ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIAL FENNELLY
της 6ης Ιουνίου 1996 ( *1 )
Περιεχόμενα
Ι — Εισαγωγή
II — Νομικό πλαίσιο
III — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
IV — Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Το πρώτο και δεύτερο ερώτημα
1) Merck και Beecham
2) Primecrown
3) Λοιπές παρατηρήσεις
Β — Το τρίτο ερώτημα
l) Merck
α) Πρώτη σειρά επιχειρημάτων
β) Δεύτερη σειρά επιχειρημάτων
2) Beecham
3) Primecrown
4) Οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις
5) Επιτροπή
V — Το σχέδιο για το υπόλοιπο μέρος των προτάσεων μου
VI — Εξέταση του τρίτου ερωτήματος
Α — Διπλώματα ευρεσιτεχνίας και φαρμακευτικά προϊόντα
1) Το πλαίσιο της φαρμακοβιομηχανίας
2) Ο ρόλος της άδειας κυκλοφορίας
Β — Διπλώματα ευρεσιτεχνίας και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
1) Η εδαφικότητα των εθνικών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας
2) Η γένεση της θεωρίας περί αναλώσεως στο κοινοτικό δίκαιο
3) Το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας
4) Η απόφαση Merck
Γ — Επανεξέταση της αποφάσεως Merck
1) Η εσφαλμένη βάση της αποφάσεως
2) Πρόταση προς το Δικαστήριο
3) Στήριξη στη νομολογία για να μην ακολουθηθεί η απόφαση Merck
α) Οι αποφάσεις Musik-Vertieb membran και K-tel International και Pharmon
β) Warner Brothers και Metronome Video
Δ — Η μη τήρηση αρχών που έχουν διατυπωθεί στην προγενέστερη νομολογία
Ε — Επικουρικοί λόγοι να μην ακολουθηθεί η απόφαση Merck
1) Νομική υποχρέωση διαθέσεως προϊόντων στο εμπόριο
2) Ηθική υποχρέωση διαθέσεως προϊόντων στο εμπόριο
3) Κυβερνητικοί έλεγχοι των τιμών
VII — Τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως του Δικαστηρίου
VIII — Εξέταση του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
IX — Συμπέρασμα
Ι — Εισαγωγή
1.
Οι συνεκδικαζόμενες αυτές υποθέσεις εγείρουν, υπό τη μορφή τριών ερωτημάτων, δυο σημαντικά αλλά χωριστά ζητήματα σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των φαρμακευτικών προϊόντων μεταξύ της Ισπανίας και Πορτογαλίας, αφενός, και των λοιπών κρατών μελών, αφετέρου ( 1 ). Τα πρώτα δυο ερωτήματα αφορούν την ημερομηνία λήξεως της ισχύος ορισμένων μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, οι οποίες επιτρέπουν τον περιορισμό των παραλλήλων εισαγωγών φαρμακευτικών προϊόντων από τις χώρες αυτές στα άλλα μέλη της Κοινότητας. Το άλλο ερώτημα έχει πιο θεμελιώδεις συνέπειες. Αφορά το νομικό καθεστώς των παραλλήλων εισαγωγών μετά τη λήξη των σχετικών μεταβατικών περιόδων. Ουσιαστικώς, ζητείται από το Δικαστήριο να εγκαταλείψει ή, επικουρικώς, να αναθεωρήσει την απόφαση του του 1981 στην υπόθεση Merck ( 2 ) ως προς το ότι οι περιεχόμενοι στη Συνθήκη κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κωλύουν τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για ένα φαρμακευτικό προϊόν, ο οποίος έχει εκουσίως διαθέσει το προϊόν στο εμπόριο σε κράτος μέλος που δεν αναγνωρίζει τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το προϊόν αυτό, να επικαλεστεί τα εθνικά δικαιώματα του ευρεσιτεχνίας σε άλλα κράτη μέλη για να εμποδίσει τις παράλληλες εισαγωγές του ανωτέρω προϊόντος από το πρώτο κράτος μέλος.
ΙΙ — Νομικό πλαίσιο
2.
Κατά τα άρθρα 42 (Ισπανία) και 202 (Πορτογαλία) της Πράξεως Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας (στο εξής: Ισπανία) και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (στο εξής: Πορτογαλία) στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως) ( 3 ), οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών και εξαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος έπρεπε να καταργηθούν την 1η Ιανουαρίου 1986 μεταξύ, αφενός, της Κοινότητας και, αφετέρου, της Ισπανίας και Πορτογαλίας ( 4 ). Όμως, κατά το άρθρο 47 όσον αφορά την Ισπανία και κατά το άρθρο 209 όσον αφορά την Πορτογαλία, για τα προστατευόμενα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα, τα οποία αφορούν οι παρούσες υποθέσεις, η έναρξη ισχύος του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ αναβλήθηκε ως εξής:
«1.
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 42 [202], ο κάτοχος ή ο εξ αυτού έλκων δικαίωμα επί διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόν χημικό, φαρμακευτικό ή φυτοϋγειονομικό, το οποίο έχει κατατεθεί σε κράτος μέλος σε χρόνο κατά τον οποίο το δίπλωμα, για το προϊόν αυτό, δεν θα μπορούσε να έχει ληφθεί στην Ισπανία [Πορτογαλία] για το ίδιο προϊόν, μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα που απορρέει από το δίπλωμα αυτό προκειμένου να εμποδίσει την εισαγωγή και την εμπορία του σχετικού προϊόντος στο ή τα παρόντα κράτη μέλη όπου το προϊόν αυτό προστατεύεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ακόμα και αν το προϊόν αυτό ετέθη για πρώτη φορά σε εμπορία στην Ισπανία [Πορτογαλία] από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεση του.
2.
Επίκληση του δικαιώματος αυτού μπορεί να γίνει, για τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μέχρι το τέλος του τρίτου έτους από την εισαγωγή της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά στην Ισπανία [Πορτογαλία].»
3.
Με την απόφαση Merck το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι περιεχόμενοι στη συνθήκη ΕΟΚ κανόνες που αφορούν την ελευθέρα κυκλοφορία των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του άρθρου 36, πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι εμποδίζουν τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για ένα φάρμακο, ο οποίος πωλεί το φάρμακο αυτό σε ένα Κράτος μέλος, όπου υφίσταται προστασία με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ακολούθως δε το εμπορεύεται ο ίδιος σε άλλο Κράτος μέλος, όπου η προστασία αυτή δεν υφίσταται, να ασκεί το δικαίωμα, που του παρέχει η νομοθεσία του πρώτου Κράτους μέλους, της απαγορεύσεως διαθέσεως στο εμπόριο εντός του κράτους αυτού του ανωτέρω προϊόντος, το οποίο εισήχθη από το άλλο Κράτος μέλος.» ( 5 )
4.
Το άρθρο 379 της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπει ότι σε περίπτωση σοβαρών και παρατεινομένων οικονομικών δυσχερειών η Επιτροπή δύναται να επιτρέψει σε νέα ή υπάρχοντα κράτη μέλη να λάβουν «διασφαλιστικά μέτρα». Η Γαλλία, το Βέλγιο, η Αυστρία, η Δανία, η Ιρλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία επικαλέστηκαν τη διάταξη αυτή σε σχέση με την εισαγωγή, από τις 7 Οκτωβρίου 1995 ( 6 ), εκ της Ισπανίας φαρμακευτικών προϊόντων που προστατεύονται με διπλώματα ευρεσιτεχνίας στο αντίστοιχο έδαφος τους, αλλά όχι στην Ισπανία. Με αποφάσεις της 20ής Δεκεμβρίου 1995 ( 7 ), η Επιτροπή απέρριψε τις αιτήσεις αυτές ( 8 ).
5.
Η Πράξη Προσχωρήσεως περιείχε παράλληλες διατάξεις, με το να προβλέψει μεταβατικές διατάξεις εξαρτώμενες από την εισαγωγή στα δυο αυτά κράτη μέλη αποτελεσματικών νόμων περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Το Πρωτόκολλο αριθ. 8 αφορούσε τα ισπανικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, ενώ το Πρωτόκολλο αριθ. 19 αφορούσε τα πορτογαλικά διπλώματα.
6.
Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 8 και του Πρωτοκόλλου αριθ. 19 προβλέπει ότι η Ισπανία και η Πορτογαλία, χωριστά, θα:
«καταστήσει τη νομοθεσία για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας συμβιβάσιμη με τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και με το επίπεδο προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας που έχει επιτευχθεί στην Κοινότητα (...)
[και]
Για τον σκοπό αυτό, θα καθιερωθεί στενή συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των ισπανικών [πορτογαλικών] αρχών. Η συνεργασία αυτή θα καλύψει επίσης τα προβλήματα της μετάβασης από την παρούσα ισπανική [πορτογαλική] νομοθεσία στη νέα νομοθεσία».
Κάθε ένα από τα πρωτόκολλα αυτά απαιτούσε, περαιτέρω, την εξάλειψη ιδιαζόντων χαρακτηριστικών του ισπανικού και πορτογαλικού δικαίου, τα οποία δεν έχουν σχέση ειδικά με τις παρούσες υποθέσεις.
7.
Το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 8 προβλέπει ότι:
«Το Βασίλειο της Ισπανίας θα προσχωρήσει στη Σύμβαση του Μονάχου της 5ης Οκτωβρίου 1973 για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις απαιτούμενες προθεσμίες ώστε να μπορέσει να επωφεληθεί, μόνο για τα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα, από τις διατάξεις του άρθρου 167 της σύμβασης αυτής.
Στο πλαίσιο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη την εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε το Βασίλειο της Ισπανίας στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη της Κοινότητας, ως συμβαλλόμενα κράτη στη Σύμβαση του Μονάχου, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν κάθε προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίσουν, στην περίπτωση που υποβάλει αίτηση το Βασίλειο της Ισπανίας, σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, μια παράταση — μετά τις 7 Οκτωβρίου 1987 και για την ανώτατη περίοδο που προβλέπει η Σύμβαση του Μονάχου — της ισχύος της επιφύλαξης που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 167 (...) εξυπακούεται όμως ότι θα προσχωρήσει οπωσδήποτε στην εν λόγω σύμβαση το αργότερο στις 7 Οκτωβρίου 1992.»
Κατά το άρθρο 167, παράγραφος 2, στοιχείο α', της Συμβάσεως για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (στο εξής: ΣΕΔΕ), κάθε συμβαλλόμενο κράτος δύναται να επιφυλάξει το δικαίωμα να προβλέψει ότι τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που καλύπτουν φαρμακευτικά προϊόντα είναι ανίσχυρα ή μπορούν να ακυρωθούν. Περαιτέρω, το άρθρο 167, παράγραφος 3, προβλέπει ότι:
«Επιφύλαξις η οποία διατυπώνεται από εν συμβαλλόμενον Κράτος ισχύει διά περίοδον όχι μεγαλυτέραν των δέκα ετών από της ημερομηνίας θέσεως εις ισχύν της παρούσης Συμβάσεως. Πάντως εάν εν συμβαλλόμενον Κράτος έχη διατυπώσει τας επιφυλάξεις, αι οποίαι προβλέπονται υπό της παραγράφου 2 (α) και (β), το Διοικητικόν Συμβούλιον δύναται να παρατείνη, όσον αφορά αυτό το Κράτος, την περίοδον αυτήν κατά πέντε επί πλέον έτη, δι' όλας ή μέρος των γενομένων επιφυλάξεων (...).»
8.
Το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 19 προβλέπει:
«Η Πορτογαλική Δημοκρατία θα προσχωρήσει την 1η Ιανουαρίου 1992 στη σύμβαση του Μονάχου της 5ης Οκτωβρίου 1973 για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και στη σύμβαση του Λουξεμβούργου της 15ης Δεκεμβρίου 1975 για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.»
9.
Τα Πρωτόκολλα απαιτούσαν επίσης από τα δύο νέα κράτη μέλη να εισαγάγουν στην εθνική τους νομοθεσία διάταξη περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως αντίστοιχη με το άρθρο 75 της Συμβάσεως του Λουξεμβούργου της 15ης Δεκεμβρίου 1975 για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η διάταξη αυτή επρόκειτο να εφαρμοστεί, στην περίπτωση της Ισπανίας, το αργότερο την 7η Οκτωβρίου 1992 και, στην περίπτωση της Πορτογαλίας, το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1992, για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που κατατέθηκαν, αντιστοίχως, πριν από τις ημερομηνίες αυτές ( 9 ).
10.
Το άρθρο 4 του νόμου της 20ής Μαρτίου 1986, ο οποίος τέθηκε σε ισχΰ στις 26 Ιουνίου 1986, προβλέπει τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στην Ισπανία. Όμως, η έναρξη της ισχύος του όσον αφορά τα προϊόντα αυτά καθυστέρησε, με στήριγμα την Πράξη Προσχωρήσεως, βάσει μεταβατικής διατάξεως μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1992. Στην Πορτογαλία, το νομοθετικό διάταγμα 42/92 έθεσε σε ισχύ τη ΣΕΔΕ από την 1η Ιανουαρίου 1992. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του πορτογαλικού νομοθετήματος ορίζει ότι δεν έχει εφαρμογή οποιαδήποτε διάταξη του πορτογαλικού Κώδικα Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας αντίθετη προς τη ΣΕΔΕ.'Ετσι, κατέστη δυνατόν να αποκτηθούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στην Πορτογαλία, με το να διευκρινίζεται, από την ημερομηνία αυτή και μετά, ότι με την αίτηση ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ζητείται η προστασία της εφευρέσεως στην Πορτογαλία.
ΙΙΙ — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
11.
Δύο υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων έχουν ασκηθεί τρεις χωριστές αγωγές έχουν αχθεί ενώπιον του δικαστή Jacob δικάζοντος στο Patents Court of the Chancery Division of the High Court of Justice in England and Wales (στο εξής: εθνικό δικαστήριο). Με την πρώτη αγωγή ( 10 ), οι ενάγουσες Merck & Co. Inc. κ.λπ. ( 11 ) (στο εξής: Merck) διατείνονται ότι οι εναγόμενες Primecrown Ltd κ.λπ. (στο εξής: Primecrown) παραβίασαν το δίπλωμα τους ευρεσιτεχνίας για ένα φάρμακο κατά της υπερτάσεως (γνωστό υπό το σήμα Innovace στο Ηνωμένο Βασίλειο και το σήμα Renitec αλλού) και το δίπλωμα τους ευρεσιτεχνίας για ένα φάρμακο κατά του προστάτη, γνωστό υπό το σήμα Proscar. Με τη δεύτερη αγωγή ( 12 ), η Merck διατείνεται ότι η Primecrown παραβίασε το δίπλωμα της ευρεσιτεχνίας για ένα φάρμακο κατά του γλαυκώματος, γνωστό υπό το σήμα Timoptol. Οι αιτιάσεις αφορούν την παράλληλη εισαγωγή και την πώληση των προϊόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα Renitec και Proscar εισήγοντο εκ της Ισπανίας και το Timoptol εκ της Πορτογαλίας.
12.
Η Merck κατέθεσε την αίτηση απονομής του σχετικού με προϊόν βρετανικού διπλώματος της ευρεσιτεχνίας με το οποίο κατοχυρώνεται το Proscar (EP 0155096) στις 20 Φεβρουαρίου 1985. Η ισχύς του διπλώματος αυτού πρόκειται να λήξει στις 20 Φεβρουαρίου 2005, αλλά, κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1768/92 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φάρμακα ( 13 ) (στο εξής: κανονισμός ΣΠΠ), η ουσιαστική προστασία της ευρεσιτεχνίας θα διαρκέσει μέχρι τις 26 Μαΐου 2007. Ο φάκελος σχετικά με τη χορήγηση αδείας κυκλοφορίας για το Proscar κατατέθηκε στην Ισπανία τον Ιούλιο του 1991. Η άδεια κυκλοφορίας χορηγήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1993, βάσει δε αυτής το προϊόν διατέθηκε στο εμπόριο στην Ισπανία. Η Merck κατέθεσε την αίτηση απονομής του σχετικού με προϊόν βρετανικού διπλώματος της ευρεσιτεχνίας με το οποίο κατοχυρώνεται το Renitec (0012401) στις 10 Δεκεμβρίου 1979. Η ισχύς του διπλώματος αυτού θα λήξει στις 10 Δεκεμβρίου 1999. Η Merck κατέθεσε την αίτηση απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το Timoptol (1524405) στις 23 Σεπτεμβρίου 1976 η ισχύς του διπλώματος αυτού θα λήξει στις 23 Σεπτεμβρίου 1996.
13.
Στο πλαίσιο της δεύτερης υποθέσεως, η Beecham Group pic (στο εξής: Beecham) έχει ασκήσει αγωγή κατά της Europharm of Worthing Ltd (στο εξής: Europharm) λόγω παραβιάσεως δύο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας με τα οποία κατοχυρώνεται ένα αντιβιοτικό που διατίθεται στο εμπόριο υπό το σήμα Augmentin στο Ηνωμένο Βασίλειο και Augmentine στην Ισπανία. Η ισχύς του ενός από τα διπλώματα αυτά έληξε στις 10 Απριλίου 1995. Το άλλο κηρύχθηκε άκυρο από το High Court τον Ιούλιο του 1995. Τα αποτελέσματα της διατάξεως περί ανακλήσεως του ανεστάλησαν μετά την άσκηση εφέσεως η οποία αναμένεται να εκδικαστεί κατά τα τέλη του 1996. Η ισχύς ενός τρίτου, ευρωπαϊκού, διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα διαρκέσει μέχρι το 2003, όμως προκύπτει ότι η κύρια δίκη αφορά μόνο τα δυιλώματα του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατά το εθνικό δικαστήριο, η Europharm σκοπεύει να εισάγει το προϊόν από την Ισπανία ( 14 ).
14.
Το εθνικό δικαστήριο εξηγεί ότι τα προβλήματα στις κύριες δίκες ανακύπτουν, κατ' αρχάς, επειδή οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δεν έχουν, και ουδέποτε μπορούσαν να έχουν, προστασία λόγω κατοχής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία ή την Πορτογαλία για τα σχετικά προϊόντα. Επί πλέον, λέγει ότι οι τιμές στις χώρες αυτές είναι πολύ χαμηλότερες απ' ό,τι αλλού στην Ευρωπαϊκη 'Ενωση, με αποτέλεσμα ότι τα φάρμακα που πωλούνται εκεί από τους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στους χονδρεμπόρους, αντί να φθάνουν στους Ισπανούς ή Πορτογάλους ασθενείς, εξάγονται αμέσως σε άλλα κράτη μέλη.
15.
Το εθνικό δικαστήριο διακρίνει δύο κατηγορίες ζητημάτων ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που εγείρονται στις κύριες δίκες: 1) το ζήτημα της αληθούς εννοίας των μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως, το οποίο εγείρεται με τα δύο πρώτα ερωτήματα, και 2) το ζήτημα αν πρέπει να επανεξεταστεί ή τροποποιηθεί η απόφαση του Δικαστηρίου Merck, υπό το πρίσμα αλλαγμένων περιστάσεων ή περαιτέρω σκέψεων. Τα ερωτήματα έχουν ως εξής:
«1)
Πρέπει οι διατάξεις του άρθρου 47 της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι έχουν εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων
1.1.
που εισάγονται από την Ισπανία ή
1.2.
που διατέθηκαν για πρώτη φορά στο εμπόριο στην Ισπανία
μέχρι
α)
τις 7 Οκτωβρίου 1995 ή
β)
τις 31 Δεκεμβρίου 1995 η
γ)
τις 7 Οκτωβρίου 1996 ή
δ)
τις 31 Δεκεμβρίου 1996 ή
ε)
το τέλος του τρίτου έτους αφότου εισήχθη στην Ισπανία η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το συγκεκριμένο φαρμακευτικό
προϊόν, το οποίο προστατεύεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και για το οποίο δεν υφίστατο προηγουμένως δυνατότητα προστασίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία;
Ποια από tlç ημερομηνίες αυτές ισχύει όσον αφορά τις ανωτέρω πράξεις;
2)
Πρέπει οι διατάξεις και τα αποτελέσματα του άρθρου 209 της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι έχουν εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων
2.1.
που εισάγονται από την Πορτογαλία ή
2.2.
που διατέθηκαν για πρώτη φορά στο εμπόριο στην Πορτογαλία
μέχρι
α)
την 1η Ιανουαρίου 1995 ή
β)
τις 31 Δεκεμβρίου 1995 ή
γ)
την 1η Ιουνίου 1998 ή
δ)
τις 31 Δεκεμβρίου 1998 ή
ε)
το τέλος του τρίτου έτους αφότου εισήχθη στην Πορτογαλία η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το συγκεκριμένο φαρμακευτικό
προϊόν, το οποίο προστατεύεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και για το οποίο δεν υφίστατο προηγουμένως δυνατότητα προστασίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Πορτογαλία;
Ποια από τις ημερομηνίες αυτές ισχύει όσον αφορά τις ανωτέρω πράξεις;
3)
Μετά τη λήξη της ισχύος του άρθρου 47 (ή/και του άρθρου 209 αντιστοίχως), εάν υποτεθεί ότι:
3.1.
μια επιχείρηση είναι κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας (στο εξής: κάτοχος) εντός ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κράτους μέλους) για ένα φαρμακευτικό προϊόν,
3.2.
το φαρμακευτικό προϊόν διατέθηκε αρχικώς στο εμπόριο σε μια χώρα από τον κάτοχο μετά την προσχώρηση της χώρας αυτής στην ΕΚ, αλλά κατά χρόνο όπου το φαρμακευτικό προϊόν δεν μπορούσε να προστατευθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για προϊόν εντός της χώρας αυτής,
3.3.
ένας τρίτος εισάγει το φαρμακευτικό προϊόν από τη χώρα αυτή στο κράτος μέλος,
3.4.
η νομοθεσία περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας του κράτους μέλους παρέχει στον κάτοχο το δικαίωμα να προσφεύγει δικαστικώς για να εμποδίζει την εισαγωγή του φαρμακευτικού προϊόντος από τη χώρα αυτή,
απαγορεύουν οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που περιέχονται στη Συνθήκη ΕΚ την άσκηση από τον κάτοχο του δικαιώματος το οποίο διαλαμβάνεται στην παράγραφο 3.4 ανωτέρω, ιδίως αν:
α)
ο κάτοχος είχε και εξακολουθεί να έχει νομική ή/και ηθική υποχρέωση να διαθέτει στο εμπόριο και να εξακολουθήσει να διαθέτει στο εμπόριο το φαρμακευτικό προϊόν εντός της χώρας αυτής ή/και
β)
η νομοθεσία της εν λόγω χώρας ή/και η νομοθεσία της ΕΚ πράγματι επιβάλλουν στον κάτοχο, από τη στιγμή που το φαρμακευτικό προϊόν διατίθεται στο εμπόριο εντός της χώρας αυτής, να προμηθεύει και να εξακολουθήσει να προμηθεύει επαρκείς ποσότητες για την ικανοποίηση των αναγκών των εντοπίων ασθενών ή/και
γ)
η νομοθεσία της χώρας αυτής παρέχει το δικαίωμα στις αρμόδιες αρχές, και αυτές το ασκούν, να καθορίζουν την τιμή πωλήσεως του φαρμακευτικού προϊόντος εντός της χώρας αυτής και η νομοθεσία απαγορεύει την πώληση του φαρμακευτικού προϊόντος σε οποιαδήποτε άλλη τιμή ή/και
δ)
η τιμή του φαρμακευτικού προϊόντος εντός της χώρας αυτής έχει καθοριστεί από τις αρμόδιες αρχές σε τέτοιο επίπεδο ώστε να προβλέπονται σημαντικές εξαγωγές του φαρμακευτικού προϊόντος από τη χώρα αυτή προς το κράτος μέλος με αποτέλεσμα να επέλθει σημαντική διάβρωση της οικονομικής αξίας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και να υπονομευθούν σε μεγάλο βαθμό τα σχέδια του κατόχου για έρευνα και ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών προϊόντων, πράγμα που αντίκειται στη λογική που στηρίζει την πρόσφατη θέσπιση από το Συμβούλιο ΕΚ του συμπληρωματικοί πιστοποιητικού προστασίας;»
16.
Σχετικά με τα δύο πρώτα ερωτήματα τα οποία αφορούν τη λήξη ισχύος των ασκουσών επιρροή μεταβατικών διατάξεων, το εθνικό δικαστήριο συνοψίζει τα επιχειρήματα που στη συνέχεια θα εξετάσω λεπτομερώς και εκφράζει σαφή προτίμηση υπέρ της νωρίτερης ημερομηνίας, δηλαδή της 7ης Οκτωβρίου 1995 στην περίπτωση της Ισπανίας και της 1ης Ιανουαρίου -1995 στην περίπτωση της Πορτογαλίας. Συνεπώς, δέχθηκε στην ουσία το επιχείρημα της Primecrown. Παρατηρεί ότι, μόλις η Ισπανία προσχώρησε στη ΣΕΔΕ, της επετράπη βάσει του άρθρου 167, παράγραφος 2, της ΣΕΔΕ από το Διοικητικό Συμβούλιο του συσταθέντος από τη Σύμβαση αυτή Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας να αναβάλει επί τη μεγίστη επιτρεπομένη περίοδο, δηλαδή μέχρι τις 6 Οκτωβρίου 1992, την υποχρέωση αναγνωρίσεως της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα έτσι, από τις 7 Οκτωβρίου 1992 μπορούσε να αποκτηθεί δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά στην Ισπανία. Βάσει του άρθρου 42 της Πράξεως Προσχωρήσεως, η απαγόρευση που περιέχεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης επρόκειτο, σύμφωνα με το άρθρο 47 της Πράξεως Προσχωρήσεως, να έχει ισχύ από «το τέλος του τρίτου έτους από την εισαγωγή της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά στην Ισπανία».
17.
Το εθνικό δικαστήριο εκθέτει ότι η Merck προέβαλε ότι η περίοδος τριών ετών πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα τα τρία έτη μετά την ημερομηνία εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το συγκεκριμένο επίμαχο προϊόν, καθότι στο άρθρο 47, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως γίνεται λόγος για τον «χρόνο κατά τον οποίο το δίπλωμα, για το προϊόν αυτό, δεν θα μπορούσε να έχει ληφθεί στην Ισπανία για το Côio προϊόν», ενώ το άρθρο 47, παράγραφος 2, αναφέρεται στο «τέλος του τρίτου έτους από την εισαγωγή της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά στην Ισπανία» ( 15 ). Το εθνικό δικαστήριο συμφωνεί με την Primecrown ότι το επιχείρημα αυτό είναι παράλογο άπαξ ένα συγκεκριμένο προϊόν διατέθηκε στο εμπόριο πριν εισαγάγει η Ισπανία τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας γι' αυτό, ουδέποτε θα μπορέσει, λόγω του ότι δεν θα πρόκειται περί νέας εφευρέσεως, να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και, έτσι, ουδέποτε θα αρχίσει να τρέχει η περίοδος των τριών ετών. Πράγματι, το εθνικό δικαστήριο τονίζει ότι δεν θα ήταν αναγκαία περίοδος τριών ετών αν το προϊόν μπορούσε να κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ( 16 ).
18.
Το εθνικό δικαστήριο καταλήγει στο σαφές συμπέρασμα ότι η μεταβατική περίοδος για την Ισπανία έληξε στις 7 Οκτωβρίου 1995. Πράγματι, ο δικαστής λέγει ότι «θα [είχε] θεωρήσει το ζήτημα acte claire [σαφές], αν δεν υπήρχαν συχνές ενδείξεις για το ότι ενίοτε το Δικαστήριο μπορεί, αντιμετωπίζοντας ένα νέο ερώτημα, να πράξει κάτι απρόσμενο».
19.
Όσον αφορά την Πορτογαλία, το εθνικό δικαστήριο εκθέτει ότι υποστηρίχτηκε ότι αφετηρία είναι η 1η Ιανουαρίου 1992 όταν, σύμφωνα με το άρθρο 3 του προσαρτημένου στην Πράξη Προσχωρήσεως Πρωτοκόλλου αριθ. 19, η Πορτογαλία προσχώρησε στη ΣΕΔΕ ( 17 ). Παρατηρεί ότι η Merck δεν αμφισβήτησε ότι μπορούσαν να αποκτηθούν για την Πορτογαλία διπλώματα ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα, βάσει της ΣΕΔΕ και μέσω του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, από την 1η Ιανουαρίου 1992 ( 18 ).'Ετσι, εκφράζει έντονη προτίμηση για την 1η Ιανουαρίου 1995 ως ημερομηνία λήξεως της ισχύος της ασκούσας επιρροή μεταβατικής διατάξεως, με βάση την παρέλευση τριών ημερολογιακών ετών από την 1η Ιανουαρίου 1992 ( 19 ).
20.
Επί του τρίτου ερωτήματος, το εθνικό δικαστήριο σημειώνει ότι, από τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλε η Merck υπέρ της επανεξετάσεως της αποφάσεως στην υπόθεση Merck, δύο συγκεκριμένα επιχειρήματα, τα οποία δεν είχαν προβληθεί στην υπόθεση εκείνη, μπορούν να αναιρέσουν το βασικό συμπέρασμα ότι είχε ληφθεί ελεύθερη απόφαση διαθέσεως των προϊόντων στο εμπόριο στην Ισπανία και την Πορτογαλία:
1)
το επιχείρημα ότι οι φαρμακευτικές εταιρίες έχουν ηθική υποχρέωση να προμηθεύουν τα προϊόντα τους στην Ισπανία και την Πορτογαλία, ιδίως δε εφόσον έχουν ήδη διαθέσει το προϊόν εκεί και οι ιατροί προβαίνουν στη συνταγογράφησή του
2)
το επιχείρημα ότι μπορεί να υπάρχει είτε βάσει του εθνικού είτε βάσει του κοινοτικού δικαίου νομική υποχρέωση απαιτούσα τον εφοδιασμό της ισπανικής και της πορτογαλικής αγοράς.
21.
Επίσης, το εθνικό δικαστήριο χαρακτηρίζει τα επιχειρήματα της Merck σχετικά με την ανάγκη προστασίας στην Ευρώπη της έρευνας και αναπτύξεως νέων φαρμάκων και προωθήσεως μιας υγιούς ευρωπαϊκής φαρμακοβιομηχανίας ως ισχυρότερα τώρα απ' ό,τι ήταν όταν προβλήθηκαν για πρώτη φορά στην υπόθεση Merck. Το εθνικό δικαστήριο υποθέτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να χρειαστεί να εξετάσει το ενδεχόμενο περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων οποιασδήποτε τροποποιήσεως της αποφάσεως Merck, «δεδομένου ότι θα συνιστούσε προφανώς σφάλμα του Δικαστηρίου το να αποστεί από μια προηγούμενη απόφαση κατά τέτοιο τρόπο ώστε παρελθούσες πράξεις των διαδίκων, οι οποίες ήταν νόμιμες σύμφωνα με την απόφαση αυτή, να καταστούν τώρα αδικοπραξίες — το να καταστήσει δηλαδή παράνομες τις κατά το παρελθόν νόμιμες παράλληλες εισαγωγές».
IV — Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
22.
Γραπτές παρατηρήσεις κατατέθηκαν από τις Merck (ενάγουσα στην υπόθεση C-267/95), Beecham (ενάγουσα στην υπόθεση C-268/95) και Primecrown (εναγόμενη στην υπόθεση C-267/95), από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, τη Βελγική, Ελληνική, Ισπανική και Ιταλική Κυβέρνηση και από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Προφορικές παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από τις Merck, Beecham και Primecrown, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, την Ισπανική, Ελληνική, Ιταλική, Δανική, Γαλλική και Σουηδική Κυβέρνηση και από την Επιτροπή.
Α — Το πρώτο και δεύτερο ερώτημα
1) Merck και Beecham
23.
Η Merck ισχυρίζεται ότι το άρθρο 47 της Πράξεως Προσχωρήσεως έχει εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων που εισάγονται εκ της Ισπανίας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1996. Βασίζει τον ισχυρισμό αυτόν στη διατύπωση του άρθρου 47 («μέχρι το τέλος του τρίτου έτους από» και όχι «τρία έτη μετά»). Η Merck διατείνεται ότι η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το ότι όλα τα μεταβατικά μέτρα που περιέχονται στην Πράξη Προσχωρήσεως λήγουν στο τέλος ενός ημερολογιακού έτους. Αναφέρει ειδικά το άρθρο 379 της Πράξεως Προσχωρήσεως, το οποίο επιτρέπει τη λήψη επειγόντων μέτρων μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995.
24.
Η Merck ισχυρίζεται επικουρικώς ότι η ισχύς του άρθρου 47 θα λήξει στο τέλος του 1996 δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 4, μέρος Γ, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Παρισίων περί προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας (όπως έχει αναθεωρηθεί, στο εξής: Σύμβαση των Παρισίων), ο έχων προσηκόντως καταθέσει σε χώρα της Συμβάσεως των Παρισίων αίτηση απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει, για τον σκοπό καταθέσεως αντίστοιχης αιτήσεως στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη ( 20 ), δικαίωμα προτεραιότητας επί περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία καταθέσεως της πρώτης αιτήσεως. Η διάταξη αυτή παρέχει στον αιτούντα 12 μήνες για να καταθέσει αιτήσεις απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας για την íôlo εφεύρεση στις άλλες χώρες της Συμβάσεως των Παρισίων και να αξιώσει προτεραιότητα έναντι των προσώπων που κατέθεσαν αργότερα αίτηση. Το νέον της εφευρέσεως καθορίζεται βάσει της ημερομηνίας καταθέσεως της πρώτης αιτήσεως δηλαδή, η εφεύρεση θεωρείται νέα σε όλες τις χώρες της Συμβάσεως των Παρισίων επί τη δωδεκάμηνη αυτή περίοδο. Έτσι, η δυνατότητα αποκτήσεως σε χώρα της Συμβάσεως των Παρισίων διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόν περιλαμβάνει ως ουσιώδες στοιχείο το δικαίωμα να αξιωθεί η προτεραιότητα που απορρέει από αίτηση κατατεθείσα για την ίδια εφεύρεση εντός των 12 προηγουμένων μηνών σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Συμβάσεως των Παρισίων.
25.
Όμως, η Merck ισχυρίζεται ότι, κατόπιν αιτήσεως του Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, το ισπανικό Συμβούλιο Επικρατείας έκρινε στις 18 Φεβρουαρίου 1993 ότι προτεραιότητα μπορεί να αναγνωριστεί στην Ισπανία μόνον όσον αφορά αιτήσεις κατατεθείσες σε άλλες χώρες της ΣΕΔΕ μετά τις 7 Οκτωβρίου 1992 ( 21 ). Η Merck διατείνεται ότι η έννοια της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 47 της Πράξεως Προσχωρήσεως, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη Σύμβαση των Παρισίων, και συνεπώς ως περιλαμβάνουσα τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία μετά τις 7 Οκτωβρίου 1992 μέσω προτεραιότητας βασιζόμενης σε αίτηση κατατεθείσα εντός των 12 προηγουμένων μηνών σε άλλη χώρα της Συμβάσεως των Παρισίων. Η Merck συμπεραίνει ότι η μη αναγνώριση από την Ισπανία των αξιώσεων προτεραιότητας σημαίνει στην ουσία ότι η Ισπανία επέτρεψε την πλήρη κατοχύρωση των φαρμακευτικών προϊόντων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μόνον από τις 7 Οκτωβρίου 1993.
26.
Όσον αφορά την Πορτογαλία, η Merck ισχυρίζεται ότι το άρθρο 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως θα συνεχίσει να έχει εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων μέχρι τις31 Δεκεμβρίου 1998, δηλαδή το τέλος του τρίτου ημερολογιακοί έτους από τότε που η Πορτογαλία εισήγαγε όντως τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Ουσιαστική δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα δεν υφίστατο στην Πορτογαλία πριν από την 1η Ιουνίου 1995, ημερομηνία κατά την οποία το συσταθέν με το πορτογαλικό νομοθετικό διάταγμα 42/92 της 31ης Μαρτίου 1992 πλαίσιο σχετικά με τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας για προϊόντα συμπληρώθηκε με τη θέσπιση νέου κώδικα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ο οποίος επιτρέπει την απονομή πορτογαλικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα ( 22 ).
27.
Η Beecham ισχυρίζεται ότι το άρθρο 47 της Πράξεως Προσχωρήσεως θα συνεχίσει να έχει εφαρμογή επί φαρμακευτικών προϊόντων ως του Augmentine μέχρι τρία έτη αφότου η Ισπανία εισαγάγει νομοθετικώς τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για το Augmentine. Το να ερμηνευθεί το άρθρο 47 ως παρέχον προστασία μόνο μέχρι το τέλος του τρίτου έτους αφότου η Ισπανία εισήγαγε τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για μια γενική κατηγορία προϊόντων θα κατέληγε απλώς στο να προβλεφθεί «μια αυθαίρετη περίοδος χάριτος για 3 έως 4 χρόνια» από το αποτέλεσμα της εισαγωγής φθηνών φαρμακευτικών προϊόντων που από την Ισπανία θα κατακλύσουν τα άλλα κράτη μέλη, περίοδος χάριτος η οποία δεν θα ακολουθηθεί από καμία απολύτως προστασία.
28.
Επικουρικώς, αν η μεταβατική περίοδος ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία η Ισπανία εισήγαγε τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τα φαρμακευτικά προϊόντα εν γένει (δηλ. από τις 7 Οκτωβρίου 1992), η Beecham θεωρεί ότι το άρθρο 47 θα πρέπει τουλάχιστον να ερμηνευθεί σύμφωνα με τον κανόνα περί υπολογισμού κατά ημερολογιακά έτη. Όμως, καταλήγει στην προτιμώμενη της ημερομηνία λήξεως (31 Δεκεμβρίου 1996), συνδυάζοντας την προσέγγιση αυτή με το βασιζόμενο στη Σύμβαση των Παρισίων επιχείρημα περί ημερομηνίας προτεραιότητας, όπως αυτό προβλήθηκε από τη Merck.
2) Primecrown
29.
Η Primecrown παρατηρεί ότι η ΣΕΔΕ τέθηκε σε ισχύ στις 7 Οκτωβρίου 1977, ανεξαρτήτως σκέψεων περί υπολογισμού κατά ημερολογικά έτη, όταν, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συμβάσεως αυτής, κατατέθηκε επαρκής αριθμός πράξεων επικυρώσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 167, παράγραφος 5, της ΣΕΔΕ, το όφελος από την ανάκληση μιας επιφυλάξεως κατά το άρθρο 167, παράγραφος 2, αφορά μόνον αιτήσεις απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατατεθείσες μετά τη λήξη της ισχύος της επιφυλάξεως. Η Primecrown ισχυρίζεται ότι ήταν σαφές ειδικά από το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 8 ότι η Ισπανία θα προσχωρούσε στη ΣΕΔΕ με πράξη παράγουσα αποτελέσματα από τις 7 Οκτωβρίου 1992 και ότι, στη συνέχεια, θα απένειμε διπλώματα ευρεσιτεχνίας σχετικά με νέες αιτήσεις κατατιθέμενες από την ημερομηνία αυτή και μετά. Το άρθρο 47 της Πράξεως Προσχωρήσεως συνδέεται σαφώς με το Πρωτόκολλο αριθ. 8, στο οποίο γίνεται αναφορά της ΣΕΔΕ. Θέτοντας σε ισχύ τη ΣΕΔΕ στην Ισπανία στις 7 Οκτωβρίου 1992, η Ισπανία ενήργησε όπως ανέμενε το Πρωτόκολλο αριθ. 8 και, έτσι, η κατ' άρθρο 47 εξαίρεση των τριών ετών έπαυσε να ισχύει στις 7 Οκτωβρίου 1995.
30.
Στη συνέχεια, η Primecrown αναφέρεται στο προσαρτημένο στην Πράξη Προσχωρήσεως Πρωτόκολλο αριθ. 19, το οποίο προβλέπει την προσχώρηση της Πορτογαλίας στη ΣΕΔΕ την 1η Ιανουαρίου 1992. Εφόσον δεν προβλέφθηκε για την Πορτογαλία επιφύλαξη βάσει του άρθρου 167 της ΣΕΔΕ, η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για χημικές ή φαρμακευτικές ουσίες εισήχθη στην Πορτογαλία κατά την ημερομηνία αυτή. Η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως συνδέεται με το Πρωτόκολλο αριθ. 19, στο οποίο γίνεται αναφορά της ΣΕΔΕ. Πάλι, στενή ερμηνεία της εξαιρέσεως απαιτεί να ερμηνευθεί αυτή ως παύσασα να ισχύει τρία έτη μετά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της ΣΕΔΕ, δηλαδή ως παύσασα να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1995.
31.
Η Primecrown διατείνεται ότι οποιοσδήποτε επιθυμούσε να λάβει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν στην Πορτογαλία μπορούσε να το πράξει, καταθέτοντας αίτηση στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας με την οποία θα διευκρίνιζε ότι ζητεί προστασία της εφευρέσεως του στην Πορτογαλία (είτε μόνο στη χώρα αυτή είτε και σε άλλες χώρες) από την 1η Ιανουαρίου 1992 ή μετά, παρά το γεγονός ότι η Πορτογαλία δεν. επέτρεπε την κατάθεση αιτήσεων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στο εθνικό της Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας μέχρι την 1η Ιουνίου 1995, όταν τέθηκε σε ισχύ ο περιεχόμενος στο νομοθετικό διάταγμα 16/95 της 24ης Ιανουαρίου 1995 Κώδικας Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας. Ούτε το άρθρο 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως ούτε το Πρωτόκολλο αριθ. 19 απαιτούσαν από την Πορτογαλία να επιτρέπει να λαμβάνονται διπλώματα ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα μέσω οποιασδήποτε συγκεκριμένης διαδικασίας συνεπώς, η Πορτογαλία δεν ήταν υποχρεωμένη να συστήσει εθνικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας προκειμένου να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση της να προσαρμόσει τη νομοθεσία της περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ώστε να την καταστήσει «συμβιβάσιμη με (...) το επίπεδο προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας που έχει επιτευχθεί στην Κοινότητα».
32.
Η Primecrown ισχυρίζεται ότι οι λέξεις «τα προϊόντα αυτά» που χρησιμοποιούνται στα άρθρα 47, παράγραφος 2 (Ισπανία), και 209, παράγραφος 2 (Πορτογαλία), της Πράξεως Προσχωρήσεως μπορούν μόνο να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αναφέρονται εν γένει στα προϊόντα που καλύπτονται από το άρθρο 47. Αν η πρόθεση ήταν να αναφερθεί συγκεκριμένο προϊόν που καλύπτεται με συγκεκριμένο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, τότε θα εχρησιμοποιείτο ενικός έτσι ώστε να υπάρξει συμφωνία με τις αναφορές, μεταξύ άλλων, σε «προϊόν» στο άρθρο 47, παράγραφος 1. Ουσιαστικότερα, η Primecrown ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δεν μπορούσαν να ληφθούν στην Ισπανία διπλώματα ευρεσιτεχνίας για μερικά φαρμακευτικά προϊόντα από τις 7 Οκτωβρίου 1992 δεν ήταν πλέον ο αποκλεισμός εν γένει των φαρμακευτικών προϊόντων από το πεδίο εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, αλλά η ατομική πράξη του εφευρέτη να δημοσιοποιήσει την εφεύρεση του πριν από την ημερομηνία κατά την οποία θα μπορούσε να καταθέσει πρώτος στην Ισπανία αίτηση απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόν. Τίποτε στο προσαρτημένο στην Πράξη Προσχωρήσεως Πρωτόκολλο αριθ. 8 δεν απαιτεί από την Ισπανία να κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για προϊόν εφευρέσεις που δημοσιοποιήθηκαν πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992. Αντιθέτως, το Πρωτόκολλο αριθ. 8 αναφέρει ρητώς το άρθρο 167 της ΣΕΔΕ, το οποίο περιέχει τις δικές του μεταβατικές διατάξεις (στην παράγραφο 5), βάσει των οποίων μπορούν να απονεμηθούν διπλώματα για τα οποία κατατέθηκαν αιτήσεις μετά τη λήξη της επιφυλάξεως της Ισπανίας, αλλά όχι και διπλώματα για τα οποία κατατέθηκαν αιτήσεις πριν από την ημερομηνία αυτή.
33.
Η Primecrown διατείνεται ότι το να ερμηνευθεί η περίοδος των τριών ετών με βάση τον υπολογισμό κατά ημερολογιακά έτη σημαίνει ότι τα κράτη μέλη, όταν διαπραγματεύονταν τους όρους της Πράξεως Προσχωρήσεως, σκόπευαν να μπορεί να ποικίλλει μέχρι και κατά 33% η διάρκεια της κατ' άρθρο 47, παράγραφος 2, περιόδου, εφόσον θα εξαρτόταν αυθαιρέτως από το χρονικό σημείο του έτους κατά το οποίο θα εισαγόταν η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Ο σκοπός της εξαιρέσεως συνίσταται στο να καταστεί δυνατή η προσαρμογή των συνθηκών της αγοράς πριν από την κατάργηση του περιορισμοί των παραλλήλων εισαγωγών. Η Primecrown ισχυρίζεται ότι είναι αδιανόητο ότι οι προβλέψαντες την εξαίρεση πίστευαν ότι, αν η Ισπανία εισήγε τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα κοντά στην αρχή ενός ημερολογιακού έτους, οι συνθήκες της αγοράς θα χρειαζόντουσαν μεγαλύτερο χρόνο να προσαρμοστούν απ' ό,τι αν η Ισπανία εισήγε τη δυνατότητα αυτή κοντά στο τέλος του ημερολογιακού έτους. Ο λόγος που στις κοινοτικές Συνθήκες προβλέπονται γενικώς περίοδοι που λήγουν στο τέλος ημερολογιακών ετών είναι ιστορικός- η Συνθήκη ΕΟΚ τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1958 και οι μεταγενέστερες προσχωρήσεις έλαβαν πάντοτε χώρα την 1η Ιανουαρίου. Η υποχρεωτική ημερομηνία εισαγωγής στην Ισπανία της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα δεν συνδέεται με τις κοινοτικές Συνθήκες, αλλά με περίοδο ετών υπολογιζόμενη από της θέσεως σε ισχύ της ΣΕΔΕ, η οποία δεν είναι κοινοτική Συνθήκη. Η ημερομηνία 7 Οκτωβρίου 1992 κατονομάζεται ρητώς στην Πράξη Προσχωρήσεως.
34.
Η Primecrown ισχυρίζεται επίσης ότι η χρησιμοποίηση της μεθόδου υπολογισμού κατά ημερολογιακά έτη είναι αντίθετη προς τον «συνήθη και καθολικό “επετειακό” κανόνα» που εφαρμόζεται γενικώς στα κράτη μέλη για τον υπολογισμό του χρόνου ( 23 ). Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ισχυρίζεται η Primecrown, ο συνήθης κανόνας είναι ο κανόνας της αντίστοιχης ημερομηνίας ( 24 ), ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ισπανικού Αστικού Κώδικα δείχνει ότι και το ισπανικό δίκαιο αναγνωρίζει τον υπολογισμό του χρόνου κατά «σπαστά» έτη και δεν ορίζει ότι οι προθεσμίες τρέχουν από την αρχή του επομένου ημερολογιακού έτους. Περαιτέρω, η Primecrown ισχυρίζεται ότι, όταν η κοινοτική νομοθεσία θέλει μια προθεσμία να λήξει στο τέλος ενός ημερολογιακού έτους, χρησιμοποιείται σαφής και μη διφορούμενη γλώσσα ( 25 ).
35.
Η Primecrown αναφέρει ότι το άρθρο 47, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως απλώς απαιτεί από την Ισπανία να εισαγάγει τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα και δεν επιβάλλει την υποχρέωση εφαρμογής συστήματος προτεραιότητας βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων. Περαιτέρω, ακόμη και υπό τη Σύμβαση των Παρισίων, η προτεραιότητα εξαρτάται από την πρώτη, στην οικεία χώρα, αίτηση, η οποία αναγνωρίζεται ως αίτηση απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας συμφωνά με τη νομοθεσία της χώρας στην οποία αξιώνεται προτεραιότητα βάσει της Συμβάσεως. Εφόσον τέτοιες αιτήσεις που κατατέθηκαν εκτός της Ισπανίας πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992 δεν θα μπορούσαν να είναι βάσιμες κατά το ισπανικό δίκαιο, έπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει εντεύθεν αξίωση προτεραιότητας.
3) Λοιπές παρατηρήσεις
36.
Η Ισπανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ιταλική και η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι η ημερομηνία λήξεως της μεταβατικής περιόδου πρέπει να είναι η 31η Δεκεμβρίου 1995 για την Ισπανία και την Πορτογαλία. Παρ' όλον ότι διατυπώθηκε διαφορετικά, το επιχείρημα τους είναι στην ουσία ότι η έκφραση «το τέλος του τρίτου έτους» στα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως αναφέρεται στις 31 Δεκεμβρίου του τρίτου ημερολογιακού έτους αφότου κατέστη δυνατή η απαιτούμενη προστασία της ευρεσιτεχνίας και ότι η αναφορά «μέχρι το τέλος» είναι από γλωσσικής απόψεως ακατάλληλη να αποδώσει την «επέτειο» γεγονότος δυναμένου να λάβει χώρα κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους. Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι η εξέταση των ημερομηνιών που καθορίζουν όλες οι άλλες μεταβατικές διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως δείχνει ότι υπήρξε βούληση να λήξουν και αυτές οι μεταβατικές περίοδοι στο τέλος ενός ημερολογιακού έτους.
37.
Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η μεταβατική περίοδος λήγει άπαξ παρέλθουν τρία έτη αφότου εισαχθεί η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για. φαρμακευτικά προϊόντα. Η Σουηδική, η Γαλλική και η Βελγική Κυβέρνηση δεν εξέφρασαν άποψη επί του ζητήματος αυτού.
38.
Η Επιτροπή δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η ερμηνεία περί υπολογισμού κατά σπαστά έτη είναι η πλέον προσιδιάζουσα σε κείμενα με τα οποία εισάγονται εξαιρέσεις- αν εσκοπείτο η καθιέρωση υπολογισμού κατά ημερολογιακά έτη, τα κείμενα θα περιείχαν ρητώς μια τέτοια ένδειξη. Περαιτέρω, εφόσον, κατά την άποψη της, οι ακριβείς ημερομηνίες που θα εισήγετο στην Ισπανία και την Πορτογαλία η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα ήταν άγνωστες κατά τον χρόνο διαπραγματεύσεως των όρων της Πράξεως Προσχωρήσεως, ήταν λογικότερο να γίνει δεκτή η προσέγγιση κατά σπαστά έτη. Τούτο αποτελούσε υπόθεση εργασίας για πλείστους όσους ανθρώπους που απασχολούνταν στον τομέα αυτόν πριν από τον Οκτώβριο του 1995 και ασφαλώς ήταν η άποψη που διατύπωναν δημοσίως αξιωματούχοι της Επιτροπής και που στήριζε τις αιτήσεις που υπέβαλαν διάφορα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 379 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τη σαφέστατη άποψη του εθνικού δικαστηρίου υπέρ της προσεγγίσεως αυτής.
Β — Το τρίτο ερώτημα
1) Merck
α) Πρώτη σειρά επιχειρημάτων
39.
Ο κύριος ισχυρισμός της Merck είναι ότι πρέπει να επανεξεταστεί ο κανόνας που υιοθέτησε το Δικαστήριο με την απόφαση Merck, έτσι ώστε να θεωρείται ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ανάλωσε το δικαίωμα του ευρεσιτεχνίας για ένα προϊόν μόνον όταν είχε την ευκαιρία να διαθέσει το προϊόν για πρώτη φορά στο εμπόριο εντός της Κοινότητας με την προστασία της ευρεσιτεχνίας και με τη συνακόλουθη εγγύηση της ελλείψεως ανταγωνισμοί! από μη εγκεκριμένα αντίγραφα. Προβάλλει έξι κύρια επιχειρήματα προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού.
40.
Πρώτον, όταν εκδόθηκε η απόφαση Merck, η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στην Ευρώπη ήταν μάλλον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας, ενώ τώρα αναγνωρίζεται από πλείστα όσα βιομηχανοποιημένα έθνη. Τα φαρμακευτικά προϊόντα μπορούν τώρα να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε όλες τις χώρες του ΕΟΧ (Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου) εκτός της Ισλανδίας ( 26 ).
41.
Η Επιτροπή έχει δώσει έμφαση, τα τελευταία χρόνια, στη σημασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στον φαρμακευτικό τομέα. Η Merck επισύρει την προσοχή στον κανονισμό ΣΠΠ ( 27 ) και, ειδικά, στην πρώτη έως τέταρτη αιτιολογική του σκέψη καθώς και στα σημεία 1 και 5 της προηγηθείσας αιτιολογικής εκθέσεως της Επιτροπής ( 28 ).
42.
Επί πλέον, οι αρνητικές επιπτώσεις της συνεχιζόμενης εφαρμογής του κανόνα της αποφάσεως Merck θα μεγεθυνθούν μετά τη θέση σε ισχύ συμφωνιών συνδέσεως με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ως αποτέλεσμα της μόνιμης αδυναμίας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας — λόγω του ότι δεν θα πρόκειται περί νέων εφευρέσεων — για τα φαρμακευτικά προϊόντα που διατέθηκαν για πρώτη φορά στο εμπόριο στις χώρες αυτές πριν εισαχθεί εκεί κατά τις αρχές της δεκαετίας του '90η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Η Merck ισχυρίζεται ότι, όταν οι χώρες αυτές προσχωρήσουν στην ΕΚ, ο κανόνας της αποφάσεως Merck θα έχει εφαρμογή εφ' όλων των φαρμακευτικών προϊόντων που κατάγονται από ή έχουν διατεθεί στο εμπόριο στις χώρες αυτές (όπου οι τιμές είναι κατά μέσον όρο έως και 33% κατώτερες από τις τιμές στην ΕΚ).
43.
Δεύτερον, η απόφαση Merck περιορίζει σημαντικά την αξία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που απονέμονται εντός της ΕΚ. Η Merck διατείνεται ότι η παρουσία μη εγκεκριμένων αντιγράφων στην ισπανική και την πορτογαλική αγορά έδωσαν στις αρχές τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν εθνικούς κανονισμούς περί διατιμήσεως για να καθορίσουν τις τιμές σε επίπεδο χαμηλότερο από το μέσο επίπεδο των τιμών στην ΕΚ. Τέτοια αντίγραφα μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία πριν, συγχρόνως ή, εν πάση περιπτώσει, εντός 12 μηνών από την κυκλοφορία του πρωτοτύπου. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Merck ισχυρίστηκε ότι ο σύνδεσμος μεταξύ αδυναμίας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και επυτέδου τιμών φαίνεται καθαρά από το αποτέλεσμα της εμφανίσεως προϊόντων κοινόχρηστης ονομασίας άπαξ λήξει η ισχύς των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στα κράτη μέλη όπου αναγνωρίζεται η προστασία της ευρεσιτεχνίας. Απότομη πτώση τιμών σημειώνεται τόσο τις παραμονές όσο και την επαύριον της λήξεως της περιόδου προστασίας της ευρεσιτεχνίας. Περαιτέρω, η Merck (υποστηριζόμενη πλήρως από την Beecham) ισχυρίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η ύπαρξη ή έλλειψη προστασίας της ευρεσιτεχνίας επηρεάζει τη διαπραγματευτική θέση των φαρμακευτικών εταιριών όταν διαπραγματεύονται με τις εθνικές αρχές αν έχει κυκλοφορήσει ή πρόκειται να κυκλοφορήσει εναλλακτικό προϊόν κοινόχρηστης ονομασίας, σκληραίνει έναντι του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας η θέση των αρχών κατά τη διαπραγμάτευση της τιμής. Η Merck ισχυρίστηκε επίσης ότι τα συστήματα ελέγχου τιμών που ίσχυαν εν προκειμένω στην Ισπανία και την Πορτογαλία είναι στην ουσία αυστηρότερα από το σύστημα που ίσχυε στην Ιταλία όταν εκδόθηκε η απόφαση Merck ( 29 ).
44.
Η Merck ισχυρίζεται ότι, κατά κανόνα, οι παράλληλες εισαγωγές εκ της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ωφελούν περισσότερο τους παράλληλους εισαγωγείς και λιγότερο τους ασθενείς ή τις εθνικές υγειονομικές αρχές στα εισάγοντα κράτη μέλη, ενώ εκθέτουν σε μεγάλες ζημίες τους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα, περιορίζοντας την αξία και έτσι μειώνοντας ουσιαστικώς τη ζωή της ευρεσιτεχνίας για τα περί ων πρόκειται προϊόντα ( 30 ). Ισχυρίζεται ότι, ελλείψει κοινών κοινοτικών κανόνων περί διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων για τα οποία υφίσταται δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας που έχουν σχεδιαστεί για να ενισχυθεί η έρευνα για φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να γίνουν δεκτά ως αναγκαία για την ικανοποίηση μιας επιτακτικής ανάγκης, όπως καθορίστηκε με την απόφαση «Cassis de Dijon» ( 31 ).
45.
Με το τρίτο και τέταρτο επιχείρημα της, η Merck ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανάλωση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας όταν δεν υφίστανται τέτοια δικαιώματα. Με την απόφαση Merck το Δικαστήριο έκρινε ότι το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας δεν εγγυάται ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα λαμβάνει πάντοτε ανταμοιβή για τη δημιουργική του προσπάθεια, ο δε γενικός εισαγγελέας G. Reischl τόνισε ότι το αντικείμενο αυτό απλώς παρέχει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας μια ευκαιρία να ανταμειφθεί για τη δημιουργική του προσπάθεια. Από την άλλη πλευρά, η Merck ισχυρίζεται ότι η εύλογη ανταμοιβή για τη δημιουργική προσπάθεια του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι βασική για τη φαρμακοβιομηχανία, δεδομένου ότι το μέσο κόστος της έρευνας και αναπτύξεως νέου φαρμακευτικού προϊόντος εκτιμάται τώρα σε 200 εκατομμύρια ECU. Η επιβίωση των φαρμακευτικών εταιριών εξαρτάται από την αποδοτικότητα μικρού αριθμού πετυχημένων προϊόντων και από την τακτική ανανέωση του χαρτοφυλακίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για νέα φαρμακευτικά προϊόντα. Κατά μέσον όρο, επί 10000 ουσιών που παρασκευάζονται από τη φαρμακοβιομηχανία μόνο μία ή δύο θα γίνουν φάρμακα δυνάμενα να διατεθούν στο εμπόριο. Οι τεράστιοι κίνδυνοι που κυοφορούνται καθιστούν ιδιαιτέρως ευάλωτες τις επί μέρους εταιρίες, πολλώ δε μάλλον καθότι το 90% του κόστους έρευνας χρηματοδοτείται από την ίδια τη βιομηχανία. Η απόδοση των επενδύσεων για έρευνα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες της αγοράς, περιλαμβανομένων του εμπορικού δυναμικού του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος και της έγκαιρης παρουσίας υποκατάστατων προϊόντων. Τα υποκατάστατα προϊόντα περιλαμβάνουν τα προϊόντα fast follower, τα οποία είναι από θεραπευτικής απόψεως παρόμοια με το αρχικό προϊόν, αλλά έχουν επαρκώς διαφοροποιηθεί ώστε να αποφευχθεί η παραβίαση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
46.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Merck ισχυρίζεται ότι πρέπει να θεωρείται ότι το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας αναλίσκεται μόνον όταν ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας συγκατατίθεται για τη χρήση του ουσιώδους και παγίου χαρακτηριστικού της ευρεσιτεχνίας, δηλαδή του δικαιώματος διαθέσεως για πρώτη φορά στο εμπόριο του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος με την εξασφάλιση ότι κατά τη διάρκεια της ισχύος του διπλώματος δεν θα διατεθούν στο εμπόριο μη εγκεκριμένα αντίγραφα. Έτσι, η οικονομική αξία του προϊόντος προστατεύεται έναντι του ανταγωνισμού των μη εγκεκριμένων φθηνότερων αντιγράφων ( 32 ). Το γεγονός ότι απλώς και μόνον εισπράχθηκε χρηματική ανταμοιβή δεν πρέπει να θεωρείται ότι ανάλωσε το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας όταν το εμπορικό δυναμικό του προϊόντος περιοριζόταν από την έλλειψη της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η Merck επικαλείται την απόφαση Pharmon ( 33 ), με την οποία κρίθηκε, στο πλαίσιο μιας υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως, ότι η είσπραξη δικαιωμάτων από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν ανάλωσε το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας, δεδομένου ότι τα δικαιώματα δεν εισπράχθηκαν σε αντάλλαγμα της εκούσιας ασκήσεως του εξασφαλιζομένου δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Η Merck παραθέτει την άποψη του γενικού εισαγγελέα J.-P. Warner που διατύπωσε με τις προτάσεις του στην υπόθεση Musik-Vertrieb membran και K-tel International ( 34 ) ότι «Δεν μπορεί να υπάρξει ανάλωση δικαιωμάτων εκεί όπου δεν υπάρχουν δικαιώματα.»
47.
Πέμπτον, η Merck ισχυρίζεται ότι με τις αποφάσεις Warner Brothers και Metronome Video (δικαιώματα του δημιουργού) ( 35 ) και ΙΗΤ Internationale Heiztechnik και Danziger (σήματα) ( 36 ) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, ελλείψει παραλλλήλων επιπέδων προστασίας στο εξάγον και στο εισάγον κράτος μέλος, το κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει να εξάγει τη νομοθετική πολιτική του πρώτου στο δεύτερο. Η Merck ισχυρίζεται ότι η συλλογιστική αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας.
48.
Τέλος, η Merck ισχυρίζεται ότι, σε αντίθεση με αυτό που φανερά υπέθεσε ο γενικός εισαγγελέας G. Reischl με τις προτάσεις του στην υπόθεση Merck, οι προσωρινές ομοιότητες των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων για τα οποία υφίσταται δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων για τα οποία δεν υφίσταται η δυνατότητα αυτή δεν καθιστούν τα εν λόγω προϊόντα συγκρίσιμα. Έτσι, ο κανόνας της αποφάσεως Merck δεν είναι αναγκαίος για να αποφευχθούν διακρίσεις μεταξύ του παραλλήλου εμπορίου των προϊόντων για τα οποία υφίσταται δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και του παραλλήλου εμπορίου εκείνων για τα οποία δεν υφίσταται η δυνατότητα αυτή όπου αναγνωρίζονται τα δικαιώματα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αντλείται όφελος από την εξασφάλιση ότι κατά τη διάρκεια της ισχύος του διπλώματος δεν θα διατεθούν στο εμπόριο μη εγκεκριμένα αντίγραφα, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν δεν παρέχεται η προστασία αυτή.
β) Δεύτερη σειρά επιχειρημάτων
49.
Επικουρικώς, η Merck προβάλλει ότι εν προκειμένω δεν υφίσταται η συγκατάθεση που απαιτείται για την εφαρμογή του κανόνα της αποφάσεως Merck. Οι τέσσερις προϋποθέσεις που συνοδεύουν το τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου συνδέονται στενώς με το ζήτημα αυτό.
50.
Πρώτον, οι φαρμακευτικές εταιρίες — σε αντίθεση με τους παραγωγούς άλλων καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών — δεν είναι ελεύθερες να αποφασίσουν αν θα θέσουν ή όχι νέα προϊόντα στην κυκλοφορία σε μια αγορά ή να διακόψουν τον υφιστάμενο εφοδιασμό, δεδομένου ότι σκέψεις ηθικής τάξεως τις υποχρεώνουν να παρέχουν φαρμακευτικά προϊόντα εκεί όπου αυτά χρειάζονται, ακόμη και εκεί όπου δεν αναγνωρίζεται η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας ( 37 ).
51.
Η Merck ισχυρίζεται ότι, από ηθικής απόψεως, της είναι τώρα αδύνατον για διάφορους λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας να αποσύρει τα σχετικά προϊόντα από την ισπανική και την πορτογαλική αγορά και ότι η υποχρέωση της δεν περιορίζεται από την παρουσία αντιγράφων. Η απόσυρση των προϊόντων της, ισχυρίζεται, θα οδηγούσε σε ενδεχόμενη διακοπή της προμήθειας των αντιγράφων αυτών: ως παρασκευάστρια πρωτοτύπου προϊόντος, είναι η μόνη εταιρία που διαθέτει πλήρη πληροφόρηση επί των αποτελεσμάτων κλινικών δοκιμών. Λόγω των ειδικών γνώσεων και των πόρων της, θεωρείται ότι έχει την ηθική υποχρέωση να εξασφαλίζει συνεχή «φαρμακοεπαγρύπνηση» (δηλ. την παρακολούθηση απροβλέπτων συνεπειών επί των ασθενών), ειδικά με τη διατήρηση μονίμου επιστημονικού προσωπικού για να συμβουλεύει τους ιατρούς που προβαίνουν στη συνταγογράφηση των προϊόντων της. Αντιθέτως, οι αντιγράφοντες τα φάρμακα της είναι, κατά κανόνα, εταιρίες που επενδύουν μόνο για τις αναγκαίες διευκολύνσεις εισαγωγής ή παρασκευής και διανομής και, επομένως, οι ιατροί που αντιμετωπίζουν απρόσμενα κλινικά προβλήματα με αντίγραφο προϊόντος της Merck θα αναζητούν τη Merck για συμβουλές.
52.
Δεύτερον, η Merck ισχυρίζεται ότι, για εμπορικούς λόγους, δεν είναι ελεύθερη να διακόψει τον εφοδιασμό. Η απόσυρση θα απαιτούσε από τους ασθενείς των οποίων η θεραπεία γίνεται τώρα με φάρμακα συνταγογραφημένα από τους ιατρούς τους να τα αλλάξουν ξαφνικά με άλλα προϊόντα που ενδέχεται να θεωρούνται λιγότερο κατάλληλα γι' αυτούς. Mlo τέτοια απόσυρση θα αμαύρωνε ανεπανόρθωτα τη φήμη της Merck ως εταιρίας στην υπηρεσία της δημόσιας υγείας και θα έβλαπτε το καλό της όνομα στην ισπανική και πορτογαλική ιατρική κοινότητα.
53.
Η Merck ισχυρίζεται επίσης ότι κωλύεται να διακόψει τον υφιστάμενο εφοδιασμό από υποχρεώσεις επιβαλλόμενες τόσο από το εθνικό δίκαιο όσο και από το δίκαιο ανταγωνισμού της ΕΚ. Κατά τη Merck, διακοπή του υφισταμένου εφοδιασμού της ισπανικής και της πορτογαλικής αγοράς θα συνιστούσε πιθανότατα παράβαση, αντιστοίχως, του ισπανικού νόμου 25/1990 περί φαρμάκων ή του πορτογαλικού νομοθετικού διατάγματο 135/95. Επί πλέον, το άρθρο 85 της Συνθήκης κωλύει τη Merck να διακόψει τις υφιστάμενες προμήθειες σε Ισπανούς και Πορτογάλους αγοραστές. Η Merck διατείνεται ότι η Επιτροπή, με άποψη που επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο, έχει χαρακτηρίσει ως συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές υπό την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, σαφώς μονομερείς πράξεις, όπως τις εντολές κατασκευαστή προς τους διανομείς του να μην εξάγουν σε άλλα κράτη μέλη της ΕΚ στο πλαίσιο υφισταμένης συμβατικής σχέσεως.
2) Beecham
54.
Η Beecham ισχυρίζεται ότι σκοπός της προστασίας της ευρεσιτεχνίας είναι να προβλεφθούν κίνητρα για καινοτομίες στον εφευρέτη πρέπει να παρέχεται η ευκαιρία να ανταμειφθεί για τη δημιουργική του προσπάθεια μέσω αποκλειστικών δικαιωμάτων προσβάσεως στην αγορά. Επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου Centrafarm ( 38 ) ως τη βάση της θεωρίας περί αναλώσεως στο πλαίσιο των παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η Beecham ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, κρίνοντας με την απόφαση Merck ότι το δικαίωμα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να αναλωθεί στην περίπτωση που αυτός συγκατατεθεί να διατεθεί το προϊόν στο εμπόριο σε χώρα όπου δεν τυγχάνει προστασίας της ευρεσιτεχνίας του, διηύρυνε εσφαλμένως τη θεωρία περί αναλώσεως. Η Beecham επικρίνει την απόφαση Merck, δεδομένου ότι η συλλογιστική της είναι εσφαλμένη και δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την κατοπινή εξέλιξη ούτε της νομολογίας του Δικαστηρίου ούτε της νομοθεσίας της Κοινότητας.
55.
Κατά την Beecham, η απόφαση Merck δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την απόφαση Warner Brothers και Metronome Video. Αναφέρει επίσης την απόφαση Pharmon και ιδίως το ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την άποψη του γενικού εισαγγελέα G. F. Mancim ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όταν εκτίθεται εκουσίως στον κίνδυνο να στερηθεί του αποκλειστικού του δικαιώματος μέσω χορηγήσεως υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως, οφείλει να δέχεται τις συνέπειες της επιλογής του.
56.
Η Beecham ισχυρίζεται ότι η απόφαση Merck είναι εσφαλμένη από την αφετηρία της συλλογιστικής της, δεδομένου ότι υπονομεύει τη δυνατότητα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας να ανταμειφθεί για τη δημιουργική του προσπάθεια. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε τα αποτελέσματα των εισαγωγών εκ χωρών όπου δεν υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας με γνώμονα τη δυνατότητα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας να διατηρεί τις τιμές σε επίπεδο ικανό να εγγυηθεί την ανταμοιβή του σε χώρες όπου αναγνωρίζεται η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας ( 39 ). Επί πλέον, διατείνεται ότι ο γενικός εισαγγελέας G. Reischl εσφαλμένως συμβούλευσε το Δικαστήριο ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και επιπέδου τιμών: η Beecham ισχυρίζεται ότι, αν ο γενικός εισαγγελέας είχε προβεί σε γενική σύγκριση τιμών μεταξύ προστατευομένων και μη προστατευομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων εντός εκάστου κράτους μέλους και όχι μεταξύ διαφορετικών κρατών μελών, θα είχε καταλήξει στο ότι η τιμή των μη προστατευομένων προϊόντων, τα οποία υπόκεινται στον ανταγωνισμό των αντιγράφων κοινόχρηστης ονομασίας, διαφέρει από την τιμή των προστατευομένων προϊόντων, τα οποία δεν υπόκεινται στον ανταγωνισμό αυτόν.
57.
Η Beecham ισχυρίζεται επικαλούμενη την απόφαση Warner Brothers και Metronome Video ότι, ελλείψει κοινοτικών μέτρων εναρμονίσεως, στα κράτη μέλη απόκειται να προβούν στις αναγκαίες νομοθετικές επιλογές σχετικά με την προστασία των προϊόντων με διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι η απόφαση Merck είναι ασυμβίβαστη με τους νέους στόχους της Συνθήκης ΕΚ όσον αφορά τόσο την έρευνα και ανάπτυξη όσο και την προστασία της υγείας ( 40 ), και ειδικότερα με τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζει τώρα η φαρμακοβιομηχανία ( 41 ).
58.
Η Beecham, όπως και η Merck, ισχυρίζεται επικουρικώς ότι οι περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση μπορούν να διακριθούν από αυτές στην υπόθεση Merck για νομικούς και ηθικούς λόγους, δεν είναι ελεύθερη να «συγκατατεθεί» ή να ανακαλέσει τη «συγκατάθεση» για τη διάθεση του Augmentine στο εμπόριο εντός της Ισπανίας. Η ηθική υποχρέωση δεν είναι εντελώς υποκειμενική έννοια- μπορεί να ανακύψει από τη δυναμένη αντικειμενικώς να εξακριβωθεί ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών. Περαιτέρω, ο προμηθευτής φαρμακευτικών προϊόντων δεν πρέπει να αποθαρρύνεται να ικανοποιεί τη ζήτηση σε συγκεκριμένο κράτος μέλος με τον φόβο ότι τέτοιες προμήθειες μπορούν να καταλήξουν σε παράλληλες εισαγωγές θέτουσες σε κίνδυνο την αποδοτικότητα των προμηθειών του σε άλλες αγορές. Αν έπρεπε να αποδείξει ενώπιον εθνικών δικαστηρίων την ύπαρξη ηθικής υποχρεώσεως, δεν θα περιοριζόταν να αντλήσει συμπεράσματα βασισμένα στις θεραπευτικές ιδιότητες του προϊόντος, αλλά θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει στοιχεία άμεσης αποδείξεως, όπως καταθέσεις ιατρών ή φαρμακοποιών του κράτους μέλους εξαγωγής.
59.
Η Beecham ισχυρίζεται ότι η απόσυρση από την ισπανική αγορά, μέσω αρνήσεως εφοδιασμού των υπαρχόντων αγοραστών και μέσω εντολής προς τους αγοραστές της σε άλλες χώρες να μην εφοδιάζουν την Ισπανία, θα απαγορευόταν όχι μόνον από το άρθρο 85, παράγραφος 1, αλλά και από το άρθρο 86 της Συνθήκης. Παρ' όλον ότι οποιαδήποτε ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 86 θα εξαρτόταν από το αν οι θιγόμενοι μπορούν να αποδείξουν ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά στην Ισπανία ή σε κάποιο άλλο μέρος της Κοινότητας, η Beecham ισχυρίζεται ότι η ενδεχόμενη ευδοκίμηση μιας τέτοιας αγωγής θα άφηνε ανοικτό το να διαταχθεί από ισπανικό δικαστήριο είτε η καταβολή αποζημιώσεως είτε η συνέχιση του εφοδιασμού.
60.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Beecham επέμεινε ότι ούτε η επιταγή ασφαλείας δικαίου ούτε η εδραίωση της αποφάσεως Merck με την Πράξη Προσχωρήσεως κωλύουν το Δικαστήριο να επανεξετάσει την προηγούμενη απόφαση του και ότι η κατοπινή εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου έχει αφήσει αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της αποφάσεως αυτής. Απλώς και μόνο το γεγονός ότι οι όροι της Πράξεως Προσχωρήσεως κατέστησαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως υπό το πρίσμα της αποφάσεως Merck δεν μπορεί να περιορίσει την ελευθερία του Δικαστηρίου να επανεκτιμήσει την ορθότητα της αποφάσεως αυτής, ειδικότερα δε εφόσον τα αποτελέσματα της αποφάσεως Merck, αν το Δικαστήριο εμμείνει σ' αυτήν, θα συνεχίσουν να ισχύουν για τα προστατευόμενα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα που διατέθηκαν στο εμπόριο στην Ισπανία εντός δέκα περίπου ετών πριν από την εισαγωγή της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Από την άλλη πλευρά, η ανατροπή της αποφάσεως Merck δεν θα επηρεάσει το παράλληλο εμπόριο νεοτέρων προϊόντων τιθεμένων για πρώτη φορά στο εμπόριο στην Ισπανία μετά την εισαγωγή από το κράτος αυτό της προστασίας της ευρεσιτεχνίας. Η Beecham δέχθηκε ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του.
3) Primecrown
61.
Η Primecrown ισχυρίζεται ότι η αρχή που διατυπώθηκε με την απόφαση Merck ότι η ανάλωση βασίζεται στη συγκατάθεση για τη διάθεση του προϊόντος στο εμπόριο εξακολουθεί να είναι ορθή. Όταν εκδόθηκε η απόφαση αυτή, το Δικαστήριο είχε επίγνωση ότι η σχετική νομολογία θα είχε εφαρμογή επί των εισαγωγών εκ της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ως δυνητικών νέων μελών της Κοινότητας ( 42 ). Η αρχή θεωρήθηκε ορθή κατά τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τους όρους της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και, επομένως, θεσπίστηκε ανεπιφύλακτα σειρά διατάξεων σχεδιασμένων τόσο για να ενισχύσουν το ισπανικό και το πορτογαλικό σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας όσο και να επιτρέψουν την προσαρμογή της φαρμακοβιομηχανίας των υπαρχόντων κρατών μελών πριν οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας τεθούν πλήρως σε εφαρμογή στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Εφόσον η Πράξη Προσχωρήσεως αποτελεί πράξη ισοδύναμης τυπικής ισχύος με τις ιδρυτικές Συνθήκες, η Primecrown ισχυρίζεται ότι υπήρξε σαφής βούληση των διαπραγματευόμενων ώστε μόνον οι εκτιθέμενες στην Πράξη Προσχωρήσεως και τα προσαρτημένα σ' αυτήν Πρωτόκολλα συγκεκριμένες και περιορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας να περιορίζουν του λοιπού το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των νέων και των υπαρχόντων κρατών μελών. Με την απόφαση του Generics και Harris Pharmaceuticals ( 43 ), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς τον περιορισμένο χαρακτήρα των εξαιρέσεων που περιέχονται στα άρθρα 47 και 209 και τη δυνατότητα εφαρμογής, μετά τη λήξη της ισχύος των άρθρων αυτών, της διατυπωθείσας με την απόφαση Merck αρχής επί των εισαγωγών εκ της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.
62.
Ο κανόνας της αποφάσεως Merck δημιουργεί κατάσταση ασφαλείας δικαίου για τους εμπόρους, το κοινό και τους κατόχους δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι, κατά την Primecrown, τα εθνικά δικαστήρια συνήθως μπορούν αμέσως να διαπιστώσουν αν υφίσταται η αναγκαία συγκατάθεση. Το να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Merck, που βασίζεται στην ανάγκη αναλώσεως ενός παραλλήλου δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, θα απαιτούσε να καθορίζουν τα εθνικά δικαστήρια αν τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας στη χώρα όπου το προϊόν διατέθηκε για πρώτη φορά στο εμπόριο είναι ισοδύναμα με τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας στη χώρα εισαγωγής. Τούτο θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό της κοινής αγοράς λόγω του ότι οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες, βασιζόμενες στους σημαντικούς χρηματικούς πόρους τους, θα κινούσαν δίκες κατά των μικρότερων παράλληλων εισαγωγέων.
63.
Όσο για την ύπαρξη συγκαταθέσεως, η Primecrown αρνείται ότι η Merck απέδειξε ότι η Ισπανία ή η Πορτογαλία επέβαλαν στις φαρμακευτικές εταιρίες τη νομική υποχρέωση να εισάγουν φαρμακευτικά προϊόντα στις αγορές τους έτσι, η Merck επέλεξε ελεύθερα να διαθέσει τα εν λόγω φάρμακα στο εμπόριο, ενώ είχε επίγνωση τόσο της αποφάσεως Merck όσο και του περιεχομένου του άρθρου 47 της Πράξεως Προσχωρήσεως ( 44 ). Υποχρέωση συνεχίσεως του εφοδιασμού μπορεί να ανακύψει, ισχυρίζεται η Primecrown, μόνον αν η Merck κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, πράγμα που δεν μπορεί να συμβαίνει όσον αφορά τα περί ων πρόκειται προϊόντα ( 45 ). Περαιτέρω, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Primecrown αμφισβήτησε τον ισχυρισμό των εναγουσών φαρμακευτικών εταιριών ότι ήταν υποχρεωμένες να συνεχίσουν να προμηθεύουν προϊόντα για τα οποία είχαν ληφθεί στην Ισπανία άδειες κυκλοφορίας ( 46 ). Η Primecrown ισχυρίζεται ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των αποφάσεων Merck και Pharmon είναι ότι τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο κανόνας περί ελεύθερης κυκλοφορίας να έχει εφαρμογή επί των προϊόντων που διατέθηκαν στο εμπόριο σε κράτος μέλος, εκτός αν διατέθηκαν στο εμπόριο παντελώς χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, πράγμα που δεν προκύπτει εν προκειμένω.
64.
Η Primecrown ισχυρίζεται επίσης ότι μια προβαλλόμενη ηθική υποχρέωση εφοδιασμού δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση παρεκκλίσεως από τους κοινοτικούς κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Οι ηθικές υποχρεώσεις αυτοκαθορίζονται και, έτσι, είναι εγγενώς υποκειμενικές. Επί πλέον, αναφερόμενη σε μια έκθεση την οποία επικαλέστηκε η Merck ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, η Primecrown ισχυρίζεται ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη μιας τέτοιας ηθικής υποχρεώσεως ( 47 ). Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι, όσον αφορά τις ηθικές υποχρεώσεις, η κατάσταση στην Ισπανία είναι διαφορετική από την περιγραφόμενη στην απόφαση Merck κατάσταση στην Ιταλία. Οι προβαλλόμενες ηθικές υποχρεώσεις δεν συμβιβάζονται με την αιτίαση ότι η έλλειψη προστασίας της ευρεσιτεχνίας στερεί τις εταιρίες μονοπωλιακής διαπραγματευτικής θέσεως κατά τις διαπραγματεύσεις των τιμών, πράγμα που υποδηλώνει πρόθεση αποσύρσεως ή περιορισμού των προμηθειών.
65.
Κατά την Primecrown, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι μέτρα ελέγχου των τιμών σε ένα κράτος μέλος μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση ενός δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας για να εμποδιστεί η εισαγωγή ενός προϊόντος που διατέθηκε στο εμπόριο από τον κάτοχο του δικαιώματος αυτού στο πιο πάνω κράτος μέλος ή με τη συγκατάθεση του ( 48 ). Η επιβολή φραγμού στο εμπόριο ουδέποτε έγινε αποδεκτή ως απάντηση σε γενομένη αντιληπτή στρέβλωση της αγοράς ( 49 ). Παρόμοια προσέγγιση έχει εφαρμοστεί για την άσκηση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ( 50 ). Οι ισπανικές τιμές καθορίζονται ανεξαρτήτως του αν υφίσταται στην Ισπανία προστασία της ευρεσιτεχνίας γιπ προϊόν και βασίζονται σε συγκρίσεις με άλλα κράτη μέλη όπου υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Το ισπανικό σύστημα ελέγχου των τιμών υπηρετεί τον ίδιο κοινωνικό σκοπό όπως τα συστήματα που ισχύουν στα άλλα κράτη μέλη και, περαιτέρω, εφόσον αφορά και τα εισαγόμενα και τα εγχώρια προϊόντα, δεν παραβιάζει το άρθρο 30 της Συνθήκης. Η κατά κεφαλήν υψηλή κατανάλωση φαρμακευτικών προϊόντων αντισταθμίζει τα ελαφρώς χαμηλά επίπεδα τιμών στην Ισπανία. Έτσι, η συνολική απόδοση αυτής της μεγάλου δυναμικού αγοράς για τη φαρμακοβιομηχανία είναι θετική, ακόμη και αν τα επίπεδα τιμών ήταν κατά το παρελθόν χαμηλότερα απ' ό,τι σε άλλες αγορές ( 51 ).
66.
Η Primecrown ισχυρίζεται ότι η Merck μεγαλοποίησε τις προβαλλόμενες δυσμενείς συνέπειες των παραλλήλων εισαγωγών εκ της Ισπανίας. Παρατηρεί ότι υφίστανται σημαντικότατοι φραγμοί κατά των παραλλήλων εισαγωγών, από τους οποίους μερικοί είναι εγγενείς και άλλοι το αποτέλεσμα επί τούτου στρατηγικής των φαρμακευτικών εταιριών για να εξαφανιστεί το παράλληλο εμπόριο ( 52 ). Πρέπει να υφίσταται σημαντικότατη διαφορά τιμών μεταξύ των εθνικών αγορών για να αξίζει τον κόπο η παράλληλη εισαγωγή για τους εμπόρους ή τους φαρμακοποιούς ( 53 ). Η Primecrown διατείνεται ότι η παράλληλη εισαγωγή είναι ένα προσωρινό φαινόμενο που αφορά περιορισμένο αριθμό προϊόντων για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Από της Πράξεως Προσχωρήσεως και εντεύθεν, η προοπτική της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας οδήγησε σε γενική ανοδική τάση των ισπανικών τιμών των φαρμάκων με αποτέλεσμα να μειωθούν οι διαφορές τιμών. Η Merck, λέγει η Primecrown, αγνοεί τα μεγάλα οφέλη που περιήλθαν σ' αυτήν, και γενικώς στη φαρμακοβιομηχανία, από την προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.
67.
Τέλος, η Primecrown διατείνεται ότι οι ζημίες που προκαλούνται από τις παράλληλες εισαγωγές δεν θα βλάψουν τη μελλοντική έρευνα και ανάπτυξη στη φαρμακοβιομηχανία. Πρώτον, θα ήταν παράλογο η έρευνα για μελλοντικά φάρμακα που θα μπορούν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας να περιοριστεί λόγω ζημιών από παλαιότερα φάρμακα που δεν μπορούσαν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Δεύτερον, η έρευνα είναι μια δραστηριότητα σε παγκόσμια κλίμακα ένα προϊόν, άπαξ αναπτυχθεί, μπορεί στη συνέχεια να διατεθεί στο εμπόριο σε ολόκληρο τον κόσμο υπό συνθήκες που είναι ολοένα και πιο ευνοϊκές για τις φαρμακευτικές εταιρίες ως αποτέλεσμα της προοδευτικής επεκτάσεως της προστασίας της ευρεσιτεχνίας μετά, μεταξύ άλλων, το Παράρτημα 19 της Συμφωνίας για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (στο εξής: Συμφωνίας TRIPs), η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του Γύρου της Ουρουγουάης των διαπραγματεύσεων της ΓΣΔΕ (GATT) ( 54 ).
4) Οι κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις
68.
Δεν θα εκθέσω λεπτομερώς τους ισχυρισμούς των οκτώ κρατών μελών που υπέβαλαν γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις. Όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν εμφανίζονται κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο στις παρατηρήσεις των κυρίων διαδίκων. Όλα τα ανωτέρω κράτη λαμβάνουν ως αφετηρία την ανάγκη εξισορροπήσεως του στόχου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας με την πρόσφορη προστασία των δικαιωμάτων των κατόχων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Όμως, έχουν διαφορετικές απόψεις επί του ζητήματος της ανατροπής ή τροποποιήσεως του κανόνα που διατυπώθηκε με την απόφαση Merck. Μόνον η Βελγική Κυβέρνηση συντάσσεται με τις ενάγουσες, συνηγορώντας ρητώς υπέρ της απορρίψεως της αποφάσεως αυτής, αλλά συνδέει τα επιχειρήματα της με την ύπαρξη ελέγχου των τιμών στην Ισπανία. Η Ισπανική και, σε μικρότερο βαθμό, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζουν τη διατήρηση της αποφάσεως Merck. Οι κυβερνήσεις της Δανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνουν να τροποποιηθεί το είδος της συγκαταθέσεως για τη διάθεση στο εμπόριο που θα πρέπει να θεωρείται ότι οδηγεί στην ανάλωση των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας. Αυτά τα κράτη μέλη, μαζί με το Βέλγιο, δέχονται ότι η ύπαρξη ελέγχων των τιμών στην Ισπανία και την Πορτογαλία, είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με νομικές ή ηθικές υποχρεώσεις εφοδιασμού ή συνεχίσεως του εφοδιασμού των αγορών αυτών, πρέπει να θεωρηθεί ως δυναμένη να κλονίσει το συμπέρασμα ότι οι ενάγουσες αποφάσισαν ελεύθερα να διαθέτουν τα αντίστοιχα προϊόντα τους στο εμπόριο στις αγορές αυτές. Θα πρέπει να δώσω έμφαση στο εύρος των διαφορετικών απόψεων που προέβαλαν αυτά τα κράτη μέλη. Παραδείγματος χάριν, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί, κατ' αρχήν, ότι είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι φαινομενικώς εκούσιες πράξεις έχουν γίνει στην πραγματικότητα κατόπιν εξαναγκασμού, αλλά δεν πείστηκε ότι κάποιο από τα στοιχεία που προέβαλε εν προκειμένω η Merck αρκεί προς απόδειξη του ότι δεν υφίστατο συγκατάθεση.
5) Επιτροπή
69.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται óu ο κανόνας της αποφάσεως Merck καίτοι μπορεί να επικριθεί ( 55 ), δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί, πρώτον, λόγω της ανάγκης τηρήσεως της αρχή της ασφαλείας δικαίου, δεύτερον, λόγω των σημαντικών δυνητικών συνεπειών μιας τέτοιας αποφάσεως για το εμπόριο φαρμακευτικών προϊόντων μεταξύ Ισπανίας και Πορτογαλίας και του υπολοίπου της Κοινότητας για τα επόμενα δέκα έτη xaL, τρίτον, λόγω του ότι ο κανόνας χρησίμευσε σιωπηρώς ως βάση των διαπραγματεύσεων σχετικά με τους όρους προσχωρήσεως των χωρών αυτών.
70.
Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή προέβαλε τρία επιχειρήματα υπέρ του αποκλεισμού από το πεδίο εφαρμογής του κανόνα της αποφάσεως Merck των περιπτώσεων όπου υφίσταται νομική ή ηθική υποχρέωση διαθέσεως ενός προϊόντος στο εμπόριο ( 56 ). Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, συντάχθηκε με τις παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τις δυσκολίες που είναι συνυφασμένες με την προσπάθεια διαμορφώσεως σαφούς νομικής εννοίας περί ηθικής υποχρεώσεως και είπε ότι η απόφαση Merck πρέπει να τροποποιηθεί μόνον όταν υφίσταται νομική υποχρέωση διαθέσεως ενός προϊόντος στο εμπόριο ( 57 ). Μια τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να απορρέει είτε από το κοινοτικό είτε από το εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η άρνηση εφοδιασμού μιας αγοράς όπου δεν υφίσταται δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να καταλήξει σε αντίθετη με το άρθρο 86 της Συνθήκης καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως ( 58 ). Όσον αφορά το ισπανικό δίκαιο, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, βάσει του άρθρου 33 του βασιλικού διατάγματος 767/1993 της 21ης Μαΐου 1993 και του άρθρου 71, στοιχείο c, του νόμου 25/1990 της 20ης Δεκεμβρίου 1990, ο κάτοχος αδείας κυκλοφορίας είναι υποχρεωμένος να διαθέσει στο εμπόριο τα φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία έλαβε την άδεια ( 59 ).
71.
Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να δίδεται αποφασιστική σημασία, σε σχέση με την ανάλωση των δικαιωμάτων του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, στην εξουσία των αρχών να καθορίζουν τις τιμές πωλήσεως των φαρμακευτικών προϊόντων στη χώρα εξαγωγής. Βέβαια, ο καθορισμός των τιμών σε χαμηλότερα επίπεδα στην εξάγουσα απ' ό,τι στην εισάγουσα χώρα δίνει ώθηση στον παράλληλο εισαγωγέα, αλλά το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που στην εξάγουσα χώρα υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας.
72.
Η Επιτροπή δέχθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων, αλλά είπε ότι υφίστανται πολλοί άλλοι παράγοντες που και αυτοί επηρεάζουν τις τιμές. Παραδείγματος χάριν, στη Δανία οι τιμές μερικών φαρμακευτικών προϊόντων κοινόχρηστης ονομασίας είναι υψηλότερες των τιμών που έχουν στη Γαλλία τα προστατευόμενα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας φαρμακευτικά προϊόντα. Κατά την άποψη της, τα αποτελέσματα των εθνικών μηχανισμών ελέγχου των τιμών αποτελούν σημαντικότερο παράγοντα για τον καθορισμό των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων στην Κοινότητα απ' ό,τι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών δικαίων της ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, δέχθηκε ότι είναι απίθανο να υπάρξει στο εγγύς μέλλον εναρμόνιση των ελέγχων αυτών σε κοινοτικό επίπεδο ( 60 ).
V — Το σχέδιο για το υπόλοιπο μέρος των προτάσεων μου
73.
Το τρίτο ερώτημα θέτει το θεμελιώδες ζήτημα επανακαθορισμού της ισορροπίας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ, αφενός, του κοινοτικού στόχου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, αφετέρου, της προστασίας των εθνικών δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας ή, με άλλα λόγια, το ζήτημα αν πρέπει να ακολουθηθεί η απόφαση Merck. Είναι σαφές ότι η απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα αυτό θα επηρεάσει κατά πολύ τη σημασία των δύο πρώτων ερωτημάτων, τα οποία αφορούν τη λήξη ισχύος των ασκουσών επιρροή μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως. Αν δεν ακολουθηθεί πλέον η απόφαση Merck, τα ερωτήματα αυτά καθίστανται σε μεγάλο βαθμό άνευ αντικειμένου. Συνεπώς, προτίθεμαι πρώτα να εξετάσω στο μέρος VI το τρίτο ερώτημα, τις γενικές σκέψεις που διέπουν την εγκατάλειψη από το Δικαστήριο της συλλογιστικής στην οποία βασίστηκε μια προγενέστερη απόφαση και τους επικουρικούς λόγους να μην ακολουθηθεί η απόφαση Merck. Στη συνέχεια, θα εξετάσω στο μέρος VII την ανάγκη περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο ακολουθήσει την κύρια πρόταση μου σχετικά με την απόρριψη της συλλογιστικής στην οποία βασίστηκε η απόφαση Merck. Ως προτελευταίο θέμα, θα εξετάσω στο μέρος VHI το πρώτο και δεύτερο ερώτημα, πριν, τέλος, εκθέσω τα γενικά μου συμπεράσματα στο μέρος IX.
VI — Εξέταση του τρίτου ερωτήματος
74.
Ο κύριος ισχυρισμός των φαρμακευτικών εταιοιών συνίσταται στο ότι πρέπει να τους επιτραπεί να επικαλεστούν τα βάσει του δικαίου του Ηνωμένου Βασιλείου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δικαιώματα τους προκειμένου να αντιταχθούν στις παράλληλες εισαγωγές εκ της Ισπανίας και της Πορτογαλίας των επίμαχων φαρμακευτικών προϊόντων για τα οποία κατέχουν διπλώματα ευρεσιτεχνίας στο Ηνωμένο Βασίλειο ( 61 ). Στηρίζονται προ παντός στην έλλειψη προστασίας της ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στην Ισπανία και την Πορτογαλία, η οποία τους στέρησε, όταν διέθεσαν για πρώτη φορά τα προϊόντα στο εμπόριο σε αυτά τα κράτη μέλη, της ευκαιρίας να τύχουν της αποκλειστικότητας που θα απέρρεε από την προστασία αυτή.
Α — Διπλώματα ευρεσιτεχνίας και φαρμακευτικά προϊόντα
1) Το πλαίσιο της φαρμακοβιομηχανίας
75.
Πολλές εταιρίες στη φαρμακοβιομηχανία δρουν σε παγκόσμια κλίμακα. Συγκεντρώνονται κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την Ιαπωνία.
76.
Ενώ η εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών είναι αποκλειστικό έργο του εθνικού δικαστηρίου, υφίσταται ευρεία ομοφωνία ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ειδικότερα δε ως προς τα σχετικά με τον ουσιαστικό ρόλο και το ανερχόμενο στα ύψη κόστος της έρευνας και αναπτύξεως νέων φαρμάκων, όπως τα περιστατικά αυτά επηρεάζουν τη φαρμακοβιομηχανία. Τούτο έχει αναγνωριστεί από τα κοινοτικά όργανα και έχει επηρεάσει τη νομοθεσία.
77.
Στις 2 Μαρτίου 1994, η Επιτροπή κοινοποίησε στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια έκθεση «σχετικά με τις κατευθύνσεις βιομηχανικής πολιτικής στον φαρμακευτικό τομέα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα» (στο εξής: έκθεση του 1994) ( 62 ). Παρ' όλον ότι αυτή καθαυτή δεν αφορά το ζήτημα της προστασίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η έκθεση του 1994 επαναλαμβάνει μερικά από τα επιχειρήματα που περιέχονται στην αιτιολογική έκθεση που προσαρτήθηκε στην από 11 Απριλίου 1990 πρόταση της Επιτροπής σχετικά με αυτό που αργότερα έγινε ο κανονισμός ΣΙ 111. Με την έκθεση του 1994, η Επιτροπή φώτισε ορισμένες πτυχές του κόστους έρευνας και της σε παγκόσμια κλίμακα επιπτώσεως του επί της φαρμακοβιομηχανίας, για τις οποίες έχει ήδη γίνει λόγος όταν εκτέθηκαν τα επιχειρήματα της Merck. Η έκθεση τονίζει ότι μεταξύ των αιτίων που προκάλεσαν την κατακόρυφη άνοδο του κόστους έρευνας «συγκαταλέγονται κατ' αρχήν: η εξέλιξη της μοριακής βιολογίας όσον αφορά κυρίως τη διαλεύκανση της παθογένεσης των ασθενειών, οι τεχνικές βελτιώσεις των θεραπευτικών ή προληπτικών μέσων και η αύξηση των κανονιστικών απαιτήσεων που στοχεύουν στην εξασφάλιση της ποιότητας, της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των φαρμακευτικών προϊόντων» ( 63 ).
78.
Η έκθεση του 1994 στηρίζει τον ισχυρισμό των εναγουσών ότι η φαρμακοβιομηχανία χρηματοδοτεί την έρευνα και ανάπτυξη όντως εξ ιδίων πόρων και μόνο περιστασιακώς καταφεύγει σε δανεισμό. Κατά συνέπεια, το κόστος για την έρευνα πρέπει να καλυφθεί με την τιμή ενός εξαιρετικά μικρού αριθμού πετυχημένων προϊόντων. Στην ουσία, μόνο μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες διαθέτουν τους πόρους και την ικανότητα να αποσβέσουν το κόστος αυτό. Ο κατά τα ανωτέρω συνδυασμός του υψηλότατου κόστους έρευνας με τη χαμηλότατη συχνότητα στην ανάπτυξη πετυχημένων προϊόντων παρέχει το βασικό επιχείρημα υπέρ της προστασίας της ευρεσιτεχνίας για τα φαρμακευτικά προϊόντα.
79.
Μέχρι πολύ πρόσφατα, η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα ήταν σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Κατά την Primecrown, τα δικαστήρια στο Ηνωμένο Βασίλειο αναγνώρισαν τέτοια διπλώματα κατά τις αρχές του αιώνα ( 64 ). Η πρώτη ρητή νομοθετική αναγνώριση έγινε στο Ηνωμένο Βασίλειο με το άρθρο 4, παράγραφος 7, του νόμου Patents Act του 1949 και στην Ιρλανδία με το άρθρο 2 του νόμου Patents Act του 1964. Η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα εισήχθη, παραδείγματος χάριν, στη Γερμανία στις 4 Σεπτεμβρίου 1967 ( 65 ), στη Δανία την 1η Δεκεμβρίου 1983 ( 66 ), στη Νορβηγία την 1η Ιανουαρίου 1992 ( 67 ) και στη Φινλανδία την 1η Ιανουαρίου 1995 ( 68 ). Η Ελλάδα, όπως και η Ισπανία, έκανε αρχικώς χρήση της βάσει της ΣΕΔΕ επιφυλάξεως η οποία έληξε στις 7 Οκτωβρίου 1992, η δε Πορτογαλία προσχώρησε στη ΣΕΔΕ την 1η Ιανουαρίου 1992.
80.
Η περίπτωση της Ιταλίας δεν πρέπει να εξεταστεί επί τροχάδην, καθότι αποτέλεσε το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση Merck. Βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, του ιταλικού νομοθετήματος περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ( 69 ), δεν υφίστατο δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας ούτε για τα φαρμακευτικά προϊόντα οΰτε για τις μεθόδους παρασκευής τους. Αργότερα, το άρθρο αυτό κηρύχθηκε με απόφαση του ιταλικού Συνταγματικοί Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου 1978 αντισυνταγματικό και, συνεπώς, κατέστη ανεφάρμοστο. Όμως, το επίμαχο στην υπόθεση εκείνη φάρμακο, το Moduretic, αντιμετώπιζε προβλήματα όμοια με αυτά που υφίστανται στις παρούσες υποθέσεις λόγω του ότι δεν επρόκειτο περί νέας εφευρέσεως, ήταν αδύνατον να αποκτηθεί γι' αυτό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ιταλία, ακόμη και όταν το ιταλικό δίκαιο κατέστησε δυνατή την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για ένα τέτοιο προϊόν ( 70 ).
81.
Η ΣΕΔΕ αποτέλεσε σημαντικό βήμα για τη δημιουργία ενός γενικού, ενοποιημένου, συστήματος των νομοθεσιών περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, και ειδικότερα για την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για χημικά ή φαρμακευτικά προϊόντα. Προέβλεψε, όπως είδαμε προηγουμένως, δεκαπενταετή κατ' ανώτατο όριο περίοδο ισχύος της επιφυλάξεως σχετικά με την υποχρέωση εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά, με αποτέλεσμα η περίοδος αυτή να λήξει στις 7 Οκτωβρίου 1992. Οι γραπτές παρατηρήσεις της Merck περιέχουν πληθώρα λεπτομερειών, στις οποίες δεν θα υπεισέλθω, σχετικά με την επιβληθείσα σε πολλά κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '90, κατόπιν συμφωνιών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, υποχρέωση εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η Primecrown αναφέρθηκε στη Συμφωνία TRIPs που συνήφθη στο πλαίσιο του Γύρου της Ουρουγουάης των διαπραγματεύσεων της ΓΣΔΕ ( 71 ).
82.
Όλα αυτά αποτελούν πειστική απόδειξη περί της υπάρξεως παγκόσμιας τάσεως υπέρ της αναγνωρίσεως της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα ως προϊόντα και όχι απλώς για τις μεθόδους παρασκευής τους. Ειδικότερα, άπαξ λήξουν οι περίοδοι ισχύος της επιφυλάξεως που επιτρέπει η ΣΕΔΕ, θα υφίσταται κοινή εικοσαετής περίοδος για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα σε όλα τα κράτη που έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση και, συνεπώς, στην ουσία σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Σε συνέπεια με την τάση αυτή, τα άλλα κράτη μέλη απαίτησαν με την Πράξη Προσχωρήσεως από την Ισπανία και την Πορτογαλία, υπό την επιφύλαξη μεταβατικών διατάξεων, να παράσχουν «το επίπεδο προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας που έχει επιτευχθεί στην Κοινότητα», αφήνοντας στις δύο αυτές χώρες μια περιορισμένη εξουσία να αναβάλουν το αποτέλεσμα αυτό στην περίπτωση των χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων. Ανεξαρτήτως του αν η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται αμοιβαία υποχρέωση για τα άλλα κράτη μέλη, νομίζω ότι η προστασία της ευρεσιτεχνίας, χωρίς να χάσει τον εθνικό και εδαφικό χαρακτήρα της, έχει καταστεί
κάτι παραπάνω από μια απλή επιτρεπτή παρέκκλιση κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ και έχει τύχει κοινοτικής αναγνωρίσεως.
2) Ο ρόλος της άδειας κυκλοφορίας
83.
Η εικοσαετής βασική προστασία που παρέχει μέσω της ΣΕΔΕ ένα ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας φαλκιδεύεται, παρά ταύτα, από το αποτέλεσμα των διαδικασιών χορηγήσεως από τα κράτη μέλη αδείας κυκλοφορίας. Η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει ότι «η περίοδος αποκλειστικής εκμετάλλευσης των φαρμάκων μειώνεται σε περίπου 8 έως 10 έτη, εξ αιτίας του μακρού χρονικού διαστήματος που απαιτείται για τις δοκιμασίες, και στη συνέχεια για την εξασφάλιση της άδειας κυκλοφορίας» ( 72 ). Μόλις παρασκευαστεί μια νέα φαρμακευτική ουσία, ο εφευρέτης, στην πράξη συνήθως μια φαρμακευτική εταιρία, καταθέτει αίτηση απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας, προκειμένου να προστατεύσει την εφεύρεση και να κατοχυρώσει το νέον αυτής. Όμως οι αναγκαστικά αυστηρότατοι όροι που τάσσουν οι αρχές των κρατών μελών, οι οποίες απαιτούν να αποδειχθεί η ποιότητα, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του προϊόντος μέσω κλινικών δοκιμών και άλλων πληροφοριακών στοιχείων σχετικών με πειράματα, αναβάλλουν τη χορήγηση της αδείας κυκλοφορίας ( 73 ).
84.
Η οδηγία 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965 ( 74 ), σκοπούσε να εναρμονίσει ορισμένες διαφορές μεταξύ των εθνικών αυτών ρυθμίσεων. Με την οδηγία 87/21/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την τροποποίηση της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα ( 75 ), το Συμβούλιο επισήμανε την ανάγκη να εξασφαλιστεί να μη «θίγονται τα συμφέροντα των καινοτομουσών εταιοιών» και όρισε ότι, υπό την επιφύλαξη της υφισταμένης προστασίας της ευρεσιτεχνίας, πρέπει να παρέρχεται μια ελαχίστη περίοδος μεταξύ της χορηγήσεως της πρώτης αδείας κυκλοφορίας για ένα νέο φαρμακευτικό προϊόν, η οποία προϋποθέτει εκτενείς δοκιμές για να αποδειχθεί η ποιότητα, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα, και της καταθέσεως περιληπτικής δεύτερης αιτήσεως για τη χορήγηση αδείας κυκλοφορίας αντιγράφου κοινόχρηστης ονομασίας. Στα κράτη μέλη αφέθηκε να αποφασίσουν αν θα επεκτείνουν την περίοδο αυτή πέραν της ημερομηνίας λήξεως της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που προστατεύει το αρχικό προϊόν ( 76 ).
85.
Η Επιτροπή πείστηκε τελικά στις 11 Απριλίου 1990 να υποβάλει στο Συμβούλιο την πρόταση της για τον κανονισμό ΣΠΠ ( 77 ). Στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεως, η Επιτροπή έκανε λόγο για την ανάγκη, ως μέρος της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα της υγείας, να εξασφαλιστεί θεραπευτική, επιστημονική, οικονομική και κοινωνική πρόοδος και τόνισε ότι ο σκοπός της προτάσεως της συνίσταται «στη βελτίωση της προστασίας της καινοτομίας στον φαρμακευτικό τομέα» ( 78 ). Θεώρησε ότι το σύστημα προστασίας της ευρεσιτεχνίας έχει «ουσιαστική σημασία για τον κλάδο αυτό που καινοτομεί, κατά το μέτρο που η κάλυψη των επενδύσεων για έρευνα, χάρις στην περίοδο αποκλειστικής εκμετάλλευσης, επιτρέπει την εξασφάλιση του κύκλου της αυτοχρηματοδότησης» ( 79 ).
86.
Καρπός της προτάσεως αυτής ήταν ο κανονισμός ΣΠΠ ( 80 ). Οι πρώτες τέσσερις αιτιολογικές του σκέψεις έχουν ως εξής:
«Εκτιμώντας:
ότι η έρευνα στο φαρμακευτικό τομέα συμβάλλει αποφασιστικά στη συνεχή βελτίωση της δημόσιας υγείας·
ότι τα φάρμακα, και ιδίως εκείνα που προκύπτουν από μακροχρόνια και δαπανηρή έρευνα, θα εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται στην Ευρώπη μόνον αν καλυφθούν με ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις που να προβλέπουν επαρκή προστασία ώστε να ενθαρρυνθεί η έρευνα του είδους αυτού·
ότι, σήμερα, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της κατάθεσης της αίτησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας για ένα νέο φάρμακο και της άδειας κυκλοφορίας του στην αγορά μειώνει την πραγματική προστασία που προσφέρει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, σε διάρκεια ανεπαρκή για την απόσβεση των επενδύσεων που γίνονται στην έρευνα·
ότι οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε ανεπάρκεια της προστασίας η οποία ζημιώνει τη φαρμακευτική έρευνα.»
Το άρθρο 13 ορίζει στην ουσία ότι το χρονικό διάστημα που παρέρχεται μεταξύ καταθέσεως της αιτήσεως απονομής του κυρίου διπλώματος ευρεσιτεχνίας και χορηγήσεως της πρώτης αδείας κυκλοφορίας πρέπει να προστίθεται στην παρεχομένη από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας περίοδο προστασίας, αλλά το προστεθέν διάστημα δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία.
87.
Έτσι, η Κοινότητα, ως αναπόσπαστο μέρος μιας νέας βιομηχανικής πολιτικής, έχει αποδυθεί στην προώθηση της προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, από τα οποία το σημαντικότερο σε σχέση με τον φαρμακευτικό τομέα είναι η προστασία της ευρεσιτεχνίας.
Β — Διπλώματα ευρεσιτεχνίας και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
88.
Η σχέση μεταξύ, αφενός, των περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων διατάξεων της Συνθήκης και των περιεχομένων σ' αυτήν κανόνων ανταγωνισμού και, αφετέρου, των εθνικών κανόνων περί προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας έχει πάντοτε δημιουργήσει δυσκολίες οι οποίες απαιτούν τη χάραξη λεπτών διακρίσεων εκ μέρους του Δικαστηρίου ( 81 ).
1) Η εδαφικότητα των εθνικών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας
89.
Το άρθρο 222 της Συνθήκης ορίζει ότι το «καθεστώς ιδιοκτησίας» στα κράτη μέλη δεν θίγεται από τη Συνθήκη. Όσον αφορά το καθεστώς της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας (στο εξής: βιομηχανική ιδιοκτησία), η Συνθήκη δεν θεσπίζει πλήρη κώδικα κανόνων «δίνει απλώς τον σκελετό των κανόνων αυτών. Το να λάβουν σάρκα τα οστά είναι. έργο του κοινοτικού νομοθέτη και του Δικαστηρίου» ( 82 ). Όμως, οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων «εκφράζουν μια σύγκρουση μεταξύ δύο διισταμένων συμφερόντων» ( 83 ), δηλαδή του θεμελιώδους στόχου περί υπάρξεως ελευθέρου εμπορίου για τη δημιουργία της κοινής αγοράς και της ανάγκης διασφαλίσεως του εθνικού συμφέροντος όσον αφορά τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Ενώ η κοινή αγορά συνίσταται στη συγχώνευση των εθνικών αγορών σε ενιαία αγορά, τα δίκαια βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών είναι εγγενώς εδαφικά. Για να προσδιοριστούν τα εθνικά δίκαια που αντίκεινται στη διατυπωμένη ειδικά στο άρθρο 30 αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο ανέπτυξε τη θεωρία περί αναλώσεως του ειδικού αντικειμένου των δικαιωμάτων αυτών ( 84 ).
90.
Παραδείγματος χάριν, οι Copinger και Skone James, αναφερόμενοι στο έργο τους Copyright στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Κ. Roemer στην υπόθεση Deutsche Grammophon, εξηγούν την αρχή της εδαφικότητας ως εξής ( 85 )
«Το γεγονός ότι το δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας αποτελεί δημιούργημα των εθνικών νόμων του κράτους που απονέμει το δικαίωμα αυτό θέτει αναγκαστικώς όρια στο έδαφος εντός του οποίου μπορεί να ασκηθεί ένα τέτοιο δικαίωμα. Τούτο αναφέρεται ως η “αρχή της εδαφικότητας” των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας (...), αλλά στην πραγματικότητα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά αναγκαία αντανάκλαση των εδαφικών ορίων της κυριαρχίας του περί ου πρόκειται κράτους. Στο τωρινό πλαίσιο, κανένα αγγλικό δικαστήριο δεν μπορεί να εκδικάσει βάσει του νόμου Copyright Act του 1956 αγωγή ασκηθείσα από ενάγοντα που είναι ο συγγραφέας έργου καλυπτομένου με δικαιώματα του δημιουργού βάσει του νόμου αυτού και αφορώσα πράξεις που προβάλλεται ότι τελέστηκαν στη Γαλλία, ακόμη και αν διαπράχθηκαν από εναγόμενο που υπόκειται στη δικαιοδοσία του αγγλικού δικαστηρίου.» ( 86 )
Ενώ ενδέχεται να διαφέρουν οι συγκεκριμένες πολιτικές που αποτελούν το υπόβαθρο των εθνικών νόμων περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, υφίσταται κατά το μάλλον ή ήττον ομοφωνία ως προς το ότι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας σκοπούν να «κάνουν να αξίζει για τους εφευρέτες και τους χρηματοδότες τους να καταβάλουν τις προσπάθειες τους και να διακινδυνεύσουν τα χρήματα τους (...). Ο απλούστερος, φθηνότερος και αποτελεσματικότερος τρόπος για την κοινωνία να διατηρήσει τα κίνητρα αυτά είναι να χορηγήσει προσωρινά μονοπώλια υπό τη μορφή αποκλειστικών δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας για εφευρέσεις» ( 87 ).
91.
Όταν η Συνθήκη τέθηκε σε ισχύ μεταξύ των αρχικών κρατών μελών, προκύπτει ότι στην ουσία όλα τα εθνικά δίκαια της ευρεσιτεχνίας περιόριζαν το μονοπώλιο του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην πρώτη πώληση του προστατευομένου με ôC-πλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος ( 88 ) είτε ως αποτέλεσμα νομοθετικού καθορισμού των παραβιάσεων του διπλώματος ευρεσιτεχνίας είτε ως αποτέλεσμα ρητής διατυπώσεως της θεωρίας περί αναλώσεως ( 89 ). Η προσχώρηση των κρατών μελών του αγγλοσαξονικού δικαίου στην Κοινότητα μετέβαλε κάπως τις αντιλήψεις που αποτελούν το υπόβαθρο των εθνικών δικαίων της ευρεσιτεχνίας- τα δίκαια της ευρεσιτεχνίας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία είναι διαφορετικά, δεδομένου ότι οι αγοραστές των προστατευομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τα προϊόντα αυτά βάσει του πλάσματος ότι χορηγήθηκε σιωπηρώς άδεια κατά την πώληση τους από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Όμως, αυτή η σιωπηρώς χορηγούμενη άδειχχ μπορεί να περιοριστεί συμβατικώς ( 90 ). Ακόμη πιο σημαντικό, όλα τα δίκαια των αρχικών κρατών μελών αναγνώριζαν γενικώς ότι η συνέπεια του εδαφικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας συνίστατο στο ότι η διάθεση του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος στο εμπόριο στην αλλοδαπή, ακόμη και με τη συγκατάθεση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν αναιρούσε το δικαίωμα του προσώπου αυτού να αντιτάσσεται στις εισαγωγές τέτοιων προϊόντων ως παραβιάζουσες το εθνικό του δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ( 91 ) έτσι το μονοπώλιο του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας διετηρείτο μέχρις ότου αυτός διέθετε ή συγκατετίθετο να διατεθεί το προστατευόμενο προϊόν στο εμπόριο επί του εθνικού εδάφους. Η συνακόλουθη σύγκρουση μεταξύ «του εθνικού μονοπωλίου του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, μονοπωλίου που προκύπτει από το εθνικό δίκαιο της ευρεσιτεχνίας, και των στόχων που επιδιώκει η ΕΟΚ, ιδίως δε αυτού της δημιουργίας ελεύθερης αγοράς εντός της οποίας θα μπορούν να πωλούνται τα προϊόντα της μιας χώρας στην άλλη χωρίς κανένα εμπόδιο», ήχθη στην προσοχή του Δικαστηρίου ειδικά με τις παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η γενεσιουργός της νομολογίας σχετικά με τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας απόφαση Parke-Davis ( 92 ). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο εγκαταλείψει τώρα την απόφαση Merck, θα εναπόκειται φυσικά στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει αν πρέπει να γίνει δεκτή παρόμοια προσέγγιση όσον αφορά τα επίμαχα στις παρούσες υποθέσεις προϊόντα, δηλαδή προϊόντα που βάσει αδείας εκμεταλλεύσεως παρασκευάστηκαν (από θυγατρικές εταιρίες των κατόχων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όπως προκύπτει από τη δικογραφία) υπό συνθήκες όπου δεν παρείχετο προστασία της ευρεσιτεχνίας ούτε εντός της Ισπανίας ούτε εντός της Πορτογαλίας.
2) Η γένεση της θεωρίας περί αναλώσεως στο κοινοτικό δίκαιο
92.
Στην υπόθεση Parke-Davis, η φαρμακευτική εταιρία επικαλέστηκε ενώπιον της ολλανδικής δικαιοσύνης το ολλανδικό δίπλωμα της ευρεσιτεχνίας για το chloramphenicol, προκειμένου να εμποδίσει τις εισαγωγές από τη Centrafarm κ.λπ. προϊόντων που παρασκευάζονταν στην Ιταλία, κατά τους ισχυρισμούς της φαρμακευτικής εταιρείας κατά προσβολή του διπλώματος της, την εποχή που ήταν αδύνατον να ληφθεί στη χώρα αυτή δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν ή για μέθοδο παρασκευής του ( 93 ). Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι «οι διαφορές μεταξύ των σχετικών νομοθεσιών μπορούν να δημιουργήσουν εμπόδια (...) στην ελεύθερη κυκλοφορία των προστατευόμενων προϊόντων (...) εντός της κοινής αγοράς» και έκρινε ότι «επιτρέπονται από το άρθρο 36 οι απαγορεύσεις και περιορισμοί των εισαγωγών που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, αλλά υπό τη ρητή επιφύλαξη ότι “δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών”» ( 94 ).
93.
Η διαχωριστική γραμμή όσον αφορά τη σύγκρουση μεταξύ του κοινοτικού στόχου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του εν γένει εδαφικού χαρακτήρα των εθνικών δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας «χαράχθηκε με την απόφαση Deutsche Grammophon» ( 95 ). Στο Δικαστήριο είχε υποβληθεί στην ουσία το ερώτημα «εάν το αποκλειστικό δικαίωμα θέσεως σε κυκλοφορία των προστατευόμενων αντικειμένων, το οποίο αναγνωρίζεται από μια εθνική νομοθεσία στον κατασκευαστή υποθεμάτων ήχου, μπορεί, χωρίς να θίξει τον κοινοτικό κανόνα, να εμποδίσει την εμπορία επί του εθνικού εδάφους προϊόντων που τίθενται νομότυπα σε κυκλοφορία στο έδαφος άλλου κράτους μέλους από τον κατασκευαστή τους ή με τη συγκατάθεση του» ( 96 ). Το Δικαστήριο διέκρινε την «ύπαρξη δικαιωμάτων» από την «άσκηση των δικαιωμάτων αυτών» οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας επιτρέπουν να ασκούνται μόνο τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας που «δικαιολογούνται από τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο αυτής της ιδιοκτησίας» ( 97 ). Η διάκριση μεταξύ «υπάρξεως» και «ασκήσεως» δικαιωμάτων μπορεί ενίοτε να καταστεί εντελώς εξωπραγματική δεν απαντά σε πρόσφατες αποφάσεις, όπως στην απόφαση HAG II, και μπορεί τώρα, τουλάχιστον όσον αφορά την ερμηνεία των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης, να μη ληφθεί υπόψη ( 98 ). Όμως, ο προσδιορισμός των δικαιωμάτων που συνιστούν το ειδικό αντικείμενο της εθνικής διανοητικής ιδιοκτησίας είναι κεφαλαιώδης για την κοινοτική έννοια της «αναλώσεως» που, αν και όχι υπό το όνομα αυτό, διαμορφώθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως Deutsche Grammophon, η οποία, ναι μεν αφορούσε μια μορφή δικαιώματος του δημιουργού, αλλά είχε όλα τα συνήθη χαρακτηριστικά που είναι συνυφασμένα με το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας ( 99 ).Στην ασκούσα επιρροή σκέψη της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ( 100 )
«Όταν γίνεται επίκληση δικαιώματος συγγενούς προς το δικαίωμα του δημιουργού προκειμένου να απαγορευθεί η εμπορία εντός ενός κράτους μέλους προϊόντων που τέθηκαν σε κυκλοφορία από το δικαιούχο, ή με τη συγκατάθεση του, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, με τη μόνη δικαιολογία ότι η θέση αυτή σε κυκλοφορία δεν έγινε στο εθνικό έδαφος, αυτή η απαγόρευση, καθιερώνοντας την απομόνωση των εθνικών αγορών, προσκρούει στον βασικό σκοπό της Συνθήκης, που συνίσταται στη συγχώνευση των εθνικών αγορών σε ενιαία αγορά.»
Έτσι, το Δικαστήριο, πριν ακόμη χρησιμοποιήσει ρητώς τον όρο «ανάλωση», απέδωσε σημασία στο αν η οιάθεση των σχετικών προϊόντων στο εμπόριο έχει γίνει με τη συγκατάθεση τον κατόχου δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας ( 101 ).
3) Το ειδικό αντικείμενο τον δικαιώματος ευρεσιτεχνίας
94.
Το Δικαστήριο όρισε για πρώτη φορά το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας με την απόφαση Centrafarm. Mlū νεοϋορκέζικη εταιρία (η Sterling Drug Inc.) ήταν ο δικαιούχος παραλλήλων φαρμακευτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (για μέθοδο παρασκευής) τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στις Κάτω Χώρες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας κατείχετο και το προϊόν παρεσκευάζετο από μια βρετανική θυγατρική εταιρία (τη Sterling-Winthrop Group Ltd), ενώ στις Κάτω Χώρες το προϊόν διενέμετο μέσω μιας θυγατρικής της βρετανικής εταιρίας. Η Centrafarm εισήγε στις Κάτω Χώρες παρτίδες του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, οι οποίες είχαν νομίμως διατεθεί στο εμπόριο από θυγατρικές εταιρίες της Sterling Drug στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία- έτσι, η υπόθεση Centrafarm ήταν σαφώς μια υπόθεση όπου υφίσταντο παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Κάτω Χώρες.
95.
Βάσει του ολλανδικού δικαίου, η ολλανδική θυγατρική της Sterling Drug εδικαιούτο να εμποδίσει την εμπορία των προϊόντων αυτών, δεδομένου ότι το δικαίωμα που παρείχε το ολλανδικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν είχε αναλωθεί από την πώληση στις εξάγουσες χώρες, αλλά το εθνικό δικαστήριο ρώτησε αν οι περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κανόνες της Συνθήκης αντετίθεντο σ' αυτό. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση Deutsche Grammophon, έκρινε ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης «δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων παρά στο μέτρο που αυτές δικαιολογούνται από την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο αυτής της ιδιοκτησίας» ( 102 ). Χωρίς αμφιβολία, επηρεασμένο από τον γενικό εισαγγελέα Α. Trabucchi ( 103 ), το Δικαστήριο καθόρισε ότι το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας συνίσταται «στο να διασφαλίσει στον κάτοχο, για να ανταμείψει τη δημιουργική προσπάθεια του εφευρέτη, το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί μια εφεύρεση για την παραγωγή και την πρώτη θέση σε κυκλοφορία βιομηχανικών προϊόντων, είτε άμεσα είτε με τη χορήγηση αδειών σε τρίτους, καθώς και το δικαίωμα να αντιτίθεται σε οποιαδήποτε παραποίηση» ( 104 ).
96.
Το Δικαστήριο προχώρησε ορίζοντας ότι η εφαρμογή μιας αρχής του εθνικού δικαίου βάσει της οποίας «το δικαίωμα του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν αναλίσκεται με τη διάθεση στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος του προστατευόμενου από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, έτσι ώστε ο κάτοχος [να] μπορεί να αντιτίθεται στην εισαγωγή στο ίδιο το κράτος του του προϊόντος που έχει διατεθεί στο εμπόριο σε άλλο κράτος», θα αποτελούσε εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αναγνώρισε ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δικαιώματος αυτού υπό τη διττή προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται ούτε δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας ούτε και συγκατάθεση για τη διάθεση του προϊόντος στο εμπόριο στο εξάγον κράτος μέλος ( 105 ). Από την άλλη πλευρά, η επίκληση του δικαιώματος αυτού δεν μπορεί να δικαιολογηθεί «όταν το προϊόν νομίμως κυκλοφόρησε στην αγορά του κράτους μέλους, από το οποίο εισάγεται, από τον ίδιο τον κάτοχο ή με τησυναίνεσή του, ιδίως στην περίπτωση κατόχου παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας» ( 106 ). Αποδοχή ενός τέτοιου δικαιώματος θα παρείχε στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας τη δυνατότητα να στεγανοποιήσει τις εθνικές αγορές, περιορίζοντας έτσι το εμπόριο «χωρίς ένας τέτοιος περιορισμός να είναι αναγκαίος για να του διασφαλίσει την ουσία των αποκλειστικών δικαιωμάτων που απορρέουν από παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας» ( 107 ).
97.
Έπεται κατά την άποψη μου ότι, άπαξ ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας τύχει της εξασφαλιζομένης αποκλειστικότητας κατά την πρώτη διάθεση στο εμπόριο, αποκλειστικότητας η οποία δεν αποτελεί εγγύηση μονοπωλιακών κερδών, το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος του ευρεσιτεχνίας έχει αναλωθεί. Σε αντίθεση με τα εθνικά δίκαια ευρεσιτεχνίας, τα οποία (σε διαφορετικό βαθμό το κάθε ένα) επιτρέπουν στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας να αντιτάσσεται στις εισαγωγές του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος που διατέθηκε στο εμπόριο εκτός του εθνικού εδάφους, η αναπτυχθείσα τώρα στο κοινοτικό δίκαιο εκδοχή της θεωρίας περί αναλώσεως επιτρέπει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας απλώς να επιλέξει τον τόπο όπου επιθυμεί να διαθέσει για πρώτη φορά στο εμπόριο εντός της Κοινότητας τα σχετικά προϊόντα άπαξ γίνει η επιλογή αυτή, πρέπει, συμφωνά με την κοινοτική αρχή της αναλώσεως, να επιτρέπεται του λοιπού να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρη την κοινή αγορά τα διατεθέντα στο εμπόριο αντικείμενα.
98.
Συνίσταται, όπως ισχυρίζεται η Beecham, η αναγνωρισθείσα με την απόφαση Centrafarm εγγύηση της αποκλειστικότητας στο δικαίωμα πρώτης διαθέσεως του προϊόντος στο εμπόριο με το ευεργέτημα της προστασίας της ευρεσιτεχνίας; Ενόψει του βασικού ρόλου της αποφάσεως αυτής στην ανάπτυξη της νομολογίας του Δικαστηρίου, είναι σημαντικό να τεθεί η ερώτηση αυτή. Η σαφής βάση του υποβληθέντος ερωτήματος συνίστατο στο ότι το προστατευόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν είχε διατεθεί στο εμπόριο στο εξάγον κράτος μέλος τόσο με το ευεργέτημα της προστασίας της ευρεσιτεχνίας όσο και με τη συγκατάθεση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Αυτό ήταν το ερώτημα στο οποίο δόθηκε απάντηση. Από την άλλη πλευρά, η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε καλύπτει ευρύτερη κατηγορία περιπτώσεων. Στη σκέψη 11, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υφίσταται μια κατάσταση όπου μπορεί να επιτραπεί ένα εμπόδιο όταν λείπουν και οι δύο προϋποθέσεις της υπάρξεως δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και της συγκαταθέσεως και αναφέρθηκε σωρευτικός στην εισαγωγή προϊόντος «προελεύσεως κράτους μέλους όπου δεν προστατεύεται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και κατασκευάστηκε από τρίτους χωρίς τη συναίνεση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας» (η υπογράμμιση δική μου), πράγμα που φυσικά ήταν η κατάσταση των πραγμάτων στην υπόθεση Parke-Davis. Το Δικαστήριο δεν αντιμετώπισε την κατάσταση όπου πληρούται μόνον η μία από τις προϋποθέσεις αυτές. Περαιτέρω ασάφεια προκύπτει από τη φράση «ιδίως στην περίπτωση κατόχου παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας», ως συνεπαγόμενη ότι αυτή είναι μόνο μια κατάσταση όπου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το να εμποδιστούν οι παράλληλες εισαγωγές. Για να το πω ευθέως, η απόφαση Centrafarm έλυσε το ζήτημα μόνο για μια τέτοια περίπτωση. Ωστόσο, το Δικαστήριο απέδωσε μεγάλη σημασία στη συγκατάθεση για την πρώτη διάθεση στο εμπόριο και, από την άποψη αυτή, η εν λόγω απόφαση είναι συνεπής με την απόφαση Deutsche Grammophon. Το αντίστροφο πρόβλημα ερμηνείας ανακύπτει στην υπόθεση εκείνη, όπου δεν υφίστατο (τουλάχιστον κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα) παράλληλη προστασία στη Γαλλία ισοδύναμη με αυτήν που παρείχε στους παραγωγούς υποθεμάτων ήχου το ασκούν επιρροή γερμανικό δίκαιο των δικαιωμάτων του δημιουργού. Όμως, ούτε ο γενικός εισαγγελέας ούτε το Δικαστήριο επέσυραν την προσοχή στη διάκριση αυτή, η οποία δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη στο σκεπτικό της αποφάσεως.
99.
Το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της ερμηνείας της αποφάσεως Centrafarm όπως προτείνουν οι φαρμακευτικές εταιρίες είναι ότι, εφόσον το ειδικό αντικείμενο συνίσταται στο αποκλειστικό δικαίωμα πρώτης διαθέσεως στο εμπόριο του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, ο κανόνας που επιτρέπει τις παράλληλες εισαγωγές τέτοιων προϊόντων εχόντων διατεθεί στο εμπόριο από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε κράτος μέλος όπου δεν υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας και όπου, κατά συνέπεια, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπέκειτο σε δυνητικό ανταγωνισμό κατά το στάδιο της πρώτης διαθέσεως στο εμπόριο θα απογύμνωνε το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα από μεγάλο μέρος της σημασίας του, δηλαδή ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει τουλάχιστον να είχε την ευκαιρία να αποκομίσει μονοπωλιακά κέρδη στο εξάγον κράτος μέλος πριν μπορέσει να λεχθεί ότι έχουν αναλωθεί τα εθνικά του δικαιώματα στο εισάγον κράτος μέλος ( 108 ).
Φυσικά, αυτός ήταν ο κύριος ισχυρισμός της Merck και των υποβαλόντων παρατηρήσεις κρατών μελών, ο οποίος απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση Merck.
4) Η απόφαση Merck
100.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως Merck αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές, με μία μόνο σημαντική διαφορά, στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως Parke-Davis. Η Merck κατείχε παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας σε πλείστα όσα κράτη μέλη για το Moduretic, φαρμακευτικό προϊόν που εχρησιμοποιείτο κατά της υπερτάσεως. Διέθετε το προστατευόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν στο εμπόριο στην Ιταλία την εποχή που η προστασία της ευρεσιτεχνίας αποκλειόταν ρητώς για τα φαρμακευτικά προϊόντα και τις μεθόδους παρασκευής τους. Η Stephar αγόραζε παρτίδες του προϊόντος που επωλούντο στην Ιταλία από τη Merck και τις εισήγε στις Κάτω Χώρες, όπου, λόγω του ότι εκεί ίσχυαν υψηλές τιμές, μπορούσε να πωλεί σε χαμηλότερες τιμές απ' ό,τι η Merck. Η Merck προέβαλε ότι τα δικαιώματα της βάσει του ολλανδικού δικαίου της ευρεσιτεχνίας δεν μπορούσαν να αναλωθούν από τη διάθεση των προϊόντων στο εμπόριο στην Ιταλία υπό συνθήκες ελλείψεως προστασίας της ευρεσιτεχνίας.
101.
Η Beecham προβάλλει ότι το Δικαστήριο, με το να κρίνει στην απόφαση Merck ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας αναλίσκει το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος του μέσω διαθέσεως του προϊόντος στο εμπόριο σε κράτος μέλος όπου δεν υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας, επέκτεινε εσφαλμένως το πεδίο εφαρμογής της θεωρίας που διατυπώθηκε με την απόφαση Centrafarm. Στην υπόθεση Merck, η Επιτροπή και η Stephar προέβαλαν ότι η έλλειψη παραλλήλου διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν ασκούσε επιρροή, δεδομένου ότι ο βασικός παράγων ήταν η συγκατάθεση της Merck για τη διάθεση του προϊόντος στο εμπόριο στην Ιταλία. Η Merck, υποστηριζόμενη από τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ συμφώνησε με το διατυπωθέντα στην υπόθεση Centrafarm ορισμό του ειδικού αντικειμένου του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, επέμεινε ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει τουλάχιστον μία φορά την ευκαιρία να αποκομίσει μονοπωλιακό κέρδος.
102.
Νομίζω ότι είναι σκόπιμο να εκθέσω με μερικές λεπτομέρειες τη συλλογιστική του Δικαστηρίου και του γενικού εισαγγελέα G. Reischl.
103.
Στις προτάσεις του, έχοντας επισημάνει ότι τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση Deutsche Grammophon (έλλειψη ισοδυνάμου γαλλικού δικαιώματος μη εμποδίζουσα την ανάλωση του γερμανικού δικαιώματος του δημιουργού) είναι παρεμφερή με αυτά στην υπόθεση Merck ( 109 ), ο γενικός εισαγγελέας G. Reischl τόνισε ότι η σκέψη 11 της αποφάσεως Centrafarm «αφορά προφανώς την περίπτωση χώρας στην οποία δεν παρέχεται προστασία με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας» ( 110 ). Απαρίθμησε τρεις κύριους λόγους για να απορριφθεί η άποψη ότι ανάλωση μπορεί να επέλθει μόνον αν το προστατευόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν διατέθηκε στο εμπόριο σε κράτος μέλος όπου υφίστατο προστασία της ευρεσιτεχνίας:
1)
οι εξουσίες που έχει αναγνωριστεί ότι αποτελούν το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αυτοσκοπός, αλλά προβλέπονται για να παράσχουν στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας «την δυνατότητα να ανταμειφθεί για την εφευρετική δημιουργική του προσπάθεια [η οποία καίτοι αποτελεί σκοπό] του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν είναι συνυφασμένη] με το δικαίωμα καθ' εαυτό [και της οποίας] η πραγματοποίηση (...) εξαρτάται από μεγάλο αριθμό παραγόντων της αγοράς, όπως η ύπαρξη προϊόντων υποκαταστάσεως και η δυνατότης εμπορικής εκμεταλλεύσεως, καθώς και από άλλες παρόμοιες συνθήκες» ( 111 )
2)
η αδυναμία να επιτευχθεί προστασία της ευρεσιτεχνίας δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η Merck «ήταν σε θέση (...) να αποφασίζει ελευθέρως στην αγορά ποίου κράτους μέλους θα διέθετε το προϊόν το οποίο εκαλύπτετο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις Κάτω Χώρες», η επιλογή αυτή καθοδηγήθηκε από τα συμφέροντα της Merck και, επί πλέον, η Merck κατείχε στην Ιταλία «πάντοτε ένα de facto μονοπώλιο για το εν λόγω προϊόν» ( 112 )
3)
η εφαρμογή της θεωρίας περί αναλώσεως δεν μπορεί να επηρεαστεί από το γεγονός ότι οι κυρίως ωφελούμενοι είναι οι παράλληλοι εισαγωγείς και όχι οι καταναλωτές, δεδομένου ότι μία από τις ουσιώδεις πτυχές της κοινής αγοράς συνίσταται στο ότι τα προϊόντα πρέπει να κατασκευάζονται ή να διατίθενται στο εμπόριο εκεί όπου αυτό μπορεί να γίνει όσο το δυνατόν φθηνότερα.
104.
Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι εξίσου κατηγορηματική. Τονίζει ότι το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας «έγκειται ουσιαστικώς στη χορήγηση στον εφευρέτη του αποκλειστικού δικαιώματος να θέσει πρώτος σε κυκλοφορία το προϊόν». Το δικαίωμα αυτό είναι εκείνο που «επιτρέπει στον εφευρέτη, διασφαλίζοντας του το μονοπώλιο εκμεταλλεύσεως του προϊόντος του, να επιτυγχάνει την ανταμοιβή της δημιουργικής του προσπάθειας χωρίς, πάντως, να του εγγυάται την ανταμοιβή αυτή υπό οιασδήποτε συνθήκες» ( 113 ). Ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να αποφασίζει «εν γνώσει όλων των δεδομένων (...) συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητος να το διοχετεύει σε κράτος μέλος, όπου δεν υφίσταται κατά νόμο προστασία με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το εν λόγω προϊόν». Αν αποφασίσει να διαθέσει το προϊόν στο εμπόριο σε μια τέτοια χώρα, «οφείλει, τότε, να αποδεχθεί τις συνέπειες της επιλογής του όσον αφορά την ελευθέρα κυκλοφορία του προϊόντος στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, η οποία συνιστά θεμελιώδη αρχή αποτελούσα τμήμα των νομικών και οικονομικών συνθηκών που ο δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας οφείλει να λάβει υπ' όψη προκειμένου να καθορίσει τον τρόπο ασκήσεως του αποκλειστικού του δικαιώματος» ( 114 ). Το Δικαστήριο συνέχισε: «το να επιτραπεί στον εφευρέτη ή στους έλκοντες από αυτόν δικαιώματα να επικαλούνται [υπό τις συνθήκες αυτές] το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (...) θα συνεπήγετο στεγανοποίηση των εθνικών αγορών αντίθετη προς τους σκοπούς της Συνθήκης» ( 115 ).
105.
Τα εκτενή επιχειρήματα που προβάλλονται τώρα υπέρ της ανεπιφύλακτης εγκαταλείψεως της αποφάσεως Merck μπορούν στην ουσία να συνοψιστούν σε δύο κύριους αλλά αλληλένδετους ισχυρισμούς: 1) λογικά, το ειδικό αντικείμενο ενός εθνικού δικαιώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να αναλωθεί κατά το κοινοτικό δίκαιο μόνον όταν το προστατευόμενο προϊόν διατέθηκε για πρώτη φορά στο εμπόριο με το ευεργέτημα της προστασίας της ευρεσιτεχνίας 2) η απόφαση Merck είναι ασυμβίβαστη με τη μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου.
Γ — Επανεξέταση της αποφάσεως Merck
106.
Ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs, στις προτάσεις του στην υπόθεση HAG Π, θεώρησε ότι δεν υφίσταται λογική βάση της θεωρίας περί κοινής προελεύσεως των σημάτων που διατυπώθηκε με την απόφαση Van Zuylen κατά HAG ( 116 ). Η απόφαση Merck αντιπροσωπεύει, τουλάχιστον όσον αφορά τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, το αποκορύφωμα της υιοθετήσεως της συγκαταθέσεως για τη διάθεση στο εμπόριο ως βάσεως για την ανάλωση των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Άπαξ ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας συγκατατεθεί για την πρώτη διάθεση στο εμπόριο σε οποιοδήποτε κράτος μέλος μιας παρτίδας των προϊόντων του, τότε, ανεξαρτήτως του αν υφίσταται στο κράτος αυτό προστασία της ευρεσιτεχνίας, τα παράλληλα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας όσον αφορά την παρτίδα αυτή έχουν αναλωθεί σε ολόκληρη την Κοινότητα. Όμως, είμαι πεπεισμένος ότι ο κανόνας της αποφάσεως Merck δεν πρέπει πλέον να εφαρμόζεται. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση Merck είναι εσφαλμένη και, στην καλύτερη περίπτωση, βασίστηκε σε κάτι που έγινε σιωπηρώς δεκτό με την απόφαση Centrafarm — όπου το ζήτημα δεν είχε τεθεί από τα πραγματικά περιστατικά της παραπεμφθείσας υποθέσεως — όσον αφορά την πρέπουσα εξισορρόπηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων με την προστασία των εθνικών δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας στις περιπτώσεις όπου δεν υφίστανται παράλληλα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Κατά την άποψη μου, η απόφαση Merck προχώρησε παρά πολύ μακριά κατά την εξασφάλιση του να μη χρησιμοποιούνται τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας για τη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών εις βάρος της κοινής αγοράς και, έτσι, υπονόμευσε ό,τι θα έπρεπε να είχε αναγνωριστεί ως ο πυρήνας του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, δηλαδή την εξουσία του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας να διαθέτει κάθε συγκεκριμένο τεμάχιο του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος του για πρώτη φορά στο εμπόριο σε κράτος μέλος με το ευεργέτημα της ελλείψεως ανταγωνισμού από μη εγκεκριμένα αντίγραφα κατά τη διάρκεια της ισχύος του διπλώματος.
Ι) Η εσφαλμένη βάση της αποφάσεως
107.
Είναι σαφές από το άρθρο 36 της Συνθήκης ότι τα εθνικά δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστα με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς. Ελλείψει κοινοτικών κανόνων εναρμονίσεως, τα δικαιώματα αυτά παραμένουν άθικτα από το κοινοτικό δίκαιο. Όμως, το κοινοτικό δίκαιο θεμιτώς ασχολείται με τις δραστηριότητες των κατόχων παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που έχουν ως αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών ( 117 ). Τα εθνικά δίκαια βιομηχανικής ιδιοκτησίας διέκριναν παραδοσιακώς την εκ μέρους κατόχου δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας διάθεση στο εμπόριο στην ημεδαπή από την εκ μέρους του αυτού προσώπου διάθεση στο εμπόριο στην αλλοδαπή.'Ετσι, ενώ η διάθεση στο εμπόριο στην ημεδαπή απέκλειε κατά κανόνα τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας από τον περαιτέρω έλεγχο της εμπορίας στην ημεδαπή του προστατευομένου προϊόντος, τούτο δεν αποτελούσε συνήθως τη συνέπεια της διαθέσεως παρτίδων του προϊόντος στο εμπόριο στην αλλοδαπή. Η διαφορά αυτή επέτρεπε στους κατόχους παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας να στεγανοποιούν τις εθνικές αγορές με την ελπίδα αντλήσεως μονοπωλιακών κερδών από κάθε ελεγχόμενη επί μέρους αγορά. Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια γενεσιουργός διακρίσεων μεταχείριση δεν μπορεί πλέον να είναι ανεκτή στην Κοινότητα της οποίας οι θεμελιώδεις στόχοι περιλαμβάνουν τη δημιουργία ενιαίας αγοράς χωρίς εσωτερικά σύνορα ( 118 ). Όμως, η απόφαση Merck προχωρεί πιο μακριά, επιφυλάσσοντας την ίδια μεταχείριση στις εισαγωγές που δεν ελέγχονται κατ' αυτόν τον τρόπο. Η μοναδική αιτιολογία γι' αυτό είναι η υποτιθέμενη εκούσια πράξη διαθέσεως στο εμπόριο.
108.
Δεν έχω πειστεί ότι ο επιτρεπόμενος υπέρ κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας περιορισμός των εισαγωγών αποτελεί αυθαίρετο περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου απλώς και μόνο λόγω του ότι τα περί ων πρόκειται προϊόντα διατέθηκανεκουσίως στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος χωρίς το ευεργέτημα της προστασίας της ευρεσιτεχνίας ( 119 ). Το αποτέλεσμα της αποφάσεως Merck συνίσταται στην εξαγωγή στο εισάγον κράτος όχι μόνο του προϊόντος αλλά και των εμπορικών συνεπειών της νομοθετικής επιλογής του εξάγοντος κράτους, λόγω του ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας προέβη στην εμπορική επιλογή να πωλήσει το προϊόν ακόμη και εντός ενός λιγότερο προστατευομένου περιβάλλοντος. Το αποτέλεσμα της αποφάσεως είναι ότι, για να αποφευχθεί η μείωση της αξίας των εθνικών δικαιωμάτων του ευρεσιτεχνίας στα κράτη μέλη που προστατεύουν τα δικαιώματα αυτά, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ενθαρρύνεται να κατακερματίσει την κοινή αγορά με διαφορετικό τρόπο, δηλαδή με την άρνηση να εφοδιάζει με παρτίδες των προϊόντων του τις αγορές των κρατών μελών όπου δεν αναγνωρίζονται τα δικαιώματα του: το προϊόν δεν θα είναι συνεπώς διαθέσιμο για τους παράλληλους εισαγωγείς και ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να επικαλεστεί τα δικαιώματα του ευρεσιτεχνίας σε άλλα κράτη μέλη για να αντιταχθεί σε οποιαδήποτε παράλληλη εισαγωγή μη εγκεκριμένων αντιγράφων κατασκευασμένων σε μη προστατευόμενες αγορές ( 120 ). Με άλλα λόγια, θα ευνοούσε τις από εμπορικής απόψεως παράλογες αποφάσεις να κρατηθούν προϊόντα μακριά από τις αγορές τέτοιων κρατών, όπου οι πωλήσεις του προϊόντος παρέχουν μερικές προοπτικές κέρδους ( 121 ).
109.
Ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα που θα απέρρεε από το να προβούν οι ενάγουσες στην αναγνωριζόμενη στη σκέψη 11 της αποφάσεως Merck «επιλογή» θα ήταν να περιοριστούν οι Ισπανοί και Πορτογάλοι ασθενείς στη χρήση μη εγκεκριμένων εγχωρίων αντιγράφων των φαρμακευτικών προϊόντων που προστατεύονται με διπλώματα ευρεσιτεχνίας σε άλλα κράτη μέλη. Δεν νομίζω ότι η προσέγγιση αυτή συμβάλλει στη δημιουργία εσωτερικής αγοράς φαρμακευτικών προϊόντων ή στην «εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου» ( 122 ).
110.
Κατά την άποψη μου, το γεγονός ότι με την απόφαση Merck έγινε αναφορά στην έννοια της ελεύθερης συγκαταθέσεως για τη διάθεση στο εμπόριο συγκαλύπτει απαραδέκτους το σε επίπεδο λογικής σφάλμα ότι μπορεί να λεχθεί ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ανάλωσε τα δικαιώματα του επιλέγοντας να διαθέσει παρτίδες του προστατευομένου προϊόντος στο εμπόριο σε κράτη μέλη όπου δεν υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας. Δεχόμενος, κατά τον τρόπο που δέχομαι, τον εκ μέρους του Δικαστηρίου ορισμό του ειδικού αντικειμένου του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας ( 123 ), δεν θεωρώ ότι η από εμπορικής απόψεως λογική πράξη της διαθέσεως ενός προστατευομένου προϊόντος στο εμπόριο σε κράτος μέλος όπου δεν υφίσταται προστασία συνοδεύεται από το βασικό στοιχείο που εξασφαλίζεται από το εν λόγω ειδικό αντικείμενο. Στην απόφαση Merck, το Δικαστήριο περιέγραψε την «υπόσταση του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας» ως συνισταμένη «ουσιαστικώς στη χορήγηση στον εφευρέτη του αποκλειστικού δικαιώματος να θέσει πρώτος σε κυκλοφορία το προϊόν», το οποίο δικαίωμα «επιτρέπει στον εφευρέτη, διασφαλίζοντας του το μονοπώλιο εκμεταλλεύσεως του προϊόντος του, να επιτυγχάνει την ανταμοιβή της δημιουργικής του προσπάθειας χωρίς, πάντως, να του εγγυάται αυτή την ανταμοιβή υπό οιασδήποτε συνθήκες» ( 124 ).
111.
Ενώ πιστεύω ότι το Δικαστήριο ορθώς έχει εγκύψει στο ζήτημα της δυνητικής στεγανοποιήσεως των εθνικών αγορών που ανακύπτει από την εκμετάλλευση από τους κατόχους δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας των εγγενώς εδαφικών (και συνεπώς προστατευτικών) δικαιωμάτων τους, θεωρώ ότι η μέριμνα αυτή δεν έχει θέση σε περιπτώσεις που δεν υφίστανται παράλληλα δικαιώματα. Οι διαφορετικές πολιτικές των κρατών μελών όσον αφορά τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα ήταν η πραγματική αιτία για τη μη ομοιομορφία της κοινής αγοράς ( 125 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, το να επιβληθεί στους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που επιχειρούν να ασκήσουν τα εθνικά δικαιώματα τους ευρεσιτεχνίας μια μορφή του κανόνα «non venire contra factum proprium» (όπως πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας G. Reischl με τις προτάσεις του στην υπόθεση Merck ( 126 )), απλώς και μόνο με βάση το ότι έχουν ήδη επιδιώξει να αντλήσουν κέρδη από άλλη εθνική αγορά παρά το óu εκεί δεν τους παρέχεται προστασία της ευρεσιτεχνίας, επιβάλλει στην ουσία στους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τους όρους της κοινής αγοράς εκεί που στην πράξη δεν υφίσταται κοινή αγορά. Ο γενικός εισαγγελέας G. Reischl τόνισε ότι οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δεν έχουν πάντοτε μονοπωλιακό κέρδος και απαρίθμησε διάφορους εξωγενείς παράγοντες που μπορούν να υπονομεύσουν σοβαρά την αποδοτικότητα, όπως είναι η ύπαρξη υποκατάστατων προϊόντων ( 127 ). Η άποψη του Δικαστηρίου ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας οφείλει, υπό τις συνθήκες αυτές, να δέχεται τις συνέπειες της αποφάσεως του περί διαθέσεως στο εμπόριο «δεν αποτελεί αιτιολογία αλλά συμπέρασμα» ( 128 ).
112.
Οι ενάγουσες διατείνονται ότι, αν, παραδείγματος χάριν, αποσύρουν τα προϊόντα τους από την ισπανική και την πορτογαλική αγορά και, τουλάχιστον όσον αφορά την Κοινότητα, επιδιώξουν να αποσβέσουν τις ερευνητικές τους επενδύσεις για τα προϊόντα αυτά αποκλειστικώς από άλλες εθνικές αγορές όπου αναγνωρίζονται τα δικαιώματα τους ευρεσιτεχνίας, το καλό τους όνομα και η φήμη τους θα υφίσταντο, ειδικά στην Ισπανία και την Πορτογαλία, σημαντική εμπορική βλάβη. Τα επιχειρήματα αυτά με εντυπωσίασαν, ειδικά καθότι μια τέτοια βλάβη θα απέρρεε από την απόσυρση ή την άρνηση προμηθεύσεως φαρμακευτικών προϊόντων σε μια ολόκληρη αγορά. Φυσικά, η δυνητική εμπορική βλάβη δεν αποτελεί λόγο να μην υπάρξει ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Όμως, αυτό το είδος βλάβης συνδέεται σαφώς με τη δυνητική απώλεια του κινήτρου για τους επενδυτές. Θα απέρριπτα επιχειρήματα ón η απώλεια του δικαιώματος αποσβέσεως του κόστους έρευνας σε μία ή δύο αγορές πρέπει να αγνοηθεί εκτός αν μπορεί να αποδειχθεί ότι τούτο κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσει στο μέλλον σε περιορισμό των επενδύσεων για την έρευνα. Πρέπει να γίνει δεκτή μια εξισορροπημένη και δίκαιη προσέγγιση. Τούτο απαιτεί ότι η ισπανική και η πορτογαλική αγορά, ακόμη και αν είναι αδύνατον να υποχρεωθούν να συμβάλουν στην απόσβεση του κόστους έρευνας, θα πρέπει τουλάχιστον να μη χρησιμοποιούνται για να υπονομευθεί το εγχείρημα αυτό σε άλλες αγορές. Δυστυχώς, μέχρι τώρα οι λογικές συνέπειες της αποφάσεως Merck όχι μόνον ενθαρρύνουν τις φαρμακευτικές εταιρίες να απομονώσουν την Ισπανία και την Πορτογαλία από την υπόλοιπη Κοινότητα με το να αποσυρθούν από τις αγορές αυτές, αλλά και συνιστούν, κατά τον τρόπο αυτόν, τον καταστατικό χάρτη των επίδοξων αντιγραφέων στις αγορές αυτές, ο οποίος θα ισχύσει τουλάχιστον μέχρι ότου οι προσανατολισμένες στην έρευνα φαρμακευτικές εταιρίες καταφέρουν να διαθέσουν στις αγορές αυτές νέα και, συνεπώς, δυνάμενα να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα.
113.
Η εμπορική επιλογή που αφέθηκε στις φαρμακευτικές εταιρίες με τη σκέψη 11 της αποφάσεως Merck καθίσταται ακόμη πιο άκαμπτη αν εξεταστεί στο πλαίσιο των φαρμακευτικών αγορών. Για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω στα σημεία 155 έως 161, δεν προτείνω να επανεξετάσει το Δικαστήριο κάτω από ποιες συνθήκες νοθεύεται η ελεύθερη βούληση των φαρμακευτικών εταιριών από μια ηθική υποχρέωση διαθέσεως προϊόντων στο εμπόριο. Όμως, οι σκέψεις αυτές δεν στερούνται παντελώς αξίας ή επιρροής για την επανεξέταση της κύριας βάσεως της αποφάσεως Merck. EívaL δυνατόν να λεχθεί ότι οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν να αποσύρουν από την ισπανική και την πορτογαλική αγορά τα προστατευόμενα στην αλλοδαπή με διπλώματα ευρεσιτεχνίας προϊόντα τους. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να υποτεθεί ότι μια τέτοια ακραία πρόταση αντιπροσωπεύει οπωσδήποτε μια πραγματοποιήσιμη ενέργεια. Κατά την άποψη μου, επιτακτικές εμπορικές σκέψεις με σημαντικό ηθικό περιεχόμενο καθιστούν στην πράξη απαράδεκτη μια τέτοια πρόταση.
114.
Οι λόγοι να μην ακολουθηθεί η απόφαση Merck δεν επηρεάζονται, κατά την άποψη μου, από το ότι η απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε σιωπηρώς από τα κράτη μέλη στην Πράξη Προσχωρήσεως. Η Πράξη Προσχωρήσεως δεν εδραίωσε στο κοινοτικό δίκαιο την απόφαση Merck. Αντιθέτως, τόσο τα μακροπρόθεσμα όσο και τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα της Πράξεως Προσχωρήσεως συνίστανται στην άρνηση και τον αποκλεισμό της διαρκούς εφαρμογής του κανόνα που περιέχεται στην απόφαση Merck. Μακροπρόθεσμα, απαιτήθηκε από την Ισπανία και την Πορτογαλία να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για να την καταστήσουν «συμβιβάσιμη (...) με το επίπεδο προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας που έχει επιτευχθεί στην Κοινότητα» ( 129 ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση της αποκτήσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα, τούτο ενισχύθηκε, όπως είδαμε, με την υποχρέωση, η οποία βέβαια καθυστέρησε μέχρι το 1992, περί προσχωρήσεως στη ΣΕΔΕ. Έτσι, από το 1992, όλα τα προϊόντα αυτά μπορούν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε αυτά τα κράτη μέλη. Η απόκτηση παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας θα καταστεί ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Όσα προϊόντα προστατεύονταν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε άλλα κράτη μέλη πριν από το 1992, λόγω του ότι δεν θα πρόκειται περί νέων εφευρέσεων και λόγω της συνακόλουθης ελλείψεως της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία και την Πορτογαλία, θα παραμείνουν μια δυνητική πηγή παραλλήλων εισαγωγών, αν έγιναν εκεί αντικείμενο εμπορίας από τους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και, συνεπώς, από πρόσωπα δυνάμενα να επικαλεστούν την απόφαση Merck. Όμως, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή του κανόνα αναβλήθηκε επί τρία έτη βάσει της μεταβατικής παρεκκλίσεως. Συνεπώς, κατ' ουδένα τρόπον η Πράξη Προσχωρήσεως επανέλαβε ή ενίσχυσε την απόφαση Merck. Το πολύ, μπορεί να λεχθεί ότι η μεταβατική περίοδος αποτελεί σιωπηρή αναγνώριση του ότι ο κανόνας υιοθετήθηκε μεν από το Δικαστήριο, αλλά τα αποτελέσματα του πρέπει να αναβληθούν.
115.
Εν συνόψει, είμαι πεπεισμένος ότι η απόφαση Merck συνιστά απαράδεκτο περιορισμό της προσήκουσας ασκήσεως των εθνικών δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας. Βασίζεται αποκλειστικώς στο κριτήριο της συγκαταθέσεως για τη διάθεση στο εμπόριο. Πιστεύω ότι θίγει απαραδέκτως το έννομο συμφέρον των κατόχων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και την ολοένα και περισσότερο αναγνωριζομένη κοινοτική λειτουργία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Με εντυπωσιάζει τα μέγιστα το σφάλμα της σε επίπεδο λογικής. Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας αποτελούν δημιουργήματα του εθνικού και όχι του κοινοτικού δικαίου. Η θεωρία περί αναλώσεως υφίσταται σε μερικά και όχι σε όλα τα κράτη μέλη. Δικαίωμα παρεχόμενο από εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν μπορεί να ασκηθεί και, συνεπώς, δεν μπορεί να αναλωθεί με την πράξη διαθέσεως στο εμπόριο σε κράτος μέλος που δεν αναγνωρίζει ούτε αυτό ούτε οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ευρεσιτεχνίας για το σχετικό προϊόν. Το εθνικό δικαστήριο παρατήρησε, δικαιολογημένα, ότι «η θεωρία περί αναλώσεως δύσκολα μπορούσε να εφαρμοστεί στην υπόθεση Merck». Η κοινοτική θεωρία περί αναλώσεως, η οποία διατυπώθηκε στην απόφαση Centrafarm, πρέπει να επιφυλάσσεται για τις περιπτώσεις όπου υφίστανται γνήσια παράλληλα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας. Εκεί η λογική είναι ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας έκανε χρήση του μονοπωλιακού του δικαιώματος μία φορά στο κράτος μέλος εξαγωγής. Τότε είναι που επέρχεται η ανάλωση. Στη συνέχεια, επεμβαίνει το άρθρο 30 της Συνθήκης για να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας στο εισάγον κράτος μέλος για να στεγανοποιηθούν οι αγορές προς όφελος του κατόχου των δύο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η απόφαση Merck δεν έχει θέση σε αυτό το πλαίσιο λογικής.
2) Πρόταση προς το Δικαστήριο
116.
Έτσι, είμαι πεπεισμένος, ακόμη και πριν εξετάσω τις εκδικασθείσες αργότερα υποθέσεις που επικαλέστηκαν οι ενάγουσες προς στήριξη της απόψεως να επανεξεταστεί η απόφαση Merck, ότι η απόφαση αυτή δεν πρέπει να αποτελεί πλέον το ισχύον δίκαιο. Κατά την άποψη μου, το άρθρο 36 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό παρασκεύασμα σε κράτος μέλος, ο οποίος επίσης διαθέτει παρτίδες του προϊόντος στο εμπόριο σε δεύτερο κράτος μέλος, όπου δεν υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας, να επικαλεστεί τα δικαιώματα του βάσει του δικαίου του πρώτου κράτους μέλους για να εμποδίσει τις εισαγωγές στο πρώτο κράτος προϊόντων που είχαν αρχικώς διατεθεί στο εμπόριο στο δεύτερο κράτος μέλος.
3) Στήριξη στη νομολογία για να μην ακολουθηθεί η απόφαση Merck
117.
Πιστεύω επίσης ότι οι ενάγουσες ορθώς ισχυρίζονται ότι η μεταγενέστερη της αποφάσεως Merck νομολογία του Δικαστηρίου στηρίζει την άποψη ότι πρέπει να επανεξεταστεί το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής. Οι ενάγουσες επικαλέστηκαν ειδικά τις αποφάσεις Pharmon, Warner Brothers και Metronone Video και Ideal-Standard.
α) Οι αποφάσεις Musik-Vertieb membran και K-tel International και Pharmon
118.
Είναι δύσκολο να αξιολογηθεί πλήρως η επιρροή της αποφάσεως Pharmon χωρίς να εξεταστεί επίσης η απόφαση Musik-Vertieb membran και K-tel International, η οποία εκδόθηκε μόλις λίγους μήνες πριν από την απόφαση Merck. Το άρθρο 8 του νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου Copyright Act του 1956 είχε εφαρμογή αν στο Ηνωμένο Βασίλειο είχε παραχθεί μουσικό έργο επί υποθέματος ήχου με τον σκοπό λιανικής πωλήσεως από τον κάτοχο του δικαιώματος του δημιουργού ή για λογαριασμό του. Ελλείψει συμφωνίας, ο προτιθέμενος να κατασκευάσει δίσκους του μουσικού έργου έπρεπε, για να τύχει της εκ του νόμου αδείας εκμεταλλεύσεως, απλώς να γνωστοποιήσει στον συνθέτη την πρόθεση του περί αναπαραγωγής του έργου και να δεχθεί να καταβάλει δικαιώματα εκμεταλλεύσεως προς 6,25%, ποσοστό που έγινε de facto το όριο των δικαιωμάτων του δημιουργού για τους κατασκευαστές δίσκων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η GEMA, ασκώντας στη Γερμανία τα δικαιώματα του δημιουργού, αντιτάχθηκε στις εισαγωγές στο κράτος αυτό υποθεμάτων ήχου διατεθέντων για πρώτη φορά στο εμπόριο στο Ηνωμένο Βασίλειο και ζήτησε στην ουσία να της καταβληθεί η διαφορά μεταξύ των ισχυόντων στη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ποσοστών των δικαιωμάτων του δημιουργού. Όμως, το Δικαστήριο έκρινε ότι ( 130 )
«(...) στο πλαίσιο μιας κοινής αγοράς που χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, ο δημιουργός, ο οποίος ενεργεί απευθείας ή μέσω του
εκδότη του, είναι σε θέση να επιλέγει ελεύθερα τον χώρο, σε οποιοδήποτε από τα Κράτη μέλη, που θέτει σε κυκλοφορία το έργο του. Μπορεί να προβεί σ' αυτή την επιλογή ανάλογα με το συμφέρον του, στο οποίο υπεισέρχονται όχι μόνο το επίπεδο αμοιβής που εξασφαλίζεται στο εν λόγω Κράτος μέλος, αλλά και άλλοι παράγοντες, όπως π.χ. οι δυνατότητες του έργου του και οι ευκολίες εμπορίας, οι οποίες είναι εξάλλου αυξημένες χάρη στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, δεν μπορεί κανείς να επιτρέψει σε μια εταιρία διαχειρίσεως δικαιωμάτων του δημιουργού να αξιώνει, κατά την εισαγωγή σε άλλο Κράτος μέλος, την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής σε συνάρτηση με την ανισότητα των επιπέδων αμοιβής που υπάρχουν στα διάφορα Κράτη μέλη.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι διαφορές που υφίστανται, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών κανόνων περί εμπορικής εκμεταλλεύσεως των δικαιωμάτων του δημιουργού, δεν μπορούν να καταστούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μέσα στην κοινή αγορά».
Ωστόσο, ο γενικός εισαγγελέας J.-P. Warner είχε την αντίθετη άποψη ότι το αποτέλεσμα του εθνικού νόμου συνίστατο όντως στον περιορισμό του σχετικού δικαιώματος και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, «μπορεί να γίνει επίκληση της νομοθεσίας του κράτους μέλους εισαγωγής, κατά το μέρος που είναι αναγκαίο προκειμένου να αντισταθμιστεί ο εν λόγω περιορισμός» ( 131 ).
119.
Είναι δύσκολο να συμβιβαστεί η απόφαση Musik-Vertrieb membran και K-tel International η, ως λογικό επακόλουθο, η απόφαση Merck με τη μεταγενέστερη απόφαση Pharmon ( 132 ). Η Hoechst ήταν στη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τη μέθοδο παρασκευής του φαρμακευτικού προϊόντος που αποκαλείται Frusemide. Η DDSA Pharmaceutical Ltd είχε λάβει υποχρεωτική αλλά μη αποκλειστική και μη αναλίσκουσα το δικαίωμα του δικαιούχου του διπλώματος άδεια εκμεταλλεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 41 του νόμου του Ηνωμένου Βασιλείου Patents Act του 1949. Κατά τα τέλη του 1976 και τις παραμονές της λήξεως της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, η DDSA αποφάσισε να αγνοήσει τη ρητή απαγόρευση εξαγωγής που περιεχόταν στην άδεια εκμεταλλεύσεως και πώλησε απ' ευθείας μεγάλη παρτίδα δισκίων του Frusemide στη Pharmon στις Κάτω Χώρες. Η Hoechst άσκησε στις Κάτω Χώρες αγωγή κατά της Pharmon, στηριζόμενη στο αποκλειστικό της δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του Frusemide στην αγορά αυτή.
120.
Το εθνικό δικαστήριο, όπως νοήθηκε το ερώτημα του από το Δικαστήριο, ρώτησε «κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης αποτελούν εμπόδιο στην εφαρμογή νομοθεσίας κράτους μέλους η οποία παρέχει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας την εξουσία να εμποδίζει τη διάθεση στο εμπόριο, μέσα σ' αυτό το κράτος, ενός προϊόντος που έχει παρασκευαστεί σε άλλο κράτος μέλος από τον κάτοχο δεσμευτικής άδειας εκμεταλλεύσεως που αφορά παράλληλο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που έχει ο ίδιος αυτός κάτοχος». Το Δικαστήριο δεν διέκρινε την περίπτωση της απ' ευθείας εισαγωγής προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος από την περίπτωση της παράλληλης εισαγωγής.
121.
Όπως εξέθεσε συνοπτικούς ο γενικός εισαγγελέας G. F. Mancini, η Pharmon προέβαλε στην ουσία ότι στην απόφαση Merck το Δικαστήριο δέχθηκε «την αρχή της [εκ μέρους του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας] δημιουργικής συναινέσεως» όσον αφορά τα μειονεκτήματα που μπορεί να του επιφυλάξει η εφαρμογή του νόμου βάσει του οποίου απέκτησε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ( 133 ). Όμως, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Σχετικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, όπως εν προκειμένω, χορηγούν' σε τρίτο μια δεσμευτική άδεια εκμεταλλεύσεως, επιτρέποντας του να διενεργεί πράξεις παρασκευής και εμπορίας τις οποίες ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα είχε κανονικά την εξουσία να απαγορεύσει, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο τελευταίος έχει δώσει τη συναίνεση του για πράξεις που έχουν συντελεστεί από τον εν λόγω τρίτο. Πράγματι, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας χάνει, μετά από τέτοιο μέτρο, την εξουσία να αποφασίζει ελεύθερα για τους όρους υπό τους οποίους διαθέτει στο εμπόριο το προϊόν του. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο τελευταία με την απόφαση του της 14ης Ιουλίου 1981 [Merck], το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας έγκειται κυρίως στο ότι απονέμεται στον εφευρέτη το αποκλειστικό δικαίωμα να θέτει πρώτος σε κυκλοφορία το εν λόγω προϊόν ώστε να μπορεί να ανταμείβεται για την προσπάθεια του ως εφευρέτη. Επομένως, για την εξασφάλιση του ουσιαστικού περιεχομένου των αποκλειστικών δικαιωμάτων που απορρέουν από την ευρεσιτεχνία του, είναι αναγκαίο να επιτρέπεται στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να αντιτάσσεται στην εισαγωγή και στην εμπορία προϊόντων που έχουν παρασκευαστεί στο πλαίσιο δεσμευτικής άδειας εκμεταλλεύσεως.» ( 134 )
122.
Το εθνικό δικαστήριο ρώτησε επίσης αν είχε σημασία, πρώτον, το ότι η υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως περιείχε απαγόρευση εξαγωγής και, δεύτερον, το ότι η άδεια προέβλεπε ένα σύστημα εξασφαλίσεως της καταβολής δικαιωμάτων προς τον κάτοχο του διπλώματος και το ότι αυτός είχε δεχθεί ή εισπράξει τα δικαιώματα αυτά. Το Δικαστήριο είπε απλώς ότι:
«Αρκεί σχετικά η διαπίστωση ότι τα όρια που χαράσσει το κοινοτικό δίκαιο στην εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους μέλους εισαγωγής, τα οποία έχουν εκτεθεί πιο πάνω, δεν εξαρτώνται καθόλου από προϋποθέσεις από τις οποίες οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής έχουν εξαρτήσει την παροχή της δεσμευτικής άδειας εκμεταλλεύσεως.» ( 135 )
Με άλλα λόγια, προκύπτει ότι «τα ζητήματα αυτά δεν έχουν καμία απολύτως σημασία» ( 136 ).
123.
Η απόφαση Pharmon συνιστά, κατά την άποψη μου, προσεκτική εφαρμογή της συλλογιστικής που αποτελεί το υπόβαθρο της θεωρίας περί συγκαταθέσεως για την πρώτη διάθεση στο εμπόριο, ως μέσου για τον συμβιβασμό των εθνικών δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Παρ' όλον ότι οι υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως δεν μπορούν να εξομοιωθούν πλήρως με τις συμβατικές άδειες, εντούτοις παρέχουν σημαντική προστασία στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Είναι δυνατόν αυτός να ζητήσει προαιρετικώς την απονομή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αλλά με την πρόθεση να μη το εκμεταλλευτεί στο κράτος αυτό εν αναμονή της χορηγήσεως υποχρεωτικής αδείας. Μετά τη χορήγηση της αδείας αυτής, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα έχει την ευκαιρία να ανταμειφθεί από την αγορά αυτή (μέσω δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως καθορισμένων από τις δημόσιες αρχές), ενώ θα διατηρεί το δικαίωμα να αντιτάσσεται σε όλες τις άμεσες ή παράλληλες εισαγωγές του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος από το κράτος αυτό στα άλλα κράτη μέλη. Με λίγα λόγια, το επίπεδο κερδών του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο εξαρτάται από το ύψος των επιβαλλομένων δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως και ενδεχομένως από το αριθμό των χορηγηθεισών συμβατικών αδειών, θα περιοριστεί μόνο στο πρώτο (εξάγον) κράτος μέλος, ενώ θα παραμείνουν άθικτα τα εθνικά του δικαιώματα στα άλλα κράτη μέλη.
124.
Στην απόφαση Pharmon, το Δικαστήριο επηρεάστηκε σαφώς από τον εδαφικό χαρακτήρα των υποχρεωτικών αδειών και πιθανόν και από τη γενεσιουργό διακρίσεων βάση επί της οποίας πολλά κράτη μέλη χορηγούσαν τέτοιες άδειες. Είναι σαφές ότι ορθώς απέρριψε την άποψη ότι η εκμετάλλευση από λαβόντα υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως σε ένα κράτος μέλος μπορεί να αναλώσει τα δικαιώματα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε άλλο κράτος μέλος, ιδίως καθότι η υποχρεωτική άδεια μπορούσε να χορηγηθεί μόνο για τον λόγο ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας είτε επεδείκνυε απροθυμία να εκμεταλλευτεί το δίπλωμα κατασκευάζοντας το προϊόν στο κράτος αυτό είτε εισήγε, στην πραγματικότητα, το προστατευόμενο προϊόν στο κράτος αυτό. Υπό την έννοια αυτή, το Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη, πριν συναχθεί η ελεύθερη επιλογή διαθέσεως στο εμπόριο, να πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις της υπάρξεως δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και της συγκαταθέσεως για τη διάθεση στο εμπόριο. Η δεύτερη προϋπόθεση δεν επληρούτο στην υπόθεση εκείνη η πρώτη είναι αυτή που δεν πληρούται στις παρούσες υποθέσεις. Δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του κοινοτικού δικαίου να προτιμηθεί η απόφαση εθνικής πολιτικής που αντικατοπτρίζεται στον νόμο Patents Act του 1949 από αυτήν που αποτελεί το υπόβαθρο των δικαιωμάτων που χορηγήθηκαν στη Hoechst βάσει του ολλανδικού της διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
125.
Είναι δύσκολο να συμβιβαστούν με την απόφαση Merck τουλάχιστον μερικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στην απόφαση Pharmon. Είμαι πεπεισμένος ότι, εφόσον «το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας έγκειται κυρίως στο ότι απονέμεται στον εφευρέτη το αποκλειστικό δικαίωμα να θέτει πρώτος σε κυκλοφορία το εν λόγω προϊόν ώστε να μπορεί να ανταμείβεται για την προσπάθεια του ως εφευρέτη» ( 137 ), ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει όντως να απολαύει του αποκλειστικού αυτού δικαιώματος, αν πρόκειται να εφαρμοστεί η θεωρία περί αναλώσεως.
126.
Ενώ οι αποφάσεις Pharmon και Musik-Vertieb membran και K-tel International μπορούν να συμβιβαστούν σε καθαρώς τυπικό επίπεδο — με αναφορά στην προαιρετική φύση της αδείας στην υπόθεση Musik-Vertrieb membran και K-tel International και στην υποχρεωτική φύση της αδείας στην υπόθεση Pharmon — είναι ασυμβίβαστες στην ουσία: αν, στην υπόθεση Musik-Vertieb membran και K-tel international, ο κάτοχος του δικαιώματος του δημιουργού είχε «εκουσίως» αρνηθεί να χορηγήσει άδεια εκμεταλλεύσεως στον κατασκευαστή δίσκων, ο δεύτερος θα μπορούσε απλώς να επικαλεστεί την εκ του νόμου άδεια εκμεταλλεύσεως. Δεν νομίζω ότι η εκ μέρους του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποφυγή του αναπόφευκτου μέσω της χορηγήσεως συμβατικής αδείας εκμεταλλεύσεως στον προτιθέμενο να κατασκευάσει δίσκους μπορεί εύκολα να διαφοροποιηθεί από το γεγονός ότι, στην υπόθεση Pharmon, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπέκειτο στη χορήγηση υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως. Ο Demaret έχει περιγράψει με συντομία την υποκρυπτόμενη αντίφαση ( 138 )
«Κατά κάποιο τρόπο, το οικονομικό συμφέρον των κατόχων στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλα κράτη μέλη δικαιωμάτων του δημιουργού σχετικά με μουσικά έργα μπορεί να υπηρετείται καλύτερα αν τα εν λόγω έργα καθίστανται αντικείμενο εκμεταλλεύσεως κυρίως από λαβόντες άδεια εκμεταλλεύσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο παρά από τους ίδιους του κατόχους των δικαιωμάτων του δημιουργού. Στην πρώτη περίπτωση, οι κάτοχοι των δικαιωμάτων του δημιουργού δικαιούνται να αντιταχθούν στις εισαγωγές υποθεμάτων ήχου καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση δεν μπορούν. Κανένας πειστικός λόγος δεν μπορεί να εξηγήσει τη διαφορά αυτή.»
127.
Νομίζω ότι μια τυπολατρική προσέγγιση στη συγκατάθεση δεν εξηγεί πειστικώς τα διαφορετικά αποτελέσματα στα οποία κατέληξαν οι αποφάσεις Pharmon και Musik-Vertrieb membran και K-tel International ( 139 ). Είμαι πεπεισμένος ότι μόνο προσέγγιση βασιζόμενη στο αν εφαρμόστηκε ή όχι η αρχή της κατ' αποκλειστικότητα διαθέσεως για πρώτη φορά στο εμπόριο μπορεί να αποτρέψει τα «άστατα αποτελέσματα» που είναι συνυφασμένα με την τυπολατρική εφαρμογή του κριτηρίου περί συγκαταθέσεως και επιτρέπει να εστιαστεί η «οικονομική ουσία των αποκλειστικών δικαιωμάτων» ( 140 ).
β) Warner Brothers και Metronome Video
128.
Οι ενάγουσες έδωσαν ίσως το μεγαλύτερο βάρος στην απόφαση Warner Brothers και Metronome Video. Το δανικό δίκαιο απονέμει στον έχοντα δικαίωμα του δημιουργοί επί βιντεοκασετών το πρόσθετο δικαίωμα να αντιτάσσεται στην εκμίσθωση της βιντεοκασέτας ακόμη και αν αυτή πωλήθηκε με τη συγκατάθεση του. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου δεν απένεμε ισοδύναμα δικαιώματα. Η εκούσια πώληση από τον κάτοχο του δικαιώματος του δημιουργού ή εξ ονόματος του επέφερε την ανάλωση των δικαιωμάτων του στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά όχι κατά το δανικό δίκαιο. Ο Ε. Christiansen αγόρασε στο Λονδίνο, με τον ανεπιφύλακτο σκοπό εκμισθώσεως σε πελάτες του καταστήματος του στην Κοπενγχάγη, μια βιντεοκασέτα μιας ταινίας επί της οποίας τα δικαιώματα του δημιουργού ανήκαν στη Warner Brothers και η οποία δεν ήταν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, διαθέσιμη στη Δανία. Η Warner Brothers και η δανική εταιρία προς την οποία είχε χορηγήσει άδεια εκμεταλλεύσεως των δικαιωμάτων της (η Metronome Video ApS) πέτυχαν την έκδοση αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απογορεύουσας την ανωτέρω εκμίσθωση, αλλά, στην κατ' έφεση δίκη, έγινε παραπομπή προς το Δικαστήριο στο πλαίσιο της οποίας το εθνικό δικαστήριο ρώτησε, στην ουσία, αν οι νομοθετικές διατάξεις που επέτρεπαν την απαγόρευση αυτή συμβιβάζονταν με το κοινοτικό δίκαιο.
129.
Ο Ε. Christiansen επικαλέστηκε την απόφαση Musik-Vertrieb membran και K-tel International. Παρέθεσε τη σκέψη 25 της αποφάσεως αυτής για να δώσει έμφαση στην ελεύθερη επιλογή στην οποία προβαίνει ο κάτοχος δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας με το να διαθέσει ένα προϊόν στο εμπόριο ( 141 ). Η Warner Brothers, είπε, επέλεξε να διαθέσει τη βιντεοκασέτα στο εμπόριο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αν η βιντεοκασέτα «είχε διατεθεί στο εμπόριο, παραδείγματος χάρη, στη Δανία ή τη Γερμανία, η αμοιβή των δημιουργών θα ήταν αισθητά χαμηλότερη από αυτή που έλαβαν στο Ηνωμένο Βασίλειο», καθότι «η εξαιρετικά υψηλή [βρετανική] τιμή αγοράς μιας κασέτας περιλαμβάνει και το μέρος των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που αντιπροσωπεύει η δυνατότητα εκμισθώσεως της» ( 142 ).
130.
Στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή σημείωσε τη σοβαρή δυνητική απώλεια εισοδημάτων για τους κατόχους δικαιωμάτων του δημιουργού λόγω της αυξανόμενης δημοτικότητας της εκμισθώσεως σε αντίθεση με την αγορά βιντεοκασετών. Κατά την άποψη της, το γεγονός ότι ένα τέτοιο δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται από όλα τα κράτη μέλη δεν πρέπει να εμποδίζει τους κατόχους δικαιωμάτων του δημιουργού να επικαλούνται τους νόμους των κρατών μελών που το αναγνωρίζουν.
131.
Ο γενικός εισαγγελέας G. F. Mantini στήριξε τις προτάσεις του στην απόφαση Musik-Vertrieb membran και K-tel International. Συνόψισε το ζήτημα που είχε εγερθεί ως συνιστάμενο στο αν ο αγοραστής μιας κασέτας που έχει πωληθεί εκουσίως σε κράτος μέλος «μπορεί, παρά τη βούληση του [κατόχου δικαιώματος του δημιουργού επί της ταινίας], να την εκμισθώνει σε τρίτους εντός άλλου κράτους μέλους με μια λέζη (...) αν η αρχή της αναλώσεως του δικαιώματος του δημιουργού ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση» ( 143 ). Υποστήριξε ότι η αρχή που διατυπώθηκε στη σκέψη 15 της ανωτέρω αποφάσεως του Δικαστηρίου είναι «αποφασιστικής σημασίας» και ότι:
«Ο δημιουργός μιας ταινίας, εφόσον έχει πωλήσει την κασέτα σε τρίτο μεταβιβάζοντας, έτσι, κατά τρόπο οριστικό το δικαίωμα του κυριότητας επ' αυτού του εμπορεύματος και επιτρέποντας στον εν λόγω τρίτο την ελεύθερη κυκλοφορία του, δεν μπορεί, στη συνέχεια, να επικαλεστεί τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους για να υπερισχύσει το αποκλειστικό τον δικαίωμα επί τον εγγεγραμμένου στην κασέτα έργον, απαγορεύοντας κατ' ουσία στον τρίτο την εισαγωγή του έργου στο εν λόγω κράτος.» ( 144 )
132.
Όμως, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των συνθηκών της αγοράς, συντάχθηκε με την άποψη της Επιτροπής ως προς το ότι είχε δημιουργηθεί μια ειδική αγορά για την εκμίσθωση βιντεοκασετών και επισήμανε ότι νόμοι θεσπισθέντες για «να εξασφαλισθεί στους δημιουργούς ταινιών αμοιβή η οποία να είναι ανάλογη προς τον αριθμό των εκμισθώσεων που όντως πραγματοποιούνται και να τους παρέχει ικανοποιητικό μερίοιο στην αγορά εκμισθώσεων (...) δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, κατά την έννοια του άρθρου 36 της Συνθήκης» ( 145 ). Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι, «Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η θέση σε κυκλοφορία από έναν δημιουργό βιντεοκασετών, που ενσωματώνουν ένα από τα έργα του, εντός κράτους μέλους όπου δεν προστατεύεται ειοικώς το δικαίωμα εκμισθώσεως μπορεί να έχει επίπτωση στο δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον ίδιο δημιουργό από τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και συνίσταται στην απαγόρευση, εντός αυτού του άλλου κράτους μέλους, της εκμίσθωσης της εν λόγω βιντεοκασέτας.» ( 146 )
133.
Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επιχειρούν να συμβιβάσουν κατ' ανάλογο τρόπο τις παρούσες υποθέσεις με την απόφαση Merck. Ενώ, στην υπόθεση εκείνη, η Merck είχε συγκατατεθεί για τη διάθεση του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος της στο εμπόριο στην ιταλική αγορά έχοντας πλήρη επίγνωση των δυνητικών συνεπειών για τα δικαιώματα της σε άλλα κράτη μέλη, αντιθέτως η ανάλωση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της Warner Brothers όσον αφορά τη βιντεοκασέτα που πωλήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχε ως αποτέλεσμα την ανάλωση των παρεπομένων της δικαιωμάτων εκμισθώσεως στη Δανία. Δεν νομίζω ότι τα επιχειρήματα αυτά μπορούν πειστικώς να διακρίνουν την απόφαση Warner Brothers και Metronome Video από την απόφαση Merck: το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας δεν μπορεί να κατατμηθεί όπως το δικαίωμα του δημιουργού σε διάφορες επί μέρους πράξεις που περιορίζονται από το δικαίωμα του δημιουργού. Αντιθέτως, κάθε ένα από τα διάφορα δικαιώματα αποτελεί αντικείμενο βιομηχανικής ή διανοητικής ιδιοκτησίας της οποίας η ύπαρξη απορρέει από το δίκαιο του κράτους μέλους. Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές με την απόφαση Warner Brothers και Metronome Video ότι η ανάλωση ενός δικαιώματος σ' ένα κράτος μέλος δεν αναλίσκει ένα διαφορετικό δικαίωμα επί του αυτού προϊόντος σε άλλο κράτος μέλος. Πράγματι, στο μέτρο που δημιουργεί μια διάκριση η οποία εμπίπτει στην απόφαση Merck, το συνιστάμενο, βάσει του δανικού δικαίου, στην εκμίσθωση βιντεοκασετών ειδικό δικαίωμα του δημιουργού οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που πρότειναν η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αν ούτε η πώληση στο Ηνωμένο Βασίλειο με το ευεργέτημα της προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού δεν επέφερε την ανάλωση του αναγνωριζομένου στη Δανία παρεπομένου δικαιώματος εκμισθώσεως, έπεται κατά μείζονα λόγο, κατά την άποψη μου, ότι η πώληση σε ένα κράτος μέλος χωρίς προστασία της ευρεσιτεχνίας δεν πρέπει να θεωρείται ως έχουσα επιφέρει την ανάλωση του δικαιώματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος όπου υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας. Τα δικαιώματα που απονέμονται υπό διττή μορφή στον δικαιούχο πνευματικής ιδιοκτησίας (τα αποκλειστικά δικαιώματα αναπαραγωγής και παραστάσεως) και τα δικαιώματα που απονέμονται υπό μία μορφή όσον αφορά τη μοναδική πράξη διαθέσεως στο εμπόριο από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν μπορούν να διακριθούν ως προς την ουσία τους (αν όχι και ως προς την έκταση τους). Πουθενά αυτό δεν τονίζεται σαφέστερα απ' ό,τι στην απόφαση Warner Brothers και Metronome Video ( 147 ).
134.
Κατά την άποψη μου, η απόφαση Warner Brothers και Metronome Video καταλήγει σε ριζική μεταβολή της προσεγγίσεως του Δικαστηρίου στη σχέση μεταξύ δικαιώματος του δημιουργού και ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Χωρίς αμφιβολία, η Warner Brothers είχε όφελος από την εκούσια πώληση της βιντεοκασέτας στον Ε. Christiansen στο Ηνωμένο Βασίλειο ( 148 ), αλλά εντούτοις το Δικαστήριο έκρινε ότι εξακολουθούσε να μπορεί να επικαλείται το δανικό δικαίωμα της του δημιουργού για να εμποδίζει την περαιτέρω εκμετάλλευση της κασέτας αυτής από τον Ε. Christiansen. Εφαρμόζοντας την προσέγγιση αυτή στην υπόθεση Merck, δεν μπορώ παρά να καταλήξω στο ότι το γεγονός ότι τα προστατευόμενα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα έγιναν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως από τη Merck στην Ιταλία, όπου κανένα απολύτως δικαίωμα ευρεσιτεχνίας δεν αναγνωριζόταν από το ιταλικό δίκαιο, δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι επέφερε την ανάλωση του αποκλειστικού δικαιώματος ευρεσιτεχνίας της Merck στις Κάτω Χώρες. Για να παραφράσω ελαφρώς τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στη σκέψη 18 (η οποία παρατίθεται ανωτέρω στο σημείο 132) της αποφάσεως του Warner Brothers και Metronome Video. «Επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η θέση σε κυκλοφορία [από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το προστατευόμενο με το δίπλωμα αυτό προϊόν] εντός κράτους μέλους όπου δεν [αναγνωρίζεται το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας] μπορεί να έχει επίπτωση στο δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον ίδιο [κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας] από τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και συνίσταται στην απαγόρευση, εντός αυτού του άλλου κράτους μέλους, της [παράλληλης εισαγωγής του προϊόντος αυτού].» Με λίγα λόγια, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν οφείλει να υφίσταται τις συνέπειες της διαθέσεως στο εμπόριο σε κράτος μέλος όπου δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα του ευρεσιτεχνίας.
135.
Ο καθηγητής Joliét εξήγησε πειστικότατα γιατί η συλλογιστική στην απόφαση Warner Brothers και Metronome Video πρέπει να προτιμηθεί της συλλογιστικής στην απόφαση Merck. Η θεωρία περί αναλώσεως βασίζεται στο ότι υφίστανται παράλληλα προνόμια τόσο στη χώρα εξαγωγής όσο και στη χώρα εισαγωγής απόφαση εφαρμόζουσα τη θεωρία αυτή όταν δεν υφίσταται τέτοιος παραλληλισμός ισοδυναμεί με το να μειωθεί η προστασία που παρέχεται εντός της χώρας εισαγωγής στο επίπεδο της λιγότερο προστατευτικής νομοθεσίας της χώρας εξαγωγής, με αποτέλεσμα να γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο επιλογή νομοθετικής πολιτικής, η οποία πρέπει να αφήνεται στα κράτη μέλη ( 149 ). Κατά την άποψη μου, δεν υφίσταται πειστικός λόγος συνδεόμενος με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ώστε η παλαιότερη πολιτική της Ισπανίας και της Πορτογαλίας περί μη αναγνωρίσεως της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα να πρέπει να επιβληθεί σε άλλα κράτη μέλη, τα οποία εγκατέλειψαν τη συγκεκριμένη αυτή πολιτική πολλά χρόνια πριν η Πράξη Προσχωρήσεως απαιτήσει από την Ισπανία και την Πορτογαλία να κάνουν το íôlo.
136.
Το Δικαστήριο ακολούθησε παρόμοια συλλογιστική «επιλογής νομοθετικής πολιτικής» στην πρόσφατη απόφαση του Ideal-Standard. Τα περίπλοκα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως εκείνης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: μέχρι το 1984, ο όμιλος εταιριών American Standard Group κατείχε μέσω της γαλλικής και της γερμανικής θυγατρικής του το σήμα «Ideal-Standard» στη Γερμανία και τη Γαλλία για είδη υγιεινής και είδη θερμάνσεως. Τον Ιούλιο του 1984, η γαλλική θυγατρική πώλησε το γαλλικό σήμα «Ideal-Standard» για είδη θερμάνσεως σε μια άλλη γαλλική εταιρία, η οποία αργότερα το μεταβίβασε σε μια επίσης γαλλική εταιρία, τη CICh. Καμία από τις γαλλικές εταιρίες προς τις οποίες μεταβιβάστηκε διαδοχικώς το σήμα δεν είχε σχέση με τον όμιλο American Standard Group. Η ΙΗΤ, μια γερμανική εταιρία, άρχισε να εμπορεύεται είδη θερμάνσεως κατασκευασθέντα στη Γαλλία από τη CICh και φέροντα το σήμα «Ideal-Standard», αλλά ενήχθη από τη γερμανική θυγατρική του ομίλου American Standard Group (την Ideal-Standard GmbH) επί παραλείψει της χρησιμοποιήσεως του σήματος στη Γερμανία, παρά το ότι η ενάγουσα είχε σταματήσει το 1976 να κατασκευάζει και να διαθέτει στο εμπόριο είδη θερμάνσεως.
137.
Η επιρροή της αποφάσεως στις παρούσες υποθέσεις περιορίζεται από τις ειδικές για το σήμα πτυχές του εγερθέντος ζητήματος αναλώσεως των δικαιωμάτων, δηλαδή από το αν υφίστατο στην περίπτωση εκείνη κίνδυνος συγχύσεως των Γερμανών καταναλωτών και από το αν ο δικαιούχος του γερμανικού σήματος μπορούσε κατ' οποιονδήποτε τρόπο να ελέγξει την ποιότητα των εισαγομένων προϊόντων ( 150 ). Όμως η ΙΗΤ, βασιζόμενη στην κατάσταση κατά το γαλλικό δίκαιο, το οποίο, σε αντίθεση με το γερμανικό δίκαιο, επιτρέπει να περιοριστεί σε ορισμένα προϊόντα η μεταβίβαση του σήματος, ισχυρίστηκε ότι η γαλλική θυγατρική είχε προσαρμοστεί σε μια κατάσταση όπου προϊόντα (είδη υγιεινής και είδη θερμάνσεως) από διάφορες πηγές μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο εμπορίας υπό το αυτό σήμα εντός της επικρατείας και ότι η συμπεριφορά της γερμανικής θυγατρικής να αντιταχθεί στην εμπορία στη Γερμανία ειδών θερμάνσεως από άλλη πηγή υπό το αυτό σήμα ήταν καταχρηστική. Το επιχείρημα αυτό απερρίφθη κατηγορηματικώς από το Δικαστήριο με αιτιολογία η οποία ασκεί επιρροή εν προκειμένω ( 151 ) :
«Η επιχειρηματολογία της ΙΗΤ θα κατέληγε, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή, στο να επεκταθεί και στο κράτος εισαγωγής, του οποίου το δίκαιο δεν επιτρέπει μια τέτοια κατάσταση συνυπάρξεως, η λύση που έχει υιοθετηθεί στο κράτος εξαγωγής, και τούτο παρά το γεγονός ότι τα σχετικά δικαιώματα ισχύουν επί συγκεκριμένου εδάφους.»
Πιστεύω ότι η συλλογιστική αυτή πρέπει να εφαρμοστεί mutatis mutandis εν προκειμένω.
Δ — Η μη τήρηση αρχών που έχουν διατυπωθεί στην προγενέστερη νομολογία
138.
Εφόσον προτείνω στο Δικαστήριο να μην εφαρμόσει πλέον την απόφαση Merck, νομίζω ότι είναι υποχρέωση μου να αναφερθώ στις περιστάσεις εντός των οποίων το Δικαστήριο πρέπει να αισθάνεται ελεύθερο να αποστεί από προγενέστερη μη διφορούμενη ερμηνεία της Συνθήκης.
139.
Ως ζήτημα αρχής, φυσικά το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από παλαιότερες αποφάσεις του, κατά τον τρόπο που τα ανώτατα δικαστήρια των δύο κρατών μελών του αγγλοσαξωνικού δικαίου ακολουθούν τη θεωρία του νομολογιακού προηγουμένου ή του stare decisis. Το ιρλανδικό Supreme Court, καίτοι τηρεί την αρχή του «νομολογιακού προηγουμένου, ως συνήθη, και μάλιστα σχεδόν καθολική, διαδικασία», αφίσταται από παλαιότερες αποφάσεις του για επιτακτικούς λόγους: «(...) όταν το Supreme Court είναι της γνώμης ότι συντρέχει επιτακτικός λόγος να μην ακολουθήσει παλαιότερη απόφαση του (...), όταν προκύπτει ότι αυτή είναι σαφώς εσφαλμένη, είναι υποχρεωμένο να διαιωνίσει το σφάλμα; (...) Όσο επιθυμητές και αν είναι η ασφάλεια, η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα του δικαίου, δεν μπορούν κατά την άποψη μου να δικαιολογήσουν το να εκδώσει ένα δικαστήριο σε τελευταίο βαθμό απόφαση που για επιτακτικούς λόγους είναι πεπεισμένο ότι είναι εσφαλμένη» ( 152 ). Ομοίως, το House of Lords διακήρυξε με «practice statement» το 1966 ότι «υπερβολικά αυστηρή προσκόλληση σε νομολογιακό προηγούμενο μπορεί να οδηγήσει, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, σε αδικία και επίσης να περιορίσει την ανάπτυξη του δικαίου. Συνεπώς, προτείνεται να τροποποιηθεί η παρούσα πρακτική και, ενώ θα θεωρείται κατά κανόνα ότι οι παλαιότερες αποφάσεις του House of Lords είναι δεσμευτικές, να μη ακολουθείται μια τέτοια απόφαση όταν προκύπτει ότι είναι σωστό να μη γίνει κάτι τέτοιο» ( 153 ).
140.
Η κατάσταση πόυ αντιμετωπίζει το Δικαστήριο όσον αφορά το αν πρέπει να ακολουθεί τις αποφάσεις που έχει εκδώσει στο πλαίσιο της διαδικασίας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης έχει περιγραφεί ως εξής από τον γενικό εισαγγελέα Μ. Lagrange στις προτάσεις του στην υπόθεση Da Costa κ.λπ.:
«Το σύστημα της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως [εγκαθιδρύει] συνεργασία μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, η οποία πρέπει να καταλήξει, μέσω της νομολογίας, σ' αυτή την τόσο πολύ επιθυμητή ενότητα ερμηνείας: διά της νομολογιακής οδού και όχι διά της κανονιστικής. Αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει, όπως και σε κάθε άλλο θέμα, να διατηρήσει την ελευθερία του ως προς τις μελλοντικές του αποφάσεις. Όποια και να είναι η σπουδαιότητα της αποφάσεως που εξέδωσε επί του τάδε ή του δείνα ζητήματος, ακόμα όποιος και αν είναι ο αφηρημένος χαρακτήρας που μπορεί να έχει η ερμηνεία της τάδε ή της δείνα διατάξεως της Συνθήκης — ή που φαίνεται ότι έχει —, ο χρυσός κανόνας της οχετικής ισχύος του δεδικασμένου πρέπει να διατηρείται. Ένα δικαστήριο, όπως το δικό μας, πρέπει να επιβάλλεται με την ηθική ισχύ των αποφάσεων του και όχι με την έννομη ισχύ του δεδικασμένου. Ασφαλώς κανείς δεν περιμένει, μετά την έκδοση μιας αποφάσεως αρχής, ότι το Δικαστήριο θα μεταστραφεί χωρίς σοβαρούς λόγους, επ' ευκαιρία μιας άλλης διαφοράς, πρέπει όμως να διατηρήσει νομικώς το δικαίωμα να το πράξει.» ( 154 )
141.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση του στην υπόθεση εκείνη, δεν εξέδωσε μια απόφαση αρχής επί του ζητήματος του δεδικασμένου ή του νομολογιακού προηγουμένου. Ωστόσο, απέρριψε ρητώς τη διατυπωθείσα από την Επιτροπή άποψη ότι, εφόσον τα ερωτήματα ήταν πανομοιότυπα με τα υποβληθένα στο πλαίσιο της υποθέσεως Van Gena en Loos ( 155 ), η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έπρεπε να απορριφθεί ελλείψει αντικειμένου. Ενώ έκρινε ότι έπρεπε να εκδώσει απόφαση επί της υποθέσεως εκείνης, το Δικαστήριο απλώς επανέλαβε την ερμηνεία του άρθρου 12 της Συνθήκης που έδωσε στο πλαίσιο της παλαιότερης υποθέσεως και αποφάνθηκε ότι «δεν συντρέχει λόγος νέας ερμηνείας» του άρθρου αυτού ( 156 ).
142.
Εντούτοις, είναι φανερό ότι το Δικαστήριο πρέπει, ως ζήτημα πρακτικής, να ακολουθεί την παλαιότερη νομολογία του εκτός όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι να μην το πράξει. Πρώτον, σε πολλά σημαντικά ζητήματα κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένης της σχέσεως μεταξύ των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ασκήσεως των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, σχέσεως η οποία αφορά άμεσα τις παρούσες υποθέσεις, η Συνθήκη δεν εισάγει πλήρη ρύθμιση- έτσι, οι εφαρμοστέες αρχές και κανόνες του κοινοτικού δικαίου αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, νομολογιακώς διαμορφωμένο δίκαιο και, ως ερνηνείες διατάξεων της Συνθήκης, δεν είναι δεκτικές τροποποιήσεως διά της νομοθετικής οδού. Δεύτερον, είναι συνυφασμένο με το σύστημα των προδικαστικών αποφάσεων το ότι η κύρια λειτουργία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτόν συνίσταται στην εξασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να μπορούν να στηρίζονται σε αποφάσεις επί της ερμηνείας διατάξεων του κοινοτικού δικαίου εκδιδόμενες κατόπιν αιτήσεων άλλων εθνικών δικαστηρίων, και πράγματι το Δικαστήριο έχει κρίνει ón η με προδικαστική απόφαση διαπίστωση του ανίσχυρου συγκεκριμένης διατάξεως αποτελεί επαρκή λόγο απαλλαγής ενός εθνικού δικαστηρίου από την υποχρέωση να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ίδια διάταξη ( 157 ). Η ίδια προσδοκία ότι το Δικαστήριο θα επιδιώκει τη συνοχή των αποφάσεων του αποτελεί το υπόβαθρο της αποφάσεως του στην υπόθεση CILFIT κ.λπ. ως προς το ότι δεν ανακύπτει υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος όταν «παγία νομολογία του Δικαστηρίου επιλύ[ει] το επίδικο νομικό ζήτημα, ανεξάρτητα από το είδος των διαδικασιών από τις οποίες προήλθε η νομολογία αυτή, ακόμη και αν τα επίδικα ζητήματα δεν ταυτίζονται απολύτως» ( 158 ). Τούτο αντικατοπτρίζεται περαιτέρω στο άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο προβλέπει ότι, «Όταν ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως ταυτόσημο με ερώτημα επί του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, το Δικαστήριο (...) μπορεί να αποφανθεί με αιτιολογημένη Διάταξη παραπέμπουσα στην προγενέστερη απόφαση».
143.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί να επανεξετάσει παλαιότερη απόφαση όταν είναι γερά θεμελιωμένο το ότι η απόφαση αυτή είναι εν όλω ή εν μέρει εσφαλμένη. Η κατάσταση αυτή ανέκυψε υπό μια σχετικά άκαμπτη μορφή στην υπόθεση «Chernobyl», όπου ζητήθηκε από το Δικαστήριο να επανεξετάσει το ανεπιφύλακτο συμπέρασμα του στην απόφαση «περί επιτροπών», η οποία είχε εκδοθεί μόλις 20 μήνες νωρίτερα, ότι «οι εφαρμοστέοι κανόνες του κοινοτικού δικαίου, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως» ( 159 ). Με τη δεύτερη απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «από τις περιστάσεις και τις αγορεύσεις στην υπό κρίση υπόθεση αποδεικνύεται ón τα διάφορα ένδικα μέσα που προβλέπονται τόσο στη Συνθήκη ΕΚΑΕ όσο και στη Συνθήκη ΕΟΚ, οσονδήποτε χρήσιμα ή ποικίλα και αν είναι, μπορεί να αποδειχθούν αναποτελεσματικά ή αβέβαια» ( 160 ), παρά το ότι τα ίδια ακριβώς ένδικα μέσα είχαν εξεταστεί στην προηγούμενη απόφαση και το ότι η λύση που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην υπόθεση «Chernobyl» ήταν στην ουσία ταυτόσημη με αυτήν που είχε προτείνει ο γενικός εισαγγελέας Μ. Darmon με ης προτάσεις του στην παλαιότερη υπόθεση.
144.
Παρόμοια κατάσταση ανέκυψε στην υπόθεση Keck και Mithouard ( 161 ), όπου ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αποφασίσει αν η αρχή που διατυπώθηκε με την απόφαση «Cassis de Dijon» ( 162 ) έχει εφαρμογή επί των κανόνων που διέπουν τις εθνικές μορφές πωλήσεως, καθώς και επί των κανόνων περί της συνθέσεως και παρουσιάσεως των προϊόντων. Ενώ επανέλαβε τη γενικότητα της αρχής «Cassis de Dijon», το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, «αντίθετα προς ό,τι έχει κρίνει μέχρι στιγμής (...), η επί προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εφαρμογή εθνικών διατάξεων που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως» ( 163 ) δεν εμπίπτει καν στο πεδίο εφαρμογής των απαγορευομένων από το άρθρο 30 της Συνθήκης μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικούς περιορισμούς, όπως είχε καθοριστεί με την απόφαση Dassonville ( 164 ), αρκεί οι εθνικές διατάξεις να εφαρμόζονται εφ' όλων των επιχειρηματιών που δρουν στη σχετική αγορά και να αφορούν εξίσου τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα.
145.
Η απόφαση του Δικαστηρίου που ίσως ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή εν προκειμένω είναι η HAGU. Στην υπόθεση εκείνη, είχε ζητηθεί από το Δικαστήριο να επανεξετάσει τη θεωρία περί κοινής προελεύσεως των σημάτων που είχε διατυπώσει με την απόφαση HAG Ι, με την οποία είχε κρίνει ασυμβίβαστο με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων το να γίνει επίκληση του δικαιώματος επί του σήματος για να εμποδιστεί η εισαγωγή προϊόντος φέροντος νομίμως το σήμα σε άλλο κράτος μέλος όπου τα δυο σήματα έχουν την αυτή προέλευση. Στις γερά θεμελιωμένες προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs κατέληξε στο ότι η θεωρία περί κοινής προελεύσεως δεν στηρίζεται στη Συνθήκη ή στη λογική, και ότι η διατήρηση της είναι ασυμβίβαση με τη μεταγενέστερη εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου ως προς τη σχέση μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ( 165 ). Στην αρχή της αποφάσεως του, το Δικαστήριο σημείωσε ρητώς ότι είναι «αναγκαία [η] επανεξέταση της ερμηνείας που δόθηκε με την απόφαση [HAG Ι], βάσει της νομολογίας που έχει διαμορφωθεί βαθμιαία όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας και των γενικών κανόνων της Συνθήκης, και συγκεκριμένα στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων» ( 166 ). Στη συνέχεια, το Δικαστήριο τόνισε τη σημασία των δικαιωμάτων επί του σήματος για τη διασφάλιση συνθηκών ανόθευτου ανταγωνισμού, καθόρισε το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος και χαρακτήρισε την έλλειψη συγκαταθέσεως εκ μέρους του δικαιούχου του σήματος «κρίσιμο στοιχείο» σε πραγματικές καταστάσεις όπως αυτή στο πλαίσιο της οποίας είχει ανακύψει η υπόθεση εκείνη. Το Δικαστήριο κατέληξε στο ότι «το σήμα δεν θα μπορούσε να επιτελέσει τη βασική του λειτουργία, αν ο κάτοχος του δικαιώματος δεν μπορούσε να ασκήσει τη δυνατότητα που του παρέχει η εθνική νομοθεσία να εμποδίζει την εισαγωγή ομοειδών προϊόντων υπό ονομασία που θα μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση με το σήμα του (...). Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι το δικαίωμα επί του σήματος που προστατεύεται από την εθνική νομοθεσία και το δικαίωμα επί του παρομοίου σήματος που έχει τεθεί επί του εισαγομένου προϊόντος (...) ανήκαν αρχικά στο ίδιο πρόσωπο, το οποίο απώλεσε το ένα από τα δικαιώματα αυτά κατόπιν απαλλοτριώσεως σε ένα από τα δύο αυτά κράτη πριν από τη δημιουργία της Κοινότητας» ( 167 ).
146.
Παρ' όλον ότι οι αποφάσεις που περιγράφηκαν σε γενικές γραμμές πιο πάνω είναι πολύ λίγες τον αριθμό ώστε να μπορούν να στηρίξουν εκτεταμένες γενικεύσεις, προκύπτει ón το Δικαστήριο επανεξετάζει και, εν ανάγκη, αρνείται να ακολουθήσει παλαιότερες αποφάσεις που βασίζονται σε εσφαλμένη εφαρμογή θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου, που ερμηνεύουν διάταξη της Συνθήκης ως έχουσα εφαρμογή επί καταστάσεων οι οποίες σαφώς δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ή που καταλήγουν στο να μην υφίσταται ισορροπία στη σχέση μεταξύ διαφορετικών αρχών, όπως είναι οι αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
147.
Για τους λόγους που έχω ήδη εκθέσει, πιστεύω ότι το Δικαστήριο στην απόφαση Merck εσφαλμένως έδωσε έμφαση στις επιταγές περί ελευθέρου εμπορίου εις βάρος των εθνικών δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ενώ πιστεύω ότι δεν πρέπει πλέον να λαμβάνεται υπόψη η ισορροπία που δημιούργησε η απόφαση εκείνη, νομίζω επίσης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά την ανάγκη περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων νέας αποφάσεως απορρίπτουσας τη συλλογιστική που αποτελεί το υπόβαθρο της αποφάσεως Merck ( 168 ).
Ε — Επικουρικοί λόγοι να μην ακολουθηθεί η απόφαση Merck
148.
Το τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο εγείρει το ζήτημα αν η απόφαση Merck πρέπει να ακολουθείται, κατ' αρχάς, ως γενικός κανόνας, αλλά, ως επικουρικό ζήτημα, ερωτάται αν η συνδρομή τεσσάρων συγκεκριμένων παραγόντων (είτε ατομικώς είτε σωρευηκώς) παρέχει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε κράτος μέλος τη δυνατότητα να αντιταχθεί στην εισαγωγή των προστατευομένων με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων που διατέθηκαν στο εμπόριο στην Ισπανία και την Πορτογαλία μετά την προσχώρηση των χωρών αυτών, αλλά την εποχή που τα προϊόντα δεν μπορούσαν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η σημασία των παραγόντων αυτών έγκειται στο αν μπορούν να αποδείξουν ότι τότε, αν όχι και τώρα, τα προϊόντα δεν διατέθηκαν ελευθέρως στο εμπόριο στο εξάγον κράτος μέλος. Για τους λόγους που έχω ήδη εκθέσει, πιστεύω ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει πλέον να εφαρμόσει τον κανόνα Merck. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί την πρόταση αυτή, θα το συμβούλευα να θεωρήσει ότι ούτε ένας από τους παράγοντες που προσδιόρισε το εθνικό δικαστήριο ή ούτε ένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν επικουρικώς οι ενάγουσες αποτελεί επαρκή δικαιολογία για να τροποποιηθεί η απόφαση του στην υπόθεση Merck.
1) Νομική υποχρέωση διαθέσεως προϊόντων στο εμπόριο
149.
Το εθνικό δικαστήριο χαρακτηρίζει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως εφοδιασμού της ισπανικής και της πορτογαλικής αγοράς με τα σχετικά προϊόντα ως ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα που θα μπορούσαν να προβληθούν στο πλαίσιο αυτό. Υφίσταται γενική ομοφωνία στις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ως προς το ότι, αν μια φαρμακευτική εταιρία είναι υποχρεωμένη, είτε κατά το εθνικό είτε κατά το κοινοτικό δίκαιο, να εφοδιάζει συγκεκριμένη εθνική αγορά με ορισμένο προϊόν, δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτή συγκατατέθηκε για την πρώτη πώληση του προϊόντος της σ' αυτό το κράτος μέλος. Για να επικαλεστώ τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφαση Merck, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας που είναι υποχρεωμένος να διαθέτει το προϊόν του στο εμπόριο αποφάσισε, «εν γνώσει όλων των δεδομένων, υπό ποίες συνθήκες θα εμπορεύεται το προϊόν του» ( 169 ).
150.
Η απόφαση Pharmon σημαίνει ότι η χορήγηση υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως αναιρεί τη συγκατάθεση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ακόμη και αν αυτός έχει επίγνωση της εθνικής πολιτικής περί χορηγήσεως τέτοιων αδειών όταν καταθέτει την αίτηση απονομής του διπλώματος του ευρεσιτεχνίας. Κατά την άποψη μου, δεν μπορεί να γίνει από απόψεως ουσίας διάκριση μεταξύ χορηγήσεως υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως και επιβολής, είτε με νόμο είτε με διοικητική πράξη, στον δικαιούχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ή στον προς ον η μεταβίβαση του διπλώματος, της ουσιαστικής υποχρεώσεως εφοδιασμού μιας αγοράς. Στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν εν προκειμένω, το κράτος μέλος που επιθυμεί να αναγκάσει μια φαρμακευτική εταιρία να προμηθεύει ένα συγκεκριμένο προϊόν εντός της επικρατείας του μπορεί να το πράξει χορηγώντας ή απειλώντας να χορηγήσει υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως.
151.
Οι ενάγουσες προέβαλαν ότι τόσο το ισπανικό όσο και το πορτογαλικό δίκαιο παρέχουν ουσιαστικώς στις αρμόδιες εθνικές αρχές την εξουσία να αναγκάζουν τις φαρμακευτικές εταιρίες που έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας για συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα να διαθέτουν όντως τα προϊόντα αυτά στο εμπόριο. Οι ισχυρισμοί αυτοί αντικρούονται από την Primecrown και την Ισπανική Κυβέρνηση (με τις προφορικές παρατηρήσεις της). Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει την ορθότητα των ισχυρισμών αυτών, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες περί αποδείξεως του περιεχομένου κανόνων εθνικού δικαίου.
152.
Η Primecrown διακρίνει μεταξύ εκούσιας αποφάσεως διαθέσεως προϊόντων για πρώτη φορά στο εμπόριο και μεταγενέστερης υποχρεώσεως συνεχίσεως του εφοδιασμού. Όμως, η διάκριση αυτή δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την κατά το κοινοτικό δίκαιο θεωρία περί αναλώσεως των δικαιωμάτων. Όπως ορθώς προέβαλε η Beecham κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι κοινοτικοί κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας έχουν εφαρμογή επί της διαθέσεως συγκεκριμένου προϊόντος στο εμπόριο- η συγκατάθεση για τη διάθεση του προϊόντος αυτού στο εμπόριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να διατεθούν αργότερα παρτίδες του προϊόντος αυτού στο εμπόριο κατόπιν εξαναγκασμού. Κατά την άποψη μου, αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι οι αρχές στο εξάγον κράτος μέλος ανάγκασαν τις φαρμακευτικές εταιρίες να συνεχίσουν τον εφοδιασμό, τότε, όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, μια τέτοια διάθεση στο εμπόριο δεν θα ήταν το αποτέλεσμα ελεύθερης αποφάσεως. Το να επικαλεστούν κατόπιν αυτού οι ανωτέρω εταιρίες τα απονεμόμενα από το δίκαιο της ευρεσιτεχνίας του εισάγοντος κράτους μέλους (εν προκειμένω, του Ηνωμένου Βασιλείου) δικαιώματα για να εμποδίσουν τις παράλληλες εισαγωγές αυτών των συγκεκριμένων παρτίδων των προϊόντων τους μπορεί να δικαιολογηθεί με αναφορά στο άρθρο 36 της Συνθήκης. Από την άλλη πλευρά, απλώς και μόνον η ύπαρξη τέτοιων νομικών διατάξεων, των οποίων δεν έγινε επίκληση, δεν θα μπορούσε να έχει το αποτέλεσμα αυτό, ακριβώς όπως απλώς και μόνον η ύπαρξη της εξουσίας χορηγήσεως υποχρεωτικών αδειών, εξουσίας στην οποία έγινε αναφορά στο πλαίσιο της υποθέσεων Pharmon, δεν θα ήταν αρκετή να αναιρέσει το εκούσιο της διαθέσεως των προϊόντων στην αγορά, αν η Hoechst είχε προβεί σε μια τέτοια ενέργεια στην υπόθεση εκείνη. Δεν προβλήθηκε ότι έγινε επίκληση της εξουσίας αυτής κατά οποιασδήποτε από τις ενάγουσες στην Ισπανία ή την Πορτογαλία.
153.
Οι ενάγουσες ανέφεραν επίσης ότι, άπαξ ένα προστατευόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας φαρμακευτικό προϊόν διατεθεί αρχικώς στο εμπόριο σε συγκεκριμένη εθνική αγορά, ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ή ο προς ον η μεταβίβαση του διπλώματος, μπορεί να υποχρεωθεί από τις διατάξεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης να συνεχίσει τον εφοδιασμό. Κατά την άποψη μου, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών για να κλονισθεί η ύπαρξη συγκαταθέσεως δεν είναι επαρκή για να στηριχθεί ο δυσαπόδεικτος ισχυρισμός των εναγουσών. Πρώτον, δεν υποστηρίχθηκε ότι, μέχρι σήμερα, έχουν ληφθεί ή έστω έχει γίνει υπαινιγμός ότι θα ληφθούν μέτρα, σε εθνικό ή κοινοτικό επίπεδο, κατά οποιασδήποτε από τις ενάγουσες. Τα προβληθέντα επιχειρήματα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, υποθετικά. Αν πρόκειται να εφαρμοστεί το άρθρο 85, η μία ή η άλλη ενάγουσα θα πρέπει να μετέχει σε συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που «έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς». Είναι φανερό ότι καμία από τις ενάγουσες δεν υποστηρίζει ότι βρίσκεται σ' αυτή την κατάσταση. Εν πάση περιπτώσει, θα έβλεπα με δυσμένεια το να επιτραπεί σε επιχείρηση που ισχυρίζεται ότι μετέχει σε τέτοιες δραστηριότητες να αποδείξει ότι η εκ μέρους της διάθεση προϊόντων στο εμπόριο είναι ακούσια, απλώς και μόνο για τον λόγο ότι σχεδιάστηκε για να αποφευχθεί η παράβαση του άρθρου 85. Ανάλογες σκέψεις ισχύουν για τα επιχειρήματα που βασίζονται στο άρθρο 86, εκτός από το ότι κάθε μία ή οποιαδήποτε από τις ενάγουσες θα πρέπει να αποδείξει ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς, πράγμα που, λαμβανομένου υπόψη του υψηλού επιπέδου της δυνατότητας υποκαταστάσεως των φαρμακευτικών προϊόντων, δεν θα είναι εύκολο έργο. Ο ενδοιασμός που εκφράστηκε ως προς το ότι τρίτοι θα μπορούσαν να προβάλουν αιτιάσεις περί αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς πόρρω απέχει από το να σχηματίσει μια βάση για τη σοβαρή εξέταση του επιχειρήματος αυτού.
154.
Πριν έλθω στην εξέταση ενδεχομένων ηθικών υποχρεώσεων, θα ήθελα να ρίξω φως σε μια σημαντική πρακτική πτυχή όλων αυτών των ενδεχομένων λόγων υπάρξεως νομικού εξαναγκασμού. Οι λόγοι αυτοί συνεπάγονται ότι ένα εθνικό δικαστήριο σ' ένα (εισάγον) κράτος μέλος θα εκτιμήσει το ουσιαστικό δίκαιο ενός άλλου (εξάγοντος) κράτους μέλους ή θα εκτιμήσει αν το αποτέλεσμα της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού στο εξάγον αυτό κράτος ήταν τέτοιο ώστε να αναγκάσει στην ουσία τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας να πωλήσει ή να συνεχίσει να πωλεί ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα. Ενώ, χωρίς αμφιβολία, οι δικονομικοί κανόνες των διαφόρων κρατών μελών επιτρέπουν την προσκόμιση πρόσφορων αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά μια έννομη και^ή πραγματική κατάσταση σε άλλο κράτος μέλος, το γεγονός ότι θα απητείτο από τα εθνικά δικαστήρια να επιτελέσουν το έργο αυτό στο πλαίσιο της εφαρμογής μιας εξαιρέσεως από τους περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κανόνες της Συνθήκης θα μπορούσε να θεωρηθεί το λιγότερο ως πηγή ενδεχομένης αντιδικίας. Αν ανέκυπτε μια τέτοια αντιδικία σχετικά με τους κανόνες του εθνικού δικαίου ως αντιτιθεμένους προς το κοινοτικό δίκαιο, είναι δύσκολο να δω πώς ακόμη και η παραπομπή στο Δικαστήριο θα μπορούσε να λύσει την αντιδικία αυτή. Κατά την άποψη μου, η λύση της τροποποιήσεως στο πλαίσιο του νομικού εξαναγκασμού της κατά την απόφαση Merck εννοίας της συγκαταθέσεως, ως αντιτιθεμένη στην εγκατάλειψη της αποφάσεως αυτής, θα μπορούσε να προκαλέσει περισσότερα προβλήματα απ' όσα ενδεχομένως θα επέλυε.
2) Ηθική υποχρέωση διαθέσεως προϊόντων στο εμπόριο
155.
Οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν επίσης ότι ο κανόνας που περιέχεται στην απόφαση Merck πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να αναγνωρίζεται εξαίρεση όταν η ελεύθερη βούληση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, τουλάχιστον για φαρμακευτικό προϊόν, τη στιγμή που αποφασίζει να διαθέσει το προϊόν του στο εμπόριο επηρεάζεται από επιτακτικές ηθικές υποχρεώσεις. Ουσιαστικώς, οι ενάγουσες, με την υποστήριξη της Δανικής, της Σουηδικής και της Ιταλικής Κυβερνήσεως και, αρχικώς, της Επιτροπής, ισχυρίζονται ότι τα φαρμακευτικά προϊόντα αναπτύσσονται για να αντιμετωπισθούν συγκεκριμένες ανάγκες προστασίας της υγείας και ότι, λόγω της μεγάλης σημασίας των προϊόντων αυτών για την υγεία των ανθρώπων, οι φαρμακευτικές εταιρίες έχουν υποχρέωση να τα διαθέτουν στο εμπόριο σε όσες το δυνατόν περισσότερες χώρες.
156.
Δέχομαι ότι τα επιχειρήματα αυτά έχουν εν προκειμένω κάποια βαρύτητα. Δεν αμφισβητώ τη διαβεβαίωση των εναγουσών ότι είναι αφοσιωμένες στην τήρηση μιας γενικής ηθικής πολιτικής εξασφαλίσεως της ευρύτερης δυνατής διαθεσιμότητας των προϊόντων τους και της σχετικής «φαρμακοεπαγρυπνήσεως». Οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι η ύπαρξη ηθικής υποχρεώσεως σε σχέση με συγκεκριμένο προϊόν δεν είναι εντελώς υποκειμενική έννοια, αλλά μπορεί στην πράξη να εξακριβωθεί αντικειμενικώς με αναφορά στις ανάγκες προστασίας της δημόσιας υγείας και στη ζήτηση για το προϊόν αυτό. Έτσι, παρ' όλον ότι μια φαρμακευτική εταιρία μπορεί συγχρόνως να ανταποκρίνεται σε σκέψεις εμπορικής φύσεως όταν αποφασίζει να εισέλθει ή να συνεχίσει το εμπόριο σε συγκεκριμένη αγορά, εντούτοις είναι δυνατόν να αποδείξει ότι δεν ενεργεί ελεύθερα.
157.
Ωστόσο, δέχομαι ότι η τήρηση μιας ηθικής πολιτικής από τις φαρμακευτικές εταιρίες, σε συνδυασμό με την ανάγκη προωθήσεως της ασφαλείας δικαίου, μεταξύ άλλων, για τους παράλληλους εισαγωγείς, μπορεί να διαχωριστεί από τις συνακόλουθες σκέψεις εμπορικής φύσεως που διέπουν τις αποφάσεις των εταιριών αυτών περί διαθέσεως προϊόντων στο εμπόριο. Ηθική πίεση για την προμήθεια ενός προϊόντος μπορεί, παραδείγματος χάριν, να ασκηθεί από το ιατρικό σώμα συγκεκριμένου κράτους μέλους, με αποτέλεσμα η μη προμήθεια να βλάψει τη φήμη και, έτσι, τα εμπορικά συμφέροντα της φαρμακευτικής εταιρίας. Η προταθείσα ηθική υποχρέωση αυτοκαθορίζεται και διατυπώθηκε από τις δύο ενάγουσες κατά ελαφρώς διαφορετικό τρόπο. Δεν υφίσταται αντικειμενική σειρά κανόνων. Στην καλύτερη περίπτωση, αναφέρθηκαν μερικά παραδείγματα εταιριών που υιοθετούν μια προσέγγιση αρχής. Δεν βλέπω γιατί μια εταιρία θα πρέπει να έχει ηθική υποχρέωση να εφοδιάζει τις δημόσιες υγειονομικές υπηρεσίες κράτους μέλους, όταν, παραδείγματος χάριν, οι τιμές έχουν καθοριστεί σε τόσο χαμηλό επίπεδο ώστε να συνεπάγονται ζημίες. Ούτε είναι εύκολο να διακρίνω ότι υφίσταται σε κάθε περίπτωση ηθική υποχρέωση εφοδιασμού, ιδίως αν οι σχετικές ανάγκες προστασίας της υγείας καλύπτονται ικανοποιητικώς με αντίγραφα κοινόχρηστης ονομασίας.
158.
Περαιτέρω, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενδεχόμενη ύπαρξη μιας τέτοιας υποχρεώσεως ασκεί επιρροή στην εφαρμογή του κανόνα Merck, οι ενάγουσες δέχθηκαν ότι θα ήταν υποχρεωμένες να προσκομίσουν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέα αποδεικτικά στοιχεία ως προς τους σχετικούς με τα συγκεκριμένα προϊόντα ηθικούς λόγους που προβάλλεται ότι νόθευσαν την ελεύθερη βούληση τους σχετικά με την πώληση των προϊόντων αυτών εντός της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Όπως ορθώς δήλωσε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, «ουσιώδη ρήγματα θα μπορούσαν να γίνουν στη βασική κοινοτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας και θα υφίστατο σημαντική αβεβαιότητα τόσο για τους παράλληλους εισαγωγείς όσο και για τους κατασκευαστές, αν εθεωρείτο ότι η έννοια της συγκαταθέσεως περιλαμβάνει τέτοιες υποχρεώσεις.». Είμαι πεπεισμένος ότι σκέψεις ηθικής τάξεως μπορούν το πολύ να αποτελέσουν πειστικό λόγο επιλογής να διατεθεί στο εμπόριο συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν, αλλά δεν μπορούν, παραδείγματος χάριν, να εξομοιωθούν με την αναγκαστική διάθεση στο εμπόριο που επιβάλλει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας η εθνική αρχή που έχει την εξουσία να το πράξει. Το να γίνει δεκτό ότι η βασική για τον κανόνα Merck συγκατάθεση για την πρώτη διάθεση στο εμπόριο πρέπει να αποδεικνύεται υπό το πρίσμα τέτοιων σκέψεων εκθέτει, κατά την άποψη μου, την κοινοτική θεωρία περί αναλώσεως, όπως εφαρμόζεται στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σε σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας. Φοβούμαι ιδιαίτερα óu, όπως πράγματι διατείνεται η Primecrown, αν ο ισχυρισμός περί ηθικής υποχρεώσεως οδηγήσει στην τροποποίηση της αποφάσεως Merck, οι σημαντικοί χρηματικοί πόροι τέτοιων εταιριών που κατέχουν διπλώματα ευρεσιτεχνίας θα χρησιμοποιούνται για τη ματαίωση των παραλλήλων εισαγωγών.
159.
Υφίσταται ένας άλλος, και πιχ) επιτακτικός, λόγος να απορριφθεί το επιχείρημα. Ενώ οι σκέψεις ηθικής τάξεως δεν προβλήθηκαν στην υπόθεση Merck ως δικαιολογία του να εμποδιστούν οι παράλληλες εισαγωγές, η επιρροή ενός παρομοίου επιχειρήματος έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο (και τον γενικό εισαγγελέα) στην υπόθεση Centrafarm. Με ένα από τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ζητήθηκε από το Δικαστήριο «να αποφανθεί αν ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, προκειμένου να ελέγχει τη διανομή φαρμακευτικού προϊόντος ενόψει της προστασίας του κοινού κατά των κινδύνων που προέρχονται από ελαττωματικά προϊόντα, μπορεί ν' ασκεί τα δικαιώματα που του παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, παρά την ύπαρξη των κοινοτικών κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων» ( 170 ). Το Δικαστήριο έδωσε την εξής απάντηση:
«Δεδομένου ότι η προστασία του κοινού κατά των κινδύνων που οφείλονται σ' ελαττωματικά φαρμακευτικά προϊόντα αποτελεί νόμιμη φροντίδα, το άρθρο 36 της Συνθήκης επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τους κανόνες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων.
Εντούτοις, τ' αναγκαία προς το σκοπό αυτό μέτρα πρέπει να λαμβάνονται ως ιδιαίτερα μέτρα στον τομέα του υγειονομικού ελέγχου και όχι με την περιγραφή των κανόνων στον τομέα της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
Εξάλλου, το ειδικό αντικείμενο της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας διαφέρει από το αντικείμενο της προστασίας του κοινού και των ενδεχομένων ευθυνών που μπορεί να συνεπάγεται.» ( 171 )
160.
Είναι σαφές ότι το Δικαστήριο ορθώς διαχώρισε τα ζητήματα δημόσιας υγείας από το ζήτημα της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Όπως είπε λακωνικώς ο γενικός εισαγγελέας Α. Trabucchi, «η προστασία της δημόσιας υγείας είναι ξένη προς την προστασία που αναγνωρίζει το αστικό δίκαιο στον κάτοχο (...) του δικαιώματος ιδιοκτησίας» ( 172 ). Κατά την άποψη μου, οι φαρμακολογικής φύσεως παράγοντες που προβλήθηκαν από τις ενάγουσες στις παρούσες υποθέσεις ως συνιστώντες ηθική υποχρέωση διαθέσεως προϊόντων στο εμπόριο απλώς αποτελούν επανάληψη των ανησυχιών που εκφράστηκαν στην υπόθεση Centrafarm. Η προβαλλόμενη ηθική υποχρέωση των εναγουσών να διανέμουν τα προϊόντα τους στην Ισπανία και την Πορτογαλία συνεπάγεται ότι αυτές υιοθετούν τον αυτοκαθοριζόμενο ρόλο του προστάτη της δημόσιας υγείας στις χώρες αυτές.
161.
Τέλος, αν το Δικαστήριο θεωρήσει τώρα ότι τέτοιες σκέψεις ασκούν επιρροή, νομίζω ότι θα ήταν δύσκολο να διαμορφωθούν κριτήρια που θα μπορούσαν με πειστικό τρόπο να περιορίσουν τη σημασία τους στο παράλληλο εμπόριο προστατευομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων που πωλήθηκαν για πρώτη φορά εντός κρατών μελών όπου δεν αναγνωριζόταν προστασία της ευρεσιτεχνίας. Αν μια φαρμακευτική εταιρία μπορεί να ισχυριστεί ότι είχε ηθική υποχρέωση να διαθέσει ένα από τα προστατευόμενα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα της στο εμπόριο σε μια τέτοια χώρα, γιατί να μη μπορεί να ισχυριστεί óu παρόμοιες σκέψεις την ανάγκασαν επίσης να διαθέσει παρτίδες του ίδιου προϊόντος στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη όπου αναγνωριζόταν η προστασία της ευρεσιτεχνίας; Από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο σχετικά με τον σύνδεσμο μεταξύ κυβερνητικών ελέγχων των τιμών και επιπέδου των τιμών των προστατευομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων είναι σαφές ότι ενδέχεται οι φαρμακευτικές εταιρίες, ακόμη και αν τυγχάνουν προστασίας της ευρεσιτεχνίας, να μην είναι ικανοποιημένες με το επίπεδο των τιμών που έχουν καθοριστεί σε συγκεκριμένο κράτος μέλος. Η Merck ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ποτέ δεν επηρεάζεται από τις τιμές όταν αποφασίζει να διαθέσει ένα από τα προϊόντα της σε συγκεκριμένη αγορά. Υπό τις συνθήκες αυτές, αν το Δικαστήριο δεχθεί ότι σκέψεις ηθικής τάξεως ασκούν επιρροή, οι φαρμακευτικές εταιρίες θα προβάλλουν ότι από ηθικής απόψεως ήταν αναγκασμένες να διαθέσουν στο εμπόριο τα προϊόντα τους, παρά το ότι θεωρούσαν ενδεχομένως τις ελεγχόμενες τιμές ως εμπορικώς αβάστακτες. Δεν νομίζω ότι η ύπαρξη ή η έλλειψη προστασίας της ευρεσιτεχνίας θα μπορούσε να αποτελέσει ικανοποιητική βάση για να διακριθεί η επιρροή σκέψεων ηθικής τάξεως στις δύο αυτές καταστάσεις.
3) Κυβερνητικοί έλεγχοι των τιμών
162.
Το εθνικό δικαστήριο έθεσε το ζήτημα αν η επιβολή εθνικών ελέγχων των τιμών μπορεί, είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με τη νομική ή ηθική υποχρέωση εφοδιασμού ή συνεχίσεως του εφοδιασμού μιας αγοράς, να δικαιολογήσει τροποποίηση του κανόνα που περιέχεται στην απόφαση Merck. Θα πρέπει πρώτα να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δείχνουν ότι η φύση των δημοσίων μηχανισμών ελέγχου των τιμών διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο σε μερικά κράτη μέλη, όπως στην Ισπανία και την Πορτογαλία, είναι σαφές ότι οι εθνικές αρχές καθορίζουν τις τιμές, ενώ σε άλλα κράτη μέλη οι τιμές είτε συμφωνούνται μεταξύ της βιομηχανίας και των αρμοδίων δημοσίων αρχών είτε δεν καθίστανται αντικείμενο επισήμων ελέγχων.
163.
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι το εθνικό δικαστήριο ανέφερε σαφώς ότι δεν τίθεται ενώπιον του ζήτημα νομιμότητας των θεσπισθέντων από τις ισπανικές και πορτογαλικές αρχές μέτρων ελέγχου των τιμών. Φυσικά, αυτό συνάδει απόλυτα με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Centrafarm, το Δικαστήριο ρωτήθηκε αν η ύπαρξη διαφορετικών τιμών λόγω των κυβερνητικών μέτρων περί τιμών που θεσπίστηκαν στο εξάγον κράτος μέλος για να ελεγχθεί η τιμή του προστατευομένου προϊόντος μπορούσε να δικαιολογήσει το να εμποδίσει τις εισαγωγές ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας στο εισάγον κράτος. Το Δικαστήριο απάντησε ότι, ενώ η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα να εναρμονίσει τα εφαρμοζόμενα από τα κράτη μέλη μέτρα εφόσον είναι ικανά να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών μελών, η ύπαρξη τέτοιων παραγόντων «δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διατήρηση ή την εισαγωγή από άλλο κράτος μέλος μέτρων ασυμβίβαστων προς τους σχετικούς με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κανόνες, ιδίως στον τομέα της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας» ( 173 ). Πράγματι, με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο δεν προβλήθηκε ότι κάποιο από τα δύο κράτη μέλη χρησιμοποιεί το σύστημα του περί ελέγχου των τιμών κατά τρόπο που εισάγει διακρίσεις εις βάρος των εισαγομένων φαρμακευτικών προϊόντων. Όπως ορθώς ισχυρίστηκαν πολλά κράτη μέλη και η Επιτροπή, είναι ασφαλώς θεμιτό για τα κράτη μέλη, εφόσον δεν υφίσταται κοινοτική ρύθμιση περί καθορισμού των τιμών, να προσπαθούν να περιορίσουν τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων, στο πλαίσιο της πολιτικής τους στον τομέα της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής ασφαλίσεως για την εξασφάλιση του να είναι διαθέσιμη επαρκής ποσότητα φαρμακευτικών προϊόντων με λογικό κόστος. Το γεγονός ότι η εφαρμογή τέτοιων ελέγχων των τιμών μπορεί, σε συνδυασμό με διάφορους άλλους παράγοντες, να επηρεάσει τα δυνητικά κέρδη των κατόχων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα δεν ασκεί επιρροή για τον καθορισμό της ισορροπίας μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας των φαρμακευτικών προϊόντων και της προστασίας των εθνικών δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας.
164.
Ωστόσο, το ζήτημα που εγείρει το τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου είναι αν ο συνδυασμός τέτοιων κυβερνητικών ελέγχων των τιμών με την έλλειψη προστασίας της ευρεσιτεχνίας σε κράτος μέλος αποτελεί παράγοντα δυνάμενο να δικαιολογήσει την τροποποίηση του κανόνα που περιέχεται στην απόφαση Merck. Πρέπει ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας που πώλησε σ' ένα τέτοιο κράτος μέλος προστατευόμενο με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν να δικαιούται να επικαλεστεί τα εθνικά δικαιώματα του ευρεσιτεχνίας κατά την εισαγωγή των προϊόντων αυτών σε άλλο κράτος μέλος από παράλληλο εισαγωγέα; Για να διευκρινιστούν οι επί του θέματος απόψεις των υποβαλόντων γραπτές παρατηρήσεις, το Δικαστήριο τους ζήτησε να θίξουν με τις προφορικές τους παρατηρήσεις το ζήτημα αν υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, του γεγονότος ότι ένα προϊόν δεν μπορεί να προστατευθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και, αφετέρου, του επιπέδου των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων σε δεδομένο κράτος μέλος και, σε περίπτωση που υφίσταται ο σύνδεσμος αυτός, να αναφέρουν τους λόγους που η μη αναγνώριση των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα επηρεάζει τις τιμές που καθορίζουν οι εθνικές αρχές του κράτους αυτού. Οι ενάγουσες, οι οποίες υποστηρίχθηκαν σε διαφορετικό βαθμό από μερικά από τα υποβαλόντα παρατηρήσεις κράτη μέλη και από την Επιτροπή, προέβαλαν ότι η μη αναγνώριση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα εξασθενεί τη θέση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατά τις διαπραγματεύσεις της τιμής. Όταν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας λαμβάνει την άδεια κυκλοφορίας του προϊόντος του είναι πιθανόν να έχουν υποβληθεί στις ίδιες αρχές αιτήσεις εκ μέρους αντιγραφέων για τη χορήγηση αδειών κυκλοφορίας. Τούτο μεταβάλλει άρδην την ισορροπία διαπραγματευτικής ισχύος- οι αρχές είναι σε θέση να καθορίσουν την επίσημη τιμή με αναφορά στο κόστος πλέον ενός λογικού περιθωρίου κέρδους των αντιγραφέων, ενώ είναι φανερό ότι δεν συμβαίνει αυτό όταν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας τυγχάνει προστασίας της ευρεσιτεχνίας. Οι αρχές γνωρίζουν ότι, αν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας αρνηθεί να δεχθεί την προτεινόμενη τιμή, είναι πιθανότατο ότι τις αγορές τους θα εφοδιάζουν αντιγραφείς, οι οποίοι είναι σε θέση να δεχθούν χαμηλότερη τιμή λόγω των χαμηλότερων γενικών τους εξόδων και του μηδαμινού κόστους έρευνας. Η Beecham ισχυρίστηκε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ισπανία όταν προσέβαλε επί ακυρώσει τον κανονισμό ΣΠΠ δείχνουν ότι η Ισπανική Κυβέρνηση έχει σαφώς επίγνωση του συνδέσμου μεταξύ προστασίας της ευρεσιτεχνίας και τιμών ( 174 ). Η Primecrown αρνήθηκε ότι υφίσταται οπωσδήποτε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ κυβερνητικών ελέγχων των τιμών και προστασίας της ευρεσιτεχνίας. Η άποψη αυτή. υποστηρίχθηκε ιδίως από την Επιτροπή και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, κάθε μία από τις οποίες αναφέρθηκε στην ποικιλία των παραγόντων που επηρεάζουν τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων ( 175 ).
165.
Στην ουσία, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι συγκατατέθηκαν για την πρώτη διάθεση των προστατευομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων στο εμπόριο στην Ισπανία και την Πορτογαλία, λόγω του ότι η έλλειψη στα κράτη αυτά προστασίας της ευρεσιτεχνίας περιόρισε σημαντικά την ικανότητα τους να επηρεάσουν τις τιμές που καθορίστηκαν στις αγορές αυτές. Το επιχείρημα αυτό αγνοεί τους διάφορους άλλους παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων σε μια συγκεκριμένη αγορά. Δεν νομίζω ón είναι δυνατόν, χωρίς, τουλάχιστον, τη βοήθεια αυτού που η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου περιέγραψε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ως «σε βάθος οικονομική ανάλυση», να διατυπωθεί, για εφαρμογή από τα εθνικά δικαστήρια, σειρά κριτηρίων που θα επέτρεπαν τον προσδιορισμό του αν αυτή καθαυτή η έλλειψη προστασίας της ευρεσιτεχνίας ήταν ο κύριος καθοριστικός παράγων κατά τον καθορισμό από την κυβέρνηση της τιμής σε μια συγκεκριμένη αγορά, χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση η χρησιμοποιηθείσα από την κυβέρνηση αυτή μέθοδος ελέγχου της τιμής.
166.
Πιστεύω ότι το στρεβλωτικό του ανταγωνισμού αποτέλεσμα της ελλείψεως προστασίας της ευρεσιτεχνίας συνδυαζόμενο με τους εθνικούς ελέγχους των τιμών πρέπει να θεωρηθεί ως περαιτέρω στήριγμα της απόψεως που έχω ήδη διαμορφώσει όσον αφορά την εφαρμογή της κοινοτικής θεωρίας περί αναλώσεως στις περιπτώσεις που προϊόντα διατίθενται για πρώτη φορά στο εμπόριο σε κράτος μέλος που δεν αναγνωρίζει την προστασία της ευρεσιτεχνίας. Συνεπώς είμαι πεπεισμένος ότι ο πλέον κατάλληλος τρόπος να ληφθεί υπόψη η εξασθένηση της διαπραγματευτικής θέσεως των κατόχων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στα κράτη όπου δεν αναγνωρίζονται τα δικαιώματα τους ευρεσιτεχνίας συνίσταται στο να εγκαταλειφθεί ο κανόνας που περιέχεται στην απόφαση Merck. Με την προσέγγιση αυτή αποφεύγεται η ανάγκη να διατυπωθούν κριτήρια που θα απαιτούσαν στην ουσία από τα εθνικά δικαστήρια να αποδυθούν σε εκτενείς οικονομικές αναλύσεις της σχέσεως μεταξύ ελέγχου των τιμών και αδυναμίας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας προκειμένου να καθορίσουν το σημείο που το αποτέλεσμα της ελλείψεως προστασίας της ευρεσιτεχνίας μπορεί να νοθεύσει το εκούσιο της αποφάσεως διαθέσεως του προϊόντος στο εμπόριο.
Vu — Τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως του Δικαστηρίου
167.
Το Δικαστήριο δύναται να περιορίσει το αναδρομικό αποτέλεσμα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου «με την ίδια απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως προς την αιτηθείσα ερμηνεία» ( 176 ). Δεν πρέπει να περιοριστεί κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής από τις δυσκολίες να προβλεφθεί η έκταση στην οποία επιχειρηματίες έχουν συστήσει έννομες σχέσεις με βάση την απόφαση Merck. Από τη μια πλευρά, το ενδεχόμενο να αδικηθούν οι παράλληλοι εισαγωγείς αφορά μόνο την περίοδο μετά τη λήξη της προσωρινής εξαιρέσεως που περιέχεται στα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη τη δυνατότητα υπάρξεως παρομοίου παραλλήλου εμπορίου μεταξύ, παραδείγματος χάριν, των άλλων κρατών μελών και της Φινλανδίας ή της Ελλάδος, όπου μόλις πρόσφατα αναγνωρίστηκε η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Το Δικαστήριο δεν διαθέτει πληροφοριακά στοιχεία ως προς τη φύση ή την έκταση των υποχρεώσεων σχετικά με το παράλληλο εμπόριο είτε σε οποιαδήποτε από τις δύο αυτές χώρες είτε στην Ισπανία ή την Πορτογαλία, αλλά είναι αρκετό το ενδεχόμενο να αδικηθεί έστω και ένας επιχειρηματίας που στηρίχθηκε στη μέχρι τώρα εφαρμογή του κανόνα Merck. Η συνήθης αρχή ότι η εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία ενός κανόνα του κοινοτικού δικαίου εφαρμόζεται ex tunc δεν πρέπει, κατά την άποψη μου, να εφαρμοστεί στις παρούσεις υποθέσεις.
168.
Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως δεν θα απαιτούσε από το Δικαστήριο να προχωρήσει πέρα από την πάγια νομολογία του. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι λόγοι ασφαλείας δικαίου μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων μιας αποφάσεως ( 177 ). Ο γενικός εισαγγελέας G. Tesauro έχει περιγράψει ως εξής τις δύο αρχές που εφαρμόζει το Δικαστήριο όταν εξετάζει αν πρέπει να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως:
«Πρώτον, [αξιολογεί] τις πιθανές πρακτικές συνέπειες που θα είχε η απόφαση του αν δεν περιόριζε τα διαχρονικά της αποτελέσματα, διευκρινίζοντας πάντως ότι ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί “να καταλήγει στο να περιορίζεται η αντικειμενικότητα του δικαίου και να διακυβεύεται η μελλοντική του εφαρμογή λόγω των επιπτώσεων που μια δικαστική απόφαση μπορεί να συνεπάγεται για το παρελθόν”. Δεύτερον, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αν αντικειμενικώς υφίσταντο αβεβαιότητες περί την έννοια των κανόνων του κοινοτικού δικαίου που αποτελούσαν αντικείμενο της ερμηνευτικής του αποφάσεως [εξετάζει] ακόμη σε ποιο βαθμό οι αβεβαιότητες αυτές τροφοδοτήθηκαν ενδεχομένως από την ίδια τη συμπεριφορά των κοινοτικών οργάνων.» ( 178 )
169.
Λίγες υποθέσεις μπορεί να υπάρξουν όπου να είναι σαφέστερο απ' ό,τι είναι εν προκειμένω ότι λόγοι δικαιοσύνης δικαιολογούν τον περιορισμό ex nunc των αποτελεσμάτων μιας ερμηνείας της Συνθήκης ( 179 ). Θα ήταν λάθος του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει τώρα τις διατάξεις της Συνθήκης «όπως πρέπει ή θα έπρεπε να [είχαν] νοηθεί ή εφαρμοστεί από τη χρονική στιγμή της θέσεως [τους] σε ισχύ» ( 180 ), σε μια περίπτωση που, όπως είπε το εθνικό δικαστήριο, τούτο θα μετέτρεπε στην ουσία τους παραλλήλους εισαγωγείς σε αδικοπρακτούντες όσον αφορά πράξεις του παρελθόντος που θεωρήθηκαν νόμιμες όταν τελέσθηκαν ( 181 ). Και οι δύο εναγόμενες στις κυρίες δίκες έλαβαν μέτρα για να μπορέσουν να επικαλεστούν την εφαρμογή του κανόνα Merck κατά τη λήξη της προβλεπομένης στην Πράξη Προσχωρήσεως προσωρινής αναστολής της αποφάσεως αυτής, αλλά εμποδίστηκαν από τις δικαστικές ενέργειες των εναγουσών. Στην απόφαση Merck δεν υπήρχε ασάφεια και οι εναγόμενες — όπως ενδεχομένως και σημαντικός αριθμός άλλων παραλλήλων εισαγωγέων — θεώρησαν λογικότατα ότι επρόκειτο να ανοίξει η αγορά στο παράλληλο εμπόριο φαρμακευτικών προϊόντων μεταξύ Ισπανίας και Πορτογαλίας και του υπολοίπου της Κοινότητας ( 182 ). Αβεβαιότητα μπορεί να προκύψει μόνον αν το Δικαστήριο εγκαταλείψει την απόφαση Merck χωρίς να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της νέας του αποφάσεως.
170.
Η ερμηνεία που θα δώσει το Δικαστήριο πρέπει να εφαρμοστεί μόνον από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Η έκταση του ανωτέρω περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων εξαρτάται από τις απαντήσεις που θα δώσει το Δικαστήριο στα δύο πρώτα ερωτήματα. Η απόφαση Merck θα συνεχίσει να εφαρμόζεται επί του παραλλήλου εμπορίου μεταξύ της Ισπανίας και Πορτογαλίας και του υπολοίπου της Κοινότητας για την περίοδο μεταξύ της λήξεως της μεταβατικής περιόδου και της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Οποιοδήποτε μειονέκτημα για φαρμακευτικές εταιρίες, όπως τις ενάγουσες, που θα προέκυπτε από την προσωρινή αυτή εφαρμογή της αποφάσεως Merck αντισταθμίζεται, κατά την άποψη μου, από τα οφέλη που παρέχει η εγκατάλειψη της αποφάσεως αυτής στο μέλλον ( 183 ). Συνεπώς, είμαι πεπεισμένος ότι, αν το Δικαστήριο αποφασίσει να μην εφαρμόζεται πλέον η απόφαση Merck, θα πρέπει να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της νέας αποφάσεως του από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της.
Vul — Εξέταση του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
171.
Τα δυο πρώτα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν, αντιστοίχως, τη διάρκεια της περιόδου μεταβατικής προστασίας (την οποία θα αποκαλώ: μεταβατική περίοδο) ένανα των παραλλήλων εισαγωγών εκ της Ισπανίας — η περίοδος αυτή προβλέπεται στο άρθρο 47 — ή εκ της Πορτογαλίας — η περίοδος αυτή προβλέπεται στο άρθρο 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Οι απαντήσεις που πρόκειται να δοθούν στα ερωτήματα αυτά θα καταστούν σημαντικότατες αν το Δικαστήριο εμμείνει στην απόφαση Merck. Επί πλέον, αν το Δικαστήριο ανατρέψει τα αποτελέσματα της αποφάσεως Merck αλλά συγχρόνως περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της νέας αποφάσεως του, το ζήτημα των ακριβών ημερομηνιών λήξεως των ανωτέρω περιόδων θα είναι πάλι μείζονος σημασίας.
172.
Η Πράξη Προσχωρήσεως επιτρέπει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν σε κράτος μέλος να εμποδίζει τις εισαγωγές του προϊόντος αυτού εκ της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας κατά τη μεταβατική περίοδο, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία «εισαγωγή[ς] της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά» στη χώρα αυτή. Σε κάθε μία από τις ημερομηνίες που παραθέτει διαζευκτικούς το εθνικό δικαστήριο γίνεται δεκτή μια ημερομηνία για το γεγονός αυτό. Η μεταβατική περίοδος λήγει στο «τέλος του τρίτου έτους από» την ημερομηνία αυτή. Κάθε μία από τις εναλλακτικές λύσεις του εθνικού δικαστηρίου εξαρτάται και από τη διάρκεια του διαστήματος αυτού. Έτσι, όλες οι εναλλακτικές λύσεις εξαρτώνται από τις ημερομηνίες που γίνονται δεκτές για την έναρξη και τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Οι εναλλακτικές λύσεις εκτίθενται στον ακόλουθο πίνακα:
Διάταξη περί παραπομπής
Ισπανία (πρώτο ερώτημα)
Πορτογαλία (δεύτερο ερώτημα)
Βάση για την επιλογή της ημερομηνία αυτής
α)
7 Οκτωβρίου 1995
1 Ιανουαρίου 1995
Προσχώρηση στη ΣΕΔΕ + «επετειακή» ημερομηνία
β)
31 Δεκεμβρίου 1995
31 Δεκεμβρίου 1995
Προσχώρηση στη ΣΕΔΕ + τέλος του ημερολογιακού έτους της «επετειακής» ημερομηνίας
γ)
7 Οκτωβρίου 1996
1 Ιουνίου 1998
—
Ισπανία: μη αναγνώριση της προτεραιότητας που αξιώνεται βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων
—
Πορτογαλία: αδυναμία αποκτήσεως εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πριν από την ημερομηνία αυτή + «επετειακή» ημερομηνία σε κάθε περίπτωση
δ)
31 Δεκεμβρίου 1996
31 Δεκεμβρίου 1998
Αμφότερες οι χώρες: όπως στο γ) + τέλος του ημερολογιακού έτους της «επετειακής» ημερομηνίας
ε)
3 έτη από της εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το συγκεκριμένο προϊόν
Η επιλογή α' είναι η τρίτη επέτειος της ημερομηνίας κατά την οποία η Ισπανία ή η Πορτογαλία, αντιστοίχως, προσχώρησε στη ΣΕΔΕ. Αποκαλώ την ημερομηνία αυτή «επετειακή». Η επιλογή γ' μεταθέτει για την Ισπανία, κατά ένα έτος, την ημερομηνία εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, λόγω της αρνήσεως του ισπανικού Συμβουλίου Επικρατείας να αναγνωρίσει την επί ένα έτος προτεραιότητα αιτήσεων απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατατεθεισών σε χώρες της Συμβάσεως των Παρισίων. Οι επιλογές β' και δ' αντιπροσωπεύουν το τέλος του ημερολογιακού έτους των ημερομηνιών στις επιλογές α' και γ'. Με την επιλογή ε' γίνεται δεκτό ότι η μεταβατική περίοδος δεν μπορεί να λήξει για τα επίμαχα στις κυρίες δίκες προϊόντα πριν παρέλθουν τρία έτη από τη μελλοντική ημερομηνία κατά την οποία η Ισπανία ή η Πορτογαλία, αναλόγως της περιπτώσεως, θα εισαγάγει τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα συγκεκριμένα αυτά προϊόντα. Δεν αναφέρθηκε ρητώς, παρ' όλον ότι μπορεί λογικά να συναχθεί, ότι η Merck και η Beecham ζητούν να εφαρμοστεί ο κανόνας περί υπολογισμού κατά ημερολογιακά έτη στην επιλογή ε', αν η επιλογή αυτή υιοθετηθεί από το Δικαστήριο.
173.
Κάθε μία από την Ισπανία και την Πορτογαλία ανέλαβε με την προσχώρηση της την υποχρέωση βάσει του άρθρου 1 των Πρωτοκόλλων αριθ. 8 και 19, αντιστοίχως, να «καταστήσει τη νομοθεσία για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας συμβιβάσιμη με τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και με το επίπεδο προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας που έχει επιτευχθεί στην Κοινότητα». Το άρθρο αυτό προέβλεψε επίσης συνεργασία μεταξύ των νέων κρατών μελών και της Επιτροπής που «θα καλύψει (...) τα προβλήματα της μετάβασης από την παρούσα ισπανική [πορτογαλική] νομοθεσία στη νέα νομοθεσία».
174.
Ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας διατυπώνεται κατά πανομοιότυπο τρόπο στο άρθρο 42 για την Ισπανία και στο άρθρο 202 για την Πορτογαλία, όπου ορίζεται αντιστοίχως ότι, από την ημερομηνία προσχωρήσεως, την 1η Ιανουαρίου 1986, «οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών και εξαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που υφίστανται μεταξύ της Κοινότητας στην παρούσα της σύνθεση και του Βασιλείου της Ισπανίας [της Πορτογαλικής Δημοκρατίας] καταργούνται».
175.
Το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 8 ανέβαλε την υποχρέωση της Ισπανίας να μεταβάλει τη νομοθεσία της περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας «μόνο για τα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα». Πρώτον, το άρθρο αυτό υποχρέωσε την Ισπανία να προσχωρήσει στη Σύμβαση του Μονάχου, δηλαδή στη ΣΕΔΕ. Δεύτερον, προέβλεψε ότι η Ισπανία θα διατυπώσει την κατ' άρθρο 167, παράγραφος 2, στοιχείο α', της ΣΕΔΕ επιφύλαξη όσον αφορά «τα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα», αλλά υποχρέωσε την Ισπανία να προσχωρήσει εντός του χρονικού διαστήματος που χορηγήθηκε προς τούτο. Το άρθρο 167, παράγραφος 1, της ΣΕΔΕ επιτρέπει μια τέτοια επιφύλαξη, αν αυτή διατυπωθεί από συμβαλλόμενο κράτος «κατά την υπογραφήν ή κατά την κατάθεσιν των εγγράφων επικυρώσεως». Η Ισπανία διατύπωσε προσηκόντως την επιφύλαξη ( 184 ). Επομένως, όλα τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας όσον αφορά τα προϊόντα αυτά ήσαν «ανίσχυρα ή [ηδύναντο] να ακυρωθούν συμφώνως προς τας διατάξεις που εφαρμόζονται επί των εθνικών Διπλωμάτων» ( 185 ).
176.
Η διάρκεια της κατά τα ανωτέρω επιτρεπομένης επιφυλάξεως περιορίζεται από το άρθρο 167, παράγραφος 3, της ΣΕΔΕ «διά περίοδον όχι μεγαλυτέραν των δέκα ετών από της ημερομηνίας θέσεως εις ισχύν της (...) Συμβάσεως», δηλαδή για δέκα έτη από τις 7 Οκτωβρίου 1977 ( 186 ). Η ίδια διάταξη επέτρεπε στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας «να παρατείνη (...) την περίοδον αυτήν κατά πέντε επί πλέον έτη» κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως υποβληθείσας το αργότερο ένα έτος πριν από τη λήξη της δεκαετούς περιόδου. Ενόψει της διατάξεως αυτής, τα κράτη μέλη της Κοινότητας, «ως συμβαλλόμενα κράτη στη Σύμβαση του Μονάχου», ανέλαβαν με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 8 την υποχρέωση να καταβάλουν κάθε προσπάθεια ώστε να χορηγηθεί παράταση για την ανωτάτη επιτρεπομένη περίοδο, στην περίπτωση που αυτή ζητηθεί. Η παράταση ζητήθηκε και χορηγήθηκε ( 187 ), για την περίοδο μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1992.
177.
Για την περίπτωση, η οποία υποθέτω ότι θεωρήθηκε απίθανη, που δεν θα εχορηγείτο η παράταση αυτή, το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου προέβλεπε περαιτέρω ότι η Ισπανία θα μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 174 της ΣΕΔΕ, διάταξη η οποία αναγνωρίζει το δικαίωμα οποιουδήποτε συμβαλλομένου κράτους να καταγγείλει κατά πάντα χρόνο τη Σύμβαση. Ανεξάρτητα από αυτό, η Ισπανία έπρεπε να «προσχωρήσει οπωσδήποτε στην εν λόγω σύμβαση το αργότερο στις 7 Οκτωβρίου 1992». Εν τω μεταξύ, η Ισπανία, με τον νέο της νόμο 11/1986 της 20ής Μαρτίου 1986 περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όρισε ότι οι εφευρέσεις χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων δεν θα μπορούν να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992 ( 188 ).
178.
Με τις διατάξεις αυτές, η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα αναβλήθηκε στην Ισπανία για ολόκληρη τη δεκαπενταετή περίοδο της επιτρεπομένης από τη ΣΕΔΕ επιφυλάξεως, δηλαδή μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1992, και, στην ουσία, μεταξύ έξι και επτά ετών μετά την ημερομηνία προσχωρήσεως της Ισπανίας. Η επιφύλαξη αφορά οποιαδήποτε αίτηση απονομής ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατατεθείσα κατά την περίοδο αυτή και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τη λήξη του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ( 189 ). Έτσι, η λήξη της περιόδου επιφυλάξεως ωφελεί μόνο τις αιτήσεις απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας που κατατέθηκαν μετά τη λήξη της περιόδου αυτής.
179.
Βάσει του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αριθ. 19, η Πορτογαλία ήταν υποχρεωμένη να προσχωρήσει στη ΣΕΔΕ την 1η Ιανουαρίου 1992 και, στο μέτρο αυτό, η μεταβατική ρύθμιση γι' αυτήν ήταν απλούστερη απ' ό,τι ήταν για την Ισπανία.
180.
Η Ισπανία, συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένη ούτε από την Πράξη Προσχωρήσεως ούτε από τη ΣΕΔΕ να εισαγάγει στη νομοθεσία της διατάξεις περί προστασίας των χημικών ή φαρμακευτικών προϊόντων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχουσες ισχύ πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992 ή να αναγνωρίσει αίτηση απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατατεθείσα, είτε στην Ισπανία είτε αλλού, πριν από την ημερομηνία αυτή. Με απλά λόγια, η Ισπανία δεν είχε υποχρέωση να εισαγάγει πριν από την ημερομηνία αυτή τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά. Είναι επίσης σαφές ότι η 7η Οκτωβρίου 1992 δεν ήταν κατά τον χρόνο υπογραφής της Πράξεως Προσχωρήσεως απλώς μια ενδεχόμενη ή μη προβλέψιμη μελλοντική ημερομηνία, αλλά μια ημερομηνία που προβλέφθηκε σαφώς από το Πρωτόκολλο και σε αυτήν και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις ( 190 ). Είναι εξίσου σαφές ότι η 1η Ιανουαρίου 1992 ήταν η ημερομηνία κατά την οποία η Πορτογαλία ήταν υποχρεωμένη να θεσπίσει διατάξεις για την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Η εν λόγω ημερομηνία ήταν και αυτή προβλέψιμη κατά τον χρόνο υπογραφής της Πράξεως Προσχωρήσεως.
181.
Έρχομαι τώρα στην εξακρίβωση των συνεπειών του συμπεράσματος αυτού στη ζητηθείσα από το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία των άρθρων 47, παράγραφος 2, και 209, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως. Τόσο η Merck όσο και η Beecham προέβαλαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, η δε Beecham και με τις γραπτές παρατηρήσεις της προς το Δικαστήριο, ότι η έκφραση «τα προϊόντα αυτά» που απαντά σε κάθε μεταβατική διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί ως αναφερομένη στα συγκεκριμένα προϊόντα των οποίων την εισαγωγή επιδιώκει να εμποδίσει ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Κατά την άποψη μου, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να αντέξει σε σοβαρή κριτική, ακόμη και υπό το πρίσμα του ίδιου του γράμματος του κειμένου. Τα άρθρα 47, παράγραφος 1, και 209, παράγραφος 1, παρέχουν, για μια μεταβατική περίοδο, τα αυτόθι περιγραφόμενα δικαιώματα ή οφέλη στον «κάτοχο (...) διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόν χημικό [ή] φαρμακευτικό» και είναι διατυπωμένα καθ' ολοκληρίαν στον ενικό. Τούτο δεν εκπλήσσει. Προσιδιάζει απόλυτα σε νομική διάταξη που απονέμει δικαίωμα δυνάμενο να ασκηθεί από ιδιώτη το να έχει διατυπωθεί στον ενικό. Δεν χρειάζεται κανείς παρά να θυμηθεί ότι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται [κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ] να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ' αυτό (...) που (...) το αφορούν άμεσα και ατομικά». Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τον καθορισμό της προθεσμίας για την άσκηση του μεταβατικού αυτού προνομίου, τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 209, παράγραφος 2, έχουν δεόντως διατυπωθεί στον πληθυντικό και κάνουν λόγο για τον χρόνο εισαγωγής στην Ισπανία ή την Πορτογαλία, αναλόγως της περιπτώσεως, «της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά». Τα εν λόγω προϊόντα είναι τα «χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα» εν γένει και όχι το συγκεκριμένο προϊόν του οποίου η εισαγωγή είναι επίμαχη. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό της Merck και της Beecham ότι η προθεσμία δεν πρέπει να λήξει μέχρι να αποκτηθεί δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το συγκεκριμένο προϊόν, η διάταξη αυτή θα έπρεπε να έχει διατυπωθεί στον ενικό, ώστε να στοιχεί με την πρώτη παράγραφο.
182.
Ερμηνεία της μεταβατικής περιόδου ώστε αυτή να έχει εφαρμογή επί συγκεκριμένου προϊόντος που προστατευόταν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας πριν από την υποχρεωτική ημερομηνία εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα ήταν ασυνεπής με τη γενική ρύθμιση των Πρωτοκόλλων, τα οποία σαφώς απαιτούν από την Ισπανία και την Πορτογαλία να εισαγάγουν τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα μόνον από τις 7 Οκτωβρίου 1992 και την 1η Ιανουαρίου 1992, αντιστοίχως, και μάλιστα μόνον όσον αφορά αιτήσεις υποβαλλόμενες από τις ημερομηνίες αυτές και μετά. Ήταν πάντοτε κοινός τόπος ότι τα επίμαχα στις υποθέσεις αυτές προϊόντα ποτέ δεν θα μπορέσουν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία ή την Πορτογαλία, ακόμη και μετά τη συμμόρφωση των ανωτέρω κρατών μελών προς τις απορρέουσες από το πρωτογενές δίκαιο υποχρεώσεις τους περί εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το σημείο αυτό αποτελεί όντως την αφετηρία της γενομένης με το τρίτο ερώτημα επιθέσεως κατά της αποφάσεως Merck. Το διάβημα αυτό δεν θα ήταν αναγκαίο αν η Merck και η Beecham απέλαυαν επ' αόριστον προστασίας βάσει των μεταβατικών διατάξεων. Τα κράτη μέλη δεν ήταν δυνατόν να είχαν κατά νου ότι η ημερομηνία κατά την οποία η Ισπανία ή η Πορτογαλία ενδέχεται να λάβουν εκουσίως πρόσθετα μέτρα για να επιτρέψουν την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά θα καταστεί η ημερομηνία από την οποία θα αρχίσει η μεταβατική περίοδος για τα πιο πάνω προϊόντα. Ειδικά ισπανικά ή πορτογαλικά - διπλώματα ευρεσιτεχνίας τα οποία θα προστάτευαν φαρμακευτικά προϊόντα και των οποίων η ισχύς θα άρχιζε μετά τις 7 Οκτωβρίου 1992 ή την 1η Ιανουαρίου 1992 θα ήταν αντίθετα προς τις διεθνώς αποδεκτές αντιλήψεις περί του νέου της εφευρέσεως ( 191 ) και θα συνεπάγονταν διαφορετικές ημερομηνίες λήξεως της ισχύος του ίδιου διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόν σε διαφορετικές χώρες, δημιουργώντας την έσχατη παράλογη δυνατότητα να εμποδιστούν αργότερα οι παράλληλες εισαγωγές προς την Ισπανία και την Πορτογαλία μόλις λήξει άλλου η ισχύς των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τα ίδια προϊόντα. Απώτατη συνέπεια θα ήταν το περαιτέρω μειονέκτημα ότι από την ερμηνεία των άρθρων 47, παράγραφος 2, και 209, παράγραφος 2, θα προέκυπταν διαφορετικές ημερομηνίες, αφενός, για τα φαρμακευτικά προϊόντα γενικώς και, αφετέρου, για εκείνα που, όπως τα προϊόντα των εναγουσών, ποτέ στην πραγματικότητα δεν θα μπορέσουν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία, αλλά που, θεωρητικώς, θα μπορούσαν να τύχουν της προστασίας αυτής.
183.
Περαιτέρω, πρέπει συνεχώς να ανακαλείται στη μνήμη το ότι οι μεταβατικές διατάξεις επιτρέπουν μια εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αρχή η οποία κατέστη ενεργός στην Ισπανία και την Πορτογαλία, βάσει των άρθρων 42 και 202, από την 1η Ιανουαρίου 1986. Έτσι, οι διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ επεκτάθηκαν στο εμπόριο μεταξύ της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, αφενός, και του υπολοίπου της Κοινότητας, αφετέρου. Φυσικά, το άρθρο 30 μετριάζεται από το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ κατά τον περιοριστικό τρόπο που περιγράφεται στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 192 ). Οι πρώτες λέξεις των άρθρων 47 και 209 — «Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 42 [202]» — εισάγουν μια πρόσθετη εξαίρεση με το να επιτρέπουν στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε κράτος μέλος να εμποδίζει για μια καθορισμένη περίοδο την εισαγωγή εκ της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος ( 193 ). Τέτοιες εξαιρέσεις σε πράξη προσχωρήσεως πρέπει, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, να ερμηνεύονται «υπό το πρίσμα της διευκολύνσεως της υλοποιήσεως των σκοπών της Συνθήκης και της ακέραιης εφαρμογής των κανόνων της» ( 194 ). Το Δικαστήριο συνέχισε: «Όσον αφορά, ειδικότερα, την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, οι οικείες διατάξεις της πράξεως προσχωρήσεως δεν μπορούν να ερμηνεύονται άσχετα από τις συναφείς διατάξεις της Συνθήκης». Ειδικότερα, ο σκοπός των άρθρων 47 και 209 συνίσταται «στη θέσπιση παρεκκλίσεως σε περιορισμένη έκταση από τους κοινοτικούς κανόνες που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και όχι στη δημιουργία νέων δικαιωμάτων τα οποία θα έβαιναν πέραν της προστασίας την οποία παρέχει στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το εθνικό δίκαιο» ( 195 ). Δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται ευρύτερα απ' ό,τι δικαιολογεί το σαφές κείμενο τους. Η ερμηνεία που προτείνουν η Merck και η Beecham θα είχε ως αποτέλεσμα να παραταθούν επ' αόριστον (εξαρτώμενες μόνον από τη λήξη της ισχύος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που κατέχονται σε άλλο κράτος μέλος) οι συνέπειες της μεταβατικής περιόδου για προϊόντα που σίγουρα ποτέ δεν θα μπορέσουν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία ή την Πορτογαλία. Αν επιδιωκόταν ένα τέτοιο αποτέλεσμα, θα ήταν απλό να προβλεφθεί αυτό στις μεταβατικές διατάξεις. Η προστασία θα μπορούσε να εκτείνεται καθ' όλη τη ζωή οποιουδήποτε διπλώματος απονεμηθέντος εντός άλλου κράτους μέλους πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992, στην περίπτωση της Ισπανίας, και την 1η Ιανουαρίου 1992, στην περίπτωση της Πορτογαλίας. Για τους λόγους αυτούς, απορρίπτω το επιχείρημα της Merck και της Beecham ότι η έκφραση «τα προϊόντα αυτά» περιλαμβάνει άλλα προϊόντα εκτός αυτών για τα οποία η Ισπανία και η Πορτογαλία ήταν υποχρεωμένες να εισαγάγουν από την ημερομηνία αυτή τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Επομένως, αποκλείω την επιλογή ε', η οποία εκτίθεται στον ανωτέρω πίνακα κάτω από το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα.
184.
Στη συνέχεια, θα εξετάσω το επιχείρημα περί προτεραιότητας βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων, το οποίο προβλήθηκε σε σχέση με τις εναλλακτικές λύσεις γ' και δ' στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος ( 196 ). Το ζήτημα αυτό εγείρεται μόνον όσον αφορά την Ισπανία, παρ' όλον ότι και η Ισπανία και η Πορτογαλία είναι συμβαλλόμενα κράτη της Συμβάσεως των Παρισίων. Με την κατάθεση αιτήσεως απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας εντός χώρας στην οποία έχει εφαρμογή η Σύμβαση των Παρισίων, ο αιτών απολαύει, για τον σκοπό καταθέσεως αιτήσεως σε οποιοδήποτε άλλο συμβαλλόμενο κράτος (το οποίο θα αποκαλώ: δεύτερη χώρα), δικαιώματος προτεραιότητας όσον αφορά το δίπλωμα αυτό για περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία καταθέσεως της πρώτης αιτήσεως ( 197 ). Για να αξιοποιήσει πλήρως την προτεραιότητα αυτή, πρέπει μετά να καταθέσει αίτηση σε κάθε δεύτερη χώρα, όπου επιθυμεί να προστατεύσει την εφεύρεση του, πριν λήξει η προτεραιότητα. Το νέον της εφευρέσεως, ως ουσιαστική προϋπόθεση της αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, καθορίζεται βάσει της ημερομηνίας καταθέσεως της πρώτης αιτήσεως. Ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, αποκρούει, σε οποιαδήποτε δεύτερη χώρα, οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το νέον της εφευρέσεως του βασιζόμενη σε προηγούμενη δημοσίευση της εφευρέσεως αυτής. Η Merck διατείνεται ότι η προτεραιότητα βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων υφίσταται από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και αναγνωρίζεται σε όλα τα κράτη μέλη όπου επιτρέπεται η απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Τόσο η Merck όσο και η Beecham θεωρούν σιωπηρώς την προτεραιότητα αυτή ως ουσιώδες στοιχείο για τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόν. Η Beecham προβάλλει την αιτίαση ότι στην Ισπανία, σε αντίθεση με τις άλλες χώρες της Συμβάσεως, δεν ήταν δυνατόν να αξιωθεί προτεραιότητα όσον αφορά οποιαδήποτε αίτηση κατατεθείσα 12 μήνες πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992. Για να το αποδείξει, επικαλέστηκε μια απόφανση του ισπανικού Συμβουλίου Επικρατείας της 18ης Φεβρουαρίου 1993, με την οποία αναγνωρίζεται προτεραιότητα μόνον όσον αφορά αιτήσεις κατατεθείσες σε άλλες χώρες της Συμβάσεως των Παρισίων μετά τις 7 Οκτωβρίου 1992. Με άλλα λόγια, το ισπανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει, όσον αφορά την προτεραιότητα, αίτηση κατατεθείσα σε άλλη χώρα, εκτός αν την ίδια ημερομηνία μπορούσε να κατατεθεί στην Ισπανία έγκυρη αίτηση για αντίστοιχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για προϊόν. Συγχρόνως, οι παρέχουσες προτεραιότητα αιτήσεις που κατατέθηκαν σε άλλες χώρες της Συμβάσεως των Παρισίων κατά τους 12 μήνες πριν από την ημερομηνία αυτή στερούν από την εφεύρεση το νέον αυτής, όσον αφορά τη μεταγενέστερη κατάθεση αιτήσεως στην Ισπανία. Η Merck και η Beecham καταλήγουν στο ότι, επομένως, η Ισπανία δεν επέτρεπε την πλήρη κατοχύρωση των φαρμακευτικών προϊόντων με διπλώματα ευρεσιτεχνίας μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1993 και, συνεπώς, η μεταβατική περίοδος πρέπει να υπολογιστεί από την ημερομηνία αυτή. Για να παραφράσω το επιχείρημα αυτό, η Ισπανία δεν έχει εισαγάγει τη δυνατότητα πλήρους κατοχυρώσεως των φαρμακευτικών προϊόντων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αν, συγχρόνως, στο ισπανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζεται η προτεραιότητα που προσδίδει η Σύμβαση των Παρισίων στις αιτήσεις που κατατέθηκαν σε άλλες χώρες της Συμβάσεως των Παρισίων μέχρι ένα έτος πριν από την ημερομηνία αυτή.
185.
Ανεξαρτήτως του αν η προτεραιότητα βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η κατά τα ανωτέρω συνοπτική έκθεση της καταστάσεως στο ισπανικό δίκαιο δεν μπορεί να γίνει ανεπιφύλακτα δεκτή. Στην περίοδο μεταξύ 7ης Οκτωβρίου 1992 και 7ης Οκτωβρίου 1993, η προτεραιότητα αυτή ενεργοποιήθηκε σταδιακώς, π.χ., θα αναγνωριζόταν προτεραιότητα σε προηγούμενη αίτηση κατατεθείσα φερ' ειπείν στη Γαλλία στις 10 Οκτωβρίου 1992 για την κατάθεση αιτήσεως στην Ισπανία την 1η Οκτωβρίου 1993. Συνεπώς το επιχείρημα πρέπει να εκτιμηθεί λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων προτεραιότητα αναγνωρίστηκε στην Ισπανία προοδευτικώς, για να αναγνωριστεί για 12 ολόκληρους μήνες μόνον από τις 7 Οκτωβρίου 1993.
186.
Το επιχείρημα απαιτεί την εξέταση τριών διεθνών συμφωνιών, δηλαδή της Πράξεως Προσχωρήσεως, της ΣΕΔΕ και, τώρα, της Συμβάσεως των Παρισίων. Το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να ερμηνεύσει την πρώτη αλλά όχι τις άλλες δύο. Ωστόσο, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της Merck και της Beecham ότι, χωρίς την προτεραιότητα βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων, η Ισπανία δεν εισήγαγε τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1993 συνεπάγεται ερμηνεία της Πράξεως Προσχωρήσεως υπό την έννοια ότι παραπέμπει σε διατάξεις της Συμβάσεως των Παρισίων.
187.
Υφίσταται ένα περαιτέρω προκαταρκτικό πρόβλημα. Η Merck και η Beecham λαμβάνουν στην ουσία ως αφετηρία μια γνωμοδότηση του ισπανικού Συμβουλίου Επικρατείας για να καταλήξουν στο ότι η Ισπανία δεν εισήγαγε τη δυνατότητα πλήρους κατοχυρώσεως των φαρμακευτικών προϊόντων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 7 Οκτωβρίου 1992. Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι τούτο αποτελεί αυτόματη συνέπεια. Πρώτον, από αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Primecrown προκύπτει ότι η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Επικρατείας δεν είναι δεσμευτική και ότι εξακολουθούν να υφίστανται στην Ισπανία διισταμένες απόψεις επί του ζητήματος αυτού, το οποίο μπορεί να επιλυθεί από τα ισπανικά δικαστήρια. Είναι φανερό ότι δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη επ' αυτού. Δεύτερον, και σημαντικότερον, είναι
σαφές ότι η Ισπανία προέβλεψε την κατοχύρωση των φαρμακευτικών προϊόντων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από τις 7 Οκτωβρίου 1992. Μερικές ή πολλές αιτήσεις απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά μπορεί να συνάντησαν προβλήματα λόγω του ότι οι προγενέστερες αιτήσεις σε άλλες χώρες δεν παρέσχον προτεραιότητα και λόγω της συνακόλουθης ελλείψεως της προϋποθέσεως να πρόκειται περί νέας εφευρέσεως. Σαφώς, κανένα από τα προϊόντα που αφορούν οι παρούσες υποθέσεις δεν αντιμετώπισε τέτοια προβλήματα. Αν οποιοσδήποτε αιτών είχε αντιμετωπίσει τέτοια προβλήματα, θα μπορούσε να προβάλει ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων την αξίωση του για αναγνώριση της προτεραιότητας βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων και, σε τελικό στάδιο, να ζητήσει να υποβληθεί προς ερμηνεία το ζήτημα στο Δικαστήριο. Κατ' εμέ, εκείνο που δεν προκύπτει είναι ότι το τέλος της μεταβατικής περιόδου θα πρέπει γενικώς να μετατεθεί κατά ένα έτος λόγω της γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Επικρατείας.
188.
Ωστόσο, θα εξετάσω επίσης αν το επιχείρημα αυτό είναι λυσιτελές. Ήταν η Ισπανία υποχρεωμένη από την Πράξη Προσχωρήσεως να χορηγήσει προτεραιότητα σε αιτήσεις έχουσες κατατεθεί σε χώρα της Συμβάσεως των Παρισίων; Όσον αφορά τις παρούσες υποθέσεις, το άρθρο 4 της Συμβάσεως των Παρισίων προβλέπει τα εξής:
«Α —
1)
Ο κανονικώς ενεργήσας την κατάθεσιν αιτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας (...) εις μίαν των Χωρών της Ενώσεως (...) θα απολαύη προς ενέργειαν της καταθέσεως εις τας άλλας Χώρας του δικαιώματος προτεραιότητος κατά την διάρκειαν των κατωτέρω καθοριζομένων προθεσμιών.
2)
Αναγνωρίζεται ως δημιουργούσα δικαίωμα προτεραιότητος πάσα κατάθεσις ισχύουσα ως κανονική εθνική τοιαύτη, συμφώνως προς την εσωτερική ν νομοθεσίαν εκάστης των Χωρών της Ενώσεως ή προς τας διμερείς ή πολυμερείς συμβάσεις τας συναφθείσας μεταξύ των Χωρών της Ενώσεως.
3)
Ως κανονική εθνική κατάθεσις δέον να νοήται πάσα κατάθεσις, η οποία αρκεί να συνιστά την χρονολογίαν, καθ' ην κατετέθη η αίτησις εις την εν λόγω Χώραν, οιαδήποτε και αν είναι η μεταγενέστερα τύχη της τοιαύτης αιτήσεως.
Β —
Κατά συνέπειαν η μεταγενεστέρως ενεργηθείσα κατάθεσις εις μίαν των λοιπών Χωρών της Ενώσεως προ της εκπνοής των προθεσμιών τούτων δεν δύναται να ακυρωθή ένεκα γεγονότων λαβόντων χώραν εν τω μεταξύ, ήτοι Lòia ένεκα άλλης καταθέσεως, ένεκα δημοσιεύσεως της εφευρέσεως ή της εκμεταλλεύσεως της, ένεκα προσφοράς προς πώλησιν αντιγράφων του σχεδίου ή του υποδείγματος, ένεκα της χρήσεως του σήματος, των γεγονότων τούτων μη δυναμένων να δημιουργήσωσι δικαίωμα υπέρ τρίτων, ούτε προσωπικήν τίνα ιδιοκτησίαν. Τα υπό τρίτων κτηθέντα δικαιώματα προ της ημέρας της πρώτης αιτήσεως, ήτις χρησιμεύει ως βάσις του δικαιώματος προτεραιότητος, διατηρούνται συμφώνως τη εσωτερική νομοθεσία εκάστης Χώρας της Ενώσεως.
Γ —
1)
Αι προθεσμίαι προτεραιότητος έσονται 12 μήνες ôló τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (...).
2)
Αι ανωτέρω προθεσμίαι άρχονται από της χρονολογίας καταθέσεως της πρώτης αιτήσεως.»
189.
Βασιζόμενος στη φερόμενη ενσωμάτωση διά παραπομπής του άρθρου 4 της Συμβάσεως των Παρισίων στην Πράξη Προσχωρήσεως και για τον λόγο ότι το περιεχόμενο του άρθρου αυτοΰ δεν μπορεί να αγνοηθεί αν πρόκειται να εξεταστεί το επιχείρημα της Merck και της Beecham, θα εξετάσω αν η Ισπανία ήταν υποχρεωμένη να χορηγήσει δικαίωμα προτεραιότητας σε αιτήσεις κατατεθείσες σε άλλες χώρες της Συμβάσεως των Παρισίων πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992. Η ουσία της διατάξεως προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 4, μέρος Α, παράγραφος 1, και μέρος Β. Το «δικαίωμα προτεραιότητος» πρέπει να αναγνωρίζεται κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο η οποία άρχεται «από της χρονολογίας καταθέσεως της πρώτης αιτήσεως» (άρθρο 4, μέρος Γ, παράγραφος 2). Η Ισπανία δεν μπορούσε να θέσει τη διάταξη αυτή σε εφαρμογή πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992, όσον αφορά οποιαδήποτε αίτηση απονομής διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν κατατεθείσα στην Ισπανία ως δεύτερη χώρα- παραδείγματος χάριν, αν η κατατεθείσα στην Ισπανία ως δεύτερη χώρα αίτηση είχε κατατεθεί την 1η Οκτωβρίου 1992, κατά το ισπανικό δίκαιο δεν θα αναγνωριζόταν στην αίτηση αυτή. δικαίωμα προτεραιότητας για οποιαδήποτε πρώτη αίτηση κατατεθείσα μετά τις 7 Οκτωβρίου 1991. Για να επιβιώσει, το επιχείρημα της Merck και της Beecham πρέπει πάλι να τροποποιηθεί υπό την έννοια ότι το δικαίωμα προτεραιότητας έπρεπε να χορηγηθεί στην περίπτωση που η κατατεθείσα στην Ισπανία ως δεύτερη χώρα αίτηση είχε κατατεθεί τόσο εντός της περιόδου προτεραιότητας όσο και μετά τις 7 Οκτωβρίου 1992. Στην πραγματικότητα, το επιχείρημα δεν συμβιβάζεται με τις σαφείς συνεπείς του άρθρου 4. Το άρθρο αυτό δεν προβλέπει μεταβατική εφαρμογή του δικαιώματος προτεραιότητας. Έχει διατυπωθεί κατά τρόπο που συνεπάγεται ότι όμοια αίτηση μπορεί να κατατεθεί σε οποιαδήποτε δεύτερη χώρα κατά οποιαδήποτε ημερομηνία μετά την πρώτη αίτηση και, συνεπώς, ότι όμοια διπλώματα ευρεσιτεχνίας για προϊόντα αναγνωρίζονται συγχρόνως και στις δύο χώρες.
190.
Ωστόσο, μου φαίνεται λυσιτελέστερο να παραθέσω τις περί προτεραιότητας διατάξεις της ΣΕΔΕ, οι οποίες στην ουσία αναπαράγουν τις διατάξεις αυτές της Συμβάσεως των Παρισίων. Όσον αφορά τις παρούσες υποθέσεις, το άρθρο 87 προβλέπει:
«1)
Ο κανονικώς ενεργήσας την κατάθεσιν αιτήσεως διά Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας (...) εις εν ή διά εν των Κρατών Μελών της Συμβάσεως των Παρισίων διά την Προστασίαν της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (...) απολαύει, προς πραγματοποίησιν καταθέσεως αιτήσεως Ευρωπαϊκού Διπλώματος Ευρεσιτεχνίας διά την αυτήν εφεύρεσιν, δικαιώματος προτεραιότητος κατά την διάρκειαν δώδεκα μηνών από της καταθέσεως της πρώτης αιτήσεως.
2)
Αναγνωρίζεται ότι παρέχει δικαίωμα προτεραιότητος πάσα κατάθεσις η οποία ισχύει ως κανονική εθνική κατάθεσις δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους εις το οποίον επραγματοποιήθη η δυνάμει διμερών ή πολυμερών συμβάσεων, περιλαμβανομένης και της παρούσης συμβάσεως.
3)
Ως κανονική εθνική κατάθεσις νοείται πάσα κατάθεσις η οποία αρκεί να καθορίζη την ημερομηνίαν κατά την οποία κατετέθη η αίτησις, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερος εκβάσεως της αιτήσεως αυτής».
Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του αποτελέσματος του άρθρου 167, παράγραφος 5, της ΣΕΔΕ επί της επιφυλάξεως της Ισπανίας όσον αφορά τα χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα. Η επιφύλαξη ισχύει για τις αιτήσεις απονομής
ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που κατατέθηκαν κατά την περίοδο της επιφυλάξεως και για τη διάρκεια της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο όπου η βάσει της Συμβάσεως των Παρισίων προτεραιότητα συνδέεται με τη ΣΕΔΕ, η εφαρμογή της σε υποθέσεις όπως οι παρούσες είναι στην ουσία αποκλεισμένη.
191.
Δεν μου φαίνεται ότι υπάρχει κάτι στο Πρωτόκολλο αριθ. 8 — διπλώματα ευρεσιτεχνίας όσον αφορά την Ισπανία — που να καθιστά την αναγνώριση της προτεραιότητας αιτήσεων κατατεθεισών ένα έτος πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1992 ουσιώδες στοιχείο των υποχρεώσεων της Ισπανίας. θα απητείτο μια σαφής και ρητή ένδειξη. Στο κάτω κάτω, εξετάζουμε μεταβατικές διατάξεις και δεν εκπλήσσει το ότι απαντούν πρόσθετες ενδείξεις σταδιακής εφαρμογής, όπως το γεγονός ότι στην Ισπανία μεταξύ 7ης Οκτωβρίου 1992 και 7ης Οκτωβρίου 1993 η προτεραιότητα καθίστατο κάθε μέρα περισσότερο ενεργός. Τέλος, με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Merck και η Beecham επιζητούν να προσθέσουν ένα έτος στη μεταβατική περίοδο του άρθρου 47, παράγραφος 2. Για να το επιτύχουν, πρέπει να αποδείξουν ότι η Ισπανία δεν εισήγαγε τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στις 7 Οκτωβρίου 1992, και, χωρίς περιστροφές, δεν το κατόρθωσαν.
192.
Με λίγα λόγια, η Ισπανία εισήγαγε τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στις 7 Οκτωβρίου 1992 και όχι σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία. Το συμπέρασμα αυτό εξαλείφει δύο ακόμη από τις πέντε δυνατές ημερομηνίες, δηλαδή αυτές των επιλογών γ' και δ' που προτάθηκαν με το πρώτο ερώτημα.
193.
Ένα ξεχωριστό επιχείρημα, το οποίο συνδέεται με τις λύσεις γ' και δ', προβλήθηκε όσον αφορά την κατάσταση στην Πορτογαλία ( 198 ). Η Merck ισχυρίζεται ότι στην ουσία τα φαρμακευτικά προϊόντα δεν μπορούσαν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Πορτογαλία πριν από την 1η Ιουνίου 1995. Λέγει ón μόνο κατά την ημερομηνία αυτή το πορτογαλικό νομοθετικό διάταγμα 42/92 της 31ης Μαρτίου 1992 έθεσε πλήρως σε ισχύ τον νέο Κώδικα Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, ο οποίος επιτρέπει την απονομή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά. Για τον λόγο αυτόν, η Merck ισχυρίζεται ότι η κατά το άρθρο 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως μεταβατική περίοδος για την Πορτογαλία θα λήξει είτε την 1η Ιουνίου 1998 είτε τις 31 Δεκεμβρίου 1998, δηλαδή στο τέλος του τρίτου ημερολογιακού έτους μετά το έτος κατά το οποίο η Πορτογαλία εισήγαγε τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά.
194.
Συμφωνώ ότι, λόγω των διατάξεων του νομοθετικού διατάγματος, δεν ήταν δυνατόν, κατόπιν καταθέσεως αιτήσεως στην Πορτογαλία, να ληφθεί ένα τέτοιο δίπλωμα πριν από την 1η Ιουνίου 1995. Όμως, η Πορτογαλία συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση της να προσχωρήσει στη ΣΕΔΕ την 1η Ιανουαρίου 1992. Η ΣΕΔΕ τέθηκε σε ισχύ στην Πορτογαλία την 1η Ιανουαρίου 1992, ως αποτέλεσμα της καταθέσεως από την Πορτογαλική Κυβέρνηση πράξεως επικυρώσεως στις 14 Οκτωβρίου 1991 ( 199 ). Βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του Πορτογαλικού Συντάγματος, η Σύμβαση αυτή έχει δεσμευτικό αποτέλεσμα κατά το πορτογαλικό δίκαιο και επομένως κατισχύει των διατάξεων του παλαιού Κώδικα Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας. Η Merck ομολογεί ότι ήταν δυνατόν μέσω αιτήσεως προς το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας να ληφθεί από την 1η Ιανουαρίου 1992 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα που να έχει ισχύ στην Πορτογαλία. Τούτο, κατά την άποψη μου, είναι αποφασιστικής σημασίας. Συμφωνώ με το εθνικό δικαστήριο ότι βάσει της Πράξεως Προσχωρήσεως η Πορτογαλία δεν ήταν υποχρεωμένη ούτε καν να διαθέτει δικό της γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Συνεπώς, η ημερομηνία εισαγωγής στην Πορτογαλία της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα ήταν η 1η Ιανουαρίου 1992, η οποία καθίσταται η ημερομηνία ενάρξεως της κατά το άρθρο 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως μεταβατικής περιόδου, εξαλείφοντας έτσι τις λύσεις γ' και δ' από το δεύτερο ερώτημα.
195.
Η τελική επιλογή μεταξύ των λύσεων α' και β' εξαρτάται από την έννοια που πρέπει να αποδοθεί στο «τέλος του τρίτου έτους από την εισαγωγή της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά στην Ισπανία [Πορτογαλία]» (η υπογράμμιση δική μου), δηλαδή από τις 7 Οκτωβρίου 1992 ή την 1η Ιανουαρίου 1992, αντιστοίχως, καθόσον, σύμφωνα με την ανάλυση μου, αυτές είναι οι ημερομηνίες κατά τις οποίες η Ισπανία και η Πορτογαλία εισήγαγαν τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα ανωτέρω προϊόντα. Το εθνικό δικαστήριο θεώρησε ότι η επιλογή της «επετειακής» ημερομηνίας πρέπει να γίνει δεκτή σχεδόν ασυζητητί. Εντούτοις, τέσσερις από τις πέντε κυβερνήσεις κρατών μελών που υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού διαφώνησαν και υποστήριξαν τη Merck και την Beecham στην επιλογή της 31ης Δεκεμβρίου 1995.
196.
Επιχειρήματα βασιζόμενα στο γράμμα των διατάξεων μπορούν να προβληθούν υπέρ και των δύο ημερομηνιών. Αν εσκοπείτο η «επετειακή» ημερομηνία, θα ήταν ίσως απλούστερο να λεχθεί «επίκληση του δικαιώματος μπορεί να γίνει (...) επί τρία έτη από (...) στην Ισπανία [Πορτογαλία]» ή μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1995 [1η Ιανουαρίου 1995]. Τούτο θα μπορούσε να επικριθεί για τον λόγο ότι δεν απέκλεισε ρητώς τη δυνατότητα να γίνει και αργότερα επίκληση των διατάξεων. Για να αποκλειστεί μια τέτοια ερμηνεία θα έπρεπε ίσως να προστεθούν μερικές περιοριστικές λέξεις όπως «και όχι μετά». Η έκφραση «μέχρι το τέλος του τρίτου έτους» δίνει σαφώς έμφαση στη λήξη της περιόδου. Το μοναδικό πραγματικό στήριγμα που θα μπορούσε να ανεύρει στο γράμμα της διατάξεως η προσέγγιση κατά ημερολογιακά έτη είναι η χρησιμοποίηση της λέξεως «after» (μετά) αντί της λέξεως «from» (από) ( 200 ) όμως η λέξη «from» δεν θα μπορούσε να αντικαταστήσει τη λέξη «after» χωρίς άλλες αλλαγές. Θα ήταν αναγκαίο να προστεθεί «την ημέρα όταν», «το χρονικό σημείο όταν» ή κάποια άλλη φράση που να προσδιορίζει χρονικώς την ενέργεια της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας να εισαγάγει τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Κατά την άποψη μου, λαμβανομένου υπόψη του τί εννοείται εδώ, η πιο φυσιολογική ερμηνεία είναι ότι η μεταβατική περίοδος προβλέφθηκε για τρία έτη μετά τις 7 Οκτωβρίου 1992 ή την 1η Ιανουαρίου 1992, με αποτέλεσμα να λήξει κατά την «επετειακή» ημερομηνία, την 7η Οκτωβρίου 1995 ή την 1η Ιανουαρίου 1995. Η προσέγγιση κατά ημερολογιακά έτη θα απαιτούσε κάποια ρητή διατύπωση, όπως «το τέλος του τρίτου έτους μετά το έτος κατά το οποίο» (η υπογράμμιση δική μου). Υπάρχει ένα τελευταίο σημαντικό επιχείρημα. Μεταχειρίζομαι τις ημερομηνίες εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως αντιμετωπίστηκαν κατά τον χρόνο υπογραφής της Πράξεως Προσχωρήσεως, δηλαδή ως προβλέψιμες μελλοντικές ημερομηνίες. Η προσέγγιση κατά ημερολογιακά έτη θα οδηγούσε σε μεταβατική περίοδο τριών ετών και τριών περίπου μηνών για την Ισπανία, αλλά τεσσάρων ετών (πλην μιας ημέρας) για την Πορτογαλία. Κανένα επιχείρημα δεν προβλήθηκε για να δικαιολογηθεί μια τόσο μεγάλη διαφορά.
197.
Προς στήριξη της 31ης Δεκεμβρίου 1995 ως ημερομηνίας λήξεως της μεταβατικής περιόδου, τόσο η Merck όσο και η Beecham επικαλούνται τις πολυάριθμες διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως που προβλέπουν τη λήξη μεταβατικών μέτρων ή περιόδων στο τέλος ενός ημερολογιακού έτους. Η Merck έφθασε μέχρι του σημείου να καταθέσει ένα μακροσκελές παράρτημα για να αποδείξει ότι, όπως ανέφερε, «όλα τα μεταβατικά μέτρα που περιέχονται στην Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας λήγουν στο τέλος ενός ημερολογιακού έτους». Είναι αλήθεια ότι υφίστανται πολύ λίγες εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτόν ο οποίος ασφαλώς έχει εφαρμογή, παραδείγματος χάριν, επί της προοδευτικής καταργήσεως των εισαγωγικών δασμών (άρθρο 31), της εισαγωγής κοινού δασμολογίου (άρθρο 37) και της καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών (άρθρο 43). Όμως, δεν νομίζω ότι προκύπτει ένας τέτοιος γενικός ερμηνευτικός κανόνας, όπως συνεπάγεται ο ισχυρισμός αυτός. Κατά κανόνα, οι προσαρμογές στον γεωργικό τομέα έγιναν με αναφορά σε «περιόδους εμπορίας» ( 201 ). Τα Πρωτόκολλα αριθ. 8 και 19 περιέχουν λεπτομερείς διατάξεις για τα ισπανικά και πορτογαλικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας και προβλέπουν σειρά εξαιρέσεων από την υπέρτερη υποχρέωση. Η περίοδος της εξαιρέσεως εκτείνεται μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1992 ή την 1η Ιανουαρίου 1992, και, έτσι, όχι αναγκαστικά μέχρι το τέλος κάποιου ημερολογιακού έτους. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό δεν οδηγεί σε συγκεκριμένο συμπέρασμα σχετικά με την έννοια της περιεχόμενης στα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 209, παράγραφος 2, εκφράσεως «το τέλος του τρίτου έτους». Από την άλλη πλευρά, η προσχώρηση της Πορτογαλίας στη ΣΕΔΕ έπρεπε να γίνει την 1η Ιανουαρίου 1992, ημερομηνία η οποία όντως συμπίπτει με την έναρξη ενός ημερολογιακού έτους. Είναι φανερό ότι η τριετία πρέπει να λήξει την 1η Ιανουαρίου 1995. Το να προστεθεί, όπως ισχυρίζονται η Merck και η Beecham, ένα περαιτέρω έτος, απλώς και μόνο για τον λόγο ότι η ημερομηνία είναι η πρώτη ημέρα του έτους και όχι η τελευταία ημέρα του προηγούμενου έτους, οδηγεί σε παραλογισμό. Στην ουσία, η Merck και η Beecham ζητούν να παραταθεί η μεταβατική περίοδος κατά ένα πλήρες έτος.
198.
Η Merck στηρίζει ένα πολύ παρεμφερές επιχείρημα στο περιεχόμενο του άρθρου 379 της Πράξεως Προσχωρήσεως ( 202 ). Η κύρια διάταξη του άρθρου αυτού επιτρέπει σε κράτος μέλος να ζητήσει την άδεια να λάβει διασφαλιστικά μέτρα για την αντιμετώπιση μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992«σοβαρών και ενδεχομένως παρατεινόμενων δυσχερειών σε έναν τομέα οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και δυσχερειών που μπορούν να επιφέρουν σοβαρή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης σε ορισμένη περιοχή». Προέβλεψε περαιτέρω ότι η «διάταξη αυτή εφαρμόζεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995 για τα προϊόντα και τους τομείς για τους οποίους προβλέπονται μεταβατικά μέτρα παρέκκλισης ισοδύναμης διάρκειας κατά την παρούσα πράξη». Η Merck διατείνεται ότι τούτο αποδεικνύει ότι η Πράξη Προσχωρήσεως δεν προβλέπει μεταβατικές εξαιρέσεις που παύουν να ισχύουν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1992 αλλά πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Κατά την άποψη μου, το επιχείρημα αυτό δεν έχει παρά ελάχιστο βάρος. Δεν υφίσταται εσωτερική ένδειξη ότι γίνεται παραπομπή στις διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως που ασκούν επιρροή στις
παρούσες υποθέσεις. Δεν με πείθει να αλλάξω την άποψη που έχω ήδη διατυπώσει.
199.
Η Merck επικαλείται επίσης το περιεχόμενο ενός σχεδίου πρωτοκόλλου της 30ης Μαρτίου 1992, περί τροποποιήσεως των προϋποθέσεων θέσεως σε ισχύ της Συμφωνίας του Λουξεμβούργου της 15ης Δεκεμβρίου 1989 σχετικά με τα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας ( 203 ), το οποίο εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων στις 24 Μαρτίου 1992 προς υποβολή στη Διάσκεψη της Λισαβώνας του 1992 σχετικά με το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Αναφέρει την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κειμένου αυτού, κατά την οποία η Συμφωνία του Λουξεμβούργου πρέπει να ισχύσει όσον αφορά την Ισπανία «από την 1η Ιανουαρίου 1996, ημερομηνία κατά την οποία η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων θα έχει πλήρως εφαρμογή μεταξύ της Ισπανίας και των λοιπών κρατών μελών της ΕΚ». Και το επιχείρημα αυτό έχει ελάχιστο, αν όχι καθόλου, βάρος. Πρώτον, το εν λόγω σχέδιο πρωτοκόλλου συνετάγη μετά την Πράξη Προσχωρήσεως και δεν μπορεί να βοηθήσει για την ερμηνεία της. Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, το σχέδιο πρωτοκόλλου, όπως ομολόγησε η Merck, δεν ευδοκίμησε.
200.
Εφόσον απομένει να γίνει επιλογή μεταξύ δύο ημερομηνιών, της 7ης Οκτωβρίου 1995 και 31ης Δεκεμβρίου 1995 για την Ισπανία και της 1ης Ιανουαρίου 1995 και 31ης Δεκεμβρίου 1995 για την Πορτογαλία, όσον αφορά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, νομίζω ότι το ίδιο το γράμμα των διατάξεων δίνει τη σαφέστερη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Για τους λόγους που παρέθεσα ανωτέρω στο σημείο 196, πιστεύω ότι το γράμμα ευνοεί ξεκάθαρα την τριετή περίοδο μέχρι την «επετειακή» ημερομηνία, δηλαδή την 7η Οκτωβρίου 1995 ή την 1η Ιανουαρίου 1995. Η Primecrown επικαλείται τρεις περαιτέρω πηγές κανόνων δικαίου υπέρ της απόψεως της. Πρώτον, επισύρει την προσοχή στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1972 περί υπολογισμού των προθεσμιών (Σύμβαση της Βασιλείας) ( 204 ). Η Σύμβαση έχει εφαρμογή επί του υπολογισμού των προθεσμιών σε έννομες σχέσεις αστικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου, περιλαμβανομένων των προθεσμιών που τάσσονται από τον νόμο και τις δικαστικές ή διοικητικές αρχές ( 205 ). Το άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπει ότι: «Όταν μια προθεσμία καθορίζεται σε μήνες ή έτη, η ημέρα λήξεως της προθεσμίας είναι η ημέρα του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους της οποίας η ημερομηνία αντιστοιχεί σ' αυτήν της ημέρας αφετηρίας της προθεσμίας ή, όταν δεν υφίσταται αντίστοιχη ημερομηνία, η τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα.» Ενώ η Σύμβαση αυτή υπεγράφη από επτά κράτη που είναι τώρα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δεν έχει υπογραφεί από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισπανία ή την Πορτογαλία ( 206 ). Δεύτερον, η Primecrown αναφέρει τον πάγιο κανόνα του αγγλικού δικαίου ότι η προθεσμία μηνός ή έτους μετά μια ημερομηνία λήγει την «επέτειο» της ημερομηνίας αυτής ( 207 ). Τρίτον, αναφέρει μια διάταξη του ισπανικού Αστικού Κώδικα κατά την οποία, «αν προθεσμία καθορίζεται σε μήνες ή έτη, υπολογίζεται από ημερομηνία σε ημερομηνία» ( 208 ). Το πολύ, οι διατάξεις αυτές αποτελούν χρήσιμες ενδείξεις, όλες προς την ίδια κατεύθυνση, σχετικά με το ότι υφίστανται μερικοί αποδεκτοί εθνικοί κανόνες και ένας διεθνής κανόνας που υποστηρίζουν την ερμηνεία που προτείνω. Όμως, η αποφασιστικής σημασίας σκέψη πρέπει να είναι ότι, σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφιβολίας ή δυσκολίας κατά την ερμηνεία του κειμένου, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη ότι του ζητείται να ερμηνεύσει διάταξη επιτρέπουσα σημαντική εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία, εκτός από το ότι αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, εφαρμόζεται ειδικά στην Ισπανία με το άρθρο 42 και στην Πορτογαλία με το άρθρο 202 της ίδιας Πράξεως. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι οι μεταβατικές περίοδοι που ανέφερε το εθνικό δικαστήριο με το πρώτο και δεύτερο ερώτημα του έληξαν αντιστοίχως την 7η Οκτωβρίου 1995 και 1η Ιανουαρίου 1995.
IX — Συμπέρασμα
201.
Για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω, προτείνω να δοθούν στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1)
Πρέπει να θεωρείται ότι η περίοδος του άρθρου 47, παράγραφος 2, της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών έληξε στις 7 Οκτωβρίου 1995.
2)
Πρέπει να θεωρείται ότι η περίοδος του άρθρου 209, παράγραφος 2, της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών έληξε την 1η Ιανουαρίου 1995.
3)
Οι περιεχόμενοι στη Συνθήκη ΕΚ κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, περιλαμβανομένων των διατάξεων του άρθρου 36, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν κωλύουν τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν, ο οποίος πωλεί το προϊόν αυτό σε κράτος μέλος όπου υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας και ο οποίος διαθέτει το προϊόν στο εμπόριο και σε άλλο κράτος μέλος κατά τον χρόνο που είναι αδύνατον να τύχει της προστασίας αυτής για το εν λόγω προϊόν, να επικαλεστεί το απονεμόμενο από το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους δικαίωμα για να εμποδίσει τη διάθεση στο εμπόριο στο κράτος αυτό παρτίδων του πιο πάνω προϊόντος εισαγομένων από το άλλο κράτος μέλος. Η ερμηνεία αυτή πρέπει να παράγει αποτελέσματα μόνον από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στις παρούσες υποθέσεις.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Σ.τ.μ.: η υποσημείωση αυτή αφορά μόνο την αγγλική γλώσσα.
( 2 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981. 187/80 (Συλλογή 1981, σ. 2063).
( 3 ) ΕΕ 1985, L 302, α 23.
( 4 ) Οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνονται στο τέταρτο μέρος της Πράξεως Προσχωρήσεως, το οποίο αφορά τα «μεταβατικά μέτρα», και αποτελούν τα πρώτα άρθρα των τμημάτων που επιγράφονται «Κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος»- τμήμα II του τίτλου II για την Ισπανία, τμήμα II του τίτλου III για την Πορτογαλία. Χάριν συντομίας, όταν τα κείμενα είναι κατά τα λοιπά πανομοιότυπα, έθεσα εντός αγκυλών τις σχετικές με την Πορτογαλία αναφορές.
( 5 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 14 και διατακτικό.
( 6 ) Η θεωρούμενη από τα αιτούντα κράτη μέλη ως ημερομηνία λήξεως της μεταβατικής περιόδου του άρθρου 47 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
( 7 ) Κληθείσα εγγράφως, η Επιτροπή υπέβαλε οτο Δικαστήριο με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1996 αντίγραφα των αποφάσεων της, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί διαδοχικώς στην Επίσημη Εφημερίόα των Ευρωπαϊχών Κοινοτήτων- (ΕΕ 1996, L 122, σ. 20 έως 26). Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε έκτοτε ενώπιον του Πρωτοδικείου από πολλές φαρμακευτικές εταιρίες- βλ. την υπόθεση Τ-60/96, Merck κ.λπ. κατά Επιτροπής.
( 8 ) Η Επιτροπή φρονεί ότι τα αιτούντα κράτη δεν αντιμετωπίζουν δυσχέρειες που να είναι «σοβαρές και ενδεχομένως παρατεινόμενες» και ότι η αύξηση των εισαγωγών εν. της Ισπανίας δεν θα είναι μακροπρόθεσμα τόσο σημαντική ώστε να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες.
( 9 ) Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αριθ. 8 για την Ισπανία- άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αριθ. 19 για την Πορτογαλία.
( 10 ) CH 1995 Μ No 1712.
( 11 ) Οι τρεις ενάγουσες είναι: η Merck & Co. Inc., εταιρία νομίμως συσταθείσα κατά το δίκαιο τσυ ομόσπονδου κράτους της Νέας Υερσεης- η Merck Sharp & Dohroc Limited, εταιρία συσταθείσα κατά το αγγλικό δίκαιο- και η Merck Sharp & Dohmc International Services BV, εταιοία συσταθείσα κατά το ολλανδικό δίκαιο (στο εξής, ενίοτε θα αποκαλούνται συλλήβδην ενάγουσες ή φαρμακευτικές εταιρίες).
( 12 ) CH 1995 Μ No 3239.
( 13 ) EE 1992. L 182. σ. 1.
( 14 ) Προκύπτει ότι, όταν κινήθηκε η δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, η Europharm είχε εισαγάγει μία παρτίδα του ισπανικού προϊόντος για να ζητήσει από την αρμόδια εθνική αρχή την έκδοση της απαιτουμένης άδειας εισαγωγής φαρμακευτικοί) προϊόντος.
( 15 ) Η υπογράμμιση είναι του εθνικού δικαστηρίου. Η Merck δεν επανέλαβε το επιχείρημα αυτό με τις γραπτές παρατηρήσεις της, αλλά το προέβαλε δια βραχέων η Bcccham. Βλ κατωτέρω το σημείο 27.
( 16 ) Σε απάντηση ερωτήσεως που τέθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Merck δέχθηκε ότι, μετά την εισαγωγή στην Ισπανία και την Πορτογαλία της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτιχά προϊόντα, είναι αδύνατον να ληφθεί προστασία της ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα που ήδη προστατεύονταν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε άλλα κράτη μέλη, λόγω ελλείψεως του ουσιώδους στοιχείου να πρόκειται περί νέας εφευρέσεως.
( 17 ) Βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του Πορτογαλικού Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις καθίστανται δεσμευτικές, ως μέρος του πορτογαλικού εσωτερικού δικαίου, από της επικυρώσεως τους από την Πορτογαλία. Έτσι, η ΣΕΔΕ τέθηκε σε ισχύ στην Πορτογαλία την 1η Ιανουαρίου 1992, σύμφωνα με πράξη κατατεθείσα από την Πορτογαλική Κυβέρνηση στις 14 Οκτωβρίου 1991, παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε αργότερα, στις 31 Μαρτίου 1992, το νομοθετικό διάταγμα 42/92.
( 18 ) Δέχεται το επιχείρημα της Merck ότι στην πράξη ήταν τότε αδύνατον να ληφθούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας από το πορτογαλικό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.
( 19 ) Η ημερομηνία 1 Ιουνίου 1998 βασίζεται στην παρέλευση τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το πορτογαλικό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας σαφώς μπορούσε να απονείμει διπλώματα για φαρμακευτικά προϊόντα η ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 1998 προκύπτει από την πρόσθεση του επιχειρήματος περί υπολογισμού κατά ημερολογιακά έτη στο επιχείρημα περί 1ης Ιουνίου 1998 η τελική ημερομηνία καθορίζεται πάλι με την πρόσθεση τριών ετών σε κάποια νωρίτερη ημερομηνία.
( 20 ) Η Merck παρατηρεί ότι τα συμβαλλόμενα κράτη είναι τώρα περί τα 100, περιλαμβανομένων της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
( 21 ) Recopilación dc Doctrina/Año 1993. σ. 1435.
( 22 ) Νομοθετικό διάταγμα 16/95 της 24ης Ιανουαρίου 1995, το οποίο τέθηκε σε ισχΰ την 1η Ιουνίου 1995.
( 23 ) Η Primecrown παρατηρεί, μεταξύ άλλων, ότι επτά κράτη μέλη (μη περιλαμβανομένων της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου) έχουν συνάψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί υπολογισμού των προθεσμιών (τη «Σύμβαση της Βασιλείας»), η οποία προβλέπει στο άρθρο 4, παράγραφος 2: «Όταν μια προθεσμία καθορίζεται σε μήνες ή έτη, η ημέρα λήξεως της προθεσμίας είναι η ημέρα του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους της οποίας η ημερομηνία αντιστοιχεί σ' αυτήν της ημέρας αφετηρίας της προθεσμίας ή, όταν δεν υφίσταται αντίστοιχη ημερομηνία, η τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα.»
( 24 ) Ειδικότερα, έγινε αναφορά στην αγόρευση του δικαστή Lord Diplock στην υπόθεση Dodds κατά Walker [1981] 1 WLR σ. 1027, συγκεκριμένα ο. 1029.
( 25 ) Η Primecrown παραθέτει πολλές διατάξεις διεθνούς δικαίου, εθνικών δικαίων και κοινοτικού δικαίου προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού.
( 26 ) Εντούτοις, η Ισλανδία είναι υποχρεωμένη βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 5, του προσαρτημένου στη Συμφωνία ΕΟΧ Πρωτοκόλλου αριθ. 28 να επιτρέπει από την 1η Ιανουαρίου 1997 την προστασία των φαρμακευτικών προϊόντων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
( 27 ) Βλ. την υποσημείωση 13.
( 28 ) COM(90) 101 τελικό — SYN 255, σ. 3.
( 29 ) Στην Ιταλία δεν υπέκειντο σε έλεγχο τιμών τα φαρμακευτικά προϊόντα που επωλούντο ελευθέρως στην ιδιωτική αγορά. Στην Πορτογαλία, τα άρθρα 2 και 3 του διατάγματος 29/90 της 13ης Ιανουαρίου 1990 προβλέπουν ότι οι τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων καθορίζονται κατ' έτος από τις αρχές μέαω μιας τιμής αναφοράς η οποία είναι ο μέσος όρος των τιμών των συγκρίσιμων φαρμακευτικών προϊόντων στην Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Στην Ισπανία, οι τιμές επιβάλλονται από το Υπουργείο Υγείας βάσει του βασιλικού διατάγματος 271/1990 της 23ης Φεβρουαρίου 1990 για ελαχίστη περίοδο ενός έτους.
( 30 ) Η Merck αναφέρει, μεταξύ άλλων, τον κανονισμό ΣΠΠ και τα εισαχθέντα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση άρθρα 3, στοιχείο μ', 130, παράγραφος 1, και 130 ΣΤ, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, ως στηρίζοντα την ύπαρξη νέας συναινέσεως για την ανάπτυξη της έρευνας στην Κοινότητα.
( 31 ) Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rcwc-Zcnlral (Συλλογή τόμος 1979/1, α. 321).
( 32 ) Η Merck, παραπέμποντας στον Ν. Koch «Article 30 and lhe Exercise of Industrial Property Rights to Block Imports» (1986) Fordham Corp. L. InsL, σ. 605, συγκεκριμένα σ. 619, επαιένει ότι αυτό δεν είναι ισοδύναμο με τον ισχυρισμό ότι η προστασία της ευρεσιτεχνίας πρέπει να εγγυάται κέρδη πάνω από τις τψές της αγοράς, αλλ' απλώς είναι το δικαίωμα αποκλεισμού τρίτων από την κατασκευή και πώληση, το οποίο, αυτό καθαυτό, είναι η ανταμοιβή.
( 33 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1985, 19/84 (Συλλογή 1985, σ. 2281).
( 34 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Ιανουαρίου 1981, 55/80 και 57/80 (Συλλογή 1981, σ. 147, βλ. προτάσεις σ. 167, συγκεκριμένα σ. 178).
( 35 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1988, 158/86 (Συλλογή 1988, σ. 2605).
( 36 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1994, C-9/93 (Συλλογή 1994, σ. I-2789) (στο εξής: απόφαση Ideal-Standard).
( 37 ) Η Merck ισχυρίζεται ότι τηρεί ανέκαθεν την αρχή αυτή. Σε απάντηση ερωτήσεως τεθείσας κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Merck είπε ότι θεωρεί óu έχει την ηθική υποχρέωση να καθιστά όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα της διαθέσιμα σε όλα τα μέρη του κόσμου, ανεξαρτήτως των τιμών που επικρατούν και, έτσι, ανεξαρτήτως της αποδοτικότητας ενός τέτοιου εγχειρήματος.
( 38 ) Απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 15/74 (Συλλογή τόμος 1974, ο. 451).
( 39 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Beecham ισχυρίστηκε ότι, εφόσον το κόστος Ερευνάς αντιμετωπίζεται με τρέχουσες ταμειακές εκροές, το γεγονός ότι είναι δυνατές οι φθηνότερες παράλληλες εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη όπου υφίσταται προστασία της ευρεσιτεχνίας υπονομεύει τα κέρδη στις αγορές αυτές και, έτσι, υπονομεύει επίσης τη διεξαγόμενη έρευνα.
( 40 ) Η Beecham αναφέρει τα άρθρα 3, στοιχεία μ' και ζ\130 και 129 της Συνθήκης.
( 41 ) Η Beecham αναφέρει το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τη; 29ης Ιουνίου 1995 (ΕΕ 1995, C 183, σ. 26).
( 42 ) Η Primecrown σημειώνει ότι το γεγονός αυτό επισημάνθηκε τότε από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και μνημονεύθηκε στην έκθεση ακροατηρίου- βλ.. Συλλογή 1981, ο. 2063, συγκεκριμένα ο. 2074, δεξιά στήλη, μεσαίο εδάφιο.
( 43 ) Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-191/90 (Συλλογή 1992, σ. I-5335) (στο εξής: απόφαση Generics).
( 44 ) Ο μοναδικός εξαναγκασμός, κατά την άποψη της Primecrown, απορρέει από την ενδεχόμενη χορήγηση υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως, πράγμα που δεν είναι το ίδιο με τη θετική νομική υποχρέωση εφοδιασμού μιας αγοράς.
( 45 ) Η Primecrown παρατηρεί ότι, όσον αφορά το Rcnītcc, υφίστανται σαφώς τουλάχιστον Î9 ισοδύναμα προϊόντα κοινόχρηστης ονομασίας στην ισπανική αγορά- όσον αψορά το Proscar, η Primecrown διατείνεται ότι δεν υφίστανται ιοοδύναμα προϊόντα κοινόχρηστης ονομασίας στην ισπανική αγορά και έτσι δύσκολα βλέπει πώς πλήττεται η Merck από τη μη προστασία της ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία.
( 46 ) Έγινε αναφορά της αποφάσεως της Επιτροπής της 10ης Ιανουαρίου 1996, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, στην υπόθεση Ädalal (υπόθεση IV/34.279/F3), ως υποστηρίζουσας την άποψη ότι το ισπανικό δίκαιο δεν επιβάλλει στους κατόχους διπλώματος ευρεσιτεχνίας την υποχρέωση συνεχίσεως του εφοδιασμού. Η απόφαση αφορούσε τις φερόμενες ως αντίθετες προς τον ανταγωνισμό προσπάθειες της Bayer και της γαλλικής και ισπανικής θυγατρικής της να περιορίσουν τη χονδρική πώληση του προϊόντος «Adalat» εντός της Γαλλίας και της Ισπανίας στις πραγματικές ανάγκες των αγορών αυτών. Η απόφαση αυτή. η οποία, μεταξύ άλλων, επιβάλλει στην Bayer να παύσει την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ, προσεβλήθη επί ακυρώσει ενώπιον του Πρωτοδικείου- βλ. την υπόθεση Τ-41/96, Bayer κατά Επιτροπής- εν τω μεταξύ, στην υπόθεση Τ-41/96 R η Bayer ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως και στις 3 Ιουνίου 1996 ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου διέταξε την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 2 της αποφάσεως.
( 47 ) Η έκθεση των National Economic Research Associates («NE-RA») υποβλήθηκε από τη Merck ως παράρτημα 5 των γραπτών παρατηρήσεων της προς το Δικαστήριο. Κατά την Primecrown, η έκθεση αυτή αναφέρει ότι «από τα 50 περισσότερο συνταγογραφημένα προϊόντα στην Ευρώπη το 1991 μόνο 40 ήταν διαθέσιμα σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ». Έτσι, η Primecrown διατείνεται ότι η ηθική υποχρέωση που προέβαλε η Merck δεν γίνεται καθολικώς σεβαστή από τη φαρμακοβιομηχανία ως σύνολο.
( 48 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Primecrown ισχυρίστηκε ρητώς ότι, εφόσον σε όλα ουσιαστικώς τα κράτη μέλη υφίσταται κάποιο: μορφή ελέγχου των τιμών, οι φαρμακευτικές εταιρίες δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη τέτοιων συστημάτων για να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση εθνικών δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας προς περιορισμό του παραλλήλου εμπορίου.
( 49 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Δεκεμβρίου 1961, 7/61, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή> τόμος 1954-1964, σ. 635).
( 50 ) Αναφέρει την απόφαση Centrafarm, σκέψεις 22 έως 25, και, γενικώς, την απόφαση Musik-Vertrieb membraro και K-icl International και την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1971, 78/70, Deutsche Grammophon (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 839).
( 51 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ισπανία χαρακτηρίστηκε από την Primecrown ως η όγδοη μεγαλύτερη εθνική φαρμακευτική αγορά στον κόσμο.
( 52 ) Ελέχθη ότι οι σημαντικότεροι φραγμοί είναι: 1) οι δυσχέρειες να επιτευχθεί σταθερή ροή προϊόντων για παράλληλη εισαγωγή και οι περιοδικές διακοπές του εφοδιασμού, οι οποίες κάνουν τους φαρμακοποιούς να διστάζουν πριν χρησιμοποιήσουν παράλληλες εισαγωγές- 2) τα εμπόδια που συνιστούν τα διαφορετικά σήματα 3) η επισήμανση των προϊόντων σε ξένες γλώσσες- 4) η απροθυμία μερικών φαρμακοποιών να χορηγούν προϊόντα προερχόμενα από παράλληλη εισαγωγή, εκτός όταν υφίσταται επαρκές κίνητρο τιμής- 5) τα εμπόδια που ανακύπτουν από τη διαφορετική περιεκτικότητα (του κάθε ενός δισκίου)- 6) παρόμοια εμπόδια που οφείλονται στο διαφορετικό μέγεθος των πακέτων.
( 53 ) θεωρεί πιθανό ότι οι περισσότερες ισπανικές εισαγωγές υποκαθιστούν τις υφιστάμενες πηγές παραλλήλων εισαγωγών στην Ιταλία και τη Γαλλία και δεν διαθέτουν πρόσθετα προϊόντα στην αγορά, δεδομένου ότι οι τιμές στην Ισπανία δεν είναι οπωσδήποτε πολύ διαφορετικές από τα επίπεδα τιμών στην Ιταλία και τη Γαλλία.
( 54 ) Η Primecrown σημειώνει ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, προβλέπει ότι όλες οι συμβαλλόμενες χώρες θα παρέχουν προστασία της ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα και ότι οι διατάξεις της που αφορούν τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και τη διάρκεια της προστασίας έχουν ως πρότυπο τις διατάξεις της ΣΕΔΕ. Μεταβατική περίοδος δέκα ετών για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας για προϊόντα προβλέφθηκε υπέρ των αναπτυσσομένων χωρών βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 4. Για επισκόπηση της Συμφωνίας TRIPs, βλ, παραδείγματος χάριν, Demaret «The Metamorphoses of lhe GATT: From lhe Havana Charter to lhe World Trade Organization» (1995) 34 Columbia Journal of International Law, σ. 123, συγκεκριμένα σ. 162 έως 169.
( 55 ) Παραπέμποντας, ειδικότερα, στους Marcnco xql Banks: «Intellectual Property and Community Rules on Free Movement: Discrimination Unearthed» (1990) 15 E. L. Rev., σ. 247, η Επιτροπή απαριθμεί τέσσερις κύριες επικρίσεις: 1) ο κανόνας στερεί τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας της ευκαιρίας να ανταμειφθεί πλήρως για τη δημιουργική του προσπάθεια- 2) ο κανόνας στηρίζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι ένα δικαίωμα μπορεί να αναλωθεί όταν στην ουσία δεν υφίσταται- 3) χρησιμοποιεί μια εσφαλμένη αντίληψη περί συγκαταθέσεως, δηλαδή συγκαταθέσεως για τη διάθεση στο εμπόριο και όχι συγκαταθέσεως για την άσκηση ενός δικαίωματος διανοητικής ιδιοκτησίας- 4) διακρίνει παραδόξως μεταξύ των συνεπειών, αφενός, της αποφάσεως μιας επιχειρήσεως, που απολαύει προστασίας της ευρεσιτεχνίας σε κράτος μέλος, να μη διαθέσει το προϊόν της στο εμπόριο εκεί αλλά σε χώρα όπου χορηγείται από το κράτος υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως και, αφετέρου, της αποφάσεως της ίδιας επιχειρήσεως η οποία δεν μπορεί να τύχει προστασίας της ευρεσιτεχνίας και ενδέχεται να αναγκαστεί να πωλήσει στην αγορά αυτή σε τιμή καθοριζόμενη από το κράτος. Ωστόσο, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής αρνήθηκε να δεχθεί ότι οποιαδήποτε από τις επικρίσεις αυτές μπορεί να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη της αποφάσεως Merck.
( 56 ) Τα επιχειρήματα αυτά ήταν: 1) η μη εφαρμογή εμπεριέχεται στη ratio decidendi της αποφάσεως Merck- 2) συμβιβάζεται με την εξέλιξη της πρόσφατης νομολογίας, ειδικότερα δε με την απόφαση Pharmon- 3) διατηρεί το δικαίωμα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας να ανταμειφθεί πλήρως για τη δημιουργική του προσπάθεια, ενώ συγχρόνως γίνεται σεβαστή η ουσία της θεωρίας περί αναλώσεως των δικαιωμάτων.
( 57 ) Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, καίτοι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει την ύπαρξη ηθικής υποχρεώσεως, εντούτοις προτείνει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται ηθική υποχρέωση όταν σε ένα κράτος μέλος σκέψεις αναγόμενες στην προστασία της δημόσιας υγείας δημιουργούν ζήτηση για ένα συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν και όταν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύσκολα θα μπορεί να αρνηθεί να ικανοποιήσει τη ζήτηση, απλώς και μόνο για λόγους σχετικούς με την αντιληπτή ανάγκη να προστατεύσει τη θέση του από τις παράλληλες εισαγωγές σε άλλο κράτος μέλος.
( 58 ) Η Επιτροπή δέχεται ότι δεν είναι σαφές αν οι ενάγουσες στις κυρίες δίκες κατέχουν πράγματι δεσπόζουσα θέση στις σχετικές αγορές και, περαιτέρω, αν η δυνητική άρνηση τους να εφοδιάσουν την αγορά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπό' ζουσας θέσεως κατά το άρθρο 86.
( 59 ) Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο κανόνας της αποφάσεως Merck Oa πρέπει να συνεχίσει να Εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που υφίστατο δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το προϊόν, αλλά που, για οποιονδήποτε λόγο, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν έτυχε στην πράξη προστασίας της ευρεσιτεχνίας.
( 60 ) Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η οδηγία 89/105/EOK του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με τη διαφάνεια των μέτρων που ρυθμίζουν τον καθορισμό των τιμών των φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση και την κάλυψη του κόστους τους στα πλαίσια των εθνικών ασφαλιστικών συστημάτων υγείας (στο εξής: οδηγία περί διαφάνειας- ΕΕ 1989, L 40, ο. 8), της οποίας το αντικείμενο συνίσταται κυρίως στην «εποπτεία των εθνικών ρυθμίσεων για τη διαμόρφωση των τιμών» (βλ. την πέμπτη αιτιολογική σκέψη), δεν αποτελεί μέτρο εναρμονίσεως.
( 61 ) Όπως ανέφερα ανωτέρω στην υποσημείωση 1, χρησιμοποιώ αδιακρίτως τους όρους «pharmaceutical» ή «medicinal» (φαρμακευτικά) προϊόντα/παρασκευάσματα. Στις τρεις παλαιότερες υποθέσεις που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή, τόσο το Δικαστήριο όσο και οι γενικοί εισαγγελείς χρησιμοποίησαν και άλλους όρους όπως «medicaments» (φάρμακα) και «drugs» (φάρμακα), ενώ σε μερικές από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν εν προκειμένω γίνεται λόγος για «pharmaceuticals» (φάρμακα). Όλοι οι όροι αυτοί μπορούν να νοηθούν ως αναφερόμενοι σε φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα για ανθρώπινη χρήση, τα οποία αποτελούσαν ουσιαστικώς το αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου 1968, 24/67, Parke-Davis (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 687), και των προαναφερθεισών αποφάσεων του Centrafarm και Merck και είναι πάλι επίμαχα στις παρούσες υποθέσεις. Οι λέξεις «φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα» έχουν ληφθεί από την οδηγία 65/65/EOK του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965 (στο εξής: οδηγία του 1965), περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25). Ο όρος «κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας» χρησιμοποιείται χάριν ευκολίας για να περιγράψει το πρόσωπο που δικαιούται να αντλήσει οφέλη από ένα δικαίωμα ευρεσιτεχνίας, ανεξαρτήτως του αν είναι ο δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο προς ον η μεταβίβαση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή ο λαβών άδεια εκμεταλλεύσεως.
( 62 ) COM(93) 718 τελικό.
( 63 ) Όπ.π., σ. 5, τρίτο εδάφιο. Στο ψήφισμα που εξέδωσε οε απάντηση της ανακοινώσεως της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τόνισε ότι «αναμένει» τη χάραξη από την Επιτροπή κατευθύνσεων για «μια ρεαλιστική βιομηχανική πολιτική» ώστε «η ευρωπαϊκή έρευνα να στραφεί μάλλον προς την πραγματική ανανέωση» μέσω, μεταξύ άλλων, της «προστασίας που παρέχεται από τα δικαιώματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας στα νέα φαρμακευτικά προϊόντα στην ΕΕ και σε τρίτες χώρες» (σημείο 10)- το ψήφισμα αυτό εκδόθηκε κατά τη συνεδρίαση της ολομελείας της 16ης Απριλίου 1996 και δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα. Βλ., επίσης, γενικώς τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ελεύθερη κυκλοφορία των φαρμακευτικών προϊόντων οτην Ευρωπαϊκή Ένωση — Εξάλειψη των υφισταμένων φραγμών» (ΕΕ 1996, C 97, ο. 1).
( 64 ) Acetylene Illuminating Company Ltd κατά United Alkali Co. Ltd [19051 RFC σ. 145 και 153, House of Lords. Η απόφαση αυτή ήταν τότε εφαρμοστέα και στην Ιρλανδία και εξακολούθησε να αποτελεί πηγή δικαίου μετά την ανεξαρτησία το 1922.
( 65 ) Γερμανικός ομοσπονδιακός νόμος της 9ης Μαΐου 1961, περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, ως έχει υπό τον νόμο της 4ης Σεπτεμβρίου 1967, περί τροποποιήσεως του νόμου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, του νόμου περί σημάτων και άλλων νόμων, Bundesgesetzblatt I. No 56, σ. 953.
( 66 ) Απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας αριθ. 450 της 16ης Δεκεμβρίου 1983.
( 67 ) Άρθρο 1, παράγραφος 3, του νόμου 1043 της 13ης Οκτωβρίου 1989.
( 68 ) Βλ. τα άρθρα 1 και 2 του διατάγματος 932/1987, περί απονομής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για θρεπτικές και φαρμακευτικές ουσίες.
( 69 ) Βασιλικό διάταγμα της 29ης Ιουνίου 1939, αριθ. 1127.
( 70 ) Για διεξοδική ανάλυση, βλ. την απόφαση Merck, σ. 2065
έως 2067.
( 71 ) European Intellectual Property Review Supplement, Τόμος 16, Τεύχος 11, Νοέμβριος 1994. Το άρθρο 27, παράγραφος 1, προβλέπει ότι «διπλώματα ευρεσιτεχνίας είναι δυνατό να απονέμονται για οποιαδήποτε εφεύρεση, είτε αυτή αφορά κάποιο προϊόν είτε αφορά κάποια μέθοδο, σε όλους τους τομείς της τεχνολογίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εφεύρεση είναι νέα, ότι στηρίζεται σε κάποια επινόηση και ότι είναι ικανή να αποτελέσει αντικείμενο βιομηχανικής εφαρμογής». Ενώ είναι συζητήσιμο αν η απόφαση Merck συμβιβάζεται με τη διάταξη αυτή, τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν εγείρουν το ζήτημα αυτό. Πρέπει να σημειωθεί ότι στις 22 Δεκεμβρίου 1994 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 94/800ΥΕΚ, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1). Με τη γνωμοδότηση 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. I-5267), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη είχαν συντρέχουσα αρμοδιότητα να συνάψουν τη Συμφωνία TRIPs.
( 72 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 62 έκθεση του 1994, σ. 17.
( 73 ) Οι ανησυχίες αυτές αντικατοπτρίζονται εξίσου στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2309/93 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών εγκρίσεως και εποπτείας των φαρμακευτικών προϊόντων για ανθρώπινη και κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για την αξιολόγηση των φαρμακευτικών προϊόντων (στο εξής: κανονισμός του 1993) (ΕΕ 1993, L 214, α. 1).
( 74 ) Βλ ανωτέρω την υποσημείωση 61.
( 75 ) ΕΕ 1987, L 15, ο. 36.
( 76 ) Βλ το άρθρο 4, δεύτερο εδάφια, σημείο 8, της οδηγίας του 1965, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 της οδηγίας 87Λ21/ΕΟΚ.
( 77 ) COM(90) 101 τελικό — SYN 255.
( 78 ) Όπ.π., σημείο 1.
( 79 ) Βλ. το σημείο 5 της αιτιολογικής εκθέσεως.
( 80 ) Βλ. ανωτέρω την υποσημείωση 13.
( 81 ) Ιϊλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Απριλίου 1995, C-241/91 Ρ και C-242/91 Ρ, RTE και ITP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-743, στο εξής: απόφαση Magill).
( 82 ) Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση CIO/89, HAG GF (στο 4ης: HAGII) (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1990, Συλλογή 1990, σ. I-3711, σημείο 10 των προτάσεων).
( 83 ) Όπ.π., σημείο 9.
( 84 ) Σ.τ.μ.: η υποσημείωση αυτή αφορά μόνο την αγγλική γλώσσα.
( 85 ) 12η έκδοση (Λονδίνο, 1980). σ. 1016.
( 86 ) Η ίδια αρχή ισχύει mutalis mutandis για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Έτσι, παραδείγματος χάριν, στην Ιρλανδία το άρθρο 40 του νόμου Patents Act του 1992 ορίζει ότι το «δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, επί όσο χρόνο δεν έχει λήξει η ισχύς του, απονέμει στον κάτοχο του το δικαίωμα να εμποδίζει τους μη έχοντες τη συγκατάθεση του τρίτους να προβαίνουν εντός της επιχρατείας σε όλες ή σε οποιαδήποτε» από τις πράξεις έναντι των οποίων παρέχεται ουσιαστικώς η προστασία της ευρεσιτεχνίας. Βλ. επίσης την παράθεση των λέξεων «στο Ηνωμένο Βασίλειο» όσον αφορά τις αγωγές λόγω παραβιάσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας που ασκούνται ενώπιον δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους βάσει του άρθρου 60 του νόμου Patents Act του 1977.
( 87 ) Machlup: «An Economie Review of lhe Paleni System», Study of the Committee on Patents, Trademarks and Copyrights of the Committee of the Judiciary, US Senate, 85th Congress, Study No 15 (Ουάσινγκτον), σ. 21. Βλ. την ενδιαφέρουσα εξέταση της περιγραφείσας τόσο κατ* αυτόν τον τρόπο όσο και με άλλους τρόπους πολιτικής που αποτελεί το υπόβαθρο των συστημάτων ευρεσιτεχνίας από τον αείμνηστο Rene Joliéi, καθηγητή και μέλος του Δικαστηρίου (στο εξής: καθηγητής Joliéi), στο «Patented Articles and lhe Frec Movement of Goods within the EEC» 28 Current Legal Problems (1975) σ. 15, συγκεκριμένα σ. 30 έως 32.
( 88 ) Σε απάντηση ερωτήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, υπήρξε γενική ομοφωνία ως προς το ότι το υφιστάμενο κατά το εθνικό δίκαιο μονοπωλώ του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας ισχύει για την πρώτη πώληση κάθε επί μέρους παρτίδας ή τεμαχίου του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος που παρήχθη από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή με τη συγκατάθεση του.
( 89 ) Βλ. την εκτενή μελέτη του Dcmarel στο Patents. Territorial
Restrictions and EEC Law, IIC Studies in Industrial Properly and Copyright Law, Τόμος 2 (Μόναχο, 1978), Κεφ. 3.
( 90 ) Οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να είναι ρητοί: «Όταν ένας άνθρωπος έχει αγοράσει ένα αντικείμενο προσδοκά να το ελέγχει και πρέπει να υφίσταται κάποια σαφής και ρητή συμφωνία περί του αντιθέτου για να μπορεί δικαιολογημένα να ισχυριστεί ο πωλητής ότι δεν χορήγησε στον αγοραστή την άδεια του να πωλήσει το αντικείμενο ή να το χρησιμοποιήσει κατά βούληση εναντίον του πωλητή»- βλ. την αγόρευση του δικαστή Lord Hatherlcy στην υπόθεση Betts κατά WÜlmoti (1871) LR 6 Ch. App., σ. 239, συγκεκριμένα σ. 245. Η αρχή αυτή αναγνωρίστηκε στο ιρλανδικό δίκαιο με την απόφαση του Supreme Court στην υπόθεση Hunter κατά Fox [1965] RPC σ. 416. Το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας δέχεται ότι, όταν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας διαθέτει προστατευόμενα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα στο εμπόριο στην αλλοδαπή, δεν μπορεί να αντιταχθεί στην κατοπινή εισαγωγή των προϊόντων αυτών στο Ηνωμένο Βασίλειο ή την Ιρλανδία, εκτός αν κατά το χρόνο της πωλήσεως επιβαλλόταν σαφής και ρητή απαγόρευση της εισαγωγής τους: «Έτσι, το αγγλικό δίκαιο (σε αντίθεση με άλλες χώρες) δεν αναγνώριζε τη θεωρία περί αυτόματης και υποχρεωτικής αναλώσεως των δικαιωμάτων κατά την πώληση προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αντικειμένου από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή με τη συγκατάθεση του (...)», Chartered Institute of Paient Agents, C. /. P. A. Guide to the Patent Acts, 4η έκδοση (Λονδίνο, 1995) σ. 420.
( 91 ) Βλ. Dcmarct, ανωτέρω υποσημείωση 89, και Alexander, «L' établissement du Marché commun et le problème des brevets parallèles» (1968) RTDE a. 513, συγκεκριμένα σ. 516 έως 521. Στο δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου (και της Ιρλανδίας) οι πωλήσεις εκ μέρους του λαβόντος άδεια εκμεταλλεύσεως βάσει αλλοδαπού δυτλώματος ευρεσιτεχνίας αντιμετωπίζονται με αυστηρότερο τρόπο απ' ό,τι οι εγχώριες πωλήσεις, δεδομένου ότι τα εμπορεύματα δεν μπορούν να ειοέλθουν στο Ηνωμένο Βασίλειο (ή την Ιρλανδία), εκτός αν έχει χορηγηθεί (ρητή ή σιωπηρά) άδεια από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας στο Ηνωμένο Βασίλειο (ή την Ιρλανδία) βλ. Cornish: Intellectual Property: Patents, Copyright. Trade Marks and Allied Rights (Λονδίνο, 1981), σ. 199, o οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ótl ο δικαστής Rudd στην υπόθεση Beccham κατά International Products [1968] RPC σ. 129, έκρινε ότι: «Επί πωλήσεως από λαβόντα άδεια εκμεταλλεύσεως, το ζήτημα πρέπει να εξαρτάται από την έκταση της εξουσίας που παρέσχε σε αυτόν ο χορηγήσας την άδεια αυτή βάσει της αδείας ή άλλων συμφωνιών μεταξύ αυτών», σ. 135.
( 92 ) Βλ. το περιέχον τα περιστατικά μέρος της αποφάσεως (Στ.μ.: το μέρος αυτό δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) (Recueil 1968. σ. 81, συγκεκριμένα σ. 102).
( 93 ) Παρά το ότι η CcDlrafaram ισχυρίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι μια ιταλική εταιρία παρεσκεύαζε το προϊόν κατόπιν αδείας εκμεταλλεύσεως χορηγηθείσας από την Parke-Davis.
( 94 ) Σκεπτικό, τέταρτη και πέμπτη σκέψη (Σ.τ.μ.: έκτη και έβδομη σκέψη στην ελληνική έκδοση).
( 95 ) Βλ. καθηγητή Joliéi, ανωτέρω υποσημείωση 87, σ. 18. Η Deutsche Grammophon (στο εξής: DG) παρήγε φωνογραφικές αποτυπώσεις, τις οποίες διέθετε, μεταξύ άλλων, υπό το σήμα Polydor στη Γερμανία και, μέσω θυγατρικής εταιρίας, στη Γαλλία. Για να προμηθεύει τους Γερμανούς εμπόρους λιανικής πωλήσεως, απαιτούσε από αυτούς να υπογράψουν υποσχετικό σχετικά με τη διατήρηση κατωτάτων τιμών μεταπωλήσεως. Διέκοψε τις προμήθειες της προς τη Melro λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής. Η Melro πέτυχε να αποκτήσει στη Γερμανία δίσκους τους οποίους η DG είχε αρχικώς προμηθεύσει στη γαλλική θυγατρική της. Οι επίμαχοι στην υπόθεση εκείνοι δίσκοι είχαν όντως πωληθεί από τη γαλλική θυγατρική σε επιχείρηση σε τρίτη χώρα, η οποία στη συνέχεια τους προμήθευσε στην επιχείρηση στο Αμβούργο από την οποία τους απέκτησε αργότερα η Metro. Η DG ζήτησε ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου την έκδοση αποφάσεως προσωρινών μέτρων απαγορεύουσας στη Metro να μεταπωλήσει ή να διαθέσει κατ' άλλον τρόπο τους σχετικούς δίσκους στη Γερμανία.
( 96 ) Απόφαση Deutsche Grammophon, σκέψη 4.
( 97 ) Όπ.π., σκέψη 11.
( 98 ) Συμφωνώ με αυτούς που θέτουν υπό αμφισβήτηση το λογικό υπόβαθρο της διακρίσεως: ειδικότερα, συμφωνώ ότι «ένα δικαίωμα δεν μπορεί να συνίσταται σε κάτι παραπάνω από τους τρόπους κατά τους οποίους μπορεί να ασκηθεί» βλ., παραδείγματος χάριν, αρχικώς Koran: «Dividing the Common Măricel through national Industrial Property Rights» (1972) MLR a. 634, συγκεκριμένα σ. 636, και πιο πρόσφατα ης επικρίσεις των Marcnco και Banks, ανωτέρω υποσημείωση 55, σ. 224 έως 226. Συντάσσομαι με την άποψη που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας C Gulmann στην υπόθεση Magill, ανωτέρω υποσημείωση 81, ότι «η άσκηση προνομίων που εμπίπτουν στο ειδικό αντικείμενο ενός αλου δικαιώματος αφορά την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού. Με άλλα λόγια, η διάκριση μετάξι της υπάρξεως και της ασκήσεως των δικαιωμάτων και η χρήση της εννοίας του ειδικού αντικειμένου αποτελούν, κατά βάση, εκφράσεις της ίδιας εννοιολογικής προσεγγίσεως [και ótl] η διάκριση μεταξύ της υπάρξεως και της ασκήσεως των δικαιωμάτων δεν έχει, αφεαυτής, σημασία για την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων οριοθετήσεως» σημείο 31 των προτάσεων. Βλ. επίσης, παραδείγματος χάριν, την απόφαση του δικαστή Kenny του ιρλανδικού High Court στην υπόθεση Central Dublin Development Association κατά Attorney General (1975) 109 ILTR σ. 69, με την οποία η κυριότητα χαρακτηρίζεται ως «δέσμη δικαιωμάτων».
( 99 ) Ο γενικός εισαγγελέας Κ. Roemer στις προτάσεις του στην υπόθεση Deutsche Grammophon θεώρησε ότι η διάκριση μεταξύ δικαιωμάτων του δημιουργού και δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας «δεν έχει σημασία» (Συλλογή τόμο; 1969-1971, σ. 839, συγκεκριμένα σ. 855). Τόνισε ότι «το δικαίωμα του δημιουργού είναι ασφαλώς συγγενέστερο προς το δικαίωμα της ευρεσιτεχνίας παρά προς το δικαίωμα επί του σήματος». Ο καθηγητής Joliét (ανωτέρω υποσημείωση 87, σ. 20), αναφερόμενος στις νομοπαρασκευαστικές εργασίες σχετικά με τον εισαγαγόντα το εν λόγω δικαίωμα γερμανικό νόμο, παρατηρεί ότι το δικαίωμα αυτό απονεμήθηκε λόγω της ποιότητας της τεχνικής υπηρεσίας και ενόψει της σημαντικής δαπάνης που απαιτείται για την παραγωγή υποθεμάτων ήχου καταλλήλων για τη διάθεση στο εμπόριο και ότι «η λειτουργία αυτή κατέστησε το υπό εξέταση μονοπώλιο πανομοιότυπο με δικαίωμα ευρεσιτεχνίας».
( 100 ) Σκέψη 12.
( 101 ) Ο γενικός εισαγγελέας Κ. Roemer στις προτάσεις του, αναφερόμενος στην ανάλωση των δικαιωμάτων υπό συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως Deutsche Grammophon, τόνισε: «Εδώ θα έπρεπε να έχει αποφασιστική σημασία ότι ο σκοπός του προστατευτικού δικαιώματος της βιομηχανικής ιδιοκτησίας εκπληρώθηκε με την πρώτη θέση σε κυκλοφορία, επειδή μπόρεσε να αξιοποιηθεί η μονοπωλιακή ευκαιρία επιτεύξεως κέρδους. Αντίθετα, εάν επιτρεπόταν στο δικαιούχο ο έλεγχος της περαιτέρω διαθέσεως, προπαντός η απαγόρευση της επανεισαγωγής και η παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας του εμπορεύματος, αυτό θα υπερέβαινε, αναμφισβήτητα, τον προστατευτικό σκοπό του παρεχομένου δικαιώματος. Έτσι μπορεί να θεωρηθεί, ενόψει της επιφυλάξεως του άρθρου 36, των κύριων στόχων της Συνθήκης, των αρχών της Κοινής Αγοράς και παρά την ισχύουσα εγγύηση της υπάρξεως των προστατευτικών δικαιωμάτων της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ótl σε ένα πραγματικό όπως αυτό της κύριας δίκης, αναλώθηκε το δικαίωμα» (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ.839, συγκεκριμένα σ. 854 και 855). Έτσι, ήταν ήδη από την απόφαση αυτή σαφές ótl η εκδοχή της θεωρίας περί αναλώσεως, που το κοινοτικό δίκαιο άρχισε να διαμορφώνει από την υπόθεση εκείνη, είχε μόνο κατ' όνομα ομοιότητα με το ολλανδικό και το γερμανικό δίκαιο από τα οποία ευρέως εμπνεύστηκε το κοινσηκό δίκαιο.
( 102 ) Προαναφερθείσα απόφαση Ccnlrafarm.
( 103 ) «Το ουσιώδες περιεχόμενο της προστασίας που παρέχεται στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, συνιστάμενο στην αποκλειστικότητα της παραγωγής και της πρώτης διαθέσεως στο εμπόριο του καλυπτόμενου από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, που δίδεται στον κάτοχο για να αναταμείψει τον εφευρέτη, παρέχοντας του ανταμοιβή για την καταβληθείσα προσπάθεια, καθώς και για τον οικονομικό κίνδυνο που ανέλαβε, δεν αναγνωρίζεται παρά προσωρινά» (σημείο 4 των προτάσεων του).
( 104 ) Σκέψη 9.
( 105 ) Βλ. τις σκέψεις 10 και Π.
( 106 ) Σκέψη Π.
( 107 ) Σκέψη 12. Ο γενικός Εισαγγελέας Α. Trabucchi ήταν εξίσου κατηγορηματικός: «Ασφαλώς οεν συμβιβάζεται με τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού συστήματος, τις σχετικές με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, μια εταιρία, κάτοχος παραλλήλων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας εντός της Κοινότητας η οποία έχει συμμετάσχει, μέσω εταιρίας την οποία ελέγχει πλήρως, στη διάθεση στο εμπόριο ορισμένου προϊόντος σ' ένα κράτος μέλος, να εναντιοΰται στην εισαγωγή αυτού του προϊόντος από τρίτους αγοραστές σ' άλλο κράτος μέλος για να διασφαλίζει το εμπορικό μονοπώλιο μιας άλλης θυγατρικής εταιρίας» (σημείο 5 των προτάσεων του).
( 108 ) Αυτή ήταν η κύρια Επίκριση της αποφάσεως Centrafarm από τον καθηγητή Joliét, ανωτέρω υποσημείωση 87, σ. 37, ο οποίος τόνισε:«το να λέγεται ότι το προϊόν κατασκευάστηκε από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι άνευ σημασίας αν μπορούσε να το κατασκευάσει και κάποιος άλλος. Η εξέταση του αν η κατασκευή έγινε με τη συγκατάθεση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας συνεπάγεται, κατά την άποψη μου, ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορούσε να την ελέγξει, όηλααή ότι είχε παράλληλο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην εξάγουσα χώρα. Περιττό να λεχθεί ότι και το να ληφθεί υπόψη η λειτουργία του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δικαιολογεί τον περιορισμό των εισαγωγών σε μια τέτοια κατάσταση». Και ο Demarct δέχθηκε την ανωτέρω κριτική της αποφάσεως, τονίζοντας ότι, στην περίπτωση της διαθέσεως στο εμπόριο στη χώρα κατασκευής του προϊόντος από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή με τη συγκατάθεση του αλλά χωρίς την προστασία της ευρεσιτεχνίας, είναι απίθανο ότι το Δικαστήριο, ακολουθώντας την απόφαση Centrafarm, θα επέτρεπε περιορισμό των εισαγωγών- βλ. «Le brevet communautaire après Centrafarm: un instrument dépassé ou inachevé?» (1977) RTDE\, σ.33.
( 109 ) Ορθώς δέχθηκε ότι οτην απόφαση Deutsche Grammophon η θεώρηση αυτή δεν αντιμετωπίστηκε από το Δικαστήριο ως έχουσα επιρροή- βλ., ανωτέρω, το σημείο 98.
( 110 ) Προτάσεις, σ. 2088.
( 111 ) Όπ.π., ο. 2090 (η υπογράμμιση είναι του πρωτοτύπου).
( 112 ) Όπ.π., σ. 2091.
( 113 ) Σκέψεις 9 και 10.
( 114 ) Όπ.π. σκέψη 11.
( 115 ) Σκέψη 13.
( 116 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1974, 192/73 (Συλλογή τόμος 1974. σ. 371) (στο έξης απλώς: απόφαση HAGI).
( 117 ) Στην παλαιότερη νομολογία, παραδείγματος χάριν στην προαναφερθείσα απόφαση Paritc-Davis, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο γεγονός ότι «Οι εθνικοί κανόνες περί προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας δεν αποτέλεσαν ακόμα αντικείμενο ενοποιήσεως στα πλαίσια της Κοινότητας» σκεπτικό, τέταρτη σκέψη (Σ.τ.μ.: πέμπτη σκέψη στην ελληνική έκδοση).
( 118 ) Το Δικαστήριο δέχεται ανέκαθεν ότι τα εθνικό δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας δεν αναλίσκονται με την εκμετάλλευση εκτός της Κοινότητας- βλ, αρχικώς, την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976, 51/75, EMI Records (Συλλογή τόμος 1976, σ. 329), η οποία αφορούσε τα σήμα, αλλά επανελήφθη στο πλαίσιο της Πράξεως Προσχωρήσεως και της ευρεσιτεχνίας με την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 43 απόφαση Generics. Μερικά εθνικά δικαστήρια έχουν κρίνει ότι η εισαγωγή από τρίτη χώρα μέσω άλλου κράτους μέλους προστατευομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων δεν αναλίσκει το δικαίωμα του κατόχου εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας στο κράτος μέλος προορισμού- βλ., παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις που αναφέρει ο Trilion, Intellectual Property in Europe (Λονδίνο, 1996) ο οποίος σημειώνει ότι το Hanseatisches Obcrlandcsgcricht Hamburg στην απόφαση του Repanlcled Bandages Material 11988] 2 CMLR 359 «έκρινε ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν αναλίσκει τα δικαιώματα του όταν δεν έχει παράλληλο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο κράτος μέλος διαμετακομίσεως» σ. 317.
( 119 ) Ο Koch, ανωτέρω υποσημείωση 32, περιγράφει δια βραχέων την έλλειψη διακρίσεων: «Οι συνθήκες διαθέσεως του προϊόντος στο εμπόρια στα δυο περί ων πρόκειται κράτη μέλη δεν είναι συγκρίσιμες, η δε άσκηση του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας δεν δημιουργεί διακρίσεις εις βάρος της διαθέσεως στο εμπόρια στην αλλοδαπή σε σχέση με τη διάθεση στο εμπόριο στην ημεδαπή»- σ. 620.
( 120 ) Πολλοί σχολιαστές έχουν επικρίνει την επιλογή που περιέχεται στη σκέψη 11 της αποφάσεως Merck- βλ., παραδείγματος χάριν. Korab: EC Competition Law and Practice. 3η έκδ., (Λονδίνο, 1994), σ. 193, ο οποίος αναφέρει ότι «το να αποθαρρύνεται ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας να πωλεί σε χώρες όπου δεν μπορεί να τύχει προστασίας μπορεί θεωρητικώς να οδηγήσει στο να πωλούνται τα προϊόντα μόνον εκεί όπου προστατεύονται με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, και τούτο θα μπορούσε να διαιαέσει την αγορά ακόμη περισσότερο απ' όσο τη διαιρεί ο καθορισμός διαφορετικών τιμών», και Marcnco και Banks, οι οποίοι παρατηρούν ότι «αποτελεί όντως ειρωνεία το ότι διατάξεις που σκοπούν στην προώθηση της ελευθερίας διαθέσεως στο εμπόριο πρέπει να ερμηνεύονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να τιμωρούν την άσκηση της ελευθερίας αυτής» ανωτέρω υποσημείωση 55.
( 121 ) Οι ενάγουσες ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι δεν έχουν κέρδη από τη διάθεση των σχετικών προϊόντων στην ισπανική και την πορτογαλική αγορά: όμως, δεν νομίζω ότι το γεγονός αυτό εξαλείφει τη μεγάλη διαφορά, ως ζήτημα αρχής, μεταξύ πωλήσεως με και χωρίς το ευεργέτημα της προστασίας της ευρεσιτεχνίας.
( 122 ) Άρθρο 129, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
( 123 ) Βλ. την παρατιθεμένη στο σημείο 95 των προτάσεων μου σκέψη 9 της αποφάσεως Centrafarm.
( 124 ) Βλ. τις σκέψεις 9 και 10.
( 125 ) Κατά τον χρόνο Εκδόσεως της αποφάσεως Merck, η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόντα ήταν στην Ευρώπη μάλλον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας, καθότι, εκτός από την Ισπανία και την Πορτογαλία, η Αυστρία, η Δανία, η Φινλανδία, η Ελλάδα και η Ιταλία αναγνώρισαν τη δυνατότητα αυτή μόλις εντός των τελευταίων 15 ετών βλ. ανωτέρω το σημείο 79.
( 126 ) Συλλογή 1981, σ. 2095.
( 127 ) Ενώ η άποψη αυτή είναι ασφαλώς ορθή, το δικαίωμα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας έγκειται στην ευκαιρία επιτεύξεως μονοπωλιακού κέρδους, πράγμα που φαίνεται καθαρά από την αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τη διαφύλαξη της ευκαιρίας αυτής.
( 128 ) Korah, ανωτέρω υποσημείωση 120.
( 129 ) Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 8 και του Πρωτοκόλλου αριθ. 19.
( 130 ) Απόφαση Musik-Vertrieb membran και K-lel International, σκέψεις 25 και 26.
( 131 ) Προτάσεις, σ. 180. Απλώς δεν πρότεινε ότι η GEMA θα μπορούσε να αξιώσει «χωρίς όρους και επιφυλάξεις τη διαφορά μεταξύ του βρετανικού κατά νόμο συντελεστή 6,25% και των τελών εκμεταλλεύσεως που υπολογίζονται σύμφωνα με δικές της κλίμακες». Χαρακτηρίζοντας τις κλίμακες της GEMA «χωρίς επιρροή», πρότεινε ότι η έκταση του περιορισμού πρέπει να είναι «η διαφορά μεταξύ των τελών εκμεταλλεύσεως που πράγματι καταβλήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο (...) και των τελών εκμεταλλεύσεως που θα μπορούσαν να καθοριστούν με συμβατικές διαπραγματεύσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε περίπτωση που δεν υπήρχε το άρθρο 8, ξεκινώντας δε από τη σκέψη ότι τα ηχητικά υποθέματα, για τα οποία είχαν καταβληθεί τα εν λόγω τέλη εκμεταλλεύσεως, μπορούσαν παντού μέσα στην Κοινότητα να διατίθενται ελεύθερα στο εμπόριο»- προτάσεις σ. 179.
( 132 ) Παρόμοιες απόψεις έχουν εκφράσει διάφοροι θεωρητικοί του δικαίου: βλ., παραδείγματος χάριν, Marcnco και Banks, ανωτέρω υποσημείωση 55, σ. 246 έως 248- Dcmarct, «Industrial Property Rights, Compulsory Licences and the Free Movement of Goods under Community Law» (1987) 18 DC σ. 161, συγκεκριμένα σ. 176- White, σχολιασμός της αποφάσεως Pharmon 23 CMLR, a. 721, συγκεκριμένα σ. 722 και 723; Götzen, «La lihrc circulation des produits couverts par un droit de propriété' intellectuelle dans la jurisprudence de la Cour de Justice», Revue trimestrielle de droit commercial et de droit économique 1985, a. 467, συγκεκριμένα σ. 471.
( 133 ) Βλ. τις προτάσεις, σ. 2285, η υπογράμμιση είναι του πρωτοτύπου.
( 134 ) Σκέψεις 25 και 26.
( 135 ) Σκέψη 29.
( 136 ) Βλ. Goimlcy (1985) 10 EL Rev., σ. 447, συγκεκριμένα σ. 449.
( 137 ) Απόφαση Pharmon, σκέψη 26 (η υπογράμμιση δική μου).
( 138 ) «Industrial Property Rights, Compulsory Licences and the Free Movement of Goods under Community Law» (1987) Τόμος 18 IIC No 2, σ. 161, συγκεκριμένα σ. 175.
( 139 ) Έχει Ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ακόμη και ενθέρμως επιδοκιμάζοντες την απόφαση Merck θεωρητικοί του δικαίου δεν έχουν πειοτεί ότι τα αποτελέσματα της αποφάσεως PbannOD συμβιβάζονται με τη λογική που αποτελεί το υπόβαθρο της αποφάσεως Merck- βλ., παραδείγματος χάριν, την έντονη επιδοκιμασία της αποφάσεως Merck που διατυπώνει ο Bonei, Revue trimestrielle de droit européen, /982, σ. 161 έως 166, και παράβαλλε την με τα επικριτικά του σχόλια της αποφάσεως Pharmon κατά Hoechst, Revue trimestrielle de droit européen, 1986, a. 281 έως 286.
( 140 ) Βλ. Dcmarcl: «Industrial Property Rights, Compulsory Licences and the Free Movement of Goods Under Communtiy Law», ανωτέρω υποσημείωση 138, σ. 177.
( 141 ) Έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, σ. 2611, η σκέψη 25 παρατίθεται ανωτέρω στο σημείο 118.
( 142 ) Όπ.π., ο. 2611.
( 143 ) Προτάσεις, α. 2623.
( 144 ) Όπ.π., ο. 2623.
( 145 ) Σκέψεις 15 και 16, η υπογράμμιση δική μου.
( 146 ) Σκέψη 18, η υπογράμμιση δική μου.
( 147 ) Βλ. την οικονομικής φύσεως συλλογιστική που αποτελεί το υπόβαθρο των σκέψεων 15, 16 και 18, οι οποίες παρατίθενται ανωτέρω στο σημείο 132, και, ειδικότερα, τις εκ μέρους μου υπογραμμίσεις στις σκέψεις αυτές.
( 148 ) Τα κέρδη στη βρετανική αγορά ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, μεγαλύτερα των κερδών από παρόμοιες πωλήσεις στη Δανία. Ωστόσο, σε απάντηση ερωτήσεως του Δικαστηρίου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν προσκόμισε στοιχεία για να προσδιοριστεί η έκταση του συμπεριλαμβανομένου στην τιμή πωλήσεως «μέρους των δικαιωμάτων του δημιουργού», το οποίο ελέχθη ótl υπερβαίνει το 25% της τιμής χονδρικής πωλήσεως των βιντεοκασετών στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση Warner Brothers και Metronome Video, Συλλογή 1988, σ. 2616).
( 149 ) «Geistiges Eigentum und freier Warenverkehr» (1989) CRUR InL, σ. 177, συγκεκριμένα σ. 179, Ελεύθερη αγγλική μετάφραση παραθέτουν οι Malenco και Banks, ανωτέρω υποσημείωση 55, σ. 250 βλ. επίσης (1989) RDAI7, α. 815, για την απόδοση του άρθρου αυτοί στη γαλλική γλώσσα.
( 150 ) Όσον αφορά την ανάλωση του δικαιώματος επί του σήματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι: «Η συγκατάθεση την οποία συνεπάγεται κάθε μεταβίβαση δεν αρκεί για να υφίσταται ανάλωση του δικαιώματος. Για να συμβεί κάτι τέτοιο πρέπει ο δικαιούχος του σήματος στο κράτος εισαγωγής να έχει, άμεσα ή έμμεσα, την εξουσία να καθορίζει τα προϊόντα επί των οποίων είναι δυνατό να γίνεται η επίθεση του σήματος εντός του κράτους εξαγωγής και να ελέγχει την ποιότητα τους. Όμως η εξουσία αυτή παύει να υφίσταται όταν, μέσω μεταβιβάσεως, η επί του σήματος εξουσία εγκαταλείπεται σε τρίτον, μη έχοντα οικονομικό δεσμό με τον μεταβαβάσαντα» (σκέψη 43).
( 151 ) Βλ. τη σκέψη 52.
( 152 ) Απόφαση του Suprerme Cout εκδοθείσα από τον δικαστή Kingsmill Moore στην υπόθεση Attorney General κατά Ryan's Car Hire (1965) IR σ. 642, συγκεκριμένα σ. 654 βλ. γενικώς Kelly, The Irish Constitution, 3η έκδοση με επιμέλεια των Hogan και Whyte, Butterworlhs, Δουβλίνο και Λονδίνο, α. 532 έως 539.
( 153 ) Practice statement της 26ης Ιουλίου 1966 περί νομολογιακού προηγουμένου [1966] 1 WLR σ. 1234. [1966) 3ΑΙΙ ER σ. 77 για πρόσφατη εφαρμογή του statement αυτού, βλ. Pepper κατά Han [19931 2 WLR σ. 1035, (1993] 1 All ER σ. 42.
( 154 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1963. 28/62 Εως 30/62 (Συλλογή τομος 1954-1964, ο. 891, προτάσεις σ. 899, σημείο 2).
( 155 ) Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 861). Συνεπώς, η απόφαση αυτή εκδόθηκε επτά εβδομάδες πριν από την απόφαση Da Costa κ.λπ.
( 156 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 154 απόφαση Da Cosia κ.λπ., σ. 894 εως 897.
( 157 ) Απόφαση της 13ης Μαΐου 1981, International Chemical Corporation (Συλλογή 1981. σ. 1191, σκέψη 13).
( 158 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, 283/81 (Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 14).
( 159 ) Απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1988, 302/87, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου («απόφαση περί επιτροπών») (Συλλογή 1988, ο. 5615, σκέψη 28)- ενώ επρόκειτο περί προσφυγής και όχι περί αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, είχε ανακύψει το ίδιο πρόβλημα αρχής.
( 160 ) Απόφαση της 22ας Μαίου 1990, C-70/88. Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου («Chernobyl») — παραδεκτό — (Συλλογή 1990, α. I-2041, σκέψη 16).
( 161 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91 (Συλλογή 1993, α. 6097).
( 162 ) Ανωτέρω υποσημείωση 31, σκέψη 8.
( 163 ) Απόφαση Keck και Mithouard, σκέψη 16.
( 164 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
( 165 ) Σημείωσε επίσης ότι στη μεταγενέστερη νομοθεσία, ειδικότερα δε στην πρώτη οδηγία του Συμβουλίου 89/104/EOK, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, ο. 1), δεν έγινε αναφορά της θεωρίας περί κοινής προελεύσεως, παρ' όλον ότι θεώρησε ότι η σιωπή αυτή μπορεί να ερμηνευθεί είτε ως έγκριση είτε ως αποδοκιμασία (σημείο 53 των προτάσεων).
( 166 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 82 απόφαση HAG Π, σκέψη 10.
( 167 ) Όπ.π., σκέψεις 16 και 17.
( 168 ) Το ζήτημα εξετάζεται κατωτέρω στα σημεία 167 έως 170.
( 169 ) Σκέψη 11.
( 170 ) Προαναφοθείσα απόφαση στην υποσημείωση 38, σκέψη 26.
( 171 ) 'Οπ.π., σκέψεις 27 έως 29.
( 172 ) Προτάσεις, σ. 474.
( 173 ) Βλ. τη σκέψη 24. Βλ. Επίσης την απόφαση Musik-Vcrtricb membran και K-tcl International, σκέψεις 20 έως 26. Το μοναδικό κοινοτικό μέτρο που θεσπίστηκε όσον αφορά τους ελέγχους των τιμών των φαρμακευτικών προϊόντων είναι η προαναφερθείσα στην υποσημείωση 60 οδηγία περί διαφάνειας. Δεν αναφέρθηκε από το εθνικό δικαστήριο ή με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο ότι οι έλεγχοι στους οποίους προβαίνουν οι αρμόδιες ισπανικές ή πορτογαλικές αρχές δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία αυτή.
( 174 ) Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1995, C-350/92, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-1985) η Bcccham σημείωσε ειδικότερα τη σκέψη 31, στην οποία το Δικαστήριο αναφέρεται στο επιχείρημα της Ισπανίας ότι η μέσω του συμπληρωματικού πιστοποιητικοί παράταση της διάρκειας του μονοπωλίου του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας να διαθέτει το προϊόν στο εμπόριο «έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίσει τη βιομηχανία φαρμάκων κοινόχρηστης ονομασίας να ανταγωνιστεί ελεύθερα με [τους κατόχους δυτλωμάτων ευρεσιτεχνίας], προς βλάβη προφανώς των καταναλωτών, οι οποίοι θα μπορούσαν να έχουν τα φάρμαχα σε καλύτερες τιμές αφότου θα έληγε το μονοπωλιακό καθεστώς».
( 175 ) Παραδείγματος χάριν, η Επιτροπή ανέφερε τα ακόλουθα ειδικά χαρακτηριστικά των προϊόντων αυτών: 1) το γεγονός ότι ο ασθενής (ο καταναλωτής) έχει μικρή επιλογή ή επιοροή όσον αφορά το προϊόν που συνταγογραφείται γι' αυτόν- 2) η περιορισμένη δυνατότητα υποκαταστάσεως των προϊόντων- 3) το σημαντικό γεγονός όα το κόστος των φαρμακευτικών προϊόντων φέρεται σε μεγάλο βαθμό από το σύστημα κοινωνικών ασφαλίοεων του κράτους του ασθενούς.
( 176 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988. 24/86. Blaizot (Συλλογή 1988. ο. 379. σκέψη 28).
( 177 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της 8ης Απριλίου 1976. 43/75. Dcfrcnnc Ι (Συλλογή τόμος 1976, ο. 175. σκέψεις 72 έως 74). και της 17ης Μαίου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990. ο. I-1889, σκέψη 41).
( 178 ) Βλ. τις προτάσεις της 18ης Μαΐου 1995 στις υποθέσεις C-485/93 και C-486/93, Σιμιτζή (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, Συλλογή 1995, σ. I-2655, σημείο 17) (στο σημείο αυτό παρατίθεται απόσπασμα της σκέψεως 30 και γίνεται παραπομπή στις σκέψεις 31 και 32 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Legros κ.λπ.. Συλλογή 1992, α. I-4625)- βλ. επίσης τις προτάσεις της 30ής Απριλίου 1996 του γενικού εισαγγελέα Μ. Β. Elmer στην υπόθεση C-228/94, Atkins (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, Συλλογή 1996, σ. I-3633, σημείο 63), και την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1996, C-308/94, Cabanis-lssanc (Συλλογή 1996, ο. I-2097, σκέψη 47).
( 179 ) Βλ. Hyland, «Temporal limitation of the cffccls of judgments of the Court of Justice — A review of recent case-law» (1995) 4 ĪJEL a. 208, ο οποίος διατείνεται ótl η εκ μέρους του Δικαστηρίου μεταβολή της προηγούμενης νομολογίας του πρέπει να θεωρείται ως αυτοτελής λόγος περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του.
( 180 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/1, ο. 605, σκέψη 16, η υπογράμμιση δική μου).
( 181 ) Το σχόλιο του εθνικού δικαστηρίου παρατίθεται ανωτέρω στο σημείο 21.
( 182 ) Στην απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921), το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο χρονικός περιορισμός της άμεσης εφαρμογής του άρθρου 48 επί των κανόνων μετεγγραφής παικτών ήταν δικαιολογημένος, δεδομένου ότι «οι ιδιομορφίες των θεσπιζόμενων από τις αθλητικές ομοσπονδίες κανόνων για τις μετεγγραφές παικτών μεταξύ συλλόγων διαφόρων κρατών μελών, καθώς και η εφαρμογή των ίδιων ή αναλόγων κανόνων τόσο επί των μετεγγραφών μεταξύ συλλόγων που ανήκουν στην ίοια εθνική ομοσπονδία όσο και επί των μετεγγραφών μεταξύ συλλόγων που ανήκουν σε διαφορετικές εθνικές ομοσπονδίες στο πλαίσιο του ίδιου κράτους μέλους, μπορούσαν να δημιουργήσουν αβεβαιότητα ως προς το κατά πόσον οι κανόνες αυτοί συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο» (σκέψη 143). Στις παρούσες υποθέσεις, τα επιχειρήματα υπέρ του περιορισμού των διοχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως είναι διαφορετικά και, αν μη τι άλλο, ισχυρότερα, δεδομένου ότι ήταν δυνατόν να έχουν συσταθεί έννομες σχέσεις βάσει μιας μη διφορούμενης ερμηνείας της Συνθήκης.
( 183 ) Είναι αξιοσημείωτο ότι ο δικηγόρος της Beccham δέχθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του.
( 184 ) Official Journal ofine European Patent Organization (Επίσημη Εφημερίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας) 7/86, σ. 200.
( 185 ) ΣΕΔΕ, άρθρο 167, παράγραφος 2, στοιχείο α'.
( 186 ) Είναι η ημερομηνία που καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 169 της ΣΕΔΕ για τη θέση της Συμβάσεως αυτής σε ισχύ.
( 187 ) Απόφαση του Διοικητικοί Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 1986. Official Journal of lhe European Patent Organization> 3/87. σ.91 επ.
( 188 ) Ισπανικός νόμος της 20ής Μαρτίου 1986 περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Μεταβατικές Διατάξεις, πρώτο μέρος, παράγραφος 1, ο. 176.
( 189 ) Αρθρο 167, παράγραφος 5, της ΣΕΔΕ.
( 190 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αριθ. 8, το οποίο αφορά την αναβολή μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1992 της θεσπίσεως διατάξεων περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως σε υποθέσεις παραβιάσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας σχετικού με μέθοδο παρασκευής και το οποίο εισάγει παρεμφερή ρύθμιση σχετικά με τον χρόνο από τον οποίο θα μπορεί να κινείται η δικαστική διαδικασία που είναι γνωστή ως «κατάσχεσηπεριγραφή».
( 191 ) Το άρθρο 54 της ΣΕΔΕ ορίζει ότι η εφεύρεση είναι νέα αν «δεν συμπεριλαμβάνεται εις το πεδίον της τεχνολογίας» (παράγραφος 1), το οποίο αποτελείται «από παν ο,τι έχει γίνει γνωστόν εις το κοινόν προ της ημερομηνίας καταθέσεως της αιτήσεως διά Ευρωπαϊκόν Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας».
( 192 ) Η προστασία που επιτρέπεται, γενικότερα, για τη βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία και, ειδικότερα, vlo τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας από το άρθρο 36, «ως διάταξη που εισάγει εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις αρχές της κοινής αγοράς (...), επιτρέπει αποκλίσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μόνον καθόσον οι αποκλίσεις αυτές είναι δικαιολογημένες για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων που συνιστούν το ειδικό αντικείμενο αυτής της μορφής ιδιοκτησίας». Βλ., παραδείγματος χάριν, την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Μαρτίου 1988, 434/85, Allen & Hanburys (Συλλογή 1988, σ. 1245, σκέψη 10), και τη συζήτηση ανωτέρω (σημείο 94 επ.) ως προς το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας.
( 193 ) Γίνεται προς τούτο δεκτό ότι η απόφαση Merck εξακολουθεί να διέπει μια τέτοια απαγόρευση.
( 194 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 194/85 και 241/85, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1988, σ. 1037, σκέψη 20)- απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Μαρτίου 1979, 231/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1979/1, ο. 809, σκέψη 12).
( 195 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 43 απόφαση Generics, σκέψη 41.
( 196 ) Το επιχείρημα αυτό εκτίθεται συνοπτικώς στο σημείο 24 των προτάσεων μου, όσον αφορά τη Merck, και στο σημείο 28, όσον αφορά την Beecham.
( 197 ) Αρθρο 4, το οποίο παρατίθεται κατωτέρω στο σημείο 188.
( 198 ) Βλ. ανωτέρω το σημείο 26.
( 199 ) Βλ. ανωτέρω την υποσημείωση 17.
( 200 ) Σ.τ.μ.: Το επιχείρημα αυτό δεν θα μπορούσε να προβληθεί με βάση το ελληνικό κείμενο της διατάξεως, όπου χρησιμοποιείται η λέξη «από» εκεί όπου στο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη «after» («μέχρι το τρίτο έτος από την εισαγωγή»).
( 201 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, το άρθρο 112 σχετικά με το βάρος παρεμβάσεως για το κριθάρι, το άρθρο 128 σχετικά με «το τέλος της περιόδου εμπορίας 1992/93» για την ενίσχυση υπέρ των γλευκών από σταφύλια και το άρθρο 122, παράγραφος 2, σχετικά με «τις περιόδους εμπορίας 1990/91».
( 202 ) Το μέρος αυτό της Πράξεως Προσχωρήσεως αφορά τόσο την Ισπανία όσο και την Πορτογαλία, παρ' όλον ότι η Merck κάνει λόγο περί του άρθρου 379 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας.
( 203 ) ΕΕ 1989, L401. σ. 1.
( 204 ) European Treaty Scries No 76, Συμβούλιο της Ευρώπης, Στρασβούργο 1975, Τόμος III.
( 205 ) Άρθρο 1, παράγραφος 1.
( 206 ) Οι χώρες είναι η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και η Σουηδία.
( 207 ) Βλ. ανωτέρω την υποσημείωση 24.
( 208 ) Ισπανικός Αστικός Κώδικας, άρθρο 5, παράγραφος 1.
Full & Egal Universal Law Academy