Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Bundesverwaltungsgericht έχει υποβάλει στο Δικαστήριο ακριβώς τα ίδια ερωτήματα, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς, με τα ερωτήματα επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1994, Deutsches Milch-Kontor (1) (στο εξής: απόφαση του Δικαστηρίου ή απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994).
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν την ερμηνεία διαφόρων κοινοτικών κανονισμών που διέπουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της κοινοτικής ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, το οποίο έχει παραχθεί εντός ενός κράτους μέλους και πρόκειται να μεταποιηθεί εντός άλλου κράτους μέλους.
2 Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι οι απαντήσεις που δόθηκαν με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994 αφορούν πραγματική κατάσταση διαφορετική από την εκτιθέμενη στην αίτησή του και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να διαλύσουν τις αμφιβολίες του ως προς την αιτηθείσα ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
3 Δεν θα επαναλάβω λεπτομερώς το ιστορικό της υποθέσεως - καθόσον τούτο είναι αναγκαίο, παραπέμπω στην απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994 και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon επί της υποθέσεως αυτής -, αλλά θα υπενθυμίσω απλώς ότι τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι κατ' ουσίαν δύο. Αφενός, ερωτάται πόσο συχνοί και τι είδους έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της σχετικής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως και, αφετέρου, αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ο καταλογισμός στους επιχειρηματίες των εξόδων για τις αναλύσεις που πραγματοποιούνται κατά τους συστηματικούς ελέγχους του γάλακτος που προορίζεται για εξαγωγή με σκοπό τη μεταποίηση.
4 Υπενθυμίζεται ότι η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία θεσπίσθηκε για να ενισχυθεί η κυκλοφορία στην αγορά των προϋόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, διά της χρησιμοποιήσεώς τους στις ζωοτροφές. Το σύστημα που καθιερώθηκε προβλέπει ότι, κατ' αρχήν, η ενίσχυση χορηγείται εντός του κράτους μέλους στο οποίο γίνεται η μεταποίηση (2). Ωστόσο, τα κράτη μέλη έχουν επίσης τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από το σύστημα αυτό, επιτρέποντας την καταβολή της ενισχύσεως από το κράτος παρασκευής του προϋόντος και όχι από το κράτος μεταποιήσεως. Τα κράτη μέλη έκαναν χρήση της δυνατότητας αυτής μόνον όσον αφορά την εξαγωγή του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη προς την Ιταλία. Συνεπώς, για τα προϋόντα με προορισμό τη χώρα αυτή, το κράτος μέλος εξαγωγής πρέπει να καταβάλει την ενίσχυση για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που παρήχθη στο έδαφός του αλλά πρόκειται να μετουσιωθεί ή να μεταποιηθεί στην Ιταλία (3). Η καταβολή της ενισχύσεως εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις (4).
5 Η επιχείρηση Deutsches Milch-Kontor (στο εξής: DMK) εξάγει αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη από τη Γερμανία στην Ιταλία, όπου αυτό πρόκειται να μεταποιηθεί σε σύνθετες ζωοτροφές. Η μεταφορά πραγματοποιείται με φορτηγά οχήματα, καθένα από τα οποία μεταφέρει φορτίο 25 περίπου τόνων.
6 Προκειμένου να ελέγξει αν μπορούσε να χορηγηθεί ενίσχυση για το γάλα αυτό, το Bundesamt fόr Ernδhrung und Forstwirtschaft (ομοσπονδιακή υπηρεσία τροφίμων και δασών, στο εξής: BEF) ζήτησε από το αρμόδιο τελωνειακό γραφείο εξαγωγής να προβεί σε ελέγχους. Οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνταν συστηματικώς και συνίσταντο στη λήψη δειγμάτων από το φορτίο κάθε φορτηγού οχήματος, τα οποία στη συνέχεια υποβάλλονταν σε αναλύσεις. Το BEF χρέωσε τα έξοδα αναλύσεων για τους ελέγχους αυτούς στην DMK.
7 Στην παρούσα αίτηση παραπομπής (5), το Bundesverwaltungsgericht διευκρινίζει ότι το γραφείο αυτό βρίσκεται στο Αμβούργο και ότι οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διελεύσεως των συνόρων, αλλά στο εσωτερικό της χώρας και σε μεγάλη απόσταση από τα προς διέλευση σύνορα (γερμανοαυστριακά ή γερμανοελβετικά).
8 Δεδομένου ότι οι διάδικοι διαφωνούσαν ως προς το αν η DMK μπορεί να απαιτήσει από την BEF την απόδοση των εξόδων αυτών, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε, στην υπόθεση C-426/92, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα προς το Δικαστήριο:
«1) οΕχει το άρθρο 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1624/76, της 2ας Ιουλίου 1976, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1726/79, της 26ης Ιουλίου 1979, την έννοια ότι, κατά την εξαγωγή στην Ιταλία παραχθέντος στη Γερμανία αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη, μέσω φορτηγών αυτοκινήτων, προς παραγωγή συνθέτων ζωοτροφών, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προβαίνουν στη λήψη δείγματος και στην εξέτασή του προκειμένου να χορηγούν τη βεβαίωση που προβλέπει η εν λόγω διάταξη;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ποια είναι τα κριτήρια που μπορούν να συναχθούν από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1624/76, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1726/79, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1725/79, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα με ποια συχνότητα μπορεί και πρέπει να λαμβάνονται δείγματα από ποσότητες αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που εξάγεται στην Ιταλία μέσω φορτηγών αυτοκινήτων;
3) Συμβιβάζεται με την απαγόρευση επιβαρύνσεων ισοδυνάμου προς δασμούς αποτελέσματος (άρθρα 9, 12 και 16 της Συνθήκης ΕΟΚ), με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων (άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ) και με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου η βάσει διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας μετακύλιση στον εξαγωγέα ολοκλήρου του κόστους των - συστηματικών ή περιστασιακών - ελέγχων;»
9 Με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994, το Δικαστήριο αποφάνθηκε τα εξής:
«1) Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1624/76, της 2ας Ιουλίου 1976, περί των ειδικών διατάξεων σχετικά με την πληρωμή της ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο μετουσιωμένο γάλα σε σκόνη ή μεταποιημένο σε σύνθετες ζωοτροφές στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1726/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, και το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1725/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες ζωοτροφές και στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων, σε συνδυασμό με το άρθρο 34 της Συνθήκης, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπουν την πραγματοποίηση συστηματικών μεθοριακών ελέγχων προκειμένου να εξακριβωθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αφορούν τη σύνθεση και την ποιότητα του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που χρησιμοποιείται για την παραγωγή συνθέτων ζωοτροφών σε άλλο κράτος μέλος, από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή. Ωστόσο, οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν αποκλείουν την πραγματοποίηση μεθοριακών ελέγχων, υπό την προϋπόθεση ότι οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνται δειγματοληπτικώς.
2) Εισφορά που επιβάλλεται με αφορμή τους προαναφερθέντες συστηματικούς μεθοριακούς ελέγχους, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος με εξαγωγικούς δασμούς, απαγορευόμενη από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης, ακόμα και όταν αντιστοιχεί στο πραγματικό κόστος του κάθε ελέγχου.»
10 Παρά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, το Bundesverwaltungsgericht σας υποβάλλει τα ίδια ερωτήματα, δικαιολογώντας την επανάληψή τους όπως εκτίθεται κατωτέρω.
11 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι έγινε ρητή μνεία, όχι μόνον στο διατακτικό, αλλά και στο σκεπτικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου, περί συστηματικών «μεθοριακών ελέγχων». Το Bundesverwaltungsgericht φρονεί ότι, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά εκείνων που εκτίθεντο στη διάταξη περί παραπομπής και ότι, για τον λόγο αυτό, η υπόθεση δεν είναι ακόμη ώριμη προς έκδοση αποφάσεως. Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στην απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994 δημιουργείται η εντύπωση ότι το Δικαστήριο έχει κατά νου «(...) τους ελέγχους που διεξάγονται σε άμεση γεωγραφική εγγύτητα προς τα σύνορα, και όχι τους ελέγχους που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας με αφορμή μια σκοπούμενη διέλευση των συνόρων», δεδομένου ότι οι εν λόγω έλεγχοι είναι «αποκλειστικά οι έλεγχοι εκείνοι που διεξάγονται στα σύνορα κατά τη διέλευση των συνόρων» (6).
12 Το Bundesverwaltungsgericht διευκρινίζει όμως με την παρούσα αίτηση ότι οι επίδικοι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν «(...) στο αρμόδιο για την προσφεύγουσα τελωνειακό γραφείο εξαγωγής στο Αμβούργο - δηλαδή, ενόψει, βέβαια, της διελεύσεως των συνόρων, αλλά στο εσωτερικό της χώρας και σε μεγάλη απόσταση από τα προς διέλευση σύνορα» (7).
13 Επομένως, η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή έχει σαφώς ως μοναδικό σκοπό να διευκρινισθεί αν η απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994 έχει εφαρμογή στην πραγματική κατάσταση όπως αυτή διευκρινίσθηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να επανεξετασθεί η δοθείσα απάντηση. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο ερωτάται απλώς αν η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα παραμένει η ίδια, είτε οι έλεγχοι πραγματοποιούνται ενόψει της διελεύσεως των συνόρων, αλλά στο εσωτερικό της χώρας και σε μεγάλη απόσταση από τα προς διέλευση σύνορα, είτε κατά τη διέλευση των συνόρων.
14 Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό, όπως αναδιατυπώθηκε, πρέπει να δοθεί θετική απάντηση.
15 Θα ήθελα να εξετάσω διαδοχικά καθένα από τα δύο ερωτήματα που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο και να αναλύσω τις απαντήσεις που έδωσε το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά όπως διευκρινίστηκαν σήμερα.
16 Απαντώντας στα δύο πρώτα ερωτήματα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι οι συστηματικοί έλεγχοι που πραγματοποιούνται διά της λήψεως δειγμάτων εντός του κράτους μέλους εξαγωγής, προκειμένου να ελεγχθεί η σύνθεση και η ποιότητα του γάλακτος ώστε να χορηγηθεί ενίσχυση, δεν προβλέπονται από τη σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ούτε δικαιολογούνται από τις επιτακτικές ανάγκες που αναγνωρίζει το άρθρο 36 της Συνθήκης, συνιστούν μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς στις εξαγωγές, όσον αφορά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, και απαγορεύονται από το άρθρο 34 της Συνθήκης.
17 Το γεγονός ότι το Δικαστήριο αναφέρθηκε στους μεθοριακούς ελέγχους ουδόλως μου φαίνεται καθοριστικό για τη συλλογιστική που αναπτύχθηκε.
18 Πράγματι, ο τόπος όπου πραγματοποιούνται οι έλεγχοι αυτοί δεν έχει σημασία για την ερμηνεία της αποφάσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο η συχνότητα και η φύση των ελέγχων που προβλέπει εν προκειμένω το εθνικό δίκαιο - δηλαδή το ότι πρόκειται περί συστηματικών ελέγχων που πραγματοποιούνται διά της λήψεως δειγμάτων.
Έτσι, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι μεθοριακοί έλεγχοι με το ίδιο αντικείμενο θα επιτρέπονταν αν είχαν διαφορετική φύση και διαφορετική συχνότητα:
«(...) Δεν μπορεί (...) να αποκλειστεί η διατήρηση από τα κράτη μέλη των μεθοριακών ελέγχων των εξαγομένων παρτίδων, υπό την προϋπόθεση ότι οι έλεγχοι αυτοί θα γίνονται σποραδικώς» (8)· «(...) Ωστόσο, οι [επίδικες κοινοτικές διατάξεις] δεν αποκλείουν την πραγματοποίηση μεθοριακών ελέγχων, υπό την προϋπόθεση ότι οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνται δειγματοληπτικώς» (9).
19 Εξάλλου, η αιτιολογία που δόθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου ισχύει ανεξαρτήτως του τόπου διεξαγωγής των επιδίκων ελέγχων.
20 Το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην προηγούμενη νομολογία του (10), υπενθύμισε κατ' αρχάς τα εξής:
«(...) όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, κάθε συστηματικός μεθοριακός έλεγχος συνιστά εμπόδιο που θα μπορούσε να αντιβαίνει στα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης» (11).
Επομένως, για να εμπίπτουν τα επίδικα μέτρα στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως που θεσπίζουν οι διατάξεις αυτές, αρκεί να μπορούν να εμποδίσουν, αμέσως ή εμμέσως, πράγματι ή δυνάμει, τις εισαγωγές ή εξαγωγές μεταξύ κρατών μελών. Συνιστούν τέτοια μέτρα όλες οι πράξεις ελέγχου οι οποίες, λόγω της χρονοτριβής που συνεπάγονται και των προσθέτων μεταφορικών εξόδων που μπορούν να προκαλέσουν στον επιχειρηματία, «(...) μπορεί να καταστήσουν τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές δυσχερέστερες ή δαπανηρότερες» (12).
Είτε οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνται ακριβώς κατά τον χρόνο που το προς εξαγωγή εμπόρευμα πράγματι διασχίζει τα σύνορα, είτε πριν από τη διέλευση αυτή, αλλά πάντοτε ενόψει της διελεύσεως των συνόρων, ουδόλως μεταβάλλεται το γεγονός ότι, λόγω της συστηματικότητάς τους και του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιούνται, «μπορεί να καταστήσουν το εμπόριο δυσχερέστερο ή δαπανηρότερο» και, ως εκ τούτου, αντιβαίνουν στο άρθρο 34 της Συνθήκης.
21 Εφόσον γίνεται δεκτό ότι οι έλεγχοι όπως οι περιγραφόμενοι από το αιτούν δικαστήριο συνιστούν ποσοτικούς περιορισμούς στις εξαγωγές απαγορευόμενους από το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δε ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο πραγματοποιούνται, θα εξετάσω το ζήτημα αν, ενόψει του τόπου αυτού, μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ορθότητα της εκτιμήσεως του Δικαστηρίου περί του ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν δικαιολογούνται από πλευράς του άρθρου 36 της Συνθήκης.
22 Συναφώς, προβλήθηκαν τρία δικαιολογητικά επιχειρήματα.
23 Όσον αφορά τα δύο πρώτα επιχειρήματα, από τα οποία το ένα αφορούσε οικονομικούς και πρακτικούς λόγους, το δε έτερο στηριζόταν στην άποψη ότι οι έλεγχοι αποτελούν το αντιστάθμισμα των πλεονεκτημάτων που συνεπάγεται η εκούσια προσχώρηση σε σύστημα επιστροφών κατά την εξαγωγή, δεν νομίζω ότι, ενόψει του τόπου διεξαγωγής των ελέγχων, μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ορθότητα της απορρίψεως των επιχειρημάτων αυτών με βάσει την αιτιολογία που παρέθεσε το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε το Δικαστήριο, όσον αφορά τους οικονομικούς και πρακτικούς λόγους, «(...) υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης δεν μπορεί να δικαιολογήσει κανονιστικές ρυθμίσεις ή πρακτικές, έστω και χρήσιμες, τα περιοριστικά όμως στοιχεία των οποίων οφείλονται κυρίως στην προσπάθεια μειώσεως των διοικητικών επιβαρύνσεων ή των δημοσίων δαπανών (...)» (13), όσον αφορά δε το δεύτερο επιχείρημα: «(...) αρκεί να τονισθεί ότι μη προβλεπόμενοι από τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις συστηματικοί έλεγχοι δεν μπορούν να αποτελέσουν τέτοιου είδους αντιστάθμισμα» (14).
24 Στην υπόθεση C-426/92 η Επιτροπή επιχείρησε να δικαιολογήσει τους επίδικους ελέγχους με ένα τρίτο επιχείρημα - το οποίο προέβαλε και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της παρούσας υποθέσεως ο εκπρόσωπος της BEF -, κατά το οποίο «(...) οι μεθοριακοί έλεγχοι αποτελούν τον μόνο τρόπο αποτροπής της απάτης που θα μπορούσε να διαπραχθεί κατά τη διαδρομή μεταξύ του εργοστασίου παραγωγής και της μεταποιητικής επιχειρήσεως» (15). Το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό με το στηριζόμενο στη νομολογία (16) του σκεπτικό ότι «(...) οι συστηματικοί μεθοριακοί έλεγχοι δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (...)» (17), δεν προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα σε κριτήριο σχετικό με τον τόπο διεξαγωγής των ελέγχων αυτών. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι:
«(...) ακόμη και όταν οι επίδικοι έλεγχοι πραγματοποιούνται στα σύνορα μπορούν να αποτρέψουν περιπτώσεις απάτης κατά τη μεταφορά εντός του γερμανικού εδάφους, δεν μπορούν όμως να εγγυηθούν ότι το εμπόρευμα θα φθάσει στην επιχείρηση μεταποιήσεως ανταποκρινόμενο πάντοτε στις ελάχιστες προϋποθέσεις συνθέσεως και ποιότητας που απαιτεί η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Πράγματι, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο απάτης κατά τη μεταφορά από το έδαφος των κρατών διαμετακομίσεως ή εντός του εδάφους του κράτους προορισμού» (18).
Ομοίως, οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται ενόψει της διελεύσεως των συνόρων, αλλά στο εσωτερικό του κράτους εξαγωγής, κατά μείζονα λόγο δεν διασφαλίζουν τη μη διάπραξη απάτης κατά την εναπομένουσα προς κάλυψη διαδρομή.
25 Επομένως, οι απαντήσεις που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα εξακολουθούν να ισχύουν στην περίπτωση που οι έλεγχοι δεν πραγματοποιούνται κατά τη διέλευση των συνόρων, αλλά στο αρμόδιο τελωνειακό γραφείο εξαγωγής στο Αμβούργο.
26 Με το τελευταίο ερώτημα, το Bundesverwaltungsgericht επιθυμεί να διευκρινισθεί αν επιτρέπεται η μετακύλιση στον εξαγωγέα ολόκληρου του κόστους των επιδίκων ελέγχων.
27 Και επί του σημείου αυτού, φρονώ ότι πρέπει να μην αποστούμε από την απάντηση που δόθηκε κατά την πρώτη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Για μια ακόμη φορά, ο τόπος διεξαγωγής των ελέγχων δεν μπορεί να μεταβάλει το γεγονός ότι εισφορά που επιβάλλεται με αφορμή τους επιδίκους συστηματικούς ελέγχους «(...) συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος με εξαγωγικούς δασμούς, απαγορευόμενη από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης, ακόμα και όταν αντιστοιχεί στο πραγματικό κόστος του κάθε ελέγχου» (19).
28 Οπωσδήποτε, για τους «μεθοριακούς ελέγχους» τους οποίους αναφέρει η απόφαση του Δικαστηρίου δεν έχει σημασία, κατά την άποψή μου, ο γεωγραφικός τόπος στον οποίο πραγματοποιούνται. Ουδόλως ενδιαφέρει αν οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνται εγγύς των πραγματικών συνόρων μεταξύ δύο κρατών ή στο εσωτερικό του ενός από αυτά, εφόσον σκοπείται διέλευση των συνόρων.
29 Το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι ο τόπος διεξαγωγής των ελέγχων αυτών, αλλά ο λόγος για τον οποίο πραγματοποιούνται, δηλαδή οσάκις το μεταφερόμενο εμπόρευμα πρόκειται να διασχίσει τα σύνορα. Δεν υπάρχει διαφορά αναλόγως του αν τα δείγματα λαμβάνονται απευθείας στα σύνορα, κατά τη διέλευση, ή στο αρμόδιο τελωνειακό γραφείο εξαγωγής.
30 Το καθοριστικό στοιχείο έγκειται στο είδος και τη συχνότητα των πραγματοποιουμένων ελέγχων. Στο πλαίσιο της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως, οι συστηματικοί έλεγχοι που πραγματοποιούνται διά της λήψεως δειγμάτων δεν επιτρέπονται, σύμφωνα με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994.
31 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht, όπως αυτά αναδιατυπώθηκαν, την ακόλουθη απάντηση:
«Η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 22 Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-426/92, Deutsches Milch-Kontor, έχει εφαρμογή ανεξαρτήτως του τόπου διεξαγωγής των επιδίκων ελέγχων, ειδικότερα δε στην περίπτωση που οι έλεγχοι πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας, σε μεγάλη απόσταση από τα προς διέλευση σύνορα, οσάκις σκοπείται πράγματι η διέλευση των συνόρων.»
(1) - Υπόθεση C-426/92, Συλλογή 1994, σ. Ι-2757.
(2) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 986/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα εις κόνιν που προορίζεται για τη διατροφή ζώων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 120).
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1624/76 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1976, περί των ειδικών διατάξεων σχετικά με την πληρωμή της ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο μετουσιωμένο γάλα εις κόνιν ή μεταποιημένο σε σύνθετες ζωοτροφές στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 204).
(4) - Προβλεπόμενες από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1726/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΟΚ) 1624/76, (ΕΟΚ) 368/77, (ΕΟΚ) 443/77 και (ΕΟΚ) 1844/77 περί των μέτρων ενισχύσεων και των ειδικών διαδικασιών πωλήσεως για το αποκορυφωμένο γάλα εις κόνιν που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 21), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1725/79 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1979, περί των λεπτομερειών παροχής ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και στο αποκορυφωμένο γάλα εις κόνιν που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 12).
(5) - Σ. 6, δεύτερο εδάφιο, της μεταφράσεως της διατάξεως περί παραπομπής στην ελληνική γλώσσα.
(6) - Διάταξη περί παραπομπής, σ. 5 της μεταφράσεως στην ελληνική γλώσσα.
(7) - Όπ.π., σ. 6, δεύτερο εδάφιο, τέταρτη σειρά.
(8) - Σκέψη 44, η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Σκέψη 45, η υπογράμμιση δική μου.
(10) - Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 35/76, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1976, σ. 683, σκέψη 14), και της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 190/87, Moormann (Συλλογή 1988, σ. 4689, σκέψη 8), παρατεθείσες στις σκέψεις 20 και 21 της αποφάσεως.
(11) - Σκέψη 22.
(12) - Σκέψη 20.
(13) - Σκέψη 39.
(14) - Σκέψη 40.
(15) - Σκέψη 37, η υπογράμμιση δική μου.
(16) - Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1971, 39/79, Fleischkontor (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 679, σκέψη 5).
(17) - Σκέψη 42.
(18) - Σκέψη 43.
(19) - Σκέψη 56.
Full & Egal Universal Law Academy