Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την εξεταζόμενη αίτηση αναιρέσεως η Siemens SA ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση T-459/93, Siemens κατά Επιτροπής (1), με την οποία το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε το κύρος της αποφάσεως 92/483/EΟΚ, της 24ης Ιουνίου 1992, περί ενισχύσεως που χορηγήθηκε από την Περιφέρεια Βρυξέλλες-Πρωτεύουσα (Βέλγιο) στη Siemens SA στους τομείς της επεξεργασίας δεδομένων και των τηλεπικοινωνιών (2) (στο εξής: απόφαση 92/483), με την οποία διετάχθη η Περιφέρεια Βρυξελλών να μην καταβάλει το ποσό των 28 694 000 βελγικών φράγκων (BFR) και να αναζητήσει εντόκως από τη Siemens το ποσό των 227 751 000 BFR.
Το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο και οι αποφάσεις της Επιτροπής
2 Με το άρθρο 1, στοιχείο a, του νόμου περί θεσπίσεως και συντονισμού μέτρων για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως και τη δημιουργία νέων βιομηχανιών, της 17ης Ιουλίου 1959 (στο εξής: νόμος του 1959), θεσπίστηκε σύστημα γενικών ενισχύσεων υπέρ πράξεων που «συμβάλλουν άμεσα στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή ή τον εκσυγχρονισμό βιομηχανικών ή βιοτεχνικών επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως του αν οι πράξεις αυτές διενεργούνται από τις ίδιες τις εν λόγω επιχειρήσεις ή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές ανταποκρίνονται στο γενικό οικονομικό συμφέρον».
Στο άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου, διευκρινίζεται ότι είναι δυνατή η χορήγηση επιδοτήσεων προς τα προς τούτο εγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου αυτά να μπορούν να χορηγούν για τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 δάνεια με μειωμένο επιτόκιο, υπό την προϋπόθεση ότι τα δάνεια αυτά θα χρησιμοποιηθούν για έναν από τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ιδίως «η απ' ευθείας χρηματοδότηση επενδύσεων σε οικοδομημένα ή μη οικοδομημένα ακίνητα και σε εξοπλισμό ή υλικά απαραίτητα για την υλοποίηση των εν λόγω πράξεων», καθώς και «η απευθείας χρηματοδότηση για άυλες επενδύσεις, όπως είναι οι οργανωτικές μελέτες, η έρευνα και ολοκλήρωση πρωτοτύπων, νέων προϋόντων και νέων μεθόδων παραγωγής».
3 Με την απόφαση 75/397/ΕΟΚ, της 17ης Ιουνίου 1975, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγούνται από τη Βελγική Κυβέρνηση κατ' εφαρμογήν του βελγικού νόμου της 17ης Ιουλίου 1959 περί θεσπίσεως και συντονισμού μέτρων για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως και τη δημιουργία νέων βιομηχανιών (3) (στο εξής: απόφαση 75/397), η Επιτροπή έλαβε θέση επί του ζητήματος του συμβιβαστού του συστήματος ενισχύσεων με την κοινή αγορά.
Στην αιτιολογική σκέψη Ι, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως, τονίζονται τα ακόλουθα:
«Ο βελγικός νόμος της 17ης Ιουλίου 1959 προβλέπει μέτρα για την ενίσχυση της οικονομικής αναπτύξεως και τη δημιουργία νέων βιομηχανικών μονάδων και την προς τον σκοπό αυτόν χορήγηση διαφόρων ενισχύσεων υπέρ των πράξεων εκείνων που συμβάλλουν "στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή και τον εκσυγχρονισμό των εθνικών βιομηχανικών ή βιοτεχνικών επιχειρήσεων" και ανταποκρίνονται στο γενικό οικονομικό συμφέρον· σύμφωνα με το εφαρμοστικό βασιλικό διάταγμα της 17ης Αυγούστου 1959, θεωρούνται "ιδίως" ως σύμφωνες προς το γενικό συμφέρον οι ακόλουθες πράξεις: "η παροχή εργασίας στο πλαίσιο της πολιτικής απασχολήσεως· η δημιουργία νέων βιομηχανικών μονάδων και η παραγωγή νέων προϋόντων· η ανάπτυξη των υφισταμένων επιχειρήσεων, οι οποίες προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα της αγοράς· η βελτίωση της καταστάσεως των προβληματικών οικονομικών κλάδων· η περισσότερο ορθολογική χρήση των οικονομικών πόρων της χώρας· η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, των συνθηκών εκμεταλλεύσεως των επιχειρήσεων διά της αυξήσεως της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας, της ποιότητας των προϋόντων· η δημιουργία και η ανάπτυξη του ερευνητικού εξοπλισμού των επιχειρήσεων"·
δυνάμει του νόμου αυτού η Βελγική Κυβέρνηση μπορεί να χορηγεί για επενδύσεις αυτού του είδους, στις οποίες προβαίνουν οι επιχειρήσεις, ορισμένα πλεονεκτήματα συνιστάμενα κυρίως:
- σε επιδοτήσεις επιτοκίου των δανείων που συνάπτουν για την πραγματοποίηση των ανωτέρω επενδύσεων (...).»
Από την αιτιολογική σκέψη II συνάγεται ότι η άποψη της Επιτροπής είναι ότι το γενικό σύστημα ενισχύσεων είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή επισημαίνει σχετικώς τον ιδιαίτερα γενικό χαρακτήρα του συστήματος, το οποίο μπορεί να περιλάβει όλες τις βιομηχανικές επιχειρήσεις, ασχέτως της γεωγραφικής τους θέσεως και του βιομηχανικού κλάδου στον οποίο ανήκουν.
Πάντως, η Επιτροπή έκρινε (βλ., ιδίως, τα άρθρα 1, δεύτερη περίπτωση, και 2 της αποφάσεως) ότι ενισχύσεις χορηγούμενες δυνάμει του νόμου του 1959 σε μια επιχείρηση ή σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, αν δεν είναι σημαντικές κατά την έννοια της αποφάσεως, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και κατά συνέπεια δεν απαιτείται να κοινοποιούνται στην Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (4). Τα όρια πέραν των οποίων οι ενισχύσεις θεωρούνται ως σημαντικές προκύπτουν από το άρθρο 2 της αποφάσεως 75/397 και από την από 14 Σεπτεμβρίου 1979 επιστολή της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη, τη σχετική με την κοινοποίηση περιπτώσεων εφαρμογής συστημάτων γενικών επενδυτικών ενισχύσεων (5) (στο εξής: επιστολή προς τα κράτη μέλη).
4 Στην ανακοίνωση περί α$λων επενδύσεων, της 2ας Φεβρουαρίου 1977, την οποία εξέδωσε το Υπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων, η Βελγική Κυβέρνηση τοποθετήθηκε επί του ακριβούς περιεχομένου της έννοιας «άυλες επενδύσεις». Στο σημείο 2 της ανακοινώσεως αναφέρονται τα εξής:
«Σε εμπορικό επίπεδο: οι μελέτες αγορών· οι μελέτες για τη βελτίωση της εμπορικής προβολής· της παρουσιάσεως ενός προϋόντος, της δημιουργίας σημείων πωλήσεως· κ.λπ. (...) των τάσεων της αγοράς και μελέτες διερευνητικές».
Η ανακοίνωση αυτή δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή.
5 Το άρθρο 176 του βελγικού νόμου της 22ας Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με τις προτάσεις επί του προϋπολογισμού 1977-1978 (στο εξής: νόμος του 1977), σε συνδυασμό με το βασιλικό διάταγμα της 24ης Ιανουαρίου 1978 (στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 1978), επιτρέπει τη χορήγηση μη αναζητήσιμων πριμοδοτήσεων κεφαλαίου, ποσού ισοδυνάμου προς τις επιδοτήσεις επιτοκίου, όταν οι πράξεις που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου του 1959 χρηματοδοτούνται από ίδια κεφάλαια της επιχειρήσεως.
6 Με την από 25 Μαου 1978 επιστολή της προς τις βελγικές αρχές (στο εξής: επιστολή του 1978), η Επιτροπή ενέκρινε τα μέτρα ενισχύσεων που αντιστοιχούσαν στον νόμο του 1977. Στην επιστολή της η Επιτροπή υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Συνεπώς, δεν πρόκειται για τη δημιουργία ενός ψευδούς συστήματος ενισχύσεων, πέραν αυτού που ισχύει σήμερα, αλλά για την προσαρμογή ενός υφισταμένου συστήματος στις προαναφερθείσες οικονομικές περιστάσεις.»
7 Με την ανακοίνωσή της του 1979 για το σύστημα περιφερειακών ενισχύσεων (6) (στο εξής: ανακοίνωση του 1979), η Επιτροπή δημοσιοποίησε τις αρχές που είχε την πρόθεση να εφαρμόσει, δυνάμει των εξουσιών που της παρέχουν τα άρθρα 92 επ. της Συνθήκης (7), επί των συστημάτων ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα που έχουν ήδη θεσπιστεί ή πρόκειται να θεσπιστούν στις περιφέρειες της Κοινότητας.
Από το σημείο 4 της ανακοινώσεως του 1979 προκύπτει ότι χρησιμοποιούνται στην Κοινότητα ορισμένες μορφές περιφερειακών ενισχύσεων οι οποίες δεν εξαρτώνται από μια αρχική επένδυση ή από τη δημιουργία θέσεων απασχολήσεως και οι οποίες έχουν τον χαρακτήρα ενισχύσεων για τη λειτουργία, καθώς και ότι η Επιτροπή διατυπώνει ορισμένες επιφυλάξεις αρχής ως προς το κατά πόσον συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις για τη λειτουργία.
Στο σημείο 18, στοιχείο i, του παραρτήματος της εν λόγω ανακοινώσεως, η έννοια της αρχικής επενδύσεως ορίζεται ως «επένδυση σταθερού κεφαλαίου που αφορά τη δημιουργία νέας εγκαταστάσεως, επέκταση υφισταμένης εγκαταστάσεως ή το ξεκίνημα δραστηριότητας συνεπαγόμενης ουσιώδη αλλαγή του προϋόντος ή της διαδικασίας παραγωγής μιας υφισταμένης εγκαταστάσεως (διά εξορθολογισμού, αναδιαρθρώσεως ή εκσυγχρονισμού) (...)».
8 Με την απόφασή της 92/483 η Επιτροπή έκρινε ότι ένα μέρος των ενισχύσεων που χορήγησε η Περιφέρεια των Βρυξελλών προς υποστήριξη των δραστηριοτήτων της Siemens στον τομέα της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών ήταν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Στην απόφαση αυτή η Επιτροπή διακρίνει επτά κατηγορίες πράξεων για τις οποίες χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις αυτές, ήτοι την εκμίσθωση εξοπλισμού στους πελάτες, την αγορά εξοπλισμού για εσωτερική χρήση, τις δαπάνες αναπτύξεως λογισμικού, τις δαπάνες εκπαιδεύσεως, την αγορά κτιρίου, τις διαφημιστικές εκστρατείες και τις έρευνες αγοράς.
9 Η Επιτροπή έκρινε ότι οι δαπάνες για εξοπλισμό εκμισθούμενο στους πελάτες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 1 και 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959, οι οποίες έχουν επίσης εγκριθεί από την Επιτροπή, καθόσον δεν συμβάλλουν στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή ή τον εκσυγχρονισμό της διαρθρώσεως της Siemens. Συνεπώς, οι ενισχύσεις αυτές έχουν τον χαρακτήρα μόνιμης συνδρομής στη λειτουργία της Siemens. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι ακόμα και αν ο νόμος του 1959 είχε εφαρμογή στις τελευταίες αυτές επιδοτήσεις, οι επιδοτήσεις αυτές έπρεπε να έχουν κοινοποιηθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, λόγω υπερβάσεως των ορίων που καθορίστηκαν με την απευθυνόμενη στα κράτη μέλη επιστολή. Η Επιτροπή επισήμανε σχετικώς ότι τα οικεία προγράμματα επενδύσεων κατατμήθηκαν σε πολλές αιτήσεις ενισχύσεων, οι οποίες, λόγω της ομοιογένειας της δαπάνης και της ταυτόχρονης πραγματοποιήσεώς της, έπρεπε να αντιμετωπιστούν συνολικά ως ενιαίο πρόγραμμα δαπανών. Εξάλλου, η περιφερειακή εκτελεστική αρχή επέλεξε το 75 % από το ποσό των συνολικών και ομοιογενών δαπανών, χωρίς καμία λογική εξήγηση.
10 Η Επιτροπή έκρινε, επίσης, ότι οι ενισχύσεις για τις έρευνες αγοράς και τις διαφημιστικές εκστρατείες δεν καλύπτονταν από τον νόμο του 1959, διότι δεν επρόκειτο για επενδυτικές ενισχύσεις, αλλ' αντιθέτως, για ενισχύσεις λειτουργίας. Κατά την Επιτροπή, οι δαπάνες αυτές αντιστοιχούν σε εντελώς τρέχουσες δαπάνες λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, στο πλαίσιο των κανονικών της δραστηριοτήτων.
11 Τέλος, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτές οι μορφές ενισχύσεων δεν ενέπιπταν σε καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 92 της Συνθήκης.
12 Κατόπιν αυτών, η Επιτροπή έκρινε (άρθρο 1, στοιχείο γγ, της αποφάσεως) ότι η ενίσχυση ύψους 256 445 000 BFR για δαπάνες εξοπλισμού εκμισθούμενου σε πελάτες, σε διαφημιστικές εκστρατείες και έρευνες αγοράς έχει χορηγηθεί παράνομα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης και δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 92 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, με το άρθρο 2 της αποφάσεως, η Επιτροπή απαγόρευσε στην περιφερειακή εκτελεστική αρχή να προβεί στην καταβολή του μη εισέτι καταβληθέντος ποσού ύψους 28 694 000 BFR και της επέβαλε την υποχρέωση να αναζητήσει το ήδη καταβληθέν ποσό ύψους 227 751 000 BFR.
13 Με την απόφασή του της 8ης Ιουνίου 1995 το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 92/483 της Επιτροπής και καταδίκασε τη Siemens στα δικαστικά έξοδα.
Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως των διαδίκων
14 Η Siemens ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της 8ης Ιουνίου 1995 και, κατά συνέπεια, τα άρθρα 1, στοιχείο γγ, και 2 της αποφάσεως 92/483. Η Siemens ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας όσο και της ενώπιον του Πρωτοδικείου. Προς στήριξη των αιτημάτων της αυτών η Siemens προβάλλει τους ακόλουθους λόγους:
1) το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη εκτιμώντας ότι η επίδικη απόφαση περιείχε αιτιολογία επαρκή και προσήκουσα·
2) το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη εκτιμώντας ότι, αν οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από τις βελγικές αρχές στο πλαίσιο του γενικού συστήματος του νόμου του 1959 δεν προορίζονταν για επενδύσεις κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως επιτραπείσες από την επίμαχη απόφαση και ότι, κατά συνέπεια, έπρεπε να κοινοποιηθούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης·
3) τα συμπεράσματα του Πρωτοδικείου ως προς τη φύση των εν λόγω πράξεων δεν ευσταθούν από νομικής απόψεως, καθόσον το Πρωτοδικείο δεν έπρεπε να εξετάσει αν οι πράξεις αυτές συνιστούν επενδυτικές πράξεις κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, αλλά αν εμπίπτουν πράγματι στο πεδίο της καθ' ύλην εφαρμογής του νόμου του 1959·
4) το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη εκτιμώντας ότι οι αντιρρήσεις της προσφεύγουσας ως προς την υπέρβαση των ορίων κοινοποιήσεως είναι άνευ αντικειμένου, «εφόσον κρίθηκε ότι οι επίδικες ενισχύσεις, λόγω της φύσεώς τους ως ενισχύσεων λειτουργίας της επιχειρήσεως, δεν καλύπτονταν από την έγκριση του γενικού συστήματος, η οποία παρασχέθηκε με την απόφαση 75/397 και τις επιστολές της 25ης Μαου 1978».
15 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της αιτούσας στα δικαστικά έξοδα.
Επί του πρώτου λόγου: το ζήτημα της ανεπαρκούς αιτιολογίας
16 Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε σχετικώς στις σκέψεις 31 έως 34 της αποφάσεώς του, τονίζοντας τα ακόλουθα:
«(...) από τη νομολογία προκύπτει ότι η προβλεπομένη από το άρθρο 190 της Συνθήκης υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 189 της Συνθήκης δεν ικανοποιεί μόνον τυπική προϋπόθεση, αλλά σκοπεί να παράσχει στους διαδίκους τη δυνατότητα υπερασπίσεως των δικαιωμάτων τους, στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα ασκήσεως του ελέγχου του και στα κράτη μέλη, όπως και σε κάθε ενδιαφερόμενο πολίτη, τη δυνατότητα να πληροφορηθούν τις περιστάσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή εφάρμοσε τη Συνθήκη (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 1963, 24/62, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 909) (8). Ωστόσο, επίσης από τη νομολογία του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει θέση, στο πλαίσιο της αιτιολογήσεως των αποφάσεων που λαμβάνει για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, επί όλων των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι και ότι αρκεί να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία ενόψει της οικονομίας της αποφάσεως (προαναφερθείσα απόφαση La Cinq κατά Επιτροπής, σκέψη 41) (9).
Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, όσον αφορά τη φύση των διαφημιστικών εκστρατειών και των ερευνών αγοράς, η Επιτροπή αναφέρει, στο σημείο IV του αιτιολογικού της αποφάσεως (σ. 29), ότι οι εν λόγω διαφημιστικές εκστρατείες και έρευνες αγοράς "δεν συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των κατηγοριών που είναι επιλέξιμες για τη χορήγηση ενισχύσεων στο πλαίσιο του νόμου οικονομικής ανάπτυξης". Στη συνέχεια (σ. 31 της αποφάσεως) εξηγεί ότι οι συναφείς ενισχύσεις "[αποτελούν ενισχύσεις] λειτουργίας, δεδομένου ότι οι δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται στο τυπικό γενικό κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης για τις κανονικές δραστηριότητές της".
Ομοίως, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί κατατμήσεως των αιτήσεων ενισχύσεως για την αγορά εξοπλισμού προς εκμίσθωση, η Επιτροπή παρατηρεί, στο μέρος IV του αιτιολογικού της αποφάσεως (σ. 30), ότι "ορισμένος αριθμός επενδυτικών προγραμμάτων είχε κατατμηθεί σε διάφορες αιτήσεις προς ενίσχυση, τις οποίες, λόγω της ομοιογένειας της δαπάνης και του ταυτόχρονου της υλοποίησής της, η Κυβέρνηση της Περιφέρειας των Βρυξελλών έπρεπε να είχε χειριστεί από κοινού ως ενιαίο επενδυτικό πρόγραμμα". Στη συνέχεια, η Επιτροπή παραθέτει σχετικά παραδείγματα. Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι ενισχύσεις για την αγορά εξοπλισμού προς εκμίσθωση κρίνονται από την Επιτροπή ως μόνιμες ενισχύσεις λειτουργίας και, ως εκ της φύσεώς τους, δεν εμπίπτουν στο γενικό καθεστώς ενισχύσεων που θεσπίστηκε με τον νόμο του 1959 (βλ. το μέρος IV του αιτιολογικού, σ. 29 της αποφάσεως).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, επί των δύο σημείων που αναφέρει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία ενόψει της οικονομίας της αποφάσεως.»
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
17 Η Siemens υποστήριξε ότι η απόφαση 92/483 δεν πληροί τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, κατά τις οποίες η αιτιολογία πρέπει να είναι σαφής και σχετική, ώστε να επιτρέπει στον οικείο επιχειρηματία να διακρίνει με βεβαιότητα τις βάσεις της σχετικής νομικής πράξεως. Η Επιτροπή δεν εξήγησε γιατί οι δαπάνες οι σχετικές με τις διαφημιστικές εκστρατείες και τις έρευνες αγοράς δεν μπορούσαν να περιληφθούν στις προβλεπόμενες από τον νόμο του 1959 ενισχύσεις.
Η απλή διαπίστωση ότι πρόκειται για ενισχύσεις λειτουργίας δεν αρκεί, διότι η Επιτροπή δεν παραθέτει τους λόγους για τους οποίους οι ενισχύσεις για τη λειτουργία, κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, δεν καλύπτονται με τον νόμο του 1959. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι αιτήσεις ενισχύσεων κατατμήθηκαν άνευ λόγου και ότι τα όρια που είχε καθορίσει η Επιτροπή πράγματι παραβιάστηκαν.
18 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως ανταποκρίνεται σε μια τυπική απαίτηση. Συνεπώς δεν έχει σημασία το βάσιμο, από ουσιαστικής απόψεως, της αιτιολογίας. Εξάλλου, το κατά πόσον μια απόφαση ικανοποιεί την απαίτηση αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένης συνολικώς υπόψη της αποφάσεως. Από την απόφαση 92/483 σαφώς προκύπτει ότι η ενίσχυση για τις έρευνες αγοράς και τις διαφημιστικές εκστρατείες θεωρήθηκε ως ενίσχυση λειτουργίας και ότι οι δαπάνες της Siemens οι σχετικές με τις ενέργειες αυτές δεν θεωρήθηκαν ως επιλέξιμες για τις προβλεπόμενες από τον νόμο ενισχύσεις. Εξάλλου, κατά την άποψη της Επιτροπής, συνάγεται ότι, αφενός, τα προγράμματα δαπανών κατατμήθηκαν τεχνητώς σε χωριστές δαπάνες και, αφετέρου, η περιφερειακή εκτελεστική αρχή έλαβε υπόψη, άνευ λόγου, μόνο το 75 % του προϋπολογισμού δαπανών και ότι βάσει αυτών των στοιχείων η Επιτροπή έκρινε ότι είχαν παραβιαστεί τα καθορισθέντα όρια.
Η άποψή μου επί του ζητήματος
19 Στην απόφασή του της 11ης Ιουλίου 1985, Remia κατά Επιτροπής (10), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι «καίτοι δυνάμει του άρθρου 190 της Συνθήκης η Επιτροπή υποχρεούται να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την αιτιολογία της απόφασης καθώς και τη νομική συλλογιστική που την οδήγησαν να λάβει την εν λόγω απόφαση, η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να πραγματεύεται όλα τα πραγματικά και νομικά σημεία που συζητήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία. H αιτιολογία μιας βλαπτικής απόφασης πρέπει να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του ως προς τη νομιμότητα και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τα αναγκαία στοιχεία για να γνωρίζει κατά πόσο η απόφαση είναι αιτιολογημένη». Από τη σκέψη 40 της αποφάσεως προκύπτει ότι η αιτιολογία πρέπει να συνεκτιμάται με την όλη αλληλουχία στην οποία εντάσσεται η προσβαλλομένη απόφαση. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επίσης τονίσει, μεταξύ άλλων στην απόφασή του της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (11), ότι το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενό της αλλά και με το πλαίσιό της καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα.
20 Οι αρχές αυτές αντιστοιχούν σε εκείνες που εξέθεσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά τη γνώμη μου δε, δεν συντρέχει λόγος να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο επλανήθη νομικώς κατά την εφαρμογή των αρχών αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση.
21 Όπως τονίζεται στη σκέψη 32 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, από την απόφαση 92/483 συνάγεται ότι, αφενός, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις για έρευνες της αγοράς και διαφημιστικές εκστρατείες αποτελούν ενισχύσεις για τη λειτουργία και ότι, αφετέρου, είναι της γνώμης ότι οι δαπάνες που αφορούν τέτοιου είδους πράξεις δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι καλύπτονται από τον νόμο του 1959. Κατά την άποψή μου, αυτό έδινε στη Siemens επαρκή ικανότητα να εκτιμήσει αν συνέτρεχε λόγος να θέσει υπό την κρίση των δικαστικών οργάνων της Κοινότητας το ζήτημα του κύρους της αποφάσεως 92/483. Επιβάλλεται να τονισθεί ότι η Επιτροπή είχε ήδη ρητώς υπογραμμίσει στην ανακοίνωσή της του 1979 ότι οι ενισχύσεις για τη λειτουργία είναι καταρχήν αντίθετες προς την κοινή αγορά, το δε Δικαστήριο, στην απόφασή του της 6ης Νοεμβρίου 1990, Ιταλία κατά Επιτροπής (12), διατύπωσε την ίδια άποψη.
22 Νομίζω ότι δεν συντρέχει επίσης λόγος να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τους κοινοτικούς κανόνες συμπεραίνοντας ότι η Επιτροπή είχε επαρκώς αιτιολογήσει την άποψή της, υπό την έννοια ότι η αγορά εξοπλισμού προοριζόμενου για εκμίσθωση υπερέβαινε τα καθορισθέντα από την Επιτροπή όρια. Όπως σημείωσε η Επιτροπή, σκοπός της υποχρεώσεως αιτιολογίας είναι να διασφαλιστεί ότι ο θιγόμενος επιχειρηματίας θα μπορεί αν γνωρίζει τις βάσεις της αποφάσεως. Στην απόφαση με σαφήνεια αναφέρεται ότι η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, αφενός, τα προγράμματα δαπανών παρανόμως κατατμήθηκαν σε χωριστές αιτήσεις και, αφετέρου, ο προϋπολογισμός δαπανών μειώθηκε κατά τρόπο αδικαιολόγητο. Θεωρώ, επομένως, ότι η αιτιολογία εκπληροί τον σκοπό για τον οποίο προβλέφθηκε. Εξάλλου, το επιχείρημα της Siemens φαίνεται να αφορά ειδικότερα το ζήτημα αν η Επιτροπή προσκόμισε επαρκείς αποδείξεις για τα πραγματικά περιστατικά που αφορά η απόφαση. Ωστόσο, αυτό συνιστά ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα, επί του οποίου δεν μπορεί να αποφανθεί το Δικαστήριο, καθόσον η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου επί των αιτήσεων αναιρέσεως αφορά μόνο τα νομικά ζητήματα, σύμφωνα με το άρθρο 168 Α της Συνθήκης.
23 Συνεπώς, συνοψίζοντας θεωρώ ότι πρέπει να απορριφθεί ο λόγος που αφορά την ανεπάρκεια της αιτιολογίας.
Ο δεύτερος λόγος: ποιες μορφές ενισχύσεων καλύπτονται από το εγκριθέν σύστημα ενισχύσεων;
24 Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε σχετικώς στις σκέψεις 45 έως 48 της αποφάσεώς του, τονίζοντας τα ακόλουθα:
«Πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι επίδικες διατάξεις επέτρεπαν τη χορήγηση ενισχύσεων για άλλους σκοπούς πέραν των επενδύσεων. Προς τούτο, οι εθνικές διατάξεις που διέπουν το εγκεκριμένο γενικό καθεστώς πρέπει να ερμηνευθούν με γνώμονα τους συναφείς κοινοτικούς κανόνες. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος του 1959 και το άρθρο 176 του νόμου του 1977, το οποίο εφαρμόστηκε με το βασιλικό διάταγμα του 1978, πρέπει να ερμηνευθούν συμφώνως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως 75/397 και του εγγράφου της 25ης Μαου 1978 καθώς και προς τις συναφείς διατάξεις της Συνθήκης.
Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 1, στοιχείο a, του νόμου του 1959 προβλέπει τη χορήγηση "γενικής ενισχύσεως για τις πράξεις που συμβάλλουν άμεσα στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή ή τον εκσυγχρονισμό βιομηχανικών ή βιοτεχνικών επιχειρήσεων (...) υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές ανταποκρίνονται στο γενικό οικονομικό συμφέρον", το δε άρθρο 3, στοιχείο a, διευκρινίζει ότι οι ενισχύσεις αυτές χορηγούνται υπό μορφή επιδοτήσεων επιτοκίου επί των δανείων που συνάπτονται με εγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα και προορίζονται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση επενδυτικών δραστηριοτήτων. Με την απόφαση 75/397, η Επιτροπή έκρινε ότι το καθεστώς που θεσπίστηκε με τον νόμο του 1959 ήταν ένα σύστημα χορηγήσεως "ενισχύσεων για επενδύσεις τις οποίες οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν για (...) διαφόρους σκοπούς" (σ. 13 της αποφάσεως 75/397). Με την απόφαση εκείνη, η Επιτροπή επέτρεψε τις εν λόγω ενισχύσεις στις επενδύσεις υπό την προϋπόθεση ότι οι ενισχύσεις αυτές είτε εντάσσονται σε προγράμματα τομεακού ή περιφερειακού χαρακτήρα είτε, λόγω του ύψους τους, δεν μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές (άρθρο 1 της αποφάσεως 75/397). Στη συνέχεια, με το άρθρο 176 του νόμου του 1977, το οποίο εφαρμόστηκε με το βασιλικό διάταγμα του 1978, το Βασίλειο του Βελγίου προέβλεψε τη χορήγηση γενικής ενισχύσεως, υπό μορφή πριμοδοτήσεων επισφαλών κεφαλαίων, για τις πράξεις που μνημονεύονται στο άρθρο 1 του νόμου του 1959. Με το έγγραφο της 25ης Μαου 1978, που αφορούσε το βασιλικό διάταγμα του 1978, η Επιτροπή επέτρεψε τη χορήγηση αυτών των ενισχύσεων για "επενδυτικές πράξεις" τηρουμένης της "διαδικασίας ελέγχου" που προβλέπεται από την απόφαση 75/397 (σ. 2 του εγγράφου).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αν οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τις βελγικές αρχές στο πλαίσιο του εν λόγω γενικού καθεστώτος δεν προορίζονται για επενδύσεις, δεν ισχύουν ως προς αυτές οι εγκρίσεις της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, οι ενισχύσεις αυτές πρέπει να κοινοποιούνται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Πρέπει, εξάλλου, να προστεθεί ότι, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, οι ενισχύσεις λειτουργίας, δηλαδή οι ενισχύσεις που αποβλέπουν στο να απαλλάξουν μια επιχείρηση από τις δαπάνες στις οποίες θα έπρεπε η ίδια να υποβληθεί στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεως των συνήθων δραστηριοτήτων της, δεν εμπίπτουν καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής του προμνησθέντος άρθρου 92, παράγραφος 3, και, συνεπώς, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν επιτραπεί με την απόφαση 75/397 και το έγγραφο της 25ης Μαου 1978. Πράγματι, κατά τη νομολογία, οι ενισχύσεις αυτές νοθεύουν, καταρχήν, τους όρους του ανταγωνισμού στους τομείς στους οποίους χορηγούνται, χωρίς ωστόσο να καθιστούν, ως εκ της φύσεώς τους, δυνατή την επίτευξη ενός από τους στόχους που καθορίζουν οι προμνησθείσες εξαιρετικές διατάξεις (βλ. συναφώς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 1990, C-86/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-3891, και της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-307).»
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
25 Επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1994, Ιταλία κατά Επιτροπής (απόφαση Italgrani) (13), η Siemens ισχυρίζεται ότι μετά την έγκριση από την Επιτροπή ενός γενικού συστήματος ενισχύσεων, οι ατομικές περιπτώσεις εφαρμογής του συστήματος αυτού πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση με το εγκεκριμένο αυτό σύστημα και όχι βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης. Κατά την άποψή της, η εκ μέρους της Επιτροπής έγκριση του νόμου του 1959 δεν περιορίζεται στις επενδύσεις κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Η έγκριση καλύπτει κάθε ενίσχυση που δεν υπερβαίνει τα όρια, καθόσον εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου του 1959, όπως αυτός ερμηνεύθηκε στο πλαίσιο του βελγικού δικαίου (βλ. σχετικώς την κυβερνητική ανακοίνωση της 2ας Φεβρουαρίου 1977). Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν μπορεί εκ των υστέρων να προβάλει ερμηνεία διαφορετική από εκείνη που διατύπωσε στην απόφαση 75/397. Για τον λόγο αυτό, κατά την άποψη της Siemens, το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο κρίνοντας ότι ο νόμος του 1959 έπρεπε να ερμηνευθεί βάσει του κοινοτικού δικαίου, επομένως βάσει της Συνθήκης, ενώ όφειλε να καθορίσει το πεδίο εφαρμογής του νόμου του 1959 βάσει μιας ερμηνείας στηριζόμενης στο βελγικό δίκαιο και στην απόφαση της Επιτροπής που ενέκρινε τον σχετικό νόμο.
26 Η Επιτροπή υποστήριξε σχετικώς ότι το Πρωτοδικείο, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ερμήνευσε τον νόμο του 1959 βάσει της εγκρίσεως της Επιτροπής. Έτσι εξασφαλίστηκε η αναγκαία ενότητα του δικαίου. Αντιθέτως, καθορισμός του πεδίου εφαρμογής στηριζόμενος στο εθνικό δίκαιο θα συνεπαγόταν τη μη ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι το Πρωτοδικείο θα μπορούσε θεμιτώς να λάβει υπόψη του στο πλαίσιο αυτό άλλους σχετικούς κανόνες του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων το άρθρο 92 της Συνθήκης, προκειμένου να ερμηνεύσει την ακριβή έκταση της εγκρίσεως. Βάσει αυτών το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι το εγκεκριμένο σύστημα ενισχύσεων αφορούσε τις επενδυτικές ενισχύσεις και όχι τις ενισχύσεις για τη λειτουργία.
Η άποψή μου επί του ζητήματος
27 Όπως ανέφερε η Siemens, το Δικαστήριο έχει ήδη λάβει θέση επί της σημασίας που πρέπει να αποδίδεται σε εγκεκριμένο γενικό σύστημα ενισχύσεων προκειμένου να κριθεί αν μια συγκεκριμένη ενίσχυση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Στην προαναφερθείσα απόφαση Italgrani, το Δικαστήριο υπογράμμισε στις σκέψεις 24 και 25:
«(...) όταν η Επιτροπή αντιμετωπίζει ενίσχυση η οποία υποστηρίζεται ότι χορηγήθηκε κατ' εφαρμογήν ήδη εγκεκριμένου προγράμματος, δεν μπορεί αμέσως να εξετάσει εάν αυτή είναι σύμφωνη προς τη Συνθήκη. Πρέπει αρχικώς να περιοριστεί, πριν κινήσει οποιαδήποτε διαδικασία, να ελέγξει αν η ενίσχυση καλύπτεται από το γενικό σύστημα και πληροί τις τεθείσες με την απόφαση περί εγκρίσεως του προγράμματος αυτού προϋποθέσεις. Εάν αυτό δεν συνέβαινε, η Επιτροπή θα μπορούσε, κατά την εξέταση κάθε ατομικής ενισχύσεως, να αναθεωρεί την απόφασή της περί εγκρίσεως του προγράμματος ενισχύσεων, η οποία προϋπέθετε ήδη εξέταση του συμβιβαστού προς το άρθρο 92 της Συνθήκης (14). Οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου θα βρίσκονταν τότε σε κίνδυνο τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τους επιχειρηματίες, εφόσον ενισχύσεις που ήσαν απολύτως σύμφωνες προς την απόφαση περί εγκρίσεως του προγράμματος ενισχύσεων θα ήταν δυνατόν ανά πάσα στιγμή να επανεξεταστούν από την Επιτροπή.
Αν, κατόπιν αυτής της περιορισμένης εξετάσεως, η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η συγκεκριμένη ενίσχυση είναι σύμφωνη προς την απόφασή της περί εγκρίσεως του προγράμματος, τότε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εγκεκριμένη ενίσχυση και επομένως ως υφιστάμενη ενίσχυση (...).»
28 Στις περιπτώσεις όπου υποστηρίζεται ότι μια ενίσχυση εμπίπτει σε εγκεκριμένο γενικό σύστημα ενισχύσεων, το συμβιβαστό της ενισχύσεως αυτής με την κοινή αγορά πρέπει, συνεπώς, να εκτιμάται σε σχέση με την απόφαση της Επιτροπής περί εγκρίσεως του εν λόγω συστήματος ενισχύσεων. Ωστόσο, δεν συνάγεται ότι το εθνικό δίκαιο είναι καθοριστικό για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του εγκεκριμένου συστήματος ενισχύσεων.
29 Η έγκριση της Επιτροπής συνιστά τη βάση εξουσιοδοτήσεως του γενικού συστήματος ενισχύσεων που περιέχεται στον νόμο του 1959. Συνεπώς, τα καθορισθέντα με τον νόμο κριτήρια χορηγήσεως των ενισχύσεων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των προϋποθέσεων και κριτηρίων επί των οποίων η Επιτροπή στήριξε την έγκρισή της. Το ακριβές πεδίο εφαρμογής αυτής της γενικής πράξεως του κοινοτικού δικαίου πρέπει να καθορίζεται βάσει του κοινοτικού δικαίου και όχι βάσει του εθνικού δικαίου. Μπορεί σχετικώς να γίνει παραπομπή, αφενός, στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης (15), και, αφετέρου, στην απόφασή του της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris (16): το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η διακριτική εξουσία που παρέχεται στην Επιτροπή με τους κανόνες τους σχετικούς με τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να ασκείται εντός ενός κοινοτικού πλαισίου, ακριβώς όπως το συμβιβαστό της ενισχύσεως με τη Συνθήκη πρέπει να εκτιμάται εντός του κοινοτικού πλαισίου και όχι εντός του πλαισίου που αφορά ένα μόνο κράτος μέλος. Συνεπώς, η ακριβής έκταση της εγκριτικής αποφάσεως της Επιτροπής δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να καθορίζεται χωρίς αναφορά σε άλλα τμήματα του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων κυρίως οι διατάξεις της Συνθήκης. Πράγματι, η εγκριτική απόφαση πρέπει να εξετάζεται βάσει των αρμοδιοτήτων που έχουν χορηγηθεί στην Επιτροπή από τη Συνθήκη, η οποία, όπως ήδη τόνισε, επιβάλλει να γίνεται η εκτίμηση εντός ενός κοινοτικού πλαισίου.
30 Εξάλλου, η προσπάθεια διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας των κανόνων των σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις επιβάλλει, κατά τη γνώμη μου, να μη λαμβάνεται υπόψη το εθνικό δίκαιο όταν πρόκειται περί ερμηνείας. Ερμηνεία στηριζόμενη στο εθνικό δίκαιο θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη μη ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη. Η νομιμότητα ενός μέτρου θα μπορούσε για παράδειγμα να εξαρτηθεί από τον τρόπο που ορίζεται η έννοια «επενδύσεις» στο εθνικό δίκαιο. Μια τέτοια νομική κατάσταση θα μπορούσε, αυτή καθεαυτή, να προκαλέσει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.
31 Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο υπογραμμίζοντας στη σκέψη 45 ότι το γενικό σύστημα πρέπει να ερμηνευθεί βάσει της εγκριτικής αποφάσεως, της επιστολής του 1978 ή των σχετικών κανόνων της Συνθήκης, και όταν υπογράμμισε, στις σκέψεις 46 έως 48, ότι η εγκριτική απόφαση αφορά μόνο τις επενδυτικές ενισχύσεις και όχι τις ενισχύσεις για τη λειτουργία. Όπως υπογραμμίζει το Πρωτοδικείο, στην απόφασή της 75/397, η Επιτροπή ρητώς χαρακτηρίζει τον σκοπό των ενισχύσεων που καλύπτονται από την απόφαση αυτή ως επενδυτικό. Το ίδιο και η επιστολή του 1978. Εξάλλου, στην ανακοίνωσή της του 1979 η Επιτροπή ρητώς ανέφερε ότι είχε επί της αρχής επιφυλάξεις όσον αφορά το συμβιβαστό των ενισχύσεων με τη λειτουργία της κοινής αγοράς. Με την άποψη αυτή συμφώνησε το Δικαστήριο στη σκέψη 18 της αποφάσεως της 6ης Νοεμβρίου 1990, Ιταλία κατά Επιτροπής (17), όπου τόνισε ότι «η υπό κρίση ενίσχυση (...) θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ενίσχυση λειτουργίας των οικείων επιχειρήσεων και ότι αλλοιώνει, αυτή καθεαυτή, τους όρους του εμπορίου σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον». Βάσει αυτών των στοιχείων είναι σαφές ότι κατά πάσα πιθανότητα η απόφαση 75/397 δεν κάλυπτε κάτι άλλο εκτός από τις επενδυτικές ενισχύσεις κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου.
32 Για όλους αυτούς τους λόγους φρονώ ότι ο λόγος αυτός δεν πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο τρίτος λόγος: χαρακτηρισμός των ενισχύσεων για διαφημιστικές εκστρατείες, μελέτες της αγοράς και αγορά εξοπλισμού προς εκμίσθωση
33 Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των ενισχύσεων για τις διαφημιστικές εκστρατείες και τις μελέτες αγοράς, το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 53 και 55 της αποφάσεως, τόνισε ότι:
«Εφόσον το έγγραφο της 25ης Μαου 1978 δεν επιτρέπει τη χορήγηση ενισχύσεων υπό μορφή πριμοδοτήσεως κεφαλαίου παρά μόνο για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, πρέπει να εξεταστεί αν οι επίδικες ενισχύσεις προορίζονται για τη χρηματοδότηση επενδύσεων. Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η εξέταση αυτή ενέχει εκτιμήσεις που πρέπει να γίνονται σε κοινοτικό πλαίσιο (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Phillip Morris Holland κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψη 24) και, ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα λογιστικού και φορολογικού χαρακτήρα που αρύεται η προσφεύγουσα από το εθνικό δίκαιο δεν μπορούν να προβληθούν λυσιτελώς εν προκειμένω.
(...)
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ενισχύσεις αυτές προορίζονταν για την εμπορία των προϋόντων Siemens, η οποία αποτελεί τρέχουσα δραστηριότητα της εν λόγω επιχειρήσεως. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενισχύσεις επενδύσεων καλυπτόμενες από την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Μαου 1978 με την οποία επετράπη η χορήγηση πριμοδοτήσεων κεφαλαίου στις ενισχύσεις επενδύσεων.»
34 Όσον αφορά την ενίσχυση για την αγορά εξοπλισμού προς εκμίσθωση το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει στις σκέψεις 57 και 58:
«Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι αυτή η πράξη δεν συνεπάγεται καμία τεχνική ή διαρθρωτική μεταβολή και δεν ευνοεί κανενός είδους ανάπτυξη της Siemens πέραν της οικονομικής. Όπως ανέφερε η καθής, οι ενισχύσεις αυτές επέτρεψαν, πράγματι, στη Siemens να προσφέρει επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα στους πελάτες τεχνητώς ευνοϋκούς όρους και να αυξήσει αδικαιολογήτως το περιθώριο κέρδους της.
Τέλος, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι επίδικες ενισχύσεις συμβάλλουν στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή ή τον εκσυγχρονισμό των τρίτων επιχειρήσεων στις οποίες εκμισθώνεται ο εξοπλισμός και ότι, συνεπώς, εμπίπτουν στο γενικό καθεστώς των επιτρεπομένων ενισχύσεων. Πράγματι, οι επιχειρήσεις αυτές καταβάλλουν ένα μίσθωμα καθοριζόμενο ελεύθερα από τη Siemens, που παραμένει, συνεπώς, η μόνη αποδέκτρια των εν λόγω ενισχύσεων, οι οποίες της επιτρέπουν να μειώνει το εφαρμοζόμενο μίσθωμα και να νοθεύει κατά τον τρόπο αυτό τον ανταγωνισμό με τις άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις.»
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
35 Η Siemens υποστήριξε ότι οι ενισχύσεις για τις διαφημιστικές εκστρατείες και τις μελέτες αγοράς ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου του 1959, διότι επρόκειτο για επενδύσεις σε άυλα στοιχεία του ενεργητικού, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου. Το ίδιο προκύπτει, επίσης, από ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών Υποθέσεων, της 2ας Φεβρουαρίου 1977, όπου αναφέρεται ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις επιτρέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων «για μελέτες της αγοράς, μελέτες για τη βελτίωση της εμπορικής προβολής, της παρουσιάσεως ενός προϋόντος, της δημιουργίας σημείων πωλήσεως· κ.λπ. (...) των τάσεων της αγοράς και μελέτες διερευνητικές».
Όσον αφορά τις ενισχύσεις για την αγορά εξοπλισμού προς εκμίσθωση, η Siemens υποστηρίζει ότι οι αγορές αυτές καλύπτονται επίσης από το άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου το οποίο αναφέρεται «στην απευθείας χρηματοδότηση επενδύσεων (...) για εργαλεία ή εξοπλισμό, αναγκαία για την υλοποίηση των ανωτέρω πράξεων». Εξάλλου, πρόκειται για ενίσχυση προς επιχειρήσεις στις οποίες εκμισθώνεται ο εξοπλισμός, πράξη η οποία επίσης εμπίπτει στον νόμο του 1959.
Τέλος, η Siemens διευκρίνισε ότι οι αιτιάσεις της αφορούν το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε την έννοια της επενδυτικής ενισχύσεως κατά το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να καθορίσει το πεδίο εφαρμογής του νόμου του 1959 και έκρινε ότι μόνο η αναιρεσείουσα ελάμβανε ενίσχυση επειδή αυτή καθόριζε το ύψος του μισθώματος.
36 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να εξεταστούν επί της ουσίας, διότι συνεπάγονται εκτίμηση πραγματικών δεδομένων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναιρέσεως. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι η ανακοίνωση της Βελγικής Κυβερνήσεως, της 2ας Φεβρουαρίου 1977, δεν της είχε κοινοποιηθεί, η δε ερμηνεία, διά της ανακοινώσεως αυτής, της εννοίας «άυλες επενδύσεις» βαίνει πέραν αυτού που συνάγεται από το άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959.
Η άποψή μου επί του ζητήματος
37 Όπως προανέφερα, φρονώ ότι ορθώς ο νόμος του 1959 ερμηνεύθηκε βάσει των σχετικών κοινοτικών διατάξεων και ότι συνάγεται ότι οι ενισχύσεις για τη λειτουργία, κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, δεν καλύπτονται από το εγκριθέν σύστημα ενισχύσεων. Η ανακοίνωση της Βελγικής Κυβερνήσεως, της 2ας Φεβρουαρίου 1977, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα των καταστρεπτικών συνεπειών που θα είχε η βάσει του εθνικού δικαίου ερμηνεία της εγκρίσεως ενός συστήματος ενισχύσεων από την Επιτροπή. Η περιεχόμενη στην ανακοίνωση αυτή ερμηνεία της έννοιας «άυλες επενδύσεις» βαίνει, κατά τη γνώμη μου, πολύ πέραν αυτού που εκ πρώτης όψεως συνάγεται από το γράμμα του άρθρου 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959. Συνεπώς, η ανακοίνωση έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να έχει τη δυνατότητα να αποφανθεί αν αυτή εμπίπτει στο πλαίσιο του εγκεκριμένου συστήματος ενισχύσεων.
38 Στις σκέψεις 54 και 56 της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο περιέγραψε ως ακολούθως το ακριβές περιεχόμενο των μέτρων για τα οποία χορηγήθηκε ενίσχυση.
«Όσον αφορά τις ενισχύσεις για τις διαφημιστικές εκστρατείες και τις έρευνες αγοράς, από την αίτηση που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις βελγικές αρχές στις 30 Σεπτεμβρίου 1985, και η οποία επιγραφόταν "Επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 113 600 000 BFR για τη Siemens Βρυξελλών", προκύπτει ότι "επενδύσεις σε άυλα στοιχεία ύψους 37 600 000 BFR προβλέπονται για την εμπορία και την προώθηση νέων προϋόντων, όπως ο ατομικός ηλεκτρονικός υπολογιστής και το σύστημα ενδογραφειακής επικοινωνίας `HICOM'". Ομοίως, από το σχόλιο του επενδυτικού προγράμματος, που επισυναπτόταν στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως της 29ης Σεπτεμβρίου 1986, προκύπτει ότι "η βελγική αγορά στους τομείς της μηχανοργανώσεως γραφείου, της πληροφορικής και της αυτοματοποιήσεως των μεθόδων παραγωγής γνωρίζει θεαματική άνθιση" και ότι "[η Siemens], προκειμένου να διατηρήσει, και μάλιστα να αυξήσει το μερίδιο αγοράς που κατέχει στους τομείς αυτούς, θα εντατικοποιήσει στα προσεχή έτη τις δραστηριότητες εμπορίας".
(...)
Όσον αφορά τις ενισχύσεις που προορίζονταν για την πράξη της αγοράς εξοπλισμού προς εκμίσθωση, η οποία συνίσταται στην εκ μέρους της Siemens αγορά εξοπλισμού από εταιρίες του ομίλου και τη διάθεση του εξοπλισμού αυτού στην αγορά μέσω εκμισθώσεως, από τα δικαιολογητικά που επισυνάπτονταν στις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεως της 19ης Ιουλίου 1985, της 30ής Ιουνίου 1986, της 15ης Ιουλίου 1986 και της 12ης Αυγούστου 1987 προκύπτει ότι η ίδια η Siemens εξομοιώνει την εν λόγω πράξη προς "κλασική πώληση" και αναφέρει ότι, "χάρη σ' αυτή τη μέθοδο πωλήσεως", η εταιρία "μπόρεσε να βελτιώσει σημαντικά τη θέση (της) στην αγορά στον τομέα της πληροφορικής και της μηχανοργανώσεως γραφείου" (βλ. ιδίως το δικαιολογητικό που επισυνάπτεται στο έγγραφο της 12ης Αυγούστου 1987).»
39 Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 2ας Μαρτίου 1994, Hilti (18), μια αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηριχθεί μόνον επί λόγων που αφορούν παραβίαση κανόνων δικαίου, αποκλειομένης πάσης εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών. Φρονώ ότι από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου περιγραφή των μέτρων για τα οποία χορηγήθηκε ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένη. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται στο Δικαστήριο να προβεί στη νομική εκτίμηση των πραγματικών αυτών περιστατικών, ότι δηλαδή το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί του αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά εμπίπτουν στη μια ή την άλλη από τις έννοιες του κοινοτικού δικαίου για τις «επενδυτικές ενισχύσεις» ή τις «ενισχύσεις για τη λειτουργία», και ότι, συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε ορθώς αυτούς τους κανόνες.
40 Από τις προαναφερθείσες σκέψεις 54 και 56 συνάγεται ότι η χορηγηθείσα στη Siemens ενίσχυση χρησιμοποιήθηκε, αφενός, για την αγορά εξοπλισμού της μητρικής εταιρίας προς εκμίσθωση, αφετέρου, για την εμπορία νέων προϋόντων. Η ενίσχυση για τέτοιου είδους μέτρα, τα οποία συνδέονται στενώς με την εμπορία των προϋόντων της επιχειρήσεως, φρονώ ότι δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως επενδυτική ενίσχυση. Συνεπώς, δεν πρόκειται για ενίσχυση προς ανάπτυξη νέων προϋόντων ή για την κατάρτιση μελετών της αγοράς επί των οποίων θα μπορούσε να στηριχθεί η έναρξη ή η συνέχιση εφαρμογής αναπτυξιακών προγραμμάτων (βλ. σχετικώς την αιτιολογική σκέψη Ι, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 75/397). Αντιθέτως πρόκειται για ενίσχυση προς εμπορία ήδη υφισταμένων προϋόντων. Φρονώ, επομένως, ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος αμφισβητήσεως του εκ μέρους του Πρωτοδικείου χαρακτηρισμού της ενισχύσεως αυτής ως ενισχύσεως για τη λειτουργία.
41 Το ζήτημα του κατά πόσον μια ενίσχυση για την αγορά προϋόντων προοριζομένων για εκμίσθωση συνιστά ενίσχυση εκείνου προς τον οποίον εκμισθώνεται ο αγορασθείς εξοπλισμός αποτελεί αντιθέτως, κατά τη γνώμη μου, ζήτημα που αφορά τα πραγματικά περιστατικά και όχι το δίκαιο και, επομένως, διαφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Στη σκέψη 50 της αποφάσεώς του το Πρωτοδικείο προβαίνει σε συγκεκριμένη εκτίμηση του ζητήματος ποιος είναι ο πράγματι επωφελούμενος από την ενίσχυση.
42 Εν πάση περιπτώσει, είναι κατά τη γνώμη μου δύσκολο να θεωρηθεί ότι μια τέτοια έμμεση ενίσχυση καλύπτεται από το εγκεκριμένο σύστημα ενισχύσεων το οποίο κάνει λόγο για «πράξεις που συμβάλλουν άμεσα στον (...) εκσυγχρονισμό βιομηχανικών επιχειρήσεων» (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου του 1959), υπό μορφή «απευθείας χρηματοδοτήσεως επενδύσεων (...) για εργαλεία ή εξοπλισμό (...)» (βλ. άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959). Η Siemens δεν προβαίνει σε άμεση επένδυση υπέρ της επιχειρήσεως η οποία εκμισθώνει τον εξοπλισμό τον οποίον αυτή αγόρασε. Πρόκειται απλώς για εκμίσθωση του εξοπλισμού σε μια σειρά επιχειρήσεων οι οποίες επελέγησαν στην τύχη, υπό όρους που είναι οι συνήθεις όροι της αγοράς για τις εν λόγω επιχειρήσεις.
43 Εξάλλου, αν η τοπική εκτελεστική εξουσία είχε την πρόθεση να συμβάλει στην ανανέωση του εξοπλισμού σε όργανα πληροφορικής συγκεκριμένων επιχειρήσεων, θα μπορούσε να χορηγήσει στις επιχειρήσεις αυτές, στο πλαίσιο της αποφάσεως 75/397 και της επιστολής του 1978, απευθείας ενίσχυση για την αγορά του σχετικού εξοπλισμού από προμηθευτή της επιλογής τους. Όταν η ενίσχυση χορηγείται σε συγκεκριμένο προμηθευτή, στην παρούσα υπόθεση στη Siemens, προκύπτει, όπως αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 58 της αποφάσεώς του, στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών. Επομένως, η ενίσχυση δημιουργεί σαφώς αρνητικές συνέπειες σε ένα επίπεδο εμπορίας που είναι διαφορετικό από εκείνο στο οποίο ευρίσκονται οι δήθεν επωφελούμενες επιχειρήσεις, δηλαδή εκείνες προς τις οποίες εκμισθώνεται ο εξοπλισμός. Η ύπαρξη αυτής της μη αναγκαίας στρεβλώσεως του ανταγωνισμού ενισχύει το τεκμήριο ότι η ενίσχυση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εγκεκριμένου συστήματος ενισχύσεων. Αφενός, το σύστημα αυτό πρέπει να ερμηνεύεται βάσει της αρχής της αναλογικότητας του κοινοτικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η τυχόν στρέβλωση του ανταγωνισμού πρέπει να περιορίζεται σε εκείνο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού (19). Εξάλλου, οι σχετικοί με τις κρατικές ενισχύσεις κανόνες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν περισσότερο ευνοϋκή μεταχείριση, αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, προϋόντων ορισμένων εθνικών επιχειρήσεων (20).
44 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο κρίνοντας ότι ούτε η ενίσχυση για τις διαφημιστικές εκστρατείες και τις έρευνες αγοράς ούτε η ενίσχυση για την αγορά εξοπλισμού προς εκμίσθωση καλύπτονται με την απόφαση 75/397 ή την επιστολή του 1978.
Ο τέταρτος λόγος: όφειλε το Πρωτοδικείο να εξετάσει τον ισχυρισμό περί υπερβάσεως των ορίων;
45 Στη σκέψη 62 της αποφάσεώς του το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι: «εφόσον κρίθηκε ότι οι επίδικες ενισχύσεις, λόγω της φύσεώς τους ως ενισχύσεων λειτουργίας της επιχειρήσεως, δεν καλύπτονταν από την έγκριση του γενικού καθεστώτος, η οποία παρασχέθηκε με την απόφαση 75/397 και το έγγραφο της 25ης Μαου 1978, δεν υφίσταται πλέον λόγος να εξεταστεί αν τηρήθηκαν οι όροι των αποφάσεων αυτών, όπως ο όρος που αφορά τα όρια της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως.»
46 Όπως εκ των ανωτέρω προκύπτει, δεν συντρέχει κατά την άποψή μου λόγος αναθεωρήσεως της απόψεως του Πρωτοδικείου κατά την οποία οι ενισχύσεις για τις διαφημιστικές εκστρατείες, τις μελέτες αγοράς και την αγορά εξοπλισμού προς εκμίσθωση δεν εμπίπτουν, ως εκ της φύσεώς τους, στο πεδίο εφαρμογής του συστήματος ενισχύσεων που ενέκρινε η απόφαση 75/397 και η επιστολή του 1978, κατά συνέπεια, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, δεν απαιτείται απόφαση ως προς την ενδεχόμενη υπέρβαση των ορίων της κοινοποιήσεως.
47 Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Siemens στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.
Πρόταση
49 Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:
1) Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζεται η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1675.
(2) - ΕΕ L 288, σ. 25.
(3) - JO L 177, σ. 13.
(4) - Κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.
(5) - Βλ. επιστολή προς τα κράτη μέλη SG(79) D/10478 που δημοσιεύθηκε στο «Δίκαιο ανταγωνισμού των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων», τόμος II, σ. 150, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, 1990. Τα όρια αυτά καθορίζονται στην απόφαση 92/483 (ΕΕ L 288, σ. 27).
(6) - JO 1979, C 31, σ. 9.
(7) - Το άρθρο 92 της Συνθήκης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις: «1. Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϋκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.(...)
3. Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά:α) οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση,(...)
γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον (...).»
(8) - Η υποσημείωση δεν αφορά την ελληνική γλώσσα.
(9) - Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1992 Τ-44/90 (Συλλογή 1992, σ. II-1).
(10) - Υπόθεση 42/84, Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 26.
(11) - Υπόθεση C-122/94, Συλλογή 1996, σ. I-881, σκέψη 29.
(12) - Υπόθεση C-86/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-3891, σκέψη 18.
(13) - Υπόθεση C-47/91, Συλλογή 1994, σ. Ι-4635.
(14) - Κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, υφιστάμενο σύστημα ενισχύσεων το οποίο, κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά δεν μπορεί να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί παρά μόνο για το μέλλον.
(15) - Βλ. π.χ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C-427/93, C-429/93 και C-436/93, Bristol-Myers Squibb κ.λπ., που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 27, και την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1991, C-100/90, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-5089, σκέψη 11).
(16) - Συλλογή 1980, σ. 2671, σκέψεις 24 και 26.
(17) - Υπόθεση C-86/89, Συλλογή 1990, σ. Ι-3891.
(18) - Υπόθεση C-53/92 P, Συλλογή 1994, σ. Ι-667, σκέψη 10.
(19) - Βλ. σχετικώς την απόφαση Philip Morris, σκέψη 17, και τη Δωδέκατη Έκθεση της Επιτροπής επί της πολιτικής του ανταγωνισμού, παράγραφος 160.
(20) - Βλ. την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1990, C-21/88, Du Pont de Nemours Italiana, Συλλογή 1990, σ. I-889, και την απόφαση της 7ης Μαου 1985, 18/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1985, σ. 1339.
Full & Egal Universal Law Academy