιμοποιούσαν οι διαδηλωτές, οι οποίοι χτυπούσαν αιφνιδιαστικά και γρήγορα. Έτσι, η επίθεση που έλαβε χώρα στις 3 Ιουνίου 1995 στο Salon-de-Provence διήρκησε δέκα λεπτά και στη συνέχεια οι επιτιθέμενοι ετράπησαν σε φυγή. Εκτός αυτού, το περιστατικό αυτό δείχνει ότι οι διαδηλωτές ήταν εξαιρετικά ευέλικτοι. Οι λόγοι αυτοί και η μεγάλη ανισότητα δυνάμεων μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας κατέστησαν αδύνατη την επέμβαση των δυνάμεων της αστυνομίας και δεν άφησαν χρονικό περιθώριο για να κληθούν ενισχύσεις.
54 Τέλος η καθής υποστήριξε ότι οι αστυνομικές αρχές, κατά το δύσκολο έργο της προστασίας της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, πρέπει να διαθέτουν πεδίο διακριτικής ευχέρειας. Θα έπρεπε να έχουν συγκεκριμένα τη δυνατότητα να μην επέμβουν κατά των αντιστοίχων εκτρόπων, εάν μια τέτοια επέμβαση συνεπαγόταν ακόμη μεγαλύτερους και σημαντικότερους κινδύνους για τα εν λόγω έννομα αγαθά. Αυτή η δυνατότητα αναγνωρίζεται και από τη νομολογία των γαλλικών δικαστηρίων.
55 Όλα αυτά τα επιχειρήματα δεν μπορούν, κατά την άποψή μου, να αποδυναμώσουν τις αιτιάσεις της Επιτροπής.
56 Όπως ορθά επισήμανε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, κρίσιμο δεν είναι ποια ήταν η έκταση των δυνάμεων της τάξεως που βρίσκονταν σε ετοιμότητα, αλλά το αν οι δυνάμεις αυτές πράγματι δραστηριοποιήθηκαν. Ομοίως, δεν είναι αποφασιστική και η - μη αμφισβητούμενη από την Επιτροπή - ύπαρξη εντολών. Κρίσιμο είναι αντίθετα αν και με ποιο τρόπο οι εντολές αυτές ακολουθήθηκαν στην πράξη.
57 Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ του ότι η καθής δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα.
58 Τόσο το Βασίλειο της Ισπανίας όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο επισημαίνουν ορθά ότι αυτά τα έκτροπα λαμβάνουν χώρα για διάστημα μεγαλύτερο των 10 ετών. Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι λαμβάνουν χώρα κυρίως σε συγκεκριμένους μήνες. Επίσης φαίνεται ότι υπάρχουν ορισμένοι τόποι που είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Είναι περίεργο, ένα κράτος σαν τη Γαλλία να μην είναι σε θέση να λάβει αποτελεσματικές προφυλάξεις έναντι τέτοιων εκτρόπων. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο λόγω του ότι η Επιτροπή κατά τα έτη αυτά κάλεσε πολλές φορές την καθής να αντιμετωπίσει ενεργώς τα επεισόδια αυτά. Από τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου κατέστη εξάλλου σαφές - αν και αυτό δεν έχει φυσικά ουσιαστική σημασία για την παρούσα διαδικασία - ότι στο ζήτημα αυτό δεν έχει αλλάξει τίποτε μέχρι σήμερα. Η εκπρόσωπος της Ισπανικής Κυβερνήσεως απαρίθμησε μια μακρά σειρά αντιστοίχων περαιτέρω επεισοδίων, που έλαβαν χώρα τις τελευταίες εβδομάδες.
59 Οι δυσκολίες που περιέγραψε η καθής για την αντιμετώπιση των εκτρόπων αυτών υπάρχουν πράγματι και δεν αμφισβητούνται ούτε από την Επιτροπή. Δεν μπορεί όμως να υποστηριχθεί σοβαρά ότι οι δυσκολίες αυτές θα καθιστούσαν αδύνατη σε κάθε περίπτωση την αποτελεσματική επέμβαση των δυνάμεων της τάξεως. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η καθής ανέφερε ρητώς στοιχεία που αφορούσαν ένα μόνο από τα επεισόδια που επικαλέστηκε η Επιτροπή - συγκεκριμένα το επεισόδιο της 3ης Ιουνίου 1995 στο Salon-de-Provence. Ας δούμε ορισμένα από τα υπόλοιπα επεισόδια. Στις 19 Απριλίου 1994, έγινε στη θέση St. Jean-de-Vιdas επίθεση 150 προσώπων (37). Η επίθεση αυτή δεν διήρκησε, όπως στην περίπτωση εκείνη, δέκα λεπτά, αλλά δυόμισι ώρες. Προφανώς οι ειδικές δυνάμεις επεμβάσεως στις οποίες αναφέρθηκε η καθής βρίσκονταν στον τόπο εκείνο. Ήταν όμως πράγματι αδύνατο να επέμβουν οι διαθέσιμες δυνάμεις της αστυνομίας ή - εφόσον ήταν απαραίτητο - να κληθούν ενισχύσεις; Δύο εβδομάδες αργότερα έγινε στον ίδιο τόπο νέα επίθεση. Οι παριστάμενες δυνάμεις της τάξεως δεν επενέβησαν αποτελεσματικά (38). Δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν τους διαδηλωτές; Από ένα δημοσίευμα στον Τύπο του Ιουνίου 1994 προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια επεισοδίων κοντά στη Μασσαλία παρίσταντο σημαντικές δυνάμεις της τάξεως, χωρίς όμως να επέμβουν. Για ποιο λόγο δεν επενέβησαν οι δυνάμεις αυτές; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα - και αυτά αφορούν ορισμένα μόνον από τα επεισόδια - δεν απήντησε η καθής.
60 Στο σημείο αυτό, πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι, τουλάχιστον σε μία από τις περιπτώσεις που ανέφερε η Επιτροπή, οι αρχές τελούσαν εκ των προτέρων σε γνώση των επικειμένων εκτρόπων. Αυτό προκύπτει, όπως ανέφερε η Επιτροπή - χωρίς η καθής να φέρει επ' αυτού αντιρρήσεις -, από μια επιστολή της 19ης Απριλίου 1994, σύμφωνα με την οποία την επόμενη ημέρα επρόκειτο να λάβουν χώρα πράξεις διαμαρτυρίας. Συναφώς, είναι πράγματι αξιοπρόσεκτη η αναφερθείσα από την Επιτροπή επιστολή της 6ης Μαου 1994, στην οποία οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι τα έκτροπα ήταν «δύσκολα προβλέψιμα». Πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ακόμη μια φορά ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένα επεισόδια, αλλά για έκτροπα, τα οποία - σύμφωνα με τη διατύπωση της εκπροσώπου της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά την προφορική διαδικασία - επαναλαμβάνονταν κάθε χρόνο την ίδια εποχή.
61 Ο ισχυρισμός της καθής, ότι έλαβε εν προκειμένω όλα τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα, δεν επιβεβαιώνεται ούτε από τη συμπεριφορά της ίδιας της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Η καθής δεν ανέφερε καμία επίσημη δήλωση της Γαλλικής Κυβερνήσεως καταδικάζουσα τα επίδικα επεισόδια. Ο εκπρόσωπος της καθής επισήμανε μόνον κατά την προφορική διαδικασία ότι ο Γάλλος Πρόεδρος, επ' ευκαιρία του Ευρωπαϋκού Συμβουλίου στο Noordwijk (39), ζήτησε δημόσια συγγνώμη από τον Ισπανό Πρωθυπουργό για τα επίδικα επεισόδια. Η Επιτροπή στην προσφυγή της αναφέρει μια δήλωση του τότε Γάλλου Υπουργού Γεωργίας, σύμφωνα με την οποία αυτός αποδοκιμάζει μεν τις πράξεις βίας, δεν σκέπτεται όμως να χρησιμοποιήσει κατ' αυτών τις δυνάμεις της τάξεως (40).
Η δήλωση αυτή θέτει σε αμφιβολία την αποτελεσματικότητα των εντολών προς τις αρχές που ανέφερε η καθής. Ήταν δυνατό να περιμένει κανείς από τις κατώτερες αρχές να επέμβουν πράγματι ενεργώς κατά των εκτρόπων αυτών, ενόψει της σιωπής της κυβερνήσεως ή της αναφερθείσας εκφράσεως της στάσεως αυτής μέλους της κυβερνήσεως; Στο σημείο αυτό πρέπει προληπτικώς να επισημανθεί ότι το γεγονός της δηλώσεως αυτής δεν αμφισβητήθηκε από την καθής. Σε ερώτησή μου κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει τη δήλωση αυτή.
62 Συμφωνώ πάντως με την καθής ως προς τον ισχυρισμό ότι η αστυνομικές αρχές μπορούν να αποφύγουν τη βίαιη αντιμετώπιση τέτοιων εκτρόπων, όταν μια τέτοια αντιμετώπιση θα έθετε σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Η Επιτροπή δέχεται επίσης την αρχή αυτή, η οποία κατά την άποψή μου αποτελεί γενική αρχή του δικαίου που διέπει τη δράση της αστυνομίας και την τήρηση της τάξεως. Η Επιτροπή όμως ορθά επισήμανε ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της νομολογίας του επί του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ, έθεσε αυστηρές προϋποθέσεις για μια στηριζόμενη στην προστασία της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας δικαιολόγηση του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Το βάρος αποδείξεως φέρει το κράτος μέλος. Έτσι το Δικαστήριο π.χ. με την απόφαση Cullet, που επικαλέστηκε η Επιτροπή, απέρριψε μια αντίστοιχη επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να αναμένονται «βίαιες αντιδράσεις» ορισμένων εμπόρων, με την αιτιολογία ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο τροποποίηση της γαλλικής ρυθμίσεως «θα είχε επιπτώσεις στη δημόσια τάξη και ασφάλεια στις οποίες δεν θα ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει με τα μέσα που διαθέτει» (41). Αυτό μπορεί να μεταφερθεί και στην παρούσα υπόθεση.
63 Η Επιτροπή επεσήμανε εξίσου ορθά ότι μια τέτοια δικαιολόγηση μπορεί να ισχύσει μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν μπορεί όμως να ισχύει γενικώς. Το αντίθετο θα οδηγούσε στην παράδοξη συνέπεια να πρέπει να γίνει ανεκτή και να επιτραπεί η διακύβευση της δημοσίας ασφαλείας και τάξεως (συγκεκριμένα τα έκτροπα) για να προστατευθούν αυτά ακριβώς τα έννομα αγαθά. Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την άποψη του γενικού εισαγγελέα VerLoren Van Themaat, την οποία επικαλέστηκε και η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία:
«Πάντως, έχω να προσθέσω ότι η αποδοχή των κοινωνικών αναταραχών ως δικαιολογία για παραβιάσεις της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έχει απαράδεκτα ευρείες συνέπειες, όπως αποδεικνύει η πείρα που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του παρελθόντος έτους (καθώς και κατά τα προηγούμενα έτη, κατά τη διάρκεια του "πολέμου του κρασιού" μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας). Αν γίνονταν δεκτά ως αιτιολογία τα οδοφράγματα καθώς και άλλα αποτελεσματικά μέσα μαχητικών διεκδικήσεων που χρησιμοποιούν ομάδες συμφερόντων οι οποίες αισθάνονται ότι απειλούνται από την εισαγωγή και πώληση σε ανταγωνιστικές τιμές ορισμένων φθηνών προϋόντων ή υπηρεσιών, καθώς και εργαζόμενοι μετανάστες ή ξένα ιδρύματα, η επίκληση των τεσσάρων θεμελιωδών ελευθεριών της Συνθήκης θα καθίστατο πλέον αδύνατη. Με τον τρόπο αυτό, την έκταση των εν λόγω ελευθεριών δεν θα προσδιόριζαν πλέον η Συνθήκη και τα κοινοτικά όργανα (...), αλλά ομάδες ιδιωτικών συμφερόντων. Αντίθετα, η αρχή της δημόσιας τάξης απαιτεί σε παρόμοιες περιπτώσεις αποτελεσματική δράση εκ μέρους των δημόσιων αρχών προς καταστολή παρόμοιων ταραχών» (42).
64 Η καθής υποστήριξε εξάλλου ότι η εξουσία των αστυνομικών αρχών να αποφύγουν ενδεχομένως την επέμβαση κατά των εκτρόπων αυτών είχε ως αντιστάθμισμα την αποζημίωση που κατέβαλε το γαλλικό κράτος στα θύματα των επεισοδίων αυτών. Επρόκειτο για υποχρέωση αποζημιώσεως που στηρίζεται σε μια υποχρέωση εκ του νόμου, δεν προϋποθέτει όμως την υπαιτιότητα των κρατικών αρχών. Συνολικώς, για τα έτη 1993 ως 1995 καταβλήθηκαν ήδη 17 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα.
65 Η άποψη αυτή πρέπει να συζητηθεί με συντομία. Ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως παραδέχθηκε επίσης κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή η παροχή αποζημιώσεως δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μέσο δυνάμενο να εξαλείψει τους περιορισμούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Επρόκειτο όμως για μια χειρονομία καλής θελήσεως, την οποία επιβεβαίωσε πολλές φορές η καθής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Δεν χρειάζεται να εξεταστεί εν προκειμένω αν καταβάλλεται αποζημίωση για όλες τις προκληθείσες ζημίες, πράγμα που αμφισβητεί ιδίως η Ισπανική Κυβέρνηση όσον αφορά τις παρεπόμενες ζημίες (43). Όπως ορθά ανέφερε η Επιτροπή, η αποκατάσταση των ζημιών από το γαλλικό κράτος μπορεί να έχει και αρνητικές συνέπειες. Είναι συγκεκριμένα πολύ πιθανό με τον τρόπο αυτό να δημιουργηθεί ή να ενισχυθεί στους δράστες των επεισοδίων η εντύπωση ότι δεν θα τους ζητηθούν ευθύνες για τις πράξεις τους. Η ζημία δεν θα επιβαρύνει τους ίδιους, αλλά το κράτος. Στο μέτρο που αυτό θα αποτελούσε παρότρυνση για επανάληψη των πράξεων αυτών, η - αναμφίβολα με καλή πρόθεση - ρύθμιση θα είχε πράγματι μια «παράδοξη συνέπεια», όπως υποστηρίζει η Επιτροπή.
66 Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να αμφισβητηθεί ότι η καθής δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα για να προλάβει ή να καταπολεμήσει άμεσα τέτοια έκτροπα. Για να προληφθούν παρεξηγήσεις, πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί για άλλη μια φορά ότι δεν απαιτείται από την καθής απόλυτη προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Φυσικά είναι αδύνατο σ' ένα κράτος μέλος να προστατεύσει πλήρως τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη από επιθέσεις ιδιωτών. Εκτός αυτού, όπως ορθά παρατήρησε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν μπορεί να απαιτηθεί από ένα κράτος μέλος να χρησιμοποιήσει απεριόριστα μέσα για να προσφέρει μια τέτοια προστασία. Απαιτείται όμως από το κράτος μέλος να κάνει τα προς τούτο απαραίτητα και κατάλληλα βήματα. Αυτό δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
67 Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως η καθής υποστήριξε ότι στην παρούσα περίπτωση έλαβε όλα τα μέτρα για την παρεμπόδιση (και την καταστολή) των επίμαχων εκτρόπων, και μάλιστα κατά τρόπο παρόμοιο προς τις παραβάσεις του εθνικού δικαίου «ανάλογης φύσεως και σημασίας». Δεν είναι προφανές ποια ανάλογα περιστατικά είχε υπόψη της εν προκειμένω η καθής. Αν όμως σκοπός της ήταν να παραπέμψει στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν οι γαλλικές αρχές σε ανακοινώσεις διαμαρτυρίας συγκεκριμένων ομάδων κατά της Γαλλικής Κυβερνήσεως (44), τότε υπάρχει σοβαρός αντίλογος. Το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ υποχρεώνει (ενδεχομένως σε συνδυασμό με το άρθρο 5) τα κράτη μέλη να προστατεύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Οι όροι αυτής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων πρέπει όμως, σε όλα τα κράτη μέλη, να καθορίζονται από τη Συνθήκη, και επομένως να είναι ίδιοι. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί συνεπώς, για να δικαιολογήσει περιορισμούς αυτής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, να επικαλεστεί την εσωτερική του πολιτική και, συνεπώς, εθνικές ιδιαιτερότητες. Διαφορετικά, το περιεχόμενο των κανόνων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν θα καθοριζόταν πλέον από τη Συνθήκη, αλλά από την πολιτική κάθε κράτους μέλους.
Μέτρα ποινικής διώξεως
68 Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι ένα κράτος μέλος, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 και με τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων ποινικής διώξεως. Συγκεκριμένα, αν αποδειχθεί πολύ δύσκολο να επιτευχθεί ικανοποιητικό αποτέλεσμα με τη βοήθεια προληπτικών μέτρων, θα πρέπει το ίδιο κράτος μέλος να φροντίσει ώστε η ποινική δίωξη να αποβεί πράγματι αποτελεσματική.
69 Κατά την άποψή μου, δεν θα αρκούσε ένα κράτος μέλος να επιτρέπει αντίστοιχα έκτροπα χωρίς να επεμβαίνει και να περιορίζεται μόνο σε μέτρα ποινικής διώξεως. Μια τέτοια ερμηνεία θα παρέβλεπε την ιδιαίτερη σημασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (και των λοιπών θεμελιωδών ελευθεριών). Έστω όμως και αν δεχθεί κανείς την - περισσότερο συμφέρουσα για την καθής - άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη. Ακόμη και στον τομέα των μέτρων ποινικής διώξεως η καθής δεν έπραξε κάθε τι απαραίτητο και κατάλληλο για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
70 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αρμόδιες γαλλικές υπηρεσίες δεν κύρωσαν επαρκώς τα εν λόγω έκτροπα. Όσον αφορά τις πράξεις που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1993, έγινε μόνο μια ανάκριση· και αυτή εξάλλου πουθενά δεν κατέληξε. Στην προσφυγή της η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα αυτά ισχύουν και για τον μεταγενέστερο χρόνο. Συνολικά υπήρξε μία μόνον καταδίκη (η οποία πάντως αφορούσε συγχρόνως περισσότερα πρόσωπα).
71 Η καθής αντιτάσσει προς υπεράσπισή της ότι η ποινική δίωξη είναι δυσχερής. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως ανέφερε ότι γίνεται συστηματική ανάκριση για τα σχετικά επεισόδια. Το γεγονός ότι εντούτοις λίγες μόνο ποινικές διαδικασίες κατέληξαν σε καταδίκη οφείλεται σε συγκεκριμένες δυσκολίες που παρουσιάζει η παρούσα περίπτωση. Συγκεκριμένα, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί η ακριβής ταυτότητα των συμμετόχων ή να αποδειχθεί η συμμετοχή τους στις αξιόποινες πράξεις. Πρέπει σχετικά να επισημανθεί ότι στη Γαλλία ισχύει το τεκμήριο αθωότητας και πρέπει κάθε φορά να διαπιστώνεται η ατομική ευθύνη του ατόμου για συγκεκριμένη πράξη. Η ποινική δίωξη συναντά τις ίδιες δυσκολίες και για άλλες αξιόποινες πράξεις συλλογικής φύσεως που λαμβάνουν χώρα στη Γαλλία.
72 Κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως ανακοίνωσε ότι από το 1994 καταδικάστηκαν άλλα έξι άτομα ή ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη.
73 Για να προσδιοριστεί αν στην παρούσα περίπτωση ελήφθησαν επαρκή μέτρα ποινικής διώξεως χρειάζεται βέβαια - όπως ορθά παρατηρεί το Ηνωμένο Βασίλειο - ακόμη μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απ' ό,τι σχετικά με το ζήτημα της λήψεως επαρκών προληπτικών μέτρων. Εδώ δεν πρόκειται μόνο για εισαγγελία, υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς εντολές, αλλά τελικώς για ανεξάρτητα δικαστήρια. Εντούτοις, θεωρώ ότι και ως προς το σημείο αυτό η καθής δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα για να προστατεύσει με τον τρόπο αυτό την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων από έκτροπα ιδιωτών.
74 Τόσο η Επιτροπή όσο και οι δύο υπέρ αυτής παρεμβαίνοντες ορθά επισημαίνουν ότι ορισμένα από τα εξεταζόμενα επεισόδια τεκμηριώνονται με αποτυπώσεις σε φιλμ. Η Ισπανική Κυβέρνηση με τις προτάσεις της προσκόμισε μερικές από τις αποτυπώσεις αυτές. Η άποψη της καθής ότι πρόκειται για ένα αποδεικτικό μέσο μεταξύ άλλων, χωρίς νομικά δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, είναι ορθή. Γεννάται όμως το ερώτημα για ποιο λόγο, παρά την ύπαρξη αυτών των ενδείξεων, έχουν ασκηθεί πολύ λίγες μόνο ποινικές διώξεις.
75 Τα ερωτήματα αυτά ενισχύονται αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα στοιχεία της Επιτροπής, τα άτομα που λαμβάνουν μέρος στα επεισόδια συχνά δεν προσπαθούν καν να κρύψουν την ταυτότητά τους. Εξάλλου, σε πολλές περιπτώσεις παρίσταντο οι δυνάμεις της τάξεως που δεν επενέβησαν καθόλου ή δεν επενέβησαν σοβαρά για να εμποδίσουν τις βιαιοπραγίες. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, γεννάται το ερώτημα για ποιο λόγο οι δυνάμεις αυτές δεν έκαναν τουλάχιστον κάτι περισσότερο για να συλλάβουν τους δράστες ή να εξασφαλίσουν τουλάχιστον επαρκείς αποδείξεις, που να καθιστούν δυνατή την άσκηση ποινικής διώξεως.
76 Οι παρατηρήσεις αυτές αποτελούν μάλλον γενικές σκέψεις, υπάρχει όμως τουλάχιστον ένα γεγονός που αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι και από την άποψη αυτή οι ενέργειες της καθής δεν ήταν επαρκείς. Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι μεμονωμένα άτομα και ομάδες όπως η «Coordination rurale» διατύπωσαν απειλές τις οποίες και πραγματοποίησαν. Η Επιτροπή ορθά ανέφερε ότι τα άτομα αυτά ήσαν γνωστά στις αρχές ή η ταυτότητά τους μπορούσε να διαπιστωθεί. Τουλάχιστον όσον αφορά τα άτομα αυτά, δεν μπορούσαν συνεπώς να έχουν μεγάλη σημασία οι δυσκολίες που περιέγραψε η καθής. Εντούτοις, όπως φαίνεται, ούτε στο μέτρο αυτό έγιναν πολλές ενέργειες.
Επομένως, δεν επιχειρήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές από τις γαλλικές αρχές με την απαιτούμενη σοβαρότητα.
77 Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής είναι καθ' όλα βάσιμη.
78 Ως προς τα δικαστικά έξοδα πρέπει να αποφανθείτε σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφοι 2 και 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Γ - Πρόταση
79 Κατά συνέπεια προτείνω να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις κοινές οργανώσεις αγοράς γεωργικών προϋόντων και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ, διότι δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα και κατάλληλα μέτρα ώστε να μην παρεμποδιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία οπωροκηπευτικών από έκτροπα ιδιωτών.
Εκτός αυτού προτείνω να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, με εξαίρεση τα έξοδα του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, τα οποία θα φέρουν τα δικά τους έξοδα.
(1) - Παρέλειψα εντούτοις την επανάληψη των πολυάριθμων παραρτημάτων.
(2) - Πρέπει εντούτοις να επισημανθεί ότι το πιο πρόσφατο από τα δικαιολογητικά που έχουν επισυναφθεί στην επιστολή αυτή χρονολογείται από τον Μάρτιο 1993 [υποσημείωση της Επιτροπής].
(3) - Βλ. όμως την απόφαση που σχολιάζεται στο σημείο 44, η οποία αφορούσε μια προβληματική κρίσιμη, από συγκεκριμένη άποψη, για το εδώ εξεταζόμενο ζήτημα.
(4) - Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, σ. 1013). Τα σχετικά επεισόδια διαλαμβάνονται τόσο στα «περιστατικά» (σ. 1019 και 1023) όσο και στο «σκεπτικό» (σκέψεις 7 και 15). Τα επεισόδια αυτά δεν αποτελούσαν όμως τότε αντικείμενο της διαδικασίας επί της προσφυγής λόγω παραβάσεως της Συνθήκης, η οποία αντίθετα αφορούσε μέτρα των γαλλικών αρχών.
(5) - Το ίδιο το άρθρο 30 αναφέρει βέβαια πολύ γενικά ότι τέτοια μέτρα απαγορεύονται «μεταξύ των κρατών μελών». Από τη σύγκριση όμως με τη διατύπωση π.χ. των άρθρων 31 και 32 προκύπτει ότι πρέπει να πρόκειται για μέτρα των κρατών μελών.
(6) - Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81 (Συλλογή 1982, σ. 4005).
(7) - Όπ.π. (υποσημείωση 6), σκέψη 15.
(8) - Βλ. π.χ. απόφαση της 30ής Μαου 1991, C-110/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1991, σ. Ι-2659, σκέψη 21).
(9) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 Dassonville (Συλλογή 1974, σ. 411, σκέψη 5). Αυτό δεν τροποποιήθηκε με την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. Ι-6097).
(10) - Βλ. πιο πάνω, σημείο 15.
(11) - Απόφαση της 9ης Μαου 1985, 21/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 1355, σκέψη 13).
(12) - Αυτό το ζήτημα - όπως αναφέρθηκε ήδη - θα εξεταστεί αργότερα (βλ. πιο κάτω σημεία 36 επ.).
(13) - ΕE L 379, σ. 20.
(14) - Έτσι π.χ. η καθής στο υπόμνημά της αντικρούσεως επισήμανε και άλλες δυσκολίες (όπως π.χ. όψιμους παγετούς κατά το έτος 1991, που προκάλεσαν μεγάλες ζημίες στην παραγωγή) που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν οι παραγωγοί στη νότια Γαλλία.
(15) - Βλ. π.χ. την παράγραφο 5 α. Ε. των πραγματικών περιστατικών στο σημείο 2 (σπαράγγια από την Ισπανία).
(16) - Βλ. τα πραγματικά περιστατικά στο σημείο 2, παράγραφος 2 (ντομάτες από το Βέλγιο).
(17) - Βλ. π.χ. την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1985, 288/83, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1985, σ. 1761, σκέψη 28).
(18) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4973, σκέψη 92).
(19) - Απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, 232/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 323, σκέψη 6).
(20) - Όπ.π. (υποσημείωση 19), σκέψεις 7 έως 9.
(21) - Βλ. ήδη απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 23).
(22) - Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-52/95 (Συλλογή 1995, σ. Ι-4443).
(23) - Όπ.π. (υποσημείωση 22), σκέψη 37.
(24) - Όπ.π. (υποσημείωση 22), σκέψη 38.
(25) - Προτάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995 στην προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-4445, Ι-4455). Ο γενικός εισαγγελέας Fennelly επιβεβαίωσε ακόμη μια φορά την άποψή του αυτή στις προτάσεις που ανέπτυξε στις 26 Ιουνίου 1997 επί της υποθέσεως C-280/95, Επιτροπή κατά Ιταλίας (δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή· βλ. σημείο 19 των προτάσεων αυτών).
(26) - Βλ. σχετικά Astrid Epiney: Die vφlkerrechtliche Verantwortlichkeit von Staaten fόr rechtswidriges Verhalten im Zusammenhang mit Aktionen Dritter, Baden-Baden 1992, σ. 205 επ. (207). Στο παρόν πλαίσιο έχει ενδιαφέρον και το ζήτημα κατά πόσο η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών της 4ης Νοεμβρίου 1950 υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη να επεμβαίνουν ενεργά για να προστατεύσουν ιδιώτες από την προσβολή, εκ μέρους άλλων ιδιωτών, των δικαιωμάτων τους που εξασφαλίζει η Σύμβαση· βλ. σχετικά David J. Harris, Michael O'Boyle, Colin Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights, Λονδίνο 1995, σ. 19 επ.
(27) - Πάγια νομολογία· βλ. π.χ. την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-374/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-367, σκέψη 15).
(28) - Βλ. πιο πάνω, σημεία 8 έως 11.
(29) - Πάγια νομολογία· βλ. τελευταία την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1997, C-70/95, Sodemare κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-3395, σκέψη 41).
(30) - Βλ. π.χ. την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-185/91, Reiff (Συλλογή 1993, σ. Ι-5801, σκέψη 24).
(31) - Για λόγους απλότητας, θα αναφέρω στο εξής μόνο τη διάταξη αυτή και δεν θα αναφέρω τις αντίστοιχες υποχρεώσεις που απορρέουν από τις κοινές οργανώσεις αγοράς.
(32) - Πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι και το Δικαστήριο μερικές φορές χρησιμοποιεί αυτή τη διατύπωση. Στην απόφαση Sodemare κ.λπ., όπ.π. (υποσημείωση 29), γίνεται π.χ., στη σκέψη 42, λόγος για παράβαση «των άρθρων 5 και 85», ενώ είναι σαφές (βλ. σκέψη 41) ότι νοούνται υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 85 σε συνδυασμό με το άρθρο 5.
(33) - Απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-16/94, Dubois και Gιnιral cargo services (Συλλογή 1995, σ. Ι-2421).
(34) - Όπ.π. (υποσημείωση 33), σκέψη 20.
(35) - Προτάσεις της 18ης Μαου 1995 στην υπόθεση Dubois και Gιnιral cargo services (Συλλογή 1995, σ. Ι-2423, Ι-2430 επ.).
(36) - Όπ.π. (υποσημείωση 29), σκέψη 42.
(37) - Βλ. τα περιστατικά του σημείου 2, παράγραφος 4.
(38) - Βλ. τα περιστατικά του σημείου 2, παράγραφος 5.
(39) - Αυτό το Ευρωπαϋκό Συμβούλιο συνήλθε στις 23 Μαου 1997.
(40) - Βλ. παράγραφο 14 του κειμένου που αναφέρεται στο σημείο 2.
(41) - Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 231/83 (Συλλογή 1985, σ. 305, σκέψεις 32 και 33).
(42) - Προτάσεις της 23ης Οκτωβρίου 1984 στην προπαρατεθείσα υπόθεση Cullet (Συλλογή 1985, σ. 306, 312).
(43) - Ως παρεπόμενες ζημίες νοούνται π.χ. οι ζημίες που προκύπτουν από το γεγονός ότι έμποροι άλλων κρατών μελών στρέφονται προς άλλες πηγές εφοδιασμού λόγω της ανασφάλειας ως προς την παράδοση.
(44) - Παράδειγμα από το πρόσφατο παρελθόν αποτελεί π.χ. η απεργία των οδηγών φορτηγών.
Full & Egal Universal Law Academy