Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Μπορεί ένα κράτος μέλος (η Γερμανία) να εφαρμόσει σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους (της Ισπανίας), ο οποίος κατοικεί και εργάζεται στο πρώτο κράτος μέλος, την εσωτερική του νομοθεσία, κατά την οποία δεν χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα, εφόσον, αφενός, τα τέκνα του διακινουμένου εργαζομένου κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και, αφετέρου, ο διακινούμενος εργαζόμενος λαμβάνει άδεια άνευ αποδοχών της οποίας η διάρκεια υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες; Αυτό είναι κατ' ουσίαν το ζήτημα που θέτουν τα δύο ερωτήματα που υπέβαλε το Bundessozialgericht, τα οποία αφορούν, ειδικότερα, το πεδίο εφαρμογής και τη συμφωνία προς τη Συνθήκη του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (1) (στο εξής: κανονισμός).
Ι - Νομικό και πραγματικό πλαίσιο
Α - Το κοινοτικό δίκαιο
2 Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού ορίζεται στο άρθρο 2, με αναφορά κυρίως στις έννοιες «μισθωτός» και «μη μισθωτός». Καθόσον έχει σημασία εν προκειμένω, το άρθρο 2, παράγραφος 1, αναφέρεται σε «μισθωτούς (...) που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη (...) καθώς και [στα] μέλη της οικογενείας τους (...)». Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 1, στοιχείο αα, ως «μισθωτός» και «μη μισθωτός» νοείται, αντίστοιχα, κάθε πρόσωπο:
«i) το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς·
ii) το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους κατοίκους ή το σύνολο του ενεργού πληθυσμού:
- όταν οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού ή μη μισθωτού
ή
- ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, όταν το πρόσωπο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζομένου στο παράρτημα Ι, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών ή ενός συστήματος αναφερομένου στο σημείο iii) ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, όταν το πρόσωπο αυτό ανταποκρίνεται στον ορισμό του παραρτήματος Ι·
iii) το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως οργανωμένου κατά τρόπο ενιαίο υπέρ του συνόλου του αγροτικού πληθυσμού, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα Ι·
iv) το οποίο είναι ασφαλισμένο προαιρετικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών ή όλων των κατοίκων ή ορισμένων κατηγοριών κατοίκων:
- αν τούτο ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα
ή
- αν τούτο είχε προηγουμένως ασφαλισθεί υποχρεωτικά κατά του ιδίου κινδύνου, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών του ιδίου κράτους μέλους.»
3 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα πρόσωπα στα οποία έχει εφαρμογή ο κανονισμός υπόκεινται, κατ' αρχήν, στη νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, το οποίο αφορά τους μισθωτούς, προβλέπει ότι τα πρόσωπα αυτά υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους όπου απασχολούνται.
4 Το κεφάλαιο 7 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 72 έως 76, αφορά τις οικογενειακές παροχές. Το άρθρο 73 του κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού του 1989, το οποίο επιγράφεται «Μισθωτοί ή μη μισθωτοί, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος», προβλέπει τα ακόλουθα:
«Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού (...)» (η υπογράμμιση δική μου).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού του 1989, το εν λόγω τροποποιηθέν κείμενο του άρθρου 73 του κανονισμού άρχισε να ισχύει «από τις 15 Ιανουαρίου 1986» (2).
5 Το παράρτημα Ι του κανονισμού αφορά επίσης, όπως αναφέρεται στον τίτλο του, το «Προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού». Το μέρος Ι αφορά τους «μισθωτούς ή/και μη μισθωτούς [άρθρο 1, στοιχείο αα, σημεία ii και iii, του κανονισμού]». Το σημείο ΓΓ του μέρους Ι προβλέπει τα εξής:
«Αν ο γερμανικός φορέας είναι ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του κανονισμού, θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, του κανονισμού:
α) ως μισθωτός, πρόσωπο ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά του κινδύνου της ανεργίας ή πρόσωπο το οποίο λαμβάνει, σε συνάρτηση με την ασφάλιση αυτή, παροχές εις χρήμα λόγω ασθενείας ή ανάλογες παροχές· [η υπογράμμιση δική μου]
β) ως μη μισθωτός, πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα και το οποίο υποχρεούται:
- να ασφαλισθεί ή να καταβάλλει εισφορές κατά του κινδύνου γήρατος σε σύστημα ασφαλίσεως μη μισθωτών
ή
- να ασφαλισθεί στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφάλισης συντάξεως.»
Το υπογραμμισμένο χωρίο του στοιχείου αα έχει αποφασιστική σημασία για την παρούσα υπόθεση, εφόσον έχει εφαρμογή, δεδομένου ότι επιτρέπει να αντιμετωπίζεται ένα πρόσωπο ως μισθωτός μόνον αν είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένο κατά του κινδύνου της ανεργίας.
Β - Η γερμανική νομοθεσία
6 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 1, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Bundeskindergeldgesetz της 14ης Απριλίου 1964 (3), (ομοσπονδιακού νόμου περί επιδομάτων λόγω τέκνων, στο εξής: BKGG), κάθε πρόσωπο που έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στη Γερμανία δικαιούται να λαμβάνει επίδομα για συντηρούμενα τέκνα (Kindergeld) για τα τέκνα του που έχουν επίσης την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 5, του BKGG, τα τέκνα που δεν έχουν την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία δεν λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη χορήγηση επιδομάτων για τα τέκνα. Ωστόσο, δεδομένου ότι το άρθρο 42, παράγραφος 2, ορίζει ότι ο BKGG δεν θίγει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, οι διατάξεις κανονισμών που έχουν εκδοθεί βάσει της Συνθήκης, στις οποίες συγκαταλέγεται το άρθρο 73 του κανονισμού, παραμένουν άθικτες.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 168, παράγραφος 1, του Arbeitsfφrderungsgesetz της 25ης Ιουνίου 1969 (4) (νόμου για την προστασία της εργασίας, στο εξής: AFG), ασφαλισμένοι υποχρεωτικά κατά του κινδύνου της ανεργίας είναι όσοι ασκούν, αντί αμοιβής, επαγγελματική δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται την υποχρεωτική υπαγωγή τους σε σύστημα ασφαλίσεως. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται κατά την περίοδο της εκουσίως ληφθείσας αδείας άνευ αποδοχών. Επομένως, τέτοιου είδους περίοδοι, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν καταβάλλονται αποδοχές, δεν συνυπολογίζονται για τη συμπλήρωση του χρόνου που πρέπει να παρέλθει για την κτήση δικαιώματος επί ασφαλιστικών παροχών (5). Ωστόσο, προβλέπεται μια εξαίρεση για τις περιόδους που δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις εβδομάδες (6). Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 311, παράγραφος 1, του Reichsversicherungsordnung της 19ης Ιουλίου 1911, όπως έχει τροποποιηθεί (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: RVO) (7), ο υποχρεωτικά ασφαλισμένος μισθωτός εξακολουθεί να υπάγεται στην γερμανική εκ του νόμου προβλεπόμενη ασφάλιση ασθενείας, σε περίπτωση που λαμβάνει άδεια άνευ αποδοχών της οποίας η διάρκεια δεν υπερβαίνει τις τρεις εβδομάδες (8).
8 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του BKGG, το επίδομα για τα συντηρούμενα τέκνα καταβάλλεται μέχρι το τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου παύουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις λήψεως του επιδόματος. Επιπλέον, το εν λόγω επίδομα καταβάλλεται εκ νέου από την αρχή του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται εκ νέου. Έτσι, η άδεια άνευ αποδοχών έχει επιπτώσεις στο δικαίωμα επιδόματος λόγω τέκνων μόνον εάν η διάρκειά της υπερβαίνει έναν πλήρη ημερολογιακό μήνα.
Γ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
9 Ο Merino Garcνa (στο εξής: προσφεύγων) είναι Ισπανός υπήκοος που κατοικεί και εργάζεται ως μισθωτός στη Γερμανία. Τα τρία τέκνα του ζουν στην Ισπανία. Στο πλαίσιο της κύριας δίκης, ο προσφεύγων ζητεί να του καταβληθεί ολόκληρο το επίδομα λόγω τέκνων για ορισμένες περιόδους μεταξύ του Ιανουαρίου του 1986 και του Δεκεμβρίου του 1988 για τις οποίες δεν του αναγνωρίστηκε σχετικό δικαίωμα. Κατά τα έτη αυτά, ο προσφεύγων έλαβε, κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη του, άδεια άνευ αποδοχών επί δύο διαφορετικά χρονικά διαστήματα που διήρκεσαν, αντίστοιχα, από τις 20 Ιανουαρίου 1986 έως τις 2 Μαρτίου 1986 και από τις 13 Ιανουαρίου 1987 έως τις 2 Μαρτίου 1987, τα οποία ο προσφεύγων διήλθε στην Ισπανία. Το Bundesanstalt fόr Arbeit, Kindergeldkasse (ομοσπονδιακό γραφείο εργασίας, ταμείο οικογενειακών επιδομάτων για τα τέκνα, στο εξής: καθού) αποφάσισε να χορηγήσει στον προσφεύγοντα επίδομα λόγω τέκνων για ολόκληρο το επίμαχο διάστημα με εξαίρεση τα αντιστοιχούντα στον Φεβρουάριο του 1986 και τον Φεβρουάριο του 1987 χρονικά διαστήματα της άδειάς του άνευ αποδοχών, κατά τα οποία δεν θεωρούνταν μισθωτός υπό την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού. Οι προσπάθειες του προσφεύγοντος να επιτύχει την ακύρωση της αποφάσεως αυτής, ασκώντας προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht (δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως) και στη συνέχεια έφεση ενώπιον του Landessozialgericht (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως), δεν ευδοκίμησαν. Στο πλαίσιο της αναιρέσεως που άσκησε, ακολούθως, ενώπιον του Bundessozialgericht (ομοσπονδιακού αναιρετικού δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: εθνικό δικαστήριο), ο προσφεύγων υποστήριξε ότι είναι μισθωτός υπό την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού και ότι ο κανόνας του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού δεν έχει εφαρμογή, επειδή είναι αντίθετος προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των κοινοτικών υπηκόων, καθόσον θίγει σε μεγαλύτερο βαθμό τους διακινουμένους εργαζομένους απ' ό,τι τους Γερμανούς υπηκόους. Το καθού ισχυρίστηκε ότι ο κανονισμός παραπέμπει σε εθνικούς κανόνες των οποίων η εφαρμογή δεν επάγεται δυσμενείς διακρίσεις σε σύγκριση με την κατάσταση των Γερμανών εργαζομένων, οι οποίοι, σε περίπτωση λήψεως αδείας άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας, χάνουν επίσης το δικαίωμα επιδόματος λόγω τέκνων, σε περίπτωση που τα τέκνα τους δεν έχουν πλέον τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία.
10 Το εθνικό δικαστήριο παραπέμπει, ιδίως, στην απόφαση του Δικαστηρίου Pinna (9), η οποία αφορούσε, επίσης, τέκνα διακινουμένων εργαζομένων που κατοικούσαν εκτός της Γερμανίας. Το εθνικό δικαστήριο σημειώνει ότι ο ορισμός που δίδεται στην έννοια «μισθωτός» από το άρθρο 73, σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του κανονισμού θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να στερείται ο μισθωτός του οποίου τα τέκνα κατοικούν στην αλλοδαπή του δικαιώματός του επιδόματος λόγω τέκνων, σε περίπτωση λήψεως επί μακρόν χρόνο αδείας άνευ αποδοχών, ενώ τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του μισθωτού του οποίου τα τέκνα κατοικούν στη Γερμανία. Το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται στην ευρεία ερμηνεία που δίδεται στην έννοια «εργαζόμενος» στο πλαίσιο του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης (10). Στο μέτρο που ο ορισμός της έννοιας «μισθωτός» στο παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του κανονισμού είναι στενότερος, η συμφωνία της εν λόγω διατάξεως προς τη Συνθήκη είναι αμφίβολη.
11 Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο τρέφει αμφιβολίες σχετικά με το εάν ο επίμαχος κανόνας αντιβαίνει προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης, σε περίπτωση που ο θιγόμενος μισθωτός θα μπορούσε χωρίς υπέρμετρη δυσκολία να διατηρήσει το δικαίωμά του επιδόματος λόγω τέκνου. Έτσι, σε περίπτωση συνδυασμού αδείας μετ' αποδοχών με άδεια άνευ αποδοχών, απουσία από την Γερμανία διαρκείας τριών περίπου μηνών δεν θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στο δικαίωμα επιδόματος λόγω τέκνων. Πράγματι, το δικαίωμα επιδόματος λόγω τέκνων θα μπορούσε επίσης να διατηρηθεί, π.χ., σε περίπτωση συμφωνίας περί «παρεκτάσεως» (Streckung) της καταβολής μισθού και της διαρκείας της αδείας μετ' αποδοχών. Επιπλέον, κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, οι επίμαχες διατάξεις επιτελούν μια εύλογη και χρήσιμη εννοιολογική διάκριση, δεδομένου ότι η διάκριση αυτή αντιστοιχεί όχι μόνο στον AFG αλλά σε παρόμοιες προθεσμίες που απαντούν στη γερμανική νομοθεσία περί της εκ του νόμου προβλεπομένης ασφαλίσεως ασθενείας και γήρατος.
12 Ενόψει αυτών των σκέψεων, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Συνάδει το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού 1408/71 προς την Συνθήκη ΕΚ, ιδίως προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, αυτής, καθόσον συνεπάγεται ότι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν στην αλλοδαπή δεν έχουν δικαίωμα επί οικογενειακών επιδομάτων για τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας, ενώ οι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν στη Γερμανία έχουν δικαίωμα επί των εν λόγω επιδομάτων;
2) Σε περίπτωση που το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού 1408/71 είναι ανίσχυρο, συνάγεται από τούτο ότι ως "μισθωτός" υπό την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 θεωρείται επίσης κάθε πρόσωπο στο οποίο χορηγείται άδεια άνευ αποδοχών, κατόπιν κοινής συμφωνίας με τον εργοδότη του, ή ισχύουν συναφώς ορισμένοι περιορισμοί, π.χ., όσον αφορά τη διάρκεια της αδείας;»
ΙΙ - Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
13 Γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο προσφεύγων, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Ισπανίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
ΙΙΙ - Ανάλυση
14 Το πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά κατ' ουσίαν το ζήτημα του κύρους του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του κανονισμού ενόψει του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης, στο μέτρο που οι αιτούντες τη λήψη επιδομάτων για συντηρούμενα τέκνα χάνουν τα εν λόγω επιδόματα στην περίπτωση κατά την οποία λαμβάνουν άδεια άνευ αποδοχών από την εργασία τους, μεγάλης σχετικά διάρκειας, τα δε τέκνα τους δεν έχουν ούτε την κατοικία τους ούτε τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία. Το δεύτερο ερώτημα τίθεται για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα δώσει στο πρώτο ερώτημα την απάντηση ότι η προαναφερθείσα διάταξη του παραρτήματος Ι είναι ανίσχυρη. Ωστόσο, με τη διάταξή του περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο αμφισβητεί επίσης ρητά τη συμφωνία προς τις επιταγές του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης του αποτελέσματος που προκύπτει από την εφαρμογή της διατάξεως του παραρτήματος Ι, και συνίσταται στον αποκλεισμό ορισμένων προσώπων που αναπτύσσουν επαγγελματική δραστηριότητα από το δικαίωμα παροχών λόγω τέκνων. Επομένως, ακόμη κι αν η διάταξη αυτή θεωρηθεί έγκυρη, θα πρέπει, παρά ταύτα, να εξεταστεί το ζήτημα αν η εφαρμογή του BKGG συνάδει προς τη Συνθήκη. Συναφώς, αξίζει να σημειωθεί ότι η διάταξη του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, ορίζει απλώς, όσον αφορά τη χορήγηση οικογενειακών παροχών από γερμανικό φορέα, την έννοια του όρου «μισθωτός» και, συνακόλουθα, το πεδίο εφαρμογής της αρχής της πλασματικής κατοικίας. Θεωρώ, επομένως, ότι το κύρος της δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το ζήτημα της συμφωνίας του άρθρου 2, παράγραφος 5, του BKGG προς το άρθρο 48 της Συνθήκης, δεδομένου ότι η διάταξη του BKGG είναι εκείνη που καθιερώνει την προϋπόθεση της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής στη Γερμανία.
Α - Το πεδίο εφαρμογής και η εφαρμογή του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο Γ
i) Εισαγωγή
15 Το άρθρο 51 της Συνθήκης εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να λαμβάνει ομοφώνως:
«(...) στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ιδίως με τη θέσπιση ενός συστήματος που να εξασφαλίζει στους διακινουμένους εργαζομένους και στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα:
α) τον συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, για την κτήση και διατήρηση του δικαιώματος προς λήψη παροχής όπως και για τον υπολογισμό του ύψους αυτών·
β) την καταβολή των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στις επικράτειες των κρατών μελών.»
Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 51 προβλέπει τον συντονισμό και όχι την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών (11). Επομένως «(...) οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και, κατ' επέκταση, μεταξύ των δικαιωμάτων των προσώπων που εργάζονται σ' αυτά δεν θίγονται από το άρθρο 51 της Συνθήκης» (12). Ωστόσο, μολονότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν τις προϋποθέσεις κτήσεως δικαιωμάτων παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να τηρούν τον κανόνα «της ίσης μεταχειρίσεως [ο οποίος] δεν απαγορεύει μόνο τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα» (13).
16 Το άρθρο 1, στοιχείο αα, του κανονισμού περιέχει τέσσερις προδήλως διαφορετικούς ορισμούς του όρου «μισθωτός», οι οποίοι, μέσω της παραπομπής του άρθρου 2 (14), οριοθετούν, από κοινού, το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Μόνο το άρθρο 1, στοιχείο αα, σημείο ii, δεύτερη περίπτωση, παραπέμπει ρητά στο παράρτημα Ι. Πρόκειται για μία από δύο περιπτώσεις οι οποίες, κατά τα φαινόμενα, έχουν διατυπωθεί ρητά ως εναλλακτικές δυνατότητες (15). Από τη γραμματική ερμηνεία του κειμένου δεν προκύπτει με σαφήνεια αν ένα πρόσωπο ως προς το οποίο «οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού» πρέπει επίσης να πληροί τις προϋποθέσεις της δεύτερης περιπτώσεως. Εν γένει, πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατηγορίες προσώπων που καλύπτονται από τον ορισμό του «μισθωτού» που περιέχεται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, σημεία i έως iv, είναι ευρύτατες. Σε τούτο αντιπαρατίθεται ότι το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, περιέχει μια ειδική διάταξη, στο πλαίσιο της οποίας, όσον αφορά τις οικογενειακές παροχές που χορηγούνται από γερμανικό φορέα, ο όρος «μισθωτός» «κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, του κανονισμού» αφορά μόνον ένα πρόσωπο το οποίο είναι «ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά του κινδύνου της ανεργίας» ή το οποίο «λαμβάνει, σε συνάρτηση με την ασφάλιση αυτή, παροχές εις χρήμα λόγω ασθένειας ή ανάλογες παροχές». Έτσι καθίστανται δυνατές ποικίλες εννοιολογικές προσεγγίσεις, πράγμα το οποίο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντιθέσεως μεταξύ της γραμματικής και της τελολογικής ερμηνείας, οι οποίες απαντούν συχνά στο κοινοτικό δίκαιο. Τελικά, μια πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου έδωσε σαφή απάντηση στο πρόβλημα αυτό.
ii) Η αυτοτελής εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο i
17 Κατ' αρχάς θα εκθέσω τη γραμματική ερμηνεία. Είναι αναμφισβήτητο ότι η παροχή που ζητεί ο προσφεύγων αποτελεί οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, του κανονισμού (16). Εκ πρώτης όψεως, ο αιτών εμπίπτει στον ορισμό της έννοιας «μισθωτός» του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο i. Δυστυχώς, όμως, η σχέση μεταξύ των διαφόρων περιπτώσεων του άρθρου 1, στοιχείο αα, δεν είναι προφανής (17). Υπό κανονικές συνθήκες, το άρθρο 73 του κανονισμού θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπό το φως του άρθρου 1, στοιχείο αα, ενόψει της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά την οποία o όρος «μισθωτός» «δεν αποτελεί έννοια του εθνικού δικαίου των κρατών μελών, αλλά είναι κοινοτική έννοια και απαιτεί ευρεία ερμηνεία, λαμβανομένου υπόψη του στόχου του άρθρου 51, που είναι η εγκαθίδρυση μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης ελευθερίας όσον αφορά την κυκλοφορία των διακινουμένων εργαζομένων, αρχή η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας» (18). Πράγματι, όπως παρατηρήθηκε προσφάτως, η στενή ερμηνεία του όρου αυτού «θα υπονόμευ[-ε] οποιαδήποτε προσπάθεια συντονισμού των συστημάτων και θα στερούσ[-ε] τους εργαζομένους κατάλληλης προστασίας» (19).
18 Αυτή ήταν η προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου ότι, δυνάμει του RVO, ο προσφεύγων παρέμεινε υποχρεωτικά ασφαλισμένος στη Γερμανία για τις τρεις πρώτες βδομάδες της αδείας άνευ αποδοχών που είχε λάβει κατ' αμφότερα τα κρίσιμα έτη, ενέπιπτε κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα της αδείας του στον ορισμό του «μισθωτού» του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο i, του κανονισμού, αφού ο ορισμός του «μισθωτού» υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο i, δεν υπόκειται σε περιορισμούς ανάλογους με αυτούς που περιέχονται στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii. Δεδομένου ότι οι προβλεπόμενες από τον RVO τρεις επιπλέον εβδομάδες ασφαλίσεως διήρκεσαν μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1986 και την 1η Φεβρουαρίου 1987, αντιστοίχως, ο προσφεύγων πρέπει να θεωρηθεί ότι εκπλήρωσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, του BKGG και ότι, επομένως, δικαιούται να λάβει το επίδομα για ολόκληρη τη διάρκεια της άνευ αποδοχών αδείας του. Ωστόσο, είναι σαφές, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, ότι, υπό το φως των νομολογιακών εξελίξεων που έχουν επέλθει αφότου αυτή κατέθεσε τις γραπτές της παρατηρήσεις, η ορθότητα της εν λόγω προσεγγίσεως τελεί πλέον υπό αμφισβήτηση (20).
iii) Η εφαρμογή και το πεδίο εφαρμογής του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα
19 Από την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι διάφοροι εναλλακτικοί ορισμοί των εννοιών «μισθωτός» και «μη μισθωτός» που περιέχονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, του κανονισμού δεν μπορούν - τουλάχιστον όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 73 του κανονισμού - να ερμηνευθούν ανεξάρτητα από τις ειδικές διατάξεις του παραρτήματος Ι, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, επιγράφεται «Προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού». Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι, προκειμένου να διασφαλίζεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της lex specialis του παραρτήματος Ι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 73, το άρθρο 1, στοιχείο αα, σημείο ii, πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του εν λόγω παραρτήματος.
20 Πράγματι, η έννοια «μισθωτός» ορίζεται σε συνάρτηση προς τις ειδικές και, ενδεχομένως, αριθμητικά πιο περιορισμένες υποχρεωτικές ή άλλες ασφαλίσεις στις οποίες υπάγεται ένα πρόσωπο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Hoever και Zachow (21), ένα από τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούσε το ζήτημα «αν, οσάκις ο μισθωτός υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους και ζει με την οικογένειά του σε άλλο κράτος μέλος, ο σύζυγός του δικαιούται εντός του κράτους απασχολήσεως, δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού (...), μιας παροχής όπως το επίδομα ανατροφής» (22). Οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών στην εν λόγω υπόθεση (Hoever και Zachow) υποστήριξαν ότι το επίδομα ανατροφής, δεδομένου ότι αποτελεί οικογενειακή παροχή, πρέπει να «καταβάλλεται στον διαμένοντα στην αλλοδαπή σύζυγο μισθωτού που εργάζεται στη Γερμανία» (23). Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, με την έφεσή τους, οι προσφεύγουσες δεν είχαν αμφισβητήσει ότι «δεν εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71» (24). Η εν λόγω διαπίστωση του Δικαστηρίου στηριζόταν στο γεγονός ότι «δεν υπάγονται στην κοινωνική ασφάλιση υπό την έννοια του παραρτήματος Ι του εν λόγω κανονισμού, μέρος Ι, σημείο ΓΓ (που αφορά τη Γερμανία), και προβλέπει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ο εργαζόμενος για να χαρακτηρίζεται ως μισθωτός προς τον σκοπό της εφαρμογής στη Γερμανία του άρθρου 73 του κανονισμού» (25). Ενόψει της προγενέστερης διαπιστώσεως του Δικαστηρίου, κατά την οποία «ο Hoever και ο Zachow είναι μισθωτοί με πλήρες ωράριο στη Γερμανία» (26), η περαιτέρω διαπίστωσή του ότι, «αντίθετα, ο Hoever και ο Zachow πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές [και] άρα εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (...) και συνεπώς μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μισθωτοί, υπό την έννοια του άρθρου 73 του εν λόγω κανονισμού» (27) έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο δέχθηκε, επομένως, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ότι, προκειμένου ένας εργαζόμενος να μπορεί να θεωρηθεί (στη Γερμανία) ως «μισθωτός» υπό την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού, πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, του παραρτήματος αυτού (28).
21 Εξάλλου, ήδη πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση Hoever και Zachow, ο γενικός εισαγγελέας La Pergola είχε προτείνει, με τις προτάσεις του στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira (29), την υιοθέτηση της προσεγγίσεως που ακολούθησε στη συνέχεια το Δικαστήριο, όσον αφορά το παράρτημα Ι του κανονισμού. Στις εν λόγω συνεκδικασθείσες υποθέσεις, ιδίως δε στην υπόθεση Piosa Pereira, είχαν ανακύψει ζητήματα όμοια με αυτά που τίθενται στην παρούσα υπόθεση, μολονότι οι υποθέσεις αυτές δεν αφορούσαν μισθωτούς, αλλά μη μισθωτούς. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες στις εν λόγω υποθέσεις είχαν υπαχθεί εκουσίως σε σύστημα ασφαλίσεως γήρατος (μάλιστα ο Piosa Pereira είχε, όπως φαίνεται, ασφαλιστεί εκουσίως επίσης κατά του κινδύνου ασθενείας), ενέπιπταν και οι δύο στον ορισμό του «μη μισθωτού» του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο i, του κανονισμού (30). Στο Δικαστήριο εναπέκειτο να κρίνει αν το άρθρο 73 του κανονισμού έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει μόνον εκείνους τους αιτούντες οι οποίοι εμπίπτουν στον ορισμό του «μη μισθωτού» που απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού.
22 Δεδομένου ότι τα επιδόματα λόγω τέκνων καταβάλλονται για όλα τα τέκνα που κατοικούν στη Γερμανία, ο γενικός εισαγγελέας La Pergola θεώρησε ότι το σύστημα του BKGG «εμπίπτει στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που αναφέρονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, σημείο ii» και ότι ο ορισμός της έννοιας του μισθωτού πρέπει να στηρίζεται στους ορισμούς που περιέχονται στη διάταξη αυτή (31). Ακολούθως, ο γενικός εισαγγελέας εξέθεσε τους λόγους που επιβάλλουν την εφαρμογή «του ορισμού της δεύτερης εναλλακτικής δυνατότητας της δεύτερης περιπτώσεως, ο οποίος αφορά τις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από τον άλλο ορισμό» και ο οποίος παραπέμπει στο παράρτημα (32). Ο γενικός εισαγγελέας υπενθύμισε την ανεξαρτησία των κριτηρίων της κοινωνικής ασφαλίσεως από το εργατικό δίκαιο (33) και παρατήρησε ότι η έννοια του «μη μισθωτού» δεν μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα από τον ορισμό του παραρτήματος Ι του κανονισμού, αφού «αυτές είναι αποκλειστικά οι διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν στους εργαζομένους να απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική ρύθμιση σε σχέση με τις παροχές αυτές» (34). Ο γενικός εισαγγελέας απέρριψε την ενδεχόμενη εναλλακτική εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο i, αναφερόμενος, πρώτον, στον ειδικό ορισμό που περιέχει το παράρτημα Ι για τους γερμανικούς φορείς και, δεύτερον, στο ιστορικό της θεσπίσεως του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο ββ (35). Κατά την άποψη του εν λόγω γενικού εισαγγελέα, «η συνοχή του νομοθετικού κειμένου» αποκλείει την υπονόμευση του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού, όπως προσδιορίζεται ειδικά στο παράρτημα Ι, όσον αφορά τις οικογενειακές παροχές που χορηγούνται από τις γερμανικές αρχές, μέσω της δυνατότητας «προσβάσ[-εως] στο δικαίωμα αυτό και διά μιας άλλης οδού» (36).
23 Με την απόφασή του στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira (37), το Δικαστήριο ακολούθησε την ίδια συλλογιστική και διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με το γράμμα του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο ββ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1, στοιχείο αα, σημείο ii, του κανονισμού, «δικαίωμα επί των προβλεπομένων από τη γερμανική νομοθεσία οικογενειακών επιδομάτων, δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του κανονισμού (...), έχουν μόνον οι εργαζόμενοι που είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένοι στο πλαίσιο ενός από τα συστήματα που αναφέρονται στη διάταξη αυτή» (38). Επιπλέον, «ο κοινοτικός νομοθέτης, περιλαμβάνοντας με τον κανονισμό [του 1989] (...) τους μη μισθωτούς του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 73 του κανονισμού (...), μπόρεσε να προσδιορίσει ο ίδιος σε ποιους από αυτούς θεωρούσε ότι έπρεπε να εφαρμοστούν οι εν λόγω διατάξεις» (39). Το Δικαστήριο έκρινε, κατ' ουσίαν, ότι «η παροχή σε εργαζόμενο, ευρισκόμενο σε κατάσταση όμοια με τις επίμαχες στις διαφορές των κυρίων δικών, της δυνατότητας να επικαλεστεί έναν από τους λοιπούς ορισμούς της έννοιας "μη μισθωτός" που προβλέπονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, προκειμένου να λάβει τις προβλεπόμενες από τη γερμανική νομοθεσία κοινωνικές παροχές θα ισοδυναμούσε με το να αφαιρεθεί από τη διάταξη του παραρτήματος κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα» (40).
24 Μολονότι η λεπτομερής διατύπωση του ειδικού κανόνα του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο ββ, του παραρτήματος Ι, που αφορά τους μη μισθωτούς, διαφέρει από τη διατύπωση του κανόνα του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, που αφορά τους μισθωτούς, οι δύο αυτές διατάξεις έχουν κοινή φύση και σκοπό, που έγκειται συγκεκριμένα στον προσδιορισμό των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν οι κοινοτικοί υπήκοοι, όπως ο Stφber, ο Piosa Pereira και ο προσφεύγων της κυρίας δίκης, ώστε να έχουν δικαίωμα, βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού, επί των προβλεπομένων από τη γερμανική νομοθεσία οικογενειακών παροχών. Είναι σαφές ότι ο κανόνας του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι σκοπεί να περιορίσει την έννοια «μισθωτός», όσον αφορά τη χορήγηση οικογενειακών παροχών εντός της Γερμανίας, σε εκείνους τους διακινούμενους εργαζομένους που είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένοι κατά της ανεργίας. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει με σαφήνεια ότι, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του AFG, ο αιτών που λαμβάνει άδεια άνευ αποδοχών της οποίας η διάρκεια υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες δεν ανήκει πλέον στο «σύστημα αλληλεγγύης» που δημιουργήθηκε μετά τη γερμανική ρύθμιση της υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά της ανεργίας. Εντεύθεν συνάγεται, κατά την άποψή μου, ότι ένα πρόσωπο το οποίο λαμβάνει στη Γερμανία άδεια άνευ αποδοχών τόσο μεγάλης διάρκειας δεν μπορεί να θεωρείται ως «μισθωτός», όσον αφορά τα δικαιώματα οικογενειακών παροχών που θεμελιώνονται στο άρθρο 73 του κανονισμού.
Β - Το κύρος του κανόνα του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι
25 Αν το Δικαστήριο αποφανθεί, όπως προτείνω, ότι οι εργαζόμενοι που λαμβάνουν άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 73 του κανονισμού έναντι ενός γερμανικού φορέα, τούτο δεν έχει ως συνέπεια, κατά τη γνώμη μου, ότι το μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο ββ, του παραρτήματος Ι του κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί ανίσχυρο. Στην υπόθεση Pinna, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού, ως είχε κατά τον χρόνο εκείνο, ήταν ανίσχυρο «κατά το μέτρο που [απέκλειε] τη χορήγηση γαλλικών οικογενειακών παροχών στους εργαζομένους που υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία, για τα μέλη της οικογενείας τους που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους» (41). Με άλλα λόγια, ένας διακινούμενος εργαζόμενος ο οποίος εργαζόταν και κατοικούσε στη Γαλλία δεν μπορούσε να λάβει οικογενειακές παροχές για τα τέκνα του που κατοικούσαν σε άλλα κράτη μέλη. Η εφαρμογή του κανόνα αυτού αποκλειστικά στη Γαλλία αποτελούσε μια αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση.
26 Στην παρούσα υπόθεση, ο λόγος για τον οποίο δεν αναγνωρίζεται στον προσφεύγοντα δικαίωμα παροχών λόγω τέκνων στη Γερμανία είναι ότι δεν πληροί την προϋπόθεση που έχει θέσει ρητά το Συμβούλιο για τον χαρακτηρισμό ενός προσώπου ως «μισθωτού», όσον αφορά τις οικογενειακές παροχές που καταβάλλονται από γερμανικούς φορείς. Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο κανόνας αυτός συμβάλλει στη δημιουργία πρόσθετων διαφορών πέραν εκείνων που «προκύπτουν από την έλλειψη εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών» (42). Επομένως, η παρούσα υπόθεση διακρίνεται ευχερώς από την υπόθεση Pinna. Κατά τον BKGG, ο αιτών έχει πλήρες δικαίωμα παροχών για τα τέκνα του που κατοικούν στην Ισπανία, καθόσον χρόνο ζει και εργάζεται στη Γερμανία. Στο μέτρο που απώλεσε το δικαίωμα επί των παροχών αυτών για τις δύο κρίσιμες περιόδους κατά τις οποίες βρισκόταν σε άδεια άνευ αποδοχών, τούτο οφείλεται στον BKGG και όχι στο παράρτημα Ι του κανονισμού.
27 Θεωρώ ότι από την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του 1981 προκύπτει με σαφήνεια ότι το παράρτημα Ι προστέθηκε στον κανονισμό προκειμένου να προσδιοριστεί η έννοια του όρου «μισθωτός» όσον αφορά τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν εφαρμογή σε όλους τους κατοίκους, όπως συμβαίνει με το επίδομα λόγω τέκνων στη Γερμανία (43). Ο ορισμός του παραρτήματος Ι είναι πανομοιότυπος, ως προς όλα τα ουσιαστικά σημεία, προς τον ορισμό που περιείχε αρχικά το μέρος ΒΒ, σημείο 6, του παραρτήματος V του αρχικού κειμένου του κανονισμού (44). Τούτο είχε ως συνέπεια, για πέντε από τα αρχικά κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, την καταβολή των οικογενειακών παροχών από τη χώρα απασχολήσεως. Ωστόσο, τούτο ίσχυε υπό την επιφύλαξη των κανόνων που αφορούσαν «ειδικές διαδικασίες για την εφαρμογή της νομοθεσίας ορισμένων κρατών μελών» και περιέχονταν στο παράρτημα V και, ειδικότερα, στο μέρος ΒΒ, σημείο 6, του παραρτήματος αυτού (45), όσον αφορά τη Γερμανία. Στην απόφαση Pinna, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και, κατ' επέκταση, μεταξύ των δικαιωμάτων των προσώπων που εργάζονται σ' αυτά δεν θίγονται από το άρθρο 51 της Συνθήκης» (46). Επομένως, θεωρώ ότι το σημερινό κείμενο του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι του κανονισμού, το οποίο συνιστά προδήλως γνήσιο - αν και, σαφώς, όχι ιδιαίτερα ολοκληρωμένο - μέτρο συντονισμού, συγκαταλέγεται μεταξύ των μέτρων τα οποία αφορά το άρθρο 51 της Συνθήκης και δεν είναι, τουλάχιστον γι' αυτόν τον λόγο, ασυμβίβαστο προς το άρθρο αυτό.
28 Πέραν τούτου, δεν θεωρώ ότι μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι ο κανόνας του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι του κανονισμού επάγεται ο ίδιος έμμεσες δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των μη Γερμανών κοινοτικών υπηκόων που απασχολούνται στη Γερμανία ή ότι διευκολύνει τέτοιου είδους δυσμενείς διακρίσεις. Η διάταξη αυτή μπορεί έτσι να διακριθεί από μια διάταξη όπως αυτή του σημείου 15 του μέρους ΓΓ του παραρτήματος VI του κανονισμού, η οποία θεωρήθηκε από το Δικαστήριο, στην απόφαση Roviello, ικανή, σε συνδυασμό με τη σχετική γερμανική νομοθεσία στην οποία αυτή παρέπεμπε, να έχει ως αποτέλεσμα «να τίθενται σε δυσμενή μοίρα ορισμένοι από (...) τους διακινούμενους εργαζομένους» (47). Όπως ορθώς υποστήριξε το Συμβούλιο στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός ότι αιτούντες, όπως ο προσφεύγων, δεν λαμβάνουν παροχές λόγω τέκνων δεν απορρέει - τουλάχιστον όχι άμεσα - από την εφαρμογή του επίδικου κανόνα του παραρτήματος Ι, αλλά από τις σχετικές διατάξεις του BKGG. Το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, προσδιορίζει απλώς ποιοι από τους υποκειμένους στη γερμανική νομοθεσία μισθωτούς μπορούν να επωφεληθούν από την πλασματική κατοικία μέσω της εφαρμογής του άρθρου 73. Επομένως, δεν υφίσταται κανενός είδους αιτιώδης συνάφεια με την προϋπόθεση της κατοικίας που θέτει ο BKGG. Η «μειονεκτική θέση» στην οποία περιέρχονται αιτούντες όπως ο προσφεύγων απορρέει άμεσα από τις διατάξεις του BKGG.
Γ - Ο BKGG και το άρθρο 48 της Συνθήκης
29 Βάσει του BKGG, το δικαίωμα επιδομάτων λόγω τέκνων «στηρίζεται αμιγώς στην προϋπόθεση της κατοικίας» (48). Είμαι πεπεισμένος ότι μια προϋπόθεση περί κατοικίας των τέκνων, όπως αυτή που περιέχεται στον BKGG, είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 48 της Συνθήκης, λόγω της εγγενούς τάσεώς της να περιάγει σε μειονεκτική θέση τους διακινούμενους εργαζομένους. Με την απόφασή του στην υπόθεση Pinna, το Δικαστήριο τόνισε ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ημεδαπών και των αλλοδαπών εργαζομένων, που εντάσσεται στον πυρήνα του άρθρου 48, δεν απαγορεύει «μόνο τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα» (49). Η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι σχετικές διατάξεις του BKGG θίγουν τόσο τους αλλοδαπούς όσο και τους Γερμανούς των οποίων τα τέκνα δεν πληρούν την προϋπόθεση της κατοικίας. Πράγματι, στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira, η άρνηση χορηγήσεως της παροχής στον Stφber, που είναι Γερμανός υπήκοος, καταδεικνύει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι απλώς υποθετικός. Ωστόσο, είμαι πεπεισμένος ότι ο BKGG επάγεται συγκεκαλυμμένες δυσμενείς διακρίσεις. Το ίδιο το εθνικό δικαστήριο διαπίστωσε ότι, «ακριβώς όπως στην υπόθεση [Pinna], το πρόβλημα των τέκνων που κατοικούν εκτός της Γερμανίας ανακύπτει κυρίως για τους διακινούμενους εργαζομένους» (50). Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις αποδείξεις που συνάγονται από τα στατιστικά στοιχεία, το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει σαφώς ότι το πρόβλημα των μελών της οικογενείας που κατοικούν εκτός του κράτους μέλους απασχολήσεως αφορά κυρίως τους διακινούμενους εργαζομένους (51).
30 Στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira, το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα (52):
«(...) ο BKGG χορηγεί οικογενειακές παροχές σε κάθε πρόσωπο που έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος όπου ισχύει ο νόμος αυτός, εφόσον τα συντηρούμενα τέκνα του εν λόγω προσώπου έχουν την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στο ίδιο έδαφος.
Επομένως, ο νόμος αυτός καθιερώνει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υπηκόων που δεν έχουν κάνει χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας και των διακινουμένων εργαζομένων σε βάρος των τελευταίων, αφού κυρίως τα τέκνα των τελευταίων είναι εκείνα που δεν κατοικούν στο έδαφος του κράτους μέλους που χορηγεί τις παροχές.»
Κατά την άποψή μου, από τούτο συνάγεται ότι, στην περίπτωση ενός προσώπου το οποίο, λόγω της λήψεως αδείας άνευ αποδοχών, δεν θεωρείται πλέον στη Γερμανία ως «μισθωτός» για τους σκοπούς της χορηγήσεως οικογενειακών παροχών, βάσει του κανονισμού, όσον αφορά τα τέκνα του που κατοικούν στο εξωτερικό, εξακολουθεί όμως, παρά ταύτα, να είναι εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης, το άρθρο 2, παράγραφος 5, του BKGG αντιβαίνει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως την οποία εγγυάται το άρθρο 48, παράγραφος 2. Συνεπώς, δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε πρόσωπα που εμπίπτουν στην περίπτωση αυτή, εκτός αν η εφαρμογή του μπορεί να δικαιολογηθεί.
31 Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι η προϋπόθεση της κατοικίας που θέτει ο BKGG μπορεί να δικαιολογηθεί. Το εθνικό δικαστήριο διατύπωσε την άποψη ότι οι γερμανικές διατάξεις αντικατοπτρίζουν μια εύλογη και χρήσιμη εννοιολογική διάκριση και ότι, επιπλέον, οι δυσμενείς συνέπειες που έχουν για τους εργαζομένους που λαμβάνουν άδεια άνευ αποδοχών μπορούν ευχερώς να αποφευχθούν. Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή. Πράγματι, θεωρώ ότι, αν η εφαρμογή ενός εθνικού κανόνα μπορεί να αποφευχθεί σχετικά ευχερώς, η ενδεχόμενη δικαιολόγηση της κατ' αρχήν εφαρμογής του είναι τουλάχιστον αμφίβολη. Επιπλέον, το γεγονός και μόνο ότι είναι δυνατόν να αποφευχθεί η εφαρμογή του κανόνα αυτού δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι αλλοδαποί θα είναι πρωτίστως εκείνοι οι οποίοι θα είναι αναγκασμένοι να διαπραγματεύονται με τους εργοδότες τους την εφαρμογή μέσων αποφυγής της εφαρμογής του, όπως είναι το τέχνασμα των συμφωνιών περί παρεκτάσεως της καταβολής μισθού, ενώ οι εργαζόμενοι των οποίων τα τέκνα κατοικούν στη Γερμανία μπορούν να λαμβάνουν άδειες άνευ αποδοχών απεριόριστης διάρκειας χωρίς να χάνουν το δικαίωμά τους επί του επιδόματος.
32 Στις προτάσεις του στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira, ο γενικός εισαγγελέας La Pergola εξέθεσε ότι η εγγενής στον BKGG δυσμενής διάκριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη φύση της παροχής. Ο γενικός εισαγγελέας διατύπωσε την ακόλουθη άποψη (53):
«Η λειτουργία του οικογενειακού επιδόματος, ο λόγος της υπάρξεώς του, θα μπορούσε να λεχθεί, είναι η παροχή οικονομικής υποστηρίξεως στον εργαζόμενο για την κάλυψη των δαπανών με τις οποίες αυτός βαρύνεται προκειμένου να εξασφαλίσει τη συντήρηση των τέκνων του. Επομένως, από εννοιολογικής απόψεως, ο εν λόγω σκοπός, αυτός καθεαυτός, ουδόλως συνδέεται με τον τόπο κατοικίας των τέκνων, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που χορηγούνται εντός του εθνικού εδάφους και που εξυπηρετούν άλλους σκοπούς, για τις οποίες δικαιολογημένα θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη το στοιχείο αυτό. Αντιθέτως (...) ακριβώς στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το μέλος της οικογενείας δεν κατοικεί πλέον στο ίδιο κράτος με τον εργαζόμενο, τα έξοδα στα οποία θα υποβληθεί ο εργαζόμενος για τη συντήρηση του εν λόγω μέλους της οικογενείας αναμφίβολα θα είναι μεγαλύτερα. Και όμως, ακριβώς σ' αυτή την περίπτωση, η γερμανική νομοθεσία περιορίζει αδικαιολόγητα το ευεργέτημα του οποίου μπορεί να τύχει η οικογένεια στο σύνολό της.»
33 Καθόσον κατά την προφορική διαδικασία η Γερμανία υποστήριξε, προς δικαιολόγηση της ρυθμίσεως του BKGG, ότι η παροχή λόγω τέκνων λειτουργεί ως μια γενικευμένη κοινωνική παροχή η οποία λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες διαβιώσεως και τις ανάγκες συντηρήσεως των τέκνων που κατοικούν στη Γερμανία (δηλαδή ότι τα έξοδα ανατροφής ενός τέκνου εξαρτώνται από το κόστος ζωής στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του τέκνου), συμφωνώ με την άποψη του γενικού εισαγγελέα La Pergola. Στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira, το Δικαστήριο δέχθηκε απλώς ότι, «στο μέτρο που ο φάκελος των προκειμένων υποθέσεων δεν περιέχει κανένα στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει αντικειμενικά αυτή τη διαφορετική μεταχείριση, αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως επαγόμενη δυσμενείς διακρίσεις και, επομένως, ως ασυμβίβαστη προς το άρθρο 52 της Συνθήκης» (54).
34 Ενόψει των σκέψεων που προεκτέθηκαν, είμαι πεπεισμένος περί του ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά η εφαρμογή μιας προϋποθέσεως περί κατοικίας, όπως αυτή που περιέχει ο BKGG, όσον αφορά τις αξιώσεις παροχών λόγω τέκνων τις οποίες προβάλλουν κοινοτικοί υπήκοοι οι οποίοι, όπως ο προσφεύγων, έχουν ασκήσει (και εξακολουθούν να ασκούν) τα δικαιώματα που αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, βάσει του άρθρου 48 της Συνθήκης, περί ενάρξεως και εξακολουθήσεως της ασκήσεως έμμισθης δραστηριότητας στη Γερμανία.
Δ - Το δεύτερο ερώτημα
35 Το δεύτερο ερώτημα τίθεται για την περίπτωση κατά την οποία στο πρώτο ερώτημα θα δοθεί η απάντηση ότι το μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του παραρτήματος είναι ανίσχυρο. Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω (βλ. σημεία 25 έως 38), δεν θεωρώ ότι η εν λόγω διάταξη είναι ανίσχυρη. Ωστόσο, από τούτο δεν συνάγεται ότι το δικαίωμα των διακινουμένων εργαζομένων που κατοικούν στη Γερμανία επί παροχών λόγω τέκνων είναι απεριόριστο. Στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Γερμανία μπορεί να εφαρμόζει τους κανόνες οι οποίοι είναι «απαραίτητοι ιδίως προκειμένου να είναι βέβαιο ότι τα επιδόματα χρησιμοποιούνται πράγματι για την διατροφή των συντηρούμενων τέκνων και προκειμένου να αποφεύγεται η σώρευση των επιδομάτων αυτών [και οι οποίοι] έχουν (...) θεσπιστεί από τον κοινοτικό νομοθέτη όσον αφορά τις επίμαχες περιόδους» (55). Είναι σαφές ότι το Δικαστήριο είχε υπόψη του ιδίως τις διατάξεις των άρθρων 73 και 75 του κανονισμού. Η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει κανένα στοιχείο σχετικά με το εάν στην Ισπανία καταβάλλονται οικογενειακές παροχές για τα τέκνα του προσφεύγοντος. Από το άρθρο 75 του κανονισμού προκύπτει με σαφήνεια ότι, εάν στην Ισπανία καταβάλλεται (άρθρο 75, παράγραφος 1) ή μπορεί να καταβληθεί αλλά δεν έχει ακόμη ζητηθεί (άρθρο 75, παράγραφος 2) παροχή λόγω τέκνων, ένας αιτών όπως ο προσφεύγων δικαιούται να ζητήσει από τον αρμόδιο γερμανικό φορέα μόνο το ποσό κατά το οποίο η γερμανική παροχή υπερβαίνει την αντίστοιχη ισπανική παροχή. Ενόψει των προφανών δυσχερειών που αντιμετωπίζει ένας αρμόδιος φορέας, όπως, στην παρούσα υπόθεση, το γερμανικό Kindergeldkasse, για να επιτύχει την επιστροφή παροχών οι οποίες, στην πραγματικότητα, έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, θεωρώ ότι ο αιτών φέρει το βάρος να προσκομίσει στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως ότι δεν λαμβάνει ούτε δικαιούται να λάβει παροχές λόγω τέκνων στο κράτος μέλος όπου κατοικούν τα τέκνα του. Ωστόσο, ενόψει ιδίως της υποχρεώσεως συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών που επιβάλλει το άρθρο 84 του κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους κατοικίας του εργαζομένου δεν πρέπει να επιβάλλουν στον αιτούντα υπέρμετρες υποχρεώσεις. Επομένως, οι εν λόγω αρχές πρέπει, κατά την άποψή μου, να λαμβάνουν υπόψη ότι η πλειονότητα των αιτούντων δεν είναι κατ' ανάγκη εξοικειωμένοι με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις είτε του κράτους μέλους απασχολήσεώς τους είτε του κράτους μέλους κατοικίας των τέκνων τους. Με λίγα λόγια, η άσκηση δικαιωμάτων που παρέχονται άμεσα από το άρθρο 48 της Συνθήκης δεν πρέπει να καθίσταται αναποτελεσματική λόγω της επιβολής παραλόγων προϋποθέσεων διοικητικής ή αποδεικτικής φύσεως.
36 Τέλος, το δικαίωμα ενός διακινούμενου εργαζομένου να τύχει ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τις καταβαλλόμενες οικογενειακές παροχές εντός του κράτους μέλους της απασχολήσεώς του, δεν μπορεί να θεωρηθεί απεριόριστο, στην περίπτωση αδείας άνευ αποδοχών. Μια απλή αόριστη συμφωνία με τον εργοδότη δεν μπορεί να συνεπάγεται για τους φορολογουμένους του κράτους μέλους απασχολήσεως την υποχρέωση να φέρουν το κόστος των οικογενειακών παροχών σε πρόσωπα των οποίων ο δεσμός με το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να είναι απλώς πλασματικός. Στις γραπτές του παρατηρήσεις, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι είναι θεμιτό να λαμβάνεται άδεια άνευ αποδοχών μικρής διάρκειας. Κατά την προφορική διαδικασία, ο προσφεύγων επικαλέστηκε την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 6 της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ (56). Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι, αφού οι περίοδοι διακοπής της διαμονής που δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες δεν έχουν καμία επίπτωση επί της αδείας διαμονής που χορηγείται βάσει αυτής της οδηγίας, ομοίως, η άδεια άνευ αποδοχών της οποίας η διάρκεια δεν υπερβαίνει το διάστημα αυτό δεν θα πρέπει να έχει καμία επίπτωση επί του δικαιώματος του εργαζομένου να τυγχάνει της ίσης μεταχειρίσεως που εγγυάται το άρθρο 48 της Συνθήκης.
37 Δεν είμαι πεπεισμένος ότι υφίσταται πρόσφορη αναλογία μεταξύ της ασκήσεως των δικαιωμάτων διαμονής που εγγυώνται τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης και του δικαιώματος παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους υποδοχής. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται ενδεχομένως οικονομικές υποχρεώσεις για το κράτος μέλος υποδοχής, οι οποίες δεν υφίστανται σε σχέση με τα δικαιώματα εκείνα. Στην υπόθεση Antonissen, όπου επιβεβαιώθηκε ότι το δικαίωμα διαμονής των κοινοτικών υπηκόων που αναζητούν εργασία σε άλλα κράτη μέλη στηρίζεται στη Συνθήκη (57), το Δικαστήριο συμφώνησε με τον γενικό εισαγγελέα Darmon ότι «δεν υπάρχει απαραίτητος δεσμός μεταξύ του δικαιώματος για τη λήψη επιδόματος ανεργίας στο κράτος μέλος καταγωγής και του δικαιώματος διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής» (58). Ο διακινούμενος εργαζόμενος που αναζητεί εργασία βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη στην οποία βρίσκεται αυτός ο οποίος, όπως ο προσφεύγων, έχει εργασία, αλλά ζητεί να του χορηγηθούν οικογενειακές παροχές για τα τέκνα του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος. Στην πρώτη περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά υποβάλλονται σε έλεγχο οποιαδήποτε στιγμή αμφισβητηθεί το δικαίωμα περαιτέρω διαμονής. Στη δεύτερη περίπτωση, είναι αναγκαίο να υπάρχει ένα σύνολο διαφανών, αντικειμενικών και εκ των προτέρων γνωστών κανόνων. Όμως, όσον αφορά τους αιτούντες τη χορήγηση παροχών λόγω τέκνων οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση όμοια με του προσφεύγοντος, θεωρώ σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη, ως σημείο αναφοράς, οι γερμανικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και να γίνεται δεκτό ότι ο αιτών που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση δεν θα πρέπει να στερείται των εν λόγω παροχών επί όσο χρονικό διάστημα εξακολουθεί να είναι ασφαλισμένος, έστω και μόνο κατά ασθενείας, στη Γερμανία. Κατά την άποψή μου, για όσο χρόνο ένας κοινοτικός υπήκοος που έχει ασκήσει το δικαίωμά του ασκήσεως εργασίας σε άλλο κράτος μέλος διατηρεί μια πραγματική και διαρκή σχέση εργασίας στο κράτος μέλος όπου άρχισε να ασκεί αυτή την εργασία εξακολουθεί να προστατεύεται από το άρθρο 48. Το βάρος της αποδείξεως ότι εξακολουθεί να υπάρχει πραγματική και διαρκής σχέση εργασίας πρέπει να το φέρει ο εργαζόμενος που λαμβάνει άδεια άνευ αποδοχών. Ωστόσο, σε τελική ανάλυση, στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο που μπορεί να αξιολογήσει όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, εναπόκειται να διαπιστώνει τελικά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν υφίσταται μια τέτοια σχέση εργασίας.
IV - Πρόταση
38 Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundessozialgericht την ακόλουθη απάντηση:
«Το μέρος Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης. Ωστόσο, μια εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει, ως προϋπόθεση για την κτήση δικαιώματος επί του επιδόματος λόγω τέκνων, να έχουν τα τέκνα του αιτούντος την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στο κράτος μέλος όπου ζητείται το επίδομα δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε εργαζομένους οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης και οι οποίοι, μολονότι βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών, διατηρούν μια πραγματική και διαρκή σχέση εργασίας στο εν λόγω κράτος μέλος, στο μέτρο που η εφαρμογή της διατάξεως αυτής συνεπάγεται ότι οι εργαζόμενοι αυτοί δεν δικαιούνται επιδόματος λόγω τέκνων για τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας, ενώ, υπό τις ίδιες συνθήκες, άλλοι εργαζόμενοι, των οποίων τα τέκνα κατοικούν στο εν λόγω κράτος μέλος, δικαιούνται του επιδόματος αυτού. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου ζητείται το επίδομα μπορούν να εφαρμόζουν κατ' αναλογία τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι είναι απαραίτητοι, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το αιτούμενο επίδομα χρησιμοποιείται πράγματι για τη διατροφή των συντηρούμενων τέκνων και προκειμένου να αποφεύγεται σώρευση επιδομάτων.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κείμενο του κανονισμού όπως ισχύει κατόπιν των τροποποιήσεων που επήλθαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 331, σ. 1), στο εξής: κανονισμός του 1989. Προσφάτως εκδόθηκε ένα τροποποιημένο, ενημερωμένο και συστηματοποιημένο κείμενο αυτού του πλειστάκις τροποποιηθέντος κανονισμού· βλ. κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, για τροποποίηση και ενημέρωση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού 574/72 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1). Ωστόσο, ο κανονισμός 118/97 δεν επέφερε τροποποιήσεις σε καμία από τις διατάξεις τις οποίες αφορά η παρούσα προδικαστική παραπομπή.
(2) - Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 143, σ. 1), στο εξής: κανονισμός του 1981, με τον οποίο η ρύθμιση που είχε καθιερώσει το αρχικό κείμενο του κανονισμού για τους μισθωτούς επεκτάθηκε στους μη μισθωτούς, απέκλειε αρχικά το άρθρο 73.
(3) - BGBl. I (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), σ. 265.
(4) - BGBl. Ι, σ. 582.
(5) - Βλ. άρθρο 104, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 1, του AFG.
(6) - Βλ. άρθρο 104, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του AFG.
(7) - RGBl. I, σ. 509, όπως τροποποιήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1924 (RGBl. I, σ. 799).
(8) - Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε - όμως μετά τον χρόνο των εν προκειμένω υπό κρίση πραγματικών περιστατικών - από το άρθρο 192 του Sozialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικής νομοθεσίας) της 20ής Δεκεμβρίου 1988 (BGBl. Ι, σ. 2477), το οποίο προβλέπει τη διατήρηση της υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά τη διάρκεια αδείας άνευ αποδοχών, επί ένα μήνα.
(9) - Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84 (Συλλογή 1986, σ. 1).
(10) - Το εθνικό δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 39/86, Lair (Συλλογή 1988, σ. 3161, σκέψεις 31 επ.), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια ακόμη και στην περίπτωση που δεν τελούν πλέον σε σχέση εργασίας, αλλά έχουν αρχίσει να πραγματοποιούν πανεπιστημιακές σπουδές οι οποίες συνδέονται με την προηγούμενη επαγγελματική τους δραστηριότητα.
(11) - Βλ., π.χ., την προαναφερθείσα απόφαση Pinna, σκέψη 20, και, όλως προσφάτως, την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1997 στην υπόθεση C-340/94, de Jaeck (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 18).
(12) - Απόφαση Pinna, σκέψη 20.
(13) - Απόφαση Pinna, σκέψη 23.
(14) - Το άρθρο αυτό παρατέθηκε ανωτέρω στην παράγραφο 2.
(15) - Στο αγγλικό κείμενο οι δύο περιπτώσεις χωρίζονται με τη λέξη «or». Το γερμανικό κείμενο (η γερμανική είναι η γλώσσα της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση) είναι εξίσου σαφές, δεδομένου ότι χρησιμοποιεί τη λέξη «oder». Παρόμοιες λέξεις χρησιμοποιούνται επίσης στα αντίστοιχα κείμενα στις άλλες γλώσσες.
(16) - Ως «οικογενειακή παροχή» ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο καα, σημείο i, «(...) κάθε παροχή σε είδος ή σε χρήμα προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, με εξαίρεση τα ειδικά επιδόματα του τοκετού ή υιοθεσίας που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ». Κατά πάγια νομολογία, στην έννοια αυτή εμπίπτει μια παροχή «εφόσον χορηγείται στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως, χωρίς οποιαδήποτε εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών τους αναγκών, και εφόσον αφορά έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού»· βλ., π.χ., την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-245/94 και C-312/94, Hoever και Zachow (Συλλογή 1996, σ. Ι-4926, σκέψη 18).
(17) - Έχει παρατηρηθεί ότι «ο εκτεταμένος και περίπλοκος χαρακτήρας του άρθρου [1, στοιχείο αα] οφείλεται στο γεγονός ότι είναι ανάγκη, προς τον σκοπό της εφαρμογής του κανονισμού (...), να χρησιμοποιηθεί μια ενιαία έννοια του "μισθωτού" σε σχέση με ένα μεγάλο αριθμό συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως»· βλ. το σημείο 6 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 14ης Μαρτίου 1989 στην υπόθεση 388/87, Warmerdam-Steggerda, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Μαου 1989 (Συλλογή 1989, σ. 1203).
(18) - Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986 στην υπόθεση 300/84, Van Roosmalen (Συλλογή 1986, σ. 3097, σκέψη 18).
(19) - Βλ. το σημείο 20 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα La Pergola της 6ης Ιουνίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-4/95 και C-5/95, Stφber και Piosa Pereira (δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(20) - Η Επιτροπή κατέθεσε τις παρατηρήσεις της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Δεκεμβρίου 1995. Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπός της ενέμεινε ρητά στο συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει η Επιτροπή βάσει της συλλογιστικής αυτής στις γραπτές της παρατηρήσεις.
(21) - Η απόφαση εκδόθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1996, πριν από την προφορική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση.
(22) - Προαναφερθείσα απόφαση Hoever και Zachow, σκέψη 28.
(23) - Προαναφερθείσα απόφαση Hoever και Zachow, σκέψη 9.
(24) - Προαναφερθείσα απόφαση Hoever και Zachow, σκέψη 29. Στο σημείο 54 των προτάσεών του, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs αναφέρθηκε στο «πιθανό επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η Hoever, η οποία, κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, εργαζόταν η ίδια ως μισθωτή με μειωμένο ωράριο στη Γερμανία, δικαιούται να επικαλεστεί η ίδια το άρθρο 73». Το επιχείρημα αυτό είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην κύρια διαδικασία και δεν μνημονεύθηκε από το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο των υποβληθέντων ερωτημάτων.
(25) - Προαναφερθείσα απόφαση Hoever και Zachow, σκέψη 29 (η υπογράμμιση δική μου).
(26) - Προαναφερθείσα απόφαση Hoever και Zachow, σκέψη 7.
(27) - Προαναφερθείσα απόφαση Hoever και Zachow, σκέψη 29.
(28) - Ο γενικός εισαγγελέας δεν έλαβε συγκεκριμένη θέση όσον αφορά τη σχέση του άρθρου 1, σημείο i, με το παράρτημα Ι· βλ. παράγραφο 54 των προτάσεών του.
(29) - Βλ. ανωτέρω στην υποσημείωση 19.
(30) - Βλ. σημείο 12 των προτάσεων.
(31) - Βλ. σημείο 22 των προτάσεων. Στο σημείο 23, ο γενικός εισαγγελέας δικαιολόγησε την εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, με το αιτιολογικό ότι, πρώτον, η επίδικη ρύθμιση ισχύει για όλους τους κατοίκους ανεξαρτήτως της φύσεως της απασχολήσεώς τους και ότι, δεύτερον, όσον αφορά τη χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να ασφαλιστούν ούτε υποχρεωτικώς ούτε προαιρετικώς.
(32) - Βλ. σημείο 24 των προτάσεων.
(33) - Στο σημείο αυτό ο γενικός εισαγγελέας παραπέμπει στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gand της 19ης Δεκεμβρίου 1968 στην υπόθεση 19/68, De Cicco, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1968 (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 856, συγκεκριμένα σ. 858), στις οποίες αναφέρεται ότι το πεδίο εφαρμογής του (τότε) βασικού κανονισμού, δηλαδή του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1958, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (JO 1958, 30, σ. 561/58), «προσδιορίζεται με βάση ένα κριτήριο κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι εργατικού δικαίου, γεγονός που αντικατοπτρίζει την ολοένα αυξανόμενη αυτονομία που αποκτά το δίκαιο αυτό σε σχέση με το εργατικό δίκαιο».
(34) - Βλ. σημείο 25 των προτάσεων.
(35) - Η διάταξη αυτή προστέθηκε στον κανονισμό με το άρθρο 56 του κανονισμού του 1981 και, όπως προκύπτει από την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, «ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι "απαιτείται (...) να προσδιοριστεί (...) η έννοια των όρων `μισθωτός' και `μη μισθωτός' σύμφωνα με τον κανονισμό (...), όταν ο ενδιαφερόμενος υπάγεται σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται σε όλους τους κατοίκους"»· βλ. σημείο 28 των προτάσεων.
(36) - Βλ. σημείο 31 των προτάσεων.
(37) - Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1997, μετά, δηλαδή, από την προφορική διαδικασία στην προκείμενη υπόθεση.
(38) - Προαναφερθείσα απόφαση Stφber και Piosa Pereira, σκέψη 29.
(39) - Προαναφερθείσα απόφαση Stφber και Piosa Pereira, σκέψη 31.
(40) - Προαναφερθείσα απόφαση Stφber και Piosa Pereira, σκέψη 32 (η υπογράμμιση δική μου).
(41) - Προαναφερθείσα απόφαση Pinna, σκέψη 25.
(42) - Προαναφερθείσα απόφαση Pinna, σκέψη 21.
(43) - Αυτή ήταν επίσης η άποψη του γενικού εισαγγελέα La Pergola, όπως προκύπτει σαφώς από το απόσπασμα των παρατηρήσεών του στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira που παρατέθηκε ανωτέρω, στην υποσημείωση 34.
(44) - Το μέρος Β, σημείο 6, του παραρτήματος V προέβλεπε τα εξής: «Αν ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του κανονισμού, είναι ένας γερμανικός φορέας, θεωρείται ως εργαζόμενος πρόσωπο υποχρεωτικά ασφαλισμένο κατά του κινδύνου της ανεργίας ή πρόσωπο το οποίο λαμβάνει, σε συνάρτηση με την ασφάλιση αυτή, παροχές σε χρήμα δυνάμει της ασφαλίσεως ασθενείας ή ανάλογες παροχές (άρθρο 1, στοιχείο αα, του κανονισμού)». Στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του αρχικού κειμένου του κανονισμού αναφερόταν ότι, μολονότι «θα ήταν προτιμότερη η θέσπιση κοινών κανόνων για όλα τα κράτη μέλη και μολονότι πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες προς τον σκοπό αυτό, οι μεγάλες διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών» καθιστούσαν αναγκαία την επιλογή μιας λύσεως η οποία «ελάμβανε υπόψη την κατάσταση αυτή».
(45) - Η διάταξη αυτή μετατέθηκε με το άρθρο 56 του κανονισμού του 1981 σε ένα νέο παράρτημα Ι· το αρχικό παράρτημα V μετατράπηκε σε παράρτημα VI ενώ, κατόπιν τούτου, το σημείο 6 αφορούσε ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα, το οποίο είναι άνευ σημασίας για την παρούσα υπόθεση. Ο κανονισμός του 1989 δεν επέφερε καμία τροποποίηση στα αντίστοιχα παραρτήματα του κανονισμού.
(46) - Προαναφερθείσα απόφαση Pinna, σκέψη 20.
(47) - Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1988, 20/85 (Συλλογή 1988, σ. 2805, σκέψη 16). Το σημείο 15 του μέρους ΓΓ του παραρτήματος VI του κανονισμού επέτρεπε στις γερμανικές αρχές να λαμβάνουν υπόψη, όσον αφορά τη χορήγηση συντάξεων λόγω επαγγελματικής αναπηρίας, μόνο τις ασκηθείσες δραστηριότητες που υπάγονταν σε υποχρεωτική ασφάλιση δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας. Τούτο περιήγε σε μειονεκτική θέση τους διακινούμενους εργαζομένους όπως ο Roviello, ο οποίος είχε αποκτήσει, μέσω των δραστηριοτήτων που είχε ασκήσει σε άλλο κράτος μέλος, μεγαλύτερα προσόντα (συγκεκριμένα, είχε εργαστεί ως εργάτης τοποθετήσεως πλακιδίων, εργασία η οποία θα μπορούσε να είχε ως αποτέλεσμα τον χαρακτηρισμό του ως εργατοτεχνίτη στην Ιταλία) απο εκείνα που μπορούσε να επικαλεστεί βάσει των δραστηριοτήτων που είχε ασκήσει στη Γερμανία (είχε εργαστεί επίσης ως εργάτης τοποθετήσεως πλακιδίων στη Γερμανία, τούτο όμως δεν του παρείχε το δικαίωμα να θεωρείται ως ειδικευμένος εργάτης κατά τη γερμανική νομοθεσία).
(48) - Παράγραφος 37 των προτάσεων στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira. Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Γερμανίας αναφέρθηκε εν συντομία στις νέες εθνικές διατάξεις που τέθηκαν σε ισχύ στις αρχές του 1996. Όσον αφορά τη νέα αυτή ρύθμιση, βλ. την υποσημείωση 32 στις προτάσεις μου της 24ης Οκτωβρίου 1996 στην υπόθεση C-59/95, Bastos Moriana, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1997 (που δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(49) - Σκέψη 23 της αποφάσεως. Το Δικαστήριο διατύπωσε προσφάτως την αρχή αυτή σε μια υπόθεση που αφορούσε ένα εδαφικώς περιορισμένο «επίδομα κηδείας», ως εξής: «(...) πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγονται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις οι προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου οι οποίες, μολονότι εφαρμόζονται χωρίς διάκριση λόγω ιθαγενείας, θίγουν κυρίως (...) τους διακινούμενους εργαζομένους»· βλ. απόφαση της 23ης Μαου 1996 στην υπόθεση C-237/94, O'Flynn (Συλλογή 1996, σ. Ι-2617, σκέψη 18) (η υπογράμμιση δική μου).
(50) - Πράγματι, στην υπόθεση Stφber και Piosa Pereira, ο γενικός εισαγγελέας La Pergola παρέπεμψε, στην υποσημείωση 30 των προτάσεών του, σε ορισμένα στατιστικά δεδομένα σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα, τα οποία περιέχονταν στην έκθεση ακροατηρίου στην υπόθεση C-228/88, Bronzino (Συλλογή 1990, σ. Ι-531, συγκεκριμένα σ. Ι-536). Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 17 %, τα τέκνα υπηκόων άλλων κρατών μελών που κατοικούσαν στη Γερμανία και είχαν δικαίωμα επί των γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων ζούσαν στο εξωτερικό, ενώ οι Γερμανοί υπήκοοι των οποίων τα τέκνα κατοικούσαν στο εξωτερικό αντιπροσώπευαν μόνο το 0,03 % των δικαιούχων. Στην προαναφερθείσα απόφαση O'Flynn, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι παρέλκει η διαπίστωση του αν η επίμαχη διάταξη θίγει στην πράξη «ένα πολύ σημαντικότερο ποσοστό διακινουμένων εργαζομένων» (σκέψη 21).
(51) - Βλ. το σημείο 44 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην υπόθέση Stφber και Piosa Pereira και τη σκέψη 38 της αποφάσεως στην ίδια υπόθεση. Η συλλογιστική, μολονότι το Δικαστήριο τη διατύπωσε ορισμένες φορές υπό το πρίσμα των εμποδίων στην άσκηση του δικαιώματος περί ελεύθερης κυκλοφορίας (βλ., π.χ., σκέψη 12 της αποφάσεως Bronzino), παραμένει κατ' ουσίαν αυτή που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας Mancini στις προτάσεις του στην υπόθεση Pinna: «η παράμετρος "κατοικία" λειτουργεί διαφορετικά ανάλογα με την ιθαγένεια του εργαζομένου. Με άλλα λόγια, η οικογένεια ενός προσώπου που εργάζεται στη χώρα καταγωγής του είναι κατά κανόνα συγκεντρωμένη ενώ η οικογένεια του διακινουμένου εργαζομένου είναι κατά κανόνα διασκορπισμένη»· (Συλλογή 1986, σ. 1, συγκεκριμένα σ. 11). Βλ. επίσης σκέψη 24 της αποφάσεως στην υπόθεση αυτή.
(52) - Σκέψεις 37 και 38 της αποφάσεως.
(53) - Σημείο 47 των προτάσεων.
(54) - Σκέψη 39 της αποφάσεως.
(55) - Σκέψη 40 της αποφάσεως.
(56) - Οδηγία του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 1968 περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43).
(57) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-292/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-745). Το Δικαστήριο έκρινε ότι, εν γένει, οι εν λόγω κοινοτικοί υπήκοοι μπορούσαν να διαμείνουν μέχρι έξι μήνες, αλλά και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα «αν μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να αναζητεί εργασία και ότι έχει όντως πιθανότητες να προσληφθεί (...)» (σκέψη 21). Η αρχή αυτή, που διατυπώθηκε στην υπόθεση Antonissen, εφαρμόστηκε προσφάτως με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1997 στην υπόθεση C-344/95, Επιτροπή κατά Βελγίου (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(58) - Σκέψη 20 της αποφάσεως· βλ. επίσης παράγραφο 32 των προτάσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 1, του κανονισμού, εάν ένας άνεργος που λαμβάνει παροχές μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος για να αναζητήσει εργασία, διατηρεί το δικαίωμα επί των παροχών αυτών στο κράτος μέλος υποδοχής επί τρεις τουλάχιστον μήνες.
Full & Egal Universal Law Academy