Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στις παρούσες διαδικασίες, το Bundesfinanzhof υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη του αμύλου γεωμήλων που περιέχεται σε ένα προϋόν προοριζόμενο προς βρώση και που η περιεκτικότητά του σε ακετύλιο ανέρχεται σε 0,74 % κατά βάρος.
Περιστατικά και διαδικασία
2 Η εταιρία γερμανικού δικαίου Ludwig Wόnsche & Co. (στο εξής: Wόnsche), με έδρα το Αμβούργο, ζήτησε, μεταξύ Μαρτίου 1987 και Φεβρουαρίου 1988, από τις τελωνειακές υπηρεσίες διαφόρων γερμανικών περιοχών τον εκτελωνισμό σημαντικών ποσοτήτων Perfectamyl KKS, προϋόντος προοριζομένου να εξαχθεί προς τρίτες χώρες. Το προϋόν αυτό είχε δηλωθεί ως τροφικό παρασκεύασμα που περιείχε 96,5 % άμυλο γεωμήλων (υπόθεση C-275/95), και ως φυσικό άμυλο γεωμήλων του οποίου η περιεκτικότητα σε άμυλο ήταν ίση ή μεγαλύτερη του 78 % (υποθέσεις C-274/95 και C-276/95). Κατόπιν ελέγχων που πραγματοποίησε στο άμυλο το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή των εξαχθέντων προϋόντων, οι τελωνειακές αρχές (Hauptzollamt του Αμβούργου) κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Wόnsche δεν είχε εξαγάγει φυσικό άμυλο γεωμήλων, αλλά εστεροποιημένο άμυλο (1) το οποίο, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, δεν παρείχε δικαίωμα επί των επιστροφών λόγω εξαγωγής και επί των νομισματικών εξισωτικών ποσών που προβλέπονται για το φυσικό άμυλο γεωμήλων.
Επομένως, οι τελωνειακές αρχές, αφενός, διέταξαν τη Wόnsche να αποδώσει τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα ποσά (υποθέσεις C-275/95 και C-276/95) και, αφετέρου, αρνήθηκαν να της καταβάλουν τις επιστροφές λόγω εξαγωγής και τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που είχε ζητήσει (υπόθεση C-274/95).
To Finanzgericht, στο οποίο προσέφυγε η Wόnsche, επιβεβαίωσε τις προαναφερθείσες αποφάσεις. Πράγματι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των πραγματοποιηθέντων ελέγχων, τα εξαχθέντα προϋόντα τα οποία περιείχαν άμυλο γεωμήλων με βαθμό εστεροποιήσεως υψηλότερο του 0,5 % (και, αντιστοίχως, ίσο προς το 0,61 % στην υπόθεση C-275/95, 0,74 % στην υπόθεση C-276/95 και 0,67 % στην υπόθεση C-274/95), έπρεπε να θεωρηθούν ως εστεροποιημένο άμυλο και, ως τέτοια, να υπαχθούν στη δασμολογική κλάση 39.06 του Κοινού Δασμολογίου (στο εξής: ΚΔ) και στη δασμολογική διάκριση 3505 10 50 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (στο εξής: ΣΟ).
3 Η Wόnsche προσέβαλε ενώπιον του Bundesfinanzhof την απόφαση του Finanzgericht, προβάλλοντας την εσφαλμένη ερμηνεία των δασμολογικών κλάσεων 11.08 και 39.06 του ΚΔ και των αντιστοίχων δασμολογικών διακρίσεων 1108 13 00 και 3505 10 50 της ΣΟ. Προς στήριξη της αιτήσεώς της, επεκαλέσθη την απόφαση Emsland-Stδrke (2), με την οποία κρίθηκε ότι περιεκτικότητα σε ακετύλιο λίγο μεγαλύτερη του 0,5 % δεν αποκλείει την κατάταξη του προϋόντος στη δασμολογική διάκριση που αφορά το φυσικό άμυλο, και πρόσθεσε ότι η κρίση αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν δυνατόν να συνεπάγεται εξαιρέσεις και/ή περιορισμούς ανάλογα με τη φύση του προϋόντος για το οποίο γίνεται λόγος.
Για τις τελωνειακές αρχές, αντιθέτως, η προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου αφορούσε αποκλειστικά την κατάταξη ενός προϋόντος αποτελουμένου από ένα μίγμα φυσικού αμύλου και εστεροποιημένου αμύλου γεωμήλων, οπότε τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου δεν μπορούσαν να έχουν εφαρμογή στο υπό εξέταση προϋόν, το οποίο, αντιθέτως, είναι ομοιογενές προϋόν.
4 Με διατάξεις της 20ής Ιουνίου 1995, το Bundesfinanzhof ανέστειλε τις τρεις διαδικασίες και διέταξε ισάριθμες προδικαστικές παραπομπές υποβάλλοντας στο Δικαστήριο δύο ουσιαστικά ανάλογα ερωτήματα. Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η δασμολογική κατάταξη του εστεροποιημένου αμύλου γεωμήλων εξαρτάται από την περιεκτικότητά του σε ακετύλιο και, επομένως, από τον βαθμό εστεροποιήσεώς του· σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ερωτά ποια περιεκτικότητα σε ακετύλιο απαγορεύει την κατάταξη του εστεροποιημένου αμύλου γεωμήλων στη δασμολογική κλάση 11.08 Α.IV του ΚΔ (και στην αντίστοιχη δασμολογική διάκριση 1108 13 00 της ΣΟ).
Κανονιστικό πλαίσιο
5 οΟσον αφορά τις εξαγωγές που πραγματοποίησε η Wόnsche το 1987 (αντικείμενο των υποθέσεων C-275/95 και C-276/95), πρέπει να ληφθεί υπόψη το ΚΔ όπως ίσχυε κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3618/86 του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3331/85 (3).
Δυνάμει του κανονισμού αυτού, τα άμυλα κατατάσσονται κατ' αρχήν στη δασμολογική κλάση 11.08, και ειδικότερα το άμυλο γεωμήλων κατατάσσεται στη δασμολογική κλάση 11.08 Α.IV· αντιθέτως, τα εστεροποιημένα άμυλα κατατάσσονται στη δασμολογική κλάση 39.06 (δασμολογική διάκριση 39.06 Β.Ι). Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος (4), που αναφέρονται σ' αυτήν την τελευταία δασμολογική διάκριση, στα εστεροποιημένα άμυλα περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, τα (μερικώς ακετυλιωμένα) οξικά άμυλα, τα οποία χρησιμοποιούνται προπάντων στην υφαντουργία και στη βιομηχανία χάρτου, και τα (μερικώς νιτρωμένα) νιτρικά άμυλα, που προορίζονται για την κατασκευή εκρηκτικών.
Σχετικά με τις εξαγωγές που πραγματοποίησε η Wόnsche το έτος 1988 (αντικείμενο της υποθέσεως C-274/95), οι νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή ratione temporis είναι η ΣΟ που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (5). Κατά τις διατάξεις αυτές, τα άμυλα κατατάσσονται στη δασμολογική κλάση 11.08 και το άμυλο γεωμήλων, ως τέτοιο, στη δασμολογική διάκριση 11.08 13 00. Σύμφωνα με τις συναφείς επεξηγηματικές σημειώσεις, η κλάση 11.08 δεν περιλαμβάνει τη δεξτρίνη και τα άλλα τροποποιημένα άμυλα που υπάγονται στην κλάση 3505. Η κλάση αυτή περιλαμβάνει τη δασμολογική διάκριση 3505 10 50, στην οποία υπάγονται τα εστεροποιημένα ή αιθεροποιημένα άμυλα.
Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις του εναρμονισμένου συστήματος σχετικά με την κλάση 3505, η δεξτρίνη και τα άλλα τροποποιημένα άμυλα που περιλαμβάνονται στην κλάση αυτή είναι τα προϋόντα τα οποία προέρχονται από τη μεταποίηση του αμύλου υπό τη δράση θερμότητας, χημικών προϋόντων (οξέων, αλκαλικών, κ.λπ.) ή διαστάσεως, καθώς και τα τροποποιημένα άμυλα, για παράδειγμα, λόγω οξειδώσεως, εστεροποιήσεως και αιθεροποιήσεως. Οι επεξηγηματικές σημειώσεις παραθέτουν, ως παράδειγμα, μεταξύ αυτών των τελευταίων, τα (μερικώς ακετυλιωμένα) οξικά άμυλα που χρησιμοποιούνται στην υφαντουργία ή στη βιομηχανία χάρτου και τα (μερικώς ακετυλιωμένα) νιτρικά άμυλα που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή εκρηκτικών. Σύμφωνα πάντοτε με τις προαναφερθείσες επεξηγηματικές σημειώσεις, η κλάση 3505 δεν περιλαμβάνει τα άμυλα και τα μεταποιημένα άμυλα που κατατάσσονται στην κλάση 1108.
Πρέπει εξάλλου να υπομνησθεί ότι, κατά το σημείο 3 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) 28/90 της Επιτροπής, της 4ης Ιανουαρίου 1990, για την κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στους κωδικούς ΣΟ 1108 11 00, 1108 12 00, 1108 13 00 και 1108 14 00 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1463/87 (6), ο οποίος ωστόσο δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στα περιστατικά της υποθέσεως, πρέπει να κατατάσσονται στη δασμολογική διάκριση 1108 13 00 τα «προϋόντα τα οποία εμφανίζονται με τη μορφή λεπτής, λευκής σκόνης και αποτελούνται από: μίγμα φυσικού αμύλου πατάτας και μικρών ποσοτήτων ακετυλιωμένου αμύλου πατάτας ή ελάχιστα ακετυλιωμένο άμυλο πατάτας, παρουσιάζουν δε τα εξής χαρακτηριστικά: περιεκτικότητα σε άμυλο (προσδιοριζόμενη με τη μέθοδο Ewers): 95 % κατά βάρος ή περισσότερο, υπολογιζόμενη επί ξηράς ύλης· περιεκτικότητα σε ακετύλιο (προσδιοριζόμενη με την ενζυματική μέθοδο): όχι μεγαλύτερη από 0,5 % κατά βάρος, υπολογιζόμενη επί ξηράς ύλης». Δεν χρειάζεται καν να προστεθεί ότι η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει εκείνη του προηγούμενου κανονισμού (ΕΟΚ) 1463/87 της Επιτροπής, της 26ης Μαου 1987, για την κατάταξη των προϋόντων με βάση το άμυλο καλαμποκιού στη δασμολογική διάκριση 11.08 Α.Ι του ΚΔ (7).
Τα δύο ερωτήματα
6 Πρέπει προπάντων να παρατηρηθεί ότι οι κλάσεις του ΚΔ, αφενός, και της ΣΟ, αφετέρου, οι οποίες ασκούν εν προκειμένω επιρροή, έχουν ουσιαστικά ταυτόσημη διατύπωση, οπότε οι παρατηρήσεις που διατυπώνονται ως προς τη μια μπορούν επίσης να έχουν εφαρμογή στην άλλη. Κατόπιν τούτου, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία (8), το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει γενικά να αναζητείται στα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά και ιδιότητες, όπως καθορίζονται από τη διατύπωση της κλάσεως του Κοινού Δασμολογίου και των σημειώσεων επί των τμημάτων ή των κεφαλαίων.
Αυτό, ως γνωστόν, αποβλέπει σε διττό σκοπό, στην ασφάλεια δικαίου και στη διευκόλυνση των ελέγχων. Δεδομένου όμως ότι τόσο οι ασκούσες επιρροή δασμολογικές κλάσεις και δασμολογικές διακρίσεις όσο και οι αντίστοιχες επεξηγηματικές σημειώσεις δεν παρέχουν χρήσιμα στοιχεία για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν η περιεκτικότητα σε ακετύλιο εμπίπτει στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες του επίμαχου προϋόντος και αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, είναι καθοριστική για την κατάταξη του προϋόντος.
7 ςΟπως καθίσταται προφανές από τις διατάξεις περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο φαίνεται να θεωρεί ότι η κατάταξη του εστεροποιημένου αμύλου δεν εξαρτάται από την περιεκτικότητά του σε ακετύλιο, αλλά μάλλον από το γεγονός ότι το άμυλο υποβλήθηκε σε χημική διαδικασία εστεροποιήσεως. Οσάκις συμβαίνει κάτι τέτοιο, η ύλη πρέπει να κατατάσσεται μεταξύ των εστεροποιημένων αμύλων, ανεξάρτητα από την περιεκτικότητά της σε ακετύλιο, και επομένως, από τον βαθμό εστεροποιήσεώς της.
8 Αυτή όμως η άποψη φαίνεται να αντιφάσκει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου το οποίο, με την παρατεθείσα ήδη απόφαση Emsland-Stδrke, αποφάνθηκε επί της ερμηνείας των εξεταζομένων στην υπόθεση αυτή δασμολογικών κλάσεων, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις διατάξεις του κανονισμού 28/90.
Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε ειδικότερα ότι «η περιεκτικότητα σε ακετύλιο του αμύλου αποτελεί δείκτη του βαθμού μεταποιήσεώς του: όσο μεγαλύτερη είναι η περιεκτικότητα αυτή τόσο περισσότερο έχει τροποποιηθεί το άμυλο» (9).
Από τις προαναφερθείσες σκέψεις προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι η περιεκτικότητα σε ακετύλιο είναι καθοριστικό χαρακτηριστικό για να εκτιμηθεί αν ένα εστεροποιημένο άμυλο μπορεί ακόμη να θεωρείται, για τους σκοπούς κατατάξεώς του, ως φυσικό άμυλο ή εστεροποιημένο. Η θέση αυτή επιρρωννύεται άλλωστε, από συστηματική έποψη, τόσο από τον κανονισμό 1463/87, όσο και από τον κανονισμό 28/90, οι οποίοι περιλαμβάνουν ρητά την περιεκτικότητα σε ακετύλιο μεταξύ των χαρακτηριστικών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την κατάταξη των αμύλων. Από το άρθρο 1 και το σημείο 3 του παραρτήματος του κανονισμού αυτού προκύπτει, εξάλλου, ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα άμυλο χαρακτηρίζεται χημικά ως εστεροποιημένο δεν απαγορεύει την κατάταξή του στη δασμολογική διάκριση 1108 13 00, που αναφέρεται στα φυσικά άμυλα. Αυτό που προέχει, πρωτίστως, για τη διάκριση του εστεροποιημένου αμύλου και του φυσικού αμύλου είναι πράγματι η περιεκτικότητα σε ακετύλιο, ικανή να προσδώσει υπό τη μία ή την άλλη έννοια το χαρακτηριστικό στο άμυλο.
οΟπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, αυτό δεν σημαίνει, εξάλλου, ότι η περιεκτικότητα σε ακετύλιο είναι το μόνο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη για την κατάταξη του προϋόντος. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ των προτέρων ότι οι τροποποιήσεις των ιδιοτήτων και των δυνατοτήτων χρήσεως του προϋόντος που προκαλούνται από τη μεταποίησή του (από την εστεροποίηση), αλλοιώνοντας την ίδια τη φύση του προϋόντος, οδηγούν στον αναπροσδιορισμό της σημασίας της περιεκτικότητας σε ακετύλιο. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να χαρακτηριστεί το άμυλο για το οποίο γίνεται λόγος ως εστεροποιημένο ή φυσικό. Γενικά, πάντως, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής που θεωρεί ότι η περιεκτικότητα σε ακετύλιο συνιστά, στις περισσότερες περιπτώσεις, και ελλείψει αντικειμενικών στοιχείων που να μειώνουν τη σημασία της, το αποφασιστικό κριτήριο κατατάξεως.
9 Δεν νομίζω, άλλωστε, ότι η σημασία των σκέψεων του Δικαστηρίου μπορεί να περιοριστεί στην υπόθεση Emsland-Stδrke, στην οποία το επίδικο προϋόν ήταν μίγμα φυσικού αμύλου γεωμήλων και εστεροποιημένου αμύλου, το οποίο, ωστόσο, ενόψει των αντίστοιχων αναλογιών, χαρακτηρίστηκε ως φυσικό άμυλο. Συγκεκριμένα, η ουσία των σκέψεων αυτών δεν επιτρέπει περιοριστικές ερμηνείες και πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο θέλησε να διακηρύξει μια γενική αρχή, εμπνεόμενο επίσης από τη διατύπωση του σημείου 3 του παραρτήματος του κανονισμού 28/90, το οποίο εξομοιώνει, για τους σκοπούς κατατάξεώς τους, τα μίγματα φυσικού αμύλου και ακετυλιωμένου αμύλου προς τα φυσικά άμυλα τα οποία έχουν μικρή περιεκτικότητα σε ακετύλιο.
Συναφώς, δεν χρειάζεται καν να υπογραμμιστεί ότι ανάλογη εξομοίωση μεταξύ των μιγμάτων και των ομοιογενών προϋόντων που έχουν μικρή περιεκτικότητα σε ακετύλιο, δηλαδή τα ελάχιστα «τροποποιημένα», είχε γίνει με τον κανονισμό 1463/87, που καταργήθηκε με τον κανονισμό 28/90, σχετικά με τα άμυλα αραβοσίτου. Επομένως, φαίνεται να επιβεβαιώνεται, από συστηματική άποψη επίσης, ότι η διαφορετική μεταχείριση των μιγμάτων σε σχέση με τις ομοιογενείς ουσίες, όπως προεικονίζει το εθνικό δικαστήριο, δεν δικαιολογείται για τους σκοπούς αυτούς.
10 Το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο συνδέεται στενά με το πρώτο και αποβλέπει στον προσδιορισμό της μέγιστης περιεκτικότητας σε ακετύλιο πέραν της οποίας ένα άμυλο πρέπει να θεωρείται εστεροποιημένο. Συναφώς, υπενθυμίζω πρωτίστως ότι το προϋόν για το οποίο γίνεται λόγος έχει περιεκτικότητα σε ακετύλιο που κυμαίνεται μεταξύ ελάχιστου ποσοστού 0,61 % (υπόθεση C-275/95) και ενός μέγιστου ποσοστού 0,74 % (υπόθεση C-276/95) (10). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο ώστε αυτό να μπορέσει να επιλύσει τις διαφορές των οποίων έχει επιληφθεί συνίσταται στη διευκρίνιση αν οι τιμές που μόλις προηγουμένως ανέφερα είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν δυνατή την κατάταξη του επίμαχου προϋόντος στη δασμολογική διάκριση που αφορά το φυσικό άμυλο.
11 Συναφώς, αρχίζω με την υπόμνηση ότι, στην υπόθεση Emsland-Stδrke, το Δικαστήριο έκρινε ότι περιεκτικότητα σε ακετύλιο λίγο μεγαλύτερη του 0,5 % που ορίζει ο παρατεθείς κανονισμός 28/90, και συγκεκριμένα ίση προς το 0,67 %, δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για να αποκλειστεί η κατάταξη του υπό κρίση προϋόντος στη διάκριση 1108 13 00. Κατά το Δικαστήριο, «από το κείμενο του προαναφερθέντος κανονισμού 28/90 δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό να διαστείλει, σε συνάρτηση με την περιεκτικότητα σε ακετύλιο, το φυσικό άμυλο που κατατάσσεται στη διάκριση 1108 13 00 από το εστεροποιημένο άμυλο της διακρίσεως 3505 10 50. Πράγματι, αφενός, ο κανονισμός αυτός περιορίζεται μόνο στο να ορίσει ότι ένα αμυλώδες προϋόν που έχει τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού πρέπει να κατατάσσεται σε κάθε περίπτωση στη διάκριση 1108 13 00 και, αφετέρου, ο προαναφερθείς κανονισμός ουδόλως προσδιορίζει τη δασμολογική κλάση στην οποία πρέπει να κατατάσσονται τα αμυλώδη προϋόντα με περιεκτικότητα σε ακετύλιο μεγαλύτερου του 0,5 %» (11).
ηΟμως, επειδή η παρατεθείσα πιο πάνω σκέψη, όπως και η προηγουμένως εξετασθείσα, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει γενική ισχύ και, επομένως, μπορεί να γίνει επίκλησή της έναντι οποιουδήποτε προϋόντος, είτε αυτό είναι μίγμα, είτε, όπως εν προκειμένω, ομοιογενής ουσία, δεν χρειάζεται καν να υπογραμμιστεί ότι η διαφορά του 0,07 % μεταξύ της περιεκτικότητας σε ακετύλιο του επίδικου προϋόντος και εκείνου που ήταν αντικείμενο της υποθέσεως Emsland-Stδrke είναι τόσο ανεπαίσθητη ώστε δεν μπορεί να δικαιολογείται, εν προκειμένω, διαφορετική λύση.
12 Στην περίπτωση προϋόντων τα οποία εμφανίζουν περιεκτικότητα σε ακετύλιο αισθητά υψηλότερη από τις τιμές που έχουν ληφθεί υπόψη εν προκειμένω δεν μπορούν φυσικά να αποκλειστούν διαφορετικές εκτιμήσεις (12). Επομένως, είναι δυνατό υψηλότερη περιεκτικότητα σε ακετύλιο να συνεπάγεται μια τέτοια αλλοίωση των ουσιωδών χαρακτηριστικών του προϋόντος ώστε αυτό, από ποιοτική έποψη, να μεταβάλλεται από φυσικό σε εστεροποιημένο άμυλο. οΟπως υπογράμμισα ήδη προηγουμένως (13), η εκτίμηση του στοιχείου αυτού επαφίεται στο εθνικό δικαστήριο που καλείται να εξακριβώσει, στηριζόμενο στις κατάλληλες τεχνικοεπιστημονικές μελέτες και υπό το φως των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, την επίπτωση που μπορεί να έχει μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε ακετύλιο για τη δασμολογική κατάταξη του προϋόντος.
13 Επομένως, ενόψει των προαναφερομένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
«1) Η κατάταξη του εστεροποιημένου αμύλου γεωμήλων στη δασμολογική κλάση 11.08 Α.ΙV του Κοινού Δασμολογίου (και στη δασμολογική διάκριση 1108 13 00 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας) ή στην κλάση 39.06 Β.Ι του Κοινού Δασμολογίου (και στη δασμολογική διάκριση 3505 10 50 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας) εξαρτάται πρωτίστως από την περιεκτικότητά του σε ακετύλιο και, επομένως, από τον βαθμό εστεροποιήσεώς του.
2) Το Κοινό Δασμολόγιο και η Συνδυασμένη Ονοματολογία πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ομοιογενές αμυλώδες προϋόν, προοριζόμενο προς βρώση και αποτελούμενο από φυσικό άμυλο γεωμήλων με περιεκτικότητα σε ακετύλιο που κυμαίνεται μεταξύ 0,67 % και 0,74 % κατά βάρος πρέπει να κατατάσσεται στην κλάση 11.08 Α.IV του ΚΔ (και στη δασμολογική διάκριση 1108 13 00 της ΣΟ).»
(1) - Εστεροποίηση νοείται, κατά τις διατάξεις περί παραπομπής, κάθε διαδικασία χημικής τροποποιήσεως του φυσικού αμύλου με τη χρήση οργανικών ή ανόργανων οξέων.
(2) - Απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C-256/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-1857).
(3) - ΕΕ L 345, σ. 1.
(4) - Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι επεξηγηματικές σημειώσεις, μολονότι δεν μπορούν να τροποποιήσουν το κείμενο του ΚΔ, συνιστούν ωστόσο σημαντικό εργαλείο ερμηνείας που επιτρέπει τη διευκρίνιση ή την επεξήγηση του περιεχομένου των δασμολογικών κλάσεων και δασμολογικών διακρίσεων: βλ., κατά την έννοια αυτή, την απόφαση 14ης Δεκεμβρίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-106/94 και C-139/94, Colin και Duprι (Συλλογή 1995, σ. Ι-4759, σκέψη 21).
(5) - ΕΕ L 256, σ. 1.
(6) - ΕΕ L 3, σ. 9.
(7) - ΕΕ L 138, σ. 36.
(8) - Απόφαση της 25ης Μαϋου 1989, 40/88, Weber (Συλλογή 1989, σ. 1395, σκέψη 13).
(9) - Προπαρατεθείσα απόφαση Emsland-Stδrke, σκέψη 34.
(10) - Στην υπόθεση C-274/95, αντιθέτως, γίνεται λόγος για ποσοστό ακετυλίου ίσο προς 0,67 %, που περιλαμβάνεται επομένως μεταξύ των δύο τιμών που παρατέθηκαν προηγουμένως.
(11) - Προπαρατεθείσα απόφαση Emsland-Stδrke, σκέψη 33.
(12) - Υπενθυμίζω συναφώς ότι η Wόnsche, με την υπεράσπισή της, μνημόνευσε τα πορίσματα διαφόρων επιστημονικών μελετών από τα οποία προκύπτει ότι τα άμυλα που έχουν ποσοστό σε ακετύλιο μικρότερο του 0,9 % δεν μπορούν να διακριθούν από τα φυσικά άμυλα.
(13) - Βλ., ανωτέρω, παράγραφο 7.
Full & Egal Universal Law Academy